University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
    1777 research outputs found

    ANNUAL REPORT OF THE DEAN OF THE SCHOOL: Academic Years 2013–2014 & 2014–2015

    No full text
    ---

    WILLIAM STANLEY MOSS PRIZE: FIRST AWARD CEREMONY

    Get PDF
    H ΠΡΩΤΗ τελετή απονομής του Βραβείου William Stanley Moss έγινε στις 21 Ιουλίου 2015 στα Διδακτήρια της Φιλοσοφικής Σχολής (Αμφιθέατρο Γʹ). Η τελετή άρχισε με καλωσόρισμα των δωρητών Gabriella και Hugh Bullock, βραβευθέντων φοιτητών και λοιπών παρισταμένων από τον πρύτανη του Πανεπιστημίου καθηγητή Ευριπίδη Στεφάνου. Στη συνέχεια η κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής Λουκία Αθανασάκη παρουσίασε τον William Stanley Moss και το ομώνυμο βραβείο. Ακολούθησε προσφώνηση από την Gabriella Bullock, απονομή των βραβείων στις φοιτήτριες Εμμανουέλα Τζαγάκη και Ευαγγελία Δημητρακάκη από την πρόεδρο του Τμήματος Φιλολογίας Αγγέλα Καστρινάκη και στον φοιτητή Ιωσήφ Ψαρουδάκη από την πρόεδρο του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αντωνία Κιουσοπούλου.Ακολούθησαν αντιφωνήσεις από τους βραβευθέντες.H ΠΡΩΤΗ τελετή απονομής του Βραβείου William Stanley Mossέγινε στις 21 Ιουλίου 2015 στα Διδακτήρια της ΦιλοσοφικήςΣχολής (Αμφιθέατρο Γʹ). Η τελετή άρχισε με καλωσόρισμα των δωρη-τών Gabriella και Hugh Bullock, βραβευθέντων φοιτητών και λοιπώνπαρισταμένων από τον πρύτανη του Πανεπιστημίου καθηγητή Ευρι-πίδη Στεφάνου. Στη συνέχεια η κοσμήτορας της Φιλοσοφικής ΣχολήςΛουκία Αθανασάκη παρουσίασε τον William Stanley Moss και το ομώ-νυμο βραβείο. Ακολούθησε προσφώνηση από την Gabriella Bullock,απονομή των βραβείων στις φοιτήτριες Εμμανουέλα Τζαγάκη και Ευ-αγγελία Δημητρακάκη από την πρόεδρο του Τμήματος Φιλολογίας Αγ-γέλα Καστρινάκη και στον φοιτητή Ιωσήφ Ψαρουδάκη από την πρόε-δρο του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αντωνία Κιουσοπούλου.Ακολούθησαν αντιφωνήσεις από τους βραβευθέντες

    ANNUAL REPORT OF THE DEPARTMENT OF PHILOLOGY: Academic Years 2013–2014 & 2014–2015

    No full text
    ---

    Hubert Dreyfus on “robust” realism in Heidegger, or Heidegger against Davidson

    No full text
    TWO ARE the major hermeneutic orientations, both ontological and cognitive, regarding Heidegger’s Being and Time. The first conceives of its First Division as the manifestation of an idealism – e.g. of a “temporal idealism” in William Blattner’s terms –, whereas the second one focuses on the unique features of its meta-metaphysical realism. Hubert Dreyfus’ main thesis stresses the irreductibility of practical understanding to cognitive elements in the early Heidegger; in this respect, he follows the positions of Quine, Davidson and Rorty as to the nature of convictions and beliefs. Nevertheless, according to Dreyfus, the early Heidegger, in close proximity to Merleau-Ponty and the late Wittgenstein, adopts the position that practical understanding, while involving beliefs and convictions, can only be conferred meaning against a background of common practices. In Being and Time’s hermeneutic realism Dreyfus traces down the basic assumption that micro-practices cannot be objectified in the form of beliefs, convictions, or norms. For Dreyfus, Heidegger’s “robust” realism is not reducible to any form of metaphysical realism, pragmatism or physicalism. In his more recent readings of Being and Time Dreyfus opposes Heidegger’s “robust” realism to Davidson’s “deflationary” realism criticising the interpretations of Being and Time by interpreters inspired by Davidson, such as Joseph Rouse and Jeff Malpas.TWO ARE the major hermeneutic orientations, both ontological and cognitive, regarding Heidegger’s Being and Time. The first conceives of its First Division as the manifestation of an idealism – e.g. of a “temporal idealism” in William Blattner’s terms –, whereas the second one focuses on the unique features of its meta-metaphysical realism. Hubert Dreyfus’ main thesis stresses the irreductibility of practical understanding to cognitive elements in the early Heidegger; in this respect, he follows the positions of Quine, Davidson and Rorty as to the nature of convictions and beliefs. Nevertheless, according to Dreyfus, the early Heidegger, in close proximity to Merleau-Ponty and the late Wittgenstein, adopts the position that practical understanding, while involving beliefs and convictions, can only be conferred meaning against a background of common practices. In Being and Time’s hermeneutic realism Dreyfus traces down the basic assumption that micro-practices cannot be objectified in the form of beliefs, convictions, or norms. For Dreyfus, Heidegger’s “robust” realism is not reducible to any form of metaphysical realism, pragmatism or physicalism. In his more recent readings of Being and Time Dreyfus opposes Heidegger’s “robust” realism to Davidson’s “deflationary” realism criticising the interpretations of Being and Time by interpreters inspired by Davidson, such as Joseph Rouse and Jeff Malpas

    La parole fait le mur

    Get PDF
    Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ των πανεπιστημιακών κτηρίων συνιστά πράξη παραβίασης που ανατρέπει τη συνήθη τάξη. Μια τέτοια ανατροπή απαιτεί αιτιολόγηση: αυτόν τον στόχο υπηρετούν τα γκράφιτι, τα συνθήματα και τα γραπτά όλων των τύπων, με τα οποία καλύπτουν τους τοίχους οι καταληψίες.Το υπό κατάληψη πανεπιστήμιο δεν είναι ένας χώρος ειρηνικός στον οποίο γίνεται γιορτή, όσο και αν η παραβίαση προκαλεί μια συναισθηματική φόρτιση που εκτονώνεται συχνά με περισσότερες μορφές ξεφαντώματος. Είναι κυρίως ένας τόπος στον οποίο είναι έντονοι οι αγώνες για να επιβάλει κανείς την κυριαρχία του και να την κάνει γνωστή στους άλλους φοιτητές, στους διδάσκοντες, στους διαχειριστές του πανεπιστημίου, στους δημοσιογράφους, που δεν μπορούν να λείπουν από παρόμοια γεγονότα.Ένα πανεπιστήμιο υπό κατάληψη γίνεται δηλαδή ένας χώρος όπου φοιτητές και φοιτήτριες μπορούν να ακουστούν αφήνοντας ένα ίχνος – το γκράφιτι, το γραμμένο σύνθημα στις ποικίλες μορφές του – αλλά και ένας χώρος αγώνα για να επιβάλει ο καθένας το όραμά του για τον κόσμο και να επιβληθεί ο ίδιος ως εκπρόσωπος αυτού του οράματος.Οι αναπαραστάσεις που έχει καθένας για τον εαυτό του, για τους άλλους και για την οργάνωση του κοινωνικού κόσμου εκφράζονται εδώ μέσα από τα γραφικά. Η παραγωγή των συνθημάτων και των άλλων γραπτών στους τοίχους μπορεί να θεωρηθεί μια υπέρθεση και διασταύρωση περισσότερων τύπων εγγραφών, έργων πολύ διαφοροποιημένων ομάδων φοιτητών, που η καθεμία προσπαθεί να επιβάλει τη δική της πρόσληψη του κόσμου. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, πρόκειται για διατομές/διασταυρώσεις και αντιθέσεις διαφοροποιημένων «γλωσσικών αγορών», όπως τις έχει ορίσει ο Pierre Bourdieu, όπου κάθε ομάδα προσπαθεί να γνωστοποιήσει τον τρόπο της να μιλά για τον κοινωνικό κόσμο.Πιο συγκεκριμένα, τρεις είναι οι ομάδες, δηλαδή οι αγορές που διατέμνονται: η «ακτιβιστική αγορά», η «πανεπιστημιακή αγορά», η «κοσμική αγορά» («marché profane»). Οι τρεις αυτές αγορές αντιπαρατίθενται, συγκρούονται, για να μονοπωλήσουν τους πλέον ορατούς κοινόχρηστους χώρους… με διαφορετικούς εξάλλου τρόπους ανάλογα με τις κοινωνικές συνάφειες. Με την έννοια αυτή, οι γραφικές παραγωγές του 2006 – για τον αγώνα ενάντια σε έναν ελάχιστο μισθό για τους νέους – δεν μοιάζουν σε τίποτε με εκείνες του 2009 – για τον αγώνα ενάντια στη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων. Στη συγκεκριμένη παραγωγή γραφικών οι συλλογικές εκφράσεις μικρών ομάδων καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο. Η προέλευση των γραπτών παραθέσεων στους τοίχους ανιχνεύεται συνήθως στην ιστορία της ποίησης και συχνά στα βαθιά ίχνη του σουρεαλισμού. Έτσι, η συλλογική μνήμη αναμειγνύεται με την ουτοπία. Στον αναβρασμό της κατάληψης, «το εφικτό», όπως έλεγε ο Baudelaire, «είναι ένας από τους τόπους του αληθινού».Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ των πανεπιστημιακών κτηρίων συνιστά πράξη παραβίασης που ανατρέπει τη συνήθη τάξη. Μια τέτοια ανατροπή απαιτεί αιτιολόγηση: αυτόν τον στόχο υπηρετούν τα γκράφιτι, τα συνθήματα και τα γραπτά όλων των τύπων, με τα οποία καλύπτουν τους τοίχους οι καταληψίες.Το υπό κατάληψη πανεπιστήμιο δεν είναι ένας χώρος ειρηνικός στον οποίο γίνεται γιορτή, όσο και αν η παραβίαση προκαλεί μια συναισθηματική φόρτιση που εκτονώνεται συχνά με περισσότερες μορφές ξεφαντώματος. Είναι κυρίως ένας τόπος στον οποίο είναι έντονοι οι αγώνες για να επιβάλει κανείς την κυριαρχία του και να την κάνει γνωστή στους άλλους φοιτητές, στους διδάσκοντες, στους διαχειριστές του πανεπιστημίου, στους δημοσιογράφους, που δεν μπορούν να λείπουν από παρόμοια γεγονότα.Ένα πανεπιστήμιο υπό κατάληψη γίνεται δηλαδή ένας χώρος όπου φοιτητές και φοιτήτριες μπορούν να ακουστούν αφήνοντας ένα ίχνος – το γκράφιτι, το γραμμένο σύνθημα στις ποικίλες μορφές του – αλλά και ένας χώρος αγώνα για να επιβάλει ο καθένας το όραμά του για τον κόσμο και να επιβληθεί ο ίδιος ως εκπρόσωπος αυτού του οράματος.Οι αναπαραστάσεις που έχει καθένας για τον εαυτό του, για τους άλλους και για την οργάνωση του κοινωνικού κόσμου εκφράζονται εδώ μέσα από τα γραφικά. Η παραγωγή των συνθημάτων και των άλλων γραπτών στους τοίχους μπορεί να θεωρηθεί μια υπέρθεση και διασταύρωση περισσότερων τύπων εγγραφών, έργων πολύ διαφοροποιημένων ομάδων φοιτητών, που η καθεμία προσπαθεί να επιβάλει τη δική της πρόσληψη του κόσμου. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, πρόκειται για διατομές/διασταυρώσεις και αντιθέσεις διαφοροποιημένων «γλωσσικών αγορών», όπως τις έχει ορίσει ο Pierre Bourdieu, όπου κάθε ομάδα προσπαθεί να γνωστοποιήσει τον τρόπο της να μιλά για τον κοινωνικό κόσμο.Πιο συγκεκριμένα, τρεις είναι οι ομάδες, δηλαδή οι αγορές που διατέμνονται: η «ακτιβιστική αγορά», η «πανεπιστημιακή αγορά», η «κοσμική αγορά» («marché profane»). Οι τρεις αυτές αγορές αντιπαρατίθενται, συγκρούονται, για να μονοπωλήσουν τους πλέον ορατούς κοινόχρηστους χώρους… με διαφορετικούς εξάλλου τρόπους ανάλογα με τις κοινωνικές συνάφειες. Με την έννοια αυτή, οι γραφικές παραγωγές του 2006 – για τον αγώνα ενάντια σε έναν ελάχιστο μισθό για τους νέους – δεν μοιάζουν σε τίποτε με εκείνες του 2009 – για τον αγώνα ενάντια στη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων. Στη συγκεκριμένη παραγωγή γραφικών οι συλλογικές εκφράσεις μικρών ομάδων καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο. Η προέλευση των γραπτών παραθέσεων στους τοίχους ανιχνεύεται συνήθως στην ιστορία της ποίησης και συχνά στα βαθιά ίχνη του σουρεαλισμού. Έτσι, η συλλογική μνήμη αναμειγνύεται με την ουτοπία. Στον αναβρασμό της κατάληψης, «το εφικτό», όπως έλεγε ο Baudelaire, «είναι ένας από τους τόπους του αληθινού»

    ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ

    Get PDF
    ---

    Άννα, ο Ταρζάν

    Get PDF
    ---

    The barbarian repertoire in Greek culture

    Get PDF
    Η ΜΕΛΕΤΗ της αλληλεπίδρασης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τους άλλους πολιτισμούς της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής έχει καθοριστεί από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Η πρώτη εστιάζει σε θέματα και σε μοτίβα που υιοθέτησαν οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες από άλλους πολιτισμούς· η δεύτερη επικεντρώνεται στο πώς η αρχαία ελληνική λογοτεχνία και η τέχνη κατασκευάζουν την έννοια των βαρβάρων ως αντίστιξη στους Έλληνες – και τη χρησιμοποιούν για να προσδιορίσουν πλευρές της ελληνικής ταυτότητας.Το παρόν άρθρο προσπαθεί να υπερβεί τον σχηματικό διαχωρισμό μεταξύ των δύο προσεγγίσεων εξετάζοντας το θέμα μέσα από ένα διαφορετικό ερώτημα: με ποιους τρόπους επιλέγει ένας πολιτισμός να στοχαστεί τη σχέση του με άλλους πολιτισμούς; Παρότι η διαπολιτισμική αλληλεπίδραση επηρεάζει κάθε πολιτισμό, ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτισμοί στοχάζονται και χρησιμοποιούν αυτή την αλληλεπίδραση διαφέρει ριζικά. Μερικοί, όπως οι Ετρούσκοι, οι Ρωμαίοι, οι Ασσύριοι, καθιστούν την αναφορά σε άλλους πολιτισμούς συστατικό στοιχείο των δικών τους πολιτισμικών πρακτικών, μέσω των μεταφράσεων, της διακειμενικότητας, και της χρήσης ξένων γλωσσών και εικονογραφικών και θρησκευτικών παραδόσεων. Άλλοι, όπως οι Αιγύπτιοι, στηρίζονται στην αυτοαναφορά, και έτσι η λογοτεχνία και η τέχνη τους περιορίζονται σε περιόδους, τεχνοτροπίες, κείμενα και μνημεία δικά τους, αποφεύγοντας τα ξένα.Στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η έρευνα συχνά εκκινεί από τη διαπίστωση ότι, στη σχέση του ελληνικού με άλλους πολιτισμούς, βασικές μορφές της διαπολιτισμικής επικοινωνίας, όπως οι μεταφράσεις, η διακειμενικότητα και η χρήση ξένων γλωσσών, είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Η εργασία αυτή επιχειρεί να στρέψει τη συζήτηση προς τρία άλλα σημαντικά πεδία, στα οποία η αναφορά σε άλλους πολιτισμούς έπαιξε θεμελιακό ρόλο στην εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι ξένοι πολιτισμοί: διαμόρφωσαν τη συζήτηση περί ταυτότητας και ηθικής στο πλαίσιό του· προσέφεραν πρακτικά και ουτοπικά μοντέλα για κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματά του· λειτούργησαν ως πηγή ξένης σοφίας, επηρεάζοντας τις φιλοσοφικές, επιστημονικές και θρησκευτικές αναζητήσεις του. Υποστηρίζεται ότι η απουσία των συνηθισμένων μορφών διαπολιτισμικής επικοινωνίας, σε συνδυασμό με τη σημασία των ξένων πολιτισμών στα τρία αυτά θεμελιακά πεδία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, συνιστά ένα ιδιόμορφο φαινόμενο που χρήζει περαιτέρω μελέτης.Η ΜΕΛΕΤΗ της αλληλεπίδρασης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τους άλλους πολιτισμούς της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής έχει καθοριστεί από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Η πρώτη εστιάζει σε θέματα και σε μοτίβα που υιοθέτησαν οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες από άλλους πολιτισμούς· η δεύτερη επικεντρώνεται στο πώς η αρχαία ελληνική λογοτεχνία και η τέχνη κατασκευάζουν την έννοια των βαρβάρων ως αντίστιξη στους Έλληνες – και τη χρησιμοποιούν για να προσδιορίσουν πλευρές της ελληνικής ταυτότητας.Το παρόν άρθρο προσπαθεί να υπερβεί τον σχηματικό διαχωρισμό μεταξύ των δύο προσεγγίσεων εξετάζοντας το θέμα μέσα από ένα διαφορετικό ερώτημα: με ποιους τρόπους επιλέγει ένας πολιτισμός να στοχαστεί τη σχέση του με άλλους πολιτισμούς; Παρότι η διαπολιτισμική αλληλεπίδραση επηρεάζει κάθε πολιτισμό, ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτισμοί στοχάζονται και χρησιμοποιούν αυτή την αλληλεπίδραση διαφέρει ριζικά. Μερικοί, όπως οι Ετρούσκοι, οι Ρωμαίοι, οι Ασσύριοι, καθιστούν την αναφορά σε άλλους πολιτισμούς συστατικό στοιχείο των δικών τους πολιτισμικών πρακτικών, μέσω των μεταφράσεων, της διακειμενικότητας, και της χρήσης ξένων γλωσσών και εικονογραφικών και θρησκευτικών παραδόσεων. Άλλοι, όπως οι Αιγύπτιοι, στηρίζονται στην αυτοαναφορά, και έτσι η λογοτεχνία και η τέχνη τους περιορίζονται σε περιόδους, τεχνοτροπίες, κείμενα και μνημεία δικά τους, αποφεύγοντας τα ξένα.Στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η έρευνα συχνά εκκινεί από τη διαπίστωση ότι, στη σχέση του ελληνικού με άλλους πολιτισμούς, βασικές μορφές της διαπολιτισμικής επικοινωνίας, όπως οι μεταφράσεις, η διακειμενικότητα και η χρήση ξένων γλωσσών, είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Η εργασία αυτή επιχειρεί να στρέψει τη συζήτηση προς τρία άλλα σημαντικά πεδία, στα οποία η αναφορά σε άλλους πολιτισμούς έπαιξε θεμελιακό ρόλο στην εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι ξένοι πολιτισμοί: διαμόρφωσαν τη συζήτηση περί ταυτότητας και ηθικής στο πλαίσιό του· προσέφεραν πρακτικά και ουτοπικά μοντέλα για κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματά του· λειτούργησαν ως πηγή ξένης σοφίας, επηρεάζοντας τις φιλοσοφικές, επιστημονικές και θρησκευτικές αναζητήσεις του. Υποστηρίζεται ότι η απουσία των συνηθισμένων μορφών διαπολιτισμικής επικοινωνίας, σε συνδυασμό με τη σημασία των ξένων πολιτισμών στα τρία αυτά θεμελιακά πεδία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, συνιστά ένα ιδιόμορφο φαινόμενο που χρήζει περαιτέρω μελέτης

    À la recherche de l’information objective dans les renseignements subjectifs. Voyageurs français en Grèce vers la moitié du XIX siècle (J.-A. Buchon, Edm. About et autres)

    No full text
    L’ARTICLE rassemble les informations sur la littérature grecque moderne qu’on peut tirer d’onze voyageurs français de 1840 à 1860 (Ed. About, J.-J. Ampère, J.-A. Buchon, Flaubert, Pr. Mérimée, Ant. Proust, etc., j’ajoute aussi Hans Christian Andersen) : livres, la presse, renseignements sur les auteurs ou sur la vie intellectuelle. Les informations sont peu nombreuses; les voyageurs européens ne s’intéressaient pas spécialement à la littérature grecque moderne, tandis qu’ils nous donnent quelques renseignements sur l’éducation (les écoles, les étudiants, etc.)Mais si on analyse ces informations et si on les compare avec les données bibliographiques en général, on peut considérer que le silence ou l’indiff érence expriment assez exactement la situation de l’époque : les Grecs ont écrit et ont traduit assez, mais ils ne lisaient pas beaucoup, tandis que c’était la presse qui attirait surtout l’intérêt du public.L’ARTICLE rassemble les informations sur la littérature grecque moderne qu’on peut tirer d’onze voyageurs français de 1840 à 1860 (Ed. About, J.-J. Ampère, J.-A. Buchon, Flaubert, Pr. Mérimée, Ant. Proust, etc., j’ajoute aussi Hans Christian Andersen) : livres, la presse, renseignements sur les auteurs ou sur la vie intellectuelle. Les informations sont peu nombreuses; les voyageurs européens ne s’intéressaient pas spécialement à la littérature grecque moderne, tandis qu’ils nous donnent quelques renseignements sur l’éducation (les écoles, les étudiants, etc.)Mais si on analyse ces informations et si on les compare avec les données bibliographiques en général, on peut considérer que le silence ou l’indiff érence expriment assez exactement la situation de l’époque : les Grecs ont écrit et ont traduit assez, mais ils ne lisaient pas beaucoup, tandis que c’était la presse qui attirait surtout l’intérêt du public

    782

    full texts

    1,777

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    University of Crete Library | e-Journals service
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇