University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
1777 research outputs found
Sort by
Individual Characteristics of Students in Relation to their School Performance
Στην παρούσα εργασία διερευνώνται συγκεκριμένα ατομικά χαρακτηριστικά των μαθητών των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού σχολείου (Ε’ και Στ’ τάξεις), τα οποία είναι δυνατό να συσχετίζονται με τη σχολική τους επίδοση. Επιπλέον, επιχειρείται η ταξινόμηση των μαθητών του δείγματος σε ομοιογενείς ομάδες, προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά τους χαρακτηριστικά και να γίνει περισσότερο κατανοητό το πώς η σχολική επίδοση είναι δυνατό να σχετίζεται με ατομικά χαρακτηριστικά των μαθητών τα οποία αναφέρονται στην ποιότητα και τον τρόπο ζωής τους. Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά της οικογένειας, τα ψυχομετρικά χαρακτηριστικά των μαθητών και άλλες μεταβλητές που αναφέρονται στον τρόπο και την ποιότητα ζωής των μαθητών του δείγματος αποτελούν παράγοντες που σχετίζονται με τη σχολική τους επίδοση.In the present study, specific individual characteristics of pupils in primary schools (age 10-12) are investigated, which may be correlated with their school performance. In addition, it is attempted the classification of the pupils into homogeneous groups in order to highlight their common characteristics and to make more understandable how school performance can be related to individual characteristics of pupils. Based on the results of the survey, the socio-economic characteristics of the family, the psychometric characteristics of the students and other variables related to the way and the quality of life of the pupils in the sample are factors that are related to their school performance
Design-based Research as a Tool for Educational Emancipation
Η έρευνα που βασίζεται σε σχεδιασμό αποτελεί μια μέθοδο που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει πρακτικά προβλήματα διδακτικής φύσης, μέσα από μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία σχεδιασμού, εφαρμογής και αξιολόγησης. Πραγματοποιείται σε τρεις διαδοχικές φάσεις (σχεδιασμός και αρχική παρέμβαση, ανάλυση προβλήματος, σχεδιασμός λύσης) οι οποίες επαναλαμβάνονται έως ότου να παραχθεί η προσφορότερη εφαρμογή της εκπαιδευτικής ‘λύσης’ στο πρόβλημα που επιδιώκει να αντιμετωπίσει και κατασκευαστεί θεωρία η οποία θα προκύπτει μέσα από πραγματικά δεδομένα και στοιχεία μέσα από το πεδίο, δηλαδή τη σχολική τάξη. Περιλαμβάνει στον ερευνητικό σχεδιασμό τους άμεσα εμπλεκόμενους, δηλαδή τους μαθητές, και στοχεύει στην αλλαγή, επομένως σε πολλά σημεία είναι όμοια με την έρευνα δράσης. Μαθαίνοντας τη μέθοδο αυτή από το προπτυχιακό ακόμη επίπεδο, οι μέλλοντες εκπαιδευτικοί θα είναι σε θέση να λύνουν θέματα που άπτονται της πρακτικής τους με επιστημονικό τρόπο, ενώ τα αποτελέσματα αυτά θα μπορούν να γνωστοποιούνται ευρύτερα, αφού στόχος της μεθόδου είναι τελικά η παραγωγή θεωρίας.Design-based research is a purely practical method, whose purpose is to deal with practical problems of teaching through a repeated process of design, implementation and assessment. It is realized in three consecutive phases (design and initial intervention, problem analysis and design of solution) which are repeated until the best didactic solution to the problem is produced and until a theory is constructed, which will emerge from real data and evidence from the field, i.e. the classroom. It includes the interested parties, namely the students, in the research design, and aims at promoting change, therefore is similar to action research. By learning to use this method from the undergraduate level, future teachers will be able to solve issues related to their practice in a scientific way, and the outcomes of their research can be disseminated, since the purpose of this research is theory production
Attitudes And Concerns of Primary School Principals Regarding Inclusive Education
Διερευνήθηκαν οι στάσεις και οι ανησυχίες 151 Διευθυντών σχολείων της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, σχετικά με την συμπερίληψη μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (εεα) στα γενικά σχολεία. Βρέθηκε ότι οι στάσεις των Διευθυντών είναι συνολικά ελαφρώς θετικές (Μ.Ο.=3.48 σε κλίμακα 1-5) αλλά αρνητικές σε ό,τι αφορά τον παράγοντα της επάρκειας ειδικού προσωπικού και γνώσης. Τα συνολικά επίπεδα ανησυχίας των Διευθυντών για την συμπερίληψη βρέθηκαν μέτρια (Μ.Ο.=2,20 σε κλίμακα 1-4). Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορούσε τη χρηματοδότηση, την επαρκή στελέχωση, τη διοικητική υποστήριξη και την εφαρμογή της συμπερίληψης στην τάξη. Η διδακτική και διοικητική προϋπηρεσία και το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών με εεα στα σχολεία επηρέαζαν θετικά τις στάσεις και αρνητικά τον βαθμό ανησυχίας. Οι στάσεις βρέθηκε πως διαφοροποιούνται ανάλογα με το μέγεθος του σχολείου και η ανησυχία ανάλογα με το φύλο των ερωτώμενων και τον τύπο του σχολείου. Ο βαθμός ανησυχίας αποτελεί προβλεπτικό παράγοντα για τις στάσεις των Διευθυντών. Τέλος οι συμμετέχοντες ανέδειξαν την επαρκή στελέχωση των σχολείων με εξειδικευμένο προσωπικό και την επιμόρφωση σε θέματα συμπερίληψης ως τα βασικά προαπαιτούμενα.The present study examined attitudes and concerns of primary school principals regarding the inclusion of Special Educational Needs (SEN) pupils into mainstream classes. Participants were 151 head teachers from Northern Greece. Results indicated overall slightly positive attitudes (M=3.48 in a scale 1-5) towards inclusion but rather negative when connected to the adequacy of trained personnel and specific knowledge. Principals also reported a medium level of concern (M=2.2 in a scale 1-4) mainly about issues related to funding, adequacy of trained personnel, administrative support and implementation issues. Further analysis revealed a strong positive correlation of attitudes and a negative correlation of concern to years of teaching and administrative experience as well as to the percentage of SEN pupils attending the mainstream school. In addition, attitudes were found to significantly correlate to school size and concern to differentiate across gender and type of school. The scores in the CIES scale and in two of its subscales significantly predicted attitude scores. According to participants ensuring adequacy of supporting personnel alongside proper training for principals and mainstream educators on SEN topics are the main prerequisites for inclusion to succeed
Τhe Chronotops of Certain Characters in Captain Michalis
Η παρούσα εργασία επιχειρεί μια ερμηνευτική προσέγγιση του μυθιστορήματος του Ν. Καζαντζάκη “Καπετάν Μιχάλης” μέσα από την εφαρμογή της θεωρίας του χρονότοπου του Μιχαήλ Μπαχτίν. Η θεωρία αυτή συνίσταται από ένα ειδικό τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνική πρακτική διαμορφώνει την αντίληψη της δυναμικής του χρόνου στο χώρο, έχοντας ως βάση τις συνακόλουθες θέσεις του αφηγητή και του αναγνώστη. Βασίζεται επίσης στην αρχή της αδιαιρετότητας του χρόνου και του χώρου, και στην πεποίθηση ότι η εικόνα του ανθρώπου είναι πάντα βαθιά χρονοτοπική. Η εφαρμογή της θεωρίας ενδείκνυται σε πολυφωνικά μυθιστορήματα στα οποία πραγματώνεται ένας ιστορικός διάλογος παρελθόντος παρόντος. Η αναπαράσταση του χώρου και του χρόνου, στοιχεία της μορφής και του περιεχομένου στο μικρόκοσμο του κειμένου, αποτελούν βιώματα του ιστορικού ανθρώπου, του λόγου του των πολιτισμικών του αξιών. Ο χρόνος διαβάζεται στο χώρο έτσι η ιδεολογική ποιότητα των γεγονότων και των προσώπων είναι προϊόν της αλληλεπίδρασης του χωροχρόνου στον οποίο διαδραματίζονται. Στον “Καπετάν Μιχάλη” μέσα από την ηθογραφική μυθοπλασία αναπαριστώνται και εξυμνούνται αξίες και ηρωικές πράξεις κατά την κρητική επανάσταση του 1889. Ο ετεροδιηγητικός παντογνώστης αφηγητής πετυχαίνει μια ελεύθερη διαλογική σχέση ανάμεσα στον αναπαριστώμενο και αναπαριστώντα κόσμο. Οι χρονότοποι των μυθιστορηματικών ηρώων παίζουν καθοριστικό ρόλο στην απόδοση του ιδεολογικού υπόβαθρου του έργου. Χωρίζονται σε δύο αντιθετικούς άξονες, από τους οποίου o ένας διατρέχει τη χωροχρονική κατηγορία του ελληνικού στοιχείου, και ο άλλος του τουρκικού. Πρόκειται για μια αντιπαράθεση δύο διαφορετικών πολιτισμικών προτύπων με πρόσημο θετικό και αρνητικό αντίστοιχα, ηθικό και ανήθικο. Κύριοι εκφραστές τους είναι οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες του Καπετάν Μιχάλη και του Νουρή μπέη. Ο πρώτος είναι γεννημένος στην Κρήτη στα μέσα του 19ο αιώνα ζει την ευτελιστική και βασανιστική κατοχή του νησιού από τους Τούρκους. Είναι κληρονόμος του διαχρονικού αγώνα των προγόνων του για ελευθερία και δικαιοσύνη. Τα ιστορικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την σημερινή συνθήκη είναι συμπυκνωμένα στην παροντική στιγμή και καθορίζουν τη συμπεριφορά του στο “τώρα”. Γι αυτό αντιμετωπίζει με σεβασμό, περηφάνια, ηρωισμό και αυταπάρνηση τις κρίσιμες στιγμές της επανάστασης. Οι επιμέρους χρονότοποι του καθορίζουν την εκάστοτε συμπεριφορά του. Ο δεύτερος, ο Νουρή μπέης ενσαρκώνει το δεύτερο πόλο της αντίθεσης είναι ο αφέντης των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων. Οι μικρότεροι χρονότοποι από τους οποίους περνά του υπαγορεύουν τις αντίστοιχες δικές του εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις. Ανάλογα δρουν καταλυτικά τα αξιακά συστήματα των άλλων ηρώων όπως της Εμινέ, του Πολυξίγκη, του Τίτυρου τα οποία είναι προσδιορισμένα χρονοτοπικά. Οι χρονότοποι είναι ζωντανοί εξελισσόμενοι και οδηγούν τους ήρωες στην εσωτερική τους ωρίμανση. Συμπερασματικά φαίνεται ότι ο κρητικός πολιτισμός οφείλει την ορισμένη ποιότητά του στην οργανική σχέση του με τον τόπο, και στον ιστορικό χρόνο καθώς το παρελθόν ζει στο παρόν ως ζώσα πραγματικότητα σε μια διαχρονία.The present essay attempts an interpretative approach of N.Kazantzakis novel “C.Michalis” through the application of the theory of chronotop as it was concepted and expressed artistically in literature by M.Bachtin. This theory is consisted by a special way with wich the literary action forms the conception of the time dynamics in space having as a base the predefined narrator’s and reader’s views. It is also based on the principal of the inceparability of time and space and the belief that the image of man is always intrinsically chronotopic. The enforcement of the theoretical category of the time is suitable on a multivocal novel in which a historical dialogue is made between the past and the present. The representation of time and space, elements of the form and the meaning of the novel, are living cultural spots of experience of the historical human subject and his values. Time is read and recognized in space so that the quality of the facts and characters are a product of the time and space interaction in which they act. In “C. Michalis” through the moral fiction narrative historical and heroic facts are revived and praised, which took place in the Cretan revolution in 1889. The narrator achieves a free dialogue between the represented world and the one that undertakes the representation. The chronotops of the characters play a pivotal role in the production of the ideological background of the novel. They are devided in two opposite axises from which the one refers to the chronological category of the greek cultural type and the other to the one of the Turkish. It is a contraction between a moral and immoral world. The main corespondents of them are the protagonistic characters of C. Michalis and Nourys. The first is born in Crete in 19th century and lives the humiliating and crueling occupation of the island by the Turkish. He is an heir of his ancestors permanent race for freedom. The historical facts that shaped the present conditions are condensed in the present moments and lead his attitude. Therefore he faces the crucial moments with respect, pride and heroism. The smaller chronotops define his reactions at the places he moves each time. The second main person, Nourys stands on the other pole of the contraction being the boss of the enemy. The smaller chronotops from which he passes along the narrative consequence dictate him his own reactions. Simmilarly, the chronotops of the other characters such as Emine and Polyxigis reveal their particular worldviews and ideologies and they lead them to an interior maturity. In conclusion it is obvious that the Cretan civilization is strongly connected with the historical time and space as the past lives in present as alive reality without any gap
An Exploratory Study of Factors Affecting the Perceived Quality of Digital Multimodal Messages
Η εργασία αυτή εστιάζεται στην ανάλυση ψηφιακών βίντεο που δημιούργησαν προπτυχιακοί φοιτητές μετά την παρακολούθηση σχετικού μαθήματος. Ο σκοπός της μελέτης που εκπονήθηκε ήταν διττός. Πρώτον, επιχειρήθηκε μια αξιολόγηση της ποιότητας των ψηφιακών πολυτροπικών μηνυμάτων με τη χρήση τεσσάρων ψυχομετρικών κλιμάκων από τα πεδία της επικοινωνίας, της ψυχαγωγίας και της διαφήμισης. Δεύτερο, εξετάστηκε ο βαθμός στον οποίο η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων που δημιουργήθηκαν ήταν συνάρτηση χαρακτηριστικών τους όπως το είδος και το πλήθος των σημειωτικών πόρων που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία τους. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης έδειξαν ότι η ποιότητα των μηνυμάτων κυμάνθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα σε κάθε μία από τις χρησιμοποιούμενες κλίμακες αξιολόγησης τους. Παράλληλα, διαπιστώθηκε πως η προσλαμβανόμενη ποιότητα των μηνυμάτων αυτών ήταν συνάρτηση του αριθμού των χρησιμοποιούμενων εφέ και της ύπαρξης τίτλων αρχής και τέλους καθώς και της ρητής συμπερίληψης του σκοπού του βίντεο στους τίτλους τέλους.The present study examines the digital videos created by a cohort of undergraduate students who attended a course on digital media. The first objective of the paper is to evaluate the quality of the digital multimodal messages the students created using valid and reliable psychometric scales from the fields of communication, entertainment, and advertising. The second objective of the paper is to determine the extent to which the quality of the multimodal messages created is a function of the physical properties of these messages, such as the type and the number of the resources used. The findings indicated that, using these scales as a criterion, the overall quality of the messages was good. Moreover, the duration of the videos and the total number of resources used did not influence the quality of the messages. However, the video projects that had a large number of effects applied and involved more titles were found to be of higher quality
Wearable Technologies: A Passing Trend or Added Value for Education?
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της υπάρχουσας ερευνητικής δραστηριότητας των φορετών τεχνολογιών στην εκπαίδευση, η ανάδειξη των ερευνητικών κενών και η διαμόρφωση προτάσεων για μελλοντικές έρευνες. Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης της βιβλιογραφίας, αν και είναι ενθαρρυντικά ως προς τη χρήση των φορετών τεχνολογιών ωστόσο δεν επαρκούν ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την επίδρασή τους στη μάθηση. Η πλειοψηφία των ερευνών που αναφέρονται τόσο στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη εφαρμογών όσο και στην επίδραση στερούνται παιδαγωγικού πλαισίου αλλά και από μεθοδολογικής απόψεως έχουν αρκετούς περιορισμούς. Οι μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις χρειάζεται μεταξύ άλλων να εστιάσουν σε θέματα που έχουν σχέση με το παιδαγωγικό πλαίσιο χρήσης των φορετών τεχνολογιών σε τυπικά και άτυπα περιβάλλοντα μάθησης, τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την αξιολόγηση εκπαιδευτικών εφαρμογών, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών καθώς και με την ανάπτυξη νέων εργαλείων μέτρησης των εμπειριών και των δυνατοτήτων που οι συσκευές παρέχουν.The purpose of this paper is to explore existing research on wearable technologies in education, identify research gaps, and formulate proposals for future research. The results of the literature review, although encouraging in terms of the use of wearable technologies, are nonetheless insufficient in order to reach solid conclusions concerning their impact on learning. The majority of the research discussing both the design and development of the applications, as well as their impact, lacks a pedagogical framework and has numerous limitations from a methodological standpoint. Future research must, among other things, direct its attention to issues relating to the pedagogical framework in which wearable technologies are used in formal and informal learning settings, the design, development, and evaluation of educational applications, the training of educators, as well as the development of new tools to measure the experiences and opportunities that devices offer
Teachers’ considerations for the contribution of self-evaluation in the efficient operation of a school unit
Η συμβολή της διαδικασίας της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας, ως μια εσωτερική αναπτυξιακή διαδικασία, στην αποτελεσματική λειτουργία της αποτελεί αναντίρρητα ένα θεματικό πεδίο που βρίσκεται στο επίκεντρο του παγκόσμιου ερευνητικού ενδιαφέροντος. Συνεπώς δικαιολογείται απολύτως το ερώτημα κατά πόσο οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών τυγχάνουν συμβατές με τη θεμελιώδη συμβολή της αυτοαξιολόγησης στην αποτελεσματικότητα της σχολικής μονάδας.
Η έρευνα, επομένως, αποσκοπούσε να διερευνήσει το βαθμό που οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι η αυτοαξιολόγηση ως μια αναπτυξιακή διαδικασία δρα καταλυτικά στην διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας της σχολικής μονάδας με ένα πολυεπίπεδο και πολυποίκιλο τρόπο.
Ως μέσα συλλογής δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν το ερωτηματολόγιο και κατόπιν για λόγους μεθοδολογικής τριγωνοποίησης διεξήχθη ομαδική συνέντευξη προκειμένου να ενισχυθεί ο βαθμός αξιοπιστίας και εγκυρότητας της έρευνας. Το δείγμα της έρευνας αποτελείτο από 150 εκπαιδευτικούς των δημοσιών δημοτικών σχολείων της περιφερειακής ενότητας Ηρακλείου Κρήτης.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι στο σύνολο τους οι εκπαιδευτικοί του δείγματος είχαν από αρνητικές έως και αδιάφορες στάσεις σε σχέση με την συμβολή της αυτοαξιολόγησης στην αποτελεσματικότητα της σχολικής μονάδας και επομένως πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη μέριμνα για την απόκτηση των κατάλληλων θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων πάνω σε θέματα αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας από την πλευρά των εκπαιδευτικών. Επίσης ότι θα πρέπει να γίνουν εκείνα τα βήματα που θα παρέχουν και στους εκπαιδευτικούς τη δυνατότητα να ασκήσουν ενεργό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αλλά και στην εισαγωγή καινοτομιών στη σχολική μονάδα, όπως στην ουσία είναι και η αυτοαξιολόγηση.The contribution of the process of self-evaluation of school unit as an internal development process, the effective operation is undoubtedly a theme that is at the heart of global research interest. Therefore the question absolutely justified whether the perceptions of teachers receive compatible with the fundamental contribution of self-evaluation on the effectiveness of the school.The study, therefore, aimed to explore the extent to which teachers believe that the selfevaluation as a developmental process catalyze the efficient operation of the school unit with a multi-level and diversified manner.As a means of data collection questionnaire used and then for reasons of methodological triangulation group interview was conducted in order to enhance the reliability and validity of the research. The sample consisted of 150 teachers of public primary schools of Crete Heraklion regional unit.The results showed that on the whole the sample teachers were from negative up to indifferent attitudes in relation to the contribution of self-evaluation on the effectiveness of the school unit and therefore should be given special consideration for the acquisition of appropriate theoretical and practical knowledge on self-evaluation of school unit on the part of teachers. Also they should take place those steps would also provide teachers with the opportunity to pursue an active role in the decision-making process but also to innovation in school unit, as in essence is the self
Reading Comprehension in Online Environments
Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιαστούν σύντομα οι προκλήσεις και οι απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι αναγνώστες σε διαδικτυακά περιβάλλοντα, καθώς η είσοδος στη ζωή μας των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών και κυρίως του διαδικτύου συνοδεύτηκε από νέες μορφές κειμένων και νέους τρόπους αναζήτησης και διαχείρισης πληροφοριών. Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο ο αναγνώστης που έχει μάθει να κατανοεί μόνο έντυπα κείμενα συχνά μπερδεύεται και αποπροσανατολίζεται. Έρευνες των τελευταίων ετών τονίζουν την ανάγκη διδασκαλίας και μάθησης νέων στρατηγικών με στόχο να γίνουν οι μαθητές μας εγγράμματοι πολίτες της σύγχρονης εποχής και να έχουν ίσες ευκαιρίες κοινωνικής και επαγγελματικής καταξίωσης.This paper is an attempt to shed light on the online reading process by reviewing its potential challenges and affordances. The advent of the internet has radically changed both the text formats and the way contemporary readers search and interact with information. This type of reading departs from the traditional views of the reading process and may overwhelm readers, especially novices who are used to read paper-based text. Empirical findings within the educational field confirm that learners face difficulties with online reading and encourage educators to focus on teaching new strategies to their students so that they can become literate citizens and ultimately achieve their social and professional goals. 
The Attitudes of Teachers about Cooperation with Parents
Η καλή συνεργασία σχολείου – οικογένειας στηρίζεται στη διαμόρφωση δίαυλων επιτυχημένης επικοινωνίας μεταξύ τους, ενισχύοντας την διδακτική πράξη και τη μαθησιακή διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο σχολείο. Οι πρακτικές επικοινωνίας του σχολείου και των εκπαιδευτικών με τους γονείς μελετήθηκαν από την παρούσα ερευνητική εργασία, ακολουθώντας το ποσοτικό παράδειγμα προσέγγισης, με τη χρήση θεματικού ερωτηματολογίου της Epstein που φέρει τον τίτλο «επικοινωνία». Συμμετείχαν Ν=151 εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης από σχολεία των Τρικάλων.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε πως οι εκπαιδευτικοί δηλώνουν στην πλειοψηφία τους ότι επικοινωνούν με τους γονείς για να τους παρέχουν σαφείς πληροφορίες για το πρόγραμμα σπουδών, την αξιολόγηση και τα επιτεύγματα των παιδιών, τις δραστηριότητες του σχολείου και των μαθητών, χωρίς να ζητούν σχόλια από τους γονείς. Η τακτική του σχολείου περιορίζεται στις πρωτοβουλίες των εκπαιδευτικών.
Τα αποτελέσματα συμβάλουν στην ενίσχυση μεθόδων και πρακτικών επικοινωνίας του σχολείου με τους γονείς των μαθητών και είναι χρήσιμα τόσο για τους εκπαιδευτικούς, όσο και για τους γονείς μαθητών.School-to-family collaboration relies on building successful communication channels, reinforcing the teaching process and the learning process that takes place in school. School and teacher communication practices with parents were studied in the present research work, following the quantitative example of an approach, using an Epstein thematic questionnaire called "Communication". N = 151 Primary Education teachers from Trikala schools participated.
The analysis of the results showed that teachers mostly declare that they communicate with parents to provide them with clear information on the curriculum, assessment and achievements of children, school activities and pupils, without asking for feedback from their parents. School tactics are limited to teachers\u27 initiatives.
The results contribute to the improvement of methods and practices of communication with parents so, these results are useful for both teachers and parents