Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    The protection of personal data in the context of clinical trials by virtue of the EU legal framework

    No full text
    Τhe present PhD dissertation focuses on the most critical legal issues concerning the protection of personal data in the context of clinical trials, by virtue of the EU legal framework. In particular, the dissertation examines the interplay between the General Data Protection Regulation (GDPR) and the EU Clinical Trials Regulation (Regulation 2014/536), in order to shed light on legal inquiries arising during the conduct of the complex and multipart procedure of a clinical trial, such as the role of the Sponsor and the Investigator in terms of data processing (Controller-Processor), the application of GDPR data protection standards in the international clinical research environment, the exercise of data subjects’ rights by a clinical trial “study subject”, as well as the appropriate legal basis for the primary and secondary use of personal data, namely for purposes serving the clinical trial protocol, as well as for research purposes outside and beyond the latter. In addition, this PhD dissertation approaches modern aspects of clinical research, such as the decentralization of clinical trials through the use of e-health apps, as well as the effect, the prospects and the dangers of implementing AI technologies in clinical trials, considering also the new EU legal framework of the AI Act (Regulation 2024/1689). Finally, the recent EU legislative initiatives of the European Health Data Space and “data altruism”, as introduced by the EU Data Governance Act are being analyzed, in order to examine the obligations deriving for clinical research parties under this new data sharing framework of electronic health data, but also to provide insights on the prospects of creating an EU digital market of health data for the future of clinical research.Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται τα κρισιμότερα νομικά ζητήματα που άπτονται της προστασίας προσωπικών δεδομένων στις κλινικές δοκιμές φαρμάκων, από τη σκοπιά του ευρωπαϊκού δικαίου και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της πολυσύνθετης και πολύ-συμμετοχικής διαδικασίας μιας κλινικής δοκιμής. Ειδικότερα, στη διατριβή διερευνάται η αλληλεπίδραση του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων ΕΕ 2016/679 (ΓΚΠΔ) με τον Κανονισμό για τις Κλινικές Δοκιμές Φαρμάκων ΕΕ 2014/536, προκειμένου να απαντηθούν νομικά ερωτήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της εκπόνησης μιας κλινικής δοκιμής, όπως είναι ο ρόλος του Χορηγού και του Ερευνητή σε σχέση με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (υπεύθυνος-εκτελών την επεξεργασία), εάν και πώς διασφαλίζεται το επίπεδο προστασίας που επιβάλλει ο ΓΚΠΔ στο διεθνοποιημένο ερευνητικό περιβάλλον της κλινικής δοκιμή, ποια είναι τα δικαιώματα του συμμετέχοντος σε αυτήν ως «υποκειμένου των δεδομένων», καθώς και ποια είναι η κατάλληλη νομική βάση επεξεργασίας των δεδομένων που συλλέγονται σε μια κλινική δοκιμή, προκειμένου αυτά να αξιοποιηθούν εντός του πλαισίου αυτής (κύρια χρήση των δεδομένων), αλλά και για δευτογενείς ερευνητικούς σκοπούς (δευτερεύουσα χρήση των δεδομένων). Επιπλέον, στην παρούσα διατριβή προσεγγίζονται σύγχρονα θέματα που απασχολούν την κλινική έρευνα, όπως είναι η «αποκέντρωση» της κλινικής δοκιμής με τη χρήση μέσων και εφαρμογών ηλεκτρονικής υγείας, αλλά και η επίδραση, οι προοπτικές και οι κίνδυνοι από την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσφατο ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act-Κανονισμός 2024/1689). Τέλος, αντικείμενο ανάλυσης αποτελούν και οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες της ΕΕ γύρω από την υποχρεωτική κοινοχρησία των ηλεκτρονικών δεδομένων υγείας αφενός και τον εθελοντικό διαμοιρασμό των δεδομένων («αλτρουισμός των δεδομένων) αφετέρου, που εισάγονται αντίστοιχα με τον Κανονισμό ΕΕ 2025/327 για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Δεδομένων για την Υγεία και την Πράξη για τη Διακυβέρνηση των Δεδομένων (Κανονισμός 2022/868), προκειμένου να διερευνηθούν οι επιπτώσεις, οι νέες υποχρεώσεις αλλά και η σημασία της δημιουργίας μιας νέας ψηφιακής αγοράς δεδομένων υγείας στην ΕΕ για το μέλλον της κλινικής έρευνας

    Τροχιές παραγόντων του τρόπου ζωής και της ψυχικής υγείας σε συνάρτηση με την 20ετή επίπτωση καρδιαγγειακής νόσου: μελέτη ΑΤΤΙΚΗ, 2002–2022

    No full text
    Background: A plethora of studies has extensively assessed which factors are related to cardiovascular diseases (CVD). Notwithstanding, studies that evaluate factors that might change –or need to change– overtime are scarce. Aim: The aim of this PhD dissertation was to evaluate CVD risk and burden associated with clinical, lifestyle and psychological factors, their trajectories (i.e., dynamic long-term changes) during a 20-year period, and overall lifestyle patterns. Material and methods: The ATTICA cohort study was initiated in 2002, and had 3 follow-up assessments (in 2006, 2012, 2022). From the 3,042 initially free-of-CVD participants, 1,988 (mean age: 45±14 years, 49.7% male) were assessed at the 20-year follow-up. Fatal/non-fatal CVD events were assessed at all time-points, according to WHO-ICD-10, by trained health professionals. Socio-demographic, clinical, biochemical, anthropometric, lifestyle and psychological characteristics were also assessed. The burden of risk factors (studied for individual factors or lifestyle patterns) was estimated with the appropriate fractions (i.e., attributable or prevented fractions). Results: Twenty-year CVD incidence was 36.12% (n=718, males: 40.22%, females: 32.07%, p-for-sex-difference<0.001). It was found that 6% of CVD burden was attributable to chronic kidney disease, 30% to increased weight during 2002–2022 (23% to overweight, 7.2% to obesity), while 30% of burden was prevented by maintaining a normal body weight, and 32% by being close to the Mediterranean diet during 2002–2022. An unhealthy lifestyle pattern (lower socioeconomic status, urban living, increased body weight, clinical, psychological, and unhealthy lifestyle conditions) explained 82% of CVD cases. Lifestyle patterns with different combinations of healthy and unhealthy factors had varying effects, which depended on the risk factors. Cardioprotective associations were observed for various definitions of a healthy diet, namely the Mediterranean diet (observed for those who were always or initially close to the Mediterranean diet, even if adherence was not sustained in the long-term), the planetary healthy EAT-Lancet reference diet, a healthy and adequate diet defined by Global Diet Quality Score (GDQS) or a nutrient profiling system (Food Compass Score). Notably, sleep duration modified the relationship between Mediterranean diet and CVD. Moreover, consumption of unhealthy foods (assessed via GDQS–) was not associated with CVD risk. Animal products were associated with diverse CVD risks, depending on the animal product and the participants’ background habits. Higher anxiety and depressive symptom scores were associated with an increased risk of developing CVD. Improving smoking or physical activity habits was linked to a 58% and 64% reduced CVD risk, while weight-loss and amelioration of dietary habits was not associated with CVD risk. Conclusions: Cumulatively, this PhD thesis supports a people-centered, life-course, and truly individualized approach to CVD prevention. Future research, public health strategies, and clinical practice to ameliorate cardiovascular health, would merit from targeting the overall lifestyle patterns of individuals. Managing metabolic risk factors with the appropriate medications, tackling increased weight and unhealthy dietary habits as early in life as possible, and recommending quitting smoking and initiating physically activity at any given moment would, inevitably and synergistically, result in better population health and potentially better CVD prognosis.Εισαγωγή: Πληθώρα μελετών έχει αξιολογήσει εκτενώς τους παράγοντες που σχετίζονται με τα καρδιαγγειακά νοσήματα (ΚΑΝ). Παρ’ όλα αυτά, οι μελέτες που εξετάζουν παράγοντες που ενδέχεται να αλλάξουν –ή πρέπει να αλλάξουν– με την πάροδο του χρόνου είναι σπάνιες. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η αξιολόγηση του κινδύνου και της επιβάρυνσης της ΚΑΝ που σχετίζονται με κλινικούς, συμπεριφορικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, τις τροχιές τους (δηλαδή, τις δυναμικές μακροπρόθεσμες αλλαγές) κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 20 ετών, καθώς και τα συνολικά πρότυπα τρόπου ζωής. Υλικό και μέθοδοι: Η προοπτική μελέτη ΑΤΤΙΚΗ ξεκίνησε το 2002 και περιλάμβανε 3 επαναξιολογήσεις (το 2006, 2012, 2022). Από τους 3.042 αρχικά ελεύθερους από ΚΑΝ συμμετέχοντες, 1.988 (μέση ηλικία: 45±14 έτη, 49,7% άνδρες) αξιολογήθηκαν στην 20ετή παρακολούθηση. Θανατηφόρα/μη θανατηφόρα επεισόδια ΚΑΝ καταγράφηκαν σε όλες τις χρονικές στιγμές, σύμφωνα με τα κριτήρια WHO-ICD-10, από εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας. Επίσης, αξιολογήθηκαν κοινωνικοδημογραφικά, κλινικά, βιοχημικά, ανθρωπομετρικά, συμπεριφορικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Η επιβάρυνση των παραγόντων κινδύνου (είτε μεμονωμένων παραγόντων είτε προτύπων τρόπου ζωής) εκτιμήθηκε με τα κατάλληλα κλάσματα (αποδοτέο ή προληπτικό κλάσμα). Αποτελέσματα: Η 20ετής επίπτωση ΚΑΝ ήταν 36,12% (ν=718, άνδρες: 40,22%, γυναίκες: 32,07%, p<0,001). Διαπιστώθηκε ότι το 6% της επιβάρυνσης της ΚΑΝ αποδόθηκε στη χρόνια νεφρική νόσο, το 30% στο αυξημένο βάρος κατά την περίοδο 2002–2022 (23% στην υπερβαρότητα, 7,2% στην παχυσαρκία), ενώ το 30% της επιβάρυνσης προλήφθηκε με τη διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και το 32% με την προσκόλληση στη Μεσογειακή διατροφή κατά την περίοδο 2002–2022. Ένα ανθυγιεινό πρότυπο ζωής (χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, διαβίωση σε αστικό περιβάλλον, αυξημένο σωματικό βάρος, κλινικές, ψυχολογικές και ανθυγιεινές συνήθειες τρόπου ζωής) εξήγησε το 82% των περιστατικών ΚΑΝ. Τα πρότυπα τρόπου ζωής με διαφορετικούς συνδυασμούς υγιεινών και ανθυγιεινών παραγόντων είχαν ποικίλες επιδράσεις, ανάλογα με τους παράγοντες κινδύνου. Καρδιοπροστατευτικές συσχετίσεις παρατηρήθηκαν για διάφορους ορισμούς υγιεινής διατροφής, όπως η Μεσογειακή διατροφή (σε όσους ήταν πάντα ή αρχικά κοντά στη Μεσογειακή διατροφή, ακόμη και αν η προσκόλληση δεν διατηρήθηκε μακροπρόθεσμα), η υγιεινή για τον πλανήτη διατροφή EAT-Lancet, μια υγιεινή και επαρκής διατροφή όπως ορίζεται από το Global Diet Quality Score (GDQS) ή ένα σύστημα βαθμολόγησης τροφίμων (Food Compass Score). Αξιοσημείωτα, η διάρκεια ύπνου τροποποίησε τη σχέση μεταξύ Μεσογειακής διατροφής και ΚΑΝ. Επιπλέον, η κατανάλωση ανθυγιεινών τροφίμων (εκτίμηση μέσω GDQS–) δεν συσχετίστηκε με τον κίνδυνο ΚΑΝ. Τα ζωικά προϊόντα συσχετίστηκαν με διαφορετικούς κινδύνους ΚΑΝ, ανάλογα με το ζωικό τρόφιμο και τις συνήθειες των συμμετεχόντων. Υψηλότερες βαθμολογίες άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΚΑΝ. Η βελτίωση των συνηθειών καπνίσματος ή της σωματικής δραστηριότητας συνδέθηκε με μείωση του κινδύνου ΚΑΝ κατά 58% και 64% αντίστοιχα, ενώ η απώλεια βάρους και η βελτίωση των διατροφικών συνηθειών δεν συσχετίστηκαν με τον κίνδυνο ΚΑΝ. Συμπεράσματα: Συνολικά, η παρούσα διδακτορική διατριβή υποστηρίζει μια ανθρωποκεντρική, δια βίου και πραγματικά εξατομικευμένη προσέγγιση στην πρόληψη των ΚΑΝ. Μελλοντική έρευνα, στρατηγικές δημόσιας υγείας και κλινική πρακτική για τη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας θα ωφελούνταν από την εστίαση στα συνολικά πρότυπα τρόπου ζωής των ατόμων. Η διαχείριση των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου με τα κατάλληλα φάρμακα, η αντιμετώπιση της αύξησης βάρους και των ανθυγιεινών διατροφικών συνηθειών όσο το δυνατόν νωρίτερα στη ζωή, καθώς και η σύσταση διακοπής του καπνίσματος και έναρξης σωματικής δραστηριότητας σε οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή, θα οδηγήσουν, αναπόφευκτα και συνεργιστικά, σε καλύτερη υγεία του πληθυσμού και ενδεχομένως σε καλύτερη πρόγνωση των ΚΑΝ

    Εξέλιξη της υποκλινικής αθηρωμάτωσης και των κεντρικών αιμοδυναμικών παραμέτρων σε ασθενείς με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο

    No full text
    Background/Aims: Cardiovascular disease (CVD) is the leading cause of morbidity and mortality in patients with antiphospholipid syndrome (APS). Atherosclerosis plays the central role in CVD pathophysiology and increased arterial stiffness (ArS) further deteriorates vascular health. Increased prevalence of subclinical atherosclerosis has been described in patients with APS, but the progression of this phenomenon had not been studied before. Although ArS has emerged as an independent prognostic factor for future CVD events, limited data were available for ArS characteristics in the APS population. In this dissertation, we aimed to examine ArS and progression of subclinical atherosclerosis in APS patients. We compared the results of APS patients with those derived from healthy controls (HC), but also from patients with diabetes mellitus (DM), a disease with well-established high CVD risk. We also sought for factors that influence subclinical atherosclerosis process and ArS in APS. Methods: Patients with thrombotic APS, fulfilling the revised Sapporo criteria for definite APS, that are followed-up in the Rheumatology Unit of the First Department of Propaedeutic Internal Medicine (Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Greece) were considered for eligibility. Patients with both primary APS (PAPS) and patients with concomitant systemic lupus erythematosus (SLE, SLE-APS) were recruited. APS patients with known history of atherosclerotic CVD, isolated obstetric APS, concomitant DM, history of other autoimmune disorder, chronic kidney disease (CKD) of stage V, pregnancy, active infection or malignancy were excluded. APS individuals were matched 1:1:1 for age and sex with patients with DM, followed-up in the Diabetes Center of the same Department, and healthy subjects. From 2012 to 2016, 86 APS patients and same number of age- and sex-matched DM patients and HC underwent a baseline ultrasound of carotid and femoral arteries to examine for atherosclerotic plaques presence. We prospectively invited all participants after 3 and 7 years for a follow-up ultrasound evaluation to record the development of new atherosclerotic plaques.From 2012 to 2022, we cross-sectionally enrolled 110 APS patients and equal number of age- and sex-matched DM patients and healthy individuals to investigate ArS, by measuring carotid-femoral pulse wave velocity (cfPWV) and augmentation index (AIx) corrected to 75 beats per minute (AIx@75), using the Sphygmocor device. In the same visit, ultrasound of carotid and femoral arteries was also conducted in order to detect possible subclinical atherosclerosis. In all visits, demographic, clinical and laboratory data were recorded. Multivariate regression analyses were performed to compare atherosclerotic plaque progression and ArS markers between APS, DM and HC groups, after adjusting for several possible confounding factors. Within the group of APS patients, we also sought for parameters that are associated with enhanced atherosclerosis progression or increased ArS, by applying multivariate regression models. Results: A total of 205 participants were included in the 3-year follow-up atherosclerosis progression study: 74 APS patients (38 with PAPS, 36 with SLE-APS), 58 DM patients and 73 HC. At the follow-up visit, new atherosclerotic plaques were observed in 25.7% of APS patients, 24.1% of DM patients and 11% of HC. After adjusting for traditional CVD risk factors (CVRFs) and baseline plaque presence, patients with APS demonstrated a 3.3-fold increased risk for atherosclerosis progression compared to healthy subjects (OR=3.30 [1.12-9.75], p=0.031), which was similar to that observed in DM patients (OR=3.45 [1.14-10.39], p=0.028). In patients with APS, risk for new plaque development was higher in SLE-APS patients versus those with PAPS (OR=7.75, p=0.038) and was independently associated with traditional CVRFs presence (OR=2.31, p=0.008), as expressed by the Systematic COronary Risk Evaluation score (SCORE). Sixty-four APS patients (75% females, 43.8% with primary APS), 58 DM patients and 66 healthy individuals were re-evaluated in the 7-year ultrasound visit. Compared to the baseline examination, new atherosclerotic plaque was detected in 51.6%, 36.2% and 25.8% of APS, DM and HC, respectively. After adjusting for the number of traditional CVRFs and for the presence of subclinical atherosclerosis at baseline, APS patients showed a 3-fold (OR=3.07, p=0.007) higher risk for atherosclerosis progression compared to HC and 2-fold (OR=2.25, p=0.047) higher risk than patients with DM. In multivariate analysis within the APS population, new plaque formation was independently associated with concomitant SLE diagnosis (OR=7.78, p=0.005) and the number of prevalent CVRFs at baseline (OR=3.02, p=0.002). Sustained attainment of low-density lipoprotein (LDL) target independently reduced the risk of plaque progression during the 7-year follow-up (OR=0.34, p=0.021). We examined ArS in 110 patients with APS (70.9% female, mean age 45.4 years), 110 DM patients and 110 HC. After adjusting for age, sex, CVRFs and atherosclerotic plaque presence, APS patients showed similar cfPWV (beta=-0.142, 95% CI: -0.514, 0.230, p=0.454) but increased AIx@75 (beta=4.525, 95% CI: 1.372, 7.677, p=0.005) compared to healthy subjects, while they exhibited lower cfPWV (beta=-0.863, 95% CI: -1.223, -0.500, p<0.001) but similar AIx@75 (beta=2.046, 95% CI: -1.040, 5.132, p=0.193) to patients with DM. In multivariate analysis in the APS population, cfPWV was independently associated with age (beta=0.056, 0.034-0.078, p<0.001), mean arterial pressure (MAP) (beta=0.070, 0.043-0.097, p<0.001), atherosclerotic plaques in femoral arteries (beta=0.732, 0.053-1.411, p=0.035) and positivity for anti-β2GPI IgM (beta=0.696, 0.201-1.191, p=0.006). AIx@75 was independently related with age (beta=0.334, 0.117-0.551, p=0.003), female sex (beta=7.447, 2.312-12.581, p=0.005) and MAP (beta=0.425, 0.187-0.663, p=0.001). Conclusions: Patients with APS exhibit enhanced subclinical atherosclerosis progression and increased ArS compared to healthy individuals, in a degree comparable or even greater than DM patients. APS is a disorder with per se increased CVD burden and APS patients, especially those with concomitant SLE and prevalent traditional CVRFs, could be considered as of high CVD risk, like patients with DM. Τhe implementation of vascular ultrasound and ArS measurement in clinical practice will probably help to recognize APS patients with masked high CVD risk, who would benefit from prompt therapeutic intervention. Efficient LDL target attainment successfully decelerates new atherosclerotic plaque formation in APS patients. Regular screening of traditional CVRFs and strict CVRFs management strategies are eminent for effective CVD prevention in the high-risk population of APS patients.Υπόβαθρο/Σκοπός: Η καρδιαγγειακή νόσος είναι η κύρια αιτία νοσηρότητας και θνητότητας στους ασθενείς με Αντιφωσφολιπιδικό Σύνδρομο (ΑΦΣ). Η αθηροσκλήρυνση παίζει κεντρικό ρόλο στην παθοφυσιολογία των καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ η αυξημένη αρτηριακή σκληρία (ΑΣ) επιδεινώνει περαιτέρω το καρδιαγγειακό σύστημα. Στους ασθενείς με ΑΦΣ έχει περιγραφεί αυξημένος επιπολασμός υποκλινικής αθηροσκλήρυνσης, αλλά έως τώρα δεν είχε μελετηθεί η εξέλιξη αυτού του φαινομένου. Παρόλο που η ΑΣ έχει αναδειχθεί ως ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για μελλοντικά καρδιαγγειακά συμβάματα, στον πληθυσμό των ασθενών με ΑΦΣ υπάρχουν περιορισμένα μόνο δεδομένα για τα χαρακτηριστικά της ΑΣ. Σε αυτή τη διατριβή, στοχεύσαμε να εξετάσουμε την εξέλιξη της υποκλινικής αθηροσκλήρυνσης και να αξιολογήσουμε την ΑΣ στους ασθενείς με ΑΦΣ. Συγκρίναμε τα αποτελέσματα των ασθενών με ΑΦΣ με εκείνα από υγιείς μάρτυρες, αλλά και από ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ), μια νόσο με αποδεδειγμένα υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Επίσης, αναζητήσαμε πιθανούς παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη της αθηροσκλήρυνσης και την ΑΣ στην ομάδα των ασθενών με ΑΦΣ.Μέθοδοι: Συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με θρομβωτικό ΑΦΣ, που πληρούν τα αναθεωρημένα κριτήρια ταξινόμησης κατά Sapporo, και οι οποίοι παρακολουθούνται στη Ρευματολογική Μονάδα της Α ́ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Επιλέχθηκαν ασθενείς τόσο με πρωτοπαθές ΑΦΣ (ΠΑΦΣ) όσο και ασθενείς με συνοδό Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (ΣΕΛ, ΣΕΛ-ΑΦΣ). Οι ασθενείς με ΑΦΣ και γνωστό ιστορικό αθηροσκληρυντικής καρδιαγγειακής νόσου, μεμονωμένου μαιευτικού ΑΦΣ, συνοδού Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ), ιστορικού άλλων αυτοάνοσων διαταραχών, χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) σταδίου V, ενεργού λοίμωξης ή κακοήθειας ή εγκυμοσύνης αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Τα άτομα με ΑΦΣ αντιστοιχίστηκαν με αναλογία 1:1:1 ως προς ηλικία και φύλο με ασθενείς με ΣΔ, οι οποίοι παρακολουθούνται στη Μονάδα ΣΔ της ίδιας κλινικής, καθώς και με υγιείς μάρτυρες.Από το 2012 έως το 2016, 86 ασθενείς με ΑΦΣ, 86 ασθενείς με ΣΔ και 86 υγιείς μάρτυρες, ίδιας ηλικίας και φύλου, είχαν υποβληθεί σε υπερηχογράφημα καρωτίδων και μηριαίων αρτηριών με σκοπό την ανάδειξη αθηρωματικών πλακών. Όλοι οι συμμετέχοντες προσκλήθηκαν, προοπτικά, μετά από 3 και 7 χρόνια σε νέα υπερηχογραφική αξιολόγηση, για την καταγραφή της πιθανής ανάπτυξης νέων αθηρωματικών πλακών. Από το 2012 έως το 2022, διερευνήσαμε συγχρονικά την ΑΣ σε 110 ασθενείς με ΑΦΣ, 110 ασθενείς με ΣΔ και 110 υγιείς μάρτυρες, αντιστοιχισμένους ως προς ηλικία και φύλο. Χρησιμοποιώντας τη συσκευή Sphygmocor καταγράψαμε την καρωτιδομηριαία ταχύτητα παλμικού κύματος (carotid-femoral pulse wave velocity, cfPWV) και τον δείκτη επαύξησης (augmentation index, AIx) προσαρμοσμένο σε καρδιακή συχνότητα 75 παλμών ανά λεπτό (AIx@75). Στην ίδια επίσκεψη πραγματοποιήθηκε επίσης υπερηχογράφημα καρωτίδων και μηριαίων αρτηριών για την ανίχνευση πιθανής υποκλινικής αθηροσκλήρυνσης. Σε όλες τις επισκέψεις καταγράφηκαν δημογραφικά, κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα. Πραγματοποιήθηκαν πολυπαραγοντικές αναλύσεις παλινδρόμησης, με προσαρμογή ως προς πολλαπλούς πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, για τη σύγκριση της εξέλιξης της αθηροσκλήρυνσης και των δεικτών ΑΣ μεταξύ των 3 ομάδων (ΑΦΣ, ΣΔ και υγιών μαρτύρων). Ειδικά για τους ασθενείς με ΑΦΣ, εφαρμόζοντας πολυπαραγοντικά μοντέλα, αναζητήσαμε παραμέτρους που ευοδώνουν την εξέλιξη της αθηροσκλήρυνσης ή σχετίζονται με αυξημένη ΑΣ. Αποτελέσματα: Συνολικά 205 συμμετέχοντες συμπεριλήφθηκαν στην 3ετή προοπτική μελέτη παρακολούθησης της εξέλιξης της αθηροσκλήρυνσης: 74 ασθενείς με ΑΦΣ (38 με πρωτοπαθή ΑΦΣ, 36 με ΣΕΛ-ΑΦΣ), 58 ασθενείς με ΣΔ και 73 υγιείς μάρτυρες. Κατά τη δεύτερη επίσκεψη (3 έτη), νέες αθηρωματικές πλάκες παρατηρήθηκαν στο 25,7% των ασθενών με ΑΦΣ, στο 24,1% των ασθενών με ΣΔ και στο 11% υγιών μαρτύρων. Μετά από προσαρμογή για την παρουσία παραδοσιακών παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου (ΠΚΚ) και την παρουσία αθηρωματικής πλάκας κατά την αρχική εκτίμηση, οι ασθενείς με ΑΦΣ επέδειξαν 3,3 φορές αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της αθηροσκλήρυνσης σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες (OR=3.30 [1.12-9.75], p=0.031), ο οποίος ήταν παρόμοιος με αυτόν που παρατηρήθηκε στους ασθενείς με ΣΔ (OR=3.45 [1.14-10.39], p=0.028). Σε ασθενείς με ΑΦΣ, ο κίνδυνος ανάπτυξης νέας αθηρωματικής πλάκας ήταν υψηλότερος στους ασθενείς με ΣΕΛ-ΑΦΣ έναντι εκείνων με ΠΑΦΣ (OR=7.75, p=0.038) και συσχετίστηκε ανεξάρτητα με την παρουσία παραδοσιακών ΠΚΚ (OR=2.31, p=0.008), όπως εκφράστηκε από το δείκτη Systematic COronary Risk Evaluation (SCORE).Εξήντα τέσσερις ασθενείς με ΑΦΣ (75% γυναίκες, 43,8% με ΠΑΦΣ), 58 ασθενείς με ΣΔ και 66 υγιή άτομα επαναξιολογήθηκαν στην 7ετή προοπτική μελέτη εξέλιξης της υποκλινικής αθηροσκλήρυνσης. Σε σύγκριση με την αρχική εκτίμηση, νέα αθηρωματική πλάκα κατά την επανεκτίμηση στα 7 έτη ανιχνεύθηκε στο 51,6% των ασθενών με ΑΦΣ, στο 36,2% των διαβητικών ασθενών και στο 25,8% των υγιών μαρτύρων. Μετά από προσαρμογή ως προς τον αριθμό των παραδοσιακών ΠΚΚ και την παρουσία υποκλινικής αθηροσκλήρυνσης κατά την έναρξη της μελέτης, οι ασθενείς με ΑΦΣ εμφάνισαν 3 φορές αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της αθηροσκλήρυνσης σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες (OR=3.07, p=0.007) και διπλάσιο σε σχέση με τους ασθενείς με ΣΔ (OR=2.25, p=0.047). Σε πολυπαραγοντική ανάλυση στον πληθυσμό των ασθενών με ΑΦΣ, ο σχηματισμός νέας πλάκας συσχετίστηκε ανεξάρτητα με συνυπάρχοντα ΣΕΛ (OR=7.78, p=0.005) και με τον αριθμό των ΠΚΚ που είχε ο ασθενής κατά την αρχική εκτίμηση (OR=3.02, p=0.002). Η σταθερή επίτευξη του θεραπευτικού στόχου της λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL) κατά τη διάρκεια της 7ετούς παρακολούθησης μείωσε δραστικά τον κίνδυνο εξέλιξης της πλάκας (OR=0.34, p=0.021). Μελετήσαμε συγχρονικά την ΑΣ σε 110 ασθενείς με ΑΦΣ (70,9% γυναίκες, με μέση ηλικία 45,4 έτη), 110 ασθενείς με ΣΔ και 110 υγιείς μάρτυρες. Μετά από προσαρμογή ως προς ηλικία, φύλο, ΠΚΚ και την παρουσία αθηρωματικής πλάκας, οι ασθενείς με ΑΦΣ εμφάνισαν παρόμοια cfPWV (β=-0.142, 95% CI: -0.514, 0.230, p=0.454) αλλά αυξημένο AIx@75 (β=4.525, 95% CI: 1.372, 7.677, p=0.005) σε σύγκριση με υγιή άτομα, ενώ εμφάνισαν χαμηλότερη cfPWV (β=-0.863, 95% CI: -1.223, -0.500, p<0.001) αλλά παρόμοιο AIx@75 (β=2.046, 95% CI: -1.040, 5.132, p=0.193) σε σχέση με τους ασθενείς με ΣΔ. Σε πολυπαραγοντική ανάλυση στον πληθυσμό των ασθενών με ΑΦΣ, η cfPWV συσχετίστηκε ανεξάρτητα με την ηλικία (β=0.056, 0.034-0.078, p<0.001), τη μέση αρτηριακή πίεση (MAΠ) (β=0.070, 0.043-0.097, p<0.001), την παρουσία αθηρωματικών πλακών στις μηριαίες αρτηρίες (β=0.732, 0.053-1.411, p=0.035) και την παρουσία αντι-β2GPI IgM αντισωμάτων (β=0.696, 0.201-1.191, p=0.006). Ο AIx@75 σχετίστηκε ανεξάρτητα με την ηλικία (β=0.334, 0.117-0.551, p=0.003), το γυναικείο φύλο (β=7.447, 2.312-12.581, p=0.005) και τη MAΠ (β=0.425, 0.187-0.663, p=0.001). Συμπεράσματα: Οι ασθενείς με ΑΦΣ εμφανίζουν επιτάχυνση της εξέλιξης της υποκλινικής αθηροσκλήρυνσης και αυξημένη ΑΣ σε σύγκριση με υγιή άτομα, σε βαθμό συγκρίσιμο ή και μεγαλύτερο από τους ασθενείς με ΣΔ. Το ΑΦΣ είναι μια νόσος με εγγενώς αυξημένη καρδιαγγειακή παθολογία και οι ασθενείς με ΑΦΣ, ιδίως εκείνοι με συνυπάρχοντες κλασσικούς ΠΚΚ και εκείνοι με ΣΕΛ-ΑΦΣ, μπορούν να θεωρηθούν ως υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως ισχύει για τους ασθενείς με ΣΔ. Η εφαρμογή του υπερηχογραφήματος αγγείων και της μέτρησης της ΑΣ στην κλινική πράξη μπορεί να συμβάλλει στην ανάδειξη ασθενών με ΑΦΣ αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου, οι οποίοι χρήζουν άμεσης θεραπευτικής παρέμβασης. Η επίτευξη του θεραπευτικού στόχου της LDL επιβραδύνει επιτυχώς το σχηματισμό νέων αθηρωματικών πλακών στους ασθενείς με ΑΦΣ. Ο τακτικός και αυστηρός έλεγχος των παραδοσιακών ΠΚΚ κατέχει εξέχοντα ρόλο στην αποτελεσματική πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων στους ασθενείς με ΑΦΣ

    Assessment and management of critical infrastructure exposed to geohazards

    No full text
    The doctoral thesis aims to develop appropriate methodologies and quantitative relationships to more accurately predict the occurrences of liquefaction phenomena, as well as assess the risk they pose to critical infrastructure. This effort falls within the broader context of the assessment and management of critical infrastructure exposed to geohazards. Taking into consideration that during the current decade, the importance of geomorphological evolution in influencing the spatial distribution of seismically induced liquefaction phenomena has become increasingly recognized, the design of a methodology for detailed mapping of surficial geological formations, which would allow a more accurate qualitative and quantitative assessment of their susceptibility, was considered a particularly important step for the scientific community. The implementation of such a methodology can form the basis for rapid and cost-effective risk assessment of critical infrastructure to liquefaction phenomena and, consequently, serve as a significant tool of their resilient design. Within this framework, a process for mapping surficial geological units is initially presented, based on the use of historical data, topographic and geological maps, as well as aerial photographs and satellite imagery. Its application forms the foundation for estimating the qualitative relationships between geomorphological formations and liquefaction phenomena and enables the creation of more reliable susceptibility maps. In the present study, this method is applied to the cases of Nestos River Delta and Piniada Valley. Afterwards, aiming to quantify the relationships between surficial geological units and liquefaction phenomena, this research proposes an equation, which allows the estimation and attribution of weight values to each geomorphological formation, based on the densities of liquefaction manifestations (ejecta, lateral spreading) observed on it. Its application is achieved by using liquefaction occurrence data induced by seismic sequences at Christchurch, New Zealand (2010-2011), Damasi, Thessaly (2021) and Kahramanmaraş, Turkey (2023). As the highest density values are recorded in the deposits of the inner part of meanders, characterized as point bar formations, research extends to the identification and mapping of their heterogeneity types (I-IV), while the application of the proposed equation results in the assessment of their relationships with the liquefaction manifestations (ejecta, lateral spreading). Finally, taking into account the low resilience of critical infrastructure to liquefaction phenomena, a methodology focusing on the estimation of risk and vulnerability of airport facilities is proposed. Highlighting the significance of the accurate liquefaction susceptibility assessment for estimating expected permanent ground displacements (PGD) in airports, this methodology consists of two phases. According to the first one, a workflow is provided for creating both a map of surficial geology and a liquefaction susceptibility map, while following the steps described in the second phase, the probability of liquefaction phenomena, the expected permanent ground displacements (PGD), the vulnerability and the total losses of the airport infrastructure are estimated. This methodology was applied at Kavala International Airport (KVA, Greece), while its validation was conducted using data from Oakland International Airport (OAK, USA), Boeing Field (BFI, USA), and Hatay Airport (HTY, Turkey). In conclusion, a large number of produced outcomes is generated through this doctoral thesis, categorized as follows:(1) A methodology for mapping the formations of surficial geology, (2) Maps depicting the surficial geology of Nestos River delta (Greece), Piniada Valley (Greece) and section of Orontes Valley (Turkey), (3) Liquefaction susceptibility maps of Nestos River Delta (Greece) and Piniada Valley (Greece), (4) An inventory of liquefaction manifestations occurred by the 2023 Kahramanmaraş earthquake in Turkey in a section of Orontes Valley (Turkey), (5) Maps depicting the lithological heterogeneity types (I-IV) of point bar deposits in sections of Pinios (Greece), Orontes (Turkey) and Avon (New Zealand) Rivers, (6) The relationship of “Liquefaction Weight Factor (LWF)”, (7) Attribution of liquefaction weight factors for the geomorphological formations of (a) old/abandoned channels, (b) point bars and (c) floodplains, based on (i) ejecta and (ii) lateral spreading phenomena, (8) Attribution of liquefaction weight factors for the lithological heterogeneity types (I-V) of points bars, based on (a) ejecta and (b) lateral spreading phenomena, (9) Vulnerability and risk assessment methodology of airport infrastructure, (10) Maps depicting the surficial geology, the liquefaction susceptibility, the liquefaction probability and the related expected permanent ground displacements (PGD) of Kavala International Airport (KVA, Greece), (11) Estimation of expected total losses of Kavala International Airport (KVA, Greece). The methodology for mapping surface geological formations provides a more accurate and direct depiction of geomorphological features. This enables a reliable qualitative assessment of their susceptibility to liquefaction. Importantly, it does not require specialized data derived from field surveys or laboratory tests. Consequently, the maps of surficial geology of Nestos Delta, Piniada and Orontes Valleys facilitate the large-scale identification of susceptible areas and offer a more reliable delineation of zones requiring further geotechnical investigation. Furthermore, the application of the proposed weighting factor equation to study the relationship between the surficial geological units and the liquefaction phenomena allows quantification of susceptibility in the study area. As a result, the estimated weighting factors for the geomorphological formations of (1) old/abandoned meanders, (2) floodplains, (3) point bar deposits, as well as for the heterogeneous lithological types of the latter (types I–IV), can be used as empirical indicators in assessing the liquefaction susceptibility of a study region. Finally, taking into account the workflow of detailed mapping of surficial geological units and the creation of more accurate susceptibility maps, the proposed methodology for estimating the risk of critical airport infrastructure to liquefaction phenomena allows the rapid evaluation of permanent ground deformations (PGD) and the associated economic losses. Using the example of Kavala International Airport (KVA), this approach contributes to the design and implementation of effective strategies for the prevention, protection, and resilience of critical infrastructure in areas of high seismic hazard.Κίνητρο για την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής αποτέλεσε η ανάγκη ανάπτυξης κατάλληλων μεθοδολογιών και ποσοτικών σχέσεων που αποσκοπούν στην ακριβέστερη πρόβλεψη των θέσεων εμφάνισης του φαινομένου της ρευστοποίησης και στην αποτίμηση της διακινδύνευσης κρίσιμων υποδομών ως προς αυτό, στο πλαίσιο αξιολόγησης και διαχείρισης των γεωκινδύνων σε τεχνικά έργα. Εφόσον κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας ενισχύεται όλο και περισσότερο η σημασία της γεωμορφολογικής εξέλιξης ενός περιβάλλοντος στη χωρική κατανομή των σεισμικά επαγόμενων ρευστοποιήσεων, ο σχεδιασμός μιας μεθοδολογίας λεπτομερούς χαρτογράφησης των σχηματισμών της επιφανειακής γεωλογίας, η οποία θα επιτρέπει την ακριβέστερη ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της επιδεκτικότητάς τους, κρίθηκε ως ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα για την επιστημονική κοινότητα. Η εφαρμογή αυτής μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την άμεση και οικονομική εκτίμηση της διακινδύνευσης κρίσιμων τεχνικών κατασκευών ως προς τα φαινόμενα της ρευστοποίησης και ως επακόλουθο να λειτουργήσει ως ένα σημαντικό εργαλείο στον σχεδιασμό ανθεκτικότερων κρίσιμων υποδομών. Στο πλαίσιο αυτό, στη παρούσα διδακτορική διατριβή παρουσιάζεται αρχικά μια διαδικασία χαρτογράφησης της επιφανειακής γεωλογίας, βασισμένη στην αξιοποίηση δεδομένων ιστορικών, τοπογραφικών και γεωλογικών χαρτών, καθώς επίσης και αεροφωτογραφιών και δορυφορικών εικόνων. Η εφαρμογή της αποτελεί τη βάση για την εκτίμηση των ποιοτικών σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στους γεωμορφολογικούς σχηματισμούς και τα φαινόμενα της ρευστοποίησης και προσφέρει τη δυνατότητα δημιουργίας χαρτών επιδεκτικότητας υψηλότερης αξιοπιστίας. Στη διατριβή, η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται στις περιπτώσεις του δέλτα του Νέστου και της πεδιάδας της Πηνειάδας. Στη συνέχεια, έχοντας ως στόχο την ποσοτικοποίηση των σχέσεων των σχηματισμών της επιφανειακής γεωλογίας με τα φαινόμενα της ρευστοποίησης, στην παρούσα μελέτη προτείνεται μια εξίσωση, η οποία λαμβάνοντας υπόψη την πυκνότητα της εμφάνισης φαινομένων ρευστοποίησης που παρατηρούνται σε κάθε γεωμορφολογικό σχηματισμό (εμφανίσεις αναδυόμενου υλικού, πλευρικές εξαπλώσεις επιτρέπει την ποσοτική εκτίμηση της βαρύτητάς τους. Η εφαρμογή αυτής επιτυγχάνεται με την αξιοποίηση των δεδομένων των εμφανίσεων ρευστοποιήσεων που προέκυψαν από τις σεισμικές ακολουθίες στο Christchurch της Νέας Ζηλανδίας (2010-2011), στο Δαμάσι της Θεσσαλίας (2021) και στο Kahramanmaraş της Τουρκίας (2023). Καθώς οι μεγαλύτερες πυκνότητες των ρευστοποιήσεων παρατηρούνται στις αποθέσεις του εσωτερικού κοίλου μέρους ενός μαιάνδρου, η έρευνα επεκτείνεται στην αναγνώριση και χαρτογράφηση των διαφορετικών λιθολογικών τους τύπων (Ι-ΙV), ενώ μέσω της εφαρμογής της προτεινόμενης εξίσωσης, επιτυγχάνεται η εκτίμηση των σχέσεών τους με τις επιφανειακές εμφανίσεις του φαινομένου. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τη χαμηλή ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών στα φαινόμενα της ρευστοποίησης, και συγκεκριμένα των αερολιμένων, προτείνεται μια μεθοδολογία εκτίμησης της διακινδύνευσης και της τρωτότητάς τους σε κλίμακα περιφέρειας. Τονίζοντας τη σημασία της αξιολόγησης της επιδεκτικότητας του περιβάλλοντος της κατασκευής για την εκτίμηση των αναμενόμενων αστοχιών που προκαλούνται από φαινόμενα ρευστοποίησης, η παρούσα μεθοδολογία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, παρέχεται η δυνατότητα σχεδιασμού χάρτη αποτύπωσης της επιφανειακής γεωλογίας, καθώς επίσης και του βαθμού επιδεκτικότητας των σχηματισμών που παρατηρούνται στον αερολιμένα, ενώ ακολουθώντας τα βήματα της δεύτερης φάσης εκτιμάται η πιθανότητα εκδήλωσης των φαινομένων ρευστοποίησης, των αναμενόμενων μόνιμων εδαφικών μετατοπίσεων (Permanent Ground Displacement) και τέλος της τρωτότητας και των συνολικών απωλειών της κρίσιμης υποδομής. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής πραγματοποιήθηκε στο Διεθνή Αερολιμένα Καβάλας (KVA), ενώ η επικύρωσή της βασίστηκε στις περιπτώσεις των διεθνών αεροδρομίων Oakland (OAK, Η.Π.Α), Boeing Field (BFI, Η.Π.Α) και Hatay (HTY, Τουρκία). Συμπερασματικά, η παρούσα διατριβή είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός πλήθους αποτελεσμάτων τα οποία διακρίνονται ως εξής: (1) Μεθοδολογία χαρτογράφησης των σχηματισμών της επιφανειακής γεωλογίας, (2) Χάρτες επιφανειακής γεωλογίας για τις περιοχές του Δέλτα του Νέστου, πεδιάδα της Πηνειάδας και τμήματος της κοιλάδας του ποταμού Ορόντη (Τουρκία), (3) Χάρτες επιδεκτικότητας σε φαινόμενα ρευστοποίησης για τις περιοχές του Δέλτα του Νέστου και την πεδιάδα της Πηνειάδας, (4) Αρχείο αποτύπωσης των φαινομένων ρευστοποίησης που προκλήθηκαν σε τμήμα της κοιλάδας του ποταμού Ορόντη από τον σεισμό του 2023 στο Kahramanmaraş της Τουρκίας, (5) Χάρτες των λιθολογικών τύπων ετερογένειας των αποθέσεων του εσωτερικού κοίλου μέρους των μαιάνδρων σε τμήματα των ποταμών Πηνειού (Ελλάδα), Ορόντη (Τουρκία) και Avon (Νέα Ζηλανδία), (6) Σχέση εκτίμησης συντελεστή βαρύτητας σχηματισμών σε φαινόμενα ρευστοποίησης (Liquefaction Weight Factor – LWF), (7) Απόδοση συντελεστών βαρύτητας σε φαινόμενα ρευστοποίησης των γεωμορφολογικών σχηματισμών των (α) παλαιότερων εγκαταλελειμμένων κοιτών (old/abandoned meanders), (β) αποθέσεων του εσωτερικού κοίλου μέρους των μαιάνδρων (point bars) και (γ) πλημμυρικών πεδιάδων (floodplain), με βάση (i) τις επιφανειακές εμφανίσεις αναδυόμενου υλικού (ejecta) και (ii) τα φαινόμενα πλευρικής εξάπλωσης (lateral spreading), (8) Απόδοση συντελεστών βαρύτητας σε φαινόμενα ρευστοποίησης των τύπων λιθολογικής ετερογένειας (I-IV) με βάση (α) τις επιφανειακές εμφανίσεις αναδυόμενου υλικού (ejecta) και (β) τα φαινόμενα πλευρικής εξάπλωσης (lateral spreading), (9) Μεθοδολογία εκτίμησης της τρωτότητας και διακινδύνευσης των κρίσιμων υποδομών των αεροδρομίων, (10) Χάρτες γεωμορφολογικών σχηματισμών του Διεθνούς Αερολιμένα Καβάλας (KVA), καθώς επίσης και επιδεκτικότητας, πιθανότητας και αναμενόμενων εδαφικών καθιζήσεων λόγω φαινομένων ρευστοποίησης, (11) Εκτίμηση του συνολικού κόστους απωλειών λόγω ρευστοποίησης του Διεθνούς Αερολιμένα Καβάλας (KVA). Η μεθοδολογία χαρτογράφησης των σχηματισμών της επιφανειακής γεωλογίας προσφέρει την άμεση και ακριβέστερη αποτύπωση των γεωμορφολογικών σχηματισμών και ως επακόλουθο την αξιόπιστη ποιοτική αξιολόγηση της επιδεκτικότητάς τους, χωρίς να προϋποθέτει την χρήση εξιδεικευμένων δεδομένων που προέρχονται από εργασίες πεδίου ή εργαστηριακές δοκιμές. Επομένως, οι χάρτες επιφανειακής γεωλογίας των δέλτα του Νέστου, της πεδιάδας της Πηνειάδας και της κοιλάδας του ποταμού Ορόντη επιτρέπουν τον μεγαλύτερης κλίμακας εντοπισμό των επιδεκτικών περιοχών, προσφέροντας ακόμη πιο αξιόπιστα όρια στις ζώνες που χρήζουν περαιτέρω γεωτεχνικών μελετών. Ακόμη, η εφαρμογή της σχέσης εκτίμησης των συντελεστών βαρύτητας των γεωμορφολογικών σχηματισμών ως προς τα φαινόμενα ρευστοποίησης, προσφέρει την δυνατότητα ποσοτικοποίησης της επιδεκτικότητας μιας περιοχής έρευνας. Επομένως, οι εκτιμώμενοι συντελεστές βαρύτητας των σχηματισμών των (1) παλαιότερων εγκαταλελειμμένων κοιτών (old/abandoned meanders), (2) αποθέσεων του εσωτερικού κοίλου μέρους των μαιάνδρων (point bars), (3) πλημμυρικών πεδιάδων (floodplain), καθώς επίσης και των ετερογενών λιθολογικών τύπων των δεύτερων (I-IV) μπορούν να εφαρμοστούν ως δείκτες εμπειρικών σχέσεων που αποσκοπούν στην ποσοτική εκτίμηση της επιδεκτικότητας ρευστοποίησης μιας περιοχής μελέτης. Τέλος, βασισμένη στη διαδικασία της λεπτομερούς χαρτογράφησης των γεωμορφολογικών σχηματισμών και στους ακριβέστερους χάρτες αυτών ως προς την επιδεκτικότητά τους σε φαινόμενα ρευστοποίησης, η μεθοδολογία εκτίμησης της διακινδύνευσης των κρίσιμων υποδομών των αεροδρομίων προσφέρει τη δυνατότητα της άμεσης αποτίμησης των μόνιμων εδαφικών μετατοπίσεων (PGD) και των οικονομικών απωλειών που συνδέονται με αυτές. Με ενδεικτικό το παράδειγμα του Διεθνούς Αερολιμένα Καβάλας (KVA), αποτελεί μια μέθοδο που συμβάλλει στον σχεδιασμό και την εφαρμογή αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης, προστασίας και ανθεκτικότητας των κρίσιμων υποδομών σε περιοχές υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας

    The reception of the Latin poets in Jacopo Sannazaro's Arcadia

    No full text
    In the present doctoral dissertation, the reception of the Latin poets in Sannazaro’s pastoral work Arcadia is examined. More specifically, it investigates whether the Renaissance poet Jacopo Sannazaro preserved the traditional pastoral norms and motifs of his predecessors, the pastoral poets of the Imperial period. In other words, to what extent these motifs are shared between the earlier poets and Sannazaro, how they are differentiated, and how they evolve over time as they pass through the poetic lens of the Latin tradition before reaching our poet. It also explores the political–historical framework in which these motifs are situated in Arcadia, and what the poet aims to achieve by employing these motifs through oppositio in imitando within a new context.Στην παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζεται η πρόσληψη των Λατίνων ποιητών στο βουκολικό έργο του Σαννατσάρο, Αρκαδία. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζεται αν ο ποιητής της Αναγέννησης Τζάκοπο Σαννατσάρο διατήρησε τις παραδοσιακές βουκολικές νόρμες και τα παραδοσιακά βουκολικά μοτίβα των προκατόχων του βουκολικών ποιητών της αυτοκρατορικής περιόδου. Με άλλα λόγια κατά πόσο τα μοτίβα αυτά είναι κοινά ανάμεσα στους προγενέστερους ποιητές και στον Σαννατσάρο, πώς διαφοροποιούνται και πώς εξελίσσονται μέσα στο χρόνο περνώντας από το ποιητικό πρίσμα των Λατίνων για να φτάσουν μέχρι τον ποιητή μας, ποιο είναι το πολιτικό – ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα μοτίβα αυτά στην Αρκαδία και τι θέλει να επιτύχει ο ποιητής χρησιμοποιώντας τα μοτίβα αυτά μέσω της oppositio in imitando σε ένα νέο πλαίσιο

    Establishing a framework for administrative and structural changes regarding the enhancement of access of vulnerable groups to health services: the case of immigrants

    No full text
    Introduction: Fundamental human rights and the principles of social justice, equality and solidarity are directly linked to issues of social inclusion and public health. A particular aspect of health inequalities has emerged, mainly related to the barriers and difficulties faced by migrants in accessing health services. Aim: To explore the experiences of migrants in public hospitals. In addition, the use of health services by migrants was explored, as well as possible barriers they face. Finally, the impact of different demographic characteristics on the experiences, utilization and barriers mentioned above was explored. Methodology: A cross-sectional study was conducted from April to June 2022 in the outpatient clinics of three public hospitals in Athens. The migrants came from 11 countries, such as Albania, Pakistan, Ukraine, Georgia, Ethiopia, Nigeria and others. Convenience sampling was performed and the response rate of migrants was 36.7% (=770/2100). The study questionnaire included (a) demographic characteristics, (b) characteristics regarding health, (c) characteristics regarding access to health services and use of health services, and (d) recording of migrants' experiences after using health services. In parallel, a qualitative study with an explanatory, sequential design was also conducted. For data collection, focus groups were conducted with migrants through interpreters where necessary. The qualitative study sample included six adult migrants (women and men) from Albania and countries in Africa, Asia and the former Soviet Union. Results: The mean age of the migrants was 40.6 years. The level of continuity and completeness of health care was high. The quality of medical and nursing staff was also high. The level of health service facilities and access to health services was moderate. Multivariate analysis revealed that various socio-demographic characteristics of migrants influence their experiences of using health services in Greece. In particular, we found that experiences were better for migrants: from Albania and former Soviet Union countries, with longer length of stay in Greece, with health insurance, with better financial situation, with better ability to communicate with health professionals, with higher level of education, with chronic illness, older age and women. Conclusions: Better access to health services for migrants will enable them to improve their quality of life and achieve better health outcomes. In this way, the living conditions of migrants will be improved and their better integration in Greece will be achieved. In this context, appropriate administrative and structural changes should be developed with regard to enhancing migrants' access to health services. Keywords: migrants, healthcare services, access, use, experiences, barriers, administrative framework  Εισαγωγή: Τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και οι αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας και της αλληλεγγύης συνδέονται άμεσα με ζητήματα κοινωνικής ένταξης και δημόσιας υγείας. Έχει αναδειχθεί μια ιδιαίτερη πτυχή των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας, η οποία σχετίζεται κυρίως με τα εμπόδια και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες κατά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Σκοπός: Να διερευνηθούν οι εμπειρίες των μεταναστών στα δημόσια νοσοκομεία. Επιπλέον, διερευνήθηκε η χρήση των υπηρεσιών υγείας από τους μετανάστες, καθώς επίσης και πιθανά εμπόδια που αντιμετωπίζουν. Τέλος, διερευνήθηκε η επίδραση διαφόρων δημογραφικών χαρακτηριστικών στις εμπειρίες, τη χρήση και τα εμπόδια που προαναφέρθηκαν. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε μια συγχρονική μελέτη από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2022 στα εξωτερικά ιατρεία τριών δημόσιων νοσοκομείων της Αθήνας. Οι μετανάστες προέρχονταν από 11 χώρες, όπως Αλβανία, Πακιστάν, Ουκρανία, Γεωργία, Αιθιοπία, Νιγηρία κ.ά. Πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία ευκολίας και το ποσοστό απόκρισης των μεταναστών ήταν 36,7% (=770/2100). Το ερωτηματολόγιο της μελέτης περιλάμβανε (α) δημογραφικά χαρακτηριστικά, (β) χαρακτηριστικά αναφορικά με την υγεία, (γ) χαρακτηριστικά αναφορικά με την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και τη χρήση των υπηρεσιών υγείας και (δ) καταγραφή των εμπειριών των μεταναστών έπειτα από τη χρήση των υπηρεσιών υγείας. Παράλληλα πραγματοποιήθηκε και μια ποιοτική μελέτη με έναν επεξηγηματικό, διαδοχικό σχεδιασμό. Για τη συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκαν ομαδικά εστιασμένες συνεντεύξεις με μετανάστες μέσω διερμηνέων όπου αυτό ήταν αναγκαίο. Το δείγμα της ποιοτικής μελέτης περιλάμβανε έξι ενήλικες μετανάστες (γυναίκες και άνδρες) που προέρχονταν από την Αλβανία και χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία των μεταναστών ήταν 40,6 έτη. Το επίπεδο συνέχειας και πληρότητας της φροντίδας υγείας ήταν υψηλό. Επίσης, η ποιότητα του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού ήταν υψηλή. Το επίπεδο των εγκαταστάσεων των υπηρεσιών υγείας και της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας ήταν μέτριο. Η πολυμεταβλητή ανάλυση φανέρωσε ότι διάφορα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά των μεταναστών επηρεάζουν τις εμπειρίες τους από τη χρήση υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, διαπιστώσαμε ότι οι εμπειρίες ήταν καλύτερες για τους μετανάστες: από την Αλβανία και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, με μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παραμονής στην Ελλάδα, με ασφάλιση υγείας, με καλύτερη οικονομική κατάσταση, με καλύτερη ικανότητα επικοινωνίας με τους επαγγελματίες υγείας, με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, με χρόνια ασθένεια, μεγαλύτερης ηλικίας και τις γυναίκες. Συμπεράσματα: Η καλύτερη πρόσβαση των μεταναστών σε υπηρεσίες υγείας θα τους επιτρέψει να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους και να επιτύχουν καλύτερες εκβάσεις στην υγεία τους. Με τον τρόπο αυτό θα βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών και θα επιτευχθεί η καλύτερη ενσωμάτωσή τους στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναπτυχθούν οι κατάλληλες διοικητικές και διαρθρωτικές αλλαγές αναφορικά με την ενίσχυση της πρόσβασης των μεταναστών στις υπηρεσίες υγείας. Λέξεις-κλειδιά: μετανάστες, υπηρεσίες υγείας, πρόσβαση, χρήση, εμπειρίες, εμπόδια, διοικητικό πλαίσι

    Τεχνικές βελτιστοποίησης χρονοπρογραμματισμού παραγωγής σε ευέλικτες βιομηχανικές διεργασίες

    No full text
    In today’s era of rapid technological advancement, the industrial landscape is characterized by high uncertainty due to increased competition, limited profit margins and continuous market changes. At the same time, two of the main challenges in dynamic industrial environments include the efficient response to unforeseen production disruptions and the absence of specific production data. Consequently, effective production scheduling and rescheduling have emerged as key success factors. The above challenges of modern dynamic environments cannot be addressed using traditional methods whose required computational time increases significantly for larger problems. This thesis aims to address the existing research gap by developing practical solutions that enhance offline and real-time decision-making in complex, large-scale industrial environments. It leverages Artificial Intelligence (AI) techniques alongside mathematical optimization for rapid problem-solving. First, the lot-sizing and production scheduling problem of a real-life beverage industry is addressed. The plant produces numerous intermediate and final products through multiple production stages. The production process involves unique aspects, including the potential temporary storage of intermediate products and the employment of overtime shifts. A multi-bucket immediate precedence Mixed-Integer Linear Programming (MILP) framework is developed to address the problem while minimizing the plant’s operating time. Additionally, the mathematical model is extended to accommodate a new production layout including intermediate storage vessels. A comparative analysis between the two layouts is conducted, revealing significant productivity improvements which can be achieved through simple retrofit design options. Next, a novel solution framework is developed integrating Machine Learning (ML) techniques with MILP to address the optimization of production scheduling in multi-product manufacturing industries with parallel production lines. The main goal is the rapid schedule generation to address unexpected events and frequent changeover operations. The proposed framework compiles a representation space in which distances between products correspond to changeover times. Then, constrained clustering is employed to group products according to the available packing lines, minimizing changeover times within each cluster and the derived allocation is inserted into an MILP-based scheduling model to reduce its computational complexity. Furthermore, a ML model is trained to predict unknown product changeover times. An evaluation study based on a construction materials plant is conducted and it is shown that the proposed approach achieves accurate solutions rapidly, reduces downtime and facilitates the integration of new products into the production process. Finally, a hybrid framework combining Neural Networks (NNs) and MILP is presented to enhance production rescheduling in single-stage, multi-line dynamic manufacturing facilities. The integration of NNs is examined as an alternative solution to further speed up the decision-making processes. Specifically, the embedding and forecasting steps are realized through two NNs, whose outputs are used to improve the computational performance of the MILP scheduling model. The proposed approaches are evaluated against other standard methods and several cases concerning a real-life plant are considered, including a weekly production horizon with daily disruptions. Results show that the proposed method achieves better production schedules in significantly faster solution times. The outcomes highlight the flexibility and robustness of the proposed approaches, making them promising tools for decision-making in complex production environments.Στη σημερινή εποχή ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, το βιομηχανικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη αβεβαιότητα λόγω αυξημένου ανταγωνισμού, περιορισμένων περιθωρίων κέρδους και συνεχών αλλαγών στην αγορά. Δύο βασικές προκλήσεις στα δυναμικά βιομηχανικά περιβάλλοντα αποτελούν η ανταπόκριση σε απρόβλεπτες διαταραχές της παραγωγής και η έλλειψη ορισμένων δεδομένων. Συνεπώς, ο αποτελεσματικός προγραμματισμός και επαναπρογραμματισμός παραγωγής αναδεικνύονται ως καθοριστικοί παράγοντες επιτυχίας. Οι παραπάνω προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με παραδοσιακές μεθόδους, καθώς αυτές απαιτούν αυξημένους υπολογιστικούς πόρους για μεγαλύτερα προβλήματα. Η παρούσα διατριβή στοχεύει στην ανάπτυξη αποτελεσματικών λύσεων για την ενίσχυση της διαδικασία λήψης αποφάσεων σε σύνθετα βιομηχανικά περιβάλλοντα. Έμφαση δίνεται στο συνδυασμό τεχνικών τεχνητής νοημοσύνης και μαθηματικής βελτιστοποίησης, για ταχεία επίλυση των προβλημάτων. Αρχικά, εξετάζεται το πρόβλημα του χρονοπρογραμματισμού παραγωγής μιας βιομηχανίας ποτών. Το εργοστάσιο παράγει ένα μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων μέσω πολλαπλών συσκευών και σταδίων παραγωγής. Η παραγωγική διαδικασία ενσωματώνει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως η προσωρινή αποθήκευση ενδιάμεσων προϊόντων και η αξιοποίηση υπερωριακών βαρδιών. Για την αποτύπωση του προβλήματος, αναπτύσσεται ένα μοντέλο μικτού ακέραιου γραμμικού προγραμματισμού άμεσης προτεραιότητας, με στόχο την ελαχιστοποίηση του συνολικού χρόνου λειτουργίας του εργοστασίου. Παράλληλα, το μαθηματικό μοντέλο επεκτείνεται ώστε να εξυπηρετεί και μια νέα διάταξη της παραγωγής με ενδιάμεσα δοχεία αποθήκευσης μεταξύ των σταδίων. Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν τη δυνατότητα σημαντικής βελτίωσης της παραγωγικότητας, μέσω απλών επιλογών ανασχεδιασμού. Στη συνέχεια, προτείνεται μία καινοτόμα τεχνική επίλυσης που ενσωματώνει τεχνικές μηχανικής μάθησης με μαθηματική βελτιστοποίηση για την αντιμετώπιση του προβλήματος του χρονοπρογραμματισμού παραγωγής σε βιομηχανίες με πολλαπλά προϊόντα και παράλληλες γραμμές παραγωγής. Κύριο στόχο αποτελεί η επίτευξη άμεσου επαναπρογραμματισμού της παραγωγής προκειμένου να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτα γεγονότα και χρονοβόρες διαδικασίες εναλλαγής προϊόντων. Το προτεινόμενο πλαίσιο δημιουργεί ένα νέο χώρο αναπαράστασης των προϊόντων, όπου οι αποστάσεις αντιστοιχούν σε χρόνους εναλλαγής. Αυτό επιτρέπει το διαχωρισμό τους σε ομάδες που αντιστοιχούν στις διαθέσιμες γραμμές παραγωγής. Στη συνέχεια, η προκύπτουσα κατανομή χρησιμοποιείται για τον περιορισμό του χώρου των λύσεων ενός μοντέλου χρονοπρογραμματισμού. Επιπλέον, εκπαιδεύεται ένα μοντέλο για την πρόβλεψη των άγνωστων χρόνων εναλλαγής προϊόντων. Το προτεινόμενο πλαίσιο εφαρμόζεται σε ένα πραγματικό εργοστάσιο οικοδομικών υλικών και αποδεικνύεται ότι επιτυγχάνει γρήγορες, ακριβείς λύσεις, ενώ μειώνει τους χρόνους αδράνειας και διευκολύνει την ομαλή ενσωμάτωση νέων προϊόντων στην παραγωγή. Τέλος, παρουσιάζεται ένα υβριδικό πλαίσιο που συνδυάζει νευρωνικά δίκτυα και μικτό ακέραιο γραμμικό προγραμματισμό για τον αποτελεσματικό επαναπρογραμματισμό παραγωγής σε δυναμικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις ενός σταδίου με πολλαπλές γραμμές παραγωγής. Η ενσωμάτωση των νευρωνικών δικτύων εξετάζεται ως εναλλακτική λύση για την περαιτέρω επιτάχυνση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες της απεικόνισης των προϊόντων στο νέο χώρο και της πρόβλεψης των αγνώστων χρόνων εναλλαγής υλοποιούνται μέσω νευρωνικών δικτύων. Τα παραγόμενα αποτελέσματα εισάγονται στο μοντέλο χρονοπρογραμματισμού παραγωγής, βελτιώνοντας την υπολογιστική του απόδοση. Οι προτεινόμενες προσεγγίσεις αξιολογούνται σε σύγκριση με άλλες παραδοσιακές μεθόδους, μέσω μιας σειράς μελετών περίπτωσης βασισμένες σε πραγματική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένου κι ενός εβδομαδιαίου ορίζοντα με καθημερινές διαταραχές της παραγωγής. Συμπεραίνεται ότι η προτεινόμενη προσέγγιση επιτυγχάνει βελτιωμένα προγράμματα παραγωγής σε σημαντικά ταχύτερους χρόνους επίλυσης. Τα αποτελέσματα φανερώνουν ότι οι προτεινόμενες προσεγγίσεις προσφέρουν σημαντική ευελιξία, καθιστώντας τες υποσχόμενα εργαλεία για τη λήψη αποφάσεων σε σύνθετα βιομηχανικά περιβάλλοντα

    The role of biomarkers in predicting complications and prognosis in patients with traumatic brain injury

    No full text
    The prediction of the severity and prognosis of patients with traumatic brain injury (TBI) is crucial for timely and appropriate clinical decision-making. In the present study, we sought to investigate whether clinical factors and routine laboratory parameters obtained from the peripheral blood of patients with TBI presented to the emergency department (ED) can be utilized as potential TBI biomarkers. The duration of the study was three years and included a total of 137 patients.Univariate analysis between patients with mild TBI and moderate/severe TBI revealed statistically significant differences in several laboratory biomarkers, including glucose and the absolute number of neutrophils and lymphocytes, as well as in clinical parameters including the severity of the mechanism of injury. Regarding the role of laboratory parameters as diagnostic biomarkers of traumatic intracranial injury in patients with mild traumatic brain injury (mTBI), statistically significant differences were only observed for the absolute neutrophil count (ANC). However, after excluding patients with extreme glucose values or known history of diabetes mellitus (DM), glucose was also found to be a significant factor. Additionally, higher values of neutrophil-to-lymphocyte ratio (NLR), platelet-to-lymphocyte ratio (PLR) and glucose-to-potassium ratio (GPR) were correlated with positive CT findings.In patients requiring urgent neurosurgical intervention, risk factors were found to be low Glasgow Coma Scale (GCS), use of anticoagulants, and anisocoria. Among the laboratory parameters, the NLR, PLR, GPR, and SII were significantly associated with neurosurgical intervention, with high negative predictive value but moderate sensitivity.Patients’ fatal outcome at discharge was associated with increased age, size of subdural hematoma, glucose levels, prolonged coagulation times, days of intensive care unit (ICU) hospitalization, and days of mechanical ventilation. For the prediction of major complication or death within 15 days, glucose and NLR showed a statistically significant correlation. Finally, factors related to poor functional outcome at 6 months included the presence of subarachnoid or subdural hemorrhage, intubation at admission, use of antiplatelets, and increased age. Secondary parameters, including NLR, PLR, and SII, had significantly higher values in patients with poorer outcomes.Η αξιολόγηση της βαρύτητας και της πρόγνωσης των ασθενών με κρανιοεγκεφαλική κάκωση (ΚΕΚ) αποτελεί σημαντική παράμετρο για την έγκαιρη και κατάλληλη λήψη κλινικών αποφάσεων. Η μελέτη είχε ως σκοπό την διερεύνηση του ρόλου των κλινικών καθώς και των εργαστηριακών παραμέτρων ρουτίνας που λαμβάνονται από το περιφερικό αίμα, ως πιθανούς βιοδείκτες ΚΕΚ. Στην μελέτη έλαβαν μέρος 137 ασθενείς με ΚΕΚ. Η διάρκεια της μελέτης ήταν 3-έτη.Η σύγκριση των ασθενών με ήπια ΚΕΚ έναντι αυτών με μέτρια/σοβαρή ΚΕΚ ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές σε πολλαπλές εργαστηριακές παραμέτρους συμπεριλαμβανομένου της γλυκόζης καθώς και του απόλυτου αριθμό ουδετερόφιλων, λεμφοκυττάρων, αλλά και σε κλινικές παραμέτρους όπως η βαρύτητα του μηχανισμού κάκωσης. Η διάκριση μεταξύ ασθενών με ήπια ΚΕΚ που είχαν θετικά ευρήματα στην αξονική τομογραφία και αυτών με αρνητικά ευρήματα κατέδειξε ότι στατιστικά σημαντική συσχέτιση εμφάνισαν μόνο ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων, ενώ μετά τον αποκλεισμό ασθενών με ακραίες τιμές γλυκόζης ή ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη ,προστέθηκε και η γλυκόζη. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, o απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων παρέμεινε ανεξάρτητος δείκτης. Από τους δευτερογενείς δείκτες, υψηλές τιμές Neutrophile to Lymphocyte Ratio (NLR), Platelet to Lymphocyte Ratio (PLR) και Glucose to Potassium Ratio (GPR) σχετίστηκαν με θετική ΑΤ. Η ανάγκη για επείγουσα χειρουργική παρέμβαση συσχετίστηκε κλινικά με χαμηλή κλίμακα Γλασκώβης, λήψη αντιπηκτικών και ανισοκορία. Από τους εργαστηριακούς δείκτες, η γλυκόζη, το INR και τα ουδετερόφιλα παρέμειναν ανεξάρτητοι προγνωστικοί δείκτες κατά την πολυπαραγοντική ανάλυση. Το μοντέλο εμφάνισε υψηλή ειδικότητα αλλά περιορισμένη ευαισθησία. Οι δευτερογενείς δείκτες NLR, PLR, GPR συσχετίστηκαν ισχυρά με την ανάγκη για χειρουργείο, με υψηλή αρνητική προγνωστική αξία αλλά μέτρια ευαισθησία. Η τελική έκβαση (επιβίωση/θάνατος) των ασθενών κατά το εξιτήριο συσχετίστηκε την ηλικία, το μέγεθος του υποσκληριδίου αιματώματος, και εργαστηριακές παραμέτρους όπως την συγκέντρωση της γλυκόζης, τους χρόνους πήξης, τις ημέρες νοσηλείας σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής. Για την πρόβλεψη σοβαρής ενδονοσοκομειακής επιπλοκής ή θανάτου στις 15 ημέρες η γλυκόζη και το NLR εμφάνισαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Η ανάλυση της λειτουργικής έκβασης στους 6 μήνες έδειξε ότι η καλή πρόγνωση σχετιζόταν με την απουσία υπαραχνοειδούς και υποσκληριδίου αιμορραγίας, ενώ η δυσμενής έκβαση συσχετίστηκε με διασωλήνωση κατά την εισαγωγή, λήψη αντιαιμοπεταλιακών, και την μεγαλύτερη ηλικία. Οι δευτερογενείς δείκτες (NLR, PLR, SII) εμφάνισαν υψηλότερες τιμές σε ασθενείς με φτωχότερη έκβαση

    Representations of cultural values in school textbooks and in Mathematics of Nature and Life: mathematics, grade 3 of Primary school

    No full text
    This doctoral research aims to explore how cultural values are portrayed in the primary school textbook “Mathematics of Nature and Life”, used in the 3rd grade of elementary education, by applying the methodological tools of Cultural Studies, Thematic, Semiotic and Multimodal Analysis. The textbook is a representative case of this methodological framework. The visuals included in the textbook, combined with the corresponding verbal content, convey cultural and historical connotations, depicting social environments, principles, attitudes, and modes of “being” within a societal context. The image, understood as a form of public communication, plays an active role in the construction of meaning, engaging learners in processes of interpreting the educational content and the wider cultural setting in which knowledge is situated. The research problem that arises from the material itself concerns how didactic images, in conjunction with linguistic markings, constitute mechanisms of socialization, performing not only cognitive, but also value literacies. Specifically (a) What types of literacies are assumed or promoted in the school textbook and (b) In what ways do the didactic images, in relation to the linguistic text, represent and incorporate rules, methods, goals and values of culture in the textbook? The results show that through these images and image-texts, emerging cultural and experiential trends toward realistic mathematics. This is because mathematical concepts and their applications are rooted in the lived reality of individuals. One limitation of the study is that the analysis is conducted exclusively by the researcher on the textbook, without incorporating audience research involving the student body.Με την παρούσα διδακτορική μελέτη επιχειρείται να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτισμικές αξίες αναπαρίστανται στο σχολικό εγχειρίδιο «Μαθηματικά της Φύσης και της Ζωής», της Γ΄ Δημοτικού, αξιοποιώντας τα μεθοδολογικά εργαλεία των Πολιτισμικών Σπουδών, της Θεματικής, Σημειωτικής και Πολυτροπικής ανάλυσης.Το σχολικό εγχειρίδιο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Οι εικόνες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, σε συνδυασμό με το συνοδευτικό γλωσσικό υλικό, φέρουν πολιτισμικές και ιστορικές αναφορές, αναπαριστώντας κοινωνικά συμφραζόμενα, αξίες, στάσεις και τρόπους του «είναι» μέσα στην κοινωνία. Η εικόνα στο σχολικό εγχειρίδιο ως σήμανση δημόσιου λόγου, συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή νοήματος, εμπλέκοντας τους μαθητές/τριες σε διαδικασίες κατανόησης του περιεχομένου, αλλά και του ευρύτερου πολιτισμικού πλαισίου μέσα στο οποίο εγγράφεται η μάθηση. Το ερευνητικό πρόβλημα που προκύπτει από το ίδιο το υλικό αφορά στο πώς οι διδακτικές εικόνες, σε συνάρτηση με τις γλωσσικές σημάνσεις, συνιστούν μηχανισμούς κοινωνικοποίησης, επιτελώντας όχι μόνο γνωστικούς, αλλά και αξιακούς γραμματισμούς. Συγκεκριμένα: (α) Ποιοι τύποι γραμματισμών προϋποτίθενται ή προωθούνται στο σχολικό και (β) Με ποιους τρόπους οι διδακτικές εικόνες, σε συνάρτηση με το γλωσσικό κείμενο, αναπαριστούν και ενσωματώνουν κανόνες, μεθόδους, στόχους και αξίες του πολιτισμού στο εγχειρίδιο; Στόχος είναι να αναδειχθεί η διττή λειτουργία των εικόνων αφενός ως εργαλεία κατανόησης εννοιών και αφετέρου ως φορείς ιδεολογικών και πολιτισμικών αναφορών που συμβάλλουν στην πολιτισμική συγκρότηση των παιδιών. Μεθοδολογικά εφαρμόζεται θεματική, σημειωτική και πολυτροπική ανάλυση και προκύπτει ότι οι εικόνες και τα εικονοκείμενα που επιλέγονται αποτυπώνουν τις νέες πολιτισμικές, βιωματικές τάσεις για τα ρεαλιστικά μαθηματικά, γιατί οι μαθηματικές έννοιες, αλλά και η χρήση τους πηγάζουν από την ίδια την πραγματικότητα που βιώνουν τα άτομα. Περιορισμό της έρευνας συνιστά η ανάλυση μόνο του σχολικού εγχειριδίου από τον ερευνητή, χωρίς να εκπονείται έρευνα κοινού στον μαθητικό πληθυσμό

    Comparative translational approach of Greek translations of Faust by Johann Wolfgang von Goethe

    No full text
    This doctoral thesis is a first approach to three important translations of Johann Wolfgang von Goethe's Faust. We use as a source the annotated original work by Erich Trunz “Goethe Faust – Kommentiert von Erich Trunz’’, published by C.H. Beck. The research focuses on the comparison and analysis of the translations: by Konstantinos Hatzopoulos, published in 1916 , by Ioannis Theodorakopoulos, published in 1956 , and by Petros Markaris, published in 2002.Η παρούσα διδακτορική διατριβή αποτελεί μία πρώτη προσέγγιση τριών σημαντικών μεταφρασμάτων του έργου Faust του Johann Wolfgang von Goethe. Χρησιμοποιούμε ως πηγή το σχολιασμένο πρωτότυπο έργο από τον Erich Trunz “Goethe Faust – Kommentiert von Erich Trunz’’, από τις εκδόσεις C.H. Beck. Η έρευνα επικεντρώνεται στην σύγκριση και ανάλυση των μεταφράσεων: του Κωσταντίνου Χατζόπουλου, που δημοσιεύθηκε το 1916 (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.), του Ιωάννου Θεοδωρακοπούλου, που δημοσιεύθηκε το 1956 ( Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.), και του Πέτρου Μάρκαρη, που δημοσιεύθηκε το 2002 (Εκδόσεις Γαβριηλίδης)

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇