Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    The prognostic value of ultrasound findings in pediatric acute appendicitis to determine non-complicated and complicated type: correlation with the pathological findings

    No full text
    Introduction: A meticulous medical history, along with clinical, laboratory, and imaging studies, is essential for determining the causes of acute abdominal pain and for identifying surgical conditions such as acute appendicitis (AA). Although AA is the most common cause of acute abdomen in the pediatric population, a significant proportion of cases remain undiagnosed at the initial stage. In recent years, there has been an increasing trend toward distinguishing uncomplicated (AUA) from complicated acute appendicitis (ACA), with the goal of reducing related complications and avoiding unnecessary appendectomies. The integration of abdominal ultrasonography (US) with clinical and laboratory findings serves as a valuable tool in the timely preoperative identification and classification of appendicitis, guiding optimal management (prompt surgical intervention or conservative treatment during early stages). Although numerous studies and scoring systems have been proposed for the clinical evaluation of patients with AA, few have specifically focused on predicting the complicated form of appendicitis using a combination of sonographic, clinical, and laboratory findings in the pediatric population. Objective: This thesis aims to evaluate the prognostic value of preoperative abdominal ultrasound in differentiating ACA in children, by comparing preoperative sonographic findings with intraoperative and histopathological outcomes. Furthermore, it describes the development and assessment of a novel prognostic scoring system (CLU), combining clinical, laboratory, and ultrasound findings to support this differentiation. Methodology: This non-interventional study retrospectively and prospectively reviewed the medical records of pediatric patients aged 0–14 years who were hospitalized with a diagnosis of AA and underwent abdominal ultrasound prior to open appendectomy at our institution between 2016 and 2022. Recorded parameters included age, sex, characteristics of abdominal pain, associated symptoms (fever, anorexia, nausea or vomiting, duration of symptoms), intraoperative and laboratory findings (white blood cell count, platelet count, neutrophils, C-reactive protein), as well as ultrasound and histopathological results. Using graded compression ultrasonography, the following features were assessed: appendiceal diameter, wall morphology and vascularity, compressibility, target sign appearance, periappendiceal fat inflammation, presence of free intraperitoneal fluid, lymphadenopathy, appendicolith, periappendiceal abscess or phlegmon, and signs of peritonitis. Histological examination was used to categorize appendices as inflammatory or gangrenous. The results were statistically analyzed and correlated. Results: Evaluation of the prognostic value of preoperative ultrasound revealed that among the 224 pediatric patients included, 61.1% were intraoperatively diagnosed with AUA, with 59.8% of them being male. Multivariate analysis indicated that patients with increased appendiceal diameter, presence of appendicolith, and signs of peritonitis were more likely to have ACA. The sonographic findings with the highest sensitivity for predicting ACA were typical anatomical location of the appendix and a diameter greater than 6 mm (94.6% and 94.5%, respectively), while the presence of a periappendiceal abscess demonstrated the highest specificity (99.3%). In developing and evaluating a novel predictive algorithm for AA, patients with an appendiceal diameter ≥8.45 mm, presence of appendicolith, abscess, peritonitis, absence of target sign, neutrophils ≥78.95%, CRP ≥1.99 mg/dL, body temperature ≥38ºC, pain migration to RLQ, and symptom duration <24 hours were more likely to present with ACA. Assigning 1 point to each of these 10 variables, a new scoring system (CLU) was constructed, producing a final score out of 10. A cutoff score ≥4 proved to be a reliable predictor of ACA in pediatric patients. Conclusions: Preoperative abdominal ultrasound in children with clinically suspected AA is capable, in most cases, of differentiating between uncomplicated and complicated appendicitis. Increased appendiceal diameter, presence of appendicolith, and peritonitis are strong sonographic predictors of the complicated form. The proposed CLU score aids in the diagnosis and classification of AA and contributes to decision-making regarding the appropriate treatment approach. With a cutoff score ≥4, CLU demonstrated 81.1% sensitivity, 82.4% specificity, 73.2% positive predictive value, 88% negative predictive value, and an overall diagnostic accuracy of 81.9%. It is simple to understand and remember, uses routinely available clinical parameters, and imposes no additional financial burden.Εισαγωγή: Η σχολαστική λήψη ιστορικού, οι κλινικοεργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις είναι απαραίτητες για τον προσδιορισμό των αιτιών του οξέος κοιλιακού άλγους και για τον εντοπισμό χειρουργικών παθήσεων, όπως η οξεία σκωληκοειδίτιδα (ΟΣ). Παρόλο που η τελευταία είναι η πιο κοινή αιτία οξείας κοιλίας στον παιδιατρικό πληθυσμό, ένα μεγάλο ποσοστό της διάγνωσής της διαφεύγει. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει η τάση να διακρίνεται η ΟΣ σε μη επιπλεγμένη (ΟΜΣ) και επιπλεγμένη (ΟΕΣ), με απώτερο σκοπό την αποφυγή των επιπλοκών της και την μείωση περιττών σκωληκοειδεκτομών. Η χρήση του υπερηχοτομογραφήματος (US) σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και τις εργαστηριακές εξετάσεις αποτελεί ένα σπουδαίο όπλο για τον έγκαιρο προεγχειρητικό προσδιορισμό και την κατηγοριοποίηση των μορφών της, συμβάλλοντας στον τρόπο αντιμετώπισής της (έγκαιρη χειρουργική επέμβαση ή συντηρητική αντιμετώπιση στα αρχικά της στάδια). Μέχρι σήμερα, έχουν αναφερθεί αρκετές μελέτες και πολλά συστήματα βαθμολόγησης για την κλινική αξιολόγηση ασθενών με ΟΣ. Λίγες είναι, όμως, αυτές που προβλέπουν την επιπλεγμένη μορφή της χρησιμοποιώντας υπερηχοτομογραφικά, κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα στους παιδιατρικούς ασθενείς. Σκοπός: Στην παρούσα διατριβή αναζητείται η προγνωστική αξία του προεγχειρητικού US για τη διάκριση της ΟΕΣ στα παιδιά, συγκρίνοντας τα προεγχειρητικά υπερηχοτομογραφικά ευρήματά τους με τα αντίστοιχα διεγχειρητικά και ιστοπαθολογικά. Στη συνέχεια περιγράφεται η δημιουργία και αξιολόγηση μιας νέας προγνωστικής βαθμολογίας (CLU) η οποία συνδυάζει τα κλινικά, εργαστηριακά και υπερηχοτομογραφικά ευρήματα προκειμένου να συμβάλλει στην παραπάνω διαφοροποίηση. Μεθοδολογία: Σε αυτήν τη μη παρεμβατική μελέτη ελέγχθηκαν, αναδρομικά και προοπτικά από το 2016 έως το 2022 οι ιατρικοί φάκελοι των παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 0-14 ετών, που νοσηλεύτηκαν λόγω ΟΣ στο νοσοκομείο μας και υποβλήθηκαν σε US κοιλίας πριν από ανοιχτή σκωληκοειδεκτομή. Καταγράφηκαν η ηλικία, το φύλο, τα χαρακτηριστικά του κοιλιακού τους άλγους και τα συνοδά τους συμπτώματα (θερμοκρασία σώματος, ανορεξία, ναυτία ή έμετος, διάρκεια συμπτωμάτων), τα διεγχειρητικά και εργαστηριακά τους ευρήματα (λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια, ουδετερόφιλα, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη) και τέλος, τα αποτελέσματα του υπερηχοτομογραφικού τους ελέγχου και της παθολογοανατομικής έκθεσης. Με την υπερηχοτομογραφική μέθοδο της σταδιακά αυξανόμενης πίεσης καταγράφηκαν: η διάμετρος της σκωληκοειδούς απόφυσης (ΣΑ), η μορφολογία και η αιμάτωση του τοιχώματος της, η δυνατότητα συμπίεσής της, η παρουσία «εικόνας στόχου», η φλεγμονή του περισκωληκοειδικού λίπους, η ύπαρξη ελεύθερου ενδοπεριτοναϊκού υγρού, λεμφαδενικών διογκώσεων, κοπρόλιθου εντός της ΣΑ, περισκωληκοειδικού αποστήματος ή πλαστρόν και σημείων περιτονίτιδας. Από την ιστολογική εξέταση καταγράφηκαν οι διακρίσεις σε φλεγμονώδη ή γαγγραινώδη ΣΑ. Ακολούθησε συνδυασμός και στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων μας. Αποτελέσματα: Από τη μελέτη αξιολόγησης της διαγνωστικής αξίας του προεγχειρητικού US φάνηκε πως από τους 224 συμμετέχοντες παιδιατρικούς ασθενείς, το 61,1% διαγνώστηκαν διεγχειρητικά με ΟΜΣ, εκ των οποίων το 59,8% ήταν αγόρια. Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι ασθενείς με αυξημένη διάμετρο ΣΑ, παρουσία κοπρόλιθου και σημείων περιτονίτιδας ήταν πιο πιθανό να πάσχουν από ΟΕΣ. Τα υπερηχοτομογραφικά ευρήματα με την υψηλότερη ευαισθησία για την πρόβλεψη της ΟΕΣ ήταν η τυπική ανατομική θέση της ΣΑ και διάμετρο μεγαλύτερη από 6 mm (94,6% και 94,5% αντίστοιχα), ενώ η ύπαρξη περισκωληκοειδικού αποστήματος παρουσίαζε τη μεγαλύτερη ειδικότητα (99,3%). Από τη μελέτη για τη δημιουργία και αξιολόγηση μιας νέας βαθμολογίας πρόβλεψης της ΟΣ, ασθενείς με διάμετρο ΣΑ ≥8,45mm, κοπρόλιθο, απόστημα, σημεία περιτονίτιδας, απουσία «εικόνας στόχου», ουδετερόφιλα≥78,95%, CRP≥1,99mg/dl, θερμοκρασία σώματος ≥ 38ºC, μετανάστευση του άλγους στον ΔΛΒ και διάρκεια συμπτωμάτων<24 ώρες φάνηκε να είναι πιθανότερο να πάσχουν από ΟΕΣ. Αποδίδοντας 1 βαθμό σε καθεμία από τις παραπάνω 10 μεταβλητές, δημιουργήθηκε μια νέα προγνωστική βαθμολογία (CLU), αποδίδοντας μια τελική βαθμολογία 10. Μια τιμή αποκοπής ≥4 αποδείχθηκε αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης στην πρόβλεψη της ΟΕΣ στους παιδιατρικούς ασθενείς.Συμπεράσματα: Ο προεγχειρητικός υπερηχοτομογραφικός έλεγχος της κοιλίας σε παιδιά με κλινική διάγνωση ΟΣ μπορεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, να διαφοροποιήσει τη μη επιπλεγμένη από την επιπλεγμένη μορφή της. Η αύξηση της διαμέτρου της ΣΑ, η παρουσία κοπρόλιθου και σημείων περιτονίτιδας είναι υπερηχοτομογραφικά ευρήματα που αποτελούν ισχυρούς προγνωστικούς δείκτες της επιπλεγμένης μορφής της. Η προτεινόμενη προγνωστική βαθμολογία (CLU) βοηθά τόσο στη διάγνωση της ΟΣ και των μορφών της όσο και στον τρόπο θεραπείας της. Μια τιμή αποκοπής του τελικού σκορ ≥4 αποδείχθηκε αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης της ΟΕΣ με 81,1% ευαισθησία, 82,4% ειδικότητα, 73,2% θετική προγνωστική αξία, 88% αρνητική προγνωστική αξία (NPV), με τη συνολική διαγνωστική ακρίβεια να προσεγγίζει το 81,9%. Είναι απλή στην κατανόηση και απομνημόνευσή της, με παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή πράξη και χωρίς οικονομική επιβάρυνση

    Analysis, fusion and visual analytics of multidimensional and multimodal data aiming at optimising sleep-related pattern recognition and biomarker evaluation

    No full text
    In this thesis, a series of methodologies and computational tools were developed for the analysis of polysomnographic data with the aim of identifying and evaluating patterns and biomarkers related to sleep quality and supporting sleep specialists. Initially, appropriate methods were developed for the pre-processing and extraction of features from multichannel signals recorded from different sources: electroencephalogram and electrocardiogram. Subsequently, artificial intelligence models were trained to achieve high classification accuracy, combining the characteristics of biological signals and approaches from the fields of biological signal analysis, image processing (transformation of the extracted features into a data structure similar to that of the image) and deep learning. For automatic sleep stagινγ from biological signal recordings, it is necessary to extract features that can encode the changes observed in the signal waveforms due to changes in body functions. These features can be calculated as functional connectivity metrics between EEG electrodes or brain regions after an appropriate transformation, which can be considered as a graph adjacency matrix through which graph theory can be used to calculate graph metrics. To support experts, the integrated graphical user interface SmartHypnos eXpert was developed for the MATLAB programming environment. Through this interface, the user can select the input file whose signals are displayed in the interface. For each 30-second epoch, the expert can select the sleep stage to which it belongs, while at the same time a prediction is available from an artificial intelligence method, thus reducing the staging time. Respiratory event recognition is also supported. After the staging is complete, it is possible to save it in different file formats which can be loaded for any corrections or further analysis in the same or a different software tool. A summary of the staging and recognition of respiratory events is presented in a different tab of the environment in the form of graphs. This report can also be saved in different file formats. Finally, in another tab, the data from the Android application can be graphically presented. The SmartHypnos eXpert interface was evaluated by 11 sleep specialists with positive results. The SmartHypnos application for Android devices is targeted at a general audience. This application presents data related to the person's physical activity during the day and the subjective sleep quality. In this application, there is the possibility of completing questionnaires to assess sleep quality and stress levels. The combination of recorded data allows the production of personalized suggestions aimed at improving sleep quality and efficiency, which are generated through a decision tree, developed with the help of experts. All data is recorded on the user's device without the need for an internet connection. This application was evaluated by 48 users during a one-week pilot test with positive results. The methods and tools developed are expected to contribute to scientific research and clinical practice, particularly facilitating the work of sleep specialists.Στην παρούσα διατριβή αναπτύχθηκαν μία σειρά από μεθοδολογίες και υπολογιστικά εργαλεία για την ανάλυση πολυυπνογραφικών δεδομένων με σκοπό την αναγνώριση και αξιολόγηση μοτίβων και βιοδεικτών σχετικών με την ποιότητα του ύπνου και την υποστήριξη των ειδικών ύπνου. Αρχικά, αναπτύχθηκαν κατάλληλες μέθοδοι για την προ-επεξεργασία και εξαγωγή χαρακτηριστικών από πολυκαναλικά σήματα που καταγράφονται από διαφορετικές πηγές: ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και ηλεκτροκαρδιογράφημα. Στην συνέχεια εκπαιδεύτηκαν μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης επίτευξη υψηλής ακρίβειας ταξινόμησης, συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά των βιολογικών σημάτων και προσεγγίσεις από τα πεδία της ανάλυσης βιολογικών σημάτων, επεξεργασία εικόνων (μετασχηματισμός των εξαγόμενων χαρακτηριστικών σε δομή δεδομένων παρόμοια με αυτή της εικόνας) και της βαθιάς μάθησης. Για την αυτόματη αναγνώριση των σταδίων του ύπνου από τις καταγραφές των βιολογικών σημάτων απαραίτητη είναι η εξαγωγή χαρακτηριστικών τα οποία μπορούν να κωδικοποιήσουν τις αλλαγές που παρατηρούνται στις κυματομορφές των σημάτων λόγω της μεταβολής των λειτουργιών του σώματος. Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να υπολογιστούν ως μέτρα λειτουργικής συνδεσιμότητας ανάμεσα στα ηλεκτρόδια του ΗΕΓ ή περιοχών του εγκεφάλου μετά από κατάλληλο μετασχηματισμό, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως πίνακας γειτνίασης γράφου μέσω των οποίων και της θεωρίας γράφων μπορούν να υπολογιστούν μέτρα γράφων. Για την υποστήριξη των ειδικών αναπτύχθηκε το ενοποιημένο γραφικό περιβάλλον SmartHypnos eXpert για το προγραμματιστικό περιβάλλον MATLAB. Μέσω κατάλληλων εργαλείων της διεπαφής αυτής είναι δυνατό ο χρήστης να επιλέξει το αρχείο εισόδου τα σήματα του οποίου εμφανίζονται στην διεπαφή. Για κάθε εποχή των 30 δευτερολέπτων ο ειδικός δύναται να επιλέξει το στάδιο στο οποίο ανήκει αυτή, ενώ ταυτόχρονα είναι διαθέσιμη η πρόβλεψη του σταδίου από μία μέθοδο τεχνητής νοημοσύνης μειώνοντας τον χρόνο σταδιοποίησης. Επίσης υποστηρίζεται η αναγνώριση αναπνευστικών γεγονότων. Μετά το πέρας της σταδιοποίησης υπάρχει η δυνατότητα αποθήκευσης αυτής σε διαφορετικές μορφές αρχείων τα οποία δύναται να φορτώσει για τυχόν διορθώσεις ή περαιτέρω ανάλυση στο ίδιο ή σε διαφορετικό λογισμικό εργαλείο. Σε διαφορετική καρτέλα του περιβάλλοντος παρουσιάζεται μία σύνοψη της σταδιοποίησης και της αναγνώρισης αναπνευστικών γεγονότων σε μορφή γραφημάτων. Η αναφορά αυτή θα μπορεί να αποθηκεύεται επίσης σε διαφορετικές μορφές αρχείων. Τέλος, σε άλλη καρτέλα μπορούν να παραστούν γραφικά τα δεδομένα από την εφαρμογή Android. Η διεπαφή SmartHypnos eXpert αξιολογήθηκε από 11 ειδικούς ύπνου με θετικά αποτελέσματα. Η εφαρμογή SmartHypnos για συσκευές Android είναι στοχευμένη προς ευρύ κοινό. Στην εφαρμογή αυτή παρουσιάζονται δεδομένα που σχετίζονται με την σωματική δραστηριότητα του ατόμου κατά τη διάρκεια της ημέρας και την υποκειμενική ποιότητα του ύπνου τους. Στην εφαρμογή αυτή υπάρχει η δυνατότητα συμπλήρωσης ερωτηματολογίων για την αξιολόγηση της ποιότητας του ύπνου και των επιπέδων άγχους. Ο συνδυασμός των καταγεγραμμένων δεδομένων επιτρέπει την παραγωγή προσωποποιημένων προτάσεων για την βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας του ύπνου, οι οποίες παράγονται παράγονται μέσω ενός δέντρου αποφάσεων, το οποίο αναπτύχθηκε με την βοήθεια ειδικών. Τα δεδομένα όλα καταγράφονται στην συσκευή του χρήστη χωρίς να είναι απαραίτητη η σύνδεση στο διαδίκτυο. Η εφαρμογή αυτή αξιολογήθηκε από 48 χρήστες κατά τη διάρκεια πιλοτικής δοκιμής μίας εβδομάδας με θετικά αποτελέσματα. Οι μέθοδοι και τα εργαλεία που αναπτύχθηκαν αναμένεται να συνεισφέρουν στην επιστημονική έρευνα και κλινική πράξη διευκολύνοντας ιδιαίτερα την εργασία των ειδικών ύπνου

    Parenting practices, adjustment and mental health of immigrant and native adolescents during the economic crisis

    No full text
    The present study examined three indicators of school adjustment and three indicators of mental health of adolescents with and without an immigrant background in relation to four parental practices (two for each parent) and two indicators of financial hardship during the period of the economic crisis under the theoretical background of resilience. The key questions are whether economic hardship is a risk factor and whether parenting practices are promotive and/or protective factors for adolescent adjustment and mental health during the economic crisis. The sample consisted of 1252 teenagers from 57 classes attending the 1st grade of Middle Schools in 14 public schools in Attica. (64%) of the participants were immigrants who were mostly second generation (78%). The following tools were used: a) Demographics Questionnaire of gender and immigrant backround, b) the Economic Hardship Questionnaire (Lempers et al., 1989), c) part of the Negative Life Events scale (Fthenakis & , 2002) for unemployment problems, d) the Autonomy Granting Scale questionnaire (Peterson et al., 1985) for the encouragement of autonomy, e) the Care subscale of the Parental Bonding Instrument (Parker et al., 1979), f ) the grades from the school record for school achievement, g) 5 teacher rated questions related to School Engagement and h) 5 teacher rated questions related to non-disruptive behavior in the school context (Motti- Stafanidi & Asendorpf, 2017), i) the Strengths and Difficulties Questionnaire (SDQ) subscale for Emotional Symptoms (Goodman, 1997), j) the Depression Scale (Salokangas et al., 1995) and k) the Self- Esteem Scale (Rosenberg, 1065). Family economic hardship and parental unemployment are risk factors for mental health and school performance but not for non- disruptive behavior. Economic hardship is also risk factor for school engagement. When economic hardship and unemployment are high greek students are more affected. Immigrant background is a risk factor for all school adjustment indicators and partly for self-esteem. Parenting practices promote all indicators of school adjustment and mental health. The emotional bond with mother and father is a protective factor for children's self-esteem in conditions of economic hardship. Emotional bond with the mother is also a protective factor against depressive symptoms, and maternal autonomy support protects adolescents’ self- esteem when parents face unemployment problems. Finally, the emotional bond with the father protects the non-disruptive behavior of the adolescents in the school context and the maternal autonomy support protects the self-esteem and the lack of depressive symptoms mainly for the adolescents of Greek origin but not for the adolescents of an immigrant background.Η παρούσα έρευνα μελέτησε τρεις δείκτες σχολικής προσαρμογής και τρεις δείκτες ψυχικής υγείας των εφήβων με και χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο σε σχέση με τέσσερεις γονικές πρακτικές (δύο για κάθε γονέα) και δύο δείκτες οικονομικής δυσχέρειας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης υπό το θεωρητικό υπόβαθρο της ψυχικής ανθεκτικότητας. Τα βασικά ερωτήματα είναι αν η οικονομική δυσχέρεια αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας και αν οι γονικές πρακτικές αποτελούν προωθητικούς ή/και προστατευτικούς παράγοντες για την προσαρμογή και την ψυχική υγεία των εφήβων κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Το δείγμα αποτελούνταν από 1252 έφηβους από 57 τάξεις που φοιτούσαν στην α’ Γυμνασίου σε 14 δημόσια σχολεία της Αττικής. Το 64% των συμμετεχόντων είχαν μεταναστευτικό υπόβαθρο και οι περισσότεροι ήταν δεύτερης γενιάς μετανάστες (78%). Χρησιμοποιήθηκαν τα εξής εργαλεία: α) το ερωτηματολόγιο δημογραφικών στοιχείων για το φύλο και το μεταναστευτικό υπόβαθρο, β) το ερωτηματολόγιο Economic Hardship Questionnaire (Lempers et al., 1989) για τη μέτρηση της οικονομικής δυσπραγίας, γ) μέρος της κλίμακας Negative Life Events (Fthenakis & Minsel, 2002) για τα προβλήματα ανεργίας, δ) το ερωτηματολόγιο Autonomy Granting Scale (Peterson et al., 1985) για την ενθάρρυνση της αυτονομίας, ε) η υποκλίμακα Care του Parental Bonding Instrument (Parker et al., 1979), στ) ο μέσος όρος των βαθμών του πρώτου τριμήνου σε πέντε μαθήματα από το αρχείο του σχολείου για τη σχολική επίδοση, ζ) 5 ερωτήσεις που αφορούσαν τη Σχολική Εμπλοκή και η) 5 ερωτήσεις που αφορούσαν τη μη διαταρακτική συμπεριφορά στο σχολικό πλαίσιο (Motti-Stefanidi & Asendorpf, 2017), θ) η υποκλίμακα του Ερωτηματολογίου Δυνατοτήτων και Δυσκολιών (SDQ) για τα Συμπτώματα Συναισθήματος (Goodman, 1997), ι) Κλίμακα της Κατάθλιψης (Salokangas et al., 1995) και ια) η Κλίμακα Αυτοεκτίμησης (Rosenberg, 1965). Τα ευρήματα έδειξαν ότι η οικονομική δυσπραγία της οικογένειας και η ανεργία των γονέων αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας για την ψυχική υγεία και τη σχολική επίδοση, αλλά όχι για την μη διαταρακτική συμπεριφορά. H οικονομική δυσπραγία αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας για τη σχολική εμπλοκή. Σε συνθήκες υψηλής οικονομικής δυσπραγίας και ανεργίας οι Έλληνες επηρεάζονται περισσότερο. Το μεταναστευτικό υπόβαθρο αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας για όλους τους δείκτες σχολικής προσαρμογής και για την αυτοεκτίμηση. Οι γονικές πρακτικές αποτελούν προωθητικό παράγοντα για όλους τους δείκτες προσαρμογής και ψυχικής υγείας. Ο συναισθηματικός δεσμός με τη μητέρα και τον πατέρα προστατεύει την αυτοεκτίμηση των παιδιών σε συνθήκες οικονομικής δυσχέρειας. O συναισθηματικός δεσμός με τη μητέρα λειτουργεί επίσης προστατευτικά για τα συμπτώματα κατάθλιψης και η υποστήριξη της αυτονομίας από τη μητέρα προστατεύει την αυτοεκτίμηση των εφήβων όταν οι γονείς αντιμετωπίζουν προβλήματα με την εύρεση εργασίας. Τέλος, o συναισθηματικός δεσμός με τον πατέρα προστατεύει τη μη διαταρακτική συμπεριφορά των εφήβων στο σχολικό πλαίσιο και η υποστήριξη της αυτονομίας από τη μητέρα προστατεύει την αυτοεκτίμηση και την έλλειψη συμπτωμάτων κατάθλιψης κυρίως για τους εφήβους ελληνικής καταγωγής και όχι για τους εφήβους με μεταναστευτικό υπόβαθρο

    Comparative evaluation of CT and MRI in the preoperative staging of colon cancer

    No full text
    The aim of this study is to compare the diagnostic performance of magnetic resonance imaging (MRI) against computed tomography (CT) in various aspects of local staging in colon cancer patients. This study was a prospective single arm diagnostic accuracy study. All consecutive adult patients with confirmed colon cancer that met the current criteria for surgical resection were considered as eligible. Diagnostic performance assessment included T (T1/T2 vs T3/T4 and T3cd) and N (N positive) staging, serosal and retroperitoneal surgical margin (RSM) involvement and extramural vascular invasion (EMVI). Imaging was based on a 3 Tesla MRI system and the evaluation of all sequences (T1, T2 and diffusion-weighted imaging-DWI series) by two independent Παρατηρητήςs. CT scan was performed in a 128 row multidetector (MD) CT scanner (slice thickness: 1mm) with intravenous contrast. Pathology report was considered as the gold standard for local staging. Sensitivity (SE), specificity (SP), and area under the curve (AUC) were calculated for both observers. MRI displayed a higher diagnostic performance over CT in terms of T1/T2 vs T3/T4 (SE: 100% vs 83.9%, SP: 96.6% vs 81%, AUC: 0.825 vs 0.983, pT3cd) και την Ν (Ν θετική) σταδιοποίηση, την διήθηση του ορογόνου, το οπισθοπεριτοναϊκό χειρουργικό όριο (RSM) και την εξωτοιχωματική αγγειακή διήθηση (EMVI). Η απεικόνιση βασίστηκε σε ένα σύστημα μαγνητικής τομογραφίας 3 Tesla και στην αξιολόγηση όλων των αλληλουχιών (T1, T2 και ακολουθία διάχυσης - DWI) από δύο ανεξάρτητους παρατηρητές Ιατρούς - Ακτινολόγους. Η αξονική τομογραφία πραγματοποιήθηκε σε αξονικό τομογράφο 128 σειρών (πάχος τομής: 1 mm) με ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού. Η ιστοπαθολογική έκθεση αποτέλεσε τον χρυσό κανόνα για την τοπική σταδιοποίηση. Η ευαισθησία (SE), η ειδικότητα (SP) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) υπολογίστηκαν και για τους δύο παρατηρητές.Η μαγνητική τομογραφία έδειξε υψηλότερη διαγνωστική απόδοση σε σχέση με την αξονική τομογραφία σε σχέση με T1/T2 έναντι T3/T4 (SE: 100% έναντι 83,9%, SP: 96,6% έναντι 81%, AUC: 0,825 έναντι 0,983, p<0,001), N θετικό (p <0,001) και εκτίμηση EMVI (p=0,023). Εξαιρετική απόδοση της μαγνητικής τομογραφίας σημειώθηκε στη διάγνωση αναγνώρισης T3ab έναντι T3cd (CT AUC Παρατηρητής 1: 0,636, AUC Παρατηρητής2: 0,55 έναντι MRI AUC Παρατηρητής 1: 0,829 AUC Παρατηρητής2 0,846, p=0,01) και διήθησης του RSM. Σε αντίθεση με αυτές, η μαγνητική τομογραφία δεν είχε καλή απόδοση στον εντοπισμό της διήθησης του ορογόνου.Η μαγνητική τομογραφία είχε υψηλότερη διαγνωστική απόδοση από την αξονική τομογραφία σε αρκετές παραμέτρους τοπικής σταδιοποίησης

    Μελέτη των χαρακτηριστικών προϊόντων κρέατος με προσθήκη προϊόντων κάνναβης με σκοπό την αντικατάσταση συνθετικών πρόσθετων υλών από φυσικά πρόσθετα

    No full text
    The thesis deals with the innovative field of clean label meat products, highlighting the potential of industrial hemp in animal nutrition and the food industry in general. As consumer demand for healthy food continues to grow, this research highlights the role of industrial hemp as a multifunctional feed and food ingredient. In a market where consumers increasingly prefer additive-free foods, the meat industry must innovate to remain competitive against the growing popularity of plant-based alternatives. Clean label products represent a much-needed shift away from synthetic additives, such as nitrites, which are often used to preserve meat but are associated with health risks, including the formation of carcinogenic N-nitroso compounds. The ability of industrial hemp to meet these requirements/concerns is an encouraging aspect of this research. Industrial hemp (Cannabis sativa L.) offers a wide range of applications in the food industry but also in sectors such as textiles, cosmetics and building materials. Its excellent nutritional value and environmental benefits make it particularly important for sustainable agriculture. The cultivation of hemp has minimal requirements, improves soil health and contributes to carbon sequestration. Hemp products such as seeds, oil and flour are rich in protein, essential fatty acids and bioactive compounds such as polyphenols, being valuable for both human and animal nutrition. The incorporation of industrial hemp into animal feed significantly improves the quality of products of animal origin. Industrial hemp improves the composition of fat in fatty acids in meat and milk and promotes the stability of fat against oxidation. In meat products, it improves nutritional value, acts as a natural preservative and provides an alternative source for the replacement of the animal origin added fat. Although the prospects are encouraging, challenges such as changes in texture and fat oxidation need to be addressed for optimal application. The thesis presents experimental studies evaluating the effects of industrial hemp seed flour and oil on meat products. The first trial examined the addition of 4% and 6% hempseed flour to minced meat products in combination with reduced levels of sodium nitrite. The addition of the flour did not affect the chemical composition of the products, except for the reduced sodium chloride content. The fatty acid composition of the fat was not affected despite the high polyunsaturated fatty acid content of hemp flour. However, the addition of the flour reduced fat oxidation and enhanced the antioxidant capacity of the product. Colour was negatively affected, particularly in products with higher hemp flour content, and losses during cooking increased slightly. Texture analysis showed that the products became harder, but sensory evaluation showed that the appearance and odour of the raw products were minimally affected, indicating however consumer acceptance in relation to the uncooked meat products. The second trial evaluated the effect of industrial hemp seed oil (2% and 4%) on animal fat replacement in fermented salamis with different levels of sodium nitrite (0, 50 and 100 mg/kg). During a 90-day storage period, hemp seed oil exhibited strong antioxidant properties, significantly reducing lipid oxidation. Microbiological safety was maintained, with no growth of pathogens such as Listeria monocytogenes or Salmonella spp. demonstrating significant antimicrobial benefits. Salami with hemp seed oil showed improved colour stability and better texture characteristics such as consistency and chewiness. In sensory testing, salamis containing sodium nitrite (50 mg/kg) and hemp seed oil received high scores, showing that it is possible to achieve a balance between safety, appearance and taste in the final product. The findings of the thesis highlight the promising role of industrial hemp products in the production of clean label meat products. By improving product quality and reducing reliance on synthetic additives, industrial hemp aligns with consumer preferences for producing healthy foods using natural ingredients. However, further research is needed to address issues related to legislative issues as well as product formulation and sensory characteristics, paving the way for broader commercial-scale applications of industrial hemp in the production of meat products.Η διατριβή ασχολείται με το καινοτόμο πεδίο παραγωγής προϊόντων κρέατος καθαρής ετικέτας, υπογραμμίζοντας τη δυναμική της βιομηχανικής κάνναβης στη διατροφή των ζώων και στη βιομηχανία τροφίμων γενικότερα. Καθώς η καταναλωτική ζήτηση για υγιεινά τρόφιμα συνεχίζει να αυξάνεται, η έρευνα αυτή αναδεικνύει τον ρόλο της βιομηχανικής κάνναβης ως ένα πολυλειτουργικό συστατικό για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Σε μια αγορά όπου οι καταναλωτές προτιμούν ολοένα και περισσότερο τρόφιμα χωρίς πρόσθετα, η βιομηχανία κρέατος πρέπει να καινοτομήσει για να παραμείνει ανταγωνιστική έναντι της αυξανόμενης αποδοχής, από τους καταναλωτές, των φυτικών εναλλακτικών προϊόντων. Τα προϊόντα καθαρής ετικέτας αντιπροσωπεύουν μια απαραίτητη στροφή από τα συνθετικά πρόσθετα, όπως τα νιτρώδη, τα οποία χρησιμοποιούνται συχνά για τη συντήρηση του κρέατος αλλά συνδέονται με κινδύνους για την υγεία, συμπεριλαμβανομένου του σχηματισμού καρκινογόνων N-νιτροζο ενώσεων. Η δυνατότητα της βιομηχανικής κάνναβης να ανταποκριθεί σε αυτές τις απαιτήσεις/ανησυχίες είναι ένα ενθαρρυντικό στοιχείο αυτής της έρευνας. Η βιομηχανική κάνναβη (Cannabis sativa L.) προσφέρει ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών στη βιομηχανία τροφίμων αλλά και σε κλάδους όπως η παραγωγή υφασμάτων, καλλυντικών, οικοδομικών υλικών. Η εξαιρετική της θρεπτική αξία και τα περιβαλλοντικά της οφέλη την καθιστούν ιδιαίτερα σημαντική για τη βιώσιμη γεωργία. Η καλλιέργεια κάνναβης έχει ελάχιστες απαιτήσεις, βελτιώνει την υγεία του εδάφους και συμβάλλει στη δέσμευση του άνθρακα. Τα προϊόντα κάνναβης όπως οι σπόροι, το έλαιο και το αλεύρι, είναι πλούσια σε πρωτεΐνη, απαραίτητα λιπαρά οξέα και βιοδραστικές ενώσεις όπως πολυφαινόλες, καθιστώντας τα πολύτιμα τόσο για την ανθρώπινη όσο και για τη διατροφή των ζώων. Η ενσωμάτωση βιομηχανικής κάνναβης στη διατροφή των ζώων βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα των προϊόντων ζωικής προέλευσης. Η βιομηχανική κάνναβη βελτιώνει τη σύνθεση του λίπους σε λιπαρά οξέα στο κρέας και το γάλα ενώ προάγει τη σταθερότητα του λίπους στην οξείδωση. Στα προϊόντα κρέατος, βελτιώνει τη διατροφική αξία, δρα ως φυσικό συντηρητικό και παρέχει μια εναλλακτική πηγή για την αντικατάσταση του προστιθέμενου λίπους ζωικής προέλευσης. Παρόλο που οι προοπτικές είναι ενθαρρυντικές, προκλήσεις όπως αλλαγές στην υφή και η οξείδωση των λίπους πρέπει να αντιμετωπιστούν για βέλτιστη εφαρμογή.Η διατριβή παρουσιάζει πειραματικές μελέτες που αξιολογούν τις επιδράσεις του αλευριού και του ελαίου σπόρων βιομηχανικής κάνναβης σε προϊόντα κρέατος. Η πρώτη μελέτη εξέτασε την προσθήκη 4% και 6% αλευριού κάνναβης σε προϊόντα κιμά σε συνδυασμό με μειωμένα επίπεδα νιτρώδους νατρίου. Η προσθήκη του αλευριού δεν επηρέασε τη χημική σύνθεση των προϊόντων, εκτός από τη μειωμένη περιεκτικότητα σε χλωριούχο νάτριο. Η σύνθεση του λίπους σε λιπαρά οξέα δεν επηρεάστηκε παρά την υψηλή περιεκτικότητα του αλευριού κάνναβης σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Ωστόσο, η προσθήκη του αλευριού μείωσε την οξείδωση του λίπους και ενίσχυσε την αντιοξειδωτική ικανότητα του προϊόντος. Τα χρώμα επηρεάστηκε αρνητικά και ιδιαίτερα στα προϊόντα με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλεύρι κάνναβης, ενώ οι απώλειες κατά το μαγείρεμα αυξήθηκαν ελαφρώς. Η ανάλυση υφής έδειξε ότι τα προϊόντα έγιναν πιο σκληρά, αλλά η οργανοληπτική αξιολόγηση έδειξε ότι η εμφάνιση και η οσμή των ωμών προϊόντων επηρεάστηκαν ελάχιστα, υποδηλώνοντας ωστόσο αποδοχή των νωπών προϊόντων από τους καταναλωτές. Η δεύτερη μελέτη αξιολόγησε την επίδραση του ελαίου σπόρων βιομηχανικής κάνναβης (2% και 4%) στην αντικατάσταση ζωικού λίπους σε σαλάμια ωρίμανσης με διαφορετικά επίπεδα νιτρώδους νατρίου (0, 50 και 100 mg/kg). Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αποθήκευσης 90 ημερών, το έλαιο σπόρων κάνναβης παρουσίασε ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, μειώνοντας σημαντικά την οξείδωση του λίπους. Η μικροβιολογική ασφάλεια διατηρήθηκε, χωρίς ανάπτυξη παθογόνων όπως Listeria monocytogenes ή Salmonella spp., αποδεικνύοντας σημαντικά αντιμικροβιακά οφέλη. Τα σαλάμια με έλαιο σπόρων κάνναβης εμφάνισαν βελτιωμένη σταθερότητα χρώματος και καλύτερα χαρακτηριστικά υφής, όπως συνοχή και μασητικότητα. Κατά τον οργανοληπτικό έλεγχο, τα σαλάμια που περιείχαν νιτρώδες νάτριο (50 mg/kg) και κανναβέλαιο έλαβαν υψηλή βαθμολογία δείχνοντας ότι είναι εφικτή η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας, εμφάνισης και γεύσης στο τελικό προϊόν. Τα ευρήματα της διατριβής αναδεικνύουν τον πολλά υποσχόμενο ρόλο των προϊόντων βιομηχανικής κάνναβης στην παραγωγή προϊόντων κρέατος καθαρής ετικέτας. Με τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και τη μείωση της ανάγκης χρήσης συνθετικών πρόσθετων, η βιομηχανική κάνναβη ευθυγραμμίζεται με τις προτιμήσεις των καταναλωτών για την παραγωγή υγιεινών τροφίμων με τη χρήση φυσικών συστατικών. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την αντιμετώπιση ζητημάτων που σχετίζονται με νομοθετικά ζητήματα, καθώς και με τη σύνθεση και τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων, ανοίγοντας τον δρόμο για ευρύτερες εμπορικής κλίμακας εφαρμογές των βιομηχανικών προϊόντων κάνναβης στην παραγωγή προϊόντων κρέατος

    Dietary behavior, self-esteem and examination stress

    No full text
    Dietary behavior is a fundamental aspect of human life, affecting individuals' health and well-being on multiple levels. However, one factor directly related to nutrition is examinations. Examinations are central to people’s lives. They first appear in childhood and often continue throughout the lifespan. In Greece, the Panhellenic national exams are the first hurdle for those who choose to access or pursue higher education. The academic exams follow and continue for at least four additional years. It has been scientifically proven that this process can become distressing and challenging for some examinees, with considerable consequences on their well-being, diet, and self-esteem. More recently, the coronavirus pandemic (COVID-19) has impacted people’s lifestyles, including those who take exams, creating a dysfunctional environment for many people. Understanding the magnitude and impact of these factors is the primary aim of this study. Secondly, this research investigated the relationship between nutrition, self-esteem, stress, and examinations in high school seniors and college students. We examined how much the examinees were affected by the testing conditions before and during an exam, the impact of the latter on their eating behaviour, and how their self-esteem was affected. All the relationships were controlled for the effects of COVID-19.In this study, we conducted a comprehensive literature review based on international and Greek bibliographies, which will inform our research aims. Eating behaviour and examination stress are important subjects for research. To understand these factors in depth, we administered self-reported questionnaires to a sample of college students and students applying for higher education. The results indicate that exam preparation, performance, exercise, and sleep may influence levels of self-esteem and trait/generalized anxiety. Moreover, individuals with heightened concerns about their health during the COVID-19 pandemic exhibited higher levels of anxiety. Consumption of certain foods like chocolate, doughnuts, or sweets might correlate with higher anxiety and stress levels, though not necessarily with self-esteem. Additionally, statistically significant higher self-esteem was observed in males compared to females based on the Rosenberg Self-esteem scale. Lastly, those worried about their health during COVID-19 also expressed concerns about changing dietary habits, with sweet consumption being the only dietary habit significantly associated with fear of dietary changes. Further research in the field is deemed important, as well as proposals for resolving the analyzed issues.Η διατροφική συμπεριφορά αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης ζωής, επηρεάζοντας την υγεία και την ευημερία των ατόμων σε πολλαπλά επίπεδα. Ωστόσο ένας παράγοντας που σχετίζεται άμεσα με τη διατροφή είναι οι εξετάσεις. Εξετάσεις στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα. Ξεκινάνε από την παιδική ηλικία και πολλές φορές συνεχίζονται δια βίου. Στην ελληνική κοινωνία συγκεκριμένα οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι το πρώτο σκόπελος όσων επιλέγουν να δοκιμάσουν την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εν συνεχεία οι ακαδημαϊκές εξετάσεις συνεχίζονται για τουλάχιστον τέσσερα ακόμα χρόνια. Όλη αυτή διαδικασία μπορεί να γίνει αρκετά ψυχοφθόρα και δύσκολα διαχειρίσιμη για μερίδα των εξεταζόμενων, με επιπτώσεις στη ψυχολογία τους, τη διατροφή του, καθώς και την αυτοεκτίμησή τους, η οποία δύναται να κλονίζεται. Ένας ακόμα παράγοντας ωστόσο που άλλαξε τα δεδομένα στις ζωές των ανθρώπων, άρα και των εξεταζόμενων, είναι η πανδημία του κορονοϊού (Covid-19) η οποία έχει δημιουργήσει ένα αρκετά παθογενές περιβάλλον για μερίδα του πληθυσμού. Η κατανόηση του μεγέθους και του τύπου αυτών των προκλήσεων και προβλημάτων είναι το επίκεντρο της ερευνητικής μας προσπάθειας. Ο στόχος της παρούσας διατριβής ήταν η μελέτη -εις βάθους- της συσχέτισης διατροφής, αυτοεκτίμησης, στρες και εξετάσεων, στο επίπεδο τελειόφοιτων Λυκείου, καθώς και ακαδημαϊκών φοιτητών. Ερευνήθηκε το πόσο επηρεάζονται οι εξεταζόμενοι από τις συνθήκες των εξετάσεων πριν και κατά τη διάρκεια, τι αντίκτυπο έχουν αυτές στη διατροφική τους συμπεριφορά και πως αποτυπώνεται η αυτοεκτίμησή τους. Τα παραπάνω εξετάστηκαν και σε συνάρτηση με το φαινόμενο του κορονοϊού.Στη συγκεκριμένη μελέτη σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη βιβλιογραφική ανασκόπηση τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική βιβλιογραφία η οποία θα αποτελέσει και τη βάση της έρευνας. Συγκεκριμένα το θέμα της διατροφικής συμπεριφοράς και του στρες εξετάσεων αποτελεί αντικείμενο μελέτης σε σημαντικό βαθμό. Στη συνέχεια εφαρμόστηκε πρωτογενής έρευνα σε δείγμα μαθητών υποψήφιων για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τη χρήση ερωτηματολογίων. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η προετοιμασία για τις εξετάσεις, η απόδοση στη διάρκειά τους, η άσκηση και ο ύπνος μπορεί να έχουν επίδραση στα επίπεδα αυτοεκτίμησης και άγχους χαρακτήρα/ γενικευμένο άγχος. Επιπλέον τα άτομα που είχαν έντονη ανησυχία για την υγεία τους την περίοδο της πανδημίας COVID-19 είχαν και υψηλότερα επίπεδα άγχους. Η κατανάλωση ορισμένων τροφών, όπως η σοκολάτα, τα ντόνατς ή άλλα γλυκίσματα, και τα γλυκά, μπορεί να συσχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα άγχους και στρες, άλλα όχι αυτοεκτίμηση. Επιπρόσθετα η έρευνα έδειξε ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση στους άντρες έναντι των γυναικών βάσει του δείκτη Rosenberg_Self_esteem. Τέλος όσοι ανησυχούν για την υγεία τους, ανησυχούν σε ανάλογο βαθμό και για την αλλαγή των διατροφικών τους συνηθειών κατά τη διάρκεια του COVID-19, ενώ από τις διατροφικές συνήθειες που αναλύθηκαν, μόνο η κατανάλωση γλυκών φάνηκε να σχετίζεται με το φόβο αλλαγών στις διατροφικές συνήθειες. Κρίνεται σημαντική η περαιτέρω έρευνα του πεδίου καθώς και σε επόμενο επίπεδο να υπάρξουν προτάσεις για επίλυση των ζητημάτων που αναλύθηκαν

    Anatomical study course and variations of the major thoracic duct and its correlation with surgery clinical

    No full text
    In this study, 18 human cadavers were studied. Of these, 5 had no chylous cistern at all. The tissues were placed in a 10% formalin solution and the tissues were stained with the substance 5-fluorescein, which is specific for the study of the sympathetic system. All the researcher's observations were placed in an electronic information bank (DATA) for the safe extraction of observations and conclusions.Στην παρούσα έρευνα μελετήθηκαν 18 ανθρώπινα πτώματα. Από αυτά 5 δεν είχαν καθόλου χυλοφόρα δεξαμενή. Οι ιστοί τοποθετήθηκαν σε διάλυμα φορμόλης 10% και πραγματοποιούνταν χρώση των ιστών με την ουσία 5-φλουορεσκεΐνης, η οποία ειδική για την μελέτη του συμπαθητικού συστήματος.Όλες οι παρατηρήσεις του ερευνητή τοποθετήθηκαν σε ηλεκτρονική τράπεζα πληροφοριών (DATA) για την ασφαλή εξαγωγή παρατηρήσεων και συμπερασμάτων

    Literacy practices in prisons: from linguistic and identity “boundaries” to linguistic and identity repertoires of inmate students with refugee/migrant experience

    No full text
    This PhD thesis investigates language education in schools inside two prisons in Greece, where multilingual young men aged 18-22 years old with refugee/immigrant experience are detained. Over a period of 2.5 years of fieldwork (January 2018-September 2020), 111 participants (71 inmates, 4 language teachers, 16 teachers of other disciplines, 20 prison employees) are involved in order for the research to describe and interpret language education in the schools of the two prisons and to trace dominant discourses, ideologies and attitudes that shape it. Considering the linguistic diversity and the complex educational environment of prisons that is determined by broader discourses on delinquency, imprisonment, and prison education goals, the research aims to highlight and renegotiate language education policies and practices within prison literacy spaces. The conceptual framework on which the thesis draws, challenges the traditional view of language as an isolated system, instead emphasizing its sociolinguistic nature embedded within social, cultural, political, and historical contexts. Linguistic practices are understood through the lens of “linguistic repertoires”, and identity construction and performance are captured by “identity repertoires”. However, nation-states often authoritatively situate languages, identities and thus language education practices within linguistic and identity “boundaries”, which are also evident in prison settings. Methodologically, the research adopts a critical ethnographic perspective utilizing the methodological and analytical framework of Nexus Analysis (Scollon & Scollon, 2004) to identify dominant discourses and underlying ideological assumptions shaping the educational context, language communication, and language education in prisons. The research findings highlight the power of disciplinary and national discourses, which define social reality both in terms of the prison experience and in terms of shaping language education. Inmate refugees/migrants face multiple vulnerabilities, including those related to their origins, forced mobility, social inequalities, imprisonment, and linguistic/identity assimilation. The research reveals a punitive, disciplinary, and assimilative prison environment. By identifying the universal power and the layered realizations of both disciplinary and national discourses, the research process further seeks to renegotiate language education practices within the two prisons, resisting the dominance of these powerful discourses. Through the implementation of translanguaging pedagogical actions, the research aims to challenge the linguistic and identity “boundaries” imposed by dominant language education practices. The new educational experiences that emerged in the translanguaging spaces created through the research’s pedagogical initiatives allowed for the transition from the linguistic and identity “boundaries” imposed to inmate students to the activation of their full linguistic and identity repertoires. Ultimately, in the multilingual and complex educational environment of prison schools, these pedagogical initiatives redirected literacy practices towards a more inclusive and social justice language education.Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά τη γλωσσική εκπαίδευση σε σχολεία δύο φυλακών στην Ελλάδα, στις οποίες κρατούνται πολύγλωσσοι νεαροί άντρες ηλικίας 18-22 χρόνων με προσφυγική/μεταναστευτική εμπειρία. Σε διάστημα 2,5 χρόνων έρευνας στο πεδίο (Ιανουάριος 2018 - Σεπτέμβρης 2020) συμμετέχουν 111 συμμετέχοντες/ουσες (71 υπό κράτηση άτομα, 4 εκπαιδευτικοί γλώσσας, 16 εκπαιδευτικοί λοιπών ειδικοτήτων, 20 υπάλληλοι των φυλακών) προκειμένου η παρούσα έρευνα να περιγράψει και να ερμηνεύσει τη γλωσσική εκπαίδευση στα σχολεία των δύο φυλακών και να ανιχνεύσει τους κυρίαρχους λόγους παραγωγής, αναπαραγωγής και διαπραγμάτευσης των ιδεολογιών, αντιλήψεων και στάσεων που τη διαμορφώνουν. Λαμβάνοντας υπόψη τη γλωσσική ποικιλότητα και τη συνθετότητα του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος στις φυλακές, το οποίο ορίζεται και προσδιορίζεται από ευρύτερους λόγους (discourses) για την παραβατικότητα, τη φυλάκιση αλλά και τους στόχους της εκπαίδευσης στις φυλακές, η διατριβή επιχειρεί να αναδείξει και να θέσει υπό διαπραγμάτευση τα ζητήματα γλωσσικής εκπαίδευσης σε χώρους γραμματισμού στις φυλακές. Το εννοιολογικό πλαίσιο από το οποίο αντλεί η διατριβή επαναπροσδιορίζει την παραδοσιακή έννοια της «γλώσσας» ως αυτόνομου, οριοθετημένου και απομονωμένου γλωσσικού συστήματος, η οποία γίνεται πλέον αντιληπτή ως ένα κοινωνιογλωσσικό σύστημα τοποθετημένο στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό και ιστορικό του πλαίσιο. Οι γλωσσικές πρακτικές των ανθρώπων αποτυπώνονται με τον όρο «γλωσσικά ρεπερτόρια» και οι αντίστοιχες διαδικασίες οικοδόμησης και επιτέλεσης των ταυτοτήτων τους αποτυπώνονται με τον όρο «ταυτοτικά ρεπερτόρια». Ωστόσο, και παρά τον συνεχώς διασυνδεόμενο σύγχρονο κόσμο, τα εθνικά κράτη εξουσιαστικά τοποθετούν τις γλώσσες, τις ταυτότητες και κατά συνέπεια τις πρακτικές γλωσσικής εκπαίδευσης σε γλωσσικά και ταυτοτικά «όρια», τα οποία εντοπίζονται και στον κόσμο των φυλακών. Μεθοδολογικά, η έρευνα υιοθετεί μια κριτική εθνογραφική προοπτική αξιοποιώντας το μεθοδολογικό και αναλυτικό πλαίσιο της Nexus Analysis (Scollon & Scollon, 2004). Μέσω της ερευνητικής αυτής διαδικασίας δίνεται η δυνατότητα ανάδειξης των κυρίαρχων λόγων (discourses), των ρητών και άρρητων ιδεολογικών παραδοχών που διαμορφώνουν το υπό μελέτη εκπαιδευτικό πλαίσιο, τη γλωσσική επικοινωνία και τη γλωσσική εκπαίδευση στις φυλακές. Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν την ισχύ δύο κυρίαρχων λόγων, του πειθαρχικού και του εθνικού, οι οποίοι ορίζουν την κοινωνική πραγματικότητα τόσο ως προς την εμπειρία της φυλάκισης, όσο και ως προς τη διαμόρφωση της γλωσσικής εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμένα, τα ευρήματα αναδεικνύουν τις πολλαπλές ευαλωτότητες των υπό κράτηση προσφύγων/μεταναστών και σκιαγραφούν τον τιμωρητικό, πειθαρχικό και αφομοιωτικό χρονοτοπικό κόσμο των φυλακών. Η ερευνητική διαδικασία εντοπίζοντας την καθολική ισχύ και τις πολυεπίπεδες πραγματώσεις τόσο του πειθαρχικού όσο και του εθνικού λόγου επιχειρεί να θέσει σε επαναδιαπραγμάτευση τις πρακτικές που προσδιορίζουν τη γλωσσική εκπαίδευση στις δύο φυλακές, υπό έναν φακό αντίστασης στην κυριαρχία των ισχυρών αυτών λόγων. Η αμφισβήτηση των ταυτοτικών και γλωσσικών «ορίων», τα οποία προτάσσει η κυρίαρχη γλωσσική εκπαίδευση στα σχολεία των φυλακών, επιχειρείται μέσω της υλοποίησης διαγλωσσικών εκπαιδευτικών δράσεων. Οι εκπαιδευτικές αυτές δράσεις της έρευνας, διαμορφώνοντας έναν διαγλωσσικό χώρο μέσα στις φυλακές, κινητοποίησαν νέες εκπαιδευτικές εμπειρίες και διαμεσολάβησαν στη μετάβαση από τα γλωσσικά και ταυτοτικά «όρια» των υπό κράτηση ατόμων στα γλωσσικά και ταυτοτικά τους ρεπερτόρια, ανακατευθύνοντας εντέλει τις πρακτικές γραμματισμού στο πολύγλωσσο και σύνθετο εκπαιδευτικό περιβάλλον των σχολείων των φυλακών προς μια κατεύθυνση πιο δίκαιης και χωρίς αποκλεισμούς γλωσσικής εκπαίδευσης

    La presència catalanoaragonesa a la Mediterrània oriental, 1261-1460: una visió politicoeconòmica, numismàtica i militar

    No full text
    The Introduction of this doctoral dissertation provides a brief review regarding the origins of the Crown of Aragon (mid-12th century onwards), with a succinct reference to the two main constituent ethnic groups: the Catalans and the Aragonese. It is emphasised that the political primacy was Aragonese, while the Catalan identity played a predominant role in the expansion towards the east. The geographical focus of the study is also outlined, clarifying the selected boundaries of the eastern Mediterranean. The methodological framework of the research approach is subsequently outlined, highlighting key elements of the proposed analysis. In Chapter 1 (The reign of Michael VIII Palaiologos: Economic contacts and political approaches), the existence of trade relations between Catalonia and the Byzantine Empire is demonstrated, dating back to the early 1260s. These contacts intensified during the 1270s and continued into the early 1280s. Simultaneously, towards the end of the 1260s, diplomatic contacts began to develop between the Crown of Aragon and Byzantium. The convergence of the two sides is documented gradually, culminating in the formation of an anti-Angevin alliance. The actions of both sides led to the Sicilian Vespers (1282) and the expulsion of the French from Sicily, a pivotal event whose long-term consequences are specifically addressed. Evaluating the first phase of the Catalan-Aragonese expansion in the Mediterranean, it becomes clear that the initial penetration by Catalan merchants was likely due to their own initiatives, but it was later strengthened by the interventions of the Aragonese rulers. In Chapter 2 (From Michael VIII to Andronikos II: Emergence of mercenaries, corsairs, and raiding fleets in a period of shifting power balance), it is initially pointed out that two specific monographs from the last thirty years or so have created the inaccurate impression that Catalan mercenaries first appeared in the service of Byzantium from the early 14th century onwards. However, the testimony of Marin Sanudo Torsello indisputably proves the presence of Catalan mercenaries in the forces of Licario, with the likely terminus post quem being 1275 or at the latest the years 1279-1280. In a broader context of tracing the military presence of individuals from the territories of the Crown of Aragon, testimonies are found during both the reign of Michael VIII and that of his son, Andronikos II. Within the ongoing Sicilian War, the appearance of raiding fleets in Greek waters is recorded. The case of the raid carried out by the Aragonese admiral Roger de Llúria in 1292 is of particular significance, as it specifically struck certain islands and the principality of Achaea, Corfu, and several Byzantine territories. Regarding the attacks on Byzantine possessions, it is understood that they were not merely acts of looting, but declarations of intent within the changing diplomatic relations between Aragon and Byzantium. In Chapter 3 (Escalation of contacts during the reign of Andronikos II), the analysis begins after the fall of Acre (1291) and the Holy See’s prohibition of trade with the Mamluks, developments that provided new opportunities for Catalan merchants active in the eastern Mediterranean. The intensification of contacts with the Byzantine Empire is also evident from the privileges granted by Andronikos II (January 1296), which the emperor later modified, providing a small improvement for the Catalan merchants in April 1315. The presence of people from the territories of the Crown of Aragon is strongly increasing, as evidenced by a series of notarial testimonies recorded in Cyprus and Crete (late 1290s – early 1300s). The Catalan-Aragonese presence is further confirmed in connection with the brief occupation of Ruad between 1300-1302. Ramon Llull’s visit to Cyprus in 1301 also had a noticeable impact, possibly traceable in his suggestion of the port of Rhodes and the later fate of the island, namely its capture by the Knights Hospitaller after large sums were transferred by Catalan moneylenders. In Chapter 4 (Ascent and descent of the “Catalan Company”: Numismatic traces, material remains, and economic ramifications), the rapid change in the nature of relations between the Iberian Peninsula and Byzantium is noted with the coming of the “Catalan Company” to the Byzantine Empire. The mercenary force was paid enormous sums by Andronicus II, though these are difficult to trace. Numismatic evidence proves helpful in shedding light on their activities in Asia Minor against the Turks in 1304. With the assassination of Roger de Flor (1305), a chain reaction was triggered, with long-term consequences. Through numismatic remains, the movements of the Company are recorded, both in cases of systematic looting (eastern Thrace, 1305-1307, and Chalkidike, 1307-1309) and cases where the sudden presence of an enemy army left a more distinct mark (western Thrace, summer of 1307). Concerning the latter area, the particularly interesting coin hoard found in Sapes/1994 was re-examined by undertaking elemental analyses on the coins. Based on the new data, it is now likely that most of the coins in the hoard were used for deliberate payments as part of a manipulation of a portion of the coin production. Furthermore, analyzing the circulation of coins in specific cases sheds more light on the speed with which coins traveled and the rate of loss in relation to how a particular area is affected during times of unrest. The episode of the assassination of Berenguer d’Entença is brought forth through the examination of burial remains at the archaeological site of Poroi, particularly a human-shaped grave, which has a high probability of being connected to the burial site of the Aragonese/Catalan nobleman. Additionally, data on the impact of the Company’s settlement on the Kassandra peninsula are examined, which indicate a demographic crisis in villages of Chalkidike. Concurrently, surviving testimonies regarding the fate of Mount Athos monasteries in connection with the Catalan actions are presented in detail. Almost two years later, the Company invaded Thessaly (spring of 1309), and their presence there for another two years is again documented through numismatic evidence. The turbulent course of the Company is juxtaposed with the picture created by examining the parallel world of commercial transactions, which is documented primarily through documents from Crete and Cyprus. In a series of economic transactions where slave purchases are documented (a common practice of the Company), the worlds of war and commerce intersect. The brief passage of the Company into the service of Gautier V de Brienne had particularly noticeable results in southern Thessaly. However, the two sides had divergent interests, leading to an almost inevitable clash on March 15, 1311. In Chapter 5 (The battle of Halmyros: Matters of historical topography and impact), the identification of the battlefield between the Company and the Brienne army was re-examined in depth. The analysis re-considers all the views that have been presented: the area of the Boiotian Kephisos, the upper course of Kephisos, and the Halmyros area. It is stressed that the rejection of a connection with a site near the Kephisos river is not only based on textual references to Halmyros, but also indicated by the fact that Gautier de Brienne’s will was signed on March 10, 1311, in Lamia. Based on what is known about the defensive organisation of the Duchy of Athens, the possibility that the Company had infiltrated Phokis or Boiotia is excluded. A similar hypothesis that the mercenary force could have reached the Kephisos river and had time to shape the terrain does not seem realistic. It is more logical that the Company did not stray from Halmyros and prepared the battlefield while awaiting the enemy army. Based on the perspectives presented in the literature, an exhaustive examination of the data and further fieldwork in the Halmyros area was conducted to support a more accurate placement of the potential battlefield. In an attempt to provide a broader context in which this battle and its impact could be situated, a survey of military conflicts where infantry forces prevailed over heavy cavalry (13th century – 1415) was conducted. Through this survey, methods of victory against knights are highlighted, along with notable tactics used by (among others) Flemish, Swiss, Scottish, and English armies. This comparison reveals the light infantry of the Almogavars as a distinct case, emphasizing particular characteristics. It also appears that the Company displayed remarkable adaptability in dealing with each opponent and especially in choosing the battlefield. The impact of the battle of Halmyros and the conquest of eastern Central Greece is further traced in a series of coin hoards, closely connected with the events of 1311-1312. In Chapter 6 (The Catalan Duchies: An overview with the assistance of numismatic evidence), the creation of the Catalan Duchy of Athens and its subjugation under the suzerainty of the Kingdom of Sicily is discussed. A new strategy was also adopted for the Company, involving conduct of “consecutive” series of wars with the main neighbouring powers. This strategic design is linked to the exploitation of land routes and sea exits for trade contacts with the West, primarily within the context of a widespread slave trade practice. The issue of minting coins during the period of Catalan rule is also examined. The brief episode of the attempted conquest of the Principality of Achaea by the infante Ferdinand of Majorca (1315-1316) is examined within the context of a dynamic that had been created during this period. The arrival of Alfons Frederic, an illegitimate son of Frederick III of Sicily, at the Duchy of Athens, gave new momentum to a Catalan expansion that included acquisitions in southern Euboea, the castles of Zetounion (Lamia) and Gardiki, and also the island of Aegina. A new expansion towards the north resulted in the establishment of the Catalan Duchy of Neopatras (1319). In this context, a coin issue of the mint of Neopatras was revisited, putting under consideration the possibility that this rare emission may be linked to the early years of Catalan rule. In the early 1330s, there is a peak in rhetoric emanating from the Holy See against the Catalan Duchy of Athens, in alignment with the attempt made by Gautier VI de Brienne to reclaim the fief. The campaign (1331-1332) ended in failure, but its impact can be traced through the particularly enlightening testimony of a series of coin hoards. Special mention is made of the hoard Pikermi/1936, where, among others, a coin unprecedented in Greek territory was identified, issued by Dragonet de Montauban, bishop of Saint-Paul-Trois-Châteaux. The study of a series of later hoards illuminates aspects of coin circulation, such as within the urban core of medieval Athens. Economic connections are revealed, particularly with the Kingdom of Sicily, and financial flows are documented, mainly in relation to local vassals and representatives of the ducal power. It is also likely that practices of warfare and traces of the slave trade by the Catalan elite are reflected in these findings. Under Frederick IV of Sicily (from 1355 onwards), for the first time in the coinage of the Kingdom of Sicily, coins were issued bearing the title of the duke of Athens and Neopatras. This reference to the Duchies remained in the coinage of the Sicilian kings until the first decade of the 15th century and later passed into the coinage of the Aragonese monarchs. A particularly significant case arises with the presentation of the coin hoard Kolona of Kythnos/1990s. This is the first instance where small denominations from Sicily are recorded as part of the coinage circulating in the Greek territory. The loss of this particular hoard is likely linked to a pirate raid in the waters and territory of Kythnos (1360s). Under the shadow of the Ottoman threat, in the early 1370s, the Holy See made an attempt at rapprochement, but it came too late for the Catalan Duchies. The appearance in the Greek territories of the Aragonese Johan Ferrández d’Heredia, Master of the Knights Hospitaller, ended in failure regarding the crusade that the Papacy had eagerly desired. In connection with Heredia’s actions, the concealment of a hoard (in the vicinity of Amfissa) could be linked. The impact of his presence was mostly felt in the field of letters, through a significant body of work concerning translations of texts from Greek into Aragonese. While the subjugation of the Duchies under the suzerainty of the Crown of Aragon was underway, Catalan rule in the Greek world began to collapse. A significant blow was dealt by the sudden attack of the Navarrese Company; Thebes was captured in 1379, followed by Livadia (late 1380 or early 1381). The formal confirmation of Aragonese suzerainty in 1380 by Peter IV the Ceremonious appears more as an attempt to preserve the conquered territories and as a swan song. The fall of the remaining strongholds followed: the city and the Acropolis of Athens and the castle of Neopatras were captured by Nerio Acciaiuoli. The last important Catalan stronghold, the castle of Salona, succumbed to the Ottoman tide (late 1393/early 1394). The concealment of the hoard Thespies/1892-1893 most likely coincides with this event. Additionally, the Parallel timeline of events 1311–1394 provides a broader perspective on this period beyond the Greek territories. The review of the later period is more concise (Timeline of events 1395–1460), showcasing occasional resurgences mainly linked to the expansionist policy of Alfons V. Notably, the presence of Aragonese forces in Kastellorizo and the Ionian coast (1450s) is highlighted, dictated by a strategy of establishing footholds within the confrontation with the Ottomans. At the same time, actions by Catalan ships continued to be traced in the waters of the eastern Mediterranean. The last Catalan acquisitions, Aegina and Piada, were held by the Caupena family in the first half of the 15th century. The annexation of Aegina (1451) by Venice and the loss of Piada (1460) mark the end of Catalan-Aragonese presence in Greece. The study is enriched with three appendices: Appendix I (The coat of arms of the Crown of Aragon), Appendix II (The coin hoard Sapes/1994 or Komotini/1996), and Appendix III (The coin hoard Kolona of Kythnos/1990s). It concludes with a brief summary of the main points (Conclusions) and a short final note in the form of an epilogue. The bibliography and the list of images follow; the thesis is completed with the inclusion of rich visual material.Η Εισαγωγή της παρούσας διδακτορικής διατριβής εκκινεί με μια σύντομη αναδρομή στις απαρχές του Στέμματος της Αραγώνος (μέσα 12ου αι. κ.ε.), με επιγραμματική αναφορά στους δύο κύριους παράγοντες, τους Καταλανούς και τους Αραγωνίους. Υπογραμμίζεται ότι η πολιτειακή πρωτοκαθεδρία ήταν αραγωνική, ενώ υπερισχύοντα ρόλο στην επέκταση προς τα ανατολικά έπαιξε η καταλανική ταυτότητα. Διαγράφεται επίσης ο χώρος αναφοράς της μελέτης, αποσαφηνίζοντας τα επιλεγμένα όρια του ανατολικού τμήματος της Μεσογείου. Ακολουθεί η παράθεση του μεθοδολογικού πλαισίου της ερευνητικής προσέγγισης και αναδεικνύονται βασικά χαρακτηριστικά της επιχειρούμενης πραγμάτευσης. Στο 1ο Κεφάλαιο (Η βασιλεία του Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγου: Οικονομικές επαφές και πολιτικές προσεγγίσεις) καταδεικνύεται η ύπαρξη εμπορικών επαφών μεταξύ Καταλωνίας και Ρωμανίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1260 και εξής. Οι επαφές αυτές πυκνώνουν κατά τη δεκαετία του 1270 και συνεχίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1280. Παράλληλα, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1260, αρχίζουν να αναπτύσσονται διπλωματικές επαφές μεταξύ του Στέμματος της Αραγώνος και του Βυζαντίου. Η σύγκλιση των δύο πλευρών τεκμηριώνεται σταδιακά, καταλήγοντας στη σύμπηξη μιας αντιανδεγαυικής συμμαχίας. Οι μεθοδεύσεις που μετήλθαν τα δύο μέρη είχαν ως αποτέλεσμα τον Σικελικό Εσπερινό (1282) και την εκδίωξη των Γάλλων από τη Σικελία, γεγονός κομβικό, στις μακροπρόθεσμες συνέπειες του οποίου γίνεται ειδική αναφορά. Αποτιμώντας το πρώτο στάδιο της καταλανο-αραγωνικής επέκτασης στη Μεσόγειο, καθίσταται εμφανές ότι η διείσδυση των Καταλανών εμπόρων αρχικά οφείλεται μάλλον σε δικές τους πρωτοβουλίες, στη συνέχεια όμως ενισχύθηκε με παρεμβάσεις των Αραγωνίων ηγεμόνων. Στο 2ο Κεφάλαιο (Από τον Μιχαήλ Η´ στον Ανδρόνικο Β´: Εμφάνιση μισθοφόρων, κουρσάρων και καταδρομικών στόλων σε μια περίοδο μεταβαλλόμενων ισορροπιών) επισημαίνεται καταρχάς ότι σε δύο ειδικές μονογραφίες των τελευταίων τριάντα και πλέον ετών δημιουργείται η ανακριβής εντύπωση πως Καταλανοί μισθοφόροι πρωτοεμφανίζονται στην υπηρεσία του Βυζαντίου από τις αρχές του 14ου αιώνα και εξής. Η μαρτυρία ωστόσο του Marin Sanudo Torsello καθιστά αδιαμφισβήτητη την παρουσία Καταλανών μισθοφόρων στις δυνάμεις του Λικαρίου, θέτοντας ως πιθανό terminus post quem το 1275 ή το αργότερο τα έτη 1279-1280. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανίχνευσης της στρατιωτικής παρουσίας ανθρώπων με καταγωγή από τα εδάφη του Στέμματος της Αραγώνος, αλιεύονται μαρτυρίες τόσο κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Η´ όσο και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του γιου του, Ανδρονίκου Β´. Στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου Σικελικού Πολέμου, καταγράφεται η εμφάνιση σε ελληνικά ύδατα καταδρομικών στόλων. Η περίπτωση της καταδρομικής επιχείρησης που διενήργησε ο Αραγώνιος ναύαρχος Roger de Llúria το 1292 είχε βαρύνουσα σημασία, καθώς έπληξε συγκεκριμένα νησιά και το πριγκηπάτο της Αχαΐας, την Κέρκυρα και ορισμένα εδάφη του Βυζαντίου· όσον αφορά στις επιθέσεις που εκδηλώθηκαν σε βυζαντινές κτήσεις, γίνεται αντιληπτό ότι δεν συνιστούσαν απλές πράξεις λεηλασίας, αλλά δηλώσεις προθέσεων εντός του μεταβαλλόμενου πλαισίου διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Αραγώνος και Βυζαντίου. Στο 3ο Κεφάλαιο (Κλιμάκωση των επαφών στα χρόνια του Ανδρονίκου Β´) η πραγμάτευση εκκινεί μετά από την πτώση της Άκρας (1291) και την απαγόρευση από την Αγία Έδρα των εμπορικών επαφών με τους Μαμελούκους, εξελίξεις που παρείχαν καινούριες ευκαιρίες στους Καταλανούς εμπόρους που δραστηριοποιούνταν στην ανατολική Μεσόγειο. Η κλιμάκωση των επαφών με τη Ρωμανία διαφαίνεται και από τα προνόμια που παραχώρησε ο Ανδρόνικος Β´ (Ιανουάριος 1296), και που ο ίδιος αυτοκράτορας αργότερα αναπροσάρμοσε, παρέχοντας μια μικρή βελτίωση για τους Καταλανούς εμπόρους τον Απρίλιο του 1315. Έντονα αυξανόμενη διαγράφεται η παρουσία ανθρώπων από τα εδάφη του Στέμματος της Αραγώνος μέσω μιας σειράς νοταριακών μαρτυριών καταγεγραμμένων στην Κύπρο και στην Κρήτη (τέλη δεκαετίας 1290 – αρχές δεκαετίας 1300). Η καταλανο-αραγωνική παρουσία διακριβώνεται επιπλέον σε σύνδεση με το επεισόδιο της εφήμερης κατάληψης του Ruad κατά τα έτη 1300-1302. Η επίσκεψη του Ramon Llull στην Κύπρο (1301) είχε επίσης μάλλον απτό αντίκτυπο, πιθανώς ανιχνεύσιμο στην υπόδειξη του λιμανιού της Ρόδου από τον Llull και στη μετέπειτα τύχη της νήσου, δηλαδή στην κατάληψή της από τους Ιωαννίτες, αφού πρώτα διενεργήθηκαν μεταφορές μεγάλων ποσών με τη διαμεσολάβηση Καταλανών αργυραμοιβών. Στο 4ο Κεφάλαιο (Ανάβασις και κάθοδος της «Καταλανικής Εταιρείας»: Nομισματικά ίχνη, υλικά κατάλοιπα και oικονομικές προεκτάσεις) σημειώνεται η ραγδαία αλλαγή των δεδομένων ως προς τις επαφές μεταξύ Ιβηρικής και Βυζαντίου με τη μετάβαση της «Καταλανικής Εταιρείας» στη Ρωμανία. Το μισθοφορικό σώμα έλαβε από τον Ανδρόνικο Β´ υπέρογκα ποσά, τα οποία όμως είναι δύσκολα ανινχεύσιμα. Για τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία εναντίον των Τούρκων κατά το 1304, η νομισματική μαρτυρία έρχεται αρωγός παρέχοντας ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία. Με τη δολοφονία του Roger de Flor (1305) πυροδοτήθηκε μια αλυσιδωτή αντίδραση με μακροπρόθεσμες συνέπειες. Μέσω των νομισματικών καταλοίπων καταγράφονται οι κινήσεις της Εταιρείας τόσο στις περιπτώσεις συστηματικής δήωσης (ανατολική Θράκη, 1305-1307, και Χαλκιδική, 1307-1309), όσο και στις περιπτώσεις όπου η αιφνιδιαστική παρουσία ενός εχθρικού στρατού άφησε ένα πιο ευκρινές αποτύπωμα (δυτική Θράκη, θέρος 1307). Όσον αφορά στην τελευταία περιοχή, ο ιδιαίτερα ενδιαφέρων «θησαυρός» Σάπες/1994 μελετήθηκε ξανά επί τούτου, σε συνδυασμό με τη διενέργεια στοιχειακών αναλύσεων. Από τα νέα δεδομένα που προέκυψαν μπορεί πλέον να θεωρηθεί πιθανό ότι η πλειονότητα των νομισμάτων του «ευρήματος» θα μπορούσε να έχει διοχετευθεί για μεθοδευμένες πληρωμές στο πλαίσιο χειραγώγησης μέρους της νομισματικής παραγωγής. Επιπροσθέτως, η ανάλυση της νομισματικής κυκλοφορίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ρίχνει περισσότερο φως για την ταχύτητα με την οποία ταξιδεύουν ενίοτε τα νομίσματα και για τον ρυθμό απώλειας σε σχέση με το πώς επηρεάζεται μια συγκεκριμένη περιοχή υπό συνθήκες αναταραχής. Το επεισόδιο της δολοφονίας του Berenguer d’Entença ήλθε στο προσκήνιο μέσω της εξέτασης ταφικών καταλοίπων στον αρχαιολογικό χώρο των Πόρων και ιδιαιτέρως ενός ανθρωπόσχημου τάφου, ο οποίος παρουσιάζει αυξημένες πιθανότητες να συνδέεται με το σημείο ταφής του Αραγωνίου/Καταλανού ευγενούς. Εξετάσθηκαν ακόμη τα δεδομένα του αντίκτυπου της εγκατάστασης της Εταιρείας στη χερσόνησο της Κασσάνδρειας και τα οποία κατά περίπτωση υποδεικνύουν μια δημογραφική κρίση σε χωριά της Χαλκιδικής. Παράλληλα, παρουσιάζονται ενδελεχώς οι σωζόμενες μαρτυρίες για τις τύχες των μονών του Αγίου Όρους σε συνάφεια με τις ενέργειες των Καταλανών. Μετά από την παρέλευση σχεδόν δύο ετών, η Εταιρεία εισέβαλε στη Θεσσαλία (άνοιξη 1309)· η εκεί παρουσία της για άλλα δύο έτη καταγράφεται και πάλι επιβοηθητικά μέσω των νομισματικών δεδομένων. Η ταραχώδης πορεία της Εταιρείας αντιπαραβάλλεται με την εικόνα που στοιχειοθετείται από την εξέταση του παράλληλου κόσμου των εμπορικών συναλλαγών που τεκμηριώνονται μέσω εγγράφων κυρίως από την Κρήτη και την Κύπρο. Σε μια σειρά οικονομικών συναλλαγών όπου μαρτυρούνται αγορα

    Μελέτη της επίδρασης επαναληπτικών χορηγήσεων αναισθητικών ουσιών στο βαθμό καταστολής και στην ασφάλεια στο σκύλο και στη γάτα

    No full text
    The present study aimed to evaluate the effect of the consecutive administration of sedative or opioid drugs following an initial dexmedetomidine administration, on the degree and duration of sedation, quality of recovery and safety in dogs and cats. Dexmedetomidine is frequently used in the clinical practice as a pre–anaesthetic or sedative agent in dogs and cats. In some cases, during sedation process, the administered 156dose of dexmedetomidine is not sufficient to perform the required procedure, which raises the question of whether an additional dose of dexmedetomidine or another anaesthetic drug can enhance its effect and induce the required sedation, while maintaining a safe anaesthesia. According to the existing literature, there is insufficient data on the action of dexmedetomidine when it is re–administered, in case the first dose did not induce the required sedation. Moreover, there is insufficient data regarding the specific effects of commonly used drugs administered after an initial dose of dexmedetomidine. This study evaluated this sedative effect and the safety of repeated administrations of dexmedetomidine, as well as the combination of dexmedetomidine with other common sedative drugs, such as butorphanol, buprenorphine, tramadol, midazolam and ketamine. In addition, the study examined whether the second dose of dexmedetomidine would induce satisfactory and safe sedation, and which of the individual additional drugs provided the most effective sedation in animals following an insufficient dose of dexmedetomidine. This thesis included two prospective, crossover, blind and randomised studies in dogs and cats. The study in dogs included a total of six healthy, adult Beagles and the study in cats included six healthy, adult common European cats. The animals participated into seven different groups according to the sedative combination used. All animals received an initial dose of dexmedetomidine IM. The initial administration of dexmedetomidine was followed by an IM administration of a second dexmedetomidine dose or by the administration of butorphanol, buprenorphine, tramadol, midazolam, ketamine or saline. The degree of sedation was assessed using the Grint sedation scale, while the quality of recovery was assessed using the simple descriptive scale of Lozano et al. and the quality of recovery scale of Sams et al. To assess the safety of the administered drugs, repeated measurements of heart and respiratory rates, glucose, cardiac troponin I (cTnI) and creatinine, as well as repeated arterial or venous blood gas analyses were performed. A quantitative regression model and multilevel parametric survival models, as well as the Wilcoxon test and paired t–tests were used for data analysis. In the cats of the study, the repeated administration of dexmedetomidine and the combination of dexmedetomidine with butorphanol or with ketamine enhanced the level and duration of sedation. Administration of midazolam negatively affected the initial dexmedetomidine sedation and prolonged recovery. The drug combinations administered did not affect acid-base balance, electrolytes, renal and cardiac function. Respiratory rate and partial pressure of oxygen were significantly reduced by the administration of dexmedetomidine in combination with opioids, but the values remained within normal limits. The administration of the drug combinations significantly increased glucose values and decreased haematocrit and hemoglobin values, although within normal limits. In the dogs of the study, repeated administration of dexmedetomidine did not improve the quality or duration of sedation. On the contrary, the sedative effect of dexmedetomidine was enhanced by the addition of opioids. Administration of midazolam or ketamine negatively affected the initial sedation and the quality of recovery. A significant decrease in heart and respiratory rates, as well as partial pressure 157of oxygen, was observed, although within normal limits. Cardiac troponin I and creatinine concentrations were not significantly affected. Dexmedetomidine administration significantly increased glucose concentrations. The hyperglycemic effect of dexmedetomidine was attenuated by the administration of opioids and midazolam. The administration of the drug combinations reduced hematocrit and hemoglobin concentrations, while they remained within normal limits. Supplemental oxygen may be beneficial during the administration of sedative protocols including dexmedetomidine. Due to changes in glucose and haematocrit concentrations, the above protocols are not recommended in cats and dogs with hyperglycemia or anaemia.Η παρούσα μελέτη είχε ως σκοπό την αξιολόγηση της επίδρασης διάφορων αναισθητικών ουσιών συνδυαστικά μεταξύ τους και σε επαναληπτικές χορηγήσεις στο βαθμό καταστολής, στη διάρκεια δράσης, στην ποιότητα ανάνηψης και στην ασφάλεια της χρήσης τους στο σκύλο και στη γάτα. Η δεξμεδετομιδίνη χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην κλινική πράξη ως προαναισθητική ουσία με σκοπό την καταστολή των μικρών ζώων. Σε κάποιες περιπτώσεις κατά τη διαδικασία της ηρέμησης, η χορηγούμενη δόση της δεξμεδετομιδίνης δεν επαρκεί για την πραγματοποίηση των απαιτούμενων χειρισμών ή μικροεπεμβάσεων, οπότε γεννάται το ερώτημα αν μία επιπλέον δόση δεξμεδετομιδίνης ή κάποιο άλλο αναισθητικό φάρμακο μπορεί να ενισχύσει την δράση της και να επιφέρει το επιθυμητό κατασταλτικό αποτέλεσμα, παραμένοντας στα πλαίσια μιας ασφαλούς ηρέμησης. Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα για τη δράση της δεξμεδετομιδίνης, όταν αυτή επαναχορηγείται σε δεύτερο χρόνο, σε περίπτωση που η πρώτη δόση δεν επιφέρει τοαπαιτούμενο κατασταλτικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα όσον αφορά την ανάγκη προσθήκης άλλων αναισθητικών φαρμάκων, τον τρόπο δράσης και τα επίπεδα ασφάλειας των φαρμάκων που επαναχορηγούνται. Στην παρούσα έρευνα μελετήθηκε αυτή η κατασταλτική δράση και η ασφάλεια χορήγησης της δεξμεδετομιδίνης σε επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, καθώς και σε συνδυασμό με άλλα ηρεμιστικά φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται συχνά στην κλινική πράξη, όπως η βουτορφανόλη, η βουπρενορφίνη, η τραμαδόλη, η μιδαζολάμη και η κεταμίνη. Επιπλέον, μελετήθηκε κατά πόσο η δεύτερη δόση της δεξμεδετομιδίνης προκάλεσε ικανοποιητική και ασφαλή καταστολή, αλλά και ποιο από τα επιμέρους φάρμακα είχε την καλύτερη ηρεμιστική δράση σε ζώα με ελλιπή καταστολή έπειτα από χορήγηση δεξμεδετομιδίνης. Η διατριβή αυτή βασίζεται σε δύο προοπτικές, διασταυρούμενες, τυφλές και τυχαιοποιημένες μελέτες σε σκύλους και γάτες. Η μελέτη στους σκύλους συμπεριέλαβε συνολικά έξι υγιείς, ενήλικους σκύλους φυλής Beagle και η μελέτη στις γάτες συμπεριέλαβε έξι υγιείς, ενήλικες γάτες κοινής Ευρωπαϊκής φυλής. Τα ζώα συμμετείχαν σε επτά διαφορετικές ομάδες ανάλογα με το είδος της ηρέμησης πουέλαβαν. Όλα τα ζώα έλαβαν μία αρχική δόση δεξμεδετομιδίνης ενδομυϊκά. Η αρχική χορήγηση της δεξμεδετομιδίνης, ακολουθήθηκε από την ενδομυϊκή χορήγηση μιας επαναληπτικής δόσης δεξμεδετομιδίνης ή από την χορήγηση βουτορφανόλης, βουπρενορφίνης, τραμαδόλης, μιδαζολάμης, κεταμίνης ή φυσιολογικού ορού. Ο βαθμός καταστολής αξιολογήθηκε με τη χρήση της κλίμακας ηρέμησης του Grint, ενώ η ποιότητα της ανάνηψης με την απλή περιγραφική κλίμακα των Lozano et al. και την κλίμακα ποιότητας ανάνηψης των Sams et al. Για την αξιολόγηση της ασφάλειας των χορηγούμενων φαρμάκων, πραγματοποιήθηκαν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις καρδιακής και αναπνευστικής συχνότητας, 155γλυκόζης, καρδιακής τροπονίνης I (cTnI) και κρεατινίνης, καθώς και επαναλαμβανόμενες αναλύσεις αερίων αρτηριακού αίματος στην περίπτωση των σκύλων ή φλεβικού αίματος στην περίπτωση των γατών. Για τη στατιστική ανάλυσητων δεδομένων χρησιμοποιήθηκε ένα μοντέλο ποσοτικής παλινδρόμησης και πολυεπίπεδα παραμετρικά μοντέλα επιβίωσης, καθώς και τα τεστ Wilcoxon και paired t–test. Στις γάτες του πειραματισμού η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δεξμεδετομιδίνης και ο συνδυασμός δεξμεδετομιδίνης με βουτορφανόλη ή με κεταμίνη ενίσχυσε το επίπεδο και τη διάρκεια καταστολής. Η χορήγηση της μιδαζολάμης επηρέασε αρνητικά την αρχική καταστολή της δεξμεδετομιδίνης και καθυστέρησε την ανάνηψη. Οι συνδυασμοί φαρμάκων που χορηγήθηκαν δεν επηρέασαν την οξεοβασική ισορροπία, τους ηλεκτρολύτες, τη νεφρική και τηνκαρδιακή λειτουργία. Η αναπνευστική συχνότητα και η μερική πίεση οξυγόνουμειώθηκαν σημαντικά με τη χορήγηση της δεξμεδετομιδίνης σε συνδυασμό με τα οπιοειδή, αλλά οι τιμές παρέμειναν εντός φυσιολογικών ορίων. Η χορήγηση των συνδυασμών φαρμάκων αύξησαν σημαντικά τις τιμές γλυκόζης και υπήρξε σημαντική μείωση στις τιμές του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης, αλλά εντός φυσιολογικών ορίων.Στους σκύλους του πειραματισμού η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δεξμεδετομιδίνης δεν βελτίωσε την ποιότητα ή τη διάρκεια της καταστολής. Αντίθετα, η ηρεμιστική δράση της δεξμεδετομιδίνης ενισχύθηκε με την προσθήκη των οπιοειδών. Η χορήγηση μιδαζολάμης ή κεταμίνης επηρέασε αρνητικά την αρχική καταστολή και την ποιότητα ανάνηψης. Παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στις τιμέςκαρδιακής και αναπνευστικής συχνότητας, καθώς και στις τιμές της μερικής πίεσης οξυγόνου, αλλά εντός φυσιολογικών ορίων. Οι συγκεντρώσεις καρδιακής τροπονίνης και κρεατινίνης δεν επηρεάστηκαν. Η χορήγηση της δεξμεδετομιδίνης αύξησε σημαντικά τις συγκεντρώσεις γλυκόζης. Η υπεργλυκαιμική δράση της δεξμεδετομιδίνης μετριάστηκε με τη χορήγηση οπιοειδών και μιδαζολάμης. Η χορήγηση των συνδυασμών φαρμάκων μείωσε τις συγκεντρώσεις αιματοκρίτη και αιμοσφαιρίνης, ενώ παρέμειναν εντός φυσιολογικών ορίων. Η χορήγηση συμπληρωματικού οξυγόνου μπορεί να είναι ευεργετική κατά τη χορήγηση ηρεμιστικών πρωτοκόλλων που περιλαμβάνουν δεξμεδετομιδίνη. Λόγω αλλαγών στις συγκεντρώσεις γλυκόζης και αιματοκρίτη, δεν συνιστάται η χορήγηση των παραπάνω πρωτοκόλλων σε γάτες ή σκύλους με προυπάρχουσα υπεργλυκαιμία ή αναιμία

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇