University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
1777 research outputs found
Sort by
Music for Euripides’ Helen: Three –‘Plus One’– Case Studies on the Quest of the Myth
Στο παρόν άρθρο επιχειρείται η ανάλυση της δυαδικότητας του μύθου της ωραί- ας Ελένης (θεά ή θνητή, αιτία ή μη του Τρωικού πολέμου) με τη χρήση σημειωτικών εργαλείων («ενεργητικό μοντέλο» και «τετράγωνο» του Greimas). Ειδικότερα, ως σημασιολογικό σημαίνον τίθεται η απόδοση του μύθου από τον Ευριπίδη στην Ελένη και ειδικότερα στο εμβληματικό Aʹ Στάσιμο. Διαφοροποιημένο σημαινόμενο του μύθου διατυπώνεται από τρεις θεατρικές –μαζί με μία επιπλέον, ραδιοφωνική– αντιπροσωπευτικές παραγωγές της ευριπίδειας Ελένης, οι οποίες αναλύονται στο παρόν άρθρο ως μελέτες περίπτωσης: Εθνικό Θέατρο (1962) σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη και μουσική του Αργύρη Κουνάδη· Εθνικό Θέατρο (1977) σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού και μουσική του Ιάννη Ξενάκη· Θέατρο του Νότου (1996) σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά και μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, και, επιπροσθέτως, Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας/ΕΙΡ (1961) σε σκηνοθεσία του Θάνου Κωτσόπουλου και μουσική του Γεωργίου Καζάσογλου. Η ανάλυση εκάστης παράστασης ακολουθεί σύγχρονη πρισματική προσέγγιση: ιστορικά δεδομένα, μουσικολογική ανάλυση (μορφή, οργάνωση τονικού υλικού, ενορχήστρωση) σε συνδυασμό με ανάλυση του κειμένου (μετάφραση και επιλογή στίχων), συνολική αναφορά στις συνιστώσες της παραγωγής, αισθητική ερμηνεία. Ως συμπέρασμα αναδεικνύεται η σταδιακή αποδόμηση του σημαινόμενου του μύθου της Ελένης, ώστε να αντιστοιχισθεί σε μία νέα πραγματικότητα.Στο παρόν άρθρο επιχειρείται η ανάλυση της δυαδικότητας του μύθου της ωραί- ας Ελένης (θεά ή θνητή, αιτία ή μη του Τρωικού πολέμου) με τη χρήση σημειωτικών εργαλείων («ενεργητικό μοντέλο» και «τετράγωνο» του Greimas). Ειδικότερα, ως σημασιολογικό σημαίνον τίθεται η απόδοση του μύθου από τον Ευριπίδη στην Ελένη και ειδικότερα στο εμβληματικό Aʹ Στάσιμο. Διαφοροποιημένο σημαινόμενο του μύθου διατυπώνεται από τρεις θεατρικές –μαζί με μία επιπλέον, ραδιοφωνική– αντιπροσωπευτικές παραγωγές της ευριπίδειας Ελένης, οι οποίες αναλύονται στο παρόν άρθρο ως μελέτες περίπτωσης: Εθνικό Θέατρο (1962) σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη και μουσική του Αργύρη Κουνάδη· Εθνικό Θέατρο (1977) σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού και μουσική του Ιάννη Ξενάκη· Θέατρο του Νότου (1996) σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά και μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, και, επιπροσθέτως, Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας/ΕΙΡ (1961) σε σκηνοθεσία του Θάνου Κωτσόπουλου και μουσική του Γεωργίου Καζάσογλου. Η ανάλυση εκάστης παράστασης ακολουθεί σύγχρονη πρισματική προσέγγιση: ιστορικά δεδομένα, μουσικολογική ανάλυση (μορφή, οργάνωση τονικού υλικού, ενορχήστρωση) σε συνδυασμό με ανάλυση του κειμένου (μετάφραση και επιλογή στίχων), συνολική αναφορά στις συνιστώσες της παραγωγής, αισθητική ερμηνεία. Ως συμπέρασμα αναδεικνύεται η σταδιακή αποδόμηση του σημαινόμενου του μύθου της Ελένης, ώστε να αντιστοιχισθεί σε μία νέα πραγματικότητα
Βραβείο «William Stanley Moss», 26o Βραβείο «Μενέλαος Γ. Παρλαμάς»
Βραβείο «William Stanley Moss»26o Βραβείο «Μενέλαος Γ. Παρλαμάς»Βραβείο «William Stanley Moss»26o Βραβείο «Μενέλαος Γ. Παρλαμάς
In Memoriam Grigoris Sifakis (1935-2023): Γρηγόρης Σηφάκης: ένας Κρης Homo universalis
Tracing Tactile Patterns in Students with Vision Disability and Multiple Disabilities or Deafblindness
Η παρούσα μελέτη αφορά στον εντοπισμό μοτίβων απτικών συμπεριφορών διερεύνησης που χρησιμοποιούν παιδιά με αναπηρία όρασης και πολλαπλές αναπηρίες ή τυφλοκώφωση κατά την αλληλεπίδραση τους με αντικείμενα με στόχο την αναγνώριση της υφής τους. Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 22 μαθητές/τριες, 8-18 ετών οι οποίοι/ες φοιτούσαν σε δομές ειδικής αγωγής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και σε κέντρα ημερήσιας φροντίδας. Σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν δύο δραστηριότητες και η συλλογή των δεδομένων έγινε μέσω πρωτόκολλων παρατήρησης και βιντεοσκόπησης. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης τονίζουν τη σημαντικότητα των μοτίβων απτικών συμπεριφορών διερεύνησης για την κατανόηση της ανάπτυξης του σωματοαισθητηριακού συστήματος και των συμπεριφορών μάθησης των παιδιών με αναπηρία όρασης και πολλαπλές αναπηρίες ή τυφλοκώφωση. Ο απώτερος στόχος είναι ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη εξατομικευμένων προγραμμάτων κατάλληλων για την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού, αλλά και την αξιοποίηση πλούσιων σε ερεθισμάτων μαθησιακών περιβαλλόντων με εφαρμογές στην έγκαιρη παρέμβαση, στην εκπαίδευση καθώς και σε προγράμματα αισθητηριακής ολοκλήρωσης.The present study aims to identify patterns of tactile exploratory behaviors applied by children with vision disability and multiple disabilities or deafblindness when interacting with a variety of objects. This identification process was based on the texture of the objects. Twenty-two students, 8-18 years old, who were enrolled in primary and secondary specialized educational programs, as well as in daycare centers, participated in this research. The students were invited to participate in two activities which involved small objects and cards and the authors asked the students to identify them through their texture. Relevant data was obtained through observation protocols and video recording. The results of the present study highlight the importance of tactile exploratory behavior patterns in understanding the development of the somatosensory system and learning behaviors of children with vision impairment and multiple disabilities or deafblindness. It is expected that the outcome of the study may contribute to the design of more targeted individualized programs for children with multiple disabilities and blindness in order to develop and excel their tactile skills and haptic apprehension. These programs may be developed within the field of special education, early intervention or/and in sensory integration programs
Introducing “Trauma” in the School Reality of the History Lesson: The Example of the Holocaust
Το Ολοκαύτωμα δεν έλαβε χώρα σε μια ημέρα. Ήταν μια κλιμακωμένη διαδικασία η οποία οδήγησε σε ένα από τα πιο φριχτά εγκλήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Η εντατική μελέτη του Ολοκαυτώματος, που ξεκίνησε στα τέλη του 20ου αιώνα, έδωσε το έναυσμα για μελέτη και άλλων περιπτώσεων «τραυματικής μνήμης» και ιστορικές πτυχές που συνήθως παραλείπονται. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η «εισαγωγή» της ιστορίας στην δημόσια σφαίρα των ΜΜΕ οδήγησε σε «έκρηξη μνήμης». Όσον αφορά την διδασκαλία «τραυματικών γεγονότων» προσεγγίζεται επιφανειακά και σε πολλές περιπτώσεις αντιφατικά με τους τεθειμένους διδακτικούς στόχους. Επομένως είναι απαραίτητη η αναδιάρθρωση της υπάρχουσας κατάστασης. Το άρθρο αυτό αποσκοπεί στη μελέτη της ένταξης του Ολοκαυτώματος στη σχολική πραγματικότητα, αναλύοντας τα ιστορικά γεγονότα και τους ορισμούς γύρω από αυτό, καθώς και τις έννοιες «μνήμη» και τραύμα» στην ιστορική εκπαίδευση.The Holocaust didn’t happen in a day. It was an escalating process which led to one of the most horrific crimes in human history. The intensive study of the Holocaust which began at the end of the 20th century gave rise to the study of other cases of “traumatic memory” and historical aspects that are usually neglected. The development of technology and the introduction of history into the public sphere of the media has led to a “memory explosion”. Regarding the teaching of “traumatic events” it is approached superficially and, in many cases, contradicts the set teaching goals. Therefore, it is necessary to restructure the existing situation. This article aims to study the inclusion of the Holocaust in school reality analyzing the historical events and definitions around if as well as the concepts of “memory” and “trauma” in History Education. 
Sport, the democratic imaginary, fan violence and self management: the perspective of Alain Ehrenberg
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Alain Ehrenberg ανέπτυξε μια κοινωνιολογία του νεοατομικισμού, με σκοπό να μελετήσει τους μετασχηματισμούς με τους οποίους βρέθηκε αντιμέτωπη η γαλλική κοινωνία. Σημαντικό τμήμα του πρώιμου έργου του αφιερώθηκε στη μελέτη του αθλητισμού. Βασιζόμενος στην προαναφερόμενη θεωρητική οπτική, ο Ehrenberg προσεγγίζει τρεις πτυχές του αθλητικού φαινομένου: α. τον φαντασιακό πυρήνα της πρακτικής, βασιζόμενος σε πολιτικό-κοινωνικούς όρους, β. την ερμηνεία της οπαδικής βίας υπό το πρίσμα της κοινωνικής χρήσης των επεισοδίων, και γ. την αθλητικοποίηση της περιπέτειας με όρους διακυβέρνησης του εαυτού.Since the late 1980s, Alain Ehrenberg has developed a sociology of neo-individualism in order to study the transformations facing French society. A significant part of his early work is devoted to the study of sport. Based on the above theoretical perspective, Ehrenberg approaches three main aspects: first, the imaginary core of the practice based on social and political terms; second, the interpretation of hooligansim in the light of the social use of fan violent behaviour and third, the sportification of the adventure in terms of self-governance
Mala Conscientia in Seneca’s Epistula 97: A Dialogue with Cicero and Epicurus
Στο corpus του Σενέκα υπάρχουν αρκετές αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η «συνείδηση» (conscientia) εγείρει πάθη που συνδέονται με μια «εσωτερική» αξιολόγηση των σκέψεων και των πράξεών μας. Το άρθρο προσφέρει μια ανάγνωση της Επιστολής 97 του Σενέκα, που αποτελεί την εκτενέστερη μαρτυρία στο έργο του σχετικά με το φαινόμενο της «ένοχης συνείδησης». Υποστηρίζεται πως ο Σενέκας έχει επηρεαστεί στη διατύπωση των σκέψεών του περί της mala conscientia από τον Κικέρωνα και, κυρίως, από το έργο του Περί Νόμων (De Legibus). Η επιρροή εντοπίζεται όχι μόνο στην κοινή τους αναφορά στην περίπτωση του Κλωδίου αλλά και στη φιλοσοφική εξήγηση του φαινομένου της «ένοχης συνείδησης». Τόσο ο Κικέρωνας όσο και ο Σενέκας, στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής αντιπαράθεσης με επικούρειες απόψεις, υποστηρίζουν την άποψη πως η «ένοχη συνείδηση» εδράζεται πρωτίστως σε μια «φυσική» και εγγενή πηγή ηθικής γνώσης και όχι στην επίγνωση των συνεπειών των πράξεών μας. Τέλος, αναδεικνύεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Σενέκα για τον τρόπο με τον οποίο η επικούρεια σκέψη ανέδειξε τις ψυχολογικές εκδηλώσεις της «ένοχης συνείδησης».Στο corpus του Σενέκα υπάρχουν αρκετές αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η «συνείδηση» (conscientia) εγείρει πάθη που συνδέονται με μια «εσωτερική» αξιολόγηση των σκέψεων και των πράξεών μας. Το άρθρο προσφέρει μια ανάγνωση της Επιστολής 97 του Σενέκα, που αποτελεί την εκτενέστερη μαρτυρία στο έργο του σχετικά με το φαινόμενο της «ένοχης συνείδησης». Υποστηρίζεται πως ο Σενέκας έχει επηρεαστεί στη διατύπωση των σκέψεών του περί της mala conscientia από τον Κικέρωνα και, κυρίως, από το έργο του Περί Νόμων (De Legibus). Η επιρροή εντοπίζεται όχι μόνο στην κοινή τους αναφορά στην περίπτωση του Κλωδίου αλλά και στη φιλοσοφική εξήγηση του φαινομένου της «ένοχης συνείδησης». Τόσο ο Κικέρωνας όσο και ο Σενέκας, στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής αντιπαράθεσης με επικούρειες απόψεις, υποστηρίζουν την άποψη πως η «ένοχη συνείδηση» εδράζεται πρωτίστως σε μια «φυσική» και εγγενή πηγή ηθικής γνώσης και όχι στην επίγνωση των συνεπειών των πράξεών μας. Τέλος, αναδεικνύεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Σενέκα για τον τρόπο με τον οποίο η επικούρεια σκέψη ανέδειξε τις ψυχολογικές εκδηλώσεις της «ένοχης συνείδησης»
Kant on our duties regarding animals
Kant claims that we do not have duties ‘towards’ animals; what we have are, at best, indirect duties ‘regarding’ animals, which are nonetheless duties towards ourselves. This view is rather unpopular both amongst animal ethicists and in the Kantian literature, and there are many attempts to reconstruct the Kantian argument in a way that it can be shown to accommodate direct duties towards animals. However, it is my view that this cannot be done without violating basic principles of Kant’s moral theory. Thus, far from agreeing with these attempts, in my paper, firstly, I explain Kant’s ‘indirect duty’ approach and, secondly, I support it (my aim being purely exegetical as concerns Kant’s ethical views) in the light of what Kant calls “amphiboly in moral concepts of reflection” in the famous “Episodic Section” of the Doctrine of Virtue. Of particular importance in my reading is pointing out some degree of relevance between this concept of amphiboly in the Metaphysics of Morals and the concept of analogy, which Kant uses in his Lectures on Ethics as the basis for supporting his indirect duty approach. I argue that, although at first sight ‘analogy’ seems to be something positive, as it reveals resemblances with moral importance between humans and animals, a more careful examination shows it to be something negative that lies on the basis of amphiboly. At the same time, I point to a possible contradiction between Kant’s indirect duty approach regarding animals and his non-revisionist views on our ordinary moral thinking, and I interpret his solution as resulting from his commitment to critical thinking.Kant claims that we do not have duties ‘towards’ animals; what we have are, at best, indirect duties ‘regarding’ animals, which are nonetheless duties towards ourselves. This view is rather unpopular both amongst animal ethicists and in the Kantian literature, and there are many attempts to reconstruct the Kantian argument in a way that it can be shown to accommodate direct duties towards animals. However, it is my view that this cannot be done without violating basic principles of Kant’s moral theory. Thus, far from agreeing with these attempts, in my paper, firstly, I explain Kant’s ‘indirect duty’ approach and, secondly, I support it (my aim being purely exegetical as concerns Kant’s ethical views) in the light of what Kant calls “amphiboly in moral concepts of reflection” in the famous “Episodic Section” of the Doctrine of Virtue. Of particular importance in my reading is pointing out some degree of relevance between this concept of amphiboly in the Metaphysics of Morals and the concept of analogy, which Kant uses in his Lectures on Ethics as the basis for supporting his indirect duty approach. I argue that, although at first sight ‘analogy’ seems to be something positive, as it reveals resemblances with moral importance between humans and animals, a more careful examination shows it to be something negative that lies on the basis of amphiboly. At the same time, I point to a possible contradiction between Kant’s indirect duty approach regarding animals and his non-revisionist views on our ordinary moral thinking, and I interpret his solution as resulting from his commitment to critical thinking
“If you do not make noise, you\u27re no good...’’ Gender and coaching leadership in women\u27s amateur basketball in Greece
Η περιορισμένη κοινωνιολογική και ανθρωπολογική έρευνα για τα έμφυλα υποκείμενα στον αθλητισμό στην Ελλάδα έδωσε το ερέθισμα για τη διερεύνηση της έμφυλης διάστασης στην προπονητική της καλαθοσφαίρισης. Το άρθρο διερευνά τη συγκρότηση των έμφυλων ταυτοτήτων της ηγεσίας μιας ομάδας (της προπονήτριας/του προπονητή) μέσα από τις επιτελέσεις, λεκτικές και σωματικές ενέργειές τους, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Το παιχνίδι προσεγγίζεται ως κοινωνικό δρώμενο, ενώ για τη μελέτη της συγκρότησης των έμφυλων ταυτοτήτων η έρευνα βασίζεται στη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου. Η μελέτη βασίστηκε σε έρευνα με ημι-δομημένες συνεντεύξεις με αθλήτριες, αθλητές, προπονητές και προπονήτριες καλαθοσφαίρισης, διοικητικούς και αθλητικούς παράγοντες, διαιτητές/διαιτήτριες, δημοσιογράφους και θεατές και η ερμηνεία των δεδομένων έγινε με τη μέθοδο της ανάλυσης λόγου. Οι συμμετέχοντες/-ουσες έφεραν στο προσκήνιο την αναπαραγωγή του κυριάρχου ανδρικού λόγου των γηπέδων από τις προπονήτριες, υπογραμμίζοντας ότι συνοδεύεται από την ένταση στο παιχνίδι, η οποία παρουσιάζεται ως εγγενές χαρακτηριστικό της δράσης μέσα στα γήπεδα, «αν δεν κάνεις θόρυβο δεν είσαι καλός προπονητής». Ταυτόχρονα, πολλαπλοί ανδρισμοί και θηλυκότητες αναδύονται μέσα στις επιτελέσεις της προπονητικής και αναδεικνύεται η ρευστότητά και η πολλαπλότητά των έμφυλων ταυτοτήτων.The limited sociological and anthropological research on the gender subjects in sports in Greece gave the impetus for the exploration of the gender dimension in basketball coaching. The article examines the formation of gender identities within the team leadership (either male or female coaches) through their performances, verbal and body actions, during the game. The game is approached as a social event. Furthermore, regarding the issue of the constitution of gender identities, the study is based on theory of gender performativity. The study was based on research with semi-structured interviews with female and male athletes, coaches, referees, administrative and sports agents, journalists, spectators and the interpretation of the data have been done by the method of discourse analysis. Participants revealed the reproduction of the dominant male discourse by the female coaches. Moreover, they underlined that this discourse is accompanied by the intensity in the game which is presented as an inherent characteristic of the action in courts («if you don’t make noise then you are not a good coach»). Simultaneously multiple masculinities and femininities emerge through the coaching performances and have revealed the fluidity and the multiplicity of their agency