Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Subregionalism in Europe: evolution and effectiveness of the EU macroregional strategies

    No full text
    This dissertation explores the contribution of macro-regional strategies in addressing cross-border challenges within the European Union, while simultaneously focusing on the ways in which these strategies strengthen subregional planning and cross-border cooperation. Macro-regional strategies have been designed to tackle common challenges by applying a bottom-up approach that involves the participation of national, regional, and local actors. This dissertation seeks to investigate the extent to which macro-regional strategies can function as effective tools of territorial governance and as mechanisms for enhancing European cohesion. In particular, it analyzes how multi-level governance, the reinforcement of institutional cooperation, and the focus on common priorities—such as sustainable development, environmental protection, and innovation—can contribute to the creation of functional subregional frameworks and to the deepening of cooperation between EU Member States and third countries. Through coordination and collaboration, greater effectiveness is achieved in managing issues on a broad geographical scale that transcends national borders. This framework generates joint actions that promote the integrated development of macro-regions, while simultaneously strengthening the subregions within them.Η παρούσα διατριβή, διερευνά τη συμβολή των μακροπεριφερειακών στρατηγικών στην αντιμετώπιση των διασυνοριακών προκλήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εστιάζοντας παράλληλα στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι στρατηγικές ενισχύουν τον υποπεριφερειακό σχεδιασμό και τη διασυνοριακή συνεργασία. Οι μακροπεριφερειακές στρατηγικές έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων, εφαρμόζοντας μια προσέγγιση από τη βάση προς τα πάνω, η οποία περιλαμβάνει τη συμμετοχή εθνικών, περιφερειακών και τοπικών φορέων. Η διατριβή αυτή επιχειρεί να διερευνήσει κατά πόσο οι μακροπεριφερειακές στρατηγικές μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικά εργαλεία εδαφικής διακυβέρνησης και ενίσχυσης της ευρωπαϊκής συνοχής. Ειδικότερα, στη διατριβή αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, η ενίσχυση της θεσμικής συνεργασίας και η εστίαση σε κοινές προτεραιότητες -όπως η βιώσιμη ανάπτυξη, η προστασία του περιβάλλοντος και η καινοτομία- δύνανται να συμβάλλουν στη δημιουργία των λειτουργικών υποπεριφερειακών πλαισίων και στην εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ και των τρίτων χωρών. Μέσα από το συντονισμό και τη συνεργασία, επιτυγχάνεται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη διαχείριση των ζητημάτων σε ευρεία γεωγραφική κλίμακα, που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα. Αυτό το πλαίσιο, δημιουργεί κοινές δράσεις που προωθούν την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των μακροπεριφερειών, ενισχύοντας ταυτόχρονα και τις υποπεριφέρειες που βρίσκονται μέσα σε αυτές

    Study of genetic polymorphisms of human leukocyte antigens in patients with diffuse large B-cell lymphoma

    No full text
    Polymorphisms of the human leukocyte antigens (HLA) gene locus appear to be associated with the risk of developing malignant neoplasms, including lymphomas. Among the factors implicated in their pathogenesis, the genetic background is considered to play a critical and determining role. The aim of this study is to determine whether HLA polymorphisms are associated with the risk of developing diffuse large B-cell lymphoma (DLBCL) and whether the polymorphisms are related to overall survival (OS) and progression free survival (PFS). During the study, some patients developed sequential lymphoma. Based on this observation, an attempt was made to investigate HLA polymorphisms in a group of patients with DLBCL and sequential lymphoma. HLA class I (HLA-A, HLA-B, HLA-C) and class II (HLA-DRB1, HLA-DQB1) alleles were typed in 60 patients with DLBCL, who constituted our patient group, and in 236 healthy adult donors from the Northern Greece bone marrow bank, who constituted our control group. HLA typing was performed with molecular methods, Sequence - Specific Oligonucleotide HLA (SSO) and Sequence - Specific Primer HLA (SSP). The phenotypic frequencies of HLA-A, HLA-B, HLA-C, HLA-DRB1 and HLA-DQB1 between the two groups (patients and control) were compared using the 2-sided Fisher's exact test. Results with a p value < 0.05 were considered statistically significant. Odds ratios with 95% confidence intervals were calculated to further strengthen the results. The 2-sided Fisher's exact test was also applied to alleles found in only one of the two groups, while the odds ratios along with the confidence intervals were corrected using the Haldane-Anscombe method. Typing of HLA class I and class II alleles were also performed in the group of sequential lymphomas consisting of 8 individuals who developed sequential lymphoma, in whom DLBCL was either the primary or the second lymphoma. Among the HLA polymorphisms studied, the frequency of the HLA-C*12 allele was significantly lower in patients with DLBCL compared to the control group (3.33% vs. 17.9%, OR = 0.16, 95% CI: 0.04-0.44). Survival analysis revealed that the presence of HLA-C*12 was not associated with improved or worsened OS and PFS. No statistically significant correlations were observed in the phenotypic frequencies of HLA-A, HLA-B, HLA-DQB1 and HLA-DRB1 between the control and DLBCL groups. In the group of sequential lymphomas, it was found that the HLA-DQB1*03:01(DQ7) alleles were common in four patients. Our results indicate the role of HLA polymorphisms in the risk of developing DLBCL in both groups of patients. However, due to the relatively small number of participants, further studies are needed to consolidate our findings and ascertain the clinical implications of these genetic variants in the management and prognosis of patients with DLBCL.Οι πολυμορφισμοί των ανθρώπινων λευκοκυτταρικών αντιγόνων (Human Leucocyte Αntigens-HLA), σχετίζονται με τον κίνδυνο ανάπτυξης τόσο αυτοάνοσων νοσημάτων, όσο και κακοήθων νεοπλασιών, ανάμεσα στις οποίες είναι και τα λεμφώματα. Ανάμεσα στους παράγοντες που ενοχοποιούνται για την παθογένεση τους το γενετικό υπόστρωμα θεωρείται ότι παίζει καθοριστικό ρόλο. Στόχος της διατριβής είναι να προσδιοριστεί εάν οι πολυμορφισμοί του γονιδιακού τόπου των HLA σχετίζονται με τον κίνδυνο ανάπτυξης διάχυτου λεμφώματος από μεγάλα Β κύτταρα (Diffuse Large B-Cell Lymphoma, DLBCL) και την συνολική επιβίωση (Overall Survival-OS) καθώς και την επιβίωση χωρίς εξέλιξη νόσου (Progression Free Survival-PFS) αυτών των ασθενών. Κατά την διεξαγωγή της μελέτης κάποιοι ασθενείς ανέπτυξαν διαδοχικό/δεύτερο λέμφωμα. Με αφορμή αυτήν την παρατήρηση έγινε προσπάθεια διερεύνησης των πολυμορφισμών των HLA σε ομάδα ασθενών με DLBCL και διαδοχικό/δεύτερο λέμφωμα. Έγινε τυποποίηση των HLA τάξης Ι (HLA-A, HLA-B, HLA-C) και τάξης II (HLA-DRB1, HLA-DQB1) σε 60 ασθενείς με DLBCL, που αποτέλεσαν την ομάδα των ασθενών μας και σε 236 υγιείς ενήλικες δότες από την τράπεζα μυελού των οστών της Βόρειας Ελλάδας, οι οποίοι αποτέλεσαν την ομάδα των υγιών μαρτύρων. Η τυποποίηση των HLA πραγματοποιήθηκε με τις μοριακές μεθόδους, Sequence - Specific Oligonucleotide HLA (SSO) και Sequence - Specific Primer HLA (SSP). Οι φαινοτυπικές συχνότητες των HLA-A, HLA-B, HLA-C, HLA-DRB1 και HLA-DQB1 μεταξύ ομάδας ασθενών και ομάδας υγιών μαρτύρων συγκρίθηκαν με το 2-sided Fisher's exact test. Τα αποτελέσματα με τιμή p<0.05 θεωρήθηκαν στατιστικά σημαντικά. Υπολογίστηκαν λόγοι πιθανοτήτων με διαστήματα εμπιστοσύνης 95% για την περαιτέρω ενίσχυση των αποτελεσμάτων. Το 2-sided Fisher's exact test εφαρμόστηκε επίσης σε αλληλόμορφα που βρέθηκαν μόνο σε μία από τις δύο ομάδες, ενώ οι λόγοι πιθανοτήτων μαζί με τα διαστήματα εμπιστοσύνης διορθώθηκαν με τη μέθοδο Haldane-Anscombe. Τυποποίηση των αλληλόμορφων HLA τάξης Ι και τάξης II έγινε και στην ομάδα των διαδοχικών/δεύτερων λεμφωμάτων που αποτελούνταν από 8 άτομα, στα οποία το DLBCL ήταν είτε το πρωτογενές είτε το δεύτερο λέμφωμα. Μεταξύ των μελετημένων πολυμορφισμών των HLA, η συχνότητα του αλληλόμορφου HLA-C*12 ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς με DLBCL σε σύγκριση με την ομάδα υγιών μαρτύρων (3.33% έναντι 17.9 %, OR = 0.16, 95% CI: 0.04-0.44). Η συχνότητα του HLA-B*39 ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς με DLBCL σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, αλλά λόγω της χαμηλής συχνότητας αυτού του πολυμορφισμού στον πληθυσμό που μελετήθηκε και του μικρού μεγέθους του δείγματος, η αξία αυτής της διαπίστωσης είναι περιορισμένη. Η ανάλυση επιβίωσης αποκάλυψε ότι η παρουσία του HLA-C*12 δεν συσχετίστηκε με βελτιωμένη ή επιδεινωμένη OS και PFS. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις στις φαινοτυπικές συχνότητες των HLA-A, HLA-B, HLA-DQB1 και HLA-DRB1 μεταξύ των ομάδων υγιών μαρτύρων και DLBCL. Στην ομάδα των διαδοχικών λεμφωμάτων διαπιστώθηκε ότι τo HLA-DQB1*03:01(DQ7) αλλήλιo ήταν κοινό σε τέσσερις ασθενείς. Τα αποτελέσματά μας υποδεικνύουν τον ρόλο των πολυμορφισμών των HLA στον κίνδυνο εκδήλωσης DLBCL τόσο στην ομάδα των ασθενών με πρωτογενές λέμφωμα όσο και στην ομάδα των διαδοχικών/δεύτερων λεμφωμάτων. Ωστόσο, λόγω του σχετικά μικρού αριθμού συμμετεχόντων, απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για την εδραίωση των ευρημάτων μας και την εξακρίβωση των κλινικών επιπτώσεων των HLA στη διαχείριση και την πρόγνωση των ασθενών με DLBCL

    Triterpenes of Chios Mastic Gum (Pistachia lentiscus var. Chia) as scaffold for the design and synthesis of new bioactive compounds

    No full text
    Chios mastic gum is a natural resin rich in chemical constituents, exclusively produced by the mastic trees (Pistacia lentiscus var. Chia) cultivated in the southern region of Chios Island. Its therapeutic applications date back to antiquity, and in 2015, the European Medicines Agency issued a monograph recognizing its use as herbal medicine. Terpenes constitute the major chemical group, accounting for about 65–70% of the total resin’s weight and the majority belongs to triterpenoids. In more detail, approx. 25-27% comprises the neutral fraction and 38% the acidic fraction. Notably, the characteristic triterpenic acids found in CMG are the 24Z-masticadienonic acid (ΜΝΑ) and the 24Z-isomasticadienonic acid (ΙΜΝΑ).Despite the well-documented antioxidant, anti-inflammatory, and antimicrobial properties of mastic, most studies have focused on evaluating the biological activity of the whole resin. The pharmacological investigation of its major triterpenic acids, namely MNA and IMNA, remains limited, primarily due to difficulties in isolating sufficient quantities of these compounds. Many of the biological properties of mastic are believed to be attributed to its triterpenic acids. Therefore, a major objective of this PhD thesis was to develop an efficient method for isolating MNA and IMNA in adequate purity and yield, enabling the assessment of their biological activities. Based on the outcomes of these evaluations, the design and synthesis of structural analogues were pursued, aiming to enhance biological activity and investigate structure–activity relationships (SAR).This research study is divided into four main chapters. Initially, an effective extraction method for the main triterpenic acids was established, followed by their pharmacological evaluation against important biological targets such as the TGR5 receptor - a promising therapeutic target involved in bile acid homeostasis and metabolic regulation. Also, their anti-inflammatory and antioxidant properties were assessed by examining their effects on NRF2 activation, as well as on inflammatory mediators, including cytokines (TNF-α, IL-6) and the transcription factor NF-κB. Subsequently, structural analogues were designed and synthesized based on both experimental findings and literature insights, with the aim of optimizing biological activity.For the first time, IMNA was also evaluated for its activity against both HIV-1 and HIV-2 viral strains, as well as across eight cancer cell lines. Several of its synthesized analogues exhibited improved activity. The design of these analogues was guided by literature data highlighting the pharmacological relevance of specific structural features in related triterpenoids. In addition, analogues of oleanolic acid—another triterpenic acid present in mastic in sufficient quantities—were synthesized and tested for TGR5 receptor agonism. Molecular docking studies of the new compounds into the receptor's active site further elucidated critical structural features contributing to biological activity. Overall, this doctoral thesis highlights the pharmacological potential of mastic's main triterpenic acids and their structural analogues, providing valuable insights for the rational design and synthesis of novel bioactive molecules with enhanced efficacy. These findings lay the groundwork for the development of more targeted and effective pharmacological approaches.Η Μαστίχα Χίου αποτελεί μία διαφανή ρητίνη πλούσια σε χημικά συστατικά, η οποία παράγεται αποκλειστικά από τα μαστιχόδενδρα που φύονται στο νότιο τμήμα της Χίου (Pistachia lentiscus var. Chia). Οι θεραπευτικές της χρήσεις χρονολογούνται από την αρχαιότητα, ενώ το 2015 ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων εξέδωσε μονογραφία για τη χρήση της μαστίχας ως φυτοθεραπευτικό Τα τριτερπένια αποτελούν την πιο χαρακτηριστική χημική ομάδα που απαντάται στη μαστίχα και χωρίζονται σε ουδέτερα τριτερπένια (~27%) και όξινα τριτερπένια (~38%), κύρια όξινα τριτερπένια είναι το 24Ζ-μαστιχαδιενονικό οξύ (ΜΝΑ) και το 24Ζ-ισομαστιχαδιενονικό οξύ (ΙΜΝΑ).Μεταξύ άλλων ιδιοτήτων, η μαστίχα παρουσιάζει αντιοξειδωτική, αντιφλεγμονώδη, και αντιβακτηριακή δράση. Βέβαια, οι περισσότερες έρευνες επικεντρώνονται στη μελέτη ολόκληρης της ρητίνης, ενώ αυτές που αφορούν τη φαρμακολογική αξιολόγηση των κύριων τριτερπενικών οξέων ΜΝΑ και ΙΜΝΑ είναι περιορισμένες, καθώς η απομόνωσή τους σε επαρκής ποσότητες δεν έχει καταστεί δυνατή. Ταυτόχρονα, πολλές από τις ιδιότητές της θεωρείται ότι οφείλονται στην παρουσία των τριτερπενικών οξέων, γι’ αυτό και πρώτο στόχο της διδακτορικής διατριβής αποτέλεσε η ανάπτυξη μιας μεθόδου απομόνωσης των οξέων σε επαρκείς ποσότητες και καθαρότητα, προκειμένου να αξιολογηθεί η δράση τους και έπειτα, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα, ο σχεδιασμός και η σύνθεση δομικών αναλόγων, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της δραστικότητάς τους αλλά και την διερεύνηση της σχέσης δομής-δράσης. Για τις ανάγκες όλων των παραπάνω η διδακτορική διατριβή χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Αρχικά, αναπτύχθηκε μια αποδοτική μέθοδος παραλαβής των κύριων τριτερπενικών οξέων και αξιολογήθηκε η δράση τους έναντι πολύ σημαντικών βιολογικών στόχων, όπως ο υποδοχέας TGR5, ο οποίος αποτελεί έναν σημαντικό θεραπευτικό στόχο. Συμμετέχει σε κρίσιμες βιολογικές διεργασίες, όπως στην ομοιόσταση των χολικών οξέων και στη ρύθμιση του μεταβολισμού. Παράλληλα, αξιολογήθηκε η δράση τους στον μεταγραφικό παράγοντα NRF2 και επίσης, μελετήθηκε η επίδραση αυτών σε διάφορους φλεγμονώδεις δείκτες όπως οι κυτοκίνες (ΤΝF-α, IL-6) και o μεταγραφικός παράγοντας ΝF-κB. Στη συνέχεια, με βάση τα αποτελέσματα αλλά και βιβλιογραφικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, σχεδιάστηκαν και συντέθηκαν δομικά ανάλογα αυτών με σκοπό της βελτιστοποίηση της δράσης τους. Επιπροσθέτως, ελέγχθηκε για πρώτη φορά η δράση του ΙΜΝΑ έναντι και των δύο τύπων του ιού HIV (HIV-1 και HIV-2) και 8 καρκινικών κυτταρικών σειρών, ενώ ταυτόχρονα, συντέθηκαν δομικά ανάλογά του, κάποια από τα οποία παρουσίασαν βελτιωμένη δράση σε σχέση με το μόριο οδηγό. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο σχεδιασμός των νέων αναλόγων του ΙΜΝΑ βασίστηκε σε βιβλιογραφικά δεδομένα που ανέδειξαν τη φαρμακολογική σημασία συγκεκριμένων δομικών χαρακτηριστικών σε συγγενή τριτερπένια. Σε δεύτερο χρόνο συντέθηκαν ανάλογα του ολεανονικού οξέος, ενός ακόμα τριτερπενικού οξέος που υπάρχει στη μαστίχα σε ικανοποιητικές ποσότητες και ελέγχθηκε η αγωνιστική τους δράση στον υποδοχέα TGR5. Ταυτόχρονα, πραγματοποιήθηκαν μελέτες μοριακής προσομοίωσης πρόσδεσης των νέων συνθετικών αναλόγων στο ενεργό κέντρο του υποδοχέα, μέσα από τις οποίες αναδείχθηκαν κρίσιμες δομικές ομάδες που συμβάλλουν στη βιολογική δραστικότητα. Συνολικά, στην παρούσα διδακτορική διατριβή αναδείχθηκε η φαρμακολογική αξία των κύριων τριτερπενικών οξέων και των δομικών τους αναλόγων, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για τον ορθολογικό σχεδιασμό και τη σύνθεση νέων μορίων με ενισχυμένη δράση, παρέχοντας με αυτό τον τρόπο τη βάση για πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές φαρμακολογικές προσεγγίσεις

    Διερευνώντας τον μεταβολισμό και τα εξωσώματα του όγκου προς την in silico, in vitro και in vivo επαναστόχευση φαρμάκων στο πολύμορφο γλοιοβλάστωμα

    No full text
    In the era of precision oncology, clinical management of glioblastoma remains a major challenge, indicating an urgent need for novel drug targets and companion biomarkers in a multidisciplinary therapeutic strategy rationale. We and others appreciate that the elusive characterization of hypoxic and radioresistant glioblastoma cells is an important impediment to translational precision medicine. The purpose of the present study is to combine 1D and 3D data for in silico, in vitro, and in vivo drug repurposing, focusing on tumor bioenergetics and oncometabolism. The rationale of drug repurposing lies in the principles of molecular pharmacology, especially when biological redundancy and polypharmacology are considered. Both biological redundancy and polypharmacology are based on a molecular networking view of the cellular function, as they require, at first, protein-protein interactions. Putting the radioresistant cell in the spotlight, our approach is based on omics and 3D molecular structure data. We focus on disease-centric and at the same time, drug-centric repurposing of the only human paracaspase, MALT1, looking for allosteric inhibitors. We employed pharmacophore modeling and molecular docking to screen vast libraries of existing drugs and new chemical entities (NCEs), while balancing chemical diversity and drug-likeness, and next, the most promising ones were selected. Their allostery and inhibitory activity against MALT1, alongside their cytotoxicity were assessed in patient-derived glioblastoma spheroids. Drug-drug interaction risks were further explored upon CYP450-mediated inhibition profiling. Our findings allowed us to pinpoint promising candidates, exhibiting potent allosteric inhibition of MALT1 and selective cytotoxicity in MALT1-overexpressing glioblastoma spheroids. Our findings also highlight the potential of repurposing DPP-4 inhibitors, such as sitagliptin, for the treatment of glioblastoma. Additionally, exploring the interplay between MALT1 inhibition and EV-derived miRNAs, we highlight new avenues for understanding the molecular basis of glioblastoma progression and resistance. A mass spectrometry-based untargeted metabolomic analysis on plasma samples from glioblastoma patients was employed to delineate the role of metabolic remodeling in biological plasticity and, hence, disease severity. Following data processing and analysis, we established a bioenergetic profile coordinated by the mitochondrial function and redox state, lipids, and energy substrates. We propose that biological plasticity in glioblastoma is a mechanism of adaptation and resistance to treatment which is eloquently revealed by bioenergetics. As our work demonstrates, drug repurposing, guided by a comprehensive understanding of the tumor's metabolic state, holds promise for tailoring treatments to the right patient, with the right drug, at the right dose, and at the optimal time.Στην εποχή της ογκολογίας ακριβείας, το πολύμορφο γλοιοβλάστωμα εξακολουθεί να αποτελεί έντονη πρόκληση, καλώντας προς νέους φαρμακευτικούς στόχους και συνοδούς βιοδείκτες (companion biomarkers) στo πλαίσιo μιας συνδυαστικής προσέγγισης αντιμετώπισής του. Είναι αληθές πως η εξατομικευμένη ακτινοθεραπεία δυσχεραίνεται από τον ασαφή και δίχως ομοφωνία χαρακτηρισμό του υποξικού και συνεπώς, ακτινοανθεκτικού κυττάρου. Στην παρούσα διδακτορική διατριβή θα προβούμε στην επαναστόχευση φαρμάκων, in silico, in vitro και in vivo, συνδυάζοντας 1D και 3D δεδομένα, εστιάζοντας στη βιοενεργητική (bioenergetics) και τον μεταβολισμό του όγκου (oncometabolism). Η επαναστόχευση φαρμάκων θεμελιώνεται από τις αρχές της μοριακής φαρμακολογίας και συγκεκριμένα, στον βιολογικό πλεονασμό (biological redundancy) και την πολυφαρμακολογία (polypharmacology). O όρος «βιολογικός πλεονασμός» αφορά την κοινή πρωτεϊνική ρύθμιση πλήθους μονοπατιών σηματοδότησης του κυττάρου, ώστε φαινομενικά ξεχωριστές ασθένειες να οφείλονται σε κοινή παθοφυσιολογία. Ο όρος «πολυφαρμοκολογία» αναφέρεται στην ικανότητα μιας φαρμακευτικής ουσίας να δρα σε διαφορετικά μόρια-στόχους. Τόσο ο βιολογικός πλεονασμός, όσο και η πολυφαρμακολογία, αρχικά, προϋποθέτουν σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ κυτταρικών πρωτεϊνών κι επομένως, ερμηνεύονται με μια δικτυακή θεώρηση της κυτταρικής λειτουργίας. Θέτοντας το ακτινοανθεκτικό κύτταρο στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, η προσέγγισή μας δομείται από 1D δεδομένα ομικών τεχνολογιών και 3D δεδομένα μοριακής δομής και εστιάζει στη βιοενεργητική και τον μεταβολισμό του όγκου, αλλά και τα εξωκυττάρια κυστίδια του τελευταίου, αναζητώντας συνοδούς βιοδείκτες. Επικεντρωνόμαστε, τόσο στη νοσοκεντρική, όσο και τη φαρμακοκεντρική επαναστόχευση, με στόχο τη μοναδική ανθρώπινη παρακασπάση, MALT1, αναζητώντας αλλοστερικούς αναστολείς. Χρησιμοποιήσαμε μοντελοποίηση φαρμακοφόρων (pharmacophore modelling) και προσομοιώσεις μοριακής πρόσδεσης (molecular docking) για σάρωση βιβλιοθηκών εγκεκριμένων φαρμάκων και νέων χημικών οντοτήτων, διατηρώντας την ισορροπία ανάμεσα στη χημική ποικιλομορφία και σε ιδιότητες, που ορίζουν την ομοιότητα με φάρμακο (drug-likeness) και επιλέξαμε τις πιο υποσχόμενες ενώσεις. Η επακόλουθη πειραματική στρατηγική ήταν κρίσιμη, αξιολογώντας τη δραστικότητα των επιλεγμένων ενώσεων έναντι της MALT1, παράλληλα με την αξιολόγηση της κυτταροτοξικότητάς τους σε 3D σφαιροειδή γλοιοβλαστώματος, προερχόμενα από ασθενείς. Η αξιολόγηση του προφίλ αναστολής των κυτοχρωμάτων P450 ήταν σημαντική για την εκτίμηση του κινδύνου αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων για τις υποψήφιες ενώσεις. Τα ευρήματά μας οδήγησαν σε υποψήφιους αναστολείς με ισχυρή αναστολή της προτεολυτικής δράσης της MALT1 και επιλεκτική κυτταροτοξικότητα σε σφαιροειδή γλοιοβλαστώματος με υπερέκφραση αυτής. Παράλληλα, επισημαίνεται η δυνατότητα επαναστόχευσης αναστολέων της DPP-4, όπως η σιταγλιπτίνη, για τη θεραπεία του γλοιοβλαστώματος. Η διερεύνηση της συσχέτισης της αναστολής της MALT1 με miRNAs, που προέρχονται από εξωκυτταρικά κυστίδια, ανοίγει νέους δρόμους για την κατανόηση της μοριακής βάσης της εξέλιξης της νόσου και της ανθεκτικότητας στη θεραπεία. H μη στοχευμένη μεταβολομική ανάλυση βασισμένη στη φασματομετρία μάζας εφαρμόστηκε σε δείγματα πλάσματος από ασθενείς με γλοιοβλάστωμα για να αποσαφηνιστεί ο ρόλος του μεταβολικού αναπρογραμματισμού στη βιολογική πλαστικότητα του όγκου και κατά συνέπεια, στη δριμύτητα της νόσου. Μετά την επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων, προτείνουμε ένα βιοενεργειακό προφίλ, που χαρακτηρίζεται από τη λειτουργία των μιτοχονδρίων και την οξειδοαναγωγική κατάσταση, τα λιπίδια και τα ενεργειακά υποστρώματα. Προτείνουμε ότι η βιολογική πλαστικότητα στο γλοιοβλάστωμα είναι ένας μηχανισμός προσαρμογής και ανθεκτικότητας στη θεραπεία, που αποκαλύπτεται εύγλωττα μέσω της βιοενεργειακής κατάστασης του κυττάρου. Όπως παρουσιάζεται στην παρούσα διατριβή, η επανατοποθέτηση φαρμάκων, καθοδηγούμενη από μια ολοκληρωμένη κατανόηση της μεταβολικής κατάστασης του όγκου, μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην εξατομίκευση της θεραπείας για τον κατάλληλο ασθενή, με το κατάλληλο φάρμακο, στη σωστή δόση και στον κατάλληλο χρόνο

    Intelligent devices and edge computing in the Internet of Things

    No full text
    Ιnsects play a vital role in ecosystems, participating in pollination and other natural processes, however they can cause problems for agricultural crops. Therefore, it is necessary to control and regulate their populations. Traditional techniques for monitoring insects have a limited range, are time-consuming, and require many skilled workers. Advances in technology, along with the development of the Internet of Things and the rapid evolution of Artificial Intelligence, make it possible to monitor insects automatically and non-invasively with smart traps. This thesis focuses on the use of Internet of Things and edge computing technologies to develop smart devices that incorporate artificial intelligence techniques. The goal is to create autonomous, innovative real-time data monitoring systems that meet the modern needs of agriculture and environmental management. Among the key contributions of the thesis is the development of a low-cost electronic insect trap (smart e-trap) that performs on-site image processing with a built-in deep learning model for automatic counting of harmful insects. A cost-effective device was developed, which has increased energy autonomy and provides satisfactory image quality for identification purposes. This device is designed to count the number of insects and transfer images from inside the trap to a remote server. The analysis and counting of insects is performed locally, using built-in quantized deep learning models. This study compares various performance parameters of three different edge devices, namely ESP32, Raspberry Pi Model 4, and Google Coral, which run deep learning algorithms using the TensorFlow Lite development framework. Each edge device was able to process images and achieve an accuracy of over 95%. However, processing times and energy consumption varied between the different devices. Our findings suggest that ESP32 emerges as the most suitable choice in the context of this application in line with our policy for low-cost and low-power devices.The second part describes the development of an image-based insect trap with features that distinguish it from other camera traps: (a) no manual labeling of training images is required to learn how to count target insects, and (b) it autonomously removes captured insects, making it ideal for prolonged use. The device includes a funnel trap with pheromone, into which a Raspberry Pi microcontroller equipped with a camera and deep learning algorithms for counting agricultural pests is integrated. In addition, the device receives instructions from the server that determines its functionality, and a built-in servo motor can automatically rotate the removable bottom of the bucket to dispose of dehydrated insects when they begin to accumulate. As a result, it overcomes a significant limitation of camera-based insect traps, which is the inevitable clogging and obstruction caused by the accumulation of insects over time, enhancing the trap’s autonomous functionality. Cases that are not adequately covered in the literature are examined, such as counting in crowded conditionsand large concentrations using crowd counting algorithms, especially in human surveillance scenarios. Finally, a comparative analysis of the results obtained from insect population measurements is carried out, applying different methods with deep learning algorithms: a) object detection algorithms (YOLOv7/8), b) algorithms for crowd counting (CSRNET), and c) regression algorithms in convolutional models. It is noteworthy that there is no single, ideal measurement method suitable for all circumstances involving overlapping insects of different sizes. After evaluating the advantages and disadvantages, it is suggested that YOLOv7/8 is generally the most satisfactory solution. In the third part, the new Diopsis dataset, which includes annotated images from sticky traps in the field, is used to examine an approach that focuses on enhancing the image set withdifferent backgrounds, as well as the SAHI approach that allows the detection of microscopic objects in object detection models such as YOLO. Extracting insects from training images to create enhanced backgrounds and using these backgrounds as bases for artificially shifting insects can enhance detection accuracy. In addition, SAHI techniques are combined during the operation of the YOLOv10nano model, achieving an mAP50 of 72.7%. Achieving mAP50 at 72.7% using a small model such as YOLOv10nano, which is suitable for small edge devices, demonstrates the efficient tracking of insects on energy-efficient devices such as the Raspberry Pi Zero W 2. Finally, extending the scope of this work beyond biodiversity monitoring practices and visual counting, we propose the development of a comprehensive acoustic monitoring system that combines a variety of technologies. This system aims to create a platform for distributed monitoring of audio data in real time. The system uses a network of microphones mounted on ESP32 devices, which transmit compressed audio clips via MQTT protocol to Raspberry Pi 5 devices for acoustic classification. These devices incorporate an audio transformer (AST) model trained on the AudioSet dataset, which allows for immediate categorization and time-stamping of audio events with high accuracy. The output of the transformer is stored in an event database and then converted to JSON format upon request or interface requirements. The generated JSON files are further processed into a graph structure, which incorporates the annotated soundscape, offering a multidimensional and holistic representation of sound environments. The graphs and JSON structures are then examined and analyzed using special Python code and language models (LLM), allowing the system to respond to complex questions regarding the nature, relationships, and context of the recorded sound events.A new graph analysis method is proposed that achieves low false alarm rates. The methodology for creating and processing event graphs outlined above was applied to the analysis of the audio content of a 1 hour and 40 minute film featuring dangerous driving practices. Our graph-based approach achieved an accuracy of 0.882, precision of 0.8, recall of 1.0, and an F1 score of 0.89.By combining the reliability of distributed sound detection with the accuracy of transformer-based sound classification (AST), the proposed method treats sound data as text, laying the foundations for new, advanced applications in acoustic surveillance and environmental monitoring, among others.Τα έντομα διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στα οικοσυστήματα, συμμετέχοντας στην επικονίαση και άλλες φυσικές διαδικασίες, παρότι υπάρχει περίπτωση να προκαλέσουν προβλήματα στις αγροτικές καλλιέργειες. Επομένως, είναι απαραίτητος ο έλεγχος και η ρύθμιση των πληθυσμών τους. Οι κλασικές τεχνικές για την παρακολούθηση εντόμων έχουν περιορισμένο εύρος, απαιτούν πολύ χρόνο, και χρειάζονται πολλούς εξειδικευμένους εργαζόμενους. Η πρόοδος στην τεχνολογία, μαζί με την ανάπτυξη του Διαδικτύου των Πραγμάτων (Internet of Things) και την ταχύτατη εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, καθιστούν εφικτή την αυτοματοποιημένη και μη επεμβατική παρακολούθηση των εντόμων με έξυπνες παγίδες. Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στην αξιοποίηση τεχνολογιών Διαδικτύου των Πραγμάτων και επεξεργασίας στα άκρα του δικτύου (Edge Computing) για την ανάπτυξη έξυπνων συσκευών που ενσωματώνουν τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence). Ο στόχος είναι η δημιουργία αυτόνομων, καινοτόμων συστημάτων παρακολούθησης δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, τα οποία καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες της γεωργίας και της περιβαλλοντικής διαχείρισης. Μεταξύ των βασικών συνεισφορών της διατριβής είναι η ανάπτυξη μιας ηλεκτρονικής παγίδας εντόμων (smart e-trap) χαμηλού κόστους, που πραγματοποιεί τοπική επεξεργασία εικόνας με ενσωματωμένο μοντέλο βαθιάς μάθησης για αυτόματη καταμέτρηση επιβλαβών εντόμων. Αναπτύχθηκε μια οικονομικά αποδοτική συσκευή, η οποία διαθέτει αυξημένη ενεργειακή αυτονομία και παρέχει ικανοποιητικής ποιότητας εικόνες για τις ανάγκες αναγνώρισης. Η συσκευή αυτή είναι σχεδιασμένη να καταμετράει το πλήθος των εντόμων και να μεταφέρει εικόνες από το εσωτερικό της παγίδας σε έναν απομακρυσμένο διακομιστή. Η ανάλυση και η καταμέτρηση των εντόμων πραγματοποιούνται τοπικά, μέσω ενσωματωμένων κβαντισμένων μοντέλων βαθιάς μάθησης (Deep Learning). Αυτή η μελέτη συγκρίνει διάφορες παραμέτρους της απόδοσης τριών διαφορετικών συσκευών ακμής, συγκεκριμένα του ESP32, του Raspberry Pi Model 4, και του Google Coral, οι οποίες εκτελούν αλγορίθμους βαθιάς μάθησης χρησιμοποιώντας το πλαίσιο ανάπτυξης TensorFlow Lite. Κάθε συσκευή άκρης (Edge Device) ήταν σε θέση να επεξεργάζεται εικόνες και να επιτυγχάνει ακρίβεια καταμέτρησης (accuracy) άνω του 95%. Ωστόσο, οι χρόνοι της επεξεργασίας και η κατανάλωση ενέργειας διαφοροποιούνταν μεταξύ των διαφορετικών συσκευών. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι το ESP32 αναδεικνύεται ως η πλέον κατάλληλη επιλογή στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής σύμφωνα με την πολιτική μας για συσκευές χαμηλού κόστους και χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας. Στο δεύτερο μέρος, ακολουθεί η περιγραφή της ανάπτυξης μιας εντομοπαγίδας βασισμένης σε εικόνες, με χαρακτηριστικά που την ξεχωρίζουν από άλλες παγίδες με κάμερα: (α) δεν απαιτείται χειροκίνητη επισήμανση των εικόνων εκπαίδευσης για την εκμάθηση της καταμέτρησης των εντόμων στόχων και (β) απομακρύνει αυτόματα τα παγιδευμένα έντομα, γεγονός που την καθιστά ιδανική για παρατεταμένη χρήση. Η συσκευή περιλαμβάνει μια παγίδα χωνιού με φερομόνη, στην οποία έχει ενσωματωθεί ένας Raspberry Pi μικροϋπολογιστής εξοπλισμένος με κάμερα και αλγορίθμους βαθιάς μάθησης για την καταμέτρηση γεωργικών παρασίτων. Επιπρόσθετα, η συσκευή λαμβάνει οδηγίες από τον διακομιστή που καθορίζει τη λειτουργικότητά της, ένας ενσωματωμένος σερβοκινητήρας μπορεί να περιστρέφει αυτόματα το αποσπώμενο κάτω μέρος του κάδου για την απόρριψη των αφυδατωμένων εντόμων όταν αρχίσουν να συσσωρεύονται. Ως αποτέλεσμα, ξεπερνά έναν ουσιαστικό περιορισμό των παγίδων εντόμων με κάμερες που είναι η αναπόφευκτη επικάλυψη και απόκρυψη που προκαλείται από τη συσσώρευση εντόμων με την πάροδο του χρόνου, ενισχύοντας την αυτόνομη λειτουργική δυνατότητα της παγίδας. Εξετάζονται περιπτώσεις που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς στη βιβλιογραφία, όπως η καταμέτρηση σε συνθήκες συμφόρησης και μεγάλων συγκεντρώσεων με τη χρήση αλγορίθμων καταμέτρησης πλήθους με χάρτες πυκνότητας. Τέλος, διεξάγεται μια συγκριτική ανάλυση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από τις μετρήσεις πληθυσμού εντόμων, εφαρμόζοντας διαφορετικές μεθόδους βαθιάς μάθησης: α) εντοπισμό αντικειμένων (YOLOv7/8), β) καταμέτρηση πλήθους (CSRNET), και γ) συνελικτικά μοντέλα με παλινδρόμηση. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υφίσταται μια ενιαία και ιδανική μέθοδος μέτρησης κατάλληλη για όλες τις περιστάσεις που αφορούν έντομα διαφόρων μεγεθών με επικάλυψη. Έχοντας αξιολογηθεί τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, υποδεικνύεται ότι το YOLOv7/8 αποτελεί γενικά την πιο ικανοποιητική λύση. Στο τρίτο μέρος, αξιοποιείται το νέο σύνολο δεδομένων Diopsis, το οποίο περιλαμβάνει επισημασμένες εικόνες από κολλώδεις παγίδες στον αγρό. Με βάση αυτό το σύνολο εξετάζεται: (α) η ενίσχυση των εικόνων με διαφορετικά υπόβαθρα και (β) η προσέγγιση Slicing Aided Hyper Inference (SAHI) που επιτρέπει την ανίχνευση μικροσκοπικών αντικειμένων σε μοντέλα εντοπισμού αντικειμένων όπως το YOLO. Η εξαγωγή εντόμων από εκπαιδευτικές εικόνες για τη δημιουργία βελτιωμένων φόντων και η χρήση αυτών των φόντων ως βάσεις για την τεχνητή μετατόπιση των εντόμων μπορούν να ενισχύσουν την ακρίβεια του εντοπισμού. Επιπλέον, συνδυάζονται τεχνικές SAHI κατά τη λειτουργία του μοντέλου YOLOv10nano, επιτυγχάνοντας mAP50 περίπου 72,7%. Με την επίτευξη mAP50 στο 72,7% αξιοποιώντας ένα μικρό μοντέλο όπως το YOLOv10nano, το οποίο είναι κατάλληλο για μικρές συσκευές άκρης, αποδεικνύεται η αποτελεσματική παρακολούθηση εντόμων σε ενεργειακά αποδοτικές συσκευές, όπως το Raspberry Pi Zero W 2. Τέλος, η εργασία πέρα από τον έλεγχο βιοποικιλότητας και την οπτική καταμέτρηση εντόμων, επεκτείνεται με την πρόταση ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου συστήματος ακουστικής επιτήρησης, το οποίο συνδυάζει ποικίλες τεχνολογίες. Το σύστημα αυτό αποσκοπεί στη δημιουργία μιας πλατφόρμας για την κατανεμημένη παρακολούθηση ηχητικών δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Το σύστημα χρησιμοποιεί ένα δίκτυο μικροφώνων τοποθετημένων σε συσκευές ESP32, τα οποία μεταδίδουν συμπιεσμένα κομμάτια ήχου μέσω πρωτοκόλλουMQTT σε συσκευές Raspberry Pi 5 για ακουστική ταξινόμηση. Οι συσκευές αυτές ενσωματώνουν ένα μοντέλο βαθιάς μάθησης μετασχηματιστή ήχου (AST) εκπαιδευμένο στο AudioSet dataset, το οποίο επιτρέπει την άμεση κατηγοριοποίηση και τη χρονοσήμανση των ηχητικών συμβάντων με μεγάλη ακρίβεια. Η έξοδος του μετασχηματιστή διατηρείται σε μια βάση δεδομένων συμβάντων και στη συνέχεια μετατρέπεται σε μορφή JSON κατόπιν αιτήματος ή αναγκών διεπαφής. Τα παραγόμενα αρχεία JSON επεξεργάζονται επιπλέον σε μια δομή γράφου, η οποία ενσωματώνει το σχολιασμένο ηχοτοπίο, προσφέροντας μια πολυδιάστατη και ολιστική απεικόνιση των ηχητικών περιβαλλόντων. Οι γράφοι και οι JSON δομές εξετάζονται και αναλύονται έπειτα μέσω ειδικού Python κώδικα και γλωσσικών μοντέλων (LLM), επιτρέποντας στο σύστημα να ανταποκρίνεται σε περίπλοκες ερωτήσεις αναφορικά με τη φύση, τις σχέσεις και το πλαίσιο των καταγεγραμμένων ηχητικών συμβάντων. Προτείνεται μια νέα μέθοδος ανάλυσης γράφων που επιτυγχάνει χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης ψευδών περιστατικών. Η μεθοδολογία δημιουργίας και επεξεργασίας γράφων συμβάντων που επισημαίνεται εφαρμόστηκε στην ανάλυση του ηχητικού περιεχομένου μιας ταινίας διάρκειας 1 ώρας και 40 λεπτών που περιλαμβάνει επικίνδυνες πρακτικές οδήγησης. Η προσέγγισή μας με γράφους πέτυχε ακρίβεια (Accuracy) 0,882, πιστότητα (Precision) 0,8, ανάκληση(Recall) 1,0 και βαθμολογία F1 0,89. Συνδυάζοντας την αξιοπιστία της κατανεμημένης ανίχνευσης ήχων με την ακρίβεια της ταξινόμησης ήχου που βασίζεται στον μετασχηματιστή (AST), η προτεινόμενη μέθοδος αντιμετωπίζει τα ηχητικά δεδομένα ως κείμενο, δημιουργώντας τις βάσεις για νέες, προηγμένες εφαρμογές στην ακουστική επιτήρηση και την περιβαλλοντική παρακολούθηση, μεταξύ άλλων

    The impact of migraine, as a chronic disease-disability, on work, and the labor rights of migraine sufferers

    No full text
    Migraine is one of the most prevalent neurological disorders, causing a significant burden, with a global prevalence that exceeds one billion people. It represents a multifactorial condition with social implications and severe effects on functionality, quality of life, and employment integration. Migraine’s social and occupational dimension has been scarcely studied in Greece. This doctoral dissertation adopts a holistic approach to migraine as a biomedical, social, and occupational public health issue in the Greek context. Specifically, its objectives concern the documentation of probable migraine among university students without a prior medical diagnosis; and the investigation of migraine’s impact on functionality, quality of life, and occupational productivity among employees. Particular emphasis is placed on individual, environmental, and occupational factors, as well as on issues concerning rights and reasonable adjustments in the workplace. Two quantitative studies were conducted using self-administered questionnaires among university students (without a medical diagnosis of migraine) and employees with a self-reported medical diagnosis. Statistical analyses included univariate and multivariate approaches to identify predictive indicators of functional impairment and productivity loss. Overall, the findings highlight the multifaceted impact of migraine at the clinical, cognitive, psychosocial, and occupational level. Absenteeism was relatively limited, whereas presenteeism emerged as the main source of productivity loss. The most significant difficulties were related to tasks with high cognitive demands-such as maintaining concentration, initiating new tasks, processing information quickly, and using computers-as well as increased sensitivity to sensory stimuli, including light, noise, odors, and poor ventilation. Women, individuals with chronic migraine or migraine with aura, and those experiencing more frequent and severe attacks demonstrated greater functional impairment. Quality of life was identified as a key determinant of occupational productivity among people with migraine, further underscoring presenteeism as a major cause of reduced work performance. The study introduces the application of specialized tools for assessing occupational functioning in a Greek sample and proposes a comprehensive framework that integrates clinical, cognitive, and environmental factors. Migraine is not merely a headache but a chronic functional disability, with its greatest impact observed during the most productive years of life. The invisible loss of performance through presenteeism leads to a systematic underestimation of the real impact, highlighting the need for targeted health and employment policies. Finally, the findings and proposed interventions may constitute an important step toward recognizing the seriousness of the issue and improving the current situation for individuals with migraine in the workplace.Η ημικρανία αποτελεί μία από τις συχνότερες νευρολογικές διαταραχές, προκαλώντας σημαντική επιβάρυνση, με παγκόσμιο επιπολασμό που υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο άτομα. Συνιστά πολυπαραγοντικό φαινόμενο, με κοινωνικές προεκτάσεις και σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής και την εργασιακή ένταξη. Στην Ελλάδα, η κοινωνική και εργασιακή διάσταση της ημικρανίας έχει μελετηθεί περιορισμένα. Η διατριβή προσεγγίζει ολιστικά την ημικρανία ως βιοϊατρικό, κοινωνικό και εργασιακό ζήτημα δημόσιας υγείας στο ελληνικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, στόχος της είναι, αφενός η αποτύπωση του επιπολασμού της πιθανής ημικρανίας σε φοιτητές χωρίς προηγούμενη διάγνωση και, αφετέρου η διερεύνηση της επίδρασής της στη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής και την εργασιακή παραγωγικότητα των εργαζομένων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ατομικούς, περιβαλλοντικούς και εργασιακούς παράγοντες, καθώς και σε διαστάσεις που αφορούν τα δικαιώματα και τις προσαρμογές στο εργασιακό περιβάλλον. Πραγματοποιήθηκαν δύο ποσοτικές μελέτες με αυτοσυμπληρούμενα ερωτηματολόγια σε φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (χωρίς ιατρική διάγνωση ημικρανίας) και σε εργαζομένους με αυτοαναφορική ιατρική διάγνωση. Οι στατιστικές αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν περιλάμβαναν μονοπαραγοντικές και πολυπαραγοντικές προσεγγίσεις, με στόχο τον εντοπισμό προγνωστικών δεικτών λειτουργικής επιβάρυνσης και απώλειας παραγωγικότητας. Συνολικά, εντοπίστηκε ο πολλαπλός αντίκτυπος της ημικρανίας σε κλινικό, γνωστικό, ψυχοκοινωνικό και εργασιακό επίπεδο. Το φαινόμενο του absenteeism (απουσία από την εργασία) αποδείχθηκε σχετικά περιορισμένο, ενώ το presenteeism (παρουσία στην εργασία με μειωμένη απόδοση) αναδείχθηκε ως η κυριότερη πηγή απώλειας παραγωγικότητας. Συγκεκριμένα, οι σημαντικότερες δυσκολίες αφορούσαν καθήκοντα με υψηλές γνωστικές απαιτήσεις, όπως η συγκέντρωση, η έναρξη νέων εργασιών, η ταχεία επεξεργασία πληροφορίας, η χρήση Η/Υ, καθώς επίσης και η αυξημένη ευαισθησία σε αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως το φως, ο θόρυβος, οι οσμές και ο κακός αερισμός. Οι γυναίκες, τα άτομα με χρόνια ημικρανία ή με αύρα, καθώς και όσοι εμφάνιζαν συχνότερα και εντονότερα επεισόδια, παρουσίασαν μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση. Η ποιότητα ζωής αναδείχθηκε σε κεντρικό παράγοντα της εργασιακής παραγωγικότητας σε άτομα με ημικρανία και ανέδειξε το presenteeism σε βασική αιτία απώλειας εργασιακής απόδοσης. Η μελέτη εισάγει την εφαρμογή εξειδικευμένων εργαλείων εργασιακής λειτουργικότητας σε ελληνικό δείγμα και προτείνει ένα σφαιρικό πλαίσιο κατανόησης που συνδυάζει κλινικούς, γνωστικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η ημικρανία δεν αποτελεί «απλή κεφαλαλγία», αλλά χρόνια λειτουργική αναπηρία με τον μέγιστο αντίκτυπο να εντοπίζεται στις παραγωγικές ηλικίες. Η «αόρατη» απώλεια απόδοσης μέσω presenteeism οδηγεί σε συστηματική υποεκτίμηση του πραγματικού κόστους, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές υγείας και εργασιακής ένταξης. Τέλος, η αξιοποίηση των ευρημάτων των επιμέρους ερευνών και των προτεινόμενων παρεμβάσεων δύναται να αποτελέσει ένα βήμα προς την ανάδειξη της σοβαρότητας του ζητήματος και τη βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης για τα άτομα με ημικρανία στο εργασιακό τους περιβάλλον

    In vivo experimental study of the osteoinductive ability of peptide 3 from the bone morphogenetic protein-2

    No full text
    Aim and scope: Despite bone’s considerable potential for regeneration and remodelling, in everyday clinical practice, Orthopaedics have to face fracture non-union and large bone defects needing grafting much more common than previously. Aim of the present Thesis is to confirm in vivo the osteoinduction and safety of a novel and promising growth factor, called Peptide 3, which is a 10-mer peptide derived from BMP-2, as well as to provide evidence of non-inferiority in comparison with BMP-2 itself. Moreover, a series of novel gelatin sponges have been studied aiming to provide a new combination that could be used as a future bone graft. Materials and Methods: 27 male adult white Wistar rats have been used in the present Thesis, in an ectopic ossification model. Pilot studies were performed initially to check and confirm the materials used and various factors during the experimental process. Best procedure was verified. Main part of the in vivo experiments included a comparison of osteoinduction between Peptide 3 and BMP-2 in combination with collagen (Helistat®) and gelatin B sponges (intercalated and not). Last part of the experiments included materials that could be the basis for future research. Regarding the main part of the study, 150μg Peptide 3 or 25μg BMP-2 were combined with Helistat® collagen sponges, Gelatin B 5% sponges and intercalated Gelatin materials, forming eight groups. On day 0, following intra-peritoneal anaesthesia, four intramuscular pockets were created at the dorsum of the rats. Final implants were a combination of sponge and growth factor, as mentioned above. Each rat lived in an individual cage under constant temperature and humidity conditions, followed a fixed light-dark cycle (every 12 hours) and had ad libitum access to standard food and fresh water. After four weeks (day 28), rats were killed by carbon dioxide inhalation, while the final preparations resulting from the removal of the materials were observed under the light microscope after staining with hematoxylin-eosin. A total of 16 factors were studied and recorded, including material remnants, presence of inflammation and cells, neovascularization and fibrosis, presence of osteoid, newly formed ectopic bone tissue and bone marrow. Results: No local or generalized reactions to the materials or any impairment in the healing of the surgical wound were observed. There was one animal loss during the experiments which was caused as a complication of anaesthesia. No statistically significant difference was observed between Peptide 3 and BMP-2 in any of the parameters studied either in their combination with Helistat® or with the Gelatin B 5% sponges. On the contrary, the combination of growth factors (25μg BMP-2 or 150μg Peptide 3) with the Gelatin B 5% sponges showed significantly more newly formed ectopic bone tissue compared to the use of Helistat® (p=0.03 and 0.04 respectively). In addition, the Gelatin B groups showed significantly more residual material elements, while the Peptide 3 and Gelatin combination showed more evidence of inflammation and neovascularization. Finally, the intercalated sponges, whether carrying BMP-2 or Peptide 3, showed significantly more ectopic ossification, neovascularization and the presence of osteoblasts compared to the combination of Helistat® with BMP-2. All ossification variables that could be statistically processed (newly formed bone, presence of osteoblasts, osteoclasts and bone marrow) showed a significant positive correlation with the scaffold used, residual material and neovascularization. Conclusion: The pilot experiments confirmed the safety and osteoinductive properties of Peptide 3, while the main part of the study demonstrated its non-inferiority to BMP-2, at the doses used. In particular, the combination of Peptide 3 with the 5% Gelatin B sponges, and especially the intercalated ones, demonstrated remarkable osteoinductive properties and osteoconductivity. We hope that the above material will constitute an important milestone in the development of Bone Engineering.Σκοπός: Παρά τις εξαιρετικές αναγεννητικές ικανότητες του οστίτη ιστού, στη σύγχρονη κλινική πρακτική, η Ορθοπαιδική κονότητα έρχεται αντιμέτωπη ολοένα και συχνότερα με την ανάγκη αντιμετώπισης ψευδαρθρώσεων και κάλυψης μεγάλων οστικών ελλειμάτων, καταστάσεις που απαιτούν τη χρήση οστικών μοσχευμάτων. Σκοπός της παρούσας διατριβής αποτελεί η in vivo επιβεβαίωση της οστεοεπαγωγικής ικανότητας αλλά και της ασφάλειας ενός νέου και πολλά υποσχόμενου αυξητικού παράγοντα που ονομάζεται Πεπτιδίο 3 και αποτελεί ένα πεπτίδιο μήκους 10 καταλοίπων αμινοξέων προερχόμενο από την BMP-2, καθώς και η κατάδειξη της μη κατωτερότητάς του σε σχέση με ολόκληρο το μόριο της πρωτεϊνης. Επιπλέον, η παρούσα διατριβή αποσκοπεί στη μελέτη μιας σειράς σπόγγων Ζελατίνης Β και την ανάδειξη ένος συνδυασμού που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μελλοντικό μόσχευμα. Υλικά και Μέθοδος: Για την παρούσα διατριβή χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 27 ενήλικες αρσενικοί λευκοί επίμυες Wistar σε ένα μοντέλο έκτοπης οστεοποίησης. Αρχικά πραγματοποίηθηκαν πιλοτικά πειράματα για τον έλεγχο διαφόρων παραμέτρων της διαδικασίας αλλά και των υλικών και να καθοριστούν οι βέλτιστες συνθήκες. Στη συνέχεια, το κύριο τμήμα του in vivo πειράματος περιελάμβανε τη σύγκριση της οστεοεπαγωγικότητας του Πεπτιδίου 3 με σχέση με τη BMP-2 σε συνδυασμό με ικριώματα κολλαγόνου (Helistat®) και Ζελατίνης Β (intercalated και μη), ενώ στο τέλος ελέχθηκαν υλικά που θα αποτελέσουν τη βάση μελλοντικής έρευνας. Όσον αφορά το κύριο τμήμα του πειράματος, χρησιμοποιήθηκαν 150μg Πεπτιδίου 3 ή 25μg BMP-2 σε συνδυασμό με σπόγγους κολλαγόνου Helistat®, σπόγγους Ζελατίνης Β 5% και intercalated ικριώματα Ζελατίνης Β, σχηματίζοντας συνολικά οκτώ ομάδες. Την ημέρα «0» του πειράματος, μετά από χορήγηση κατάλληλης αναισθησίας ενδοπεριτοναϊκά, σχηματίστηκαν 4 ενδομυϊκοί θύλακοι στη ράχη των επίμυων, όπου τοποθετήθηκαν τα τελικά υλικά τα οποία αποτελούνταν από ένα συνδυασμό ικριώματος και αυξητικού παράγοντα. Στη ράχη του, κάθε επίμυς έφερε συνήθως διαφορετικά υλικά. Κάθε επίμυς διαβιούσε σε ξεχωριστό κλωβό υπό σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, ακολουθούσαν σταθερό κύκλο εναλλαγής φωτός-σκότους (ανά 12 ώρες) και είχαν ad libitum πρόσβαση σε τυποποιημένη τροφή και φρέσκο νερό. Μετά από τέσσερις εβδομάδες (ημέρα 28) οι επίμυες θανατώνονταν με εισπνοή διοξειδίου του άνθρακα, ενώ τα τελικά παρασκευάσματα που προέκυπταν από την αφαίρεση των υλικών μονιμοποιούνταν και παρατηρούνταν στο οπτικό μικροσκόπιο μετά από χρώση τους με αιματοξυλίνη-εωσίνη. Μελετήθηκαν και καταγράφηκαν συνολικά 16 παράγοντες, μεταξύ των οποίων τα υπολείμματα του υλικού, η παρουσία φλεγμονής και κυττάρων, η νεαγγείωση και ίνωση, η παρουία οστεοειδούς, νεοσχηματισμένου οστίτη ιστού και οστικού μυελού. Αποτελέσματα: Δεν παρατηρήθηκαν τοπικές ή γενικευμένες αντιδράσεις στα υλικά ή κάποια διαταραχή στην επούλωση του χειρουργικού τραύματος. Υπήρξε μία απώλεια ζώου κατά τη διάρκεια των πειραμάτων η οποία προκλήθηκε ως επιπλοκή από την αναισθησία. Δεν παρατηρήθηκε κάποια στατιστικώς σημαντική διαφορά ανάμεσα στο Πεπτίδιο 3 και την BMP-2 σε καμία από τις παραμέτρους που μελετήθηκαν είτε στον συνδυασμό τους με το Helistat®, είτε με τους σπόγγους Ζελατίνης Β 5%. Αντιθέτως, ο συνδυασμός των αυξητικών παραγόντων (25μg BMP-2 ή 150μg Πεπτιδίου 3) με τους σπόγγους Ζελατίνης Β 5% εμφάνισε σημαντικά περισσότερο νεοσχηματισμένο έκτοπο οστίτη ιστό σε σχέση με τη χρήση του Helistat® (p=0,03 και 0,04 αντίστοιχα). Επιπλέον, οι ομάδες της Ζελατίνης Β εμφάνισαν σημαντικά περισσότερα υπολειμματικά στοιχεία του υλικού, ενώ ο συνδυασμός Πεπτιδίου 3 και Ζελατίνης παρουσίασε περισσότερα στοιχεία φλεγμονής και νεοαγγείωσης. Τέλος, οι intercalated σπόγγοι, είτε έφεραν BMP-2 είτε το Πεπτίδιο 3, παρουσίασαν σημαντικά περισσότερη έκτοπη οστεοποίηση, νεοαγγείωση και παρουσία οστεοβλαστών σε σχέση με το συνδυασμό Helistat® με BMP-2. Όλες οι μεταβλητές οστεοποίησης που μπόρεσαν να επεξεργαστούν στατιστικά (νεοσχηματιζόμενο οστό, παρουσία οστεοβλαστών, οστεοκλαστών και στοιχείων οστικού μυελού) εμφάνισαν σημαντική θετική συσχέτιση με το ικρίωμα που χρησιμοποιήθηκε, τα υπολειμματικά στοιχεία του υλικού και την νεοαγγείωση. Συμπέρασμα: Τα πιλοτικά πειράματα επιβεβαίωσαν την ασφάλεια και οστεοεπαγωγικότητα του Πεπτιδίου 3, ενώ το κύριο τμήμα του πειράματος κατέδειξε τη μη κατωτερότητά του σε σχέση με ολόκληρο το μόριο της BMP-2, τουλάχιστον στις δόσεις που χρησιμοποιήθηκαν. Ειδικά ο συνδυασμός του Πεπτιδίου 3 με τους σπόγγους Ζελατίνης Β 5%, αλλά κυρίως οι intercalated σπόγγοι κατέδειξαν αξιοσημείωτη οστεοεπαγωγικότητα και οστεοκαθοδήγηση. Ευελπιστούμε το παραπάνω υλικό να αποτελέσει σημαντικό λιθαράκι στην εξέλιξη της Οστικής Μηχανικής

    Ανταγωνιστική πληροφόρηση και αντιπληροφόρηση στον κλάδο της ναυτιλίας: η ανάδειξη του ρόλου του επιτελικού διευθυντή πληροφοριών

    No full text
    The purpose of this thesis is to investigate the operational integration of Competitive Intelligence and Counterintelligence in the Shipping industry, emphasizing the rise of the Chief Intelligence Officer (CINO) role. The rationale for this research is a result of escalating geopolitical uncertainty, cyber threats and competition in the market, addressing the demand for systematic intelligence leadership in the top-tier Shipping companies. This study develops and operationalizes a conceptual framework to analyze the feasibility and operationalization of the CINO role, outlining several actionable pathways for its establishment and institutionalization. The research follows a mixed-method research approach (MMR) consisting of two sequential stages. The first stage applies a methodology based on social constructivism and evidence-based research (EBR) to collect quantitative and qualitative data from Shipping leaders, to capture the state of current intelligence practices in the top-tier Greek Shipping companies. The results indicate a disjointed and inconsistent approach to the application of intelligence activities. The systemic failure in terms of organizational centralization and alignment of intent and strategy is a key shortfall that the proposed CINO role is designed to address. The second stage employs the Analytic Hierarchy Process (AHP), to ascertain the organizational strategic motivation for employing a CINO. AHP analysis was conducted with the assistance of eighteen (18) intelligence experts and asses the key criteria, sub-criteria and alternatives associated with the implementation of the CINO role. The results provided clear support for a centralized role led by an intelligence expert, advancing an Embedded Intelligence Officer model that combines the intelligence expertise and global perspectives with Shipping industry deep knowledge. This embedded approach presents to be a pathway for strategic flexibility; as well as enhancing longer-term knowledge transfer, while reducing internal resistance to initiating strategic organizational change.Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση της επιχειρησιακής ενσωμάτωσης της Ανταγωνιστικής Πληροφόρησης και της Αντιπληροφόρησης στον ναυτιλιακό κλάδο, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη του ρόλου του Επιτελικού Διευθυντή Πληροφοριών. Η λογική που διέπει την έρευνα απορρέει από την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα, την κλιμάκωση των κυβερνοαπειλών και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό στην αγορά, γεγονότα που καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για συστηματική και στρατηγική ηγεσία στη διαχείριση πληροφοριών από τις κορυφαίες ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Η έρευνα αναπτύσσει και εφαρμόζει ένα εννοιολογικό πλαίσιο ανάλυσης της σκοπιμότητας και της λειτουργικότητας του ρόλου του Επιτελικού Διευθυντή Πληροφοριών, σκιαγραφώντας εναλλακτικές προσεγγίσεις για τη θεσμοθέτηση και την καθιέρωσή του. Η μελέτη ακολουθεί μικτή ερευνητική μεθοδολογία, η οποία αναπτύσσεται σε δύο διαδοχικά στάδια. Στο πρώτο στάδιο εφαρμόζεται μεθοδολογία που βασίζεται στον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό και στην έρευνα τεκμηρίων, προκειμένου να συλλεχθούν ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα από ανώτερα στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας. Μέσω της διαδικασίας αυτής αποτυπώνεται η τρέχουσα κατάσταση των πρακτικών πληροφόρησης στις κορυφαίες εταιρείες της Ελληνικής Ναυτιλίας. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την αποσπασματική και ασυνεπή εφαρμογή των σχετικών δραστηριοτήτων, αποκαλύπτοντας συστημική αδυναμία ως προς την οργανωτική συγκέντρωση και την ευθυγράμμιση των λειτουργιών πληροφόρησης — πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει ο Επιτελικός Διευθυντής Πληροφοριών. Στο δεύτερο στάδιο χρησιμοποιείται η Διαδικασία Αναλυτικής Ιεράρχησης, με στόχο τη διερεύνηση των στρατηγικών και οργανωτικών κινήτρων για την πρόσληψη Επιτελικού Διευθυντή Πληροφοριών. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή δεκαοκτώ (18) ειδικών επαγγελματιών πληροφοριών, οι οποίοι αξιολόγησαν τα βασικά κριτήρια, υποκριτήρια και εναλλακτικές που σχετίζονται με την εφαρμογή του νέου ρόλου. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σαφή στήριξη προς την καθιέρωση ενός κεντρικού ρόλου, υπό την ηγεσία ενός έμπειρου επαγγελματία πληροφοριών. Στο πλαίσιο αυτό προωθείται το μοντέλο του Ενσωματωμένου Επιτελικού Διευθυντή Πληροφοριών, το οποίο συνδυάζει την εξειδικευμένη τεχνογνωσία και τη σε βάθος κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της ναυτιλιακής βιομηχανίας. Η ολοκληρωμένη αυτή προσέγγιση αναδεικνύεται ως μοχλός ενίσχυσης της στρατηγικής ευελιξίας και της βιώσιμης μεταφοράς γνώσης, ενώ παράλληλα λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι της εσωτερικής αντίστασης που συχνά συνοδεύει την υλοποίηση στρατηγικών οργανωτικών αλλαγών

    Assessment of serum 25-hydroxy vitamin D levels in a large population sample from the region of Eastern Macedonia and Thrace and association with pathological conditions

    No full text
    Vitamin D is a fat-soluble prohormone with a key role in calcium–phosphorus homeostasis and skeletal health, while also demonstrating broader pleiotropic actions across multiple human systems. It is synthesized mainly in the skin from 7-dehydrocholesterol under UVB radiation, producing cholecalciferol (D3). It is then hydroxylated sequentially in the liver to 25-hydroxyvitamin D [25(OH)D] and in the kidneys to 1,25-dihydroxyvitamin D [1,25(OH)₂D], the biologically active form of vitamin D. The most reliable indicator of vitamin D status is 25(OH)D, with a half-life of 2–3 weeks. By contrast, 1,25(OH)₂D does not adequately reflect vitamin D stores because it has a half-life of 65 years, deficiency was more frequent and sufficiency rare, whereas younger groups—especially 65 ετών η έλλειψη ήταν συχνότερη και η επάρκεια σπάνια, ενώ οι νεότερες ομάδες, ιδίως οι <40 ετών, παρουσίασαν υψηλότερες τιμές και μεγαλύτερη πιθανότητα επάρκειας. Επιπλέον η διαφοροποίηση κατά φύλο ήταν υπαρκτή αλλά μικρού μεγέθους επίδρασης. Τέλος στον γενικό πληθυσμό αναδείχθηκε ο καθοριστικός ρόλος της ηλιακής έκθεσης και συμπεριφορικών παραγόντων και αντίστροφη σχέση με τον ΔΜΣ. Συνοψίζοντας, η παρούσα μελέτη τεκμηριώνει υψηλή επιβάρυνση υποβιταμίνωσης D στους νοσηλευόμενους, ιδίως σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, COVID-19, ογκολογικές και αυτοάνοσες παθήσεις, καθώς και σταθερή εποχικότητα των επιπέδων 25(OH)D. Τα συμπεράσματα στηρίζουν την ανάγκη στοχευμένου ελέγχου και υποκατάστασης σε ομάδες υψηλού κινδύνου, την εκπαίδευση για ασφαλή αλλά επαρκή έκθεση στον ήλιο και την ενσωμάτωση της 25(OH)D στη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων

    Managing the economic consequences of the Covid -19 pandemic and European economic governance

    No full text
    The COVID-19 pandemic was a global health crisis caused by the new SARS-CoV-2 coronavirus. It first appeared in Yuhan, China, in December 2019 and spread rapidly around the world, leading to widespread illness, significant mortality and widespread social disruption. The pandemic had a profound impact on national economies in various dimensions leading to economic contraction as many businesses closed or operated at reduced capacity due to lockdowns and social distancing measures. In summary, pandemic COVID-19 led to a multifaceted economic crisis with far-reaching consequences for national economies. The recovery process has been uneven, with ongoing challenges and opportunities for economic transformation and resilience building. As a consequence, already by 2020, economic data reported by EU Member States showed a picture of economic recession, which was further exacerbated due to the first curfew measures against the spread of the COVID-19 pandemic, also known as lockdown. These measures, taken at national level by almost the entire global community, had a direct negative impact on the global economy, and particularly as far as the Eurozone Member States were concerned, made it difficult to meet the fiscal requirements of the Economic and Monetary Union (EMU). Some of these countries had already experienced difficulties in the Eurozone crisis that the EU had faced in the previous decade and found themselves with high accumulated public debt, notably Greece and Italy. Alongside this, several other countries were struggling to keep their annual expenditure balanced, such as France and Spain. In addition, unemployment rates in several countries were high, for example in Greece and Spain even before the pandemic began. The European Union (EU) implemented a number of measures to address the economic impact of COVID-19. These measures were designed to provide immediate relief, support economic recovery and strengthen long-term resilience. The adoption of NextGenerationEU and the activation of the escape clause, together with the other measures adopted such as the Monetary Policy Measures and the SURE programme have brought about significant changes in the EU's economic governance, reflecting a more integrated and coordinated approach to managing financial crises and promoting long-term resilience. These changes, which differentiate the EU's economic governance into that before the onset of the pandemic and that after the pandemic, are the research focus of this thesis. The aim of the dissertation is to understand why European institutions responsible for the economic governance of the EU, a product of time and external shocks, have been submitted to changes as a product of internal sequences and external shock. Essentially, the economic shock was the agent of change, as the EU has managed the crisis in a different fashion from the previous ones. From a broader examination of the research question, a set of sub-questions of relevance emerge such as: why did this management emerge? why were certain policies chosen; what lasting effects has it had; is it linked to previous trends within the EU? Does it create a new model of governance? What emerges from the analysis is the perception of uncertainty that existed among European actors at the time, which is linked to the exogenous nature of the shock. If the Eurozone crisis could be seen as the direct result of the already existing endogenous malfunctions of the European monetary system of which the Member States were partly aware, having put them in place, the external impact of the Covid-19 pandemic significantly increased the perception of uncertainty and instability. The sense of collective identification was essentially fostered by the common a-threat that all countries had to face, recreating a kind of community identity that was virtually non-existent during the Eurozone crisis. Compared to the Eurozone crisis where national perceptions dominated the definition of European policy-making, during the Covid-19 pandemic the Member States recognised their interdependence and the need for coordination under the Commission. The sense of common understanding of the nature of the pandemic and the nature of the threat among Member States led to constant calls for European solidarity, resulting in concrete activities to extend European risk and burden sharing. However, the moment when Member States were faced with the pandemic was an important element of the economic management of the pandemic. As the analysis has shown, depending on the type of economic situation in which they found themselves at the onset of the pandemic, three main groups of Member States emerged, each with a different starting point for managing the crisis. The common decision to manage the pandemic was the result of a compromise between the dominant positions put forward. However, the compromise was successful as it was recognised that what was at stake was solidarity and cooperation.Η πανδημία του COVID-19 ήταν μια παγκόσμια υγειονομική κρίση που προκλήθηκε από τον νέο κορονοϊό SARS-CoV-2. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Yuhan της Κίνας τον Δεκέμβριο του 2019 και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο τον κόσμο, οδηγώντας σε εκτεταμένη διασπορά της ασθένειας, σημαντική θνησιμότητα και σημαντική κοινωνική αναστάτωση σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου. Η πανδημία είχε βαθιές επιπτώσεις στις εθνικές οικονομίες σε διάφορες διαστάσεις οδηγώντας σε οικονομική συρρίκνωση, καθώς πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν ή λειτούργησαν με μειωμένη δυναμικότητα λόγω της απαγόρευσης λειτουργίας και των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης. Συνοπτικά, η πανδημία COVID-19 οδήγησε σε μια πολύπλευρη οικονομική κρίση με εκτεταμένες συνέπειες για τις εθνικές οικονομίες. Η διαδικασία ανάκαμψης ήταν άνιση, με συνεχιζόμενες προκλήσεις και ευκαιρίες για τον οικονομικό μετασχηματισμό και την οικοδόμηση ανθεκτικότητας. Κατά συνέπεια, ήδη από το 2020, τα οικονομικά στοιχεία που ανέφεραν τα κράτη μέλη της ΕΕ έδειχναν μια εικόνα οικονομικής ύφεσης, η οποία επιδεινώθηκε περαιτέρω λόγω των πρώτων μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας κατά της εξάπλωσης της πανδημίας COVID-19, γνωστά και ως lockdown. Τα μέτρα αυτά, τα οποία ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο από το σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας κοινότητας, είχαν άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία και, ιδίως όσον αφορά στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, δυσχέραιναν την εκπλήρωση των δημοσιονομικών απαιτήσεων της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Ορισμένες από αυτές τις χώρες είχαν ήδη αντιμετωπίσει δυσκολίες κατά την κρίση της Ευρωζώνης που αντιμετώπισε η ΕΕ την προηγούμενη δεκαετία και βρέθηκαν με υψηλό συσσωρευμένο δημόσιο χρέος, ιδίως χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Παράλληλα, αρκετές άλλες χώρες αγωνίζονταν να διατηρήσουν τις ετήσιες δαπάνες τους ισορροπημένες, όπως η Γαλλία και η Ισπανία. Επιπλέον, τα ποσοστά ανεργίας σε αρκετές χώρες ήταν υψηλά, για παράδειγμα στην Ελλάδα και την Ισπανία, ακόμη και πριν από την έναρξη της πανδημίας. Άλλες χώρες, ιδιαίτερα στο βορρά της Ευρώπης είδαν τις οικονομίες τους να παρουσιάζουν ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις της πανδημίας, ενώ είχαν ως ενισχυτικό ένα σταθερό δημοσιονομικό πλαίσιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) εφήρμοσε μια σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων του COVID-19. Τα μέτρα αυτά σχεδιάστηκαν για να παράσχουν άμεση ανακούφιση, να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη και να ενισχύσουν τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα. Η υιοθέτηση του NextGenerationEU και η ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής, μαζί με τα άλλα μέτρα που υιοθετήθηκαν, όπως τα μέτρα νομισματικής πολιτικής και το πρόγραμμα SURE, επέφεραν σημαντικές αλλαγές στην οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ, αντανακλώντας μια πιο ολοκληρωμένη και συντονισμένη προσέγγιση για τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων και την προώθηση της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας. Αυτές οι αλλαγές, οι οποίες διαφοροποιούν την οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ σε εκείνη πριν από την έναρξη της πανδημίας και σε εκείνη μετά την πανδημία, αποτελούν το ερευνητικό επίκεντρο της παρούσας διατριβής. Στόχος της διατριβής είναι να κατανοήσει γιατί οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ, προϊόντος του χρόνου και των εξωτερικών κλυδωνισμών, έχουν υποστεί αλλαγές ως προϊόν εσωτερικών αλληλουχιών και εξωτερικών κλυδωνισμών. Ουσιαστικά, το οικονομικό σοκ που επήλθε από την πανδημία, λόγω της φύσης του ήταν παράγοντας αλλαγής, καθώς η ΕΕ διαχειρίστηκε την κρίση με διαφορετικό τρόπο από τις προηγούμενες κρίσεις, όπως η μεταναστευτική. Από την ευρύτερη εξέταση του ερευνητικού θέματος προέκυψαν μια σειρά από επιμέρους ερωτήματα όπως: Γιατί προέκυψε η συγκεκριμένη οικονομική διαχείριση; Γιατί επιλέχθηκαν συγκεκριμένες πολιτικές; Τι μόνιμες επιπτώσεις είχε; συνδέεται με προηγούμενες τάσεις στην ΕΕ; Δημιουργεί ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης; Αυτό που προκύπτει από την ανάλυση είναι η αντίληψη της αβεβαιότητας που υπήρχε μεταξύ των ευρωπαίων φορέων εκείνη την εποχή, η οποία συνδέεται με την εξωγενή φύση του σοκ. Αν η κρίση της ευρωζώνης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το άμεσο αποτέλεσμα των ήδη υπαρχουσών ενδογενών δυσλειτουργιών του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, τις οποίες τα κράτη μέλη είχαν εν μέρει συνειδητοποιήσει, αφού τις είχαν θέσει σε εφαρμογή, ο εξωτερικός αντίκτυπος της πανδημίας Covid-19 αύξησε σημαντικά την αντίληψη της αβεβαιότητας και της αστάθειας. Το αίσθημα συλλογικής ταύτισης ενισχύθηκε ουσιαστικά από την κοινή απειλή που είχαν να αντιμετωπίσουν όλες οι χώρες, αναδημιουργώντας ένα είδος κοινοτικής ταυτότητας που ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης. Σε σύγκριση με την κρίση της Ευρωζώνης, όπου οι εθνικές αντιλήψεις κυριαρχούσαν στον καθορισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19 τα κράτη μέλη αναγνώρισαν την αλληλεξάρτησή τους και την ανάγκη συντονισμού υπό την Επιτροπή. Η αίσθηση της κοινής κατανόησης της φύσης της πανδημίας και της φύσης της απειλής μεταξύ των κρατών μελών οδήγησε σε συνεχείς εκκλήσεις για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, με αποτέλεσμα συγκεκριμένες δραστηριότητες για την επέκταση του ευρωπαϊκού καταμερισμού κινδύνων και βαρών. Ωστόσο, η στιγμή που τα κράτη μέλη βρέθηκαν αντιμέτωπα με την πανδημία αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της οικονομικής διαχείρισης της πανδημίας. Όπως έδειξε η ανάλυση, ανάλογα με το είδος της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν κατά την έναρξη της πανδημίας, προέκυψαν τρεις κύριες ομάδες κρατών μελών, η καθεμία με διαφορετική αφετηρία για τη διαχείριση της κρίσης. Η κοινή απόφαση για τη διαχείριση της πανδημίας ήταν το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού μεταξύ των κυρίαρχων θέσεων που διατυπώθηκαν. Ωστόσο, ο συμβιβασμός ήταν επιτυχής, καθώς αναγνωρίστηκε ότι αυτό που διακυβεύονταν ήταν η αλληλεγγύη και η συνεργασία

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇