Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations
Not a member yet
56257 research outputs found
Sort by
Determination of Lewis blood group phenotypes and secretion of ABH antigens in saliva in patients with pemphigus
Introduction. Pemphigus forms a group of chronic autoimmune blistering diseases of the skin and mucosal surfaces. Ethnic clustering, familial aggregation and autoimmune comorbidity, suggest a genetic contribution to the etiopathogenesis of Pemphigus. The majority of identified genes belong to the HLA locus, while there is limited data regarding the association of non-HLA genes. Human histo-blood group antigens as haematological markers have been assessed in autoimmune and mucocutaneous diseases; however, conflicting conclusions exist regarding the linkage between susceptibility to Pemphigus and Lewis blood group antigens co-associated secretor status. The genes we inherit at the ABO, Lewis and Secretor loci control the glycoconjugate profile of our sialylated antigens, which are hypothesized to influence the risk, development and severity of various medical conditions. Aim. This study aimed to investigate and evaluate Lewis blood group phenotypes and secretor status in relation to the clinico-immunopathological profile of Pemphigus for the first time in the Greek population, one of the protagonists in the disease’ global map distribution. Materials-methods. Thirty-six patients and 36 age and gender - matched control subjects were recruited to the study. Patients were followed up at the Center of Expertise on Autoimmune Bullous Diseases within the 2nd Dermatology Department of the Aristotle University of Thessaloniki. 2ml blood and 3ml saliva were collected from each subject, in order to identify Lewis phenotypes and determine secretor status, using monoclonal gel cards and hemagglutination inhibition technique respectively. Results. All Pemphigus Foliaceus (PF) and Pemphigus Vulgaris (PV) cutaneous type patients were Lea(–) secretors. Statistically significant differences were observed between Lewis phenotypes and (i) Pemphigus type, (ii) clinical involvement. Rare Le(a–b–) phenotype was higher in PF compared to PV patients, as well as in cutaneous compared to mucocutaneous Pemphigus, while Le(a+b–) presented dominantly in PV patients with mucocutaneous lesions. A negative correlation between Lea and Leb antigen expression was observed. No significant correlation detected between Lewis phenotypes and anti-Dsg1 and anti-Dsg3 titers, ABSIS and PDAI score, disease severity and relapses. There was no significant association regarding secretor status and clinico-immunopathological profile. Conclusions. The relationship between blood groups and Pemphigus remains unclear and contentious. Rare Lewis phenotype Le(a–b–), especially Lea(–) negative antigen appears to be a predisposing risk factor to the development of Pemphigus, characterized exclusively by skin lesions. The pathogenic heterogeneity of anti-desmoglein antibodies, along with blood group carbohydrate antigens, may reinforce an individual's susceptibility to a cutaneous subtype. Further research should be conducted with a larger sample size to determine whether these findings, along with the routine use of a Lewis and secretor status test, may improve the initial diagnostic and prognostic evaluation of Pemphigus patients.Εισαγωγή. Η Πέμφιγα συνιστά μία ομάδα χρόνιων αυτοάνοσων πομφολυγωδών νοσημάτων του δέρματος και των βλεννογόνων. Η εθνοτική συσπείρωση, η οικογενειακή συσσώρευση και η αυτοάνοση συννοσηρότητα υποδηλώνουν τη γενετική συμμετοχή στην αιτιοπαθογένεια της Πέμφιγας. H πλειονότητα των ταυτοποιημένων γονιδίων ανήκει στον HLA τόπο, ενώ υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη συσχέτιση των μη-HLA γονιδίων. Τα ιστοειδικά αλλοαντιγόνα των ανθρώπινων ομάδων αίματος έχουν αξιολογηθεί ως αιματολογικοί δείκτες σε αυτοάνοσα και δερματοβλεννογόνια νοσήματα; ωστόσο, υπάρχουν αντικρουόμενα συμπεράσματα σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ της επιδεκτικότητας στην Πέμφιγα και των αντιγόνων των ομάδων αίματος Lewis και της σχετιζόμενης εκκριτικής κατάστασης των φαινοτύπων. Τα γονίδια που κληρονομούμε από τους ABO, Lewis και Secretor τόπους ελέγχουν το γλυκοσυζευγμένο προφίλ των σιαλυλιωμένων αντιγόνων μας και θεωρείται ότι επηρεάζουν τον κίνδυνο, την ανάπτυξη και τη σοβαρότητα ορισμένων ιατρικών καταστάσεων. Σκοπός. Η παρούσα μελέτη στόχευε στη διερεύνηση και αξιολόγηση των φαινοτύπων ομάδων αίματος Lewis και της σχετιζόμενης έκκρισης των ABH αντιγόνων στο σάλιο με το κλινικοανοσοπαθολογικό προφίλ της Πέμφιγας για πρώτη φορά στον ελληνικό πληθυσμό, ενός από τους πρωταγωνιστές στον παγκόσμιο χάρτη κατανομής του νοσήματος. Υλικό-μέθοδοι. Τριάντα έξι ασθενείς και 36 άτομα εξομοιωμένα ως προς την ηλικία και το φύλο εισήχθησαν στη μελέτη. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν στο Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Αυτοάνοσων και Πομφολυγωδών Νοσημάτων της Β΄ Δερματολογικής Κλινικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από κάθε συμμετέχοντα συλλέχθηκαν 2ml αίματος και 3ml σάλιου, προκειμένου να ταυτοποιηθούν οι φαινότυποι Lewis και να προσδιοριστεί η εκκριτική κατάσταση, χρησιμοποιώντας κάρτες γέλης με μονοκλωνικούς αντιορούς και την τεχνική της αναστολής αιμοσυγκόλλησης αντίστοιχα. Αποτελέσματα. Όλοι οι ασθενείς με Φυλλώδη Πέμφιγα (ΦΠ) και οι ασθενείς με δερματικό υπότυπο Κοινής Πέμφιγας (ΚΠ) ταυτοποιήθηκαν Lea(–) αρνητικοί εκκρίνοντες. Παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των Lewis φαινοτύπων και i) του κλινικού τύπου Πέμφιγας, (ii) της κλινικής εντόπισης των βλαβών. Ο σπάνιος φαινότυπος Le(a–b–) ήταν συχνότερος στους ασθενείς με ΦΠ σε σύγκριση με τους ασθενείς με ΚΠ, καθώς και στον δερματικό υπότυπο σε σύγκριση με τον δερματοβλεννογόνιο υπότυπο Πέμφιγας, ενώ ο φαινότυπος Le(a+b–) ταυτοποιήθηκε σε όλους ασθενείς με ΚΠ και δερματοβλεννογόνιες βλάβες. Παρατηρήθηκε μία αρνητική συσχέτιση μεταξύ της έκφρασης των αντιγόνων Lea και Leb. Δεν ανιχνεύθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ των φαινοτύπων Lewis και των τίτλων anti-Dsg1 και anti-Dsg3, της βαθμολογίας ABSIS και PDAI, της σοβαρότητας της νόσου και των υποτροπών. Δεν υπήρξε σημαντική συσχέτιση σχετικά με την εκκριτική κατάσταση και το κλινικοανοσοπαθολογικό προφίλ. Συμπεράσματα. Η σχέση μεταξύ των ομάδων αίματος και της Πέμφιγας παραμένει ασαφής και αμφιλεγόμενη. Ο σπάνιος φαινότυπος Lewis Le(a–b–), ιδιαίτερα το αρνητικό αντιγόνο Lea(–) φαίνεται να είναι ένας προδιαθεσικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη της Πέμφιγας, που χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από δερματικές βλάβες. Η παθογόνος ετερογένεια των αντι-δεσμογλεϊνικών αντισωμάτων, μαζί με τα υδατανθρακικά αντιγόνα των ομάδων αίματος, μπορεί να ενισχύσει την επιδεκτικότητα ενός ατόμου σε έναν δερματικό υπότυπο. Περαιτέρω έρευνα θα πρέπει να διεξαχθεί με μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος για να καθοριστεί εάν αυτά τα ευρήματα, μαζί με την υιοθέτηση σε επίπεδο κλινικής πρακτικής ενός τεστ καθορισμού των Lewis φαινοτύπων και του εκκριτικού τύπου, μπορεί να βελτιώσουν την αρχική διαγνωστική και προγνωστική αξιολόγηση της Πέμφιγας
Creation and evaluation of standalone, network-Based, and online speech therapy intervention software
This thesis focuses on the development and evaluation of intervention software for preschool children with speech and communication disorders, addressing the challenges highlighted by the COVID-19 pandemic in the provision of speech therapy services. The pandemic has highlighted the need for remote access to speech therapy services and for the use of digital tools and Online speech therapy (OST) systems. However, these systems present technical barriers, such as the digital divide and complexity in navigation, particularly for preschoolers with cognitive impairments or limited technological proficiency. The research develops two software that simulates realistic situations: the first software is closed-ended and simulates the process of breakfast, lunch and dinner, while the second software is open-ended and simulates the therapeutic environment and the various games children play during a classic intervention. These software’s are designed to work on devices running Windows, macOS, Android, and iOS operating systems, and can also work Online, offering seamless accessibility, regardless of device and geographic locationΗ παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και την αξιολόγηση λογισμικών παρέμβασης για παιδιά προσχολικής ηλικίας με διαταραχές λόγου και επικοινωνίας, αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις που ανέδειξε η πανδημία COVID-19 στην παροχή λογοθεραπευτικών υπηρεσιών. Η πανδημία ανέδειξε την ανάγκη για απομακρυσμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες λογοθεραπείας και για τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και διαδικτυακών συστημάτων λογοθεραπείας (OST). Ωστόσο, αυτά τα συστήματα παρουσιάζουν τεχνικά εμπόδια, όπως το ψηφιακό χάσμα και η πολυπλοκότητα στην πλοήγηση, ιδιαίτερα για προσχολικής ηλικίας με γνωστικές διαταραχές ή περιορισμένη τεχνολογική επάρκεια. Η έρευνα αναπτύσσει δύο λογισμικά που προσομοιώνουν ρεαλιστικές καταστάσεις: το πρώτο λογισμικό είναι κλειστού τύπου και προσομοιώνει τη διαδικασία του πρωινού, μεσημεριανού και βραδινού γεύματος, ενώ το δεύτερο λογισμικό είναι ανοικτού τύπου και προσομοιώνει το θεραπευτικό περιβάλλον και τα διάφορα παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά κατά τη διάρκεια μιας κλασικής παρέμβασης . Αυτά τα λογισμικά είναι σχεδιασμένα να λειτουργούν σε συσκευές με λειτουργικά συστήματα Windows, macOS, Android και iOS και μπορούν επίσης να λειτουργήσουν διαδικτυακά, προσφέροντας απρόσκοπτη προσβασιμότητα, ανεξαρτήτως συσκευής και γεωγραφικής τοποθεσίας
Analysis of GOCE gradiometric observations for regional gravity field improvement and geophysical applications
Gravity data have been used numerous times in the past in studies with geophysical purposes, taking into account the fact that they can provide considerably remarkable results with homogeneity at a global scale. The present study focuses on the evaluation of GOCE satellite data use in geophysical studies concerning the wider Hellenic and Eastern Mediterranean Sea regions. To this goal GOCE SGG data of the latest available EGG_NOM_2 and SST_PSO_2 processing lines were initially obtained. These data were processed through a series of well known methodologies, including among others filtering to retain the useful signal inside the gradiometer’s MBW, resulting to the computation of disturbing gravity gradients in the LNOF later projected to a mean orbit sphere. In order to validate the accuracy of the results, disturbing gravity gradients were computed based on the EGG_TRF_2 products as well as based on a combined global geopotential model (TIM R6 & EGM2008). The disturbing gravity gradients were then cut in a region encompassing the area of study and put on a grid of a 1 arcmin step. Specifically, for the Tzz and the (-Txx -Tyy) gradients 2D Wavelet Multi-Resolution Analysis (WL-MRA) was applied in order to remove undesired noise appearing as tracks in the final signal. Complete Bouguer anomalies were computed from them, following their downward continuation to the Earth’s surface as well as the application of the appropriate topography based corrections according to the GEBCO_2023 model. The next part of the study included the estimation of Moho depth values through two classic inverse problems: the Parker-Oldenburg one and the inverse problem of isostasy of Vening Meinesz-Moritz (VMM). A significant amount of scenarios were undertaken by making different assumptions concerning the initial Moho depth and density contrast values. The estimated Moho depth models were then compared with Moho depth models in the area of study available from the literature, as well as with seismic station values. The majority of the checks and comparisons provided satisfactory results concerning the accuracy of the estimated models, as discussed in detail in the following sections of the study.Δεδομένα βαρύτητας έχουν χρησιμοποιηθεί εκτενέστατα στο παρελθόν σε εφαρμογές γεωφυσικού ενδιαφέροντος δεδομένης της δυνατότητάς τους να προσφέρουν ιδιαίτερα χρήσιμα αποτελέσματα με ομοιογένεια σε παγκόσμια κλίμακα. Αντικείμενο της παρούσας διατριβής αποτελούσε η αξιοποίηση δεδομένων της δορυφορικής αποστολής GOCE σε γεωφυσικές εφαρμογές στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο και την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα δορυφορικής βαθμιδομετρίας GOCE των προϊόντων EGG_NOM_2 και SST_PSO_2 της πιο πρόσφατα διαθέσιμης γραμμής επεξεργασίας της αποστολής. Τα αρχικά αυτά δεδομένα υπέστησαν επεξεργασία μέσω μιας σειράς γνωστών μεθοδολογιών, που περιελάμβαναν ανάμεσα σε άλλα και φιλτράρισμα για διατήρηση του χρήσιμου σήματος εντός του MBW του βαθμιδομέτρου, με τελικό αποτέλεσμα τον υπολογισμό διαταρακτικών βαθμίδων δυναμικού στο πλαίσιο αναφοράς LNOF και έπειτα προβεβλημένων σε μία μέση τροχιακή σφαίρα. Ο έλεγχος της εγκυρότητας των υπολογισμών έγινε μέσω της σύγκρισης τους με διαταρακτικές βαθμίδες βαρύτητας βασισμένες στο προϊόν EGG_TRF_2, αλλά και με βαθμίδες διαταρακτικού δυναμικού ενός συνδυαστικού παγκόσμιου γεωδυναμικού μοντέλου (TIM R6 & EGM2008). Στη συνέχεια τα δεδομένα απομονώθηκαν για την περιοχή μελέτης και τοποθετήθηκαν σε κάναβο με βήμα 1 arcmin. Ειδικά για τις συνιστώσες Tzz και (-Txx -Tyy) εφαρμόστηκε δισδιάστατος μετασχηματισμός με wavelet για την απομάκρυνση του ανεπιθύμητου θορύβου που εμφανιζόταν με τη μορφή τροχιών στο τελικό σήμα τους. Πλήρεις ανωμαλίες Bouguer υπολογίστηκαν από αυτές, μετά την προς τα κάτω επέκταση των βαθμίδων μέσω της μεθόδου MC SA που ακολούθησε και την εφαρμογή της κατάλληλης τοπογραφικής αναγωγής σύμφωνα με το μοντέλο GEBCO_2023. Επόμενο βήμα στην εργασία αποτέλεσε ο υπολογισμός μοντέλων βαθών Moho μέσω δύο κλασικών προβλημάτων αντιστροφής: της μεθόδου Parker-Oldenburg και του αντιστρόφου προβλήματος ισοστασίας των Vening Meinesz-Moritz (VMM). Σειρά πειραμάτων πραγματοποιήθηκαν που έκαναν χρήση διαφορετικών αρχικών μέσων τιμών βάθους και τιμών αντίθεσης πυκνότητας. Τα υπολογισθέντα μοντέλα Moho συγκρίθηκαν τόσο με διαθέσιμα μοντέλα Moho από τη βιβλιογραφία όσο και με τιμές από σεισμικούς σταθμούς στην περιοχή μελέτης. Το σύνολο των ελέγχων και συγκρίσεων έδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα αναφορικά με την ακρίβεια των υπολογισθέντων μοντέλων, όπως σχολιάζεται αναλυτικά στις επόμενες ενότητες της διατριβής
Διερεύνηση φορέων ακινητοποίησης τρανσαμινασών: σχεδιασμός ενζυμικών διεργασιών για την παραγωγή οπτικά ενεργών αμινών
The present doctoral thesis investigates the immobilization of amine transaminases (ATAs) on various platforms, with the goal of their use in chemoenzymatic cascades to produce chiral amines, essential in pharmaceuticals and fine chemicals. The study was divided into three key areas: the oxidative synthesis of acetophenone from cheap feedstock (corresponding alkyne, alcohol or alkane), screening immobilization strategies for ATAs, and integrating oxidation with transamination reactions. The oxidation step utilizing graphite oxide (GO) as catalyst underperformed, yielding conversions lower than expected, leading to the investigation of alternative pathways for this scope, such as photocatalysis and enzymatic oxidation. Immobilization strategies, however, provided valuable insights into enzyme stabilization and reuse. The core material used for immobilization (GO) was initially tested for its effect on various characteristics of the enzymes that were used, such as specific activity, operational stability and structural characteristics. Immobilization on GO came along with several challenges and commercial carriers were also introduced in the study, for comparison reasons. Immobilization on GO enhanced thermal stability, with the benchmark enzyme retaining up to 85% activity after exposure to elevated temperatures (60°C for 1 hour). Optimized conditions enabled the asymmetric synthesis of chiral amines like (S)-1-phenylethylamine with >99% enantioselectivity, though conversions fell below industrial requirements. In parallel with transaminases, reductive aminases (RedAms) were tested in several setups, to check the expansion of our workflow in different class of enzymes. Finally, the combination of oxidation and amination reactions within the envisioned cascade framework was unsuccessful, outlining the need for further optimization and investigation of further parameters of the whole process.Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την ακινητοποίηση των αμινοτρανσαμινασών (ATAs) σε διάφορες πλατφόρμες, με στόχο τη χρήση τους σε χημειοενζυμικές αλληλουχίες για την παραγωγή χειρόμορφων αμινών, που είναι απαραίτητες στη φαρμακευτική και σε χημικά υψηλής αξίας. Η μελέτη χωρίστηκε σε τρεις κύριους τομείς: την οξειδωτική σύνθεση της ακετοφαινόνης από φθηνές πρώτες ύλες (αντίστοιχο αλκύνιο, αλκοόλη ή αλκάνιο), τη δοκιμή στρατηγικών ακινητοποίησης για τις ATAs και την ενσωμάτωση των αντιδράσεων οξείδωσης με τις αντιδράσειςτρανσαμίνωσης.Το στάδιο της οξείδωσης, που χρησιμοποίησε οξείδιο γραφίτη (GO) ως καταλύτη, παρουσίασε χαμηλή απόδοση, με χαμηλότερες από τις αναμενόμενες μετατροπές, οδηγώντας στη διερεύνηση εναλλακτικών μεθόδων για αυτό τον σκοπό, όπως η φωτοκατάλυση και η ενζυμική οξείδωση. Ωστόσο, οι στρατηγικές ακινητοποίησης προσέφεραν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη σταθεροποίηση και την επαναχρησιμοποίηση των ενζύμων. Το βασικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την ακινητοποίηση (GO) δοκιμάστηκε αρχικά για την επίδρασή του σε διάφορα χαρακτηριστικά των χρησιμοποιούμενων ενζύμων, όπως η ειδική δραστικότητα, η λειτουργική σταθερότητα και τα δομικά χαρακτηριστικά. Η ακινητοποίηση στο GO συνοδεύτηκε από αρκετές προκλήσεις και εμπορικοί φορείς εισήχθησαν επίσης στη μελέτη για συγκριτικούς λόγους. Η ακινητοποίηση στο GO βελτίωσε τη θερμική σταθερότητα, με το πρότυπο ένζυμο να διατηρεί έως και 85% της δραστικότητάς του μετά από έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες (60°C για 1 ώρα). Οι βέλτιστες συνθήκες επέτρεψαν τη ασύμμετρη σύνθεση χειρόμορφων αμινών, όπως η (S)-1 φαινυλαιθυλαμίνη, με >99% ενζυμική εκλεκτικότητα, αν και οι μετατροπές ήταν κάτω από τις βιομηχανικές απαιτήσεις. Παράλληλα με τις τρανσαμινάσες, αναγωγικές αμινάσες (RedAms) δοκιμάστηκαν σε διάφορες διεργασίες για τη διερεύνηση της συνθετικής πορείας με διαφορετική κατηγορία ενζύμων. Τέλος, ο συνδυασμός αντιδράσεων οξείδωσης και αμίνωσης στο προτεινόμενο πλαίσιο αλληλουχίας δεν ήταν επιτυχής, υποδεικνύοντας την ανάγκη για περαιτέρω βελτιστοποίηση και διερεύνηση επιπλέον παραμέτρων της συνολικής διαδικασίας
Folk tradition in the poetic work of Nikos Kavvadias
The aim of this dissertation is to investigate the function of the elements of folk culture in the poetic work of Nikos Kavadias. The main issues addressed by the thesis are the investigation and analysis of the phenomena and manifestations of folk culture, factual, symbolic, aesthetic and stylistic, in the poetic work of Kavadias. The approach adopted is holistic, since these elements are examined in their socio-historical and cultural contexts. The approaches of "applied folklore" and "semiotic analysis" are adopted as most useful for our analysis. The approach we followed showed that the poet’s dialogue with tradition is continuous and that folk tradition can mediate in order to interpret the depth of his poetry. The thesis is structured in five chapters. Through this investigation, the author reaches conclusions regarding the role and function of the elements of folk culture as a carrier of collective consciousness and an important factor in the personality and poetic creation of Nikos Kavadias, thus contributing to the dialogue between the discipline of folklore and literature.Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει την λειτουργία των στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού στο ποιητικό έργο του Νίκου Καββαδία. Κύρια ζητήματα που πραγματεύεται η διατριβή είναι η διερεύνηση και ανάλυση των φαινομένων και των εκφάνσεων του λαϊκού πολιτισμού, πραγματολογικών, συμβολικών, αισθητικών και υφολογικών, στο ποιητικό έργο του Καββαδία. Η προσέγγιση που υιοθετείται είναι ολιστική, αφού εξετάζονται τα στοιχεία αυτά στα κοινωνικο-ιστορικά και στα πολιτισμικά τους συμφραζόμενα. Υιοθετούνται ως πιο χρήσιμες για την ανάλυσή μας, οι προσεγγίσεις της «εφαρμοσμένης λαογραφίας» και της «σημειωτικής ανάλυσης». Η προσέγγιση που ακολουθήσαμε έδειξε ότι ο διάλογός του ποιητή με την παράδοση είναι συνεχής και ότι η λαϊκή παράδοση μπορεί να μεσολαβήσει, ώστε να ερμηνευτεί σημαντικά το βάθος της ποίησής του. Η διατριβή διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Μέσω αυτής της διερεύνησης, καταλήγει σε συμπεράσματα όσον αφορά στον ρόλο και στη λειτουργία των στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού, ως φορέα συλλογικής συνείδησης και σημαντικό παράγοντα της προσωπικότητας και της ποιητικής δημιουργίας του Νίκου Καββαδία, συμβάλλοντας στον διάλογο μεταξύ της επιστήμης της λαογραφίας και της λογοτεχνίας
Consequences of behavioral economics parameters in the public hospital: a corporate governance model of three hospital units under the Hospital Trust-Cluster format
At the global level, investments in the health sector are considered a key tool for the development of any country. The founding law of the NHS (N.1397/1983) is one of the first organized efforts to reform the health sector with the creation of a public health system. However, it has not been able to adequately address issues of macroeconomic and microeconomic efficiency, equity in the funding of management/administration services and regional decentralization, as unforeseen issues emerged. The result of the above is the need to use behavioral economics through the description and understanding of human behavior in decision-making issues in public hospitals. The main purpose of the work is, in the context of ΄΄behavioral economics΄΄, to record the parameters of job satisfaction, organizational behavior and leadership profile in the Public Hospital, while investigating the connection between the hospital's efficiency and employees and patient satisfaction and the spam of autonomy at the midlevel of key administrative decisions and corporate governance frame. In particular, the relationship between the different health units (at the level of legal entity and corporate governance) and the factors of employee motivation and satisfaction, the leadership profile of senior executives, patient satisfaction and efficiency-effectiveness indicators were investigated. Methodologically, in order to serve the above purpose, initially a bibliographic search was carried out regarding issues raised in its theoretical framework, while a quantitative survey was followed by the use of a questionnaires at the Sismanoglio, Amalia Fleming and Paidon Pentelis Hospital complex, the Papageorgiou Hospital and the private Errikos Dunan Hospital. The sample of the research was made up of employees of the Group of Hospitals that serves the region of North-Eastern Attica and of Papageorgiou Hospital in Thessaloniki, health providers who underwent memorandum reforms in the period 2010-2018/19, while the research tools used are an employee’s/patients satisfaction questionnaire, a scenario based and perceptions managers questionnaire. From the results of the research, it became clear that the Sismanoglio-Amalia Fleming-Pendeli Children's Hospital complex faces a series of challenges related to the synergies and organizational limitations that exist between the three units. In the present research, three factors emerged from the exploratory analysis of the motivation and job satisfaction questionnaire of this study: trust-commitment, psychological contract, and managerial model-professional relationships. To address these challenges, the group must develop a strategic deployment plan that takes into account the specific needs and mandates of each unit, while providing a framework for coordinating unit activities in such a way that there are several synergies that can be identified, between the three units of the Sismanoglio-Amalia Fleming-Pendeli Children's hospital complex. In conclusion, a common governance structure, a single administrative system, a common budget and the implementation of a Hospital Trust cluster trust model are required with the aim of creating a collaborative environment for decision-making and the correct response to challenges. A more flexible environment is needed to facilitate and leverage this fundamental change. This Hospital Organization basic principle should remain as a public- non profit hospital cluster but changing the legal entity from Public entity to Private Entity public interest.Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι επενδύσεις στον τομέα της υγείας θεωρούνται βασικό εργαλείο ανάπτυξης κάθε κράτους. Ο ιδρυτικός νόμος του ΕΣΥ (Ν.1397/1983) αποτελεί μια από τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες μεταρρύθμισης στο χώρο της υγείας με τη δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος υγείας. Παρόλα αυτά, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει επαρκώς ζητήματα μακροοικονομικής και μικροοικονομικής αποδοτικότητας, ισότητας στη χρηματοδότηση των υπηρεσιών διαχείρισης/διοίκησης και περιφερειακής αποκέντρωσης, καθώς αναδύθηκαν ζητήματα που δεν είχαν προβλεφθεί. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η ανάγκη για χρήση της συμπεριφορικής οικονομίας μέσα από την περιγραφή και κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ζητήματα λήψης αποφάσεων σε δημόσια νοσοκομεία. Βασικός σκοπός της εργασίας είναι, στο πλαίσιο της “συμπεριφορικής οικονομίας”, η καταγραφή των παραμέτρων της εργασιακής ικανοποίησης, της οργανωσιακής συμπεριφοράς και του προφίλ ηγεσίας στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διερευνώντας παράλληλα τη σύνδεση μεταξύ της αποδοτικότητας του νοσοκομείου, της ικανοποίησης των εργαζομένων και ασθενών καθώς και του μοντέλου εταιρικής διακυβέρνησης και του επιπέδου ημι-αυτονομίας στο μεσοεπίπεδο λήψης διοικητικών αποφάσεων. Ειδικότερα, διερευνάται η σχέση μεταξύ των διαφορετικών μονάδων υγείας (σε επίπεδο νομικού προσώπου και εταιρικής διακυβέρνησης) και των παραγόντων της παρακίνησης και ικανοποίησης των εργαζομένων, του προφίλ ηγεσίας των ανώτερων στελεχών, της ικανοποίησης των ασθενών και των δεικτών αποδοτικότητας-αποτελεσματικότητας. Μεθοδολογικά, για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού, πραγματοποιείται, αρχικά, βιβλιογραφική αναζήτηση σχετικά με ζητήματα που θίγονται στο θεωρητικό πλαίσιο, ενώ ακολουθεί και ποσοτική έρευνα με τη χρήση ερωτηματολογίων στο Νοσοκομειακό συγκρότημα Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμινγκ και το διασυνδεόμενο Παίδων Πεντέλης, το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και το ιδιωτικό νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν. Το δείγμα της έρευνας αποτελούν εργαζόμενοι της Ομάδας Νοσοκομείων που εξυπηρετεί την περιοχή της Βορειοανατολικής Αττικής αλλά και του νοσοκομείου Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης, πάροχοι υγείας οι οποίοι υποβλήθηκαν σε μνημονιακές μεταρρυθμίσεις την περίοδο 2010-2018/19, καθώς και το ιδιωτικό νοσοκομείο. Τα ερευνητικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται είναι ένα ερωτηματολόγιο ικανοποίησης εργαζομένων, ασθενών, καθώς και έρευνα γνώμης στελεχών βασισμένη σε σενάρια συμπεριφοράς και αντιλήψεων. Από τα αποτελέσματα της έρευνας καθίσταται σαφές, πως το συγκρότημα του νοσοκομείου Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμινγκ και Παίδων Πεντέλης αντιμετωπίζει μια σειρά προκλήσεων που σχετίζονται με τις συνέργειες και τους οργανωτικούς περιορισμούς που υπάρχουν μεταξύ των τριών μονάδων. Στην παρούσα έρευνα, τρεις παράγοντες προκύπτουν από τη διερευνητική ανάλυση του ερωτηματολογίου κινήτρων και εργασιακής ικανοποίησης αυτής της μελέτης: εμπιστοσύνη-δέσμευση, ψυχολογικό συμβόλαιο και διοικητικό μοντέλο-επαγγελματικές σχέσεις. Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, το συγκρότημα μπορεί να αναπτύξει ένα στρατηγικό σχέδιο τοποθέτησης που να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες και εντολές κάθε μονάδας, παρέχοντας παράλληλα ένα πλαίσιο για το συντονισμό των δραστηριοτήτων των μονάδων με τρόπο που να λειτουργούν αποδοτικά αρκετές συνέργειες, που μπορούν να εντοπιστούν μεταξύ των τριών μονάδων του νοσοκομειακού συγκροτήματος Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμινγκ και Παίδων Πεντέλης. Συμπερασματικά, απαιτείται κοινή δομή διακυβέρνησης, ένα ενιαίο διοικητικό σύστημα ,κοινός προϋπολογισμός και εφαρμογή ενός μοντέλου Hospital Trust cluster εμπιστοσύνης με στόχο τη δημιουργία ενός συνεργατικού περιβάλλοντος για τη λήψη αποφάσεων και την ορθή αντιμετώπιση των προκλήσεων, καθώς και μεγαλύτερο ποσοστό διοικητικής αυτονομίας στην λήψη αποφάσεων και μεγαλύτερη ευελιξία στην χρήση του διευθυντικού δικαιώματος με αλλαγή της φύσης του νομικού προσώπου διατηρώντας τον δημόσιο μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα του
Civil conflicts in Ano Messinia: the events and their memory, 1944 – 1982
This thesis examines the civil conflicts between ELAS and the Security Battalions during the German Occupation in Messinia, culminating in the Battle of Meligalas in September 1944. To provide a clearer understanding of these conflicts, the study begins by outlining the socio-political landscape of Messinia, the onset of the Italian and German Occupation, and the Resistance movement in the region. It concludes with the events in Meligalas shortly after Messinia was liberated from German occupation forces. The research aims to reconstruct the sequence of events, explore the causes that led to the conflict in Meligalas, interpret the violence that occurred, and identify its aims, agents, objectives, and forms.Furthermore, the dissertation investigates how the memory surrounding Meligalas was shaped and evolved from 1945 to 1982 when the PASOK government abolished hate ceremonies. It also explores the key events that influenced the evolution of this memory and how Meligalas was utilized to forge political identities. Additionally, the study analyzes the memorial services held at the site of the “pigada” (well), their legal framework, and the changes it underwent, as well as the process of erecting the monument at the “pigada” and its symbolism. The focus is on the dominant narratives promoted by different governments through their discourse, legislation, decisions, and commemorative practices, as well as the collective memory fostered by the political factions. To attain the established objectives, an analysis of the press of the time was undertaken, along with a thorough review of relevant literature. This was complemented by archival research, which involved the examination of documents sourced from Greek, British, and German archives.Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται τις εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Ταγμάτων Ασφαλείας στη διάρκεια της Κατοχής στη Μεσσηνία, που κορυφώθηκαν με τη μάχη του Μελιγαλά τον Σεπτέμβριο του 1944. Για την καλύτερη κατανόηση των συγκρούσεων αυτών, η μελέτη ξεκινά από τη σκιαγράφηση της κοινωνικοπολιτικής φυσιογνωμίας της Μεσσηνίας και την αρχή της Κατοχής και της Αντίστασης στην περιοχή, και καταλήγει στη σύγκρουση στον Μελιγαλά αμέσως μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Στόχος της έρευνας είναι η ανασύνθεση των γεγονότων, η κατανόηση και εξήγηση των αιτιών που οδήγησαν στη σύγκρουση του Μελιγαλά, η ερμηνεία της βίας, και ο εντοπισμός των σκοπών, των φορέων, των στόχων και των μορφών της. Ακόμα, αντικείμενο της διατριβής αποτελεί ο τρόπος συγκρότησης της μνήμης γύρω από τον Μελιγαλά και η εξέλιξή της από το 1945 μέχρι το 1982, όταν καταργήθηκαν οι τελετές μίσους από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, αναλύονται τα γεγονότα που επηρέασαν την εξέλιξη της μνήμης, καθώς και πώς ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία πολιτικών ταυτοτήτων. Επιπλέον, μελετώνται τα μνημόσυνα που διεξάγονταν στην πηγάδα, το νομικό τους πλαίσιο και οι αλλαγές του, καθώς και η διαδικασία ανέγερσης του μνημείου της πηγάδας και οι συμβολισμοί του. Η έρευνα εστιάζεται στην κυρίαρχη μνήμη των εκάστοτε κυβερνήσεων μέσα από τον λόγο, τη νομοθεσία, τις αποφάσεις τους και τις μνημονικές πρακτικές τους, καθώς και τη συλλογική μνήμη των πολιτικών παρατάξεων. Για να επιτευχθούν οι στόχοι που τέθηκαν, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν είναι η αρχειακή έρευνα, κατά την οποία μελετήθηκαν έγγραφα από ελληνικά, βρετανικά και γερμανικά αρχεία, καθώς και η μελέτη του Τύπου της εποχής και της σχετικής βιβλιογραφίας
Αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης για εφαρμογές μορφοποίησης δέσμης σε συστήματα επικοινωνιών 6ης γενιάς
The emergence of 6G wireless networks presents a transformative leap in telecommunication technology, promising unprecedented data rates, ultra-reliable low-latency communications, and seamless integration of a multitude of connected devices. The dynamic and complex requirements of 6G networks necessitate advanced adaptive beamforming (ABF) solutions to ensure high-quality communication links. This thesis explores innovative machine learning (ML) techniques, particularly leveraging neural networks (NNs), to enhance the efficiency, adaptability, and scalability of ABF processes, addressing critical challenges that traditional deterministic algorithms struggle to resolve in dynamic environments. The contributions of this work span four main pillars, each targeting a distinct aspect of ABF for next-generation wireless networks. The first pillar focuses on using deep learning for efficient beamforming weight calculation in uniform linear arrays (ULAs). Traditional deterministic methods such as the minimum variance distortionless response (MVDR) and null-steering beamforming (NSB) techniques provide accurate results but suffer from high computational complexity and limited adaptability to rapidly changing scenarios. This work introduces a recurrent neural network (RNN) architecture, specifically a gated recurrent unit (GRU) model, trained using large datasets generated by an NSB algorithm. This NN-based solution demonstrates comparable accuracy to deterministic methods while significantly reducing response time and enhancing scalability through parallelization. Comparative analysis reveals that the GRU model offers a mean main lobe and null-placement error of 0.43 and 0.076 degrees, respectively, for realistic 16-element ULAs, proving its potential as a robust and efficient alternative to traditional beamforming techniques. Building upon this, the second pillar extends the proposed methods to the more complex scenario of three-dimensional (3D) beamforming using uniform planar arrays (UPAs). This work explores the design and tuning of NNs for 3D ABF, focusing on achieving high accuracy while maintaining manageable computational requirements. Hyperparameter optimization techniques are applied to identify optimal network configurations, and two novel techniques are introduced: a method for efficient null identification and a self-improvement approach for continuous NN fine-tuning. This self-improving method identifies and addresses underperforming cases, enhancing model performance with less data. The proposed LSTM-based beamformer achieves a mean main lobe and null-placement error of 0.25 and 0.23 degrees, respectively, demonstrating the feasibility of NN-based beamforming for complex 3D scenarios. The third pillar addresses sidelobe suppression, a critical aspect of ABF for minimizing interference and enhancing signal quality. By iteratively placing nulls towards the directions of high sidelobes, this work develops a recursive sidelobe damping method and tunes its parameters for a balance between sidelobe level (SLL) reduction and response time. The resulting NNs, trained using this method, achieve a mean maximum SLL of -20.7 dB on an 8×8 UPA while offering response times that are more than 8000 times faster than the iterative approach used for training. The fourth and final pillar shifts the focus to proactive beamforming through DoA prediction. Proactive beamforming anticipates the future DoA of incoming signals based on historical observations, reducing beamforming latency and improving system adaptability. This work proposes an NN-based predictive model trained on realistic movement paths simulated using OpenStreetMap data for urban environments. Transformer neural networks (TNNs) and recurrent architectures are employed to forecast future DoAs, demonstrating superior accuracy, with mean prediction errors of 1.36 degrees for line-of-sight (LoS) and 3.01 degrees for non-line-of-sight (NLoS) scenarios. The proposed approach is validated through simulations of moving users, showcasing its ability to maintain optimal signal strength and SIR levels during user movement. Collectively, this thesis highlights the transformative potential of ML-based approaches in ABF for 6G networks. By addressing key challenges such as latency reduction, scalability, 3D beamforming complexity, sidelobe suppression, and proactive DoA prediction, this work contributes to the development of next-generation wireless systems capable of meeting the demanding requirements of 6G. Through novel NN architectures and data-driven optimization methods, it paves the way for more intelligent, adaptable, and efficient beamforming solutions that push the boundaries of wireless communication performance.Η εμφάνιση των δικτύων 6G παρουσιάζει ένα σημαντικό άλμα στις ασύρματες τηλεπικοινωνίες, υποσχόμενη πρωτοφανείς ρυθμούς δεδομένων, εξαιρετικά αξιόπιστες επικοινωνίες χαμηλής καθυστέρησης και ενσωμάτωση πλήθους συνδεδεμένων συσκευών. Οι δυναμικές και πολύπλοκες ανάγκες των δικτύων 6G απαιτούν προηγμένες λύσεις προσαρμοστικής μορφοποίησης ακτινοβολίας (ABF) για την εξασφάλιση υψηλής ποιότητας συνδέσεων τηλεπικοινωνίας. Η παρούσα διατριβή διερευνά καινοτόμες τεχνικές μηχανικής μάθησης, αξιοποιώντας βαθιά νευρωνικά δίκτυα (NN), για να βελτιώσει την αποδοτικότητα, την προσαρμοστικότητα και την επεκτασιμότητα των διαδικασιών ABF, διευθετώντας κρίσιμες προκλήσεις που οι παραδοσιακοί αλγόριθμοι αντιμετωπίζουν σε δυναμικά περιβάλλοντα. Οι συνεισφορές αυτής της διτριβής επεκτείνονται σε τέσσερις κύριους άξονες, καθένας από τους οποίους στοχεύει σε μια συγκεκριμένη πτυχή του ABF για τα δίκτυα επόμενης γενιάς. Ο πρώτος άξονας επικεντρώνεται στη χρήση βαθιάς μάθησης για τον αποδοτικό υπολογισμό των βαρών δέσμης ακτινοβολίας σε ομοιόμορφες γραμμικές στοιχειοκεραίες (ULAs). Οι παραδοσιακές ντετερμινιστικές μέθοδοι, όπως η ελάχιστης παραμόρφωσης (MVDR) και η τεχνική προσαρμογής μηδενισμών (NSB), παρέχουν ακριβή αποτελέσματα, αλλά πλήττονται από υψηλή υπολογιστική πολυπλοκότητα και περιορισμένη αποδοτικότητα σε ταχέως μεταβαλλόμενα σενάρια. Η παρούσα εργασία εισάγει μια αρχιτεκτονική αναδρομικού νευρωνικού δικτύου (RNN), και πιο συγκεκριμένα ένα μοντέλο με μονάδες GRU, εκπαιδευμένο με τη χρήση μεγάλων συνόλων δεδομένων που παράγονται από τον αλγόριθμο NSB. Αυτή η λύση βασισμένη σε NN πετυχαίνει συγκρίσιμη ακρίβεια με τις ντετερμινιστικές μεθόδους, μειώνοντας παράλληλα σημαντικά τον χρόνο απόκρισης και βελτιώνοντας την επεκτασιμότητα μέσω παραλληλισμού. Η συγκριτική στατιστική ανάλυση αποκαλύπτει ότι το μοντέλο GRU προσφέρει μέσο σφάλμα τοποθέτησης κύριου λοβού και μηδενισμών 0,43 και 0,076 μοίρες, αντίστοιχα, για ρεαλιστικές γραμμικές στοιχειοκεραίες 16 στοιχείων. Τα αποτελέσματα αυτά φανερώνουν τις προοπτικές της χρήσης NN για πιο περίπλοκα και απαιτητικά περιβάλλοντα. Με βάση την προηγούμενη μελέτη, ο δεύτερος άξονας επεκτείνει τις προτεινόμενες μεθόδους στο πιο σύνθετο σενάριο της τρισδιάστατης προσαρμοστικής μορφοποίησης ακτινοβολίας με ομοιόμορφες επίπεδες στοιχειοκεραίες (UPAs). Αυτή η εργασία διερευνά το σχεδιασμό και τη ρύθμιση των NN για τρισδιάστατο ABF, εστιάζοντας στην επίτευξη υψηλής ακρίβειας διατηρώντας παράλληλα διαχειρίσιμες τις υπολογιστικές τους απαιτήσεις. Χρησιμοποιούνται τεχνικές βελτιστοποίησης υπερπαραμέτρων για το βέλτιστο σχεδιασμό των NN και εισάγονται δύο νέες μέθοδοι: μία τεχική για την αποδοτική ταυτοποίηση και μέτρηση της ακρίβειας των μηδενισμών και μία προσέγγιση για συνεχή βελτίωση των εκπαιδευμένων NN μέσω διαδικασιών αυτο-εκπαίδευσης. Αυτή η μέθοδος αυτοβελτίωσης εντοπίζει και αντιμετωπίζει περιπτώσεις χαμηλής απόδοσης, ενισχύοντας την επίδοση του μοντέλου με λιγότερα δεδομένα. Ο προτεινόμενος διαμορφωτής δέσμης LSTM επιτυγχάνει μέσο σφάλμα τοποθέτησης κύριου λοβού και μηδενισμών 0,25 και 0,23 μοίρες αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητα των NN για τρισδιάστατα σενάρια υψηλής πολυπλοκότητας. Ο τρίτος άξονας ασχολείται με την καταστολή των πλευρικών λοβών, μια κρίσιμη πτυχή του ABF για την ελαχιστοποίηση των παρεμβολών και τη βελτίωση της ποιότητας του σήματος. Συγκεκριμένα, αναπτύσσεται μια μέθοδος απόσβεσης πλευρικών λοβών με την τοποθέτηση μηδενισμών προς τις κατευθύνσεις υψηλών πλευρικών λοβών μέσω μιας επαναληπτικής διαδικασίας. Έπειτα, ρυθμίζονται οι κύριες παράμετροι της μεθόδου για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ του επιπέδου πλευρικών λοβών (SLL) και του χρόνου απόκρισης. Τα παραγόμενα NN, εκπαιδευμένα με αυτή τη μέθοδο, επιτυγχάνουν μέσο μέγιστο SLL -20,7 dB σε μια 8×8 UPA, προσφέροντας χρόνους απόκρισης τουλάχιστον 8.000 φορές ταχύτερους από την μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδευση. Ο τέταρτος και τελευταίος άξονας επικεντρώνεται στο προληπτικό ABF (proactive beamforming) μέσω της πρόβλεψης των κατευθύνσεων των εισερχομένων σημάτων (DoA). Αυτή η προσέγγιση στοχεύει στην πρόβλεψη μελλοντικών DoA εισερχόμενων σημάτων λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενες καταγεγραμένες DoAs κινούμενων χρηστών. Έτσι, μειώνεται η καθυστέρηση της διαδικασίας ABF και αυξάνεται η προσαρμοστικότητα του συστήματος. Ένα μοντέλο NN εκπαιδεύεται σε ρεαλιστικές διαδρομές κίνησης που προσομοιώνονται με δεδομένα OpenStreetMap για αστικά περιβάλλοντα. Τα μοντέλα transformer (TNN) και RNN χρησιμοποιούνται για την πρόβλεψη μελλοντικών DoA, επιδεικνύοντας εξαιρετική ακρίβεια, με μέσο σφάλμα πρόβλεψης 1,36 μοίρες για περιπτώσεις οπτικής επαφής με το σταθμό βάσης (LoS) και 3,01 μοίρες για περιπτώσεις μη οπτικής επαφής με το σταθμό βάσης (NLoS). Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται μέσω προσομοιώσεων με κινούμενους χρήστες, επικυρώνοντας τη δυνατότητά της να διατηρεί βέλτιστα επίπεδα ισχύος σήματος και λόγου σήματος προς παρεμβολές (SIR) κατά την διάρκεια της κίνησης των χρηστών. Συνολικά, αυτή η διατριβή αναδεικνύει τις μετασχηματιστικές δυνατότητες των προσεγγίσεων ML στο ABF για τα δίκτυα 6G. Αντιμετωπίζοντας βασικές προκλήσεις όπως η μείωση της καθυστέρησης, η επεκτασιμότητα, η πολυπλοκότητα του τρισδιάστατου ABF, η καταστολή των πλευρικών λοβών και η πρόβλεψη μελλοντικών DoA, το έργο αυτό συμβάλλει στην ανάπτυξη των συστημάτων ασύρματης επικοινωνίας που μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των δικτύων 6G. Μέσω καινοτόμων αρχιτεκτονικών NN και μεθόδων βελτιστοποίησης, ανοίγει ο δρόμος για πιο ευφυείς, προσαρμοστικές και αποδοτικές λύσεις ABF που επεκτείνουν τα όρια των δυνατοτήτων των ασύρματων τηλεπικοινωνιών
Data-driven prediction of brittle failure severity in deep underground excavations
The rising need for mineral resources, combined with the gradual exploitation of surface reserves, is driving underground mining to deeper levels. The increasing extraction depth leads underground excavations to increasing stresses and hence increased instability risks. Concurrently, rocks at great depths, which usually exhibit higher geomechanical properties and brittle behaviour, are capable of storing large amounts of elastic energy, which they release violently in the event of failure, causing severe damage to excavations and endangering the safety of workers and the functionality of construction sites. As one of the most serious geological hazards, rock bursts have killed hundreds of miners and injured many more. It is therefore necessary to understand the conditions and mechanisms that underlie the phenomenon, to improve risk assessment methods and adopt appropriate preventive measures and techniques. Approaches regarding the prediction of the intensity and timing of a rockburst event can be divided into short-term and long-term, based on the stage of the project development. Long term forecasting is utilized in the design stage of a project primarily through the combination of empirical criteria and numerical modelling, while short term forecasts serve the construction stage of the project primarily relying on the use of geotechnical monitoring. Focusing on the long-term rockburst forecasting, this research aims at four objectives. Firstly, the performance of the most widely used empirical criteria regarding the prediction and classification of the phenomenon is examined to a dataset containing rockburst cases collected from the literature. Accordingly, the second objective is to investigate the corresponding performance achieved by a random forest algorithm, while at the same time examining the effect on the performance of the same algorithm due to the introduction of synthetic incidents derived from the SMOTE oversampling technique. The third objective concerns the development of a new oversampling methodology through the generation of synthetic instances derived from numerical simulations. The last objective concerns the preparation of the framework for a future import of new features into the dataset (e.g. support measures) or the addition of autonomous synthetic instances through the use of a more appropriate simulation code of brittle failure. The three introductory chapters provide the theoretical background regarding supervised and unsupervised machine learning in the field of data mining, the issue of class imbalance that is related mostly to small databases and the theoretical background of brittle failure and strainbursting emphasizing on its long-term prognosis. The theoretical background of the semi-empirical methodology Burst Hazard Potential is also presented. Chapter 4 concerns the development, analysis and pre-processing of the dataset consisting brittle failure incidents of various intensities that occurred in underground mines and in construction projects. In addition, a presentation of the class imbalance issue is presented, which hinders the development of reliable predictive models. Furthermore, the empirical criteria for predicting the intensity of brittle failure are evaluated so as to clarify their predictive potential. Chapter 5 concentrates on exploring the effect caused when introducing synthetic instances through the SMOTE technique on the predictive ability of a random forest algorithm. The influence of the SMOTE technique in terms of different attributes input numbers was examined, while the optimal number of neighbours required to optimise the results of the technique was explored. Finally, the overall performance range of the algorithm was assessed as well as the advantages and drawbacks of the technique. Chapter 6 proposes an alternative methodology for dealing with imbalanced datasets in which both the oversampling and undersampling techniques are exploited. The core of the methodology is the substitution of clusters containing rockburst instances among similar materials by representative synthetic instances derived from numerical modelling on the basis of the BHP index. The models are tuned and calibrated so that their mechanical properties are aligned with the clusters’ centroids and mimic their nearest neighbours in terms of stresses and rockburst intensities. Subsequently, they are subjected to a variety of stresses to fill all rockburst classes. As a result, a balanced synthetic dataset in terms of material and class participation is formed, which is used to train a Random Forest algorithm to predict rockburst. The results attained indicate the potential of the proposed methodology in enhancing the learning process and thus provide reliable long-term rockburst predictions.Ο αυξανόμενος ρυθμός κατανάλωσης μεταλλευτικών πόρων, σε συνδυασμό με τη σταδιακή εξάντληση των επιφανειακών αποθεμάτων, οδηγεί την υπόγεια εξόρυξη σε βαθύτερα επίπεδα. Το αυξανόμενο βάθος εξόρυξης οδηγεί σε αυξανόμενες τάσεις και ως εκ τούτου σε αυξημένο κίνδυνο αστάθειας των υπόγειων εκσκαφών. Ταυτόχρονα, τα πετρώματα σε μεγάλα βάθη, τα οποία έχουν συνήθως υψηλότερες γεωμηχανικές ιδιότητες και παρουσιάζουν ψαθυρή συμπεριφορά, έχουν την ικανότητα να αποθηκεύουν μεγάλα ποσά ελαστικής ενέργειας, τα οποία απελευθερώνουν βίαια σε περίπτωση αστοχίας, προκαλώντας έντονες φθορές στις εκσκαφές και θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των εργαζομένων και τη λειτουργικότητα των εργοταξίων. Ως μία από τις σοβαρότερες γεωλογικές καταστροφές, η ακαριαία διάρρηξη πετρωμάτων έχει προκαλέσει το θάνατο εκατοντάδων μεταλλωρύχων και τον τραυματισμό πολύ περισσότερων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η κατανόηση των συνθηκών και των μηχανισμών που οδηγούν το φαινόμενο, η βελτίωση των μεθόδων εκτίμησης του κινδύνου και η υιοθέτηση των κατάλληλων ανά περίσταση τεχνικών πρόληψης. Οι προσεγγίσεις σχετικά με την πρόβλεψη της έντασης και του χρόνου εμφάνισης ενός φαινομένου ψαθυρής θραύσης δύναται να διαχωριστούν με βάση το στάδιο εξέλιξης του έργου σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες. Η μακροπρόθεσμη πρόβλεψη αξιοποιείται στο στάδιο σχεδιασμού ενός έργου κατά κύριο λόγο μέσω του συνδυασμού εμπειρικών κριτηρίων και αριθμητικών προσομοιώσεων, ενώ η βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη του φαινομένου εξυπηρετεί το στάδιο κατασκευής του έργου βασιζόμενη κυρίως στη χρήση γεωτεχνικών οργάνων. Η παρούσα έρευνα, εστιαζόμενη στη προσέγγιση της μακροπρόθεσμης πρόβλεψης της έντασης της ψαθυρής θραύσης αποβλέπει σε τέσσερις στόχους. Ο πρώτος αφορά την διερεύνηση των επιδόσεων των πιο διαδεδομένων εμπειρικών κριτηρίων σχετικά με την πρόγνωση και κατηγοριοποίηση του φαινομένου σε περιστατικά ψαθυρής θραύσης και ακαριαίας διάρρηξης που συλλέχθησαν βιβλιογραφικά. Κατ’ αντιστοιχία, ο δεύτερος στόχος αφορά τη διερεύνηση της αντίστοιχης επίδοσης που επιτυγχάνεται από τον αλγόριθμο τυχαίου δάσους, ενώ ταυτόχρονα διερευνάται η επίδραση της εισαγωγής συνθετικών περιστατικών από την τεχνική υπερδειγματοληψίας SMOTE στις επιδόσεις του ίδιου αλγορίθμου. Ο τρίτος στόχος αφορά τη δημιουργία νέας μεθοδολογίας υπερδειγματοληψίας μέσω της δημιουργίας συνθετικών περιστατικών προερχόμενων από αριθμητικές προσομοιώσεις. Ο τελευταίος στόχος αφορά τη δημιουργία του υποβάθρου για τη μελλοντική εισαγωγή νέων γνωρισμάτων στη βάση δεδομένων (π.χ. μέτρα υποστήριξης) ή την προσθήκη στη βάση δεδομένων αυτόνομων συνθετικών περιστατικών μέσω της χρήσης καταλληλότερου κώδικα προσομοίωσης της ψαθυρής θραύσης. Στα τρία εισαγωγικά κεφάλαια παρατίθεται το θεωρητικό υπόβαθρο όσον αφορά την επιβλεπόμενη και μη μηχανική μάθηση στο πεδίο της εξόρυξης δεδομένων, το ζήτημα της ανισορροπίας κλάσης που σχετίζεται κυρίως με μικρές βάσεις δεδομένων καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο του φαινομένου της ακαριαίας διάρρηξης πετρωμάτων με έμφαση στη μακροπρόθεσμη πρόβλεψή του. Επίσης, παρατίθεται το θεωρητικό υπόβαθρο της ημιεμπειρικής μεθοδολογίας πρόγνωσης και ταξινόμησης του φαινομένου με βάση το δείκτη Burst Hazard Potential. Το 4ο κεφάλαιο αφορά την κατάρτιση, ανάλυση και προεπεξεργασία της βάσης δεδομένων απαρτιζόμενη από περιστατικά ψαθυρής θραύσης ποικίλων εντάσεων που συντελέστηκαν σε υπόγεια μεταλλεία όσο και σε κατασκευαστικά έργα και τα οποία συλλέχθηκαν από τη βιβλιογραφία. Επιπλέον παρατίθεται το πρόβλημα της ανισορροπίας κλάσης καθώς και η έλλειψη επαρκούς αριθμού περιστατικών για την πλήρωση ομοιογενούς βάσης δεδομένων, γεγονός που δυσχαιρένει τη δημιουργία αξιόπιστων προγνωστικών μοντέλων. Παράλληλα, πραγματοποιείται αξιολόγηση των εμπειρικών κριτηρίων πρόγνωσης της έντασης της ψαθυρής θραύσης στη βάση δεδομένων με σκοπό την διερεύνηση των προγνωστικών δυνατοτήτων τους. Στο 5ο κεφάλαιο η μελέτη επικεντρώνεται στην διερεύνηση της επίδρασης που προκαλείται κατά την εισαγωγή συνθετικών περιστατικών μέσω της τεχνικής SMOTE στην προγνωστική ικανότητα του αλγορίθμου τυχαίου δάσους. Εξετάστηκε η επιρροή της τεχνικής SMOTE όσον αφορά διαφορετικό αριθμό γνωρισμάτων εισόδου, ενώ παράλληλα διερευνήθηκε ο βέλτιστος αριθμός γειτόνων που απαιτούνται για τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων της τεχνικής. Εν τέλει αξιολογήθηκε το γενικό εύρος των επιδόσεων του αλγορίθμου τυχαίου δάσους καθώς και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της τεχνικής. Στο 6ο κεφάλαιο προτείνεται εναλλακτική μεθοδολογία για την αντιμετώπιση της ανισορροπίας κλάσης στις βάσεις δεδομένων κατά την οποία αξιοποιούνται οι τεχνικές τόσο της υπερδειγματοληψίας όσο και της υποδειγματοληψίας. Ο πυρήνας της μεθοδολογίας έγκειται στην στοχευμένη ανά συστάδα προσθήκη συνθετικών περιστατικών που προέρχονται από αριθμητικές αναλύσεις αξιολογούμενες με βάση τον δείκτη Burst Hazard Potential. Τα αριθμητικά μοντέλα καλιμπράρονται έτσι ώστε οι μηχανικές τους ιδιότητες να ευθυγραμμίζονται με τα κεντροειδή των συστάδων και να μιμούνται τους πλησιέστερους γείτονές τους όσον αφορά τις τάσεις και τις εντάσεις των φαινομένων ψαθυρής θραύσης. Στη συνέχεια, υποβάλλονται σε μια ποικιλία τάσεων για να συμπληρώσουν τις συστάδες με όλες τις κλάσεις του φαινομένου, ενώ η διαμορφούμενη συνθετική βάση δεδομένων αξιοποιείται για την εκπαίδευση ενός αλγορίθμου τυχαίου δάσους. Συγκριτικά δεδομένα σε σχέση με την επίδραση της τεχνικής SMOTE παρατίθενται, ενώ παράλληλα αναλύεται η μεθοδολογία λήψης αποφάσεων του αλγορίθμου στην ανανεωμένη βάση δεδομένων
The Life of Saint Symeon Stylites the Younger by Nicephorus Uranus (BHG 1690)
Nicephorus Uranus was a magistrate and supreme commander of the Byzantine army. There are no precise chronological data on his life. He was born in the second quarter of the 10th century (probably between 940 and 950) and the last records of his life date back to 1007. It was during the reign of Emperor Basil II (976-1025) that Nicephorus began to offer his services to the Byzantine imperial court of Constantinople: first as a confidant of the young emperor and as his ally against Basil Lacapenus, then as a successful military commander in the West, and finally as a reliable governor of Antioch. The universal and successful supervision of the eastern part of the Byzantine Empire by Uranus enabled Basil to dominate the Bulgarians. Uranus, however, not only excelled on the battlefield, but he was also an accomplished author in his own right. He composed «Taktika» while he wrote letters, poetry and two hagiographical works: the Life of Saint Theodore of Tiron (BHG 1762m) and the Life of Saint Symeon Stylites the Younger (BHG 1690). Saint Symeon was born in Antioch, Syria in 521 and died in 592. He flourished during the reign of Emperor Justin II (565-578) and performed countless miracles, for which he was called a miracle-worker and a miracle-maker. This second characterisation is related to the miracles he performed on the Miraculous Mount near Antioch, where he led an intensely ascetic life as a stylite. The Life of Saint Symeon Stylites the Younger written by Nicephorus Uranus (BHG 1690) was first published in 1685 in the Acta Sanctorum by the Bollandist C. Janningo. Then, the text was reprinted by J.-P. Migne in Patrologia Graeca. The above edition was based on an 11th century Byzantine manuscript and there is not systematic study of the text. However, there are other manuscripts, both Byzantine and post-Byzantine, which have not been used in this edition. The present dissertation addresses this research gap by undertaking a systematic and multifaceted examination of the text, constituting the first such study.Ο Νικηφόρος Ουρανός ήταν μάγιστρος και ανώτατος διοικητής του βυζαντινού στρατού. Ακριβή χρονολογικά στοιχεία για τον βίο του δεν υπάρχουν. Γεννήθηκε κατά το δεύτερο τέταρτο του 10ου αιώνα (πιθανότατα μεταξύ 940 και 950) και τα τελευταία στοιχεία για τον βίο του χρονολογούνται το 1007. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορος Βασιλείου Β΄ (976-1025) ο Νικηφόρος ξεκίνησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην βυζαντινή αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινουπόλεως: αρχικά ως έμπιστος του νεαρού αυτοκράτορα και ως σύμμαχός του εναντίον του Βασιλείου Λακαπηνού, στη συνέχεια ως επιτυχημένος στρατιωτικός διοικητής της Δύσης και τέλος, ως αξιόπιστος κυβερνήτης της Αντιόχειας. Η καθολική και επιτυχημένη εποπτεία του ανατολικού τμήματος της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον Ουρανό έδωσε στο Βασίλειο την δυνατότητα να κυριαρχήσει επί των Βουλγάρων. Ο Ουρανός, όμως, δεν διακρίθηκε μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στο χώρο των γραμμάτων. Συνέθεσε τα «Τακτικά» που φέρουν το όνομά του, ενώ συνέγραψε επιστολές, ποιητικά και δύο αγιολογικά έργα: τον Βίο του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (BHG 1762m) και τον Βίο του Οσίου Συμεών Στυλίτη του Νέου (BHG 1690). Ο όσιος Συμεών Στυλίτης ο Νέος γεννήθηκε το 521 στην Αντιόχεια της Συρίας. Πραγματοποίησε αναρίθμητα θαύματα για τα οποία του αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός θαυματουργός και θαυμαστορείτης. Ο δεύτερος αυτός χαρακτηρισμός σχετίζεται με τα θαύματα που τέλεσε στο Θαυμαστό Όρος κοντά στην περιοχή της Αντιόχειας, όπου διήγε έντονα ασκητικό βίο ως στυλίτης. Κοιμήθηκε το 592 στο ομώνυμο μοναστήρι του στο Θαυμαστό Όρος και η μνήμη του οσίου τιμάται στις 24 Μαΐου.Ο Βίος του Συμεών Στυλίτη του Νέου που συνέθεσε ο Νικηφόρος Ουρανός (BHG 1690) εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1685 στα Acta Sanctorum από τον Βολλανδιστή Conrad Janningo. Κατόπιν, το κείμενο ανατυπώθηκε από τον J.P. Migne στην Patrologia Graeca και αναπαράγει το κείμενο ενός χειρογράφου του 11ου αιώνος. Ωστόσο, υπάρχουν περισσότερα χειρόγραφα που παραδίδουν τον Βίο του οσίου και δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την έκδοση του κειμένου. Η παρούσα διδακτορική διατριβή καλύπτει αυτό το ερευνητικό κενό, πραγματοποιώντας την πρώτη συστηματική και πολύπλευρη μελέτη του κειμένου