University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
1777 research outputs found
Sort by
Teaching Democratic Principles in a Period of "Crisis": Experiences of Teaching Practice
Η παρούσα έρευνα τοποθετείται σε ένα εθνομεθοδολογικό πλαίσιο και επικεντρώνει στη καθημερινή διδακτική πράξη και στις αλληλεπιδράσεις μαθητών και εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμένα, επιχειρείται η μελέτη των εμπειριών των εκπαιδευτικών που διδάσκουν το μάθημα της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής και της Πολιτικής Παιδείας. Τα ερευνητικά ερωτήματα εστιάζουν στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργείται το μάθημα, στις στάσεις των μαθητών σε ζητήματα δημοκρατίας και πολιτικών δικαιωμάτων και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί μέσα σε ένα κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον που διαρκώς μεταβάλλεται, αποσταθεροποιείται ή τίθεται υπό αμφισβήτηση. Το ερευνητικό εγχείρημα βασίστηκε σε μία ποιοτική στρατηγική, τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσα από ομαδικές συνεντεύξεις και αναλύθηκαν με την τεχνική της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου. Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν την πεποίθηση των εκπαιδευτικών για την χρησιμότητα των μαθημάτων και για την επιρροή της οικονομικο-κοινωνικής κρίσης στις στάσεις των μαθητών σε ζητήματα πολιτειότητας. The present study is placed in an ethno-methodological framework and focuses on everyday teaching and students-teachers interactions in secondary education. More specifically, we studied the experiences of teachers teaching citizenship education. The research questions were focused on everyday teaching conditions, students’ attitude towards democracy and civil rights issues, as well as difficulties that the teachers are facing. A qualitative approach was followed, data were collected through focus groups interviews and then they were analyzed through thematic content analysis. Results indicate the teachers\u27 strong belief in the value of the course and the influence of the economic crisis on students’ attitude towards citizenship matters
Visual-Ortographic Word Recognition and Phonological Awareness as Predictive Indicators of Reading and Writing in the Context of Emerging Literacy in Preschool Education
Τα ευρήματα πολλών μελετών έχουν αναδείξει έναν ικανό αριθμό προγνωστικών δεικτών της ανάγνωσης και της γραφής. Η φωνολογική επίγνωση αποτελεί έναν από τους προγνωστικούς δείκτες που έχουν μελετηθεί εκτενώς και, παρόλο που μπορεί να προβλέψει, ως ένα βαθμό, την ικανότητα ανάγνωσης και γραφής σε αρχάριους αναγνώστες, όπως είναι τα μικρά παιδιά, δεν εμφανίζεται ως η μοναδική μεταβλητή που μπορεί να σκιαγραφήσει επαρκώς τη συνολική εικόνα του μελλοντικού αναγνώστη. Για τον λόγο αυτό, στην παρούσα μελέτη που διενεργήθηκε στο πλαίσιο διπλωματικής εργασίας για τις ανάγκες του μεταπτυχιακού προγράμματος «Επιστήμες της Αγωγής» του ΕΑΠ διερευνήθηκε η σημασία, όχι μόνο της φωνολογικής επίγνωσης αλλά και της οπτικής-ορθογραφικής ικανότητας (αναγνώριση λέξεων ως εικόνα πριν τη συστηματική διδασκαλία), η οποία έχει μελετηθεί λιγότερο σε σχέση με τους παράγοντες που επηρεάζουν την εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής. Επομένως, σκοπός της παρούσας ποσοτικής έρευνας δράσης ήταν να διερευνήσει την προβλεπτική αξία των δύο προαναφερθέντων μεταγλωσσικών ικανοτήτων σε σχέση με τις βασικές δεξιότητες γραμματισμού στην προσχολική ηλικία, στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός προγράμματος αναδυόμενου γραμματισμού. Το δείγμα αποτέλεσαν οι μαθητές ενός τμήματος νηπιαγωγείου σε περιοχή της Αττικής (n=16), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τεστ αξιολόγησης ικανοτήτων (οπτική-ορθογραφική αναγνώριση λέξεων, φωνολογική επίγνωση, ανάγνωση, γραφή) στην αρχή και στο τέλος του σχολικού έτους. Τα αποτελέσματα της έρευνας επικυρώνουν τον σημαντικό ρόλο και των δύο παραγόντων (φωνολογικού και οπτικού-ορθογραφικού) για την ανάπτυξη των ικανοτήτων της ανάγνωσης και της γραφής. Μάλιστα, η οπτική-ορθογραφική αναγνώριση λέξεων εμφανίζεται ως ο πιο αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης της εκμάθησης της ανάγνωσης και της γραφής, σε πρώιμα στάδια, κατά βάση πριν την εφαρμογή του προγράμματος αναδυόμενου γραμματισμού στο νηπιαγωγείο. Αυτό το συμπέρασμα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί, κατά τον σχεδιασμό των αναλυτικών προγραμμάτων για τη γλώσσα, καθώς και στην οικοδόμηση μιας πληρέστερης εικόνας όσον αφορά τις δυνατότητες των μικρών μαθητών πριν την έναρξη της συστηματικής γλωσσικής διδασκαλίας.Μany studies have highlighted a sufficient number of predictive indicators of reading and writing. Phonological awareness is one of the most well studied prognostic indicators and although it can, to some extent, predict the course of development of the reading and writing abilities in young readers it does not appear to be the only variable that can contribute to a complete picture of the future reader. For this reason, in the present study carried out in the framework of a dissertation for the needs of the postgraduate program "Education Sciences" of the EAP, the importance of not only phonological awareness but also of visual-orthographic skill (word recognition as an image before systematic teaching), which has been under studied in relation to the factors that affect reading and writing learning. The purpose of this quantitative research was to investigate the predictive value of the two aforementioned skills in relation and in comparison to basic preschool literacy skills, in the context of implementing an emergent literacy program. The sample of the study consist of the students of a kindergarten located in Attica (n = 16) who participated in an aptitude assessment test (visual-orthographic recognition of words, phonological awareness, writing, reading) at the beginning and end of the school year. The results of the study confirm the importance of both factors (phonological and visual-orthographic) for the development of reading and writing skills. In addition, the visual-orthographic factor appears to be the most reliable predictor of reading and writing, in the early stages, before the implementation of emergent literacy programs in kindergarten. We suggest that this finding could be accommodated in the design of language curricula, as well as in building a complete picture of the reading and writing potentials of young students before the onset of systematic language teaching
The Pupils\u27 School Transition from Mainstream Primary to Mainstream Secondary Schools: a Systematic Literature Review
Η σχολική μετάβαση στη γενική δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποτελεί μία συνεχή και σημαντική διαδικασία για το σύνολο των μαθητών. Ο αντίκτυπός της εκτείνεται τόσο στη ακαδημαϊκή όσο και στην ψυχολογική προσαρμογή τους στο νέο σχολικό περιβάλλον. Η διαδικασία αυτή κρίνεται ακόμη πιο δύσκολη για τους μαθητές με ″Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (στο εξής: Ε.Ε.Α.)″, με την πλειονότητά τους να αποκτούν αρνητικές εμπειρίες κατά την πρώτη χρονιά φοίτησής τους στη δεύτερη εκπαιδευτική βαθμίδα εκπαίδευσης. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία συστηματική ανασκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας σχετικής με τη σχολική μετάβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (2011-2021). Ένας μεγάλος αριθμός μελετών επικεντρώνεται στη σχολική μετάβαση του συνόλου των μαθητών, ενώ οι αντίστοιχες έρευνες για τις μεταβατικές εμπειρίες των μαθητών με Ε.Ε.Α. είναι αρκετά περιορισμένες. Η διαθέσιμη βιβλιογραφία εστιάζει ως επί το πλείστον στη συμβολή των ομηλίκων και των εκπαιδευτικών στο εγχείρημα προσαρμογής τους στη δευτεροβάθμια. Ένας μικρός αριθμός βιβλιογραφικών αναφορών ερευνά το ρόλο του γονεϊκού περιβάλλοντος σε αυτό. Σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον παρατηρείται για την καταγραφή των προστατευτικών και των παραγόντων κινδύνου για την επίτευξη επιτυχούς ένταξης και κατ’ επέκταση ομαλής σχολικής μετάβασης.The school transition in the mainstream secondary schools is a continuous and very consequential period for most students. It had been observed that the transition impact on students academic and psychological adjustment in the new school environment. The students with ″Special Educational Needs (SEN)″ are confronted with more difficulties. Most of them have negative experiences all through the first year of their studies in mainstream secondary schools. This thesis is a systematic literature review of the recent international empirical research in school transition in mainstream secondary schools. This systematic literature review covered the period 2011-2021. A large number of studies examined the impact of school transition of the majority of students without SEN. By contrast the studies that are focused on impact of school transition on students with SEN are very limited. A lower number of studies reported the parental involvement with academic and psychological adjustment of students with or without SEN. Also, some studies presented protective and risk factors that relate on successful inclusion and successful school transition
The Integration of Technology in the Differentiated Writing Instruction. From Theory to Practice with the Multimedia Environment READ WRITE THINKER
Το παρόν άρθρο προσεγγίζει τη διαφοροποιημένη διδασκαλία γραπτού λόγου υπό το πρίσμα της καλλιέργειας των μεταγνωστικών δεξιοτήτων μέσω της σαφούς διδασκαλίας στρατηγικών. Με δεδομένο πως η διαφοροποιημένη διδασκαλία έχει ως ζητούμενο την ουσιαστική εμπλοκή όλων των μαθητών, η ενθάρρυνση της ενεργητικής μάθησης και η καλλιέργεια της ενημερότητας των γνώσεων που αποκτούν οι μαθητές επισημαίνει τη σύνδεση ανάμεσα στη διαφοροποιημένη διδασκαλία και τις μεταγνωστικές δεξιότητες. Υπογραμμίζεται η συμβολή της σαφούς διδασκαλίας στρατηγικών στην υποστήριξη της σύνθεσης κειμένου μαθητών με και χωρίς δυσκολίες παραγωγής γραπτού λόγου και τονίζεται η αναγκαιότητα της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας στις υπάρχουσες αποτελεσματικές διδακτικές πρακτικές. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ο καίριος ρόλος των πολυμεσικών περιβαλλόντων τα οποία με τα τεχνολογικά και παιδαγωγικά χαρακτηριστικά που διαθέτουν υποστηρίζουν τη διαφοροποιημένη διδασκαλία στρατηγικών στο πλαίσιο της φθίνουσας καθοδήγησης, υποστηριζόμενο από το πολυμεσικό περιβάλλον Read Write Thinker.This article approaches differentiated instruction in the light of cultivating metacognitive skills through specific strategy instruction. Given that differentiated instruction seeks the substantial involvement of all students, encouraging active learning and enhancing awareness of the knowledge acquired by students, highlights the link between differentiated instruction and metacognitive skills. Emphasis is placed on the contribution of specific strategy instruction to supporting the text composition of students with and without difficulties in writing and the necessity of integrating technology in the existing effective teaching practices. This article highlights the key role of multimedia environments which with their technological and pedagogical features contribute to differentiated writing instruction. Furthermore, a didactic model of differentiated strategy writing instruction, supported by the multimedia environment Read Write Thinker is presented in practice
Professional Development Needs of Principals and Sub-Principals of Special Education Schools
Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να διερευνήσει και να αναδείξει τις επιμορφωτικές ανάγκες διευθυντών/ντριών και υποδιευθυντών/ντριών, σχολείων Α/θμιας και Β /θμιας Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης της χώρας. Το θεωρητικό-επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η μελέτη μας για την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας στο πεδίο είναι η θεωρία της Συμβολικής Αλληλεπίδρασης. Στην έρευνά μας χρησιμοποιήθηκε η ποσοτική μέθοδος συλλογής ερευνητικών ευρημάτων με ερωτηματολόγιο και η επιλογή του δείγματος έγινε με τη μέθοδο της δειγματοληψίας ευκολίας. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2020, με τη χρήση ψηφιακού ερωτηματολογίου που αποτελούνταν από διαφορετικά είδη ερωτήσεων. Προέκυψε, από την περιγραφική ανάλυση των αποτελεσμάτων, ότι πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες ενδιαφέρονται να επιμορφωθούν από «πολύ» έως «πάρα πολύ» πρωτίστως στο θέμα των ψυχικών διαταραχών, αλλά και σε άλλα θέματα, όπως: των καλών πρακτικών διδασκαλίας, της διαχείρισης σχολικών κρίσεων -ενδοσχολικών συγκρούσεων, δυσλειτουργικών συμπεριφορών-, της συνεργασίας σχολείου-οικογένειας, της οργάνωσης και διοίκησης Σχολικών Μονάδων Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, της νομοθεσίας και εκπαιδευτικής πολιτικής της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης και τέλος σε άλλα ειδικά ζητήματα αναπηρίας. Από την επαγωγική ανάλυση των αποτελεσμάτων, προέκυψε ότι το θέμα της επιμόρφωσης στη νοητική αναπηρία, από τη μια αποτέλεσε κυρίως προτίμηση των ανδρών και από την άλλη ήταν το λιγότερο δημοφιλές θέμα στις προτιμήσεις των συμμετεχόντων. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών, συγκριτικά με τους κατόχους βασικού τίτλου σπουδών, ενδιαφέρονται πρώτιστα να επιμορφωθούν στο θέμα της διαχείρισης συμπεριφορών των μαθητών τους.The present study seeks to investigate and highlight the professional development needs of principals and sub-principals, of primary and secondary Special Education Schools in the country. The theoretical-scientific background basis of our study for the analysis of research data in the field is the theory of Symbolic Interaction. The quantitative method of collecting research findings was used to conduct the research and the sample was selected by using the convenience sampling method. The survey was conducted in 2020, using a mixed design electronic questionnaire.The descriptive analysis of the results showed that more than half of the participants were interested in training from “very” to “very much” in the following topic areas: first of all, mental disorders followed by, good teaching practices, crisis management / internal conflicts /dysfunctional behaviors, school-family cooperation, organization and administration of Special Education Schools, education legislation and educational policy in Special Education and special issues of disability. From the inductive analysis of the results, it emerged that the issue of training in Intellectual Disability, on one hand was more preferred by men and on the other hand was the least popular in the preferences of participants. Finally, it was found that holders of a Master\u27s or Doctoral degree, compared to holders of a Bachelor’s degree, were more interested in training in the field of behavioral management
Resilience of Adults with High-Functioning Autism
Τα άτομα με αυτισμό χαρακτηρίζονται από ελλείμματα στην κοινωνική επικοινωνία κι αλληλεπίδραση, καθώς και από περιορισμένα, επαναλαμβανόμενα πρότυπα συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων ή δραστηριοτήτων. Τα άτομα με αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας έχουν μέση ή ανώτερη νοημοσύνη, αλλά δυσκολεύονται να επικοινωνούν αποτελεσματικά και να προσαρμόζονται μέσα σε ένα κόσμο τυπικής ανάπτυξης, ενώ συχνά βιώνουν προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας. Άτομα με παρεμφερή συμπτώματα αυτισμού μπορεί να έχουν πολύ διαφορετική εξέλιξη. Κάποια παρουσιάζουν καλύτερα αποτελέσματα από άλλα, βιώνουν περισσότερα θετικά συναισθήματα, και αυτό φαίνεται να σχετίζεται με την ανθεκτικότητά τους. Η παρούσα εργασία εξετάζει, με βιβλιογραφική ανασκόπηση, την ψυχική ανθεκτικότητα σε ενήλικες με αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας, ένα θέμα που έχει ερευνηθεί ελάχιστα. Επίσης διατυπώνει κάποιες προτάσεις για την ανάπτυξη της ανθεκτικότητας.Individuals with autism spectrum disorder (ASD) are characterised by difficulties in social communication and social interaction alongside unusually restricted, repetitive behaviour and interests. High-functioning individuals with autism have average or higher intelligence. The lack of intellectual disability does not mean, though, that they can simply overcome inherent social difficulties; they typically struggle to communicate effectively in a neurotypical world and adapt socially. They are at increased risk of having medical, developmental or psychiatric conditions. The developmental trajectories of individuals with high functioning autism vary significantly. Some persons produce notably better results than others with comparable difficulties and experience more positive feelings. Resilience seems to explain much of this variation. Resilience in autism is a less researched issue. The present article critically reviews studies in order to examine resilience in adults with high-functioning autism, while also considering suggestions for fostering resilience
Developing Life Skills in the Family: Strategies Strengthening Childrens’ Social and Emotional Intelligence
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το θέμα της καλλιέργειας δεξιοτήτων ζωής στο πλαίσιο της οικογένειας και τονίζει την αναγκαιότητα κοινωνικής και συναισθηματικής αγωγής των παιδιών. Ειδικότερα, μέσα από θεωρητικά μοντέλα, παραδείγματα και μελέτες περίπτωσης ψυχοπαιδαγωγικού περιεχομένου περιγράφονται οι τύποι των γονέων με βάση την ανταπόκρισή τους στα συναισθήματα των παιδιών τους και προτείνεται ένα μοντέλο κοινωνικής και συναισθηματικής αγωγής που στοχεύει στην ολόπλευρη υγιή ανάπτυξή τους. Οι προτεινόμενες στρατηγικές και προτάσεις συναισθηματικής διαπαιδαγώγησης προτάσσουν έναν γονέα που θα λειτουργεί υποστηρικτικά και ενσυναισθητικά ως προς τις ανάγκες του παιδιού του, δηλαδή ως συναισθηματικός «μέντορας»-«προπονητής».The aim of this study is to discuss the importance of cultivating life skills in the family framework and to emphasize the need for social and emotional education of children. In particular, theoretical models, examples, and case studies of psychopedagogical content describe the types of parents based on their responses to their children\u27s emotions, and a model of social and emotional education that aims at their overall healthy development is suggested. The proposed strategies and suggestions for emotional education suggest a parent who will act supportively and empathetically to the needs of his child, that is, as an emotional "mentor" - "coach"
The Use of ICT during Lockdown in Higher Education and the Effects on University Instructors
Με την εμφάνιση της πανδημίας του COVID-19 λήφθηκαν μέτρα τόσο για την προστασία των πολιτών όσο και για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού, με αποτέλεσμα να θεσπιστούν νέοι κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς και η εξ αποστάσεως εκπαίδευση να χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό. Η εκπαίδευση έχει υποστεί τις συνέπειες της κρίσης διότι ένα βασικό περιοριστικό μέτρο μη διασποράς του ιού, είναι η αναστολή της δια ζώσης διδασκαλίας των σχολείων και των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αποτέλεσμα αυτής της αναστολής είναι η επείγουσα εξ αποστάσεως εκπαιδευτική λειτουργία με πρωτοφανή χρήση των ΤΠΕ. Από τον Μάρτιο του 2020 και μέχρι σήμερα που γράφεται αυτό το άρθρο (Ιούνιος 2021) τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας αξιοποίησαν τις ΤΠΕ σε πρωτοφανή βαθμό για να ανταποκριθούν στο εξ αποστάσεως εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο τους. Στόχος του άρθρου είναι η παρουσίαση των αποτελεσμάτων ποσοτικής έρευνας σε πανελλαδικό επίπεδο σε 1183 πανεπιστημιακούς προκειμένου να αποτυπωθεί ο αντίκτυπος της χρήσης των ΤΠΕ και των επιπτώσεών της.With the outbreak of the COVID-19 pandemic, measures were taken both to protect citizens and to reduce the spread of the virus, resulting in the introduction of new rules of social behavior and the widespread use of distance education. Education has suffered from the consequences of the crisis because a key restrictive measure against the spread of the virus is the suspension of face-to-face interactions in schools and higher education institutions. The result of the lockdown is the emergency distance learning function with unprecedented use of ICT. From March 2020 until today, when this article was written (June 2021), the university institutions of Greece used ICT to an unprecedented degree to respond to their distance education and research work. The aim of this article is to present the results of a nationwide quantitative survey that involved1183 participating university instructors in order to capture the impact of the use of ICT and its effects
Differentiated Teaching and Learning in the New Curriculum for Natural Sciences in Preschool Education
Η παρούσα ερευνητική εργασία ασχολείται με τη μελέτη περίπτωσης είκοσι τεσσάρων (24) μαθητών που φοιτούν στο Νηπιαγωγείο και την επόμενη σχολική χρονιά θα μεταβούν στο Δημοτικό Σχολείο. Το ερευνητικό μας πρόγραμμα υλοποιήθηκε σε Νηπιαγωγείο της Περιφερειακής Ενότητας Ηπείρου κατά το σχολικό έτος 2017-2018. Οι μετρήσεις βασίστηκαν στην επίτευξη διδακτικών στόχων σύμφωνα με το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών για το Νηπιαγωγείο, από τον Οκτώβριο του 2017, έως και τον Μάρτιο του 2018. Η έρευνα ανέδειξε, ότι η εφαρμογή της Διαφοροποιημένης Διδασκαλίας και Μάθησης στη διδακτική των Φυσικών Επιστημών σύμφωνα με το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών για το Νηπιαγωγείο (2014) βοήθησε όλους τους μαθητές να έχουν ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία κατάκτησης της γνώσης, αλλά και να αξιοποιούν στην καθημερινή τους ζωή έννοιες, δεξιότητες και εμπειρίες από τις Φυσικές Επιστήμες. Διαπιστώθηκε επίσης, η σημαντικότητα της διδακτικής μεθοδολογίας για τις Φυσικές Επιστήμες καθώς είναι προσαρμοσμένη στα ενδιαφέροντα των παιδιών προσχολικής ηλικίας.The present research work deals with the case study of twenty-four (24) students who attend Kindergarten and next school year will go to Primary School. Our research program was implemented in a Kindergarten of the Epirus Region during the school year 2017-2018. The measurements were based on the achievement of teaching objectives according to the New Curriculum for Kindergarten, from October 2017 to March 2018. The research showed that the application of Differentiated Teaching and Learning in the teaching of Natural Sciences according to the New Curriculum for Kindergarten (2014) helped all students to be actively involved in the process of acquiring knowledge but also to use in their daily lives concepts, skills and experiences from the natural sciences. The importance of the teaching methodology for the natural sciences was also noted as it is adapted to the interests of Preschool children
The Adult Educator and his Self-Efficacy
Σκοπός της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευόμενων σε προγράμματα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Ενηλίκων σχετικά με τον ρόλο και τα προσόντα του εκπαιδευτή ενηλίκου, καθώς και για την αυτοαποτελεσματικότητά τους.Σε μεθοδολογικό επίπεδο υιοθετήθηκε η μελέτη περίπτωσης (case study) και για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της ημι-δομημένης συνέντευξης σε δείγμα είκοσι (20) ατόμων, όπου όλες οι συνεντεύξεις ήταν προσωπικές και με ερωτήσεις ανοιχτού τύπου. Οι συμμετέχοντες ανέδειξαν τον πολυδιάστατο ρόλο του εκπαιδευτή ενηλίκων, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις μεθόδους και τις πρακτικές που πρέπει να υιοθετεί. Η γνώση του γνωστικού αντικειμένου θεωρείται σημαντικό προσόν και είναι αυτό που δίνει αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στους συμμετέχοντες ώστε να ανταπεξέλθουν μελλοντικά και στο δικό τους ρόλο ως εκπαιδευτές ενηλίκων. Δείχνουν εμπιστοσύνη στην εκπαίδευση και θεωρούν πως οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αποκτούνται βοηθούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.The current work aim at indicating the views on the learners in Training Programs for Adult Education regarding the role and the qualifications for the adult trainer and their self-efficacy. Atmethodological level , the research was based on the case study and the data collection came from conducting semi-structured interviews having 20 participants as a sample. All the interviews were personal having open – ended questions. Regardingthe research findings multidimensional role giving importance to the methods and the practices that he should adopt. The knowledge of the subjectisconsideredas a significant advantage giving self-confidence to the participants in order to correspond in future to their role as adult educators. They indicate trust to the training and the believe that the acquired knowledge and skills contribute to their caree