Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Διαλεύκανση της επιλεκτικότητας διεύθυνσης σε νευρώνες στοιβάδας 2/3 πρωτοταγούς οπτικού φλοιού με χρήση λεπτομερών υπολογιστικών μοντέλων
Using the traditional feedforward model of visual perception proposed by Hubel and Wiesel, the primary visual cortex (V1) cannot exhibit the entire range of features it is known to possess. This, coupled with the influence of factors such as inhibition, synaptic localization and plasticity, creates a highly complex system. To explore this, a detailed biophysical model of a layer 2 and 3 (L2/3) V1 pyramidal neuron was created, based on an existing model and extensively validated against experimental data. Model synaptic integration properties were evaluated, finding varied and highly nonlinear integration. Spontaneous activity patterns were compared to in vivo data, with both showing substantial similarities. The presence of robust orientation-tuned output was verified, even under conditions of dendritic input disparity. The causal generation of somatic action potentials (APs) was explored, discovering that the majority of somatic APs (~80%) are driven by sodium channel activity from the apical tree. The impact of sodium channels and AMPA/NMDA receptors on tuning was then investigated using similar experiments, finding that apical sodium channels and both apical and basal AMPA and NMDA receptors are required for orientation tuning. Furthermore, guided by the aforementioned findings, we created a reduced model of this neuron used in a simple network model, featuring an abstract but realistic representation of visual space, visual receptive fields and structured connectivity between abstract models of retinal ganglion cells, thalamic relay cells, L4 pyramidal neurons, and ultimately, L2/3 pyramidal neurons. This simplified network setup yields orientation tuned output that is not explicitly coded into the model. The addition of simplified tuned inhibitory representing cross-orientation suppression further refines the output of these reduced models, producing true tuning.Χρησιμοποιώντας το παραδοσιακό εμπροσθόδρομο μοντέλο της οπτικής αντίληψης που πρότειναν οι Hubel και Wiesel, ο πρωτοταγής οπτικός φλοιός (V1) δεν μπορεί να διαθέτει όλη την ποικιλία χαρακτηριστικών που είναι γνωστό ότι κατέχει. Σε συνδυασμό με την επιρροή παραγόντων όπως η αναστολή, η συναπτική τοποθέτηση και η πλαστικότητα, δημιουργείται ένα περίπλοκο σύστημα. Προς εξερεύνηση αυτού, δημιουργήσαμε ένα λεπτομερές βιοφυσικό μοντέλο ενός πυραμιδικού νευρώνα στοιβάδος 2/3 (L2/3), το οποίο βασίζεται σε ένα υπαρκτό μοντέλο και η λειτουργία του οποίου έχει επαληθευτεί εκτενώς βάσει πειραματικών δεδομένων. Οι ιδιότητες συναπτικής ολοκλήρωσης του μοντέλου εκτιμήθηκαν, και βρέθηκαν ποικίλες και με υψηλό βαθμό μη-γραμμικότητας. Η αυθόρμητη δραστηριότητα του μοντέλου συγκρίθηκε με δεδομένα καταγραφών in vivo, όπου επαληθεύτηκε η ομοιότητα των δυο. Η παρουσία ισχυρών σημάτων εξόδου που επιδεικνύουν επιλεκτικότητα διεύθυνσης επαληθεύτηκε, ακόμα και υπό συνθήκες διαφοράς των δενδριτικών σημάτων εισόδου. Η αιτιακή προέλευση σωματικών δυναμικών ενέργειας (ΔΕ) αξιολογήθηκε, ανακαλύπτοντας ότι η πλειοψηφία των σωματικών ΔΕ (~80%) παράγονται μέσω δραστηριότητας διαύλων νατρίου που εδράζονται στο κορυφαίο δένδρο. Η επίδραση των διαύλων νατρίου καθώς και των υποδοχέων AMPA/NMDA στην επιλεκτικότητα διεύθυνσης διερευνήθηκε με παρόμοια πειράματα, όπου βρέθηκε πως οι δίαυλοι νατρίου στο κορυφαίο δένδρο και οι υποδοχείς AMPA/NMDA στο βασικό δένδρο είναι απαραίτητα συστατικά της επιλεκτικότητας διεύθυνσης. Επιπροσθέτως, δημιουργήσαμε ένα απλοποιημένο μοντέλο του νευρώνα προς χρήση σε ένα απλό μοντέλο δικτύου, χρησιμοποιώντας αφηρημένες αλλά ρεαλιστικές αναπαραστάσεις του οπτικού χώρου, οπτικών υποδεκτικών πεδίων και ορθώς δομημένη συνδεσιμότητα ανάμεσα στα αφηρημένα μοντέλα των υποδεκτικών πεδίων των γαγγλιακών κυττάρων του αμφιβληστροειδούς, των κυττάρων-πομπών του θαλάμου, των πυραμιδικών νευρώνων της στοιβάδας 4, και τελικά, πυραμιδικών νευρώνων στοιβάδας 2/3. Το απλοποιημένο μοντέλο επιδεικνύει επιλεκτικότητα διεύθυνσης η οποία δεν έχει προστεθεί τεχνητά. Η προσθήκη απλοποιημένων ανασταλτικών συνάψεων που επίσης επιδεικνύουν επιλεκτικότητα διεύθυνσης βελτιώνει τα σήματα εξόδου του μοντέλου περαιτέρω
Αυτόνομη εξερεύνηση και ανακατεσκευή αντικειμένων με μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα
Deploying autonomous robots outside a controlled environment is a challenging task. Robots must be able to gather information about and model their environment, determine their next course of action, and safely navigate to their goal. As such, autonomous exploration is an integral component of many higher-level tasks tackled by autonomous robots. Micro Aerial Vehicles (MAVs) are a very popular robotic platform for autonomous exploration due to their capability to move freely in three dimensions, allowing them to navigate a variety of environments.While there is prior work in autonomous MAV exploration, it is by no means a solved problem. Improvements can be made in terms of exploration speed, scalability to large environments, and robustness to odometry drift. Maybe most importantly, the integration of autonomous exploration with some higher-level robotic task has not been extensively researched. In this thesis we propose autonomous exploration methods for MAVs that address these challenges. A fast and efficient exploration algorithm, a hybrid between sampling-based and frontier-based exploration is presented. Additionally, the traditional geometric formulation of autonomous exploration is extended to incorporate a downstream task, in this case the high-quality reconstruction of objects of interest. Finally, a submap-based large-scale exploration method suitable for both depth camera and LiDAR sensors is introduced. These contributions have the potential to enable the use of autonomous MAV exploration in a wider variety of environments and tasks.Η χρήση αυτόνομων ρομπότ εκτός ενός ελεγχόμενου περιβάλλοντος απαιτεί έναν συνδυασμό δυνατοτήτων. Τα ρομπότ πρέπει να είναι σε θέση να συλλέγουν πληροφορίες και να μοντελοποιούν το περιβάλλον τους, να καθορίζουν την επόμενη δράση τους και να πλοηγούνται με ασφάλεια στον στόχο τους. Ως εκ τούτου, η αυτόνομη εξερεύνηση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο πολλών εργασιών υψηλότερου επιπέδου που καλούνται να επιτελέσουν τα αυτόνομα ρομπότ. Τα μη επανδρωμένα αεροχήματα (MAV) είναι μια πολύ δημοφιλής ρομποτική πλατφόρμα για αυτόνομη εξερεύνηση λόγω της δυνατότητάς τους να κινούνται ελεύθερα σε τρεις διαστάσεις, επιτρέποντάς τους να πλοηγούνται σε μια πληθώρα από περιβάλλοντα. Αν και η αυτόνομη εξερεύνηση με MAV έχει ερευνηθεί εκτενώς, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ένα λυμένο πρόβλημα. Βελτιώσεις μπορούν να γίνουν όσον αφορά την ταχύτητα εξερεύνησης, την δυνατότητα εξερεύνησης μεγάλων σε έκταση περιοχών και την ανθεκτικότητα ως προς την απόκλιση της οδομετρίας. Μία περιοχή που δεν έχει ερευνηθεί σε βάθος είναι η ενσωμάτωση της αυτόνομης εξερεύνησης με κάποια ρομποτική εργασία υψηλότερου επιπέδου. Σε αυτή τη διατριβή προτείνονται μέθοδοι αυτόνομης εξερεύνησης για MAV που αντιμετωπίζουν αυτές τις προκλήσεις. Παρουσιάζεται ένας γρήγορος και αποτελεσματικός αλγόριθμος εξερεύνησης, ένας συνδυασμός μεταξύ δειγματοληπτικής εξερεύνησης και εξερεύνησης που βασίζεται σε σύνορα (frontiers). Επιπλέον, η παραδοσιακή γεωμετρική διατύπωση της αυτόνομης εξερεύνησης επεκτείνεται για να ενσωματώσει μια εργασία υψηλότερου επιπέδου, στην περίπτωση αυτή την εύρεση και ανακατασκευή σε υψηλής ποιότητα αντικειμένων ενδιαφέροντος. Τέλος, εισάγεται μια μέθοδος εξερεύνησης μεγάλης κλίμακας που βασίζεται σε υποχάρτες, κατάλληλη τόσο για κάμερες βάθους όσο και για αισθητήρες LiDAR. Αυτές οι συνεισφορές έχουν τη δυνατότητα να επιτρέψουν τη χρήση της αυτόνομης εξερεύνησης MAV σε μια ευρύτερη ποικιλία περιβαλλόντων και εργασιών
Δυναμική ανάλυση και προσομοίωση ενεργειακών συστημάτων με συσσωρευτές ιόντων λιθίου
The decarbonisation of energy systems and the electrification of transport are central components of the global response to climate change. Lithium-ion batteries, due to their high energy density, efficiency, and rapid response characteristics, have become a cornerstone technology across electric mobility, buildings, and power systems. As deployment expands, there is an increasing need for accurate, scalable, and transparent modelling tools capable of capturing battery behaviour under realistic and dynamically varying operating conditions. This dissertation addresses that need through the development and validation of LIBSystems, a flexible multi-domain modelling framework for simulating lithium-ion battery systems across multiple application scales. LIBSystems is a modular library developed in Modelica, designed to support physically interpretable, equation-based modelling of lithium-ion batteries from the single-cell level to full energy systems. It includes equivalent-circuit cell models, pack-level aggregation, electro-thermal coupling, and a semi-empirical ageing formulation. The library also incorporates auxiliary components such as vehicle powertrains, bidirectional chargers, and grid-connected inverters, enabling seamless integration of batteries within broader energy systems. The design prioritises transparency, adaptability, and interoperability, avoiding black-box structures and supporting connectivity with external tools through FMI and API interfaces. The library is complemented by a wide collection of open parameter datasets covering commercial lithium-ion chemistries and capacities, ensuring representativeness and reproducibility. The dissertation begins by establishing the policy, technological, and market context that has driven rapid lithium-ion adoption. A concise theoretical background follows, covering electrochemical fundamentals, cell-level quantities, and degradation mechanisms. This is complemented by a review of modelling approaches, including physics-based electrochemical models, equivalent-circuit representations, and data-driven techniques. The trade-offs between model fidelity, computational tractability, and scalability highlight the need for a unified, modular, physics-consistent modelling environment capable of serving both detailed analysis and system-level applications. A rigorous verification and validation workflow was implemented to assess LIBSystems across multiple time and spatial scales. At the cell level, short-term transient accuracy and long-term consistency were evaluated under standard driving cycles (US06, FTP-75) using both experimental data and PyBaMM physics-based references. Hybrid Pulse Power Characterisation tests further validated voltage response fidelity. At the pack level, aggregation behaviour and scalability were verified against liionpack-generated multi-cell voltage profiles. The ageing module was calibrated using a dataset of 228 cells, capturing both calendar and cycling degradation, enabling predictive simulation of long-term capacity fade. At the system level, a complete electric vehicle model reproduced voltage, power, and state-of-charge trajectories of a validated MATLAB Simscape benchmark, confirming consistency from component to full-system scale. The modelling framework was subsequently deployed in four applications. In a residential PV–ORC–battery microgrid, replacing the lead-acid unit with a lithium-ion system increased PV utilisation by 4.5% and raised the ratio of injected to nominal energy capacity by 10% due to deeper cycling capability. In the study of solar-powered electric vehicles, annual grid energy consumption per 100 km in Berlin decreased by 29% with rooftop-mounted PV and by 45% when charging through a residential PV-battery system; in Los Angeles, the reductions were 44% and 74% respectively. Daily solar-driving range increased on average by 13.2 km in Berlin and 19.7 km in Los Angeles, demonstrating strong localisation effects driven by solar resource availability. In distribution grids equipped with vehicle-to-grid chargers, dynamic simulations using historical load data confirmed the technical feasibility of the examined V2G topology and scheduling, showing that coordinated charging and discharging can be achieved without compromising grid stability. In the Terceira Island power system, a 10.5 MW / 15 MWh lithium-ion BESS increased the frequency nadir by 14% under 60% RES penetration and by 17% under 80% RES penetration, while recovery time in the 60% RES scenario decreased from 13 s to 10 s, highlighting the contribution of fast-response storage in low-inertia islanded conditions. Overall, the dissertation demonstrates that LIBSystems constitutes a robust and transparent ecosystem linking lithium-ion cell operation with large-scale energy-system simulation. The framework brings together modular battery modelling, multi-scale validation and system-level deployment. It provides a foundation for future extensions involving physics-based ageing mechanisms, advanced thermal and power electronics submodels, hardware-in-the-loop implementations and advanced control strategies, supporting the design and optimisation of battery energy systems.Η μείωση της εξάρτησης ενεργειακών συστημάτων από τα ορυκτά καύσιμα και ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών αποτελούν κεντρικά στοιχεία της παγκόσμιας προσπάθειας αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι συσσωρευτές ιόντων λιθίου, λόγω της υψηλής ενεργειακής πυκνότητας, της απόδοσης και της ταχείας δυναμικής απόκρισης, έχουν εξελιχθεί σε τεχνολογία-κλειδί για την ηλεκτροκίνηση, τα κτήρια και τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας. Με την αύξηση της διείσδυσής τους, εντείνεται η ανάγκη για ακριβή, επεκτάσιμα και διαφανή εργαλεία μοντελοποίησης, ικανά να αναπαραστήσουν τη συμπεριφορά τους υπό ρεαλιστικές και δυναμικά μεταβαλλόμενες συνθήκες λειτουργίας. Η παρούσα διατριβή ανταποκρίνεται σε αυτή την ανάγκη, μέσω της ανάπτυξης και επαλήθευσης του LIBSystems, ενός ευέλικτου, πολυτομεακού πλαισίου μοντελοποίησης για τη δυναμική προσομοίωση συστημάτων συσσωρευτών ιόντων λιθίου σε πολλαπλές κλίμακες εφαρμογής. Η LIBSystems αποτελεί μια αρθρωτή βιβλιοθήκη αναπτυγμένη σε γλώσσα Modelica, σχεδιασμένη για μοντελοποίηση συσσωρευτών ιόντων λιθίου με δυνατότητα φυσικής ερμηνείας και βασισμένη σε εξισώσεις, από το επίπεδο του κελιού έως το επίπεδο ολοκληρωμένων ενεργειακών συστημάτων. Περιλαμβάνει ισοδύναμα κυκλωματικά μοντέλα κελιού, δομές συσσώρευσης σε επίπεδο πακέτου, σύζευξη ηλεκτρικής και θερμικής συμπεριφοράς, καθώς και μια ημι-εμπειρική διατύπωση γήρανσης. Η βιβλιοθήκη ενσωματώνει επίσης βοηθητικά υποσυστήματα, όπως μοντέλα ηλεκτρικών συστημάτων οχήματος, αμφίδρομους φορτιστές και μετατροπείς διασύνδεσης με το δίκτυο, επιτρέποντας την απρόσκοπτη ενσωμάτωση των συσσωρευτών σε πολύπλοκα ενεργειακά συστήματα. Ο σχεδιασμός δίνει προτεραιότητα στη διαφάνεια, την προσαρμοστικότητα και τη διαλειτουργικότητα, αποφεύγοντας αδιαφανείς προσεγγίσεις «μαύρου κουτιού» και υποστηρίζοντας διασύνδεση με εξωτερικά εργαλεία μέσω FMI και API. Η βιβλιοθήκη συμπληρώνεται από ένα ευρύ σύνολο ανοικτών δεδομένων παραμέτρων που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συσσωρευτών με διαφορετική χημική σύνθεση και χωρητικότητα, εξασφαλίζοντας αντιπροσωπευτικότητα και επεκτασιμότητα. Η διατριβή ξεκινά με την ανάλυση του πολιτικού, τεχνολογικού και αγοραστικού πλαισίου που οδήγησε στην ταχεία υιοθέτηση συσσωρευτών ιόντων λιθίου. Ακολουθεί μια συνοπτική θεωρητική επισκόπηση, η οποία καλύπτει τις βασικές αρχές της θεωρίας της ηλεκτροχημείας, τα θεμελιώδη μεγέθη σε επίπεδο κελιού και τους μηχανισμούς υποβάθμισης. Η επισκόπηση των υφιστάμενων μεθοδολογιών μοντελοποίησης, από ηλεκτροχημικά μοντέλα πρώτων αρχών έως μοντέλα ισοδύναμου κυκλώματος και δεδομενοκεντρικά μοντέλα, αναδεικνύει την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ ακρίβειας, υπολογιστικού κόστους και επεκτασιμότητας μεταξύ συστημάτων, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη για ένα ενοποιημένο, αρθρωτό και φυσικά ερμηνεύσιμο περιβάλλον μοντελοποίησης, ικανό να υποστηρίξει τόσο λεπτομερή ανάλυση όσο και προσομοίωση συστημάτων. Εφαρμόστηκε μια αυστηρή διαδικασία επαλήθευσης και επικύρωσης για την αξιολόγηση της LIBSystems σε πολλαπλές χρονικές και χωρικές κλίμακες. Σε επίπεδο κελιού, η βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη απόκριση αξιολογήθηκαν υπό τυπικούς κύκλους οδήγησης (US06, FTP-75) με χρήση πειραματικών δεδομένων και προτύπων PyBaMM, ενώ οι δοκιμές Hybrid Pulse Power Characterisation επιβεβαίωσαν περαιτέρω την ακρίβεια τάσης. Σε επίπεδο πακέτου, η συμπεριφορά επαληθεύτηκε έναντι προφίλ πολλαπλών κελιών εξαγόμενων από το υπολογιστικό πακέτο liionpack. Το μοντέλο γήρανσης βαθμονομήθηκε με βάση σύνολο δεδομένων 228 κελιών, αποτυπώνοντας τόσο ημερολογιακή όσο και κυκλική υποβάθμιση και επιτρέποντας μακροχρόνιες προβλέψεις απώλειας χωρητικότητας. Σε επίπεδο συστήματος, ένα πλήρες μοντέλο ηλεκτρικού οχήματος αναπαρήγαγε τις καμπύλες τάσης, ισχύος και κατάστασης φόρτισης ενός επικυρωμένου προτύπου MATLAB Simscape, επιβεβαιώνοντας τη συνοχή από το στοιχείο έως το ολοκληρωμένο σύστημα. Το πλαίσιο μοντελοποίησης εφαρμόστηκε στη συνέχεια σε τέσσερις εφαρμογές. Σε ένα οικιακό μικροδίκτυο PV–ORC–μπαταρίας, η αντικατάσταση της μονάδας μολύβδου-οξέος με σύστημα Li-ion αύξησε τη χρήση της φωτοβολταϊκής παραγωγής κατά 4.5% και βελτίωσε τον λόγο εγχυθείσας προς ονομαστική ενεργειακή χωρητικότητα κατά 10% λόγω βαθύτερης φόρτισης/εκφόρτισης. Στη μελέτη των ηλιακά υποβοηθούμενων ηλεκτρικών οχημάτων, η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο ανά 100 km στο Βερολίνο μειώθηκε κατά 29% με φωτοβολταϊκά (Φ/Β) επί οχήματος και κατά 45% με φόρτιση μέσω οικιακού συστήματος Φ/Β–μπαταρίας· στο Λος Άντζελες οι μειώσεις έφτασαν το 44% και 74% αντίστοιχα. Το ημερήσιο ηλιακό εύρος κίνησης αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 13.2 km στο Βερολίνο και 19.7 km στο Λος Άντζελες, αναδεικνύοντας την ισχυρή εξάρτηση από τη διαθέσιμη ηλιακή ακτινοβολία. Σε δίκτυα διανομής με φορτιστές αμφίδρομης ροής ισχύος (vehicle-to-grid – V2G), οι δυναμικές προσομοιώσεις με ιστορικά φορτία επιβεβαίωσαν την εξεταζόμενη τοπολογία και τη στρατηγική προγραμματισμού ως τεχνικά εφικτές, δείχνοντας ότι η συντονισμένη φόρτιση και εκφόρτιση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διαταράσσεται η ευστάθεια του δικτύου. Στο ηλεκτρικό σύστημα της νήσου Τερσέιρα, ένα σύστημα ιόντων λιθίου 10.5 MW / 15 MWh αύξησε το ελάχιστο της συχνότητας κατά 14% υπό διείσδυση ΑΠΕ 60% και κατά 17% υπό 80%, ενώ ο χρόνος αποκατάστασης μειώθηκε από 13 s σε 10 s στο σενάριο 60%, επιβεβαιώνοντας τη συμβολή των συσσωρευτών ταχείας απόκρισης σε δίκτυα χαμηλής αδράνειας. Συνολικά, η διατριβή καταδεικνύει ότι το LIBSystems αποτελεί ένα στιβαρό και διαφανές οικοσύστημα που συνδέει τη λειτουργία των κελιών ιόντων λιθίου με τη δυναμική προσομοίωση ενεργειακών συστημάτων μεγάλης κλίμακας. Το πλαίσιο συνδυάζει αρθρωτή μοντελοποίηση, πολυεπίπεδη επικύρωση της ακρίβειας και εφαρμογή σε πραγματικά ενεργειακά συστήματα, δημιουργώντας τη βάση για μελλοντικές επεκτάσεις με μηχανισμούς φυσικοχημικής γήρανσης, προηγμένα μοντέλα συστήματος θερμικής διαχείρισης, ηλεκτρονικών ισχύος, σχημάτων hardware-in-the-loop και εξελιγμένες στρατηγικές ελέγχου, προς υποστήριξη του σχεδιασμού και της βελτιστοποίησης συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας
Development of a methodological framework for the sustainability assessment of electric vehicle batteries
The increasing demand for electric vehicle batteries necessitates their evaluation based on sustainability criteria, as large-scale production can have significant environmental impacts and lead to the depletion of critical natural resources. At the same time, the technical parameters of the batteries-such as performance, energy density, and safety-determine their performance, while the economic dimension affects their affordability and long-term sustainability. The aim of this dissertation is to develop a comprehensive and holistic methodology for evaluating the sustainability of electric vehicle batteries. The approach initially involves analyzing the environmental impacts of the main types of batteries currently used in electric mobility. The environmental assessment covers all stages of their life cycle, from the extraction and processing of raw materials to manufacturing, use, recycling, and final disposal. For this purpose, Life Cycle Assessment is utilized due to its ability to provide a full picture of a product’s environmental performance. To achieve a comprehensive sustainability assessment, the environmental analysis is combined with economic evaluation through Life Cycle Costing, as well as an investigation of the criticality of the materials involved in battery construction. The criticality analysis examines the availability of required metals, geopolitical aspects of their supply chain, and the risks associated with potential future shortages. Additionally, the evaluation includes the key technical specifications of the technologies under study. The weights of the criteria are determined through a questionnaire addressed to experts, ensuring scientific validity and objectivity. All these criteria are combined under Multi-Criteria Decision Analysis. The proposed methodology is applied to widely used lithium-ion batteries. For each alternative technology, data regarding the different processes of its life cycle is collected from recognized databases and scientific literature. The results of the individual analyses are integrated into a multi-criteria decision-making framework, which leads to a final ranking of alternatives based on their sustainability. The methodology can be more broadly applied for the comparative assessment of technologies related to electric mobility, providing a tool to support decision-making for researchers, policymakers, and industry stakeholders. Finally, overall conclusions are drawn regarding the sustainability of batteries, and directions for future research are proposed. These aim to further develop assessment methods, improve the environmental and economic performance of energy storage systems, and enhance the understanding of issues related to life cycle management. These proposals aim at advancing the field and supporting the transition to sustainable electric mobility technologies.Η αυξανόμενη ζήτηση για μπαταρίες ηλεκτροκίνησης καθιστά αναγκαία την αξιολόγησή τους με βάση κριτήρια αειφορίας, καθώς η μεγάλης κλίμακας παραγωγή τους μπορεί να επιφέρει σημαντικές περιβαλλοντικές πιέσεις και να οδηγήσει σε εξάντληση κρίσιμων φυσικών πόρων. Παράλληλα, οι τεχνικές παράμετροι των μπαταριών, όπως η απόδοση, η ενεργειακή πυκνότητα και η ασφάλεια, καθορίζουν την αποτελεσματικότητα τους, ενώ η οικονομική διάσταση επηρεάζει την προσιτότητα και τη μακροχρόνια βιωσιμότητά τους. Στόχος της διατριβής είναι η ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης και ολιστικής μεθοδολογίας αξιολόγησης της αειφορίας των μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων. Η προσέγγιση περιλαμβάνει αρχικά την ανάλυση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η περιβαλλοντική αξιολόγηση καλύπτει όλα τα στάδια του κύκλου ζωής τους από την εξόρυξη και επεξεργασία πρώτων υλών έως την κατασκευή, χρήση, ανακύκλωση και τελική διάθεση. Για τον σκοπό αυτό αξιοποιείται η Ανάλυση Κύκλου Ζωής, λόγω της ικανότητάς της να προσφέρει μια πλήρη εικόνα της περιβαλλοντικής απόδοσης ενός προϊόντος. Για να επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση αειφορίας, η περιβαλλοντική ανάλυση συνδυάζεται με την οικονομική αποτίμηση μέσω της Ανάλυσης Κόστους Κύκλου Ζωής, καθώς και με τη διερεύνηση της κρισιμότητας των υλικών που συμμετέχουν στην κατασκευή των μπαταριών. Η ανάλυση κρισιμότητας εξετάζει τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων μετάλλων, τα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά της εφοδιαστικής τους αλυσίδας και τους κινδύνους που σχετίζονται με πιθανές μελλοντικές ελλείψεις. Επιπλέον, η αξιολόγηση περιλαμβάνει τις βασικές τεχνικές προδιαγραφές των υπό μελέτη τεχνολογιών. Οι βαρύτητες αυτών των κριτηρίων προσδιορίζονται μέσω ερωτηματολογίου που απευθύνεται σε εμπειρογνώμονες, διασφαλίζοντας την επιστημονική εγκυρότητα και την αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Τα κριτήρια συνδυάζονται σε ένα ενιαίο πλαίσιο μέσω της Πολυκριτηριακής Ανάλυσης Αποφάσεων. Η προτεινόμενη μεθοδολογία εφαρμόζεται σε ευρέως διαδεδομένες τεχνολογίες μπαταριών ιόντων λιθίου. Για κάθε εναλλακτική τεχνολογία συλλέγονται δεδομένα σχετικά με τις επιμέρους διεργασίες του κύκλου ζωής της από αναγνωρισμένες βάσεις δεδομένων και έμπιστες βιβλιογραφικές πηγές. Τα αποτελέσματα των επιμέρους αναλύσεων ενσωματώνονται σε πλαίσιο πολυκριτηριακής αξιολόγησης, το οποίο οδηγεί στην τελική κατάταξη των εναλλακτικών λύσεων ως προς την αειφορία τους. Η μεθοδολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα για τη συγκριτική αξιολόγηση τεχνολογιών που σχετίζονται με την ηλεκτροκίνηση, παρέχοντας ένα εργαλείο υποστήριξης λήψης αποφάσεων. Τέλος, διατυπώνονται συνολικά συμπεράσματα σχετικά με την αειφορία των μπαταριών και προτείνονται κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα, με στόχο την περαιτέρω αξιολόγηση τους, τη βελτίωση της περιβαλλοντικής και οικονομικής απόδοσης των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και την ενίσχυση της κατανόησης ζητημάτων που σχετίζονται με τη διαχείριση του κύκλου ζωής τους. Οι προτάσεις αυτές στοχεύουν στη γενικότερη πρόοδο του πεδίου και στη στήριξη της μετάβασης προς βιώσιμες τεχνολογίες ηλεκτροκίνησης
The contribution of chest ultrasound, in the diagnosis and follow-up of pediatric lung diseases with emphasis on parenchymal pathologies
Purpose: The aim of this doctoral thesis was to study diseases of the lungs, pleura, chest wall, and mediastinum in the pediatric groups utilizing ultrasonography with emphasis on the differential diagnostic approach to respiratory diseases and their follow-up in the Neonatal Intensive Care Unit (NICU). Furthermore, the objective of our study was to evaluate the feasibility of applying thoracic ultrasonography as a diagnostic tool in the daily clinical practice, as well as a monitoring method for thoracic (and pulmonary) pathological conditions, incorporating our experience from its use in adult Intensive Care Units. Methodology: In this randomized and prospective study, the enrolled children were classified into two groups: a) children-neonates 0–29 days admitted to the NICU, and b) all other pediatric age groups. A total of 597 neonates and 210 children were examined. For each case, an initial base line chest X-ray was obtained, followed by thoracic ultrasonographic scan assessment using predefined scanning lines (mid-axillary line, anterior and posterior axillary lines, and mid-clavicular line), while mediastinal structures were subsequently investigated. Physical acoustic phenomena (artifacts) resulting from the ultrasound beam as it travels through biological tissues were assessed, including A-lines, the pleural “sliding sign,” the pleural line, the presence or absence of subpleural atelectatic or consolidative regions, and the presence and the “density” of B-lines. The presence of B-lines was categorized into four imaging patterns: Group A: <3 (normal), Group B: 3–7, Group C: coalescent, Group D: compact imagingUltrasound findings were correlated with the clinical condition of each patient. This method was also used to guide therapeutic interventions. Results: LUS has emerged as a valuable diagnostic tool for the evaluation of respiratory disorders in neonates, infants, and children. The aforementioned findings correlated with the severity of the disease and LUS demonstrated high diagnostic accuracy for the most common conditions such as neonatal respiratory distress syndrome (RDS), transient tachypnea of the newborn (TTN), pneumothorax (PTX), pneumonia and ventilator-associated pneumonia (VAP), meconium aspiration syndrome (MAS), as well as pulmonary hemorrhage. Our results are consistent with previous studies reporting high diagnostic accuracy of LUS, with the added advantages of reduced radiation exposure and the ability to perform follow up assessments. Conclusions: LUS is a rapid, safe, and non-invasive tool with excellent diagnostic accuracy, proving it highly valuable for the initial diagnosis, guidance of therapeutic strategies, as well as follow-up exams of neonates and children. Furthermore, LUS could be a reliable alternative to chest radiography for the evaluation of pediatric pulmonary diseases.Σκοπός: Σκοπός αυτής της διδακτορικής διατριβής ήταν η μελέτη των παθήσεων των πνευμόνων, του πλευριτικού χώρου, του θωρακικού τοιχώματος και του μεσοθωρακίου στον παιδιατρικό πληθυσμό με τη μέθοδο του υπερηχοτομογραφήματος. Έμφαση δόθηκε στη διαφοροδιαγνωστική προσέγγιση των παθήσεων του αναπνευστικού και την παρακολούθησή τους (follow up) στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας των Νεογνών. Απώτερος στόχος της μελέτης μας ήταν η διερεύνηση της δυνατότητας εφαρμογής του υπερηχοτομογραφήματος, ως διαγνωστική μέθοδος στην καθημερινή κλινική πράξη, αλλά ως και μέθοδο παρακολούθησης των παθολογικών καταστάσεων του θώρακος (και των πνευμόνων), αξιοποιώντας την εμπειρία μας από την εφαρμογή της μεθόδου αυτής σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας ενηλίκων. Μεθοδολογία: Πρόκειται για τυχαιοποιημένη/προοπτική μελέτη. Ο πληθυσμός των παιδιών της μελέτης μας ταξινομήθηκε σε δύο ομάδες: σε α) μικρούς, αναπνευστικούς ασθενείς της ΜΕΝΝ (νεογνά: 0-29ημερών) και σε β) όλες τις άλλες ηλικίες. Διερευνήθηκαν 597 νεογνά και 210 παιδιά. Σε κάθε περιστατικό διενεργήθηκε αρχική ακτινογραφία (α/α) αναφοράς, ενώ ακολούθησε υπερηχοτομογραφική διερεύνηση του θώρακα χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες θέσεις (μέση μασχαλιαία γραμμή, πρόσθια και οπίσθια μασχαλιαίες γραμμές καθώς και μεσοκλειδική γραμμή) και ακολούθως διερευνήθηκαν οι δομές του μεσοθωρακίου. Χρησιμοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν φυσικά ακουστικά φαινόμενα που προκύπτουν από τη συμπεριφορά της ακουστικής δέσμης των υπερήχων όταν μεταδίδεται διαμέσου των ιστών όπως οι A-Lines, το «sliding sign», η ακεραιότητα, η ποιότητα και το πάχος της υπεζοκωτικής γραμμής, η παρουσία ή μη υποϋπεζοκωτικών ατελεκτατικών ή πυκνωτικών περιοχών, η παρουσία και η «πυκνότητα» των B-Lines κλπ. Κατηγοριοποιήθηκε η παρουσία των B-lines σε τέσσερεις ομάδες αποδίδοντας αντίστοιχα πρότυπα απεικόνισης: [ΟΜΑΔΑ Α: <3 (φυσιολογική), ΟΜΑΔΑ Β 3-7, ΟΜΑΔΑ C: συρρέουσες, ΟΜΑΔΑ D: συμπαγής απεικόνιση]. Η απεικόνιση συσχετίστηκε με την κλινική εικόνα των εξεταζόμενων. Η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε επιπλέον και για την καθοδήγηση θεραπευτικών παρεμβάσεων. Αποτελέσματα: Το υπερηχοτομογράφημα πνεύμονα (LUS) έχει αναδειχθεί ως μια πολύτιμη διαγνωστική μέθοδος για την αξιολόγηση παθολογιών του αναπνευστικού συστήματος σε νεογνά, βρέφη και παιδιά. Τα προαναφερόμενα ευρήματα συσχετίστηκαν με τη βαρύτητα της νόσου. Το LUS παρουσιάζει υψηλή διαγνωστική ακρίβεια για τις συχνότερες παθήσεις, όπως το RDS των νεογνών, η TTN του νεογνού, ο PTX, η πνευμονία ή η πνευμονία σχετιζόμενη με τον αναπνευστήρα (VAP), το MAS και η πνευμονική αιμορραγία. Τα αποτελέσματά μας συμφωνούν με μελέτες που αναδεικνύουν την υψηλή διαγνωστική ακρίβεια του LUS, με σημαντικό πλεονέκτημα τη μείωση της ακτινοβολίας και τη δυνατότητα επαναλαμβανόμενης αξιολόγησης. Συμπεράσματα: Το LUS είναι ένα γρήγορο, ασφαλές, μη επεμβατικό εργαλείο, με εξαιρετική διαγνωστική ακρίβεια, που το καθιστά έγκυρο, τόσο για την αρχική διάγνωση όσο και για την καθοδήγηση της θεραπευτικής στρατηγικής και την παρακολούθηση νεογνών και παιδιών. Επιπλέον, το LUS θα μπορούσε να αποτελέσει μια αξιόπιστη, ακόμη και εναλλακτική λύση στην ακτινογραφία θώρακος για την αξιολόγηση των παιδιατρικών πνευμονικών παθήσεων
Epidemiological analysis and shoulder-injury risk modeling in Greek CrossFit participants
Background: The shoulder joint is the most frequently injured area in CrossFit (CF) with significant functional and performance consequences. The multifactorial aetiology of these injuries limits the effectiveness of conventional linear statistical approaches in identifying prognostic indicators. Objective: This doctoral thesis investigates the epidemiology of shoulder injuries among CF athletes in Greece. It aims to determine risk factors and develop a predictive model using advanced Machine Learning (ML) methods. Methods: The investigation comprised three main stages. First, a sport-specific field test – the CrossFit Functional Assessment Battery for Shoulder joint (CF-FABS) – was developed and its inter-rater and test-retest reliability were examined. Second, a 12-month prospective cohort of 109 CF athletes was established to monitor incident shoulder injuries. Third, demographic, epidemiological, and functional data were integrated to profile athletes; risk factors were explored using linear and non-linear analyses (logistic regression, PCA, FAMD); and a predictive model was built to estimate future shoulder injury. A Random Forest model was trained with 100k-fold cross-validation and interpreted using SHAP values. Results: The inter-rater reliability analysis showed a Cohen’s κ > 0.82 across all CF-FABS individual tests, with percentage agreement ≥ 90%, while the test-retest reliability showed κ > 0.66 with agreement ≥ 75%. The Injury Incidence Rate (IIR) was calculated as 0.79 injuries per 1,000 hours of exposure. Most injuries involved the rotator cuff (45%) and were primarily classified as overuse injuries (80%). Shoulder injuries were most prevalent during Olympic weightlifting exercises (45%). Linear statistical analyses and modelling did not show any statistically significant correlations with injury occurrence. Advanced ML identified a best-performing Random Forest model with a mean accuracy of 63%, indicating low overfitting. The model revealed the critical parameters of: side-to-side ROM deficits in internal rotation, external rotation, and flexion; prior injury to the non-dominant and dominant shoulder; pain during CF participation; and bilateral ROM symmetries in the aforementioned movements. Conclusion: CF-FABS is the first reliable, sport-specific, field-based tool to facilitate the detection of biomechanical deficits by coaches and researchers. Prior shoulder injury, pain during CF, and side-to-side differences in ROM constitute salient features for injury occurrence. Compared to traditional approaches, ML provides an interpretable and practical predictive framework capable of supporting early identification of higher-risk athletes and the design of targeted prevention strategies.Εισαγωγή: Η άρθρωση του ώμου εμφανίζεται ως η συχνότερα τραυματιζόμενη στο άθλημα του CrossFit (CF), με σοβαρές λειτουργικές και αγωνιστικές συνέπειες. Η πολυπαραγοντική φύση των τραυματισμών αυτών δυσχεραίνει τον εντοπισμό προγνωστικών δεικτών μέσω των κλασικών γραμμικών μεθόδων στατιστικής ανάλυσης. Σκοπός: Η παρούσα διδακτορική διατριβή έχει σκοπό την επιδημιολογική αποτύπωση των τραυματισμών του ώμου σε αθλητές CF στην Ελλάδα. Επιπλέον, στοχεύει στον προσδιορισμό των παραγόντων κινδύνου, καθώς και στην ανάπτυξη ενός μοντέλου πρόβλεψης μέσω προηγμένων μεθόδων Μηχανικής Μάθησης (ΜΜ). Μεθοδολογία: Η διερεύνηση του θέματος δομήθηκε σε τρεις βασικές διεργασίες. Η πρώτη περιλάμβανε τη δημιουργία και διερεύνηση της αξιοπιστίας μεταξύ εξεταστών και επαναλαμβανόμενων μετρήσεων ενός πρωτότυπου, ειδικού για το άθλημα, εργαλείου λειτουργικής αξιολόγησης, του CF Functional Assessment Battery for the Shoulder joint (CF-FABS). Η δεύτερη αποτελούσε την προοπτική μελέτη κοόρτης ενός δείγματος 109 αθλητών CF, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για 12 μήνες σχετικά με την εμφάνιση τραυματισμών στον ώμο. Κατά την τρίτη και τελευταία φάση της μελέτης, τα δημογραφικά, επιδημιολογικά και δεδομένα λειτουργικής αξιολόγησης των συμμετεχόντων συνέθεσαν το προφίλ των αθλητών αυτών, οι παράγοντες κινδύνου αναζητήθηκαν μέσω γραμμικών και μη γραμμικών μεθόδων, και τέλος δημιουργήθηκε ένα μοντέλο ικανό να προβλέπει αν ένας αθλητής θα οδηγηθεί σε τραυματισμό του ώμου ή όχι. Αποτελέσματα: Οι τιμές του συντελεστή Cohen’s κ για την αξιοπιστία μεταξύ αξιολογητών ξεπέρασαν το 0,82 με ποσοστιαία συμφωνία ≥ 90% για όλες τις δοκιμασίες του CF-FABS, ενώ για την αξιοπιστία επανελέγχου ξεπέρασαν το 0,66 με συμφωνία ≥ 75%. Μέσω της προοπτικής μελέτης προέκυψε συχνότητα τραυματισμών του ώμου (Injury Incidence Rate-IIR) ίση με 0,79 τραυματισμούς ανά 1.000 ώρες συμμετοχής. Η πλειοψηφία των τραυματισμών αφορούσε το στροφικό πέταλο (45%), κατά κύριο λόγο αντιπροσωπεύοντας βλάβες υπέρχρησης (80%). Ως επί το πλείστον οι τραυματισμοί σχετίζονταν με ασκήσεις Ολυμπιακής άρσης βαρών (45%). Τα αποτελέσματα γραμμικής στατιστικής και μοντελοποίησης με λογιστική παλινδρόμηση, όπως και πολυπαραγοντικής ανάλυσης (PCA, FAMD) δεν κατέδειξαν στατιστικώς σημαντική συσχέτιση των τραυματισμών με κάποια από τις μεταβλητές του δείγματος. Προχωρημένη μοντελοποίηση με ΜΜ κατέδειξε το βέλτιστο μοντέλο Random Forest, το οποίο ήταν ικανό να προβλέψει τραυματισμό στον ώμο με μέση ακρίβεια 63%, υποδεικνύοντας χαμηλή υπερπροσαρμογή στα δεδομένα. Το μοντέλο κατέδειξε ως κρίσιμους παράγοντες το πλευρικό έλλειμμα ROM έσω τροφής, έξω στροφής και κάμψης, την ύπαρξη ιστορικού τραυματισμού του μη κυρίαρχου και του κυρίαρχου ώμου, τη συνοδεία πόνου στον ώμο κατά το άθλημα, καθώς και τη συμμετρία RΟΜ των παραπάνω κινήσεων του ώμου. Συμπεράσματα: Το CF-FABS αποτελεί το πρώτο αξιόπιστο και εύχρηστο εργαλείο ως δοκιμασία πεδίου για την αποκάλυψη εμβιομηχανικών παρεκκλίσεων από προπονητές, αλλά και ερευνητές για περεταίρω μελέτη. Η ύπαρξη προηγούμενου τραυματισμού, ο πόνος κατά το CF, καθώς και οι πλευρικές διαφορές ROM αποτελούν κρίσιμα χαρακτηριστικά για την εμφάνιση τραυματισμού στον ώμο. Έναντι παραδοσιακών προσεγγίσεων, η ΜΜ είναι ικανή να παρέχει ερμηνεύσιμο και πρακτικό πλαίσιο πρόβλεψης, ικανό να υποστηρίξει τον έγκαιρο εντοπισμό αθλητών υψηλού κινδύνου και τον σχεδιασμό στοχευμένων στρατηγικών πρόληψης
The scholarly discourse on Islam by professor Ioannis Th. Mazis
Aims and Methodology: The primary objective of the present study is the investigation, interpretation, and thematic analysis of references to Islam as articulated within the scholarly works of Professor Ioannis Th. Mazis. This analysis is specifically designed to highlight the secular dynamics of Islam, framed within the comprehensive interpretive structure of Systemic Geopolitical Analysis (SGA). Interdisciplinary Justification and Tools:To capture the interdisciplinary nature of Systemic Geopolitical Analysis, the research thesis will mainly rely on Critical Discourse Analysis (CDA). This methodological approach will be further supported by the utilization of contemporary specialist literature and the consultation of authoritative academic digital resources. Furthermore, quantitative techniques will be employed to enhance the analysis, specifically Cartography and Data Analysis (Data-Driven Performance Analysis and Data Visualization). Geopolitical Framework: The Geopolitical Pillar of Power selected for the examination of this phenomenon is that of Culture and Information.Στόχος και Μεθοδολογία της Μελέτης: Ο σκοπός της παρούσης μελέτης συνίσταται στην διερεύνηση, την ερμηνεία και τη θεματική ανάλυση των αναφορών περί του Ισλάμ, όπως αυτές αναπτύσσονται εντός της εργογραφίας του Καθηγητού Ιωάννη Θ. Μάζη. Η ανάλυση αυτή αποσκοπεί στην ανάδειξη της κοσμικής δυναμικής του Ισλάμ, εντασσόμενη στο ολοκληρωμένο ερμηνευτικό πλαίσιο της Συστημικής Γεωπολιτικής Αναλύσεως (ΣΓΑ). Διεπιστημονική Τεκμηρίωση και Εργαλεία: Προκειμένου να επιτευχθεί ο διεπιστημονικός χαρακτήρας της Συστημικής Γεωπολιτικής Αναλύσεως, η τεκμηρίωση της ερευνητικής θέσης θα πραγματοποιηθεί, μεταξύ άλλων, μέσω της Κριτικής Αναλύσεως του Λόγου (Critical Discourse Analysis - CDA). Η μεθοδολογική αυτή προσέγγιση θα υποστηριχθεί από τη χρήση σύγχρονης εξειδικευμένης βιβλιογραφίας και την αξιοποίηση έγκριτου ακαδημαϊκού ψηφιακού ιστοτόπου. Επιπλέον, θα εφαρμοστούν ποσοτικές τεχνικές, συγκεκριμένα η Χαρτογραφία και η Ανάλυση Δεδομένων (Data-Driven Performance Analysis and Data Visualization), για την ενίσχυση της ανάλυσης. Γεωπολιτικό Πλαίσιο: Ως Γεωπολιτικός Πυλώνας Ισχύος για την εξέταση του φαινομένου επελέγη αυτός του Πολιτισμού και της Πληροφορίας
Mitropolia e Shenjtë Korçë: zhvillimi i saj historik- gjendja e saj e sotme
This dissertation examines the historical development, ecclesiastical evolution, and educational activity of the Holy Metropolis of Korça from the early Christian centuries to the present day. Through systematic analysis of primary archival sources, codices, ecclesiastical acts, and extensive bibliography, the study seeks to highlight the role of the Metropolis in the spiritual, national, and social life of the region. The research covers the geographical and historical identity of Korça, the ecclesiastical administration throughout different historical periods, the establishment and evolution of the Autocephalous Orthodox Church of Albania, as well as the Metropolis’ contribution to Greek-language education and the preservation of the Hellenic identity in the area. Particular emphasis is placed on the period of the communist regime, utilizing unpublished documents and referencing the state’s atheistic propaganda, as well as on the transitional period after 1990, during which the Orthodox Church of Albania was restructured under difficult circumstances, with the Holy Metropolis of Korça forming an integral part of these developments. This dissertation contributes new, well-documented material to the ecclesiastical historiography of the region and enriches scholarly discourse on the identity and mission of the Metropolis of Korça, opening new horizons for further study and reflection.Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται την ιστορική πορεία, την εκκλησιαστική εξέλιξη και την εκπαιδευτική δράση της Ιεράς Μητρόπολης Κορυτσάς από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες έως και τη σύγχρονη εποχή. Μέσα από συστηματική ανάλυση πρωτογενών αρχειακών πηγών, κωδίκων, εκκλησιαστικών πράξεων και πλούσιας βιβλιογραφίας, επιχειρείται η ανάδειξη του ρόλου της Μητρόπολης στην πνευματική, εθνική και κοινωνική ζωή της περιοχής. Η εργασία καλύπτει τη γεωγραφική και ιστορική ταυτότητα της Κορυτσάς, την εκκλησιαστική διοίκηση ανά εποχή, την ίδρυση και εξέλιξη της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, καθώς και τη συμβολή της Μητρόπολης στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση και στη διατήρηση της ταυτότητας του Ελληνισμού της περιοχής. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος, με αξιοποίηση ανέκδοτων εγγράφων και αναφορά στην αθεϊστική προπαγάνδα, καθώς και στη μεταβατική περίοδο μετά το 1990, κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας ανασυγκροτήθηκε υπό δύσκολες συνθήκες, με την Ιερά Μητρόπολη Κορυτσάς να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτών των εξελίξεων. Η διατριβή συνεισφέρει με νέα τεκμηριωμένα δεδομένα στην εκκλησιαστική ιστοριογραφία της περιοχής και εμπλουτίζει την επιστημονική συζήτηση γύρω από την ταυτότητα και τη δράση της Μητρόπολης Κορυτσάς, ανοίγοντας για κάθε αναγνώστη καινούργιους ορίζοντες μελετών και προβληματισμού.Kjo disertacion trajton rrugëtimin historik, zhvillimin kishtar dhe veprimtarinë arsimore të Mitropolisë së Shenjtë të Korçës, nga shekujt e parë të krishterimit deri në periudhën bashkëkohore. Nëpërmjet një analize të sistematizuar të burimeve arkivore parësore, kodikëve, akteve kishtare dhe një literature të pasur, synohet të nxirret në pah roli i Mitropolisë në jetën shpirtërore, etnike dhe shoqërore të zonës. Punimi shqyrton identitetin gjeografik dhe historik të Korçës, administrimin kishtar sipas periudhave, themelimin dhe zhvillimin e Kishës Ortodokse Autoqefale të Shqipërisë, si dhe kontributin e Mitropolisë në arsimin greqishtfolës dhe në ruajtjen e identitetit të Helenizmit të rajonit. Vëmendje e veçantë i kushtohet periudhës së regjimit komunist, duke përdorur dokumente të pabotuara, në botën Akademike Greke, dhe duke theksuar propagandën ateiste, si edhe periudhës së tranzicionit pas vitit 1990, kur Kisha Ortodokse e Shqipërisë u rindërtua në rrethana të vështira, me Mitropolinë e Korçës që përbënte pjesë të pandarë të këtyre zhvillimeve. Disertacioni kontribuon me të dhëna të reja të dokumentuara në historiografinë kishtare të zonës dhe pasuron diskutimin shkencor rreth identitetit dhe veprimtarisë së Mitropolisë së Korçës, duke hapur për çdo lexues horizonte të reja studimi dhe reflektimi
From school, to the museum and the excavation: the pedagogy of archaeology in the primary and the secondary education of Cyprus
The scope of this doctoral dissertation is the educational, institutional, and practical role of Archaeology in the school system of Cyprus and especially in the History class. The main question is about the role that Archaeology and archaeologists play in the formal education and the kind of activities can be designed so that students can benefit from learning about Archaeology. The research is based mainly on content analysis of all History curricula and textbooks. This is supported by the opinions of teachers, archaeologists, and museologists as well as by special activities that were carried out in schools. The study has two main goals: to understand how Archaeology currently works in the schools of Cyprus and to find ways to include it effectively in the curriculum by designing a special teaching framework.Υπό διερεύνηση θέμα της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η παιδαγωγική, θεσμική και λειτουργική υπόσταση της Αρχαιολογίας στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου και συγκεκριμένα στο μάθημα της Ιστορίας. Το βασικό ερώτημα επικεντρώνεται στον ρόλο της Αρχαιολογίας και του αρχαιολόγου στην τυπική εκπαίδευση και τις εξειδικευμένες δράσεις που μπορούν να σχεδιαστούν ούτως ώστε τα παιδαγωγικά οφέλη από τη διδασκαλία της Αρχαιολογίας να αξιοποιηθούν στο σχολικό περιβάλλον. Η ανάλυση περιεχομένου που πραγματοποιήθηκε σε όλα τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά εγχειρίδια του μαθήματος της Ιστορίας αποτελεί το κύριο εργαλείο της έρευνας το οποίο ενισχύεται με τις απόψεις εκπαιδευτικών, αρχαιολόγων και μουσειολόγων και με ειδικά σχεδιασμένες δράσεις που πραγματοποιήθηκαν σε σχολεία. Ο υφιστάμενος τρόπος λειτουργίας της Αρχαιολογίας στα σχολεία της Κύπρου και η ένταξή της στο σχολικό πρόγραμμα λαμβάνοντας υπόψη το αναλυτικό πρόγραμμα και τα σχολικά εγχειρίδια αλλά σχεδιάζοντας και υλοποιώντας ένα ειδικό πλαίσιο διδασκαλίας είναι οι δύο πιο σημαντικοί στόχοι της έρευνας
The use of the ''comprehensive complication index'' as a system for recording postoperative complications following percutaneous, retrograde, and extracorporeal lithotripsy for renal lithiasis
Background: Accurate complication reporting in Endourology remains challenging, with the Clavien-Dindo Classification and Comprehensive Complication Index being the most commonly used systems. This study aimed to compare surgical outcomes and complication reporting in ureterolithotripsy (URL), percutaneous nephrolithotomy (PCNL), and extracorporeal shockwave lithotripsy (ESWL) using both systems. Methods: This prospective, single-center, noninterventional study included 473 patients undergoing URL, PCNL, or ESWL from October 2022 to October 2024. Demographic, stone-related, and procedural variables were recorded. Complications were classified using the CDC, and cumulative morbidity was assessed using CCI. Statistical analyses, including univariate and multivariate regression, were performed to identify predictors of higher CCI scores. Results: PCNL was associated with the highest complication rates, including an 11% transfusion rate. ESWL had the lowest complication burden, while URL demonstrated intermediate risk. CCI scores correlated positively with length of stay (LOS; r = 0.47), highlighting its ability to capture overall morbidity. Multivariate analysis identified stone size, operating time, and positive urine culture as significant predictors of higher CCI scores. The CCI provided a more comprehensive representation of morbidity compared to the CDC. Conclusions: CCI demonstrates superior sensitivity in evaluating postoperative morbidity compared to CDC, particularly in more invasive procedures such as PCNL. Standardized reporting frameworks incorporating CCI may enhance surgical outcome assessment in endourology.Εισαγωγή: Η ακριβής αναφορά των επιπλοκών στην ενδοουρολογία παραμένει πρόκληση, με την Κατάταξη Clavien-Dindo (CDC) και τον Δείκτη Συνολικών Επιπλοκών (CCI) να αποτελούν τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα συστήματα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η σύγκριση των χειρουργικών αποτελεσμάτων και της καταγραφής επιπλοκών κατά την ουρητηρολιθοτριψία (URL), διαδερμική νεφρολιθοτριψία (PCNL) και εξωσωματική λιθοτριψία (ESWL) με χρήση και των δύο συστημάτων. Μέθοδοι: Η παρούσα προοπτική, μονοκεντρική, μη παρεμβατική μελέτη περιέλαβε 473 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε URL, PCNL και ESWL από τον Οκτώβριο του 2022 έως τον Οκτώβριο του 2024. Καταγράφηκαν δημογραφικά στοιχεία, χαρακτηριστικά των λίθων και παράμετροι των επεμβάσεων. Οι επιπλοκές ταξινομήθηκαν με το σύστημα CDC και η συνολική νοσηρότητα αξιολογήθηκε με το CCI. Πραγματοποιήθηκαν στατιστικές αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένων μονοπαραγοντικών και πολυπαραγοντικών παλινδρομήσεων, για την αναγνώριση παραγόντων που προβλέπουν υψηλότερες τιμές CCI. Αποτελέσματα: H PCNL συσχετίστηκε με τα υψηλότερα ποσοστά επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένου ποσοστού μεταγγίσεων 11%. Η ESWL εμφάνισε το χαμηλότερο φορτίο επιπλοκών, ενώ η URL παρουσίασε ενδιάμεσο κίνδυνο. Οι τιμές CCI συσχετίστηκαν θετικά με τη διάρκεια νοσηλείας (LOS; r = 0,47), υπογραμμίζοντας την ικανότητά του να αποτυπώνει τη συνολική νοσηρότητα. Η πολυπαραγοντική ανάλυση ανέδειξε το μέγεθος του λίθου, τον χρόνο επέμβασης και τη θετική καλλιέργεια ούρων ως σημαντικούς προγνωστικούς δείκτες υψηλότερων τιμών CCI. Το CCI παρείχε πιο ολοκληρωμένη απεικόνιση της νοσηρότητας σε σύγκριση με το CDC. Συμπεράσματα: Το CCI αποδεικνύει ανώτερη ευαισθησία στην αξιολόγηση της μετεγχειρητικής νοσηρότητας σε σύγκριση με το CDC, ιδιαίτερα σε πιο επεμβατικές μεθόδους όπως το PCNL. Η υιοθέτηση τυποποιημένων πλαισίων αναφοράς που ενσωματώνουν τον CCI μπορεί να βελτιώσει την αξιολόγηση των χειρουργικών αποτελεσμάτων στην ενδοουρολογία