Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
    56257 research outputs found

    Digital Storytelling in social-emotional development activities in intercultural education

    No full text
    The present doctoral thesis constitutes a comparative study of two different digital storytelling software tools (i.e. video editing software and interactive animation software) implemented within the framework of a social-emotional learning (SEL) program. The intervention was conducted with 72 sixth-grade students at an Intercultural Primary School in Western Thessaloniki. The primary aim of the study was to examine the potential relationship between the type of software used for digital storytelling creation and the learning outcomes pursued within this educational context, as well as to explore the intermediary factors that may influence this relationship. To achieve this goal, a mixed-methods approach was adopted, combining quantitative (questionnaires, rubrics) and qualitative (observation, interviews) data collection methods. The learning outcomes were assessed across three thematic areas: Competence for Democratic Culture, Digital Skills, and Forgiveness. The findings indicate that Digital Storytelling constitutes a pedagogically effective methodology which has the potential to enhance learning in social-emotional education programs. While the implementation of the program had a positive impact on learning outcomes, the choice of software appeared to influence the effectiveness of the intervention to some extent, particularly in domains aligned with the objectives of the program. The present study found no evidence to suggest that factors such as gender or cultural background exert a generalized influence. However, certain variations observed suggest potential interactions with the technological tools used. Furthermore, although the quality of the digital stories produced varied depending on the software, no direct correlation was demonstrated with learning outcomes. In conclusion, the analysis indicates that software ease of use is a critical factor in facilitating active student participation and supporting the achievement of the educational goals set by SEL programs. The present study concludes that Digital Storytelling represents a dynamic and multifaceted pedagogical tool with the potential to significantly enhance the learning process in multicultural classrooms, especially when integrated with programs targeting the development of social and emotional competencies. The creative nature of this approach, its interdisciplinary potential, and its ability to foster active student engagement have been demonstrated to contribute to the strengthening of participation, expression, and collaboration in the classroom. However, the findings emphasize the critical importance of selecting appropriate software, as it appears to affect not only the degree of student engagement but also the overall effectiveness of the intervention.Η παρούσα διδακτορική διατριβή αποτελεί μια συγκριτική μελέτη δύο διαφορετικών λογισμικών δημιουργίας ψηφιακών αφηγήσεων (λογισμικό επεξεργασίας βίντεο και διαδραστικό animation) στο πλαίσιο ενός προγράμματος Κοινωνικοσυναισθηματικής Μάθησης, το οποίο εφαρμόστηκε σε 72 μαθητές και μαθήτριες της ΣΤ’ τάξης ενός Διαπολιτισμικού Δημοτικού Σχολείου στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Πρωταρχικός σκοπός της μελέτης ήταν να εξετάσει την πιθανή συσχέτιση του λογισμικού που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία των ψηφιακών αφηγήσεων με τα μαθησιακά αποτελέσματα που επιδιώκεται να επιτευχθούν στο εν λόγω πλαίσιο αλλά και η διερεύνηση των επιμέρους παραγόντων που ενδεχομένως να μεσολαβούν στη συσχέτιση αυτή. Για τον σκοπό αυτό υιοθετήθηκε μια μικτή μεθοδολογία, η οποία συνδύασε ποσοτικές (ερωτηματολόγια, ρουμπρίκες) και ποιοτικές μεθόδους (παρατήρηση, συνέντευξη). Τα μαθησιακά αποτελέσματα της παρέμβασης εξετάστηκαν σε τρεις θεματικούς άξονες: την Ικανότητα για Δημοκρατικό Πολιτισμό, τις Ψηφιακές Δεξιότητες και τη Συγχωρητικότητα. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης υποδεικνύουν ότι η Ψηφιακή Αφήγηση αποτελεί μια παιδαγωγικά αποτελεσματική μεθοδολογία, ικανή να ενισχύσει ουσιαστικά τη μάθηση σε προγράμματα κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής. Αν και συνολικά η εφαρμογή της είχε θετική επίδραση στα μαθησιακά αποτελέσματα, η επιλογή του λογισμικού φαίνεται να επηρεάζει σε κάποιο βαθμό την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης, ιδιαίτερα σε πεδία που αφορούν τους σκοπούς του προγράμματος που εφαρμόζεται. Παράγοντες όπως το φύλο και η πολιτισμική προέλευση δεν φάνηκαν να ασκούν γενικευμένη επίδραση, ωστόσο παρατηρήθηκαν ορισμένες διαφοροποιήσεις που υποδεικνύουν πιθανές αλληλεπιδράσεις με τα τεχνολογικά εργαλεία. Επιπλέον, η ποιότητα των παραγόμενων ψηφιακών αφηγήσεων, αν και διαφοροποιήθηκε ανάλογα με το λογισμικό, δεν σχετίστηκε άμεσα με τα μαθησιακά αποτελέσματα. Τέλος, η ευχρηστία του λογισμικού αναδείχθηκε ως κρίσιμος παράγοντας, καθώς φάνηκε να διευκολύνει την ενεργή συμμετοχή των μαθητών και να ενισχύει τη δυνατότητα επίτευξης των εκπαιδευτικών στόχων, που θέτουν τα προγράμματα Κοινωνικοσυναισθηματικής Μάθησης. Η παρούσα έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ψηφιακή Αφήγηση συνιστά ένα δυναμικό και πολυδιάστατο παιδαγωγικό εργαλείο, το οποίο μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τη μαθησιακή διαδικασία, σε πολυπολιτισμικές τάξεις, ιδίως σε συνδυασμό με προγράμματα που αποσκοπούν στην καλλιέργεια κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων. Η δημιουργική φύση της, ο διαθεματικός της χαρακτήρας και η δυνατότητα ενεργού εμπλοκής των μαθητών συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της συμμετοχής, της έκφρασης και της συνεργασίας στην τάξη. Ωστόσο, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την κρίσιμη σημασία της επιλογής του κατάλληλου λογισμικού, καθώς αυτή φαίνεται να επηρεάζει όχι μόνο το βαθμό εμπλοκής των μαθητών, αλλά και την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης

    Μελέτη της επίδρασης της ακτινοβολίας νετρονίων στις ραδιολογικές και δομικές ιδιότητες υλικών βολφραμίου με εφαρμογές στην τεχνολογία σύντηξης

    No full text
    The pursuit of sustainable, long-term energy solutions has intensified in recent years due to escalating global energy demands, driven by population growth, rising energy consumption per capita, and the limitations of conventional energy sources. Among the leading alternatives, nuclear fusion presents a promising pathway for future energy production, due to its potential for high energy output, minimal environmental impact, and inherent safety features. However, the successful realization of mass-scale fusion power depends on the performance and durability of plasma-facing materials (PFMs), which must endure extreme operational conditions, including exposure to high-energy neutrons, high temperatures, and intense particle fluxes. Tungsten (W) is a promising armor material for the divertor and the first wall in future fusion reactors, due to its numerous advantageous properties such as high melting point, high thermal conductivity, high thermal shock resistance, low coefficient of thermal expansion, high sputtering resistance, low hydrogen retention as well as low neutron activation. However, during neutron irradiation, W may undergo complex physical and compositional changes, including displacement damage within the crystal lattice and nuclear transmutations. These phenomena can significantly alter the material’s properties and thus impact reactor safety, longevity, and performance. While theoretical models have advanced our understanding of these effects, there remains a lack of integrated experimental validation of both transmutation behavior and defect evolution in W. The aim of this doctoral thesis is to provide a comprehensive experimental investigation of neutron-induced transmutations and open volume defects in three different types of tungsten materials (single crystal (SC), forged bar, and "cold"-rolled sheet) irradiated at temperatures and doses which are representative of the conditions anticipated in the plasma-facing components of ITER The SC serves as a model system for the investigation of the defect evolution, since in its non-irradiated state presents almost no dislocations and has the highest purity. The first objective of this study is to validate radionuclide inventory calculations of the transmutation products in W using γ-spectroscopy. These measurements are then compared against numerical calculations performed with the FISPACT-II inventory code, incorporating cross-section data from established nuclear data libraries. The second objective is to investigate the irradiation-induced open volume defects using positron annihilation lifetime spectroscopy (PALS), to determine key microstructural parameters such as the total dislocation line density and effective void length density as a function of irradiation temperature and dose. The neutron irradiation experiments were conducted at the Belgian Material Test Reactor (BR2), where tungsten samples were subjected to fast neutron fluxes of approximately 7×10¹⁴ n/cm²/s (>0.1 MeV). The irradiation was performed at doses ranging from 0.12 to 0.83 displacements per atom (dpa) and at temperatures of 600, 800, 900 and 1200 °C. Notwithstanding the current study refers to neutron irradiations performed in a fission reactor, it is noted that the fission neutron spectrum is considered as adequately representative of the one encountered, for example, in the DEMO divertor. The main isotope production mechanism is via neutron capture reactions justifying the irradiation performed in a fission spectrum. Validation of the transmutation products calculation was performed by comparing calculated and experimental γ-spectroscopy specific activities for five detected isotopes. To this end, Monte Carlo simulations using MCNP 6.1 were employed to determine the neutron spectrum at each irradiation capsule and the resulting spectrum served as input for the FISPACT-II simulations. The comparison between experimental and calculated specific activities showed satisfactory agreement in some cases, while in others discrepancies were observed. These discrepancies show the limitations of current nuclear data in accurately describing the reactions occurring in neutron-irradiated tungsten. The results suggest that FISPACT-II inventory calculations using the TENDL-2019 provide a reliable estimate of Re and Os concentrations while EAF-2010 is more appropriate for calculating the Ta concentration in the samples. However, they also show the need for refined cross-section evaluations, particularly in the resonance energy range of neutron capture reactions, to enhance predictive accuracy in future applications, such as in fusion technology. A detailed investigation of the radiation-induced open volume defects was performed on the W samples using the PALS technique. The defects observed in the non-irradiated polycrystalline samples were dislocations and mono-vacancies with the "cold"-rolling process generating a greater density of dislocations compared to the forging process. The analysis of the PALS spectra of the irradiated W samples showed that neutron irradiation induced the formation of further dislocations, mono-vacancies, and large vacancy clusters (voids) having a diameter larger than 1 nm across all W grades. The irradiation temperature was found to significantly influence the defect evolution. In SC tungsten, an increase in temperature from 600 °C to 1200 °C led to a decrease in the average positron lifetime, indicative of defect recovery most probably associated with the coalescence of small voids into larger ones and the annihilation of dislocations and mono-vacancies. The bar exhibited maximum average positron lifetime at the irradiation temperatures of 800–900 °C, while the "cold"-rolled sheet demonstrated an increase in the average positron lifetime with temperature up to 900 °C followed by either a saturation or decrease of the increase rate at the irradiation temperature of 1200 °C. The different behavior of the mean positron lifetime for the three W grades indicates that the thermally activated defect recovery mechanisms are less effective in the presence of dislocations and the higher the inherent dislocation density is the more difficult it becomes for the irradiation induced defects to be annihilated as the irradiation temperature increases.As the irradiation temperature increases from 600 to 1200 °C, the short lifetime, which reflects annihilation in dislocations, mono-vacancies, and the defect-free bulk, decreases for all grades. The SC consistently exhibits the lowest values, indicating lower dislocation density and possibly mono-vacancies than bar and sheet. The long lifetime, which corresponds to positron annihilations in voids, increases as the irradiation temperature increases from 600 to 1200 °C for all grades, indicating that higher irradiation temperatures promote the growth of larger voids. However, in the SC, the long lifetime saturates after irradiation at 900 °C, indicating that the voids attain a critical size beyond which positron lifetime becomes insensitive to the void size. These observations suggest that the initial microstructure of the polycrystalline materials suppresses the defect recovery mechanisms. Further insight into defect evolution was provided by the application of the positron trapping model on the PALS spectra, which enabled the quantification of total dislocation line density and effective void length density. As the irradiation temperature increases from 600 to 1200 °C both the total dislocation line density and the effective void length density decrease for all irradiation doses. However, this decrease is more evident in the case of SC. These findings support the interpretation that thermally activated defect recovery mechanisms are less effective in these W grades. At low irradiation doses (0.12 and 0.19 dpa), all tungsten grades exhibited similar levels of radiation-induced damage, while a decrease was observed in the defect densities at 0.54 dpa across all materials which, in combination with the reduced specific activity data from γ-spectroscopy, suggests that the incident neutron fluence on these samples was lower than the nominal value. At the irradiation dose of 0.83 dpa, only the SC showed a notable increase in defect densities, whereas in the bar and especially in the sheet, the irradiation dose had little to no effect or even led to a reduction in radiation damage. Finally, the defect densities determined by the use of the trapping model are compared with those observed in TEM and the discrepancies are discussed. The present thesis provides an experimental investigation of neutron-induced transmutation and open volume defect accumulation in tungsten under irradiation temperatures and doses representative of the conditions anticipated in the plasma-facing components of ITER. By combining γ-spectroscopy and positron annihilation lifetime spectroscopy measurements, the study validates the existing nuclear data on the main transmutation reactions of W and investigates the evolution of defect formation and recovery, as a function of irradiation temperature, dose and W grade. Overall, this work contributes to the refinement of damage models employed in fusion material design and provides critical insights for material selection aimed at extending the operational lifetime of plasma-facing components in future fusion reactors.Η αναζήτηση βιώσιμων και μακροπρόθεσμων ενεργειακών λύσεων έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της κλιμάκωσης των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών, η οποία οφείλεται στην αύξηση του πληθυσμού, στην αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης ενέργειας και στους περιορισμούς των συμβατικών πηγών ενέργειας. Μεταξύ των κορυφαίων εναλλακτικών λύσεων, η πυρηνική σύντηξη αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη εναλλακτική για τη μελλοντική παραγωγή ενέργειας, λόγω της δυνατότητας υψηλής ενεργειακής απόδοσης, των ελάχιστων περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των εγγενών χαρακτηριστικών ασφαλείας. Ωστόσο, η επιτυχής υλοποίηση της πυρηνικής σύντηξης για παραγωγή ενέργειας σε μαζική κλίμακα εξαρτάται από την απόδοση και την αντοχή των υλικών του εσωτερικού τοιχώματος ενός αντιδραστήρα σύντηξης (Plasma Facing Materials), τα οποία πρέπει να αντέχουν σε ακραίες συνθήκες λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης σε νετρόνια υψηλής ενέργειας, υψηλές θερμοκρασίες και έντονες ροές σωματιδίων. Το βολφράμιο (W) είναι ένα πολλά υποσχόμενο υλικό για τον εκτροπέα (divertor) και το εσωτερικό τοίχωμα στους μελλοντικούς αντιδραστήρες σύντηξης, λόγω των πολυάριθμων πλεονεκτημάτων του, όπως το υψηλό σημείο τήξης, η υψηλή θερμική αγωγιμότητα, η υψηλή αντοχή σε θερμικά σοκ, ο χαμηλός συντελεστής θερμικής διαστολής, η αντοχή στη διάβρωση από σωματίδια (sputtering), η χαμηλή κατακράτηση υδρογόνου καθώς και η χαμηλή ενεργοποίηση από τα νετρόνια. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της νετρονικής ακτινοβόλησης, το W μπορεί να υποστεί πολύπλοκες αλλαγές στις φυσικές και δομικές του ιδιότητες, όπως μετατοπίσεις στο κρυσταλλικό πλέγμα και πυρηνικές μεταστοιχειώσεις. Αυτά τα φαινόμενα μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τις ιδιότητες του υλικού και να επηρεάσουν έτσι την ασφάλεια, τη διάρκεια ζωής και τη συνολική απόδοση του αντιδραστήρα. Παρά την πρόοδο των θεωρητικών μοντέλων στην κατανόηση αυτών των φαινομένων, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη ολοκληρωμένων πειραματικών δεδομένων που να επαληθεύουν τόσο τη συμπεριφορά των προϊόντων μεταστοιχείωσης όσο και την εξέλιξη των ατελειών ανοιχτού όγκου στο βολφράμιο υπό θερμοκρασίες και δόσεις ακτινοβόλησης σχετικές με εκείνες των μελλοντικών πυρηνικών αντιδραστήρων σύντηξης. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η ολοκληρωμένη πειραματική μελέτη των μεταστοιχειώσεων και των ατελειών ανοικτού όγκου που προκαλούνται από τα νετρόνια σε τρεις διαφορετικούς τύπους υλικών βολφραμίου (μονοκρύσταλλος (SC), σφυρηλατημένη ράβδος (bar) και πλάκα βολφραμίου υπό ψυχρή έλαση (sheet) που ακτινοβολούνται σε θερμοκρασίες και δόσεις που είναι αντιπροσωπευτικές των συνθηκών που αναμένονται στα συστατικά του ITER που αντιμετωπίζουν το πλάσμα. Το SC χρησιμεύει ως πρότυπο για τη διερεύνηση της εξέλιξης των ατελειών, καθώς στην μη ακτινοβολημένη του κατάσταση δεν παρουσιάζει σχεδόν καθόλου εξαρθρώσεις και έχει την υψηλότερη καθαρότητα. Ο πρώτος στόχος της μελέτης είναι η επικύρωση των υπολογισμών για τις συγκεντρώσεις των προϊόντων μεταστοιχείωσης στο W με τη χρήση της γ-φασματοσκοπίας. Οι μετρήσεις αυτές συγκρίνονται στη συνέχεια με αριθμητικούς υπολογισμούς που πραγματοποιούνται με τον κώδικα FISPACT-II, χρησιμοποιώντας δεδομένα ενεργών διατομών από καθιερωμένες βιβλιοθήκες πυρηνικών δεδομένων. Ο δεύτερος στόχος είναι η διερεύνηση των ατελειών ανοικτού όγκου που προκαλούνται κατά την ακτινοβόληση, με τη χρήση φασματοσκοπίας χρόνου ζωής εξαΰλωσης ποζιτρονίων (PALS), για τον προσδιορισμό βασικών παραμέτρων της μικροδομής του υλικού, όπως η συνολική πυκνότητα των γραμμικών εξαρθρώσεων (total dislocation line density) και η πυκνότητα του ενεργού μήκους κενοπλεγματικών (effective void length density) σε διάφορες θερμοκρασίες και δόσεις ακτινοβόλησης. Οι ακτινοβολήσεις διεξήχθησαν στον Βελγικό Αντιδραστήρα Δοκιμής Υλικών (BR2), όπου τα δείγματα βολφραμίου υποβλήθηκαν σε ροές ταχέων νετρονίων της τάξης των 7×10¹⁴ n/cm²/s (>0,1 MeV). Η ακτινοβόληση πραγματοποιήθηκε σε δόσεις που κυμαίνονταν από 0.12 έως 0.83 μετατοπίσεις ανά άτομο (dpa) και σε θερμοκρασίες 600, 800, 900 και 1200 °C. Παρά το γεγονός ότι η παρούσα μελέτη αναφέρεται σε ακτινοβόληση νετρονίων η οποία εκτελείται σε αντιδραστήρα σχάσης, σημειώνεται ότι το φάσμα νετρονίων σχάσης θεωρείται επαρκώς αντιπροσωπευτικό αυτού που συναντάται, για παράδειγμα, στον εκτροπέα του αντιδραστήρα DEMO. Ο κύριος μηχανισμός παραγωγής ισοτόπων είναι μέσω αντιδράσεων σύλληψης νετρονίων, γεγονός που δικαιολογεί την ακτινοβόληση με νετρονικό φάσμα σχάσης. Για την επαλήθευση των υπολογισμών των προϊόντων μεταστοιχείωσης, πραγματοποιήθηκαν υπολογισμοί ειδικής ενεργότητας για τα πέντε ραδιενεργά ισότοπα που ανιχνεύθηκαν, οι οποίοι συγκρίθηκαν με τις πειραματικές τιμές ειδικής ενεργότητας από τις μετρήσεις γ-φασματοσκοπίας. Για να επιτευχθεί αυτό, χρησιμοποιήθηκαν προσομοιώσεις Monte Carlo με τη χρήση του MCNP 6.1 για τον προσδιορισμό του φάσματος νετρονίων σε κάθε κάψουλα ακτινοβόλησης και το φάσμα που προέκυψε χρησιμοποιήθηκε στις προσομοιώσεις με το FISPACT-II. Η σύγκριση μεταξύ των πειραματικών και των υπολογισμένων τιμών ειδικής ενεργότητας έδειξε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις επιτεύχθηκε ικανοποιητική συμφωνία, ενώ σε άλλες παρατηρήθηκαν σημαντικές αποκλίσεις. Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζουν την ακρίβεια των σημερινών πυρηνικών δεδομένων στην περιγραφή των αντιδράσεων που συμβαίνουν στο W όταν ακτινοβολείται με νετρόνια. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι οι υπολογισμοί με το FISPACT-II και την βιβλιοθήκη ενεργών διατομών TENDL-2019 παρέχουν μια αξιόπιστη εκτίμηση των συγκεντρώσεων Re και Os, ενώ η βιβλιοθήκη ενεργών διατομών EAF-2010 είναι πιο κατάλληλη για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης Ta στα δείγματα. Ωστόσο, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν επίσης την ανάγκη για βελτιωμένες αξιολογήσεις ορισμένων ενεργών διατομών, ειδικά στο ενεργειακό εύρος των συντονισμών στις αντιδράσεις σύλληψης νετρονίων. Μια λεπτομερής μελέτη των ατελειών ανοικτού όγκου πραγματοποιήθηκε στα ακτινοβολημένα δείγματα W χρησιμοποιώντας την τεχνική PALS. Οι ατέλειες που παρατηρήθηκαν στα μη ακτινοβολημένα πολυκρυσταλλικά υλικά χαρακτηρίστηκαν ως εξαρθρώσεις και μονοπλεγματικά κενά, με τη διαδικασία ψυχρής έλασης να οδηγεί σε μεγαλύτερη πυκνότητα εξαρθρώσεων σε σύγκριση με τη διαδικασία σφυρηλάτησης. Η ανάλυση των φασμάτων PALS στα ακτινοβολημένα δείγματα έδειξε ότι η ακτινοβόληση με νετρόνια προκάλεσε το σχηματισμό περεταίρω εξαρθρώσεων, μονοπλεγματικών κενών και μεγάλων συμπλεγμάτων κενοπλεγματικών (voids) με διάμετρο μεγαλύτερη από 1 nm, σε όλα τα υλικά. Η θερμοκρασία ακτινοβόλησης βρέθηκε να επηρεάζει σημαντικά την εξέλιξη των ατελειών. Στο SC, η αύξηση της θερμοκρασίας από 600 °C σε 1200 °C οδήγησε σε μείωση του μέσου χρόνου ζωής των ποζιτρονίων, γεγονός που υποδηλώνει την αποκατάσταση των ατελειών ανοιχτού όγκου και που πιθανώς σχετίζεται με τη συγχώνευση μικρών συμπλεγμάτων κενοπλεγματικών σε μεγάλα κενά και την εξαΰλωση των εξαρθρώσεων και των μονοπλεγματικών κενών. Το bar υλικό παρουσίασε τον μέγιστο μέσο χρόνο ζωής ποζιτρονίων στις θερμοκρασίες ακτινοβόλησης των 800-900 °C, ενώ το sheet παρουσίασε μια αύξηση στον μέσο χρόνο ζωής των ποζιτρονίων με την αύξηση της θερμοκρασίας έως τους 900 °C, ακολουθούμενη είτε από κορεσμό είτε από μείωση του ρυθμού αύξησης στη θερμοκρασία ακτινοβόλησης των 1200 °C. Η διαφορετική συμπεριφορά του μέσου χρόνου ζωής ποζιτρονίων για τα τρία υλικά W υποδεικνύει ότι οι θερμικά ενεργοποιούμενοι μηχανισμοί αποκατάστασης των ατελειών είναι λιγότερο αποτελεσματικοί παρουσία εξαρθρώσεων και όσο υψηλότερη είναι η εγγενής πυκνότητα των εξαρθρώσεων, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να εξαλειφθούν οι ατέλειες καθώς αυξάνεται η θερμοκρασία ακτινοβόλησης. Καθώς η θερμοκρασία ακτινοβόλησης αυξάνεται από 600 σε 1200 °C, ο μικρός χρόνος ζωής, ο οποίος αντανακλά την εξαΰλωση σε εξαρθρώσεις, μονοπλεγματικά κενά και στο τμήμα του υλικού χωρίς ατέλειες (bulk), μειώνεται για όλα τα είδη W. Το SC εμφανίζει σταθερά τις χαμηλότερες τιμές, υποδεικνύοντας χαμηλότερη πυκνότητα εξαρθρώσεων και πιθανώς μονοπλεγματικών κενών από τα bar και sheet. Ο μεγάλος χρόνος ζωής, ο οποίος αντιστοιχεί σε εξαΰλωση ποζιτρονίων σε κενά, αυξάνεται καθώς η θερμοκρασία ακτινοβόλησης αυξάνεται από 600 σε 1200 °C για όλα τα υλικά, υποδεικνύοντας ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες ακτινοβόλησης προάγουν την ανάπτυξη μεγαλύτερων κενών. Ωστόσο, στο SC, ο μεγάλος χρόνος ζωής παθαίνει κορεσμό μετά την ακτινοβόληση στους 900 °C, υποδεικνύοντας ότι τα κενά φτάνουν σε ένα κρίσιμο μέγεθος πέρα από το οποίο ο χρόνος ζωής των ποζιτρονίων καθίσταται μη ευαίσθητος σε περαιτέρω αύξηση του μεγέθους του κενού. Αυτές οι παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι η αρχική μικροδομή των πολυκρυσταλλικών υλικών καταστέλλει τους μηχανισμούς αποκατάστασης ατελειών ανοιχτού όγκου. Περαιτέρω πληροφορίες για την εξέλιξη των ατελειών ανοιχτού όγκου προέκυψαν κατά την εφαρμογή του μοντέλου παγίδευσης ποζιτρονίων στα φάσματα του PALS, η οποία επέτρεψε την ποσοτικοποίηση της total dislocation line density και της effective void length density. Καθώς η θερμοκρασία ακτινοβόλησης αυξάνεται από 600 σε 1200 °C, τόσο η total dislocation line density όσο και η effective void length density μειώνονται για όλες τις δόσεις ακτινοβόλησης. Ωστόσο, αυτή η μείωση είναι πιο εμφανής στην περίπτωση του SC. Αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν την ερμηνεία ότι οι θερμικά ενεργοποιούμενοι μηχανισμοί αποκατάστασης ατελειών είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στα πολυκρυσταλλικά υλικά. Στις χαμηλές δόσεις ακτινοβόλησης (0.12 και 0.19 dpa), όλα τα υλικά βολφραμίου εμφάνισαν παρόμοια επίπεδα ζημιάς από την ακτινοβολία, ενώ παρατηρήθηκε μείωση στις πυκνότητες των ατελειών στην δόση των 0.54 dpa σε όλα τα υλικά, η οποία, σε συνδυασμό με τις μειωμένες τιμές ειδικής ενεργότητας που προέκυψαν από τη γ-φασματοσκοπία, υποδηλώνει ότι η προσπίπτουσα ροή νετρονίων σε αυτά τα δείγματα ήταν χαμηλότερη από την ονομαστική τιμή. Στη δόση ακτινοβόλησης των 0.83 dpa, μόνο το SC έδειξε αξιοσημείωτη αύξηση στις πυκνότητες των ατελειών, ενώ στο bar και ιδιαίτερα στο sheet, η δόση ακτινοβόλησης είχε ελάχιστη έως μηδενική επίδραση, ή ακόμη και να οδήγησε σε μείωση της ζημιάς. Τέλος, οι πυκνότητες που προσδιορίστηκαν με τη χρήση του μοντέλου παγίδευσης συγκρίνονται με εκείνες που προκύπτουν από το TEM και συζητούνται οι αποκλίσεις που παρατηρούνται. Η παρούσα διατριβή παρέχει μια πειραματική διερεύνηση των μεταστοιχειώσεων που προκαλούνται από τη νετρονική ακτινοβόληση και της συσσώρευσης των ατελειών ανοιχτού όγκου στο W υπό θερμοκρασίες και δόσεις ακτινοβόλησης οι οποίες είναι αντιπροσωπευτικές των συνθηκών που αναμένονται στα plasma facing materials του ITER. Συνδυάζοντας μετρήσεις γ-φασματοσκοπίας και PALS, η μελέτη επικυρώνει τα υπάρχοντα πυρηνικά δεδομένα των κύριων αντιδράσεων μεταστοιχείωσης του W και διερευνά την εξέλιξη του σχηματισμού και της αποκατάστασης των ατελειών ανοιχτού όγκου, ως συνάρτηση της θερμοκρασίας ακτινοβόλησης, της δόσης και του τύπου W. Συνολικά, η εργασία αυτή συμβάλλει στη βελτίωση των μοντέλων που χρησιμοποιούνται στο σχεδιασμό υλικών σύντηξης και παρέχει κρίσιμες γνώσεις για την επιλογή υλικών με στόχο την επέκταση της λειτουργικής διάρκειας ζωής των plasma facing materials σε μελλοντικούς αντιδραστήρες σύντηξης

    Study of psychological parameters and biomarkers in patients with heart failure undergoing cardiac resynchronization therapy

    No full text
    AbstractIntroduction: Cardiac resynchronization therapy (CRT) may affect the patients' psychological status differently in various populations. There are limited data regarding depression and anxiety in this setting, while there are no data regarding Greek patients. Methods: We studied heart failure with reduced ejection fraction (HFrEF) patients, without conditions affecting psychological status, undergoing CRT. We used the Minnesota Living with Heart Failure Questionnaire (MLHFQ), the 9-item Patient Health Questionnaire (PHQ-9), and the 7-item Generalized Anxiety Disorder Scale (GAD-7) at baseline and 6- and 12-month postimplantation. Results: After excluding seven patients who experienced defibrillator shocks, we analyzed 99 patients (median age: 72 years, 77% men). The baseline MLHFQ score was 37 (interquartile range [IQR]: 36); at 6 months, 1 (IQR: 8); and at 12 months, 0.5 (IQR: 10); p < 0.01. The baseline PHQ-9 score was 9 (IQR: 11); at 6 months, 0 (IQR: 2); and at 12 months, 0 (IQR: 2); p < 0.01. The baseline GAD-7 score was 8 (IQR: 16); at 6 months, 0 (IQR: 1.5); and at 12 months, 0 (IQR: 3); p <0.01. At baseline, 44% of patients had clinically significant depression (PHQ-9 score ≥10), and 45% clinically significant anxiety (GAD-7 score ≥10). The baseline PHQ-9 and GAD-7 scores correlated with the MLHFQ score. The logistic regression analysis revealed that clinically substantial depression at baseline (PHQ-9 ≥ 10) had a negative association with chronic kidney disease [OR: 0.55; p < 0.01]. Conclusions: Depression and anxiety markedly improved during the 12-month follow-up period after CRT device implantation in HFrEF patients who did not receive shock therapy.Η καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ) ορίζεται ως ένα κλινικό σύνδρομο που εκδηλώνεται μέσω συμπτωμάτων και σημείων, τα οποία προκύπτουν από μια δομική και/ή λειτουργική καρδιακή ανωμαλία, η οποία επιβεβαιώνεται από αυξημένα νατριουρητικά πεπτίδια ή/και αντικειμενικές αποδείξεις πνευμονικής ή συστηματικής συμφόρησης. Παραμένει μία από τις κύριες παγκόσμιες αιτίες θνησιμότητας, νοσηρότητας και κακής ποιότητας ζωής, συνοδευόμενη από υψηλή κατανάλωση πόρων και κόστος υγειονομικής περίθαλψης. Ως εκ τούτου, συνιστά αντικείμενο ενεργούς έρευνας. Αν και η συχνότητα εμφάνισης της ΚΑ έχει μειωθεί ελαφρώς με την πάροδο του χρόνου, η επίπτωσή της αυξάνεται λόγω της βελτίωσης των θεραπευτικών προσεγγίσεων για την ΚΑ και της αύξησης του προσδόκιμου ζωής στον πληθυσμό. Η εισαγωγή της θεραπείας καρδιακού επανασυγχρονισμού (CRT) έχει επιφέρει σημαντικές βελτιώσεις στις εκβάσεις της ΚΑ κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Πρώιμες μελέτες κατέδειξαν βελτιωμένες αιμοδυναμικές παραμέτρους και ποιότητα ζωής σε ασθενείς με ΚΑ και κοιλιακό δυσσυγχρονισμό, Μεταγενέστερες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές μεγάλης κλίμακας επιβεβαίωσαν τα οφέλη της CRT στη μείωση της συνολικής θνησιμότητας και νοσηρότητας σε ασθενείς με ΚΑ και ελαττωμένο κλάσμα εξώθησης. Η CRT μπορεί να επιδράσει ποικιλοτρόπως στην ψυχολογική κατάσταση των ασθενών σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την κατάθλιψη και το άγχος εντός αυτού του κλινικού πλαισίου, ενώ δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με Έλληνες ασθενείς. Στο πλαίσιο αυτό η παρούσα εργασία επιχειρεί να διερευνήσει την σχέση μεταξύ CRT, ποιότητας ζωής, άγχους και κατάθλιψης σε Έλληνες ασθενείς αναδεικνύοντας την σημασία της ολιστικής φροντίδας στους ασθενείς με ΚΑ

    Κιναισθητική καθοδήγηση και κινηματικός έλεγχος δίχειρου αυτοκινούμενου ρομπότ για τον χειρισμό αντικειμένων με επιβολή περιορισμών

    No full text
    This dissertation aims to address the challenges in control, kinesthetic teaching and sensor-driven control for grape harvesting with mobile bimanual robots in which the current state of the art is limited. Safe and efficient motion generation in mobile bimanual robots is addressed by proposing a hierarchical inverse kinematics framework that integrates joint limit avoidance, collision avoidance, and manipulability optimization within a constrained optimization formulation. By handling constraints automatically, the framework enables to focus on the task rather than the associated constraints. The proposed methodology was validated with different tasks and robot setups. To facilitate intuitive kinesthetic demonstration of bimanual tasks, a passive shared-control methodology is introduced that exploits task geometry to construct virtual fixtures in the relative space, enabling simultaneous guidance of both arms during demonstrations, by reducing the cognitive and physical load the user experiences. The proposed controller was validated via a user study showing considerable improvements over a typical gravity compensation controller. In the context of bimanual grape harvesting, a human-inspired strategy for stem unveiling and optimal stem viewing along with a grape manipulation technique to improve cutting affordances is proposed. The proposed approaches are validated experimentally, both in the lab and in the real field confirming their effectiveness.Η συγκεκριμένη διατριβή στοχεύει στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που υπάρχουν στο έλεγχο, την κιναισθητική καθοδήγηση και στην οδηγούμενη από αισθητήρια ρομποτική συγκομιδή σταφυλιών στα δίχειρα αυτοκινούμενα ρομπότ, για τις οποίες η τρέχουσα βιβλιογραφία είναι ελλιπής. Για την παραγωγή κίνησης σε ένα δίχειρο αυτοκινούμενο ρομπότ με ασφάλεια και αποδοτικότητα προτείνεται ένα ιεραρχικό πλαίσιο βελτιστοποίησης, το οποίο ενσωματώνει περιορισμούς ασφαλείας, όπως αποφυγή συγκρούσεων και ορίων των αρθρώσεων, και βελτιστοποίηση μετρικών χειρισιμότητας. Αντιμετωπίζοντας αυτούς τους περιορισμούς με αυτόν τον τρόπο, το προτεινόμενο πλαίσιο μας επιτρέπει να επικεντρωνόμαστε κάθε φορά στην επιτελούμενη εργασία, και όχι στους περιορισμούς του υπόλοιπου ρομποτικού συστήματος. Η προτεινόμενη μεθοδολογία επαληθεύθηκε και αξιολογήθηκε πειραματικά σε διάφορα ρομποτικά συστήματα και εργασίες. Επιπλέον, για την υποβοήθηση στην κιναισθητική καθοδήγηση δίχειρων εργασιών προτείνεται ένας παθητικός ελεγκτής επιμερισμένου ελέγχου ο οποίος, αξιοποιώντας την γνώση σχετικά με τη γεωμετρία της εκτελούμενης εργασίας, ορίζει τεχνητά δυναμικά πεδία στον σχετικό χώρο. Έτσι, επιτρέπει την καθοδήγηση και των δύο ρομποτικών βραχιόνων ταυτόχρονα, καθώς μειώνει τον νοητικό και σωματικό φόρτο του ανθρώπου. Η προτεινόμενη μεθοδολογία επαληθεύθηκε και αξιολογήθηκε πειραματικά επιδεικνύοντας σημαντική βελτίωση συγκριτικά με έναν απλό ελεγκτή αντιστάθμισης βαρύτητας. Τέλος, για το πρόβλημα της συγκομιδής σταφυλιών με δύο χέρια, προτείνεται μια μεθοδολογία ελέγχου για δίχειρα ρομπότ εμπνευσμένη από τον άνθρωπο. Η μεθοδολογία βελτιώνει την ανίχνευση του μίσχου αντιμετωπίζοντας τα εμπόδια γύρω του τόσο οπτικά όσο και με χειρισμό, επιτρέποντας την κοπή του. Η αποτελεσματικότητα των μεθοδολογιών αυτών επαληθεύθηκε και αξιολογήθηκε πειραματικά σε εργαστηριακές και πραγματικές συνθήκες σε αμπελώνα

    Development and application of statistical inference methods in bioinformatics

    No full text
    Statistical inference methods are a key tool for drawing conclusions from data. They include parameter estimation and hypothesis testing techniques as well as more modern approaches. Through these methods, uncertainty quantification and data-based decision-making are achieved, with applications in various scientific fields. In this work, in the first method we link the observed phenotype frequencies of a population sample to the underlying genetic information encoded in genotype and allele frequencies through a mathematical framework based on linear algebra.In the second method we analyzed a mathematical model to describe Mendelian inheritance proposed by Claude Shannon where Mendelian inheritance is analyzed through algebraIn the third method, a new algorithm was developed that extracts kinetic parameters from the time evolution of a chemical / biological system, as it manifests itself through changes in the populations of molecular species.Οι μέθοδοι στατιστικής συμπερασματολογίας αποτελούν βασικό εργαλείο για την εξαγωγή συμπερασμάτων από δεδομένα. Περιλαμβάνουν τεχνικές εκτίμησης παραμέτρων και ελέγχου υποθέσεων, καθώς και πιο σύγχρονες προσεγγίσεις. Μέσω αυτών των μεθόδων, επιτυγχάνεται η ποσοτικοποίηση της αβεβαιότητας και η λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων, με εφαρμογές σε διάφορους επιστημονικούς τομείς. Σε αυτήν την εργασία, στην πρώτη μέθοδο συνδέουμε τις παρατηρούμενες συχνότητες φαινοτύπων ενός δείγματος πληθυσμού με τις υποκείμενες γενετικές πληροφορίες που κωδικοποιούνται στις συχνότητες γονότυπων και αλληλόμορφων μέσω ενός μαθηματικού πλαισίου βασισμένο στη γραμμική άλγεβρα. Στη δεύτερη μέθοδο που αναλύθηκε ένα μαθηματικό μοντέλο για την περιγραφή της Μεντελικής κληρονομικότητας που είχε προταθεί από τον Claude Shannon όπου αναλύεται η Μεντελική κληρονομικότητα μέσω της άλγεβρας. Στην τρίτη μέθοδο αναπτύχθηκε ένας νέος αλγόριθμος που εξάγει κινητικές παραμέτρους από την χρονική εξέλιξη ενός χημικού / βιολογικού συστήματος, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσω των αλλαγών στους πληθυσμούς μοριακών ειδών. Με αυτή την μεθοδολογία ανασυνθέτονται οι κατανομές που απαιτούνται για την εξαγωγή κινητικών παραμέτρων μιας στοχαστικής διαδικασίας, είτε από προσομοιώσεις είτε από πειραματικά δεδομένα

    The impact of a structured educational intervention on quality of life, depression, anxiety, and peristomal complications in patients with an ostomy

    No full text
    Background: Creation of an intestinal or urinary stoma, although often clinically necessary, poses significant physical, psychological, and social challenges for patients, negatively impacting their quality of life and increasing the risk of anxiety, depression, and peristomal complications. Patient education and support during the critical postoperative period may often be insufficient or unsystematic. Purpose: This study aimed to evaluate the effect of a structured, home-based educational intervention combined with nursing self-care monitoring compared to usual care on quality of life, anxiety, depression levels, and the frequency/severity of peristomal complications in patients with a new ostomy in Greece. Methods: A prospective, randomized, controlled study was conducted involving 100 adult patients with a newly created ostomy (colostomy, ileostomy, or urostomy) within the preceding 30 days. Participants, who were selected from a private healthcare provider's database, were randomized into either the Intervention Group (n=48) or the Control Group (n=52). The Intervention Group received a structured, in-home educational intervention featuring printed materials and systematic nursing monitoring, while the Control Group received standard care. Nursing visits were conducted for both groups at 45 and 90 days. Outcomes were assessed at baseline, 45, and 90 days, utilizing the SF-36 questionnaire for Quality of Life (QoL), the HADS Scale for anxiety and depression, and the Ostomy Skin Tool (OST) for peristomal complications. For the study's purposes, a structured educational tool was developed in three adapted versions based on the type of ostomy. Statistical analysis included descriptive statistics, t-tests, χ², and Mann-Whitney U tests for group comparisons, and mixed models ANOVA/ANCOVA to evaluate the intervention effect over time. Results: The analysis of the results indicated significant improvements in the intervention group compared to the control group across all measured outcomes. Based on the SF-36 Quality of Life assessment, statistically significant changes were already recorded at 45 days in General Health (p=0.006), Vitality (p=0.004), Emotional Role (p=0.051), Mental Health (p<0.0005), and Social Role (p=0.016). By 90 days, these substantial QoL improvements were sustained and expanded, encompassing a wider range of domains, including Bodily Pain (p=0.002), Physical Role (p=0.001), General Health (p<0.0005), Vitality (p=0.003), Emotional Role (p<0.0005), Mental Health (p<0.0005), and Social Role (p=0.016). Concurrently, the evaluation using the Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS) showed a statistically significant difference favoring the intervention group against the control group at both 45 days Anxiety (p=0.002), Depression (p<0.0005) and 90 days Anxiety (p=0.001), Depression (p<0.0005). Finally, the analysis of the Ostomy Skin Tool (OST) scores revealed a statistically significant difference in the complication index at 90 days (p<0.0005), while a significant difference in the severity index was recorded in favor of the intervention group at both 45 days (p=0.001) and 90 days (p<0.0005). Conclusions: This study demonstrated the multidimensional positive impact of the structured nursing educational intervention on patients with a new ostomy. The intervention significantly improved the individuals' overall quality of life and psychological well-being (reducing both anxiety and depression). Furthermore, the structured education successfully led to a reduction in peristomal complications. The practical success of this holistic approach is attributed to the accessible, specialized educational tool and the systematic nursing follow-up. This underscores the significant value of structured, specialized nursing care in improving the daily life and health indicators of patients living with an ostomy.Εισαγωγή: Η δημιουργία μιας στομίας από το πεπτικό ή το ουροποιητικό σύστημα, αν και συχνά κλινικά απαραίτητη, επιφέρει σημαντικές σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές προκλήσεις στους ασθενείς, επηρεάζοντας αρνητικά την ποιότητα ζωής τους και αυξάνοντας τον κίνδυνο άγχους, κατάθλιψης και περιστομιακών επιπλοκών. Η παρεχόμενη εκπαίδευση και υποστήριξη κατά την κρίσιμη μετεγχειρητική περίοδο ενδέχεται να μην είναι πάντοτε επαρκής ή συστηματική. Σκοπός: Αξιολόγηση της επίδρασης μιας δομημένης, εκπαιδευτικής παρέμβασης, συνδυασμένης με νοσηλευτική παρακολούθηση της αυτό-φροντίδας, σε σύγκριση με τη συνήθη φροντίδα, στην ποιότητα ζωής, τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης και τη συχνότητα/σοβαρότητα των περιστομιακών επιπλοκών σε ασθενείς με νεοσύστατη στομία στην Ελλάδα. Υλικό – Μέθοδος: Διεξήχθη μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη σε 100 ενήλικες ασθενείς με πρόσφατη στομία (κολοστομία, ειλεοστομία ή ουροστομία) που δημιουργήθηκε εντός των τελευταίων 30 ημερών. Οι συμμετέχοντες, οι οποίοι επιλέχθηκαν από τη βάση δεδομένων ιδιωτικού παρόχου, τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα παρέμβασης (n=48) ή στην ομάδα ελέγχου (n=52). Η Ομάδα Παρέμβασης έλαβε μια δομημένη, κατ' οίκον εκπαιδευτική παρέμβαση με έντυπο υλικό και συστηματική νοσηλευτική παρακολούθηση, ενώ η Ομάδα Ελέγχου έλαβε τη συνήθη φροντίδα. Και στις δύο ομάδες πραγματοποιήθηκαν νοσηλευτικές επισκέψεις στις 45 και 90 ημέρες. Τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν στην αρχική μέτρηση, στις 45 και στις 90 ημέρες, χρησιμοποιώντας το SF-36 για την Ποιότητα Ζωής, την Κλίμακα HADS για το άγχος και την κατάθλιψη, και το Ostomy Skin Tool (OST) για τις περιστομιακές επιπλοκές. Για τους σκοπούς της μελέτης, αναπτύχθηκε ένα δομημένο εκπαιδευτικό εργαλείο σε τρεις προσαρμοσμένες εκδόσεις ανάλογα με τον τύπο της οστομίας. Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε περιγραφική στατιστική, ελέγχους t-test, χ² και Mann-Whitney U για συγκρίσεις ομάδων, και μικτά μοντέλα ANOVA / ANCOVA για την αξιολόγηση της επίδρασης της παρέμβασης διαχρονικά. Αποτελέσματα: Η ανάλυση των αποτελεσμάτων υποδεικνύει σημαντικές βελτιώσεις στην ομάδα παρέμβασης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Ειδικότερα, βάσει του SF-36, στις 45 ημέρες, καταγράφηκαν στατιστικά σημαντικές μεταβολές στη Γενική Υγεία (p=0,006), τη Ζωτικότητα (p=0,004), τον Συναισθηματικό Ρόλο (p=0,051), την Ψυχική Υγεία (p<0,0005) και τον Κοινωνικό Ρόλο (p=0,016). Στις 90 ημέρες, οι ουσιαστικές βελτιώσεις συνεχίστηκαν και διευρύνθηκαν με στατιστικά σημαντικές μεταβολές στον Σωματικό Πόνο (p=0,002), τον Φυσικό Ρόλο (p=0,001), τη Γενική Υγεία (p<0,0005), τη Ζωτικότητα (p=0,003), τον Συναισθηματικό Ρόλο (p<0,0005), την Ψυχική Υγεία (p<0.0005) και τον Κοινωνικό Ρόλο (p=0,016).Παράλληλα, η αξιολόγηση με την κλίμακα HADS έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά υπέρ της ομάδας παρέμβασης έναντι της ομάδας ελέγχου και στις δύο χρονικές στιγμές: στις 45 ημέρες τόσο για το Άγχος (p=0,002) όσο και για την Κατάθλιψη (p<0,0005) και στις 90 ημέρες για το Άγχος (p=0,001) και την Κατάθλιψη (p<0,0005). Τέλος, η ανάλυση των σκορ OST ανέδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά στον δείκτη επιπλοκών στις 90 ημέρες (p<0,0005), ενώ στον δείκτη σοβαρότητας καταγράφηκε σημαντική διαφορά υπέρ της ομάδας παρέμβασης τόσο στις 45 ημέρες (p=0,001) όσο και στις 90 ημέρες (p<0,0005). Συμπεράσματα: Η μελέτη αυτή κατέδειξε τον πολυδιάστατο θετικό αντίκτυπο της δομημένης, νοσηλευτικής εκπαιδευτικής παρέμβασης σε ασθενείς με νέα οστομία. Η παρέμβαση βελτίωσε σημαντικά τη συνολική ποιότητα ζωής και την ψυχολογική ευεξία των ατόμων (μειώνοντας τόσο το άγχος όσο και την κατάθλιψη). Επιπλέον, η δομημένη εκπαίδευση, οδήγησε επιτυχώς σε μείωση των περιστομιακών επιπλοκών. Η πρακτική επιτυχία αυτής της ολιστικής προσέγγισης αποδίδεται στο προσβάσιμο, εξειδικευμένο εκπαιδευτικό εργαλείο και στη συστηματική νοσηλευτική παρακολούθηση. Αυτό υπογραμμίζει τη σημαντική αξία της δομημένης, εξειδικευμένης νοσηλευτικής φροντίδας στη βελτίωση της καθημερινότητας και των δεικτών υγείας των ασθενών που ζουν με στομία

    Experimental and computational analysis of hybrid solar collectors for solar cooling applications

    No full text
    The objective of this dissertation is the study of concentrating hybrid photovoltaic/thermal solar collectors and their use in solar cooling applications. This category of collectors is a promising technology thanks to their ability to simultaneously generate heat and electricity from the same surface. Specifically, the aim is the numerical and experimental study of an asymmetric concentrated hybrid collector, the improvement of its performance for the region of Greece and the potential of its use in real-world applications. The first part of the dissertation presents (Chapter 2) presents a review of the literature regarding hybrid collectors. This analysis shows that significant processes have been made in the study and optimization of these collectors. However, the majority of these studies focus on flat-plate collectors resulting in limited research dedicated to the analysis, performance improvements and applications of concentrating hybrid collectors. Initially the theoretical study of the concentrating hybrid collectors focuses on their optical analysis (Chapter 3). Using ray tracing methodology, the collector’s performance is evaluated across a range of solar incidence angles. Additionally, the distribution of solar radiation on the absorbers surface is analyzed and regions with significant non-uniformities are identified. Finally, the optimal tilt angle of the collector for the Athens regions is determined. Subsequently (Chapter 4) a three-dimensional numerical analysis of the hybrid collector is performed using COMSOL software. An innovative methodology is proposed that reduces computational time and combines both optical and thermal studies. The reliability of the method is validated through comparisons with experimental data obtained from the literature as well as analytical solutions. In both cases, the results show satisfactory agreement. Chapter 5 presents the experimental study of the collector which is installed at the Laboratory of Applied Thermodynamics of the School of Mechanical Engineering at NTUA. Its performance was evaluated under different operating conditions and the results were compared with those obtained from numerical simulations carried out using the methodology presented in the previous chapter. The simulation results were found to be in good agreement with the experimental data, with an average deviation of 5.41%. Utilizing the models developed in previous chapters, the next chapter of the dissertation (Chapter 6) presents methods for improving the performance of the collector. First the use of nanofluids as heat transfer fluids is examined and their impact on both the thermal and electrical performance of the collector is analyzed. Then, different reflector geometries are investigated with the aim of optimizing the collector’s performance, with a focus on the summer months in the region of Athens. In the following chapter (Chapter 7), applications of hybrid collectors in the region of Greece are studied. First, the replacement of evacuated tube collectors with the optimized concentrating hybrid collectors is examined on a solar field that supplies heat to an adsorption chiller. It is found that the use of a small percentage of hybrid collectors does not significantly affect the chiller’s performance, while also offering the added benefit of electricity generation. Subsequently, the use of flat hybrid collectors in a hotel unit is evaluated as an alternative to thermal collectors or photovoltaic panels, using environmental and economic performance indicators. In the eighth and final chapter, the main conclusions of the dissertation are presented, along with suggestions for future work in the field of hybrid collectors and their applications.Αντικείμενο της διατριβής είναι η μελέτη συγκεντρωτικών υβριδικών ηλιακών συλλεκτών και η χρήση του σε εφαρμογές ηλιακής ψύξης. Η κατηγορία των συλλεκτών αυτών αποτελεί μια υποσχόμενη τεχνολογία χάρη στην ικανότητά τους να παράγουν ταυτόχρονα θερμότητα και ηλεκτρική ενέργεια από την ίδια επιφάνεια. Συγκεκριμένα στόχος είναι η υπολογιστική και πειραματική μελέτη ενός ασύμμετρου συγκεντρωτικού υβριδικού συλλέκτη, η βελτίωση της απόδοσης του για την περιοχή της Ελλάδας και η δυνατότητα χρήσης τους σε πραγματικές εφαρμογές. Στο πρώτο μέρος της διατριβής (Κεφάλαιο 2) παρουσιάζεται η επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας αναφορικά με τους υβριδικούς συλλέκτες. Από την ανάλυση αυτή διαπιστώνεται ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στην μελέτη και βελτιστοποίηση των συλλεκτών αυτών. Ωστόσο η πλειοψηφία των εργασιών αυτών εστιάζουν στους επίπεδους συλλέκτες, με συνέπεια οι μελέτες που εστιάζουν στην ανάλυση, βελτίωση λειτουργίας και σε εφαρμογές των συγκεντρωτικών υβριδικών συλλεκτών να είναι περιορισμένες. Αρχικά, η θεωρητική μελέτη των συγκεντρωτικών υβριδικών συλλεκτών εστιάζει στην οπτική ανάλυσή τους (Κεφάλαιο 3). Με την χρήση της μεθοδολογίας ιχνηλάτησης ακτινοβολίας (ray tracing) αξιολογείται η απόδοση του συλλέκτη για ένα εύρος γωνιών πρόσπτωσης της ηλιακής ακτινοβολίας. Παράλληλα μελετάται και η κατανομή της ακτινοβολίας στης επιφάνεια του απορροφητή και εντοπίζονται περιοχές όπου παρατηρούνται έντονες ανομοιομορφίες. Τέλος προσδιορίζεται η βέλτιστη γωνία τοποθέτησης του συλλέκτη για την περιοχή της Αθήνας. Στην συνέχεια (Κεφάλαιο 4), πραγματοποιείται τρισδιάστατη αριθμητική ανάλυση του υβριδικού συλλέκτη με την χρήση του λογισμικού COMSOL. Προτείνεται μια καινοτόμος μεθοδολογία για την πραγματοποίηση της ανάλυσης η οποία μειώνει τον υπολογιστικό χρόνο και η οποία συνδυάζει την οπτική και θερμική μελέτη. Η αξιοπιστία της μεθόδου επικυρώνεται μέσω σύγκρισης με πειραματικά δεδομένα τα οποία λαμβάνονται από την βιβλιογραφία καθώς και από αναλυτικές σχέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις παρατηρείται ικανοποιητική συμφωνία των αποτελεσμάτων. Στο Κεφάλαιο 5 παρουσιάζεται η πειραματική μελέτη του συλλέκτη ο οποίος είναι εγκατεστημένος στο Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Θερμοδυναμικής και Ψυκτικής Τεχνολογίας Οχημάτων Ψυγείων της Σχολής των Μηχανολόγων Μηχανικών Ε.Μ.Π.. Μελετήθηκε η απόδοσή του για διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας ενώ τα αποτελέσματα που προέκυψαν συγκρίθηκαν με αυτά από αριθμητικές προσομοιώσεις που έγιναν με την χρήση της μεθοδολογίας που παρουσιάστηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Τα αποτελέσματα της προσομοίωσης βρέθηκαν να είναι αρκετά κοντά με τα πειραματικά με τη μέση απόκλιση να φτάνει το 5.41%. Αξιοποιώντας τα μοντέλα που αναπτύχθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, στο επόμενο κεφάλαιο της διατριβής (Κεφάλαιο 6) παρουσιάζονται μέθοδοι για τη βελτίωση της απόδοσης του συλλέκτη. Αρχικά εξετάζεται η χρήση νανορευστών ως μέσου μεταφοράς θερμότητας και αναλύεται η επίδρασή τους τόσο στη θερμική όσο και στην ηλεκτρική απόδοση του συλλέκτη. Έπειτα εξετάζονται διαφορετικές γεωμετρίες του ανακλαστήρα, με στόχο τη βελτιστοποίηση της απόδοσης του συλλέκτη, με έμφαση στους καλοκαιρινούς μήνες, για την περιοχή της Αθήνας. Στο Κεφάλαιο 7 μελετώνται εφαρμογές υβριδικών συλλεκτών στην περιοχή της Ελλάδας. Αρχικά εξετάζεται η αντικατάσταση συλλεκτών κενού από τους βελτιστοποιημένους συγκεντρωτικούς υβριδικούς συλλέκτες, σε ένα ηλιακό πεδίο που τροφοδοτεί με θερμότητα ένα ψύκτη προσρόφησης. Διαπιστώνεται ότι η χρήση μικρού ποσοστού υβριδικών συλλεκτών δεν επηρεάζει σημαντικά την απόδοση του ψύκτη και παράλληλα έχει το πλεονέκτημα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Στη συνέχεια, αξιολογείται η χρήση επίπεδων υβριδικών συλλεκτών σε μία ξενοδοχειακή μονάδα, αντί για θερμικούς συλλέκτες ή φωτοβολταϊκά πάνελ, μέσω περιβαλλοντικών και οικονομικών δεικτών. Στο όγδοο και τελευταίο κεφάλαιο, παρατίθενται τα κυριότερα συμπεράσματα της διατριβής και γίνονται προτάσεις για μελλοντική εργασία στο πεδίο των υβριδικών συλλεκτών και των εφαρμογών τους

    Arrhythmic risk stratification in patients after acute myocardial infarction

    No full text
    AIM The aim of this study is to improve the stratification of arrhythmic risk and the risk of heart failure by measuring multiple ultrasound and electrocardiographic parameters including markers related to the post-infarction myocardial substrate as well as markers of autonomic nervous system dysfunction both in the acute phase and in the follow-up of patients with acute myocardial infarction, identifying a category of patients at high risk for the development of complex ventricular arrhythmias and symptoms of heart failure. MATERIALS AND METHODS The study included 40 patients admitted to the infarction unit with acute myocardial infarction, of whom 38 were men and 2 were women. Patients over 85 years of age due to multiple comorbidities and patients with atrial fibrillation and a pacemaker rhythm on resting electrocardiogram were excluded. All patients underwent coronary angiography, underwent complete reperfusion and were administered clinically appropriate medication. All 40 patients were assessed in two phases 48 hours after the acute phase of the infarction as well as at the follow-up, where non-invasive echocardiographic and electrocardiographic indicators were measured. At the end of the follow-up period, all patients were classified into four categories, based on their endpoint (arrhythmia group, heart failure group, arrhythmia + heart failure group, control group). In the first part of the statistical analysis, we examined the absolute change in some parameters over a follow-up period of up to 3 years. Here, the parameters were calculated during the hospitalization of patients with acute myocardial infarction, specifically 48 hours after the acute event, as well as at the follow-up examination in the four groups of post-infarction patients based on their endpoints. The analysis of the data for the changes in the various parameters reveals that the differences between the groups were not statistically significant for most parameters. In the second part of the analysis, the parameters were compared between the groups to determine whether there were statistically significant differences in the parameters studied. The following comparisons were made: arrhythmia group versus control group, heart failure group versus control group, and arrhythmia plus heart failure group versus control group. In addition, it was determined which factors best identify patients who will experience arrhythmia, heart failure, and a combination of these from patients who will not experience an arrhythmic episode or symptoms of heart failure. In the third part of the analysis, we examined the predictive value of a series of non-invasive parameters calculated 48 hours after the acute episode in order to determine which of these parameters have greater weight and can predict the above endpoints in the four groups of patients. RESULTS Our study demonstrated that it is necessary to give special emphasis to the measurement of specific parameters both in the acute phase and in the follow-up examination. Ultrasound parameters during hospitalization of patients with acute myocardial infarction include the left ventricular ejection fraction, the global longitudinal strain of the left ventricle, the strain of the right ventricle, the systolic displacement of the tricuspid annulus, the filling pressures of the left ventricle, and in electrocardiographic parameters, the T wave alternans, the QRS duration on the resting electrocardiogram, the heart rate recovery during the stress test one month after the acute myocardial infarction, the deceleration capacity of heart rate, while the age and weight of the patients are assessed. Also, during the re-examination of patients, the necessary ultrasound measurements include the left ventricular ejection fraction, the global longitudinal strain, the strain of the right ventricular, the filling pressures of the left ventricular, while in the electrocardiographic measurements, the late potentials, the resting heart rate on the electrocardiogram, the maximum heart rate and the heart rate recovery during Cardiopulmonary exercise testing (CPET), the diastolic blood pressure and the B-natriuretic peptide. The above parameters can be easily measured in the two phases of patient assessment during the acute phase and in the re-examination in order to identify those patients who are prone to the occurrence of arrhythmic events and heart failure.ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η βελτίωση της διαστρωμάτωσης του αρρυθμιολογικού κινδύνου και του κινδύνου εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας με την μέτρηση πολλαπών υπερηχογραφικών και ηλεκτροκαρδιογραφικών παραμέτρων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται δείκτες που αφορούν το υπόστρωμα του μετεμφραγματικού μυοκαρδίου καθώς και δείκτες δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος τόσο στην οξεία φάση όσο και στον επανέλεγχο των ασθενών με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου εντοπίζοντας μια κατηγορία ασθενών υψηλού κινδύνου ως προς την εμφάνιση σύμπλοκων κοιλιακών αρρυθμιών και συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας. ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ Στην μελέτη συμπεριλήφθηκαν 40 ασθενείς που εισήχθησαν στην μονάδα εμφραγμάτων με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου από τους οποίους οι 38 ήταν άνδρες και οι 2 γυναίκες. Αποκλείστηκαν ασθενείς ηλικίας άνω των 85 ετών λόγω πολλαπλών συννοσηροτήτων και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και βηματοδοτικό ρυθμό στο ηλεκτροκαρδιογράφημα ηρεμίας. Σε όλους τους ασθενείς διενεργήθηκε στεφανιογραφικός έλεγχος, υποβλήθηκαν σε πλήρη επαναιμάτωση και χορηγήθηκε η κλινικά ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή. Το σύνολο των 40 ασθενών εκτιμήθηκε σε δύο φάσεις 48 ώρες μετά την οξεία φάση του εμφράγματος καθώς και στον επανέλεγχο, όπου μετρήθηκαν μη επεμβατικοί δείκτες υπερηχοκαρδιογραφικοί και ηλεκτροκαρδιογραφικοί. Στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης έγινε ταξινόμηση του συνόλου των ασθενών σε τέσσερις κατηγορίες, με βάση το καταληκτικό τους σημείο (ομάδα αρρυθμιών, ομάδα καρδιακής ανεπάρκειας, ομάδα αρρυθμιών +καρδιακή ανεπάρκεια, ομάδα ελέγχου). Στο πρώτο μέρος της στατιστικής ανάλυσης εξετάσαμε την απόλυτη μεταβολή κάποιων παραμέτρων σε ένα χρονικό διάστημα παρακολούθησης έως 3 ετών. Εδώ υπολογίστηκαν οι παράμετροι κατά την νοσηλεία των ασθενών με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και συγκεκριμένα 48 ώρες μετά το οξύ συμβάν καθώς και στη εξέταση επανελέγχου στις τέσσερις ομάδες μετεμφραγματικών ασθενών με βάση τα καταληκτικά τους σημεία. Η ανάλυση των δεδομένων για τις μεταβολές των διάφορων παραμέτρων αποκαλύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ των ομάδων δεν ήταν στατιστικά σημαντικές για τις περισσότερες παραμέτρους. Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης έγινε σύγκριση των παραμέτρων μεταξύ των ομάδων για να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις παραμέτρους που μελετήθηκαν. Πραγματοποιήθηκαν οι εξής συγκρίσεις: ομάδα αρρυθμιών έναντι της ομάδας ελέγχου, ομάδα καρδιακής ανεπάρκειας έναντι της ομάδας ελέγχου και ομάδα αρρυθμιών συν καρδιακή ανεπάρκεια έναντι της ομάδας ελέγχου. Επιπρόσθετα προσδιορίστηκαν ποιοι παράγοντες εντοπίζουν καλύτερα τους ασθενείς που πρόκειται να εμφανίσουν αρρυθμία, καρδιακή ανεπάρκεια και συνδυασμό αυτών από τους ασθενείς που δεν θα εμφανίσουν κάποιο αρρυθμιολογικό επεισόδιο ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας. Στο τρίτο μέρος της ανάλυσης εξετάσαμε την προβλεπτική αξία μιας σειράς μη επεμβατικών παραμέτρων που υπολογίστηκαν 48ώρες μετά το οξύ επεισόδιο προκειμένου να καθοριστεί ποιες από αυτές τις παραμέτρους έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και μπορεί να προβλέψουν τα παραπάνω καταληκτικά σημεία στις τέσσερις ομάδες ασθενών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η μελέτη μας απέδειξε πως είναι απαραίτητο να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στην μέτρηση συγκεκριμένων παραμέτρων τόσο στην οξεία φάση όσο και στη εξέταση επανελέγχου. Στις υπερηχογραφικές παραμέτρους κατά την νοσηλεία ασθενών με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου περιλαμβάνονται το κλάσμα εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας, η συνολική επιμήκης παραμόρφωση της αριστερής κοιλίας, η παραμόρφωση της δεξιάς κοιλίας, η συστολική μετατόπιση του τριγλωχινικού δακτυλίου, οι πιέσεις πληρώσεως της αριστερής κοιλίας, και στις ηλεκτροκαρδιογραφικές οι εναλλαγές του κύματος Τ, η διάρκεια του QRS στο ηλεκτροκαρδιογράφημα ηρεμίας, η καρδιακή συχνότητα ανάνηψης κατά την δοκιμασία κοπώσεως ένα μήνα μετά το οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, η ικανότητα επιβράδυνσης του καρδιακού ρυθμού ενώ αξιολογούνται η ηλικία και το βάρος των ασθενών. Επίσης κατά τον επανέλεγχο των ασθενών στις απαραίτητες υπερηχογραφικές μετρήσεις περιλαμβάνονται το κλάσμα εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας, η συνολική επιμήκης παραμόρφωση της αριστερής κοιλίας, η παραμόρφωση της δεξιάς κοιλίας, οι πιέσεις πληρώσεως της αριστερής κοιλίας, ενώ στις ηλεκτροκαρδιογραφικές μετρήσεις τα όψιμα δυναμικά, η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, η μέγιστη καρδιακή συχνότητα και η καρδιακή συχνότητα ανάνηψης κατά την καρδιοαναπνευστική κόπωση, η διαστολική αρτηριακή πίεση και το Β-νατριουρητικό πεπτίδιο. Οι παραπάνω παράμετροι μπορούν εύκολα να μετρηθούν στις δύο φάσεις εκτίμησης των ασθενών κατά την οξεία φάση και στον επανέλεγχο προκειμένου να εντοπιστούν εκείνοι οι ασθενείς οι οποίοι είναι επιρρεπείς στην εμφάνιση αρρυθμιολογικών συμβάντων και καρδιακής ανεπάρκειας

    The Holy Neo-Martyrs of Epirus

    No full text
    This doctoral dissertation focuses on the NeoMartyrs of Epirus figures who emerged as shining examples of faith, self-sacrifice, and national resilience during the period of Ottoman rule. Epirus, a land with a long history of struggles, is justly characterized as "birthplace of heroes" and "birthplace of martyrs," having produced numerous saints and martyrs who gave their lives for their faith and homeland. Special emphasis is placed on the Neo-Martyrs of Epirus, who, during the time of Turkish domination, served as steadfast guardians of the Orthodox faith and Greek identity. Despite horrific trials, pressures to convert to Islam, threats, and alluring promises of earthly rewards, they betrayed neither their faith nor their national conscience. With the patience and spiritual strength, they demonstrated in the face of martyrdom, they bolstered the morale of the subjugated Greeks and inspired entire generations.Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στους Ηπειρώτες Νεομάρτυρες, τις μορφές εκείνες που αναδείχθηκαν σε φωτεινά παραδείγματα πίστης, αυταπάρνησης και εθνικής αντοχής κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Η Ήπειρος, γη με μακρά ιστορία αγώνων, χαρακτηρίζεται δικαίως ως «ηρωοτόκος» και «μαρτυροτόκος», καθώς έχει αναδείξει πλήθος αγίων και μαρτύρων που έδωσαν τη ζωή τους για την πίστη και την πατρίδα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους Νεομάρτυρες της Ηπείρου, οι οποίοι κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρξαν σταθεροί φρουροί της Ορθόδοξης πίστης και της ελληνικής ταυτότητας. Παρά τις φρικτές δοκιμασίες, τις πιέσεις για εξισλαμισμό, τις απειλές και τις δελεαστικές υποσχέσεις για επίγεια αγαθά, εκείνοι δεν πρόδωσαν ούτε την πίστη τους ούτε την εθνική τους συνείδηση. Με την καρτερικότητα και την πνευματική δύναμη που επέδειξαν μπροστά στο μαρτύριο, ενίσχυσαν το ηθικό των υπόδουλων Ελλήνων και ενέπνευσαν γενιές ολόκληρες

    Evidence in medicine

    No full text
    Medical evidence is inherently unstable, whether it comes from randomized studies, observational studies, biological mechanisms, or other sources. This instability arises because no single method caneffectively address biases, confounding factors, chance, practical challenges, manipulation, and other uncertainties. Reproducibility issues, uncertainty, and non-scientific values may emerge at any time, undermining the research. Evidence gains stability when the outcome chosen is clinical, when the effect size is large, and when statistical results are presented in absolute terms. No research methodology is inherently superior to another, as each has its strengths and limitations. Therefore, we should not focus solely on which method is theoretically better, but rather on which method is most appropriate for solving the problem at hand. The answer to the methodological hierarchy of evidence-based medicine (EBM) lies in the equality of the produced evidence (evidentialparity or equality). In this way, the Principle of Total Evidence is satisfied, which is considered the safest approach to obtaining the most reliable and stable evidence, thus leading to better clinical decisions.Τα τεκμήρια στην ιατρική είναι ασταθή ανεξάρτητα αν προέρχονται από τυχαιοποιημένες μελέτες, μελέτες παρατήρησης, βιολογικούς μηχανισμούς. Είναι ασταθή γιατί καμία μέθοδος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την μεροληψία, τους συγχυτικούς παράγοντες, την τύχη, τα πρακτικά προβλήματα, την χειραγώγηση, ενώ η κρίση αναπαραγωγιμότητας, η αβεβαιότητα και οι μη επιστημικές αξίες μπορούν ανά πάσα στιγμή να κάνουν την εμφάνισή τους και να υπονομεύσουν την έρευνα. Τα τεκμήρια αποκτούν σταθερότητα όταν η επιλογή της έκβασης είναι κλινική, όταν το μέγεθος αποτελέσματος είναι μεγάλο, όταν η παρουσίαση των στατιστικών αποτελεσμάτων γίνεται με απόλυτους όρους. Καμία ερευνητική μεθοδολογία δεν είναι ανώτερη κάποιας άλλης και όλες έχουν αρετές και περιορισμούς. Για αυτό το λόγο δεν πρέπει να εστιάζουμε μόνο στο ποια μέθοδος είναι θεωρητικά καλύτερη αλλά στην μέθοδο που είναι η καταλληλότερη για το πρόβλημα που καλούμαστε να επιλύσουμε. Η απάντηση στην μεθοδολογική ιεράρχηση της τεκμηριωμένης ιατρικής (ΕΒΜ) είναι η ισοτιμία των παραγόμενων τεκμηρίων (evidential parity or equality). Με τον τρόπο αυτό ικανοποιείται η αρχήτου ολικού τεκμηρίου (Principal of Total Evidence) ως ο ασφαλέστερος τρόπος για να φτάσουμε σε όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστα και σταθερά τεκμήρια, άρα σε καλύτερες κλινικές αποφάσεις

    0

    full texts

    56,257

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇