Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    The study of Βcl-2 in primary infiltrating breast carcinoma and its association with the classic morphological and immunophenotypic prognostic and predictive markers

    No full text
    Introduction: Breast carcinoma is among the three most common types of cancer worldwide, including lung cancer and colon cancer. The Bcl-2 oncogene is involved in a number of malignant neoplasms, including, leukemia and lymphoma, through the regulation of the cell apoptosis process. Purpose: The main purpose of the present study is to investigate the association of Bcl-2 with prognostically important clinicopathological features, as well as with other molecular parameters of significant predictive and prognostic value for diseases and more specifically with the ER and PR receptors, along with HER-2 and Ki-67 (MIB-1) in the Greek population. Method: 100 cases of surgically removed primary breast carcinomas were collected in the pathology laboratory of Metaxa Cancer Hospital. The cases involved women who underwent mastectomy in a series of cases from November 2022 to July 2023. The surgical breast preparations obtained in the laboratory were stabilized in 10% neutral formalin and their preparation was followed according to international guidelines. Subsequently, an immunohistochemical evaluation of the 100 cases was performed with the biomarkers Bcl-2, ER and PR, HER-2 and Ki-67 and the association of Bcl-2 with clinicopathological characteristics such as tumor pT stage, lymph node pN stage, degree of histological differentiation and histological types was statistically investigated. Results: A total of 100 cases of breast cancer were studied and the immunohistochemical expression of Bcl-2 was associated with the ER-PR, HER2 and Ki67 receptors, as well as with the clinicopathological characteristics: the pT stage of the tumor, the degree of histological differentiation, the pN stage of the lymph nodes and the histological types. The associations were performed with the Fisher’s exact test or ordinal regression and odds ratio statistic test where necessary. The presence of the Bcl2 oncogene was found with a score of 3+ in 65% of the cases, negative expression in 19%, score 2+ in 12% and score 1+ in the remaining 4%. The Bcl-2 oncogene was positively and highly associated with the ER estrogen receptors (Phi=0.760, p=<0.0001). The findings of the association of the oncogene Bcl-2 with the progesterone receptors PR were similar: a positive association was found between the two specific biomarkers (Phi=0.626, p=<0.0001). While, a negative association of Bcl-2 with HER-2 was recorded (Phi=-0.350, p=<0.0001). The most frequent degree of differentiation was Grade II (62%), followed by Grade III (24%) and Grade I (14%). A statistically significant inverse association was detected between Bcl-2 expression and the degree of histological differentiation (Phi=-0.850, p=< 0.0001). Finally, Bcl-2 expression was also inversely associated with the pN stage of the lymph nodes (p=0.001). Conclusion: Considering the association of Bcl-2 expression with the expression of genes that are related to therapy prediction (ER and PR) it remains to be ascertained whether Bcl-2 could be used as a potential predictive marker. Moreover, the negative association of Bcl-2 with Ki67 and HER2 should be furthermore investigated for its association with disease outcome and response to targeted therapy. Meanwhile, the observed association of immunohistochemical Bcl-2 expression with clinicopathological characteristics which are known prognositc indicators for breast cancer (grade and pN stage) provides confirmatory evidence to the potential important prognostic value of this marker in breast cancer. Overall, this study suggests that Bcl-2 should be further tested for its incorporation into a multivariate prediction model for breast cancer therapy. In addition, more investigations are required into targeted anti-Bcl-2 therapy may be used to modify responses to current breast cancer therapy, in order to reduce resistance.Εισαγωγή: Ο καρκίνος του μαστού συγκαταλέγεται στους τρεις πιο συνηθισμένους τύπους καρκίνου παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του πνεύμονα και του καρκίνου του παχέος εντέρου. Το ογκογονίδιο Bcl-2 εμπλέκεται σε μία σειρά κακοήθων νεοπλασμάτων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται η λευχαιμία αλλά και το λέμφωμα, μέσω της ρύθμισης της διαδικασίας της κυτταρικής απόπτωσης. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τη συσχέτιση της έκφρασης του Bcl-2 με προγνωστικά σημαντικά κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά, καθώς και με άλλες μοριακές παραμέτρους σημαντικής προβλεπτικής και προγνωστικής αξίας στον καρκίνο του μαστού και πιο συγκεκριμένα με τους υποδοχείς ER και PR, μαζί με τους HER-2 και Ki-67 (MIB-1) στον ελληνικό πληθυσμό. Μεθοδολογία: Στο παθολογοανατομικό εργαστήριο του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Μεταξά συλλέχθηκαν 100 περιστατικά χειρουργικά αφαιρεμένων πρωτοπαθών καρκινωμάτων μαστού. Τα περιστατικά αφορούσαν γυναίκες που υπεβλήθησαν σε μαστεκτομή κατά σειρά περιστατικών από το Νοέμβριο του 2022 έως τον Ιούλιο του 2023. Τα χειρουργικά παρασκεύασμα μαστού που παραλήφθηκαν στο εργαστήριο μονιμοποιήθηκαν σε 10% ουδέτερη φορμόλη και ακολουθήθηκε η παρασκευαστική επεξεργασία τους σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε ανοσοϊστοχημική αξιολόγηση των 100 περιστατικών με τους βιοδείκτες Bcl-2, ER και PR, HER-2 και Ki-67 και διερευνήθηκε στατιστικά η συσχέτιση του Bcl-2 με τα κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά όπως το στάδιο pT του όγκου, το στάδιο pN των λεμφαδένων, τον βαθμό ιστολογικής διαφοροποίησης και τους ιστολογικούς τύπους. Αποτελέσματα: Συνολικά μελετήθηκαν 100 περιπτώσεις καρκίνου του μαστού και συσχετίστηκε η ανοσοϊστοχημική έκφραση του Bcl-2 με τους υποδοχείς ER-PR, HER2 και Ki67, καθώς και με τα κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά: το στάδιο pT του όγκου, τον βαθμό κυτταρικής διαφοροποίησης, το στάδιο pN των λεμφαδένων και τους ιστολογικούς τύπους. Οι συσχετίσεις πραγματοποιήθηκαν με τις στατιστικές δοκιμές Fisher’s exact test ή ordinal regression και odds ratio statistic test όπου ήταν απαραίτητο. Η παρουσία του ογκογονιδίου Bcl2 βρέθηκε με score 3+ στο 65% των περιπτώσεων, αρνητική έκφραση στο 19%, score 2+ στο 12% και score 1+ στο υπόλοιπο 4%. Το ογκογονίδιο Bcl-2 συσχετίστηκε θετικά και σε υψηλό βαθμό με τους υποδοχείς ER οιστρογόνων (Phi=0.760, p=<0.0001). Τα ευρήματα της συσχέτισης του ογκογονιδίου Bcl-2 με τους υποδοχείς προγεστερόνης PR ήταν παρόμοια: βρέθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ των δύο συγκεκριμένων βιοδεικτών (Phi=0.626, p=<0.0001). Ενώ, καταγράφηκε αρνητική συσχέτιση του Bcl-2 με το HER-2 (Phi=-0.350, p=<0.0001). Ο πιο συχνός βαθμός διαφοροποίησης ήταν ο Grade II (62%), ακολουθεί ο Grade III (24%) και ο Grade I (14%). Ανιχνεύτηκε στατιστικά σημαντική αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ της έκφρασης Bcl-2 και του βαθμού ιστολογικής διαφοροποίησης (Phi=-0.850, p=< 0.0001). Τέλος, η έκφραση Bcl-2 πρωτεΐνη συσχετίστηκε επίσης αντίστροφα με το στάδιο pN των λεμφαδένων (p=0.001). Συμπέρασμα: Λαμβάνοντας υπόψη τη συσχέτιση της έκφρασης Bcl-2 με την έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με την πρόβλεψη θεραπείας (ER και PR), μένει να διαπιστωθεί εάν το Bcl-2 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πιθανός προβλεπτικός δείκτης. Επιπλέον, η αρνητική συσχέτιση του Bcl-2 με το Ki67 και το HER2 θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω για τη συσχέτισή του με την έκβαση της νόσου και την ανταπόκριση στη στοχευμένη θεραπεία. Ενώ, η παρατηρούμενη συσχέτιση της ανοσοϊστοχημικής έκφρασης Bcl-2 με τα κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά που είναι γνωστοί προγνωστικοί δείκτες για τον καρκίνο του μαστού (βαθμός και στάδιο pN) παρέχει επιβεβαιωτικά στοιχεία για τη δυνητικά σημαντική προγνωστική αξία αυτού του δείκτη στον καρκίνο του μαστού. Συνολικά, αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι το Bcl-2 θα πρέπει να ελεγχθεί περαιτέρω για την ενσωμάτωσή του σε ένα πολυπαραμετρικό μοντέλο πρόβλεψης για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού. Επιπλέον, απαιτούνται περισσότερες έρευνες σχετικά με τη στοχευμένη θεραπεία κατά του Bcl-2 που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τροποποίηση των αποκρίσεων στην τρέχουσα θεραπεία του καρκίνου του μαστού, προκειμένου να μειωθεί η αντίσταση

    Diagnostic value of quantitative myocardial perfusion analysis for the detection of coronary artery disease using cardiac magnetic resonance imaging

    No full text
    Cardiac Magnetic Resonance Imaging (CMR) has undergone continuous technological development over the past decades and today represents a versatile diagnostic modality in clinical routine. Stress CMR allows for the detection of hemodynamically relevant coronary stenosis based on pharmacologically induced vasodilation. In recent years, in addition to the conventional visual assessment of stress CMR (SCMR), a fully automated quantification of myocardial blood flow (MBF) and myocardial perfusion reserve (MPR) has been developed. However, data regarding the diagnostic value of this quantitative perfusion analysis remain limited—particularly in patients with chronic total occlusions (CTO), which represent the most severe form of coronary artery disease (CAD). The aim of this study was to evaluate the diagnostic value of SCMR quantification in patients with varying degrees of CAD severity. A total of 130 patients (age 66.7 [59.7–75.2] years, 79.2% male) were included in the study. Patients were divided into three groups according to CAD severity: non-obstructive CAD (NOCAD) (70%, N=37), and CTO (N=36). The stress MBF (SMBF) and MPR were significantly lower in patients with CTO compared to those with NOCAD or severe stenosis. A segmental SMBF value 70%, N=37) και ΧΟΑ (N=36). Η στρες μυοκαρδιακή αιματική ροή (SMBF) και η μυοκαρδιακή εφεδρεία (MPR) ήταν σημαντικά χαμηλότερες σε ασθενείς με ΧΟΑ σε σύγκριση με εκείνους με ΜΑΣΝ ή σοβαρή στένωση. Μια τμηματική τιμή SMBF <1,09 ml/g/min επέτρεψε τη διάκριση μεταξύ ΧΟΑ και σοβαρής στένωσης με καλή ακρίβεια (AUC 0,794 [0,691–0,896]). Ο συνδυασμός οπτικής αξιολόγησης και ποσοτικής ανάλυσης αιμάτωσης παρουσίασε τη μεγαλύτερη ευαισθησία (82,6%) για την αναγνώριση επιπρόσθετης σοβαρής στένωσης σε ασθενείς με ΧΟΑ. Έτσι, η ενσωμάτωση της αυτοματοποιημένης ποσοτικής ανάλυσης αιμάτωσης στη στρες μαγνητική τομογραφία καρδιάς έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει τον μη επεμβατικό χαρακτηρισμό των ασθενών με (υποψία) στεφανιαίας νόσου. Επιτρέπει πιο ακριβή εκτίμηση τόσο της βαρύτητας της νόσου όσο και της έκτασης της πραγματικής περιοχής ισχαιμίας, κάτι που δεν ήταν εφικτό με τη χρήση αποκλειστικά της οπτικής αξιολόγησης. Αυτή η νέα δυνατότητα στον τομέα της μη επεμβατικής απεικονιστικής διαγνωστικής ενδέχεται στο μέλλον να συμβάλλει σε πιο στοχευμένη και εξατομικευμένη διάγνωση και θεραπεία των ασθενών με στεφανιαία νόσο

    Friendship, social understanding, executive functions, and vocabulary of children with attention deficit/hyperactivity disorder and specific learning disorders

    No full text
    Friendship is a dyadic, voluntary, and mutual relationship, observed in all ages and societies, which requires the presence of an emotional bond between its members. The number of friends, the stability, and the qualitative characteristics of friendships play an important role in children’s psycho-emotional development and adjustment. Social, cognitive, and linguistic factors that develop during childhood could influence friendships. Children with Attention Deficit Hyperactivity Disorder (ADHD) or Specific Learning Disabilities with impairment in reading (SLD) face significant difficulties in forming and maintaining friendships. The aim of the present study was to examine the perceptions regarding the quality of their best friendships in children with or without ADHD or SLD and the factors that may influence them. The study involved 64 children with ADHD, 64 children with SLD, and 64 children with neurotypical development (NTD) (M=9.77, SD=1.21), attending the 3rd, 4th, 5th, and 6th grades of mainstream primary schools in the Attica region. The individually administered tasks focused on the assessment of aspects of social understanding (Theory of Mind-ToM, empathy, understanding and regulation of emotions, and low impulsivity/self-regulation), executive functions (working memory, inhibition, cognitive flexibility), and receptive and expressive vocabulary. To examine children’s perceptions of their best friendships, a questionnaire, adapted in Greek for the purposes of this study, was used. The results showed that children with ADHD had fewer friends and less stable friendships, which were characterized by fewer positive and more negative qualitative features, while they also scored lower on tasks that assessed advanced ToM, empathy, understanding and regulation of emotions, working memory, cognitive flexibility, and receptive and expressive vocabulary compared to children with SLD, who in turn scored significantly lower on all tasks than children with NTD. Hierarchical regression analyses showed that all the aforementioned social, cognitive, and linguistic factors could predict the qualitative characteristics of children’s friendship in all groups, when controlling for gender, age, and the presence (or not) of a disorder. Finally, for children with NTD, executive functions could predict the quality of their friendships and vocabulary when mediated by ToM and empathy, while for children with ADHD or SLD, only working memory could predict the quality of friendships when mediated by ToM. The findings of this study contribute to a better understanding of children's friendships, providing information to parents and professionals involved in their education, care, and mental health, while simultaneously they promote scientific knowledge, as research linking social, cognitive, and linguistic factors to friendships is very limited for children with and without NTD.Η φιλία είναι μια δυαδική, εθελοντική, αμοιβαία σχέση, η οποία παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες και κοινωνίες και προϋποθέτει την παρουσία ενός συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στα μέλη της. Ο αριθμός των φίλων, η σταθερότητα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της φιλίας παίζουν σημαντικό ρόλο στην ψυχο-συναισθηματική ανάπτυξη και προσαρμογή του παιδιού. Κοινωνικοί, γνωστικοί και γλωσσικοί παράγοντες που αναπτύσσονται κατά την παιδική ηλικία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις φιλίες. Παιδιά με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) ή Ειδικές Μαθησιακές Διαταραχές σχετιζόμενες με τον γραπτό λόγο (ΕΜΔ) αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη δημιουργία και διατήρηση φιλικών σχέσεων. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να εξετάσει τις αντιλήψεις για την ποιότητα της φιλίας παιδιών με ή χωρίς ΔΕΠ-Υ ή ΕΜΔ και τους παράγοντες που τυχόν τις επηρεάζουν. Στην έρευνα συμμετείχαν 64 παιδιά με ΔΕΠ-Υ, 64 παιδιά με ΕΜΔ και 64 παιδιά με νευροτυπική ανάπτυξη (ΝΤΑ) (Mηλικία=9,77 έτη, τ.α.=1,21) που φοιτούσαν στις Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ τάξεις γενικών δημοτικών σχολείων του νομού Αττικής. Οι δοκιμασίες στις οποίες ανταποκρίθηκαν τα παιδιά εξατομικευμένα αφορούσαν στην κοινωνική κατανόηση (Θεωρία του Νου-ΘτΝ, ενσυναίσθηση, κατανόηση και ρύθμιση των συναισθημάτων και αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς), τις εκτελεστικές λειτουργίες (εργαζόμενη μνήμη, αναστολή, γνωστική ευελιξία) και το προσληπτικό και εκφραστικό λεξιλόγιο. Για να εξεταστούν οι αντιλήψεις των παιδιών σχετικά με τις πολύ στενές φιλίες τους χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο προσαρμοσμένο στην ελληνική πραγματικότητα για τους σκοπούς αυτής της μελέτης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ είχαν λιγότερους/ες φίλους/φίλες και πιο ασταθείς φιλίες που διακρίνονταν από τα λιγότερα θετικά και τα περισσότερα αρνητικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, ενώ σημείωσαν χαμηλότερες επιδόσεις στα έργα που αξιολογούσαν τη προηγμένη ΘτΝ, την ενσυναίσθηση, την κατανόηση και τη ρύθμιση των συναισθημάτων, την εργαζόμενη μνήμη, τη γνωστική ευελιξία και το προσληπτικό και εκφραστικό λεξιλόγιο σε σύγκριση με τα παιδιά με ΕΜΔ, που με τη σειρά τους βαθμολογήθηκαν σημαντικά χαμηλότερα σε όλες τις δοκιμασίες από τα παιδιά με ΝΤΑ. Αναλύσεις ιεραρχικής παλινδρόμησης έδειξαν ότι όλοι οι προαναφερθέντες κοινωνικοί, γνωστικοί και γλωσσικοί παράγοντες μπορούν να προβλέψουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της φιλίας σε όλες τις ομάδες των παιδιών, όταν ελεγχθεί το φύλο, η ηλικία και η ύπαρξη ή μη της διαταραχής. Τέλος, για τα παιδιά με ΝΤΑ, οι εκτελεστικές λειτουργίες μπορούν να προβλέψουν την ποιότητα των φιλιών τους και το λεξιλόγιο, όταν διαμεσολαβούν η ΘτΝ και η ενσυναίσθηση, ενώ για τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή ΕΜΔ μόνο η εργαζόμενη μνήμη προβλέπει την ποιότητα των φιλιών, όταν διαμεσολαβεί η ΘτΝ. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση των φιλικών σχέσεων των παιδιών, παρέχοντας πληροφορίες σε γονείς και επαγγελματίες που ασχολούνται με την εκπαίδευση, τη φροντίδα και τη ψυχική υγεία τους, ενώ ταυτόχρονα προάγουν την επιστημονική γνώση, καθώς οι έρευνες που συνδέουν κοινωνικούς, γνωστικούς και γλωσσικούς παράγοντες με τις φιλίες είναι πολύ περιορισμένες σε παιδιά με και χωρίς ΝΤΑ

    Η πρώτη αντικειμενική επισκόπηση γαλαξιών στις ακτίνες-Χ: κατανοώντας τη συσχέτιση μεταξύ της εκπομπής ακτινοβολίας-Χ και των αστρικών πληθυσμών

    No full text
    The integrated X-ray emission of normal galaxies (i.e. those without AGN) primarily produced by discrete X-ray binary (XRB) populations. Studying their X-ray emission is the most efficient way to probe the otherwise invisible population of compact objects and to investigate their formation, evolution, and ultimate fate. XRBs are tightly linked to the properties of the stellar populations in their host galaxies. Consequently, exploring the connection between XRBs and stellar populations of different ages and metallicities is essential for understanding their formation and evolution of binary stellar systems across cosmic time. Previous studies, limited to small local galaxy samples, revealed that XRB luminosities scale with star-formation rate , stellar mass, and metallicity but lacked coverage of rare or extreme populations. This thesis presents the first unbiased X-ray survey of normal galaxies in the local Universe, combining eROSITA (eRASS1) X-ray data with the HECATEv2 all-sky galaxy catalogue. This largest and most complete sample minimizes selection effects and enables robust constraints on XRB formation, evolution, and interaction with host galaxies. Particularly, the first part of this thesis presents the construction of the HECATEv2, the second release of the Heraklion Extragalactic Catalogue. HECATEv2 includes all-known galaxies within ~200 Mpc, and it provides extended and homogenized photometry, updated stellar population parameters, and updated activity classifications. Using this catalogue in the second part we study the connection of the X-ray luminosity with the stellar population parameters for the largest galaxy sample to day. We find that there is an excess (above the expected X-ray luminosity) up to ~2 dex. This excess is driven by a subpopulation of highly X-ray-luminous starburst galaxies, low metallicities, and young stellar populations, highlighting the role of metallicity, age, and stochasticity in shaping XRB populations. Motivated by these findings, in the last part of this thesis, we study the stochasticity effects in detail, by developing a statistical framework to interpret galaxy X-ray emission while accounting for stochastic sampling of XRB luminosity functions.Η εκπομπή ακτίνων Χ από γαλαξίες που δεν φιλοξενούν Ενεργούς Γαλαξιακού Πυρήνες (ΕΓΠ), παράγεται κυρίως από Διπλά Συστήματα Αστέρων εκπομπής στις Ακτίνων-Χ (ΔΣΑΧ). Η μελέτη τους αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο διερεύνησης του αόρατου πληθυσμού συμπαγών αντικειμένων, προσφέροντας κρίσιμες πληροφορίες για τη δημιουργία και την εξέλιξη τους. Τα ΔΣΑΧ συνδέονται με τις ιδιότητες των αστρικών πληθυσμών στους γαλαξίες. Συνεπώς, μελετώντας την συσχέτιση μεταξύ των ΔΣΑΧ και αστρικών πληθυσμών διαφορετικής ηλικίας και μεταλλικότητας, είναι σημαντικό για την κατανόηση του σχηματισμού και της εξέλιξης αυτών των αστρικών συστημάτων. Προηγούμενες μελέτες, βασισμένες σε σχετικά μικρά δείγματα γαλαξιών του τοπικού Σύμπαντος, έδειξαν ότι η φωτεινότητα των ΔΣΑΧ συσχετίζεται με τον ρυθμό σχηματισμού άστρων, τη μάζα άστρων και τη μεταλλικότητα, αλλά δεν κάλυπταν σπάνιους ή ακραίους πληθυσμούς γαλαξιών. Η παρούσα διατριβή παρουσιάζει την πρώτη αντικειμενική έρευνα ακτίνων Χ γαλαξιών στο Τοπικό Σύμπαν, μέσω του συνδυασμού των δεδομένων eROSITA (eRASS1) με τον κατάλογο γαλαξιών HECATEv2. Αυτό το μεγαλύτερο και πληρέστερο δείγμα ελαχιστοποιεί τις μεροληπτικές επιλογές δειγμάτων και θέτει ισχυρότερους περιορισμούς στη δημιουργία, εξέλιξη και αλληλεπίδραση των πληθυσμών ΔΣΑΧ με τους γαλαξίες. Συγκεκριμένα, στο πρώτο μέρος της διατριβής παρουσιάζεται η κατασκευή του HECATEv2, της δεύτερης έκδοσης του Heraklion Extragalactic Catalogue. Αυτός ο κατάλογος περιλαμβάνει όλους τους γνωστούς γαλαξίες εντός 200 Mpc και παρέχει εκτεταμένη και ομογενοποιημένη φωτομετρία, ανανεωμένες παραμέτρους αστρικών πληθυσμών και επικαιροποιημένες ταξινομήσεις γαλαξιακής δραστηριότητας. Χρησιμοποιώντας τον HECATEv2, στο δεύτερο μέρος μελετούμε τη σχέση της φωτεινότητας ακτίνων Χ με τις παραμέτρους των αστρικών πληθυσμών για το μεγαλύτερο δείγμα γαλαξιών που έχει εξεταστεί μέχρι σήμερα. Βρίσκουμε αυξημένη φωτεινότητα ακτίνων Χ που φθάνει έως 2 τάξεις μεγέθους πάνω από την αναμενόμενη. Αυτό οφείλεται σε εξαιρετικά φωτεινούς γαλαξίες με αυξημένη αστρογένεση, χαμηλές μεταλλικότητες και νεαρούς αστρικούς πληθυσμούς, αναδεικνύοντας τον ρόλο της μεταλλικότητας, της ηλικίας και των στοχαστικών διεργασιών στη διαμόρφωση των πληθυσμών ΔΣΑΧ. Με αφορμή τα αποτελέσματα αυτά, στο τελευταίο μέρος της διατριβής διερευνούμε λεπτομερώς τις στοχαστικές επιδράσεις, αναπτύσσοντας ένα στατιστικό πλαίσιο για την ερμηνεία της γαλαξιακής εκπομπής ακτίνων Χ που λαμβάνει υπόψη τη στοχαστική δειγματοληψία των κατανομών φωτεινότητας των ΔΣΑΧ

    L'image de l'Autre dans la littérature française et grecque de la Première Guerre mondiale

    No full text
    This thesis investigates the literary representations of the First World War by authors who were direct witnesses of the events in France and Greece. Its purpose is to examine how the war was perceived and interpreted within the two societies that participated in it. The analysis focuses on the image of the “other” − the enemy, the ally, and the compatriot soldier. These images are dynamic revealing both similarities and divergences between French and Greek literary traditions. Ultimately, all of them reflect the brutality of the Great War and the deep psychological trauma it inflicts upon individuals and societies, thereby reinforcing the anti-war character that underlies the literary production of both nations.Η διδακτορική διατριβή εξετάζει τη λογοτεχνική καταγραφή του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου από συγγραφείς μάρτυρες των γεγονότων στη Γαλλία και την Ελλάδα. Στόχος είναι να διερευνηθεί η πρόσληψη του πολέμου στις δύο κοινωνίες που ενεπλάκησαν σε αυτόν. Πιο συγκεκριμένα η μυθοπλαστική καταγραφή του προσεγγίζεται μέσω της εικόνας του Άλλου, δηλαδή του εχθρού, του συμμάχου αλλά και του συστρατιώτη. Οι παραπάνω λογοτεχνικές εικόνες είναι δυναμικές και παρουσιάζουν συγκλίσεις και αποκλίσεις στις δύο λογοτεχνίες. Όλες όμως ανεξαιρέτως αποτυπώνουν τη βαρβαρότητα της πρώτης παγκόσμιας σύρραξης και τα τραύματα που προκάλεσε στις ζωές των ανθρώπων, συμβάλλοντας στον αντιπολεμικό χαρακτήρα των κειμένων και στις δύο λογοτεχνίες.La présente étude examine des œuvres littéraires portant sur la Première Guerre mondiale, écrites par des témoins oculaires des événements en France et en Grèce. Notre but consiste à explorer la réception de la guerre dans les deux sociétés qui y ont été impliquées. Plus précisément, nous abordons la production romanesque à travers l’image de l’Autre, c’est-à-dire de l’ennemi, de l’allié et du combattant. Les images littéraires évoluent au cours du conflit et présentent des convergences et des divergences entre les deux littératures. Mais toutes sans exception révèlent la cruauté de la guerre et le trauma qu’elle a provoqué dans la vie des hommes, contribuant ainsi au caractère pacifiste des textes tant français que grecs

    Αφαίρεσις

    No full text
    Architecture is always portrayed as a process of adding and building but is scarcely discussed otherwise. Although removal has always been present within architectural practice, it remains absent within the architectural discourse as it is kept hidden, undervalued, or even unrecognizable by architects. Real estate crucially contributes to the cultivation of this perception, as it has contributed to a design culture focusing on the superlative -the tallest, the newest, the priciest- and has associated the act of building with value and profit generation. The result is that any form of unbuilding and removal has been related to economic loss, decline, and failure and therefore is pushed away as an unwanted situation. My conviction that architects should start considering any form of unbuilding and removal in architecture as an equal process with the ones of building and addition constituted the foundation of this thesis, which is investigating the possibility of an architecture that is produced by the reverse process of addition; the act of Apheresis. This thesis proposes Aphaeresis as a new pedagogy in the field of architecture and urban design, detects and defines its practice as an existent design method and examines the possibility for a respective urban theory to be conducted. Therefore, it aims to explore how Aphaeresis can work as an interpretative and critical design tool towards the forces that shape our built environments, radically challenges the established conceptions of “built” and “unbuilt” as well as updates the role of the architects today. Aphaeresis is researched first through literature review, which is divided in two parts. The first one consists of the relevant theories of the 20th century and the second one is structured around the three key urban theories of minor architecture, abstraction and subtraction, all of them introduced after the global 2007-2008 financial crisis.Empirical research is then carried out through two case studies; the Tudela-Culip Restoration project in Cap de Creus in the early 21st century - which is the primary case study - and the Restoration of the Acropolis Hill in the early 19th century - which works supplementary to the first one. Each project is analyzed in two different parts: the project’s narrative and the design process. In the second one, the invisible tensions and decisions that were applied to the implementation of each project are organized into an Action/Axion Plan, a preliminary, both conceptual and tangible phasing strategy, which orchestrates the necessary actions taken for the realization of an Aphaeresis project. The distillation of the study comes from the observation that all of the theoretical and applied sources used in the research historically appeared in relation to situations of crisis. Subsequently, I support that situations and periods of crisis work as a catalyst for architectural thought, as traditional conceptions are challenged, and new design methodologies are employed to manage and overcome the arisen feeling of uncertainty as well as to confront the urban complexities and deadlocks of our time. Aphaeresis comes to dispute the orthology of considering architecture merely as an additive process of investment and calls architects to see the design process in reverse; as a way to clear the way for meaningful transformations in architecture to take place according to cultural values.Η αρχιτεκτονική δεν αντιμετωπίζεται συχνά ως κάτι άλλο πέραν μιας προσθετικής και κατασκευαστικής διαδικασίας. Παρόλο που η εννοιολογική και απτή αφαίρεση αρχιτεκτονικής αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι πολυάριθμων αρχιτεκτονικών πρακτικών, η πράξη αυτή είναι απούσα από τον αρχιτεκτονικό λόγο καθώς θεωρείται μια πράξη υποδεέστερη, υποτιμημένη και στην αφάνεια, πολλές φορές μη αναγνωρισμένη από τους ίδιους του αρχιτέκτονες. Οι κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις (real estate) παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της αντίληψης, καθώς προωθούν μια σχεδιαστική κουλτούρα που επικεντρώνεται σε κάθε τι υπερθετικό - το πιο ψηλό, το πιο νέο, το πιο ακριβό κτήριο- και έχει συσχετίσει άμεσα την κατασκευαστική δραστηριότητα με επενδυτικές διαδικασίες και την παραγωγή κέρδους. Το αποτέλεσμα είναι πως κάθε έκφραση αποικοδόμησης (unbuilding) και απομάκρυνσης (removal) αρχιτεκτονικής ύλης έχει συνδυαστεί με αρνητικές έννοιες και καταστάσεις, όπως η οικονομική ύφεση και η αποτυχία. Έτσι, η αφαίρεση της αρχιτεκτονικής συνήθως απωθείται από τους αρχιτέκτονες τείνουν ως μια μη επιθυμητή κατάσταση. Η πεποίθησή μου πως οι αρχιτέκτονες πρέπει να αρχίσουν να υπολογίζουν τις πρακτικές αποικοδόμησης και απομάκρυνσης στην αρχιτεκτονική ως διαδικασίες ίσες με αυτές της ανοικοδόμησης και της πρόσθεσης, αποτέλεσε και το θεμέλιο λίθο αυτής της έρευνας. Στόχος της είναι να διερευνήσει την πιθανότητα ύπαρξης μιας αρχιτεκτονικής που παράγεται από το αντίστροφο μιας προσθετικής διαδικασίας· την πράξη της Αφαίρεσης. Σε αυτή τη διατριβή, η Αφαίρεση προτείνεται ως μια νέα παιδαγωγική στο πεδίο της αρχιτεκτονικής και του αστικού σχεδιασμού, εντοπίζεται και ορίζεται ως υφιστάμενη σχεδιαστική πρακτική και εξετάζεται η δυνατότητα διατύπωσής της ως θεωρίας. Επιπλέον, ερευνάται πως η Αφαίρεση μπορεί να λειτουργήσει ως ένα σχεδιαστικό εργαλείο ερμηνείας και κριτικής των δυνάμεων που διαμορφώνουν τα αστικά περιβάλλοντα, να αμφισβητήσει δραστικά τις παραδοσιακές έννοιες του αναφέρονται στην αρχιτεκτονική ως μια αποκλειστικά προσθετική διαδικασία καθώς και να ενημερώσει τον ρόλο των αρχιτεκτόνων σήμερα. Η πρώτη διερεύνηση του θέματος γίνεται μέσα από βιβλιογραφικές πηγές, οι οποίες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τις σχετικές θεωρίες που εμφανίστηκαν τον 20ο αιώνα και η δεύτερη μελετά τις τρεις βασικές σύγχρονες θεωρίες - minor architecture, abstraction και subtraction - που πραγματεύονται την αφαίρεση αρχιτεκτονικής και οι οποίες όλες αναπτύχθηκαν μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-2008. Στη συνέχεια αναπτύσσεται μία εμπειρική έρευνα μέσω δύο περιπτώσεων μελέτης (case studies)· την αποκατάσταση στο Cap de Creus στις αρχές του 21ου αιώνα - το οποίο αποτελεί την πρωταρχική μου βάση έρευνας- και τις εργασίες αποκατάστασης του λόφου της Ακρόπολης στις αρχές του 19ου αι. – έργο του οποίου η ανάλυση λειτουργεί συμπληρωματικά. Και οι δύο περιπτώσεις αναλύθηκαν σε δύο τμήματα· το πρώτο αφορά το αφήγημα του έργου (project narrative) και το δεύτερο αφορά τη σχεδιαστική διαδικασία (design process). Στη δεύτερη προτείνεται ένα Πλάνο Δράσης/ Αξιών (Action/Axion Plan) στο οποίο παρατίθενται και οργανώνονται όλες οι αδιόρατες δυνάμεις που επίδρασαν στην πραγματοποίηση του κάθε έργου. Το πλάνο αυτό αποτελεί μία προκαταρκτική, εννοιολογική αλλά και πραγματοποιήσιμη στρατηγική, η οποία δύναται να ενορχηστρώνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την πραγματοποίηση Αφαίρεσης στην αρχιτεκτονική. Κύριο εύρημα της έρευνας αποτελεί η παρατήρηση ότι όλες οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στη διατριβή, εμφανίστηκαν ιστορικά σε σχέση με κάποια κατάσταση κρίσης. Μέσα από την έρευνα, υποστηρίζεται ότι αυτές οι καταστάσεις και οι περίοδοι κρίσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την αρχιτεκτονική σκέψη, καθώς έχουν τη δύναμη να θέσουν υπό αμφισβήτηση παραδοσιακές αντιλήψεις και να ωθήσουν στην εύρεση και επιστράτευση νέων σχεδιαστικών μεθόδων. Οι μέθοδοι αυτοί κυρίως στοχεύουν στην καταπολέμηση του κοινωνικού αισθήματος αβεβαιότητας που γεννάται σε κάθε κρίση και στην αντιμετώπιση των εκάστοτε προβλημάτων και αδιεξόδων που εντοπίζονται στα αστικά περιβάλλοντα. Μέσω της Αφαίρεσης το δόγμα ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί μια διαδικασία αποκλειστικά προσθετική και επενδυτική αμφισβητείται και οι αρχιτέκτονες καλούνται να αντιληφθούν τη σχεδιαστική διαδικασία αντιστρόφως· ως μια μέθοδο που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικούς μετασχηματισμούς της αρχιτεκτονικής παιδείας, πρακτικής και θεωρίας με γνώμονα τις πολιτισμικές αξίες

    Ενίσχυση της αγροτικής βιωσιμότητας μέσω χρηματοοικονομικής τεχνολογίας και Διαδικτύου των Πραγμάτων

    No full text
    The global agricultural sector, while essential for human survival and economic stability, is also one of the largest contributors to anthropogenic greenhouse gas (GHG) emissions, highlighting an urgent and complex global challenge. In response, Agriculture 4.0 has emerged over the last decade as a new agricultural model aimed at integrating digital technologies, such as the Internet of Things (IoT), wireless sensor networks (WSNs), and data analytics, to enhance efficiency and introduce precision into farming operations. However, while technologically promising, the real-world impact of Agriculture 4.0 has been significantly limited by an extensive and fundamental gap between its technological potential and its practical, economic viability. The current development model has consistently prioritized technical sophistication over economic accessibility, resulting in a market of advanced but expensive solutions. The high capital expenditure (CAPEX) for proprietary hardware, coupled with ongoing operational expenditures (OPEX) for data services and maintenance, places these technologies far beyond the financial reach of the small and medium-sized farms that form the backbone of global food production. This economic barrier becomes increasingly worse by widespread infrastructural deficiencies in rural and remote regions, where unreliable power grids and a lack of high-bandwidth internet connectivity render cloud-dependent architectures impractical. Furthermore, the Agriculture 4.0 model also fails to address a more foundational issue that is related to the absence of a robust mechanism to translate positive environmental actions into tangible financial incentives. Within the traditional agricultural economic framework, GHG emissions are an unforeseen cost, as raw environmental data, while scientifically valuable, have no inherent economic value within existing financial ecosystems. This creates a data-to-value gap, where sustainable practices remain an expense rather than a potential revenue stream, thereby failing to create the market-driven demand necessary for widespread, voluntary adoption. This dissertation claims that these systemic limitations constitute the current agricultural model insufficient for driving a meaningful and scalable transition to sustainable agriculture. To address this multi-faceted challenge, this dissertation proposes and validates a new holistic agricultural model, that of FinTech-aligned Agriculture 5.0. The central thesis of this work is that the deep and early integration of financial technology (FinTech) principles into the entire lifecycle of agricultural innovation, from hardware design to data monetization, is the required driver that will link technological possibility and practical adoption. The proposed model is designed upon the next-generation technological basis of 6G-enabled IoT (6G-IoT), using its advanced capabilities for hyper-precise sensing, massive connectivity (umMTC), ultra-reliable low-latency communication (eRLLC), and expanded coverage through non-terrestrial networks (NTNs) to enable the data-intensive and autonomous operations that sustainable agriculture requires. This string technological foundation is then further fused with a two-stage FinTech-aligned methodology, explicitly designed to systematically minimize the economic and incentive-based challenges of Agriculture 4.0 at both the physical and data layers of the technology stack. The first stage of this proposed FinTech-aligned methodology addresses the primary challenge to entry at the physical layer: the high cost and uncertain return on investment (ROI) of advanced IoT hardware. On this note, this dissertation introduces FINDEAS, a novel financial technology-based design and assessment framework that treats IoT hardware not only as a technical tool, but also as an investable asset from its inception. Moving beyond traditional, isolated metrics like the technology readiness level (TRL), the FINDEAS framework provides a comprehensive set of criteria and standards that fuses financial and market considerations as core engineering requirements. The practical efficacy of this approach is thoroughly demonstrated through a detailed case study that involves the design and real-world deployment of the everWeather forecasting station. This low-cost and self-powered AIoT weather forecasting system, designed specifically for remote and resource-constrained agricultural environments, serves as a proof-of-concept, validating that a FinTech-first design philosophy can result in IoT systems that are both technologically capable and, more importantly, financially accessible to the global majority of agricultural producers. While an accessible physical layer solves the problem of data acquisition, the second and more important stage of this work’s methodology addresses the more profound challenge of creating data value and incentivization, achieved through the development of a comprehensive FinTech-aligned GHG emission optimization framework at the data layer. This framework provides a transparent, auditable, and economically grounded pipeline for converting raw, verifiable on-farm environmental data into standardized, market-valued assets. For this layer, the methodology begins by modeling the complex relationships of key agricultural GHG emission drivers using a sequence of interpretable, white-box statistical techniques. To this end, principal component analysis (PCA) is applied to identify high-level and actionable GHG emission mitigation strategies (e.g., "overall agricultural intensity", or "crop vs. livestock specialization"). In addition, k-Means clustering is used to divide heterogeneous national agricultural systems into distinct, more homogeneous emission profiles, ensuring that subsequent analysis is context-specific and avoids a one-size-fits-all approach. However, the core innovation of this data-layer framework lies in its final two steps that involve the GHG emissions modeling and optimization. To model the GHG emission data, a transparent and cluster-oriented principal component regression (PCR) model is used for each previously identified emission profile, establishing a clear and auditable relationship between the strategic drivers and total GHG emissions, while also ensuring that all recommendations are comprehensible to stakeholders. Finally, the framework operationalizes environmental goals through market mechanisms by integrating external pollutant stock market signals–carbon prices from the EU emissions trading system (ETS)–directly into its objective function, with a goal to transform the abstract environmental goal of minimizing emissions into the tangible and universally understood financial objective of minimizing the economic cost of emissions. To ensure that the generated recommendations are not only mathematically optimal but also grounded in achievable practice, the optimization is performed within realistic constraints that reflect practical short-term abatement potential. The effectiveness of this complete, end-to-end FinTech-aligned emission optimization model is validated through a comprehensive European case study using the FAOSTAT database, which validates the framework’s ability to generate targeted, interpretable, and actionable decarbonization strategies tailored to different agricultural profiles by successfully identifying significant, cost-effective emission reduction opportunities in high-intensity systems. In conclusion, this dissertation establishes and demonstrates a significant conceptual change from the technology-first development cycle of Agriculture 4.0 to an integrated, FinTech-first design methodology, providing a complete, market-driven model for a self-sustaining economic ecosystem that promotes sustainable agriculture.Η παγκόσμια γεωργία, παρότι θεμελιώδης για την ανθρώπινη επιβίωση και την οικονομική σταθερότητα, αποτελεί ταυτόχρονα και έναν από τους κυριότερους παράγοντες ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (greenhouse gases, GHGs), αναδεικνύοντας μια επείγουσα και σύνθετη παγκόσμια πρόκληση. Ως απάντηση, την τελευταία δεκαετία αναδύθηκε το μοντέλο της Γεωργίας 4.0 με στόχο την ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών, όπως το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things, IoT), τα ασύρματα δίκτυα αισθητήρων (wireless sensor networks, WSNs) και την ανάλυση δεδομένων, με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας και την εισαγωγή της γεωργίας ακριβείας. Ωστόσο, παρά τις τεχνολογικές του υποσχέσεις, η πραγματική συνεισφορά του συγκεκριμένου μοντέλου έχει περιοριστεί σημαντικά λόγω του υφιστάμενου χάσματος μεταξύ των τεχνολογικών του δυνατοτήτων και της οικονομικής του βιωσιμότητας. Το τρέχον αναπτυξιακό μοντέλο έχει δώσει σταθερά προτεραιότητα στην τεχνολογική πολυπλοκότητα έναντι της οικονομικής προσβασιμότητας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αγοράς προηγμένων αλλά δαπανηρών λύσεων. Το υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης (capital expenditure, CAPEX), σε συνδυασμό με τις συνεχείς λειτουργικές δαπάνες (operating expenditure, OPEX) των παρεχόμενων υπηρεσιών και της συντήρησής τους, καθιστούν αυτές τις τεχνολογίες απρόσιτες για τις μικρομεσαίες γεωργικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη βάση της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων. Το συγκεκριμένο οικονομικό εμπόδιο επιδεινώνεται περαιτέρω από τις εκτεταμένες ελλείψεις υποδομών ειδικά σε απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές, όπου τα αναξιόπιστα δίκτυα ηλεκτροδότησης και η έλλειψη ευρυζωνικότητας καθιστούν μη πρακτική τη χρήση αρχιτεκτονικών που βασίζονται στο υπολογιστικό νέφος (cloud). Επιπροσθέτως, το μοντέλο της Γεωργίας 4.0 αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει ένα ακόμα πιο θεμελιώδες ζήτημα που σχετίζεται με την απουσία ενός ισχυρού μηχανισμού που να μετατρέπει περιβαλλοντικές δράσεις (π.χ. μείωση εκπομπών) σε απτά οικονομικά κίνητρα. Στο υφιστάμενο γεωργικο-οικονομικό πλαίσιο, οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου αντιμετωπίζονται ως ένας αντίκτυπος της παραγωγής, το περιβαλλοντικό κόστος της οποίας δεν ενσωματώνεται στην τελική τιμή των προϊόντων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χάσμα λόγω της απουσίας ενός προκαθορισμένου μηχανισμού μετατροπής αυτής της πληροφορίας (δεδομένα) σε απτή οικονομική αξία (data-to-value gap). Ως αποτέλεσμα, οι βιώσιμες πρακτικές αποτελούν περισσότερο έξοδο για τους αγρότες παρά πηγή εσόδων, αποτυγχάνοντας έτσι να δημιουργήσουν την απαιτούμενη ζήτηση για την ευρεία υιοθέτησή τους. Η παρούσα διατριβή υποστηρίζει ότι αυτοί οι συστημικοί περιορισμοί καθιστούν το τρέχον γεωργικό μοντέλο ανεπαρκές για να οδηγήσει σε ουσιαστική και κλιμακούμενη μετάβαση προς μια βιώσιμη γεωργία. Ως λύση της συγκεκριμένης πρόκλησης, η παρούσα διατριβή προτείνει και επικυρώνει ένα νέο, ολιστικό μοντέλο με βάση τη Γεωργία 5.0, το οποίο συνδυάζει τα πλεονεκτήματα των 6G-IoT (6G-enabled IoT) δικτύων με τις αρχές της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech), υποστηρίζοντας ότι η ενσωμάτωση των αρχών της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας σε ολόκληρη τη διαδικασία της γεωργικής καινοτομίας αποτελεί τον απαραίτητο καταλύτη για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ τεχνολογικής δυνατότητας και πρακτικής υιοθέτησης. Το προτεινόμενο γεωργικό πλαίσιο δομείται πάνω στην τεχνολογική βάση των 6G-IoT δικτύων, αξιοποιώντας τις προηγμένες δυνατότητές τους για την υποστήριξη ενεργειακής αυτονομίας σε συνδυασμό με την εξαιρετικά γρήγορη και απομακρυσμένη συλλογή δεδομένων που απαιτεί αυτό το βιωσιμότερο παράδειγμα. Για την επίτευξη του προτεινόμενου γεωργικού πλαισίου, προτείνεται μια μεθοδολογία δύο επιπέδων, σχεδιασμένη συγκεκριμένα για την αντιμετώπιση των οικονομικών προκλήσεων και των εμποδίων υιοθέτησης της Γεωργίας 4.0, τόσο στο φυσικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των δεδομένων. Το πρώτο στάδιο της μεθοδολογίας εστιάζει στο φυσικό επίπεδο, αντιμετωπίζοντας το υψηλό κόστος του εξοπλισμού των IoT συστημάτων. Για τον σκοπό αυτό, η παρούσα διατριβή προτείνει ένα καινοτόμο πλαίσιο σχεδιασμού και αξιολόγησης (FINDEAS) που αντιμετωπίζει το υλικό (hardware) των IoT συστημάτων ως ένα επενδύσιμο περιουσιακό στοιχείο. Σε αντίθεση με υπάρχοντα πλαίσια αξιολόγησης, όπως το TRL (technology readiness level), το FINDEAS ενσωματώνει οικονομικά και αγοραία κριτήρια ως θεμελιώδεις απαιτήσεις ήδη από την αρχή της σχεδίασης του εκάστοτε συστήματος. Η πρακτική αποτελεσματικότητα αυτού του συνδυαστικού πλαισίου αποδεικνύεται μέσω του σχεδιασμού και της ανάπτυξης του μετεωρολογικού σταθμού everWeather, ενός χαμηλού κόστους και ενεργειακά αυτόνομου AIoT (artificial intelligence of things) συστήματος πρόγνωσης καιρού. Μέσω της συγκεκριμένης μελέτης περίπτωσης επικυρώνεται ο ισχυρισμός μας ότι μια σχεδιαστική φιλοσοφία που θέτει ως προτεραιότητα τις αρχές της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας μπορεί να παράγει IoT συστήματα που είναι ταυτόχρονα τεχνολογικά ικανά και, κυρίως, οικονομικά προσιτά. Το δεύτερο και πιο καινοτόμο στάδιο της προτεινόμενης μεθοδολογίας εστιάζει στο επίπεδο των δεδομένων, αντιμετωπίζοντας τη θεμελιώδη πρόκληση της δημιουργίας αξίας και κινήτρων, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου βελτιστοποίησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που παρέχει μια διαφανή και οικονομικά τεκμηριωμένη διαδικασία για τη μετατροπή των ανεπεξέργαστων περιβαλλοντικών δεδομένων σε τυποποιημένα περιουσιακά στοιχεία με αγοραία αξία. Για την ύπαρξη διαφάνειας, χρησιμοποιούνται παγιωμένες στατιστικές τεχνικές, όπως η ανάλυση κύριων συνιστωσών (principal component analysis, PCA) και η ομαδοποίηση κ-Μέσων (k-means clustering), αντί για black-boxed, έτοιμα μοντέλα μηχανικής μάθησης (machine learning, ML), με στόχο την μοντελοποίηση των σύνθετων σχέσεων των παραγόντων που προωθούν τις εκπομπές αεριών του θερμοκηπίου και την αναγνώριση συγκεκριμένων προφίλ εκπομπών. Ωστόσο, η βασική καινοτομία του συγκεκριμένου πλαισίου μείωσης ρύπων έγκειται στην τελική φάση του, η οποία περιλαμβάνει τη μοντελοποίηση των ρύπων και το σχεδιασμό της τελικής συνάρτησης βελτιστοποίησης. Για τη μοντελοποίηση των ρύπων, χρησιμοποιείται ένα μοντέλο παλινδρόμησης κύριων συνιστωσών (principal component regression, PCR), προσαρμοσμένο σε καθένα από τα προηγουμένως ταυτοποιημένα προφίλ εκπομπών, διασφαλίζοντας ότι οι παραγόμενες συστάσεις είναι πλήρως κατανοητές στους ενδιαφερόμενους φορείς. Στο τελικό στάδιο, το προτεινόμενο πλαίσιο μετατρέπει τους περιβαλλοντικούς στόχους σε πρακτικούς υπολογιστικούς όρους, ενσωματώνοντας μηχανισμούς τιμολόγησης από χρηματιστήρια ρύπων, και πιο συγκεκριμένα τιμές άνθρακα από το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (EU emissions trading system, ETS). Ως αποτέλεσμα, πλέον ο αφηρημένος στόχος της ελαχιστοποίησης εκπομπών μετατρέπεται στον απτό και παγκοσμίως κατανοητό στόχο της ελαχιστοποίησης του κόστους τους. Παράλληλα, και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι παραγόμενες συστάσεις του μοντέλου δεν είναι απλά μαθηματικά βέλτιστες, αλλά βασισμένες και σε εφικτές πρακτικές, η βελτιστοποίηση πραγματοποιείται εντός ρεαλιστικών περιορισμών που αντικατοπτρίζουν τις πρακτικές βραχυπρόθεσμες δυνατότητες μείωσης των εκπομπών. Τέλος, όπως και στο φυσικό επίπεδο, έτσι και σε αυτό, η αποτελεσματικότητα αυτού του ολοκληρωμένου μοντέλου επικυρώνεται μέσω μιας εκτενούς ευρωπαϊκής μελέτης περίπτωσης με δεδομένα από τον FAOSTAT (food and agriculture organization statistics), η οποία αποδεικνύει την ικανότητα του πλαισίου να παράγει στοχευμένες και εφαρμόσιμες στρατηγικές μείωσης ρύπων. Συνολικά, η παρούσα διατριβή εισάγει και αποδεικνύει μια ουσιαστική εννοιολογική μετατόπιση από το μοντέλο ανάπτυξης της Γεωργίας 4.0, που εστιάζει πρωτίστως στην τεχνολογία, σε μια ολοκληρωμένη σχεδιαστική μεθοδολογία που θέτει ως θεμέλιο τις αρχές της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, παρέχοντας ένα πλήρες μοντέλο για ένα αυτοσυντηρούμενο οικονομικό οικοσύστημα που ενισχύει τη βιώσιμη γεωργία

    Ενεργοποίηση της τύπου Ι και ΙΙ ιντερφερόνης στο σύνδρομο ξηρότητας

    No full text
    Sjögren's disease (SjD) is a systemic and chronic autoimmune disease affecting predominantly middle-aged females. It is characterized by lymphoid infiltration of exocrine glands, primarily the salivary and lacrimal glands, which lead to their dysfunction. Although it is considered mainly a localized disease of the exocrine glands, it can affect virtually any other organ system. The clinical manifestations are divided into those related to exocrine gland dysfunction (glandular) and those affecting other organs (extra-glandular or systemic manifestations). The majority of these patients have an indolent and benign course, while a small but significant percentage of them develop non-Hodgkin Lymphoma (NHL).The primary etiopathogenic event of SjD is unknown. However, it is widely accepted that its pathogenesis is the result of environmental insults, such as infections, chemical and/or physical agents, hormonal alterations, and stressful life events in genetically predisposed individuals, all of which led to periepithelial lymphocytic infiltrations across different organs (salivary and lacrimal glands, biliary ducts, renal tubules, bronchi). As a result, the term “Autoimmune Epithelitis” was proposed.Interferons (IFNs) have been previously shown to significantly contribute to the pathophysiology of several autoimmune disorders, including SjD. High serum levels of interferon activity have been documented in SjD patients, and upregulation of genes induced by type I and type II IFNs have been previously found to predominate in peripheral blood (PB) as well as in the salivary gland tissues of patients with SjD, respectively. Distinct transcriptional patterns of systemic and salivary gland IFN have also been detected, and the IFNγ/IFNα mRNA ratio in labial minor salivary glands (LMSGs) was found to be able to distinguish SjD patients with NHL from SjD patients without NHL and patients with sicca symptoms. To our knowledge, however, so far, it has not been recognized that a single IFN related gene distinguishes SjD patients with NHL from those without NHL and thus could serve as an easy biomarker in clinical practice. In the current study, transcriptomic analysis was implemented to identify potential novel biomarkers in the IFN pathway denoting the presence of lymphoma in the setting of SjD. The relationship between the IFN signature in LMSGs and the PB of SjD patients was also investigated. Interferon Stimulated Gene 15 (ISG-15) gene expression was able to distinguish SjD patients without NHL and SjD patients with NHL at both the periphery and tissue level and therefore could represent a novel biomarker for lymphoma development among SjD patients. Additionally, type I, but not type II, IFN-induced gene expression in LMSGs correlates well with gene expression in PB, denoting a common transcriptional profile of the type I IFN pathway in LMSGs and PB.Η Νόσος Sjögren (SjD) αποτελεί ένα συστηματικό και χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα που επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες μέσης ηλικίας. Χαρακτηρίζεται από λεμφοκυτταρικές διηθήσεις των εξωκρινών αδένων, ιδίως των σιελογόνων και των δακρυϊκών αδένων, με επακόλουθο την δυσλειτουργία τους. Παρόλο που θεωρείται κυρίως τοπική νόσος των εξωκρινών αδένων, πρακτικά μπορεί να προσβάλλει κάθε σύστημα οργάνων του ανθρώπου. Οι κλινικές εκδηλώσεις διαχωρίζονται σε αυτές που σχετίζονται με την δυσλειτουργία των εξωκρινών αδένων (αδενικές) και σε αυτές που επηρεάζουν άλλα όργανα (εξωαδενικές ή συστηματικές εκδηλώσεις). Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν μία ήπια και καλοήθη πορεία, ενώ ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό των ασθενών αναπτύσσουν Μη-Hodgkin Λέμφωμα (NHL). Κλινικοί και εργαστηριακοί δείκτες που προδιαθέτουν σε ανάπτυξη λεμφώματος έχουν αναπτυχθεί, χωρίς ωστόσο να είναι κατανοητά τα βιολογικά μονοπάτια που προσδίδουν αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο. Όπως στα περισσότερα αυτοάνοσα νοσήματα, το πρωτογενές αιτιοπαθογενετικό γεγονός δεν είναι γνωστό. Παρόλα αυτά είναι ευρέως δεκτό ότι η παθογένεση τους είναι το αποτέλεσμα περιβαλλοντικών παραγόντων (λοιμώξεις, χημικοί και φυσικοί παράγοντες), ορμονολογικών μεταβολών και στρεσσογόνων γεγονότων σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα οδηγώντας τα σε λεμφοκυτταρικές διηθήσεις σε διάφορα όργανα (σιελογόνοι και δακρυϊκοί αδένες, νεφρικά σωληνάρια, βρόγχοι). Ως εκ τούτου, έχει προταθεί ο ορισμός “Αυτοάνοση Επιθηλιίτιδα”. Έχει αποδειχθεί προηγουμένως ότι το σύστημα των ιντερφερονών (IFN) συμμετέχει σημαντικά στην παθοφυσιολογία πολλών αυτοάνοσων νοσημάτων συμπεριλαμβανομένου και του SjD. Υψηλά επίπεδα ενεργότητας ιντερφερόνης τύπου Ι έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με SjD και αυξημένη έκφραση των γονιδίων που επάγονται από την τύπου Ι και τύπου ΙΙ IFN φαίνεται ότι επικρατούν στο περιφερικό αίμα και στους ελάσσονες σιελογόνους αδένες του χείλους ασθενών με SjD, αντίστοιχα. Διαφορετικά μεταγραφικά πρότυπα IFN έχουν ανιχνευθεί στην περιφέρεια και στους σιελογόνους αδένες του χείλους ασθενών με SjD με το λόγο IFNγ/IFNα μεταγράφων στους ελάσσονες χειλικούς σιελογόνους αδένες να είναι ικανός βιοδείκτης ταξινόμησης μεταξύ ασθενών με SjD και NHL, SjD και αυτών με σύνδρομο ξηρότητας που δεν πληρούν τα κριτήρια της SjD. Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, ωστόσο, κανένα μοναδικό γονίδιο της οδού της IFN δεν έχει αναδειχθεί ως ικανός βιοδείκτης ανίχνευσης ασθενών με ΝHL στα πλαίσια της SjD στην κλινική πράξη. Στην παρούσα μελέτη, διερευνήθηκε ο ρόλος γονιδίων επαγόμενων από IFN Ι και ΙΙ στο περιφερικό αίμα και στους ελάσσονες σιελογόνους αδένες στη διάκριση ασθενών με SjD και SjD επιπλεγμένων από NHL. Επιπλέον, διερευνήθηκε η συσχέτιση της έκφρασης γονιδίων επαγόμενων από IFN στούς ελάσσονες χειλικούς σιελογόνους αδένες και στο περιφερικό αίμα των ασθενών με SjD. Η αυξημένη έκφραση του “επαγόμενου από την Ιντερφερόνη γονιδίου 15” (ISG-15) σε ασθενείς με SjD και NHL συγκριτικά με SjD ασθενείς χωρίς NHL τόσο σε επίπεδο περιφερικού αίματος όσο και σε επίπεδο ελασσόνων σιελογόνων αδένων, υποδηλώνει τη δυνητική του χρήση ως αξιόπιστου βιοδείκτη στην κλινική πράξη για την ανίχνευση NHL λεμφώματος στα πλαίσια της SjD. Eπιπλέον, η συσχέτιση της έκφρασης γονιδίων που επάγονται από την τύπου Ι IFN μεταξύ περιφερικού αίματος και ελασσόνων σιελογόνων αδένων ενισχύει το ρόλο τους ως δυνητικούς βιοδείκτες στην κλινική πράξη, υποδεικνύοντας ότι το περιφερικό αίμα μπορεί να αναπαράγει το προφίλ έκφρασης του ιστού-στόχου

    Information needs and fear of radiotherapy in women with breast cancer

    No full text
    Introduction: Breast cancer is the most common malignancy among women, and radiotherapy remains a cornerstone of its treatment. Despite its well-established therapeutic benefits, radiotherapy is often accompanied by substantial psychological burden, with fear being one of the most prevalent and multidimensional emotional reactions. Structured and culturally appropriate patient education has been shown to reduce psychological distress and enhance treatment adaptation. At the same time, no validated instrument existed in Greek for assessing fear specifically related to radiotherapy. Aim: The aim of this dissertation was to investigate the fear and educational needs of women with breast cancer undergoing radiotherapy, as well as to evaluate the effectiveness of a structured educational intervention in reducing fear and improving the psychological and functional status of patients. Materials & Methods: This quantitative study was conducted in two sequential stages. In the first stage, procedures of translation, cultural adaptation and psychometric evaluation of the QAFRT were performed, including factor analysis and reliability testing. In the second stage, 149 women with breast cancer participated and were allocated into an intervention group and a control group. The educational intervention consisted of a structured informational leaflet. Data collection was performed using the following instruments: Eastern Cooperative Oncology Group (ECOG) scale, Questionnaire for Assessing Fear of Radiotherapy in Oncology Patients (QAFRT), Profile of Mood States (POMS), MD Anderson Symptom Inventory (MDASI), Information Styles Questionnaire (ISQ), along with a clinical and demographic characteristics form. Statistical analysis was conducted using a mixed two-factor ANOVA model to examine longitudinal changes and between-group differences. Results: The Greek version of the QAFRT demonstrated high internal consistency, strong test–retest reliability, and a confirmed four-factor structure. The educational intervention led to significant reductions in total fear and all QAFRT subscales (p<0.0005). Improvements were also observed in psychological states (tension, depression, anger, confusion, fatigue) and symptom burden (p=0.002), while informational needs decreased substantially following the intervention (p<0.0005). Conclusions: Fear of radiotherapy among women with breast cancer is frequent and multidimensional. The Greek QAFRT is a reliable and valid tool for its assessment. The structured educational intervention proved effective in reducing fear, improving psychological well-being, and addressing informational needs, highlighting the essential role of patient education within oncology nursing.Εισαγωγή: Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τον συχνότερο τύπο καρκίνου στις γυναίκες, ενώ η ακτινοθεραπεία παραμένει βασική θεραπευτική επιλογή με αποδεδειγμένο όφελος. Παρά την αποτελεσματικότητά της, η διαδικασία συνοδεύεται από σημαντικό ψυχολογικό φόρτο, με τον φόβο να αποτελεί μία από τις κυρίαρχες και πολυδιάστατες συναισθηματικές αντιδράσεις. Η επαρκής και δομημένη εκπαίδευση των ασθενών έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την ψυχολογική δυσφορία και ενισχύει την προσαρμογή στη θεραπεία. Παράλληλα, απουσιάζει στα ελληνικά ένα ψυχομετρικά τεκμηριωμένο εργαλείο για την ειδική αξιολόγηση του φόβου που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία. Σκοπός: Σκοπός της διατριβής ήταν η διερεύνηση του φόβου και των εκπαιδευτικών αναγκών γυναικών με καρκίνο μαστού που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία καθώς και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μιας δομημένης εκπαιδευτικής παρέμβασης. Υλικό & Μέθοδος: Πρόκειται για μία ποσοτική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, ακολουθήθηκαν διαδικασίες μετάφρασης, πολιτισμικής προσαρμογής και ψυχομετρικής αξιολόγησης του QAFRT, με παραγοντική ανάλυση και δείκτες αξιοπιστίας. Στο δεύτερο στάδιο συμμετείχαν 149 γυναίκες με καρκίνο μαστού, κατανεμημένες σε ομάδα παρέμβασης και ομάδα ελέγχου. Η εκπαιδευτική παρέμβαση περιλάμβανε ενημερωτικό φυλλάδιο. Χρησιμοποιήθηκαν τα ερωτηματολόγια Eastern Cooperative Oncology Group (ECOG), Questionnaire for Assessing Fear of Radiotherapy in Oncology Patients (QAFRT), Profile of Mood States (POMS), MD Anderson Symptom Inventory (MDASI), Information Scale Questionnaire (ISQ) και κλινικοδημογραφικά χαρακτηριστικά. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με μικτό μοντέλο ANOVA δύο παραγόντων.Αποτελέσματα: Η ελληνική έκδοση του QAFRT παρουσίασε υψηλή εσωτερική συνοχή και ισχυρή επαναληψιμότητα, επιβεβαιώνοντας τετραπαραγοντική δομή. Η εκπαιδευτική παρέμβαση οδήγησε σε σημαντική μείωση του συνολικού φόβου και όλων των υποκλιμάκων του QAFRT (p<0.0005). Βελτιώθηκαν επίσης οι ψυχολογικές διαθέσεις (ένταση, κατάθλιψη, θυμός, σύγχυση, κόπωση) και μειώθηκαν τα συμπτώματα και οι επιπτώσεις τους στην καθημερινότητα (p<0.0005), ενώ οι πληροφοριακές ανάγκες περιορίστηκαν σημαντικά μετά την παρέμβαση (p=0.002). Συμπεράσματα: Ο φόβος για την ακτινοθεραπεία στις γυναίκες με καρκίνο μαστού είναι συχνός και πολυδιάστατος. Το QAFRT αποδείχθηκε αξιόπιστο και έγκυρο εργαλείο για την αξιολόγησή του στην ελληνική πραγματικότητα. Η στοχευμένη εκπαιδευτική παρέμβαση βελτίωσε ουσιαστικά τον φόβο, την ψυχολογική κατάσταση και τις πληροφοριακές ανάγκες, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της νοσηλευτικής εκπαίδευσης στην ογκολογική φροντίδα

    Stopping times with applications to finance and risk management

    No full text
    Stochastic processes belong to the broader domain of probability theory concerning mathematical models for phenomena that evolve over time. For this reason, they play a central role in modeling problems across various disciplines, such as finance, risk management, physics, meteorology, biology, and sequential analysis. One main categorization of stochastic processes is based on the nature of the observation time of the stochastic phenomenon, which is typically classified as either discrete or continuous. Among the most well-known discrete-time processes is the random walk, while in continuous time the Poisson process and the Brownian motion (or Wiener process) stand out, both belonging to the wider class of Lévy processes. The aforementioned processes are at the core of this doctoral thesis, which focuses on their applications in finance and risk management. An important concept considered in the thesis that is related to the trajectory of a stochastic process the so called “stopping time”. A stopping time is a random variable that represents the first continuous or discrete time at which the process under study satisfies a certain condition. The role of stopping times is crucial in many fundamental results of stochastic processes and in particular in martingale theory (e.g. in Optional Stopping Theorem). The main applications of stopping times considered in this thesis are: (i) The time until a surplus process of an insurance company either exceeds a safety level or falls below zero, with reference to the topic of ruin theory. (ii) The time at which the market price of an asset crosses a certain threshold, triggering the exercise, or activation, or deactivation of a specific option contract. Chapter 1 provides an overview of stochastic processes in both discrete and continuous time and introduces some fundamental models needed for our study, such as Lévy processes and martingales. It then defines the notion of stopping times and reviews key related results. The chapter concludes with an exposition of several measure-changing techniques and their applications to stochastic processes. Chapter 2 presents the most established models describing surplus processes related to an insurance portfolio, such as the Sparre Andersen renewal risk model and the classical risk model perturbed by diffusion. Next, the concepts of ruin probability and the Gerber-Shiu discounted penalty function are introduced. For each model, methods of evaluating several quantities of interest are studied using appropriate measure-changing techniques. Closed-form expressions are provided in the special case where the claim sizes follow an exponential distribution. Numerical examples are included to illustrate the theoretical results discussed in this introductory chapter on ruin theory. Chapter 3 focuses on generalized Gerber-Shiu functions where the stopping time corresponds to the time of ruin. A method is proposed to extend existing generalized Gerber-Shiu functions into a new function that takes also into account the number of claims until ruin. This result is derived via a measure-changing technique and is applied to the Sparre Andersen model, allowing dependence between claim amounts and inter-claim times. For specific dependence structures, analytical expressions are provided, concerning special cases of the generalized Gerber-Shiu function. The chapter concludes with numerical illustrations of the theoretical findings. Chapter 4 addresses a more general framework where the surplus process is modeled by a renewal jump-diffusion process. The stopping time considered here is the first exit time of the surplus process from an interval of the form [0,b], introducing the notion of an upper barrier b (safety level). In this model, a new form of a generalized Gerber-Shiu-type function is defined, where the surplus is inspected only at claim arrival times. A special case of the proposed function enables the study of the joint distribution of the time, the number of claims, the surplus, and the aggregate claim amount until exit from [0,b]. For this function, closed-form expressions are derived for certain classes of distributions capable of approximating any positive distribution of claim sizes and inter-arrival times. The applicability of the theoretical results is supported by presenting numerical examples at the end of the chapter. Chapter 5 introduces fundamental concepts related to financial derivatives, offering a brief overview of the most common option types. Two particular cases are discussed in more details. The first concerns European barrier options, where pricing is derived via an appropriate measure-changing technique, with European call options arising as a special case. Closed-form formulas are provided under the geometric Brownian motion framework. The second case deals with American options, where the stopping time corresponds to the optimal exercise time chosen by the holder. Analytical results are obtained for the perpetual option using appropriate change of measure techniques in the case of geometric Brownian motion. The chapter concludes with illustrative examples. Chapter 6 is the final chapter of the thesis, which is focused on perpetual American options. In this chapter, one of the basic assumptions in the related bibliography, concerning continuous inspection of the underlying assets value, is replaced by a new, and in some situations more realistic assumption that is based on the concept of random inspection. This assumption aims to capture uncertainty in investors behavior, where actions may occur at random times. Under this framework, a randomly observed Lévy jump-diffusion process is considered. The general results are applied to the case (a) of geometric Brownian motion and (b) jump-diffusion process with exponentially distributed upward and downward jumps. The chapter concludes with numerical examples illustrating the applicability of the main results, emphasizing the role of the random inspection process, which is modeled by an exogenous Poisson process.Ως αντικείμενο μελέτης, οι στοχαστικές ανελίξεις ανήκουν στο ευρύτερο φάσμα της θεωρίας πιθανοτήτων και χρησιμοποιούνται ως μαθηματική μοντελοποίηση φαινομένων τα οποία εξελίσσονται στον χρόνο. Γι’ αυτό το λόγο, αποτελούν κυρίαρχο ρόλο στην μοντελοποίηση προβλημάτων που αφορούν τον κλάδο των χρηματοοικονομικών, τη διαχείριση κινδύνων καθώς και άλλων ακόμα όπως τη φυσική, τη μετεωρολογία, τη βιολογία και ακολουθιακή ανάλυση. Ο βασικός διαχωρισμός τους αφορά τον χρόνο παρατήρησης του στοχαστικού φαινομένου ο οποίος συνήθως γίνεται σε διακριτό και συνεχή χρόνο. Ανάμεσα στις πιο διαδεδομένες ανελίξεις διακριτού χρόνου είναι ο τυχαίος περίπατος ενώ σε συνεχή χρόνο ξεχωρίζουν: η ανέλιξη Poisson, η κίνηση Brown ή αλλιώς ανέλιξη Wiener που υπάγονται στην ευρύτερη οικογένεια των ανελίξεων Lévy. Οι προαναφερθείσες ανελίξεις αποτελούν το επίκεντρο μελέτης της παρούσας διδακτορικής διατριβής προσανατολίζοντας την εφαρμογή τους στα χρηματοοικονομικά και στη διαχείριση κινδύνων. Μια πολύ σημαντική έννοια, που σχετίζεται με την διαδρομή μια ανέλιξης, είναι αυτή του χρόνου διακοπής. Ο χρόνος διακοπής είναι μια τυχαία μεταβλητή με ακέραιες ή συνεχείς τιμές ο οποίος προσδιορίζεται με βάση τη διαθέσιμη πληροφορία που παρέχεται από την πραγματοποίηση μιας στοχαστικής ανέλιξης. Συγκεκριμένα, σχετίζεται με την πρώτη χρονική στιγμή που η υπό μελέτη ανέλιξη ικανοποιεί μια συνθήκη. Αξίζει να αναφερθεί πως ο ρόλος του χρόνου διακοπής είναι καθοριστικός για πολλά από τα σημαντικότερα ευρήματα της θεωρίας της στοχαστικής ανάλυσης όπως είναι η έννοια της στοιχηματικής ανέλιξης (martingale) και το Θεώρημα Επιλεκτικής Διακοπής. Οι κυριότερες εφαρμογές που απασχολούν την παρούσα διδακτορική διατριβή είναι οι εξής: i) Στον αναλογισμό, ο χρόνος έως ότου η ανέλιξη πλεονάσματος μιας ασφαλιστικής εταιρίας υπερβεί κάποιο επίπεδο ασφαλείας ή πέσει κάτω από το μηδέν και αποτελεί αντικείμενο μελέτης της θεωρίας χρεοκοπίας. ii) Ο χρόνος που η χρηματιστηριακή τιμή ενός αξιογράφου υπερβεί ένα κατώφλι σηματοδοτώντας την εξάσκηση, την ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση ενός συγκεκριμένου δικαιώματος προαίρεσης. Στο Κεφάλαιο 1, αρχικά γίνεται μια σύντομη αναφορά των στοχαστικών ανελίξεων διακριτού και συνεχούς χρόνου και παρουσιάζονται οι βασικότερες από αυτές, όπως η ανέλιξη Lévy και οι ανελίξεις martingale. Στη συνέχεια δίνεται ο ορισμός του χρόνου διακοπής και η αναφορά των κυριότερων αποτελεσμάτων που σχετίζονται με αυτόν. Κλείνοντας, γίνεται μια αναφορά σε τεχνικές αλλαγής μέτρου και πώς αυτές εφαρμόζονται στις στοχαστικές ανελίξεις. Στο Κεφάλαιο 2, παρουσιάζονται τα πιο γνωστά μοντέλα που περιγράφουν την ανέλιξη πλεονάσματος, όπως είναι το ανανεωτικό μοντέλο Sparre Andersen και το κλασικό μοντέλο εφοδιασμένο με διάχυση. Έπειτα γίνεται εισαγωγή στις κυριότερες έννοιες όπως η πιθανότητα χρεοκοπίας και η αναμενόμενη προεξοφλητική συνάρτηση ποινής Gerber-Shiu. Για κάθε ένα από τα παραπάνω μοντέλα αποδεικνύονται τρόποι υπολογισμού της συνάρτησης Gerber-Shiu, χρησιμοποιώντας την τεχνική της αλλαγής μέτρου. Αναλυτικοί τύποι παρουσιάζονται στην περίπτωση που οι αποζημιώσεις μοντελοποιούνται μέσω της εκθετικής κατανομής. Στο τέλος, παρουσιάζονται αριθμητικά παραδείγματα με σκοπό την καλύτερη κατανόηση όσων αποτελεσμάτων σχολιάστηκαν σε αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο της θεωρίας χρεοκοπίας. Tο Κεφάλαιο 3 ξεκινά με αναφορά στην έννοια των γενικευμένων συναρτήσεων Gerber-Shiu και αφορά την περίπτωση που ο χρόνος διακοπής είναι η στιγμή χρεοκοπίας. Έπειτα προτείνεται ένας τρόπος που οδηγεί στην επέκταση κάθε υπάρχουσας γενικευμένης συνάρτησης Gerber-Shiu σε μια νέα συνάρτηση η οποία λαμβάνει υπόψιν της και τον αριθμό των αποζημιώσεων μέχρι τη χρεοκοπία. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα βασίζεται σε μια τεχνική αλλαγής μέτρου και εφαρμόζεται στην περίπτωση μελέτης του μοντέλου Sparre Andersen επιτρέποντας την παρουσία εξάρτησης μεταξύ των αποζημιώσεων και των ενδιάμεσων χρόνων διαδοχικών αποζημιώσεων. Για συγκεκριμένες υποθέσεις εξάρτησης, αναλυτικοί τύποι δίνονται μαζί με συναρτήσεις που απορρέουν από μια ειδική περίπτωση γενικευμένης συνάρτησης Gerber-Shiu. Κλείνοντας, παρουσιάζονται αριθμητικά παραδείγματα των θεωρητικών αποτελεσμάτων που παρουσιάστηκαν στο κεφάλαιο. Το Κεφάλαιο 4, αφορά την πιο γενική περίπτωση όπου το πλεόνασμα περιγράφεται μέσω μιας ανανεωτικής ανέλιξης διάχυσης με άλματα. Ο χρόνος διακοπής που μελετάται, είναι η στιγμή πρώτης εξόδου του πλεονάσματος από ένα διάστημα της μορφής [0,b], εισάγοντας την έννοια του ανώτατου ορίου b. Στο μοντέλο αυτό μια νέα μορφή γενικευμένης συνάρτησης τύπου Gerber-Shiu εισάγεται με το πλεόνασμα να επιθεωρείται επιλεκτικά σε χρονικές στιγμές αποζημιώσεων. Μια ειδική περίπτωση της προτεινόμενης συνάρτησης δίνει την δυνατότητα να μελετηθεί η από κοινού κατανομή του χρόνου, του αριθμού των αποζημιώσεων, του συνολικού πλεονάσματος και του συνολικού ποσού αποζημίωσης έως ότου το πλεόνασμα εξέλθει από το διάστημα [0,b]. Για αυτή τη συνάρτηση κλειστοί τύποι δίνονται υπό συγκεκριμένες κλάσεις κατανομών οι οποίες έχουν την ικανότητα να προσεγγίσουν οποιεσδήποτε θετικές κατανομές. Η εφαρμογή των θεωρητικών αποτελεσμάτων παρουσιάζεται μέσω αριθμητικών παραδειγμάτων στο τέλος του κεφαλαίου. Το Κεφάλαιο 5 είναι εισαγωγικό και παρουσιάζονται θεμελιώδεις έννοιες που σχετίζονται με τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Ειδικότερα, επικεντρώνεται σε γενική παρουσίαση των δημοφιλέστερων δικαιωμάτων προαίρεσης. Δύο περιπτώσεις ξεχωρίζουν μεταξύ αυτών και σχολιάζονται εκτενέστερα. Η πρώτη αφορά τα δικαιώματα προαίρεσης κατωφλίου (barrier option) στα οποία ο χρόνος διακοπής είναι ντετερμινιστικός. Για μια υποκατηγορία δικαιωμάτων κατωφλίου παρουσιάζεται ο τρόπος τιμολόγησής του, μέσω κατάλληλης τεχνικής αλλαγής μέτρου με τα κλασικά δικαιώματα Ευρωπαϊκού τύπου να προκύπτουν ως ειδική περίπτωση. Έπειτα, κλειστοί τύποι παρουσιάζονται στην περίπτωση της γεωμετρικής κίνησης Brown. Η δεύτερη περίπτωση δικαιωμάτων είναι αυτή των Αμερικανικού τύπου με δυνατότητα εξάσκησης στο διηνεκές όπου ο χρόνος διακοπής αποτελεί την στιγμή εξάσκησης του δικαιώματος από τον κάτοχο του. Αναλυτικά αποτελέσματα παρουσιάζονται μέσω αλλαγής μέτρου στην περίπτωση της γεωμετρικής κίνησης Brown. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την παρουσίαση αριθμητικών παραδειγμάτων. Το Κεφάλαιο 6 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο της διατριβής στο οποίο μελετώνται τα δικαιώματα Αμερικανικού τύπου με δυνατότητα εξάσκησης στο διηνεκές. Σε αυτό το κεφάλαιο, μια από τις βασικότερες υποθέσεις συνεχούς επιθεώρησης της αξίας μιας μετοχής αντικαθίσταται από μια νέα και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο ρεαλιστική, υπόθεση από αυτή της τυχαίας επιθεώρησης. Η υπόθεση αυτή γίνεται για να ερμηνεύσει καλύτερα τα μοντέλα συνεχούς χρόνου δίνοντας έμφαση στην αβεβαιότητα ορισμένου τύπου επενδυτών που ενεργούν σε τυχαίους χρόνους. Εφαρμόζοντας την ιδέα αυτή, μελετάται η περίπτωση μιας τυχαία επιθεωρημένης ανέλιξης διάχυσης με άλματα (Lévy). Χρησιμοποιώντας ως βασικό εργαλείο την τεχνική αλλαγής μέτρου, γίνεται τιμολόγηση του δικαιώματος βασιζόμενη σε μια βέλτιστη στιγμή εξάσκησης. Τα γενικά αποτελέσματα εφαρμόζονται στην περίπτωση της γεωμετρική κίνησης Brown καθώς και σε μια ανέλιξη διάχυσης με εκθετικά κατανεμημένα άνω και κάτω άλματα. Τέλος, παρουσιάζονται αριθμητικά παραδείγματα σε αποτελέσματα που εξήχθησαν αναλυτικοί τύποι, δίνοντας έμφαση στην παράμετρο τυχαίας επιθεώρησης η οποία βασίζεται σε μία εξωγενή ανέλιξη Poisson

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇