Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Μελέτη της ολικής κύμανσης μεταβλητής αύξησης και σχετικών ΜΔΕ
The research conducted in the present PhD thesis aims to provide insights into the well-posedness theory for partial differential equations related to a class of functionals with generalized Orlicz growth which is allowed to be linear at certain regions of the domain. As a complement to our theoretical analysis, we propose an image denoising model based on a variable-growth total variation regularizer of double-phase type. Furthermore, we present numerical experiments, carried out with a modified version of the Chambolle–Pock algorithm, which demonstrate the effectiveness of our model in improving upon the classical Rudin--Osher--Fatemi approach by reducing the staircasing effect.Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην παρούσα διδακτορική διατριβή αποσκοπεί στην παροχή νέων γνώσεων σχετικά με τη θεωρία καλής τοποθέτησης για μερικές διαφορικές εξισώσεις που σχετίζονται με μια κλάση συναρτησιακών με γενικευμένη αύξηση τύπου Orlicz, η οποία επιτρέπεται να είναι γραμμική σε ορισμένες περιοχές του χωρίου. Συμπληρωματικά προς τη θεωρητική ανάλυση, προτείνεται ένα μοντέλο αποθορυβοποίησης εικόνων βασισμένο σε έναν ομαλοποιητή ολικής κύμανσης μεταβλητής αύξησης τύπου διπλής φάσης. Επιπλέον, παρουσιάζονται αριθμητικά πειράματα, τα οποία πραγματοποιήθηκαν με μια τροποποιημένη εκδοχή του αλγορίθμου Chambolle–Pock, τα οποία αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα του προτεινόμενου μοντέλου στη βελτίωση της κλασικής προσέγγισης Rudin–Osher–Fatemi, μειώνοντας το φαινόμενο της “κλιμάκωσης”
Turismo religioso en el Monte Athos: situación legal, tradición religiosa, perspectivas de desarrollo
Religious - cultural tourism constitutes a distinct category of alternative tourism, encompassing travel undertaken by individual travelers or organized groups to destinations or monuments characterized by a pronounced religious identity. Within these destinations, the phenomenon of pilgrimage emerges as a set of activities undertaken by individuals or groups at sites and monuments of religious significance, primarily motivated by the pursuit of spiritual ascent—that is, communion with the divine, the fulfillment of a vow, or meaningful participation in religious rituals and ceremonies as an integral expression of one’s faith. A prominent locus of such activity, attracting large numbers of visitors and pilgrims, is the region of Mount Athos in Greece.Mount Athos, known as the “Garden of the Virgin Mary,” is the easternmost of the three peninsulas that comprise the region of Halkidiki in northern Greece. According to the Greek Constitution, it enjoys a special autonomous administrative status and is recognized as a monument of global natural and cultural heritage. The peninsula hosts twenty monasteries of exceptional historical significance, numerous sacred icons, religious relics, and a remarkable natural environment of great beauty and spiritual resonance.In order to investigate the spiritual and secular motivations of visitors to Mount Athos, a quantitative survey was conducted between May 14 and June 30, 2023. The questionnaire was distributed to a targeted audience, including students of Faculties of Theology in Greece and Cyprus, students of ecclesiastical academies and of the Patriarchal Higher Ecclesiastical Academy of Crete, as well as members of social media groups and pages dedicated to religious interests. A total of 1,065 responses were collected from male participants who had visited Mount Athos at least once. The responses reflect participants’ perceptions regarding the characteristics and motivations of their visit, their level of satisfaction, their evaluation of the quality of the experience, and their future intentions concerning a possible return.The findings indicate that visitors travel to the “Garden of the Virgin Mary” primarily to satisfy spiritual needs and engage in pilgrimage-related experiences. They show interest not only in the monastic services (diakonimata) and the rich Athonite cultural heritage, but also in the recreational opportunities offered by the natural environment of the peninsula, such as hiking and mountaineering. Consequently, despite the prevalent use of the term “religious tourism,” the visit to Mount Athos should be understood primarily as a pilgrimage, centered on the spiritual quest of the visitors. It represents a profound pilgrimage experience in which the focus shifts from entertainment or cultural appreciation to the pursuit of inner fulfillment, spiritual development, and active participation in religious practices as a means of both personal and collective transformation.Ultimately, this experience transcends the conventional boundaries of tourism. The spiritual dimension of the journey transforms it into a process of self-discovery, immersion in tradition, and experiential communion with the divine, rendering every moment of the stay a dynamic encounter with the self and the enduring spiritual legacy of Mount Athos.Ο θρησκευτικός-πολιτισμικός τουρισμός αποτελεί κατηγορία του εναλλακτικού τουρισμού που σχετίζεται με τη διενέργεια ταξιδιών από μεμονωμένους ταξιδιώτες ή από οργανωμένες ομάδες ατόμων σε περιοχές ή μνημεία με έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Παράλληλα, στους τόπους αυτούς εκδηλώνεται και το προσκύνημα ως το σύνολο των δραστηριοτήτων μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων σε περιοχές, χώρους, τόπους και μνημεία θρησκευτικής σημασίας με κυρίαρχο κίνητρο την πνευματική ανάβαση από τη γη προς τον ουρανό, δηλαδή την επικοινωνία με τη θεότητα, την εκπλήρωση τάματος, ή την ουσιαστική συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις (ως μέρος της θρησκείας του ατόμου). Σημαντικός τόπος όπου καταγράφεται έντονη επισκεψιμότητα με μεγάλο πλήθος προσκυνητών είναι η περιοχή του Αγίου Όρους στην Ελλάδα. Το Άγιο Όρος ή «περιβόλι της Παναγίας» είναι η ανατολικότερη των τριών επιμέρους παράλληλων χερσονήσων που περιλαμβάνονται στην περιοχή της Χαλκιδικής στην Ελλάδα. Η περιοχή, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδας είναι αυτοδιοικούμενη, αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας φυσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς και διαθέτει είκοσι ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας Ιερές Μονές, ιερές εικόνες, θρησκευτικά κειμήλια, και υπέροχο φυσικό περιβάλλον. Με σκοπό τη διερεύνηση των αναζητήσεων -πνευματικών ή κοσμικών- των επισκεπτών του Αγίου Όρους, διενεργήθηκε ποσοτική έρευνα κατά το διάστημα από τις 14/05/2023 έως 30/06/2023. Διανεμήθηκε ερωτηματολόγιο σε στοχευμένο κοινό (φοιτητές Θεολογικών Σχολών Ελλάδας και Κύπρου, σε σπουδαστές εκκλησιαστικών ακαδημιών και της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης, καθώς και σε θρησκευτικού ενδιαφέροντος σελίδες και ομάδες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης). Λήφθηκαν 1.065 απαντήσεις από άνδρες οι οποίοι επισκέφθηκαν έστω και μία φορά το Άγιο Όρος. Οι απαντήσεις αντανακλούν τις αντιλήψεις των ερωτηθέντων αναφορικά με τα χαρακτηριστικά και τα κίνητρα της επίσκεψής τους στην περιοχή, τον βαθμό ικανοποίησής τους, τις αντιλήψεις τους σχετικά με την ποιότητα της εμπειρίας, καθώς και τις μελλοντικές προθέσεις τους σχετικά με την επανάληψη του ταξιδιού. Από την έρευνα προκύπτει ότι οι επισκέπτες ταξιδεύουν στο «Περιβόλι της Παναγίας» κυρίως για την ικανοποίηση πνευματικών αναγκών / προσκύνημα, δείχνοντας ενδιαφέρον τόσο για τα διακονήματα των μοναχών και τους αθωνικούς πολιτιστικούς θησαυρούς, όσο και για τις δραστηριότητες που μπορεί να ασκήσει ένας επισκέπτης στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής (πεζοπορία, ορειβασία κ.λπ.). Συνεπώς, η επίσκεψη στο Άγιο Όρος, παρά την ευρεία χρήση του όρου «θρησκευτικός τουρισμός», στην ουσία συνιστά κυρίως προσκύνημα με κεντρικό άξονα την πνευματική αναζήτηση των επισκεπτών. Συνιστά ουσιαστικά μια εμπειρία προσκυνήματος, όπου το κέντρο βάρους δεν είναι η ψυχαγωγία ή η πολιτιστική απόλαυση, αλλά η αναζήτηση εσωτερικής πληρότητας, η πνευματική καλλιέργεια και η συμμετοχή στις θρησκευτικές πρακτικές ως μέσο προσωπικής και συλλογικής μεταμόρφωσης. Η εμπειρία αυτή υπερβαίνει τη συμβατική έννοια του τουρισμού, καθώς η πνευματική διάσταση καθιστά το ταξίδι μια διαδικασία ανακάλυψης, προσαρμογής στις παραδόσεις και βιωματικής επικοινωνίας με το θείο, μετατρέποντας κάθε στιγμή της παραμονής σε μια δυναμική συνάντηση με τον εαυτό και την πνευματική κληρονομιά του Αγίου Όρους.El turismo religioso y cultural constituye una categoría diferenciada dentro del turismo alternativo, que abarca los desplazamientos realizados tanto por viajeros individuales como por grupos organizados hacia destinos o monumentos caracterizados por una identidad religiosa claramente definida. En estos lugares, el fenómeno de la peregrinación se manifiesta como un conjunto de actividades emprendidas por individuos o colectivos en sitios y monumentos de relevancia sagrada, motivadas principalmente por la búsqueda de una ascensión espiritual; es decir, por el deseo de alcanzar la comunión con lo divino, cumplir un voto o participar de manera significativa en rituales y ceremonias religiosas, como expresión integral de la propia fe. Un espacio emblemático que concentra una intensa afluencia de visitantes y peregrinos es la región del Monte Athos, en Grecia.
El Monte Athos, conocido como el “Jardín de la Virgen María”, constituye la península más oriental de las tres que conforman la región de Calcídica, en el norte de Grecia. De acuerdo con la Constitución griega, goza de un régimen administrativo especial y autónomo, y está reconocido como patrimonio natural y cultural de valor universal. La península alberga veinte monasterios de extraordinaria importancia histórica, numerosas imágenes sagradas, reliquias religiosas y un entorno natural de notable belleza y profunda resonancia espiritual.
Con el propósito de analizar las motivaciones espirituales y seculares de los visitantes del Monte Athos, se llevó a cabo una investigación cuantitativa entre el 14 de mayo y el 30 de junio de 2023. El cuestionario se distribuyó a un público cuidadosamente seleccionado, que incluía estudiantes de las Facultades de Teología de Grecia y Chipre, alumnos de academias eclesiásticas y de la Academia Superior Eclesiástica Patriarcal de Creta, así como a miembros de grupos y páginas de redes sociales dedicadas a temas de interés religioso. En total, se recopilaron 1.065 respuestas de participantes varones que habían visitado el Monte Athos al menos una vez. Las respuestas reflejan las percepciones de los encuestados respecto a las características y motivaciones de su visita, su nivel de satisfacción, la valoración de la calidad de la experiencia vivida y sus intenciones futuras en relación con la posibilidad de regresar.
Los resultados revelan que los visitantes se desplazan al “Jardín de la Virgen María” principalmente para satisfacer necesidades espirituales y participar en experiencias de peregrinación. Muestran interés no solo por los servicios monásticos (diakonimata) y el rico patrimonio cultural atonita, sino también por las actividades recreativas que ofrece el entorno natural de la península, como el senderismo y el montañismo. En consecuencia, pese al uso generalizado del término “turismo religioso”, la visita al Monte Athos debe entenderse esencialmente como una peregrinación, centrada en la búsqueda espiritual de los visitantes. Representa una experiencia de peregrinación profunda, en la que el foco se desplaza del entretenimiento o la apreciación cultural hacia la búsqueda de plenitud interior, el crecimiento espiritual y la participación activa en las prácticas religiosas como medio de transformación tanto personal como colectiva.
En última instancia, esta experiencia trasciende los límites convencionales del turismo. La dimensión espiritual del viaje lo convierte en un proceso de autoconocimiento, inmersión en la tradición y comunión experiencial con lo divino, haciendo de cada momento de la estancia un encuentro dinámico con el propio ser y con el legado espiritual imperecedero del Monte Athos
Financial literacy as a means of tax compliance: history, institutions, and modernization practices
This doctoral dissertation investigates the assumption that the development of tax consciousness is inseparable from individuals’ broader financial literacy and that educational processes essential for personal and national well-being are most effective when introduced early in life. Understanding the significance of tax participation is therefore linked to early learning experiences and to a deep comprehension of how the financial world operates. The study examines the relationship between tax culture and financial literacy in Greece. Its research questions address the extent of contemporary individuals’ financial knowledge, the degree to which this knowledge incorporates tax-related concepts necessary for cultivating tax consciousness, and the position of financial and tax education within the modern educational system. A meta-analytic methodology was employed. Relevant primary studies, meta-analyses, and statistical data were categorized by age group, analyzing financial literacy in Greece and internationally across four life stages: primary education, adolescence, adulthood, and retirement. Additional chronological, geographical, and educational criteria were applied, including 21st-century educational trends, geographic disparities, and gender-based differences in economic knowledge and behavior. Findings highlight the significance of the age–gender–geography triad. Effective policy initiatives at local, regional, and national levels must therefore consider: (a) the earliest age at which financial concepts of varying complexity can be understood, (b) the documented gender gap in financial knowledge that places women at a disadvantage, and (c) strong regional variations across Greece. The study argues that tax education can begin as early as age 11–12, when young people demonstrate economic understanding comparable to that of adults, under psychological conditions conducive to the cultivation of tax culture.Ο προβληματισμός ο οποίος οδήγησε στην εκπόνηση της διδακτορικής αυτής εργασίας είχε ως έναρξή του την υπόθεση ότι η καλλιέργεια φορολογικής συνείδησης δεν θα μπορούσε να είναι ανεξάρτητη από τη γενική χρηματοοικονομική παιδεία των φορολογούμενων, καθώς και από το ότι κάθε ουσιώδης για την ευημερία ενός πολίτη και της χώρας του εκπαιδευτική διαδικασία είναι αποδοτκότερο να ξεκινά όσο το δυνατόν νωρίτερα στη ζωή του. Αυτό συνεπάγεται ότι η κατανόηση τη σημασίας της φορολογικής συμμετοχής δεν είναι κάτι που επιτυγχάνεται ανεξάρτητα από μια πρώιμη μαθησιακή εμπειρία και κυρίως όχι χωρίς να γίνεται σε βάθος αντιληπτό το πώς κινείται χραματοοικονομικά ο κόσμος. Ο σκοπός της εργασίας ήταν να διερευνήσει τον βαθμό συσχετισμού στην Ελλάδα ανάμεσα στην ανάπτυξη της φορολογικής κουλτούρας των πολιτών και στη γενικότερη χρηματοοικονομική τους παιδεία. Ανάμεσα στα ερευνητικά ερωτήματα περιλαμβάνταν τα εξής: σε ποιο βαθμό είναι καταρτισμένος χρηματοοικονομικά ο σύγχρονος άνθρωπος; Σε ποιον βαθμό αυτή η χρηματοοικονομική κατάρτιση περιλαμβάνει επαρκώς φορολογικές έννοιες ώστε να καλλιεργείται αποτελεσματικά η φορολογική συνείδηση των ατόμων; Ποια είναι η θέση της χρηματοοικονομικής και φορολογικής παιδείας στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα; Η ερευνητική μέθοδος που ακολουθήθηκε ήταν αυτή της μετα-ανάλυσης, Ταξινομήθηκαν οι σχετιζόμενες με το αντικείμενο πρωτότυπες μελέτες, καθώς και διάφορες μετα-αναλύσεις αλλά και στατιστικά στοιχεία, με ηλικιακά κριτήρια και μελετήθηκαν οι χρηματοοικονομική γνώσεις των πληθυσμών σε εξωτερικό και Ελλάδα στα εξής στάδια: α) πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, β) εφηβείας, γ) ενήλικης ζωής και παραγωγικής περιόδου, και δ) συνταξιοδότησης. Προστέθηκαν και άλλα, χρονολογικά, γεωγραφικά και εκπαιδευτικά κριτήρια, συγκεκριμένα οι τάσεις τις εκπαίδευσης στη διάρκεια του 21ου αιώνα, η γεωγραφική θέση των ατόμων τα οποία εξετάζονται ως προς τις χρηματοοικονομικές τους γνώσεις και οι προσεγγίσεις περί τα οικονομικά των δύο φύλων. Διαπιστώθηκε ότι αποκτά μεγάλη σημασία το τρίπτυχο ηλικία-φύλο-γεωγραφία. Αυτό σημαίνει ότι οποιεσδήποτε δράσεις αναλαμβάνονται σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη α) την ηλικιακή πρωιμότητα στην οποία είναι δυνατόν να κατανοηθούν οι χρηματοοικονιμικές έννοιες σύμφωνα με τον βαθμό δυσκολίας τους, β) το λεγόμενο «έμφυλο χάσμα» χρηματοοικονομικής γνώσης ανδρών και γυναικών με τον ζυγό να αφήνει τις γυναίκες χαμηλότερα σε γνώση και συμπεριφορά, και γ) την εκδήλωση έντονων περιφερειακών διαφορών ανά τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας, ώστε να είναι δυνατή η ενίσχυση των πολιτών τόσο ως προς τις έννοιες που αφορούν την οικονομική ευημερία στο πλαίσιο της κοινότητας, όσο και εκείνες που στοχεύουν σε αυτή στο πλαίσιο της ευρύτερης εθνικής και παγκόσμιας οικονομίας. Ειδικότερα ως προς την πρωιμότητα της φορολογικής παιδείας, εκφράζεται η πεποίθηση ότι είναι δυνατή η έναρξή της στο 11 ή 12ο έτος της ηλικίας, όταν οι νέοι είναι πλέον σε θέση να επιδείξουν οικονομική κατανόηση συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων και μάλιστα υπό ψυχολογικούς όρους οι οποίοι θα μπορούσαν να συνδεθούν με την καλλιέργεια φορολογικής κουλτούρας
Από την βιομηχανική πόλη στην ανοιχτή πόλη: επανεξετάζοντας την ουτοπική αρχιτεκτονική ως πρακτική χειραφέτησης
The aim of this dissertation is to conceptualize a utopian framework for contemporary architecture with the intention of contributing to a meaningful change in the society in pursuit of emancipation within the context of the intelligent development of cities. To envisage new ways of urban living, this study analyzes contemporary world and criticizes its contradictory aspects. With a contemporary awareness towards the social contradictions that humanity has been confronting in the framework of industrial capitalism, in this study, the practice of architecture is understood as an instrument of political action in pursuit of social progress. To pursue urban emancipation as the process of achieving social justice, equality, and empowerment within urban space and practices, this research examines the modernization period starting from the First Industrial Revolution, focuses on the post-war era, and furthermore, scrutinizes current social, technological, and architectural developments, which are based on the transformations that happened with the Enlightenment, industrialization and modernity. Utopian architecture is discussed by tracing back experimental architectural projects of the second half of the twentieth century in Türkiye and Greece. To examine architecture’s roles and responsibilities in potential social change, this study investigates specific experimental architectural and urban projects aimed at advancing social justice in the context of post-war modernism. To grasp in what ways architecture can participate in practices of social emancipation, selected buildings and urban environments are examined in terms of how operatively they have contributed to the remediation of social contradictions. By engaging the findings derived from the scrutiny of the architectural practices of post-war period, this dissertation proposes an alternative approach regarding the notion of open city, as a critique of the implementations of smart city. Guidelines and spatial characteristics of open city are discussed in order to contribute to the development of a socially responsible urban outline that could be applied to any city. As a result of this scrutiny, this dissertation seeks out an open, collective approach towards the implementation of networking technologies in the continuous regeneration of urban spaces, by means of emancipatory, participatory processes.Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η διαμόρφωση ενός ουτοπικού πλαισίου για τη σύγχρονη αρχιτεκτονική, με στόχο να συμβάλει σε μια ουσιαστική αλλαγή στην κοινωνία, επιδιώκοντας την χειραφέτηση στο πλαίσιο της έξυπνης ανάπτυξης των πόλεων. Προκειμένου να οραματιστεί νέους τρόπους αστικής διαβίωσης, η μελέτη αυτή αναλύει τον σύγχρονο κόσμο και επικρίνει τις αντιφατικές πτυχές του. Με μια σύγχρονη συνειδητοποίηση των κοινωνικών αντιφάσεων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στο πλαίσιο του βιομηχανικού καπιταλισμού, στην παρούσα μελέτη η αρχιτεκτονική πρακτική νοείται ως ένα εργαλείο πολιτικής δράσης για την προώθηση της κοινωνικής προόδου. Με στόχο την αστική χειραφέτηση ως διαδικασία επίτευξης κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας και ενδυνάμωσης στον αστικό χώρο και τις αστικές πρακτικές, η παρούσα έρευνα εξετάζει την περίοδο εκσυγχρονισμού που ξεκίνησε με την Πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση, εστιάζει στη μεταπολεμική εποχή και, επιπλέον, αναλύει τις τρέχουσες κοινωνικές, τεχνολογικές και αρχιτεκτονικές εξελίξεις, οι οποίες βασίζονται στους μετασχηματισμούς που έφεραν ο Διαφωτισμός, η εκβιομηχάνιση και η νεωτερικότητα. Η ουτοπική αρχιτεκτονική εξετάζεται με αναδρομή στα πειραματικά αρχιτεκτονικά έργα της δεύτερης μισής περιόδου του 20ού αιώνα στην Τουρκία και την Ελλάδα. Για τη διερεύνηση των ρόλων και των ευθυνών της αρχιτεκτονικής στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης κοινωνικής αλλαγής, εξετάζονται συγκεκριμένες αντι-αρχιτεκτονικές και αστικές περιπτώσεις, σχεδιασμένες με στόχο τη συμβολή στην κοινωνική δικαιοσύνη, στο πλαίσιο του μεταπολεμικού μοντερνισμού. Για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους η αρχιτεκτονική μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασίες κοινωνικής χειραφέτησης, εξετάζονται επιλεγμένα κτίρια και αστικά περιβάλλοντα ως προς τον ενεργό τρόπο με τον οποίο συνέβαλαν στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιφάσεων. Με βάση τα ευρήματα που προέκυψαν από την ενδελεχή μελέτη των αρχιτεκτονικών πρακτικών της μεταπολεμικής περιόδου, η παρούσα διατριβή προτείνει μια εναλλακτική προσέγγιση όσον αφορά την έννοια της ανοιχτής πόλης, ως κριτική των εφαρμογών της έξυπνης πόλης. Οι κατευθυντήριες γραμμές και τα χωρικά χαρακτηριστικά της ανοιχτής πόλης συζητούνται με στόχο να συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός κοινωνικά υπεύθυνου αστικού πλαισίου, το οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε πόλη. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης, η διατριβή αναζητά μια ανοιχτή, συλλογική προσέγγιση για την εφαρμογή τεχνολογιών δικτύωσης στη συνεχή αναγέννηση των αστικών χώρων, μέσω διαδικασιών χειραφέτησης και συμμετοχής
Καινοτόμες μέθοδοι στην ιατρική εκπαίδευση: γεφυρώνοντας την ιστοπαθολογία με την εσωτερική παθολογία μέσω της βιωματικής μάθησης
Introduction: Undergraduate medical curricula often fail to integrate experiential learning methodologies. They focus on the development of students’ knowledge via traditional lectures and studying textbooks, which, after a period of several years, is to be integrated into clinical practice. Due to this gap between theory and application, many students and professors have expressed the need to promote experiential learning in the field of medical education. Objectives: Α pilot series of interactive pathology lessons were designed and implemented in an attempt to promote experiential learning. The aim was to assess the efficacy of applying active learning and integrated methodologies in the undergraduate Pathology medical education curriculum. Another goal was to acquire student feedback and explore the students’ motivation and perceptions on Pathology education. Methods: The present thesis involved two parts: Part 1: An educational intervention involving group-based presentations of original Pathology cases was offered to preclinical medical students. A questionnaire was handed at the end of the intervention, in order to assess the students’ satisfaction regarding their educational experience and to identify the characteristics that shape students’ perceptions of the foundations of medical education. Descriptive statistics (mean values) were used to describe the students’ evaluations of the pathology study groups, and thematic analysis was conducted to investigate the data collected from open-ended questions. Part 2: Another educational intervention was offered to preclinical medical students. It involved both group-based presentations of original Pathology cases and integrated case-based seminars held together by a Pathologist and an Internal Medicine physician. A multivariate regression model was used in order to assess the intervention’s educational effectiveness. Moreover, a questionnaire-based cross-sectional survey was held at the end of the intervention. The set of questions for the intervention group mainly involved feedback about the educational method used, while the control group was asked questions about Pathology education in general. Results: The respective results were:Part 1: 30 out of the 256 students participated in the first intervention. From the data gathered by the evaluation questionnaire, it was shown that “interactions with the professor” and the “option of co-observing the slides using dual-view optical microscopes” and “virtual slides” were each evaluated as “excellent” by ≅ 95% of the students. From the thematic analysis of the students’ perspectives, four overarching themes were identified regarding the core characteristics of medical education: 1) educational background in medical education, 2) interaction with educators in medical education, 3) educational material in medical education and 4) assessment in medical education. Part 2: 35 out of the 348 students participated in the second intervention. The performance of the intervention group was significantly improved at post-test. From the evaluation questionnaire, it was found that intervention participants gave positive feedback, while their main reason for participation was because they already valued the Pathology professor’s teaching style. As for the non-participants, even though most of them were interested in an integrated/experiential approach, more than half chose not to participate because of lack of time in general or in order to study for the final exams. Conclusions: The high satisfaction rates of the interactive pathology lessons by the medical students reflect the need for active learning and integrated methodologies to be implemented in modern medical education. Nearly all the participating students mentioned their desire for practical skill acquisition, the integration of theory into practice and the promotion of ethics in medical education. However, regardless of the instructional approach, shifting the students’ emphasis from purely summative achievement to formative, learning-centered development is essential. A successful educator must therefore not only employ innovative methods but also encourage intrinsic motivation and a deeper, more reflective approach to learning.Εισαγωγή: Τα προπτυχιακά προγράμματα ιατρικών σπουδών πολλές φορές αποτυγχάνουν στο να συμπεριλάβουν μεθόδους βιωματικής μάθησης. Συνήθως δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στις παραδοσιακού τύπου διαλέξεις και στη μελέτη συγγραμμάτων, μεσκοπό την απόκτηση γνώσεων που, μετά από αρκετά χρόνια καλούνται οι φοιτητές να τις ενσωματώσουν στην κλινική πρακτική. Λόγω αυτού του κενού μεταξύ θεωρίας και πράξης, πολλοί φοιτητές αλλά και εκπαιδευτικοί έχουν εκφράσει την ανάγκη προώθησης της βιωματικής μάθησης στην ιατρική εκπαίδευση. Στόχοι: Μια πιλοτική σειρά διαδραστικών μαθημάτων Παθολογικής Ανατομικής σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε σε μια προσπάθεια προώθησης της βιωματικής μάθησης. Πρωτεύων στόχος ήταν η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των μεθόδων ενεργού καιδιατομεακής μάθησης στη διδασκαλία της Παθολογικής Ανατομικής στα πλαίσια του προπτυχιακού προγράμματος ιατρικών σπουδών. Ένας επιπλέον στόχος ήταν η απόκτηση ανατροφοδότησης από τους φοιτητές καθώς και η διερεύνηση των κινήτρων και των αντιλήψεών τους όσον αφορά στη διδασκαλία της Παθολογικής Ανατομικής. Μέθοδοι: Η παρούσα διατριβή περιλαμβάνει δύο επιμέρους ερευνητικά μέρη: Μέρος 1: Μια εκπαιδευτική παρέμβαση με τη μορφή ομαδικής παρουσίασης αληθινών περιστατικών Παθολογικής Ανατομικής προσφέρθηκε σε προκλινικούς φοιτητές ιατρικής. Στο τέλος της παρέμβασης μοιράστηκε ένα ερωτηματολόγιο, με σκοπό την εκτίμηση της ικανοποίησης των φοιτητών αναφορικά με την εκπαιδευτική τους εμπειρία αλλά και για την εντόπιση των χαρακτηριστικών τα οποία οι φοιτητές αντιλαμβάνονται ως θεμέλια της ιατρικής εκπαίδευσης. Μέθοδοι περιγραφικής στατιστικής (μέσες τιμές) χρησιμοποιήθηκαν για την ανάλυση των εκτιμήσεων των φοιτητών σχετικά με την εκπαιδευτική τους εμπειρία,ενώ θεματική ανάλυση εφαρμόστηκε για την επεξεργασία των δεδομένων του ερωτηματολογίου που αφορούσαν σε ερωτήσεις ανοικτού τύπου. Μέρος 2: Μια ακόμα εκπαιδευτική παρέμβαση προσφέρθηκε σε προκλινικούς φοιτητές ιατρικής. Εκτός από την ήδη εφαρμοσμένη ομαδική παρουσίαση αληθινών περιστατικών Παθολογικής Ανατομικής, η εκπαιδευτική παρέμβαση περιλάμβανε και διατομεακάσεμινάρια με τη χρήση αληθινών ιατρικών περιστατικών, τα οποία διδάσκονταν με τη συμβολή ενός Παθολογοανατόμου και ενός Εσωτερικού Παθολόγου. Η εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου εκτιμήθηκε με μοντέλο πολλαπλής γραμμικήςπαλινδρόμησης. Επιπλέον, στο τέλος της εκπαιδευτικής παρέμβασης πραγματοποιήθηκε μια συγχρονική μελέτη βασισμένη σε ερωτηματολόγιο. Οι ερωτήσεις της ομάδας παρέμβασης περιλάμβαναν κυρίως ανατροφοδότηση σχετικά με την εκπαιδευτική μέθοδο που εφαρμόστηκε, ενώ η ομάδα ελέγχου ερωτήθηκε γενικότερα για την εκπαίδευση στην Παθολογική Ανατομική.Αποτελέσματα: Τα αντίστοιχα αποτελέσματα ήταν: Μέρος 1: 30 από το σύνολο των 256 φοιτητών συμμετείχαν στην πρώτη παρέμβαση. Από τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν μέσω του ερωτηματολογίου αξιολόγησης, φάνηκε ότι η “αλληλεπίδραση με τον καθηγητή”, η “δυνατότητα συμπαρακολούθησης των ιστολογικών πλακιδίων με τη χρήση οπτικών μικροσκοπίων διπλής παρατήρησης” και τα “ψηφιακά πλακίδια” βαθμολογήθηκαν με “άριστα” από ≅ 95% των φοιτητών. Από τη θεματική ανάλυση των απαντήσεων στις ερωτήσεις ανοικτού τύπου, προσδιορίστηκαν τέσσερα κύρια θέματα σχετικά με τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ιατρικής εκπαίδευσης: 1) εκπαιδευτικό υπόβαθρο στην ιατρική εκπαίδευση, 2) αλληλεπίδραση με τον εκπαιδευτή στην ιατρική εκπαίδευση, 3) εκπαιδευτικό υλικό στην ιατρική εκπαίδευση και 4) αξιολόγηση στην ιατρική εκπαίδευση.Μέρος 2: 35 από τους 348 φοιτητές συμμετείχαν στη δεύτερη παρέμβαση. Η επίδοσή τους βελτιώθηκε σε βαθμό στατιστικά σημαντικό σε σχέση με την αντίστοιχη προ της παρέμβασης. Από το ερωτηματολόγιο αξιολόγησης, φάνηκε ότι οι συμμετέχοντες έδωσαν θετική ανατροφοδότηση, ενώ ο κύριος λόγος συμμετοχής τους στην παρέμβαση ήταν ότι ήδη εκτιμούσαν τις διδακτικές μεθόδους του διδάσκοντος Παθολογοανατόμου. Όσο για τους μη συμμετέχοντες, παρότι οι περισσότεροι από αυτούς ενδιαφέρονταν για μια διατομεακή/βιωματική προσέγγιση, περισσότεροι από τους μισούς επέλεξαν τελικά να μησυμμετάσχουν λόγω έλλειψης χρόνου γενικότερα ή για να μελετήσουν για το τελικό διαγώνισμα. Συμπεράσματα: Το μεγάλο ποσοστό ικανοποίησης των φοιτητών αναφορικά με τα διαδραστικά μαθήματα Παθολογικής Ανατομικής υπογραμμίζει την ανάγκη εφαρμογής μεθόδων ενεργού και διατομεακής μάθησης στη σύγχρονη ιατρική εκπαίδευση. Σχεδόν όλοιοι φοιτητές που συμμετείχαν επισήμαναν τις ανάγκες τους για απόκτηση πρακτικών δεξιοτήτων, την ενσωμάτωση της θεωρίας στην πράξη καθώς και την προαγωγή της ηθικής στην ιατρική εκπαίδευση. Όμως, ανεξάρτητα από τη διδακτική μέθοδο που χρησιμοποιεί κανείς, η μετατόπιση της έμφασης του συνόλου των φοιτητών από την αμιγή αθροιστική αξιολόγηση στη διαμορφωτική ανάπτυξη με επίκεντρο τη μάθηση είναι απαραίτητη. Ένας επιτυχημένος εκπαιδευτής πρέπει όχι μόνο να χρησιμοποιεί καινοτόμες μεθόδους, αλλά και να ενθαρρύνει τα εγγενή κίνητρα καθώς και μια βαθύτερη, πιο στοχαστική προσέγγιση στη μάθηση
Tumor-associated macrophages (TAMs): a systematic analysis, an immunohistochemical study of their functional role, and an investigation of their prognostic significance and association with clinicopathological parameters in upper gastrointestinal cancers
This doctoral dissertation investigates the role of tumor-associated macrophages (TAMs) in upper gastrointestinal cancers (GI), with a particular focus on gastric cancer (GC) and esophageal cancer. TAMs are a critical population within the tumor microenvironment (TME) and actively contribute to tumor growth, progression, and immune evasion. Depending on the stimuli they receive from the microenvironment, they can adopt either an anti-tumor (M1-like) or a pro-tumor (M2-like) phenotype, thereby significantly influencing tumor behavior. Interesting is the association between TAMs and the expression of the immune checkpoint marker Programmed Death Ligand-1 (PD-L1), which plays a role in immunosuppression and is a target of immunotherapy. The aim of this dissertation is to examinate the presence and distribution of TAMs in the aforementioned neoplasms, to evaluate the expression of the CD68 marker (a general macrophage marker) and PD-L1, and to correlate these findings with pathological and clinical tumor characteristics. The study also aims to investigate their role in prognosis and the likelihood of disease recurrence, with the ultimate goal of utilizing them as prognostic—and potentially therapeutic—biomarkers. The methodology comprises two main components. First, a systematic review of international literature was conducted to assess the relationship between TAMs infiltration and PD-1/PD-L1 expression in upper GI cancers. Second, a primary research study was carried out involving immunohistochemical analysis of samples from patients who underwent surgical resection for gastric adenocarcinoma. Macrophages were evaluated using the CD68 marker, while PD-L1 expression was assessed using the Combined Positive Score (CPS) and Tumor Burden Score (TMB). Statistical analysis was performed using Python and the stats models library to explore potential correlations between marker expression and clinicopathological parameters, such as disease stage, vascular and perineural invasion, and recurrence. The literature review revealed a correlation between TAMs infiltration and PD-L1 expression in cancer cells in both GC and esophageal cancer. Additionally, PD-1+ TAMs were associated with poor prognosis in these cancers. The experimental part of the dissertation showed a strong presence of TAMs in most samples, with high CD68 expression levels significantly associated with advanced cancer stage, presence of tumor emboli, and perineural invasion. A positive correlation was also found between high TAMs expression and elevated PD-L1 levels (based on CPS and TBS), a finding that was strong and reproducible across the examined samples. Notably, increased TAMs density was linked to shorter overall survival (OS) and higher recurrence rates. Importantly, the group with high CD68 expression and low CPS expression showed the lowest mean and median OS, while the group with low expression of both CD68 and CPS had the highest mean OS. Multivariate analysis supported CD68 expression as an independent negative prognostic factor for disease progression. In conclusion, the findings of this dissertation note the pivotal role of TAMs in cancer progression and immune modulation in upper GI tumors. The expression of CD68 and PD-L1 can be utilized as prognostic indicators for patient stratification and treatment selection. Targeting TAMs—either by inhibiting their recruitment or by reprogramming them into an anti-tumor phenotype—appears to be a promising therapeutic strategy. This study provides a solid foundation for future research and paves the way for incorporating TAMs into modern oncology practice as reliable prognostic biomarkers and therapeutic targets.Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά το ρόλο των μακροφάγων, που σχετίζονται με όγκους (TAMs) στους καρκίνους του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στον καρκίνο του στομάχου (GC) και του οισοφάγου. Τα TAMs είναι κρίσιμος πληθυσμός στο μικροπεριβάλλον του όγκου (TME) και συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξη, την εξέλιξη και την ανοσολογική διαφυγή των καρκινικών κυττάρων. Ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχονται από το μικροπεριβάλλον, μπορούν να υιοθετήσουν έναν αντικαρκινικό (τύπου M1) ή έναν προ-ογκογόνο (τύπου M2) φαινότυπο, ρυθμίζοντας καθοριστικά τη συμπεριφορά του όγκου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση των TAMs με την έκφραση του δείκτη Programmed Death Ligand-1 (PD-L1), ο οποίος εμπλέκεται στην ανοσοκαταστολή και αποτελεί στόχο της ανοσοθεραπείας. Σκοπός της διατριβής είναι η καταγραφή της παρουσίας και της κατανομής των TAMs στα προαναφερθέντα νεοπλάσματα, η αξιολόγηση της έκφρασης του δείκτη CD68 (γενικός δείκτης μακροφάγων) και του δείκτη PD-L1, καθώς και η συσχέτισή τους με παθολογοανατομικά και κλινικά χαρακτηριστικά των όγκων. Επιδιώκεται, επίσης, η διερεύνηση του ρόλου τους στην πρόγνωση και την πιθανότητα υποτροπής της νόσου, με απώτερο στόχο την αξιοποίησή τους ως προγνωστικούς και ενδεχομένως θεραπευτικούς δείκτες. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει δύο επιμέρους σκέλη. Αρχικά πραγματοποιείται συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για τη σχέση της διήθησης των TAMs και την έκφραση του PD-1/PD-L1 στους καρκίνους του ανώτερου γαστρεντερικού. Στη συνέχεια, πραγματοποιείται πρωτογενής ερευνητική μελέτη με ανοσοϊστοχημική ανάλυση δειγμάτων από ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική εκτομή για αδενοκαρκίνωμα του στομάχου. Η αξιολόγηση των μακροφάγων έγινε με την εφαρμογή του δείκτη CD68, ενώ η έκφραση του PD-L1 εκτιμήθηκε με βάση τους δείκτες Combined Positive Score (CPS) και Tumor Burden Score (TMB). Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της γλώσσας Python και της βιβλιοθήκης statsmodels, ώστε να διερευνηθούν πιθανές συσχετίσεις μεταξύ της έκφρασης των δεικτών και κλινικοπαθολογικών παραμέτρων, όπως το στάδιο της νόσου, η αγγειακή και περινευρική διήθηση, και η υποτροπή. Από την βιβλιογραφική ανασκόπηση διαπιστώθηκε η συσχέτιση της διήθησης των TAMs και της έκφρασης του PD-L1 στα καρκινικά κύτταρα τόσο για GCs, όσο και για καρκίνους του οισοφάγου. Επιπλέον, διαπιστώθηκε η κακή προγνωστική αξία των PD-1+ TAMs στους προαναφερθέντες καρκίνους. Στο ερευνητικό τμήμα της διατριβής αναδείχτηκε η έντονη παρουσία των TAMs στα περισσότερα δείγματα, με υψηλά επίπεδα έκφρασης του CD68, τα οποία συσχετίστηκαν στατιστικά σημαντικά με προχωρημένο στάδιο καρκίνου, παρουσία νεοπλασματικών εμβόλων και περινευρική διήθηση. Επίσης, διαπιστώθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ υψηλής έκφρασης TAMs και αυξημένων επιπέδων PD-L1 (σύμφωνα με CPS και TBS). Η συσχέτιση αυτή ήταν ισχυρή και επαναλήψιμη στα δείγματα που εξετάστηκαν. Αξιοσημείωτο είναι ότι η αυξημένη πυκνότητα των TAMs συνδέθηκε με μικρότερη OS και μεγαλύτερη πιθανότητα υποτροπής. Σημαντικό είναι ότι η ομάδα με υψηλή έκφραση CD68 και χαμηλή έκφραση CPS παρουσιάζει το χαμηλότερο μέσο και διάμεσο OS, ενώ η ομάδα ασθενών που παρουσιάζει χαμηλή έκφραση CD68 και CPS έχει το υψηλότερο μέσο OS. Τα αποτελέσματα της πολυπαραγοντικής ανάλυσης υποστηρίζουν ότι η έκφραση του CD68 αποτελεί ανεξάρτητο αρνητικό προγνωστικό παράγοντα για την πορεία της νόσου. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της διατριβής υπογραμμίζουν τον καθοριστικό ρόλο των TAMs στην καρκινική εξέλιξη και ανοσολογική διαχείριση των όγκων του ανώτερου γαστρεντερικού. Η έκφραση των δεικτών CD68 και PD-L1 μπορεί να αξιοποιηθεί ως προγνωστικός άξονας για την ταξινόμηση των ασθενών και την επιλογή κατάλληλης θεραπείας. Η στοχοποίηση των TAMs, είτε μέσω αναστολής της στρατολόγησής τους, είτε μέσω επαναπρογραμματισμού σε αντικαρκινικό φαινότυπο, φαίνεται να αποτελεί υποσχόμενη θεραπευτική στρατηγική. Η παρούσα εργασία αποτελεί μια ισχυρή βάση για μελλοντική έρευνα και ανοίγει τον δρόμο για την ένταξη των TAMs στη σύγχρονη ογκολογική πρακτική ως αξιόπιστοι βιοδείκτες πρόγνωσης και θεραπευτικοί στόχοι
Τα σωματοαισθητικά προκλητά δυναμικά ως εργαλείο αξιολόγησης της αποκατάστασης των ασθενών με κακώσεις νωτιαίου μυελού, με την συμβολή των μεθόδων της τεχνητής νοημοσύνης
Background: Spinal Cord Injury (SCI) is among the most severe neurological disorders, often resulting in irreversible motor and sensory deficits. Current clinical tools, such as the ASIA score, provide essential diagnostic insight but fall short in predicting individualized recovery outcomes with high accuracy and objectivity. There is a growing need for scalable, data-driven solutions to improve neuro-rehabilitation planning and patient management. Objective: This doctoral thesis investigates the prognostic value of Somatosensory Evoked Potentials (SSEPs) in SCI recovery. It aims to develop and validate artificial intelligence (AI) models for predicting outcomes, design a clinical decision support system, and evaluate the generalizability of this approach to Multiple Sclerosis (MS). The work is structured around three core pillars: a scoping review to map the existing evidence, a primary machine learning study on a multicenter cohort, and a meta-analysis to quantify the predictive performance of evoked potential-based AI models across neurological disorders. Methods: The research utilized multiple methodological approaches. First, a scoping review was conducted to synthesize existing literature. Then, using a high-quality retrospective dataset from the European Multicenter Study about Spinal Cord Injury (EMSCI), we analyzed 123 records after filtering 748 patients’ clinical and electrophysiological data. We applied supervised ML algorithms—including Decision Trees, Neural Networks, and ensemble models—to identify key predictors of SCI recovery, with a focus on the prognostic value of SSEPs compared to other inputs like MEPs, NCS, and sensory scores. Additionally, an external MS dataset was used to test the generalizability of the models in predicting Expanded Disability Status Scale (EDSS) progression. Lastly, a meta-analysis was performed to pool predictive accuracy data for EP-based ML models in both SCI and MS. Results: SSEPs emerged as the most predictive electrophysiological parameter, achieving up to 91.9% accuracy in forecasting motor recovery. A Decision Support System based solely on sensory electrophysiology reached 86% accuracy, proving to be a viable, cost-effective, and scalable alternative to conventional assessments. Feature importance analyses confirmed the dominant role of SSEPs in SCI outcome prediction. Moreover, the same AI methodology applied to MS data showed that SSEPs and multimodal evoked potentials hold predictive value in other neurological diseases. The meta-analysis confirmed the strong pooled predictive performance of EP-based ML models (accuracy: 79.2%, AUC: 0.82) across diseases. Conclusion: This thesis validates the integration of SSEP-based biomarkers with AI-driven analytics for SCI prognosis, highlighting their superiority in recovery prediction and clinical decision support. The successful extension of this framework to MS confirms the general utility of electrophysiological modeling in broader neurorehabilitation contexts. Finally, the study advocates for the adoption of digital health tools—including portable SSEPs and AI-based decision systems—into routine neurorehabilitation to facilitate real-time, patient-specific treatment optimization.Εισαγωγή: Η Κάκωση Νωτιαίου Μυελού (ΚΝΜ) αποτελεί μία από τις σοβαρότερες νευρολογικές διαταραχές, οδηγώντας συχνά σε σημαντικές κινητικές και αισθητικές δυσλειτουργίες. Τα υφιστάμενα κλινικά εργαλεία, όπως η κλίμακα ASIA, παρέχουν βασική διαγνωστική πληροφορία, αλλά δεν επαρκούν για την ακριβή και εξατομικευμένη πρόβλεψη της αποκατάστασης. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για υιοθέτηση κλιμακούμενων, βασισμένων σε δεδομένα προσεγγίσεων στη νευροαποκατάσταση. Σκοπός: Αυτή η διδακτορική διατριβή έχει ως στόχο να διερευνήσει την προγνωστική αξία των Σωματοαισθητικών Προκλητών Δυναμικών (ΣΠΔ) στην πρόγνωση από ΚΝΜ. Στοχεύει στην ανάπτυξη και επικύρωση μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) για εξατομικευμένη πρόγνωση, στο σχεδιασμό ενός συστήματος υποστήριξης κλινικών αποφάσεων και στην αξιολόγηση της γενικευσιμότητας αυτής της προσέγγισης σε άλλους νευρολογικούς πληθυσμούς, όπως σε άτομα με Σκλήρυνση Κατά Πλάκας (ΣΚΠ). Η εργασία δομείται γύρω από τρεις βασικούς πυλώνες: μια ανασκόπηση πεδίου για τη σύνθεση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, μια πρωτογενή μελέτη μηχανικής μάθησης σε πολυκεντρικό δείγμα ασθενών με ΚΝΜ και ΣΚΠ, και μια μετα-ανάλυση για την ποσοτικοποίηση της προγνωστικής ακρίβειας μοντέλων ΤΝ βασισμένων σε προκλητά δυναμικά. Μεθοδολογία: Στην έρευνα χρησιμοποιήθηκαν πολλαπλές μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Αρχικά, διεξήχθη μια ανασκόπηση πεδίου. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας ένα υψηλής ποιότητας αναδρομικό σύνολο δεδομένων από την Ευρωπαϊκή Πολυκεντρική Μελέτη για τον Τραυματισμό του Νωτιαίου Μυελού (EMSCI), αναλύθηκαν 123 καταγραφές μετά το φιλτράρισμα κλινικών και ηλεκτροφυσιολογικών δεδομένων 748 ασθενών. Εφαρμόστηκαν εποπτευόμενοι αλγόριθμοι ΤΝ, συμπεριλαμβανομένων Δέντρων Αποφάσεων, Νευρωνικών Δικτύων και μοντέλων συνόλου, για τον εντοπισμό βασικών προγνωστικών παραγόντων, με έμφαση στην αξία των ΣΠΔ έναντι άλλων δεδομένων. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε ένα ξεχωριστό σύνολο δεδομένων ατόμων με ΣΚΠ για τον έλεγχο της γενικευσιμότητας των μοντέλων ΤΝ. Τέλος, πραγματοποιήθηκε μια μετα-ανάλυση για τη συγκέντρωση δεδομένων προγνωστικής ακρίβειας για μοντέλα ΤΝ που βασίζονται σε Προκλητά Δυναμικά (ΠΔ) τόσο στην ΚΝΜ όσο και στην ΣΚΠ. Αποτελέσματα: Τα ΣΠΔ αναδείχθηκαν ως ο ισχυρότερος προγνωστικός ηλεκτροφυσιολογικός δείκτης, με ακρίβεια πρόβλεψης κινητικής αποκατάστασης που έφτασε το 91,9%. Ένα Σύστημα Υποστήριξης Απόφασης βασισμένο αποκλειστικά σε ΣΠΔ πέτυχε ακρίβεια 86%, αποδεικνύοντας τη βιωσιμότητα και αποτελεσματικότητά του ως κλινική προσέγγιση χαμηλού κόστους. Αντίστοιχα αποτελέσματα στον πληθυσμό με ΣΚΠ δείχνουν ότι τα ΣΠΔ και τα πολυτροπικά δυναμικά έχουν προγνωστική αξία και σε άλλες νευρολογικές παθήσεις. Η μετα-ανάλυση επιβεβαίωσε την ισχυρή συνολική απόδοση των μοντέλων ΤΝ που βασίζονται σε προκλητά δυναμικά (συγκεντρωτική ακρίβεια: 79,2%, AUC: 0,82) και στις δύο νόσους. Συμπεράσματα: Αυτή η διατριβή επικυρώνει την ενσωμάτωση βιοδεικτών βασισμένων σε ΣΠΔ και αναλυτικών μεθόδων ΤΝ για την πρόγνωση της ΚΝΜ, υπογραμμίζοντας την ανωτερότητά τους στην πρόβλεψη αποκατάστασης και στην υποστήριξη λήψης κλινικών αποφάσεων. Η επιτυχημένη επέκταση αυτού του πλαισίου στην ΣΚΠ επιβεβαιώνει την ευρύτερη χρησιμότητα της ηλεκτροφυσιολογικής μοντελοποίησης στη νευροαποκατάσταση. Τέλος, η μελέτη υποστηρίζει την ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων υγείας συμπεριλαμβανομένων των φορητών ΣΠΔ, και των συστημάτων λήψης αποφάσεων που βασίζονται στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στην κλινική ρουτίνα της νευροαποκατάστασης για τη βελτιστοποίηση της θεραπείας σε πραγματικό χρόνο και με εξατομικευμένο τρόπο
Τροποποιημένες θεωρίες βαρύτητας και κοσμολογία
The standard model of cosmology has been successful in describing observations at the astrophysical and cosmological scales for several decades. The ΛCDM model consists of general relativity as the underlying theory of gravitation, cold dark matter, the cosmological constant and the mechanism of inflation. Recent observations suggest that the Universe recently entered into a phase of accelerating expansion which is assumed to be driven by dark energy. The simplest explanation is the introduction of the cosmological constant which suffers from theoretical problems namely the cosmological constant and the coincidence problem. In the last two decades the increasing accuracy of observations revealed several differences between certain cosmological probes, two of the most important are the H0 and σ8 tensions. One main approach that has been pursued in order to resolve the aforementioned issues is to modify the gravitational framework. Since general relativity is unrenormalizable, adding higher order curvature terms in the Langrangian tend to improve its quantum behavior. The Gauss–Bonnet term is considered topologically invariant in 4D and it has been crucial in regulating the divergences in higher dimensional theories as string theory. While general relativity and quantum field theory by many aspects remain unreconciled, their partial synthesis (e.g Hawking–Unruh–Davis effects) has led to the development of black hole thermodynamics and subsequently to applications in alternative cosmological approaches as the spacetime thermodynamic approach. The aim of this thesis is to investigate the cosmological implications of the Gauss--Bonnet gravity in 4D during topological transitions, first at the spacetime foam level predicted by Euclidean quantum gravityand second at the Universe apparent horizon inside the spacetime conjecture cosmological framework. Euclidean quantum gravity predicts solutions at the microscopic foam level, namely instantons, with different topology from the background. We started by asking: what happens to the variation of the Gauss–Bonnet term during the appearance of these topology alternating instantons? By assuming that the variation of the quantum fluctuations cause a change in the topology of spacetime, we have incorporated the topological variation procedure into the semiclassical approach under the background field method for the Einstein–Hilbert plus the Gauss–Bonnet term. Interestingly enough, we have obtained the Einstein equation for the background with an effective cosmological constant term of topological origin, which equals the density of instantons per four volume. Additionally, we employed quantum field theory techniques for describing the creation rate of instantons inside an evolving Hubblesphere and we have obtained the differential equation describing the cosmological evolution of the novel spacetime foam topological dark energy sector. We have confronted the models predictions with observational datasets in comparison with ΛCDM and found the Spacetime Foam Topological Dark Energy model to be systematically preferred from the data over ΛCDM . The models. thermal history deviates from the concordance one, as it exhibits an excess of dark energy over dark matter. An intriguing feature is that the equation of state parameter tends to zero at late times, suggesting a dark energy to dark matter conversion mechanism. While the model stays inside acceptable observational bounds regarding the Baryon Acoustic Oscillation and the sound horizon radius, a future analysis of its implication in the CMB spectrum could constrain further the models adequacy to describe Nature. In summary, spacetime foam topological dark energy arises by a well described microphysical mechanism resolving thecosmological problem while performing better than the concordance cosmological model regarding observational fitting. We continued by exploring the implications of the Gauss–Bonnet action term in the spacetime thermodynamic conjecture framework.In the case of general relativity the corresponding entropy is the standard horizon area law described by the Bekenstein–Hawking relation, which yield the standard Friedmann equations. By the Noether charge method, Wald has calculated the entropy expression for the Gauss–Bonnet term to be proportional to the euler characteristic of the horizon. Nevertheless, the Wald–Gauss–Bonnet topological entropy term causes a violation of the second thermodynamical law during black hole horizon merging. Inspired by the holographic principle, in order to resolve the second law violation, we have assumed that the Universe apparent horizon is topologically linked with the interior black hole horizons in a way that compensates the entropy decrease during black hole merging. Hence, the apparent horizon becomes topologically dynamic and when we apply the spacetime thermodynamic approach for the Wald–Gauss–Bonnet entropy we obtain modified Friedmann equations that depend on the black hole formation and merging rate. By employing the star formation rate best fit model of Madau and Dickinson we were able to approximate the black hole formation and merging rate, thus we have obtained an analytical solution of the modified Friedmann equations that depend on one free parameter, the Gauss–Bonnet coupling constant and other astrophysical observationally bounded parameters. From the modified Friedmann equations we have extracted a novel dark energy correction term. The topological dark energy from black hole formation and merging may exhibit quintessence like or phantom like behavior depending on the Gauss–Bonnet coupling sign. In each case we have presented that the modified cosmological scenario reproduces the standard thermal history of the Universe.Since the phantom behavior at intermediate redshifts is a known sufficient mechanism that can lead to the H0 tension alleviation, we have shown that for particular regions of the parameter space, the scenario at hand does lead to higher H0 values, exactly due to the suitable phantom behavior at intermediate redshifts. For completeness, we have verified this result performing a confrontation with observational data from Supernovae Type Ia (SNIa) and Cosmic Chronometers (CC) measurements. We proceeded to the investigation of the growth of structures and of the evolution of the matter overdensity. Since in Wald-Gauss-Bonnet cosmology we do not obtain an effective Newton’s constant different than the standard one, under the assumption that the effective topological dark energy does not cluster we were able to calculate the redshift behavior of the observable f σ8. Interestingly enough we saw that we obtained smaller values than the ones arising in ΛCDM cosmology, and thus the scenario at hand can alleviate the σ8 tension too. In summary, Wald-Gauss-Bonnet cosmology can relieve the H0 and σ8 tensions at the same time. Furthermore, as we proceed in the multimessenger astronomy era, datasets of increasing accuracy are expected, especially from the space based gravity wave detectors (e.g. LISA). Thus, the models predictions dependency on black hole formation and merging rate, enhances its falsifiability in the light of the expected measurements. The aforementioned characteristics canbe considered advantages of the scenario at hand, and they places it as promising candidate for the description of Nature.Το καθιερωμένο κοσμολογικό πρότυπο έχει καταφέρει επί δεκαετίες να περιγράψει επιτυχώς τις παρατηρήσεις σε αστροφυσικές και κοσμολογικές κλίμακες. Το μοντέλο ΛCDM αποτελείται από τη γενική σχετικότητα ως τη θεμελιώδη θεωρία βαρύτητας, την ψυχρή σκοτεινή ύλη, την κοσμολογική σταθερά και το μηχανισμό του πληθωρισμού. Πρόσφατες παρατηρήσεις υποδεικνύουν ότι το Σύμπαν έχει εισέλθει πρόσφατα σε φάση επιταχυνόμενης διαστολής, η οποία θεωρείται ότι προκαλείται από τη σκοτεινή ενέργεια. Η απλούστερη εξήγηση είναι η εισαγωγή της κοσμολογικής σταθεράς, η οποία ωστόσο παρουσιάζει θεωρητικά προβλήματα, συγκεκριμένα το πρόβλημα της κοσμολογικής σταθεράς και το πρόβλημα της σύμπτωσης. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η αυξανόμενη ακρίβεια των παρατηρήσεων ανέδειξε διαφορές μεταξύ διαφόρων κοσμολογικών δεδομένων, με σημαντικότερες τις εντάσεις H0 και σ8. Μία κύρια προσέγγιση για την επίλυση αυτών των ζητημάτων είναι η ανάπτυξη τροποποιημένων θεωριών βαρύτητας. ΄Ενα επιπλέον πλεονέκτημα της τροποποιημένης βαρύτητας είναι ότι καθώς η γενική σχετικότητα δεν είναι επανακανονικοποιήσιμη, η προσθήκη όρων καμπυλότητας ανώτερης τάξης στην Λαγκρανζιανή, βελτιώνει την συμπεριφορά της σε κβαντικό επίπεδο. Ο όρος Gauss–Bonnet θεωρείται τοπολογικά αναλλοίωτος σε τέσσερις διαστάσεις και έχει διαδραματίσει καίριο ρόλο στη ρύθμιση απειρισμών σε θεωρίες υψηλότερων διαστάσεων, όπως η θεωρία χορδών. Αν και η γενική σχετικότητα και η κβαντική θεωρία πεδίου παραμένουνσε μεγάλο βαθμό μη συμφιλιωμένες, η μερική σύνθεσή τους (π.χ. τα φαινόμενα Hawking–Unruh–Davis) οδήγησε στην ανάπτυξη της θερμοδυναμικής των μελανών οπών και σε εφαρμογές εναλλακτικών κοσμολογικών προσεγγίσεων, όπως η εικασία της θερμοδυναμικής του χωρόχρονου. Στόχος αυτής της διατριβής είναι η διερεύνηση των κοσμολογικών συνεπειών της βαρύτητας Gauss–Bonnet στις τέσσερις διαστάσεις κατά τη διάρκεια τοπολογικών μεταβάσεων, πρώτον στο επίπεδο του χωροχρονικού αφρού όπως προβλέπεται από την Ευκλείδεια κβαντική βαρύτητα, και δεύτερον στον φαινομενικό ορίζοντα του Σύμπαντος στο πλαίσιο της θερμοδυναμικής εικασίας του χωρόχρονου. Η Ευκλείδεια κβαντική βαρύτητα προβλέπει λύσεις στο μικροσκοπικό επίπεδο αφρού, γνωστές ως στιγμιόνια, τα οποία έχουν διαφορετική τοπολογία από το υπόβαθρο. Εκκινώντας από την παραπάνω παρατήρηση θέσαμε το ερώτημα: πώς μεταβάλλεται ο όρος Gauss–Bonnet κατά την εμφάνιση στιγμιονίων διαφορετικής τοπολογίας· Θεωρώντας ότι οι κβαντικές διακυμάνσεις προκαλούν αλλαγή στην τοπολογία, ενσωματώσαμε τη διαδικασίατοπολογικής μεταβολής στη ημικλασική προσέγγιση, στο πλαίσιο της μεθόδου πεδίου υποβάθρου, για τον όρο Einstein–Hilbert συν τον Gauss–Bonnet. Προέκυψαν οι εξισώσεις Einstein για το υπόβαθρο με έναν ενεργό όρο κοσμολογικής σταθεράς τοπολογικής προέλευσης, που ισούται με την πυκνότητα των στιγμιονίων ανά τετραδιάστατο όγκο. Επιπλέον, εφαρμόσαμε τεχνικές κβαντικής θεωρίας πεδίου για να περιγράψουμε το ρυθμό δημιουργίας των στιγμιονίων μέσα σε μια εξελισσόμενη σφαίρα Hubble και καταλήξαμε σε μία διαφορική εξίσωση που περιγράφει την κοσμολογική εξέλιξη της προτεινόμενης σκο-τεινής ενέργειας τοπολογικής φύσης. Συγκρίνοντας τις προβλέψεις του μοντέλου με τις αντίστοιχες του καθιερωμένου κοσμολογικού προτύπου ΛCDM στην βάση των παρατηρήσεων, βρήκαμε ότι το σενάριο τοπολογικής σκοτεινής ενέργειας στο επίπεδο του χωροχρονικού αφρού προτιμάται συστηματικά από τα δεδομένα. Το μοντέλο εμφανίζει διαφορέςστην θερμική ιστορία του Σύμπαντος συγκριτικά με το καθιερωμένο κοσμολογικό πρότυπο καθώς παρουσιάζει περίσσεια σκοτεινής ενέργειας έναντι της σκοτεινής ύλης. ΄Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό είναι ότι η παράμετρος της καταστατικής εξίσωσης της σκοτεινής ενέργειας τείνει στο μηδέν σε μεγάλους χρόνους, υπονοώντας ότι το μοντέλο μπορεί να περιέχει κάποιον μηχανισμό μετατροπής της σκοτεινής ενέργειας σε σκοτεινή ύλη. Ενώ το μοντέλο παραμένει εντός αποδεκτών παρατηρησιακών ορίων ως προς τις ταλαντώσεις βαρυονικής ύλης (ΒΑΟ) και την ακτίνα του ηχητικού ορίζοντα, μια μελλοντική ανάλυση των επιπτώσεων του στο φάσμα της κοσμικής μικροκυματικής ακτινοβολίας (CMB) θα μπορούσε να θέσει επιπλέον περιορισμούς στην επάρκειά του ως μοντέλο περιγραφής της φύσης. Συνοψίζοντας, η τοπολογική σκοτεινή ενέργεια στο επίπεδο του χωροχρονικού αφρού αναδύεται μέσω ενός καλά περιγεγραμμένου μικροφυσικού μηχανισμού, επιλύοντας το πρόβλημα τη κοσμολογικής σταθεράς και αποδίδοντας καλύτερα από το καθιερωμένο κοσμολογικό μοντέλο ως προς την περιγραφή των παρατηρησιακών δεδομένων. Συνεχίσαμε διερευνώντας τις συνέπειες του όρου δράσης Gauss–Bonnet στο πλαίσιο της θερμοδυναμικής εικασίας του χωρόχρονου. Στο πλαίσιο αυτό, στην περίπτωση της γενικής σχετικότητας, η αντίστοιχη εντροπία είναι ο κλασικός νόμος εμβαδού του ορίζοντα, όπως περιγράφεται από τη σχέση Bekenstein—Hawking, που οδηγεί στις καθιερωμένες εξισώσεις Friedmann. Μέσω της μεθόδου φορτίου της Noether, ο Wald υπολόγισε ότι η έκφραση της εντροπίας για τον όρο Gauss–Bonnet είναι ανάλογη της χαρακτηριστικής Euler του ορίζοντα. Ωστόσο, ο τοπολογικός όρος εντροπίας Wald—Gauss-–Bonnet προκαλεί παραβίαση του δεύτερου θερμοδυναμικού νόμου κατά τη συγχώνευση των οριζόντων μελανών οπών. Εμπνευσμένοι από την ολογραφική αρχή, προκειμένου να επιλυθεί αυτή η παραβίαση, θεωρήσαμε ότι ο φαινομενικός ορίζοντας του Σύμπαντος είναι τοπολογικά συνδεδεμένος με τους ορίζοντες των μελανών οπών στο εσωτερικό του, με τρόπο που αντισταθμίζει τη μείωση της εντροπίας κατά τη συγχώνευση των μελανών οπών. Συνεπώς, ο φαινομενικός ορίζοντας καθίσταται τοπολογικά δυναμικός και όταν εφαρμόζουμε τη θερμοδυναμική προσέγγιση του χωρόχρονου για την εντροπία Wald–Gauss–Bonnet, λαμβάνουμε τροποποιημένες εξισώσεις Friedmann που εξαρτώνται από τον ρυθμό σχημα-τισμού και συγχώνευσης των μελανών οπών. Χρησιμοποιώντας το μοντέλο των Madau και Dickinson για τον ρυθμό σχηματισμού των άστρων , καταφέραμε να προσεγγίσουμε τον ρυθμό σχηματισμού και συγχώνευσης μελανών οπών. Με τον τρόπο αυτό αποκτήσαμε αναλυτική λύση των τροποποιημένων εξισώσεων Friedmann, οι οποίες εξαρτώνται από μία ελεύθερη παράμετρο, τη σταθερά σύζευξης Gauss-–Bonnet και άλλες αστροφυσικές παραμέτρους περιορισμένες από παρατηρήσεις. Από τις τροποποιημένες εξισώσεις Friedmann εξάγαμε έναν νέο όρο διόρθωσης της σκοτεινής ενέργειας. Η τοπολογική σκοτεινή ενέργεια που προκύπτει από το σχηματισμό και τη συγχώνευση μελανών οπών μπορεί να παρουσιάσει συμπεριφορά τύπου πεμπτουσίας (quintessence) ή φαντάσματος (phantom), ανάλογα με το πρόσημο της σταθεράς Gauss–Bonnet. Σε κάθε περίπτωση, δείξαμε ότι το τροποποιημένο κοσμολογικό σενάριο αναπαράγει τη γνωστή θερμική ιστορία του Σύμπαντος. Καθώς η φαντομική συμπεριφορά σε ενδιάμεσες τιμές της ερυθρομετατόπισης αποτελεί γνωστό μηχανισμό που μπορεί να αμβλύνει την ένταση H0, δείξαμε ότι για συγκεκριμένες περιοχές του παραμετρικού χώρου, το υπό εξέταση σενάριο οδηγεί πράγματι σε υψηλότερες τιμές του H0, ακριβώς λόγω της κατάλληλης φαντομικής συμπεριφοράς σε ενδιάμεσες τιμές της ερυθρομετατόπισης. Για λόγους πληρότητας, επαληθεύσαμε αυτό το αποτέλεσμαμέσω σύγκρισης με παρατηρησιακά δεδομένα από σουπερνόβα τύπου Ia (SNIa) και μετρήσεις κοσμικών χρονομέτρων (CC). Στη συνέχεια, εξετάσαμε την ανάπτυξη των δομών και την εξέλιξη της σμηνοποίησης της ύλης. Δεδομένου ότι στην κοσμολογία Wald—Gauss-–Bonnet δεν προκύπτει μια ενεργός σταθερά του Νεύτωνα διαφορετική από την καθιερωμένη, υπό την παραδοχή ότι η ενεργός τοπολογική σκοτεινή ενέργεια δεν συσσωρεύεται, καταφέραμε να υπολογίσουμε την εξέλιξη ως προς την ερυθρομετατόπιση της παρατηρήσιμης ποσότητας f σ8. Διαπιστώσαμε ότι αποκτήσαμε μικρότερες τιμές από αυτέςπου προκύπτουν στην κοσμολογία ΛCDM, και επομένως το υπό εξέταση σενάριο μπορεί να αμβλύνει και την ένταση σ8. Συνοπτικά, η κοσμολογία Wald–Gauss–Bonnet μπορεί να ανακουφίσει ταυτόχρονα τις εντάσεις H0 και σ8. Επιπλέον, καθώς προχωράμε στην εποχή της πολυμηνυματικής αστρονομίας, αναμένονται ολοένα πιο ακριβή δεδομένα, ιδίως από διαστημικούς ανιχνευτές βαρυτικών κυμάτων (π.χ. LISA). Συνεπώς, η εξάρτηση των προβλέψεων του μοντέλου απότον ρυθμό σχηματισμού και συγχώνευσης μελανών οπών ενισχύει τη δυνατότητα διάψευσής του υπό το πρίσμα των μελλοντικών μετρήσεων. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά συνιστούν πλεονεκτήματα του σεναρίου της τοπολογικής ενέργειας από σχηματισμό και συγχώνευση μελανών οπών και το καθιστούν υποσχόμενο υποψήφιο για την περιγραφή της Φύσης
Quality of life, psychoemotional status and sleep disorders in patients with heart failure under biventricular pacing
Introduction: Patients with permanent pacemakers constitute a constantly increasing percentage of patients with cardiovascular health problems. Particularly, in some patients with heart failure (HF), biventricular pacemaker implantation is a therapeutic option, in combination with medication and other therapeutic interventions. Objectives: The purpose of this study was to investigate the quality of life, psycho-emotional status (anxiety, depression) and insomnia of patients with HF under biventricular pacing. Material and Methods: The study sample consisted of 47 patients who were followed from April 2021 to September 2024, in the outpatient permanent pacemaker clinic of a large general hospital in Athens. The Minnesota Living With Heart Failure questionnaire was used to investigate quality of life, the HADS scale was used to assess anxiety and depression, while the Athens Insomnia Scale was used to assess insomnia. Statistical analysis of the data was performed using IBM SPSS Statistics 26.0 software. Results: The study sample consisted of 47 patients, aged 65.8 years (SD=9 years), 74.5% were men, 63.8% were married, while 27.7% were tertiary education graduates. Quality of life, anxiety, depression, and insomnia were significantly reduced after biventricular pacemaker implantation. Depression and insomnia did not show a statistically significant reduction only for women. Significantly reduced depressive symptoms were seen in those taking diuretics, while those with increased levels of insomnia also showed more severe depressive symptoms. Insomnia was significantly positively associated with taking beta-blockers as well as living with a partner and the male gender. Anxiety was significantly reduced for all groups, with those over 67 and those with arterial hypertension reporting statistically significantly less anxiety. NYHA functional capacity improved equally, with those who classified as NYHA I patients, being four times more than before implantation. Finally, insomnia and quality of life were significantly associated with anxiety and depression. Conclusions: Biventricular pacemaker implantation improves psychosocial status, quality of life, insomnia and functional status of patients with HF in 6 and 12 months after implantation. Multicenter studies are recommended to accurately investigate the long-term effect of biventricular pacing in patients with HF.Εισαγωγή: Οι ασθενείς με μόνιμο βηματοδότη αποτελούν ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό των ασθενών με καρδιαγγειακό πρόβλημα υγείας. Ειδικότερα, σε επιλεγμένους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ), η εμφύτευση αμφικοιλιακού βηματοδότη αποτελεί θεραπευτική επιλογή, σε συνδυασμό με τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής και άλλες παρεμβάσεις. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της αμφικοιλιακής βηματοδότησης στην ΠΖ, τη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση (άγχος, κατάθλιψη) και την αϋπνία ασθενών με ΚΑ. Υλικό και μέθοδος: Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 47 ασθενείς που παρακολουθήθηκαν από τον Απρίλιο 2021 έως τον Σεπτέμβριο 2024 στο εξωτερικό ιατρείο ασθενών με μόνιμο βηματοδότη μεγάλου γενικού νοσοκομείου της Αθήνας. Για την εκτίμηση της ποιότητας ζωής χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο Minnesota Living With Heart Failure, για την εκτίμηση του άγχους και της κατάθλιψης έγινε χρήση της κλίμακας HADS, ενώ για την εκτίμηση της αϋπνίας χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Athens Insomnia Scale. Η στατιστική ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του λογισμικού IBM SPSS Statistics 26.0. Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 65,8 έτη (SD=9 έτη), Από τους ασθενείς, 74,5% ήταν άντρες, 63,8% ήταν έγγαμοι, 27,7% ήταν απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης και 72% ανήκαν στην λειτουργική κατάσταση ΙΙ της ΚΑ (κατά ΝΥΗΑ). Η ΠΖ, το άγχος, η κατάθλιψη καθώς και η αϋπνία μειώθηκαν στατιστικά σημαντικά 6 και 12 μήνες μετά την εμφύτευση αμφικοιλιακού βηματοδότη. Μόνο οι γυναίκες δεν εμφάνισαν στατιστικά σημαντική μείωση της κατάθλιψης και του άγχους. Σημαντικά μειωμένα καταθλιπτικά συμπτώματα εμφάνισαν όσοι λάμβαναν διουρητικά, ενώ όσοι είχαν αυξημένα επίπεδα αϋπνίας, εμφάνιζαν σοβαρότερα συμπτώματα κατάθλιψης. Το άγχος μειώθηκε στατιστικά σημαντικά σε όσους ήταν ηλικίας >67 έτη και όσους είχαν αρτηριακή υπέρταση. Η αϋπνία σχετίστηκε με τη λήψη β-αποκλειστών, τη διαμονή με σύντροφο και το αντρικό φύλο. Η λειτουργική κατάσταση κατά ΝΥΗΑ βελτιώθηκε κατά τη διάρκεια παρακολούθησης, αναδεικνύοντας την θετική επίδραση του αμφικοιλιακού βηματοδότη σε αυτούς τους ασθενείς. Τέλος, η αϋπνία καθώς και η ΠΖ σχετίστηκαν αρνητικά με τις διαστάσεις άγχους και κατάθλιψης. Συμπεράσματα: Η εμφύτευση αμφικοιλιακού βηματοδότη βελτιώνει την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, την ΠΖ και την αϋπνία ασθενών με ΚΑ στους 6 και 12 μήνες μετά την εμφύτευση. Προτείνεται η διενέργεια πολυκεντρικών μελετών, ώστε να διερευνηθεί με ακρίβεια η μακροχρόνια επίδραση της αμφικοιλιακής βηματοδότησης στους ασθενείς με ΚΑ
Exploring the link between customer (cx) and employee experience (ex)
This doctoral dissertation explores the dynamic relationship between Employee Experience (EX) and Customer Experience (CX) in four- and five-star hotels in Greece, aiming to identify the determinants of competitiveness and sustainability in the hospitality sector. Employing a mixed-methods approach, it integrates quantitative data (n = 1066) with qualitative insights (10 in-depth interviews and one focus group), capturing a wide spectrum of psychometric and demographic characteristics of both employees and customers. The statistical analysis revealed that SERVICESCAPE (ambiance, cleanliness, functionality) and Perceived Experience Quality (EXQ) are the strongest predictors of customer satisfaction (CSAT) and loyalty (CLOY). Employee engagement and discretionary effort contribute to CX primarily through their impact on EXQ. However, the mediating role of EXQ in the EX → CX path was not confirmed positively; instead, the mediation effect was negative and statistically significant, challenging established theoretical assumptions. The reverse relationship (CX → EX) was also not supported. Significant variations were observed across hotel types, geographic regions, and participant demographics.The qualitative findings corroborated these results, emphasizing the persistent challenges of seasonality, difficulties in talent attraction and retention, workload inequalities, and the growing expectations of high-standard hotel customers.Based on these insights, the dissertation proposes an integrated framework for human resource and customer experience management, prioritizing: (i) continuous training and skills development, (ii) employee empowerment and autonomy, (iii) flexible and adaptive employment policies, (iv) targeted investments in physical environment and technology, and (v) the cultivation of resilience and crisis management culture. Overall, the study contributes to the academic discourse on the EX–CX nexus in hospitality, while offering practical guidelines for practitioners. It highlights the dual importance of SERVICESCAPE and human capital in shaping EXQ, which, in turn, drives CSAT and CLOY. By aligning organizational and environmental strategies, Greek luxury hotels can strengthen competitiveness and resilience in a rapidly changing environment.Η παρούσα διατριβή διερευνά τη δυναμική σχέση μεταξύ της εμπειρίας εργαζομένων (Employee Experience – EX) και της εμπειρίας πελατών (Customer Experience – CX) στα ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων στην Ελλάδα, με στόχο την κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα του κλάδου. Η έρευνα βασίζεται σε συνδυασμό ποσοτικών (n=1066) και ποιοτικών δεδομένων (10 εις βάθος συνεντεύξεις και 1 focus group), καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα ψυχομετρικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών τόσο σε πελάτες όσο και σε εργαζομένους. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε ότι το SERVICESCAPE (ambiance, cleanliness, functionality) και η ποιότητα εμπειρίας πελάτη (EXQ) αποτελούν τους σημαντικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της ικανοποίησης και προσήλωσης πελατών (CX), ενώ η εμπλοκή (engagement) και η διακριτική προσπάθεια (discretionary effort) των εργαζομένων ενισχύουν την εμπειρία πελάτη κυρίως μέσω της επίδρασής τους στην EXQ. Ωστόσο, η μεσολαβητική επίδραση της EXQ στη σχέση EX → CX δεν επιβεβαιώθηκε θετικά, καθώς το mediation effect βρέθηκε αρνητικό και στατιστικά σημαντικό. Το αντίστροφο μονοπάτι (CX → EX) επίσης δεν επιβεβαιώνεται. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις διαφοροποιήσεις ανά τύπο και γεωγραφική περιοχή ξενοδοχείου, καθώς και στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων. Τα ποιοτικά ευρήματα επιβεβαιώνουν τις στατιστικές τάσεις, αναδεικνύοντας ως κυριότερες προκλήσεις του κλάδου την εποχικότητα, τη δυσκολία προσέλκυσης και διακράτησης ταλέντου, τις ανισότητες στη διανομή εργασίας και τις αυξανόμενες απαιτήσεις των πελατών στα ξενοδοχεία υψηλών προδιαγραφών. Στη βάση των παραπάνω, η διατριβή προτείνει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και της εμπειρίας πελάτη, με εστίαση σε: •Συνεχή εκπαίδευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων •Ενδυνάμωση και αυτονομία των εργαζομένων •Ευέλικτες εργασιακές πολιτικές •Στοχευμένες επενδύσεις σε φυσικό περιβάλλον και τεχνολογία •Καλλιέργεια κουλτούρας ανθεκτικότητας και διαχείρισης κρίσεων. Τα ευρήματα της μελέτης συμβάλλουν στην ακαδημαϊκή συζήτηση για τον ρόλο της EX στην CX στη βιομηχανία φιλοξενίας, ενώ προσφέρουν πρακτικές κατευθύνσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών ξενοδοχείων πολυτελείας σε μια εποχή έντονων αλλαγών και προκλήσεων