University of Crete Library | e-Journals service
Not a member yet
1777 research outputs found
Sort by
Awards – Scholarships
Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας «ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΗΧΩΡΙΔΗΣ»
49ο Διεθνές Βραβείο των Ιταλικών Γραμμάτων «ENNIO FLAIANO» (Ιtalianistica – ‘Luca Attanasio’)
Βραβείο «WILLIAM STANLEY MOSS»
24ο Βραβείο «ΜΕΝΕΛΑΟΣ Γ. ΠΑΡΛΑΜΑΣ»
Υποτροφία «Αλέξανδρου Καραβίτη
Motivations and barriers to participation in training programs in Distance Education
Σκοπό της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τα κίνητρα και τα εμπόδια συμμετοχής τους σε επιμορφωτικά προγράμματα στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Σε μεθοδολογικό επίπεδο υιοθετήθηκε η δειγματοληπτική έρευνα με την αξιοποίηση του ερωτηματολογίου ως εργαλείου συλλογής δεδομένων. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 138 εκπαιδευτικούς. Οι ερωτώμενοι θεωρούν ότι τα επιμορφωτικά προγράμματα στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση θα πρέπει να ανταποκρίνονται πρωτίστως στις ανάγκες των ιδίων. Τα κίνητρα συμμετοχής τους συνδέονται κατά κύριο λόγο με την υλοποίηση του επαγγελματικού ρόλο τους. Οι ανασταλτικοί παράγοντες αφορούν σε θεσμικά και καταστασιακά εμπόδια. Το φύλο, η διδακτική εμπειρία και η υπηρεσιακή κατάσταση διαφοροποιούν τους εκπαιδευτικούς του δείγματος ως προς τα κίνητρα συμμετοχής, ενώ η ηλικία και ο τόπος διαμονής δεν τους διαφοροποιούν. Η ηλικία, η διδακτική εμπειρία, η υπηρεσιακή κατάσταση και ο τόπος διαμονής τους διαφοροποιούν ως προς τα εμπόδια συμμετοχής, ενώ το φύλο δεν τους διαφοροποιεί.The purpose of this paper is to indicating the views of primary education teachers regarding the motivations and barriers to their participation in training programs in distance education. At the methodological level, the sampling research was adopted by utilizing the questionnaire as a data collection tool. The research sample consists of 138 teachers. Respondents believe that distance education training programs should primarily address their own needs. Their participation motivations are mainly related to the realization of their professional role. Inhibitory factors relate to institutional and situational barriers. Gender, teaching experience and employment relationship differentiate the teachers of the sample in terms of participation motivation, while age and place of residence do not differentiate them. Their age, teaching experience, employment relationship and place of residence differentiate them in terms of barriers to participation, while gender does not differentiate them
Detecting Special Education Teachers\u27 Emotions as To the Skills Workshops
Η Θετική Ψυχολογία, αποτελεί την επιστημονική μελέτη των ανθρώπινων δυνατοτήτων και αρετών (Sheldon & King, 2001). Πρόκειται για τον νεότερο, ταχύτερα αναπτυσσόμενο κλάδο της Ψυχολογίας και ασχολείται με την κατανόηση και ενίσχυση της ευημερίας. Διαδεδομένα είναι τα μαθήματα και σεμινάρια Θετικής Ψυχολογίας, που διδάσκονται σε Πανεπιστήμια (Seligman, 2002), ωστόσο η ενημέρωση του εν ενεργεία εκπαιδευτικού προσωπικού κρίνεται σημαντική για την βελτιστοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.Θετικά συναισθήματα όπως η χαρά, η ικανοποίηση, το ενδιαφέρον και η αγάπη προκαλούν ασφάλεια (Fredrickson, Mancuso, Branigan & Tugade, 2000). Το άτομο βιώνοντας στιγμές με θετικά συναισθήματα, υποβάλλεται σε θετικά ερεθίσματα, εμπλουτίζεται με δεξιότητες, λειτουργώντας με ευελιξία, περιέργεια και δημιουργικότητα. Τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα λειτουργούν συμπληρωματικά και αλληλένδετα μεταξύ τους, με τα αρνητικά να εστιάζουν στην δράση και στην συμπεριφορά και τα θετικά στη συλλογή πόρων, να χτίσουν άμυνες και στο να αποκτήσουν απαραίτητες δεξιότητες ζωής (Diener, Wirtz, Tov, Kim-Prieto, Choi, Oishi & Biswas-Diener, 2010).Με αφορμή την εκπαιδευτική αναβάθμιση, το Υ.ΠΑΙ.Θ., εφάρμοσε πιλοτικά την σχολική χρονιά 2020-2021 τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων (Εγκύκλιος 94236/ΓΔ4/29-07-2021 Υ.Α.(Β΄ 3567)). Σκοπός της εργασίας ήταν η ανίχνευση συναισθημάτων των Εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής στα σχολεία που εφαρμόστηκαν τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων. Συμμετείχαν Εκπαιδευτικοί που α) εφάρμοσαν πιλοτικά το πρόγραμμα το σχολικό έτος 2020-2021 και β) εφάρμοσαν το πρόγραμμα κατόπιν υποχρεωτικής εισαγωγής τους στα Ωρολόγια Προγράμματα των σχολείων από το Υ.ΠΑΙ.Θ. Το Ψυχομετρικό Εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε ήταν το ερωτηματολόγιο Θετικών και Αρνητικών Συναισθημάτων (Positive and Negative Affect Scale – PANAS).Positive Psychology is the scientific study of human potential and virtues (Sheldon & King, 2001). It is the newest, fastest growing, innovative branch of Psychology and deals with understanding and enhancing well-being. Positive Psychology courses and seminars are widespread, which are taught in Universities (Seligman, 2002), however, informing the active educational staff is considered important for the optimization of the educational process.Positive emotions such as joy, contentment, interest and love evoke a sense of security (Fredrickson, Mancuso, Branigan & Tugade, 2000). Experiencing moments with positive emotions, the person is subjected to positive stimuli, enriched with skills, working with flexibility, curiosity and creativity. Positive and negative emotions are complementary and interrelated, with negative ones focusing on action and behavior and positive ones on gathering resources, building defenses, and acquiring essential life skills (Diener, Wirtz, Tov, Kim-Prieto, Choi, Oishi & Biswas-Diener, 2010).On the occasion of the educational upgrade, the Ministry of Education piloted the Skills Workshops in the 2020-2021 school year (Circular 94236/GD4/29-07-2021 Ministerial Decision (Β΄ 3567)). The purpose of the work was to detect the emotions of the Special Education Teachers in the schools where the Skills Workshops were implemented. Educators participated who a) implemented the program as a pilot in the 2020-2021 school year and b) implemented the program following their mandatory inclusion in the schools\u27 Program Time Tables by the Ministry of Education. The Positive and Negative Affect Scale (PANAS) was the psychometric tool which was used
Teachers\u27 conceptualisations of educational policy regarding the inclusion of migrant and refugee students in the education system
Σκοπός της εργασίας ήταν η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών της Β/θμιας εκπαίδευσης σχετικά με την εκπαιδευτική πολιτική για την ένταξη μεταναστών/προσφύγων στο ελληνικό σχολείο. Στην έρευνα πήραν μέρος εννέα εκπαιδευτικοί της Β/θμιας εκπαίδευσης, δυο άντρες και επτά γυναίκες με πολυετή προϋπηρεσία στο δημόσιο σχολείο. Για την συλλογή των δεδομένων της έρευνας επιλέχθηκε η ποιοτική έρευνα μέσω του εργαλείου της ημιδομημένης συνέντευξης. Από τα ευρήματα της έρευνας διαφάνηκε ότι όσον αφορά στην εκπαιδευτική ένταξη των μεταναστών/προσφύγων μαθητών οι εκπαιδευτικοί ανέφεραν ότι η γλώσσα, που πρέπει να διδάσκεται ως παράγοντας υποστήριξης της προσαρμογής τους στην εκπαίδευση και στην ελληνική κοινωνία είναι η ελληνική. Υπάρχουν ελάχιστοι εκπαιδευτικοί, που αναφέρονται στη συμβολή, που μπορεί να έχει μητρική γλώσσα και η σημασία της ένταξης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Παράλληλα στα θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής οι περισσότεροι τόνισαν τα προβλήματα στις υλικοτεχνικές υποδομές και στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.The aim of the study was to investigate the views of the teachers of secondary education on the educational policy for the inclusion of immigrants in Greek schools. Nine teachers of secondary education, two men and seven women with many years of experience in public schools took part in the survey. For the collection of the survey data, qualitative research was chosen through the instrument of semi-structured interviews. From the findings of the survey it was evident that in terms of educational inclusion of migrant students, teachers report that the language that should be taught as a factor to support their adaptation to education and society is Greek. There were few teachers, who mentioned the contribution, that mother tongue can have and the importance of integrating their cultural capital. At the same time, on the issues of educational policy, most of them stressed the problems of material and technical infrastructure and teacher training
Digital Intimacy: bringing literacy experiences from home to kindergarten
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται πρακτικές γραμματισμού που αναπτύσσουν παιδιά προσχολικής ηλικίας κατά την ενασχόλησή τους με ψηφιακά μέσα ως αναπόσπαστο κομμάτι του αναδυόμενου γραμματισμού τους, παραδοσιακού και ψηφιακού. Τα δεδομένα προέρχονται από έρευνα που υλοποιήθηκε σε Δημόσιο νηπιαγωγείο της Θεσσαλονίκης. Συνεντεύξεις με παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς καθώς και συστηματική παρατήρηση της αλληλεπίδρασης των παιδιών κατά την ενασχόλησή τους με ψηφιακά μέσα χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για τη συλλογή δεδομένων, παράλληλα με τεκμήρια ‘παραδοσιακού’ γραμματισμού που συλλέχθηκαν στη διάρκεια ενός εξαμήνου για την παρακολούθηση της ανάπτυξης του γραμματισμού των παιδιών. Τα ερευνητικά ευρήματα αποκαλύπτουν ένα εύρος εμπειριών γραμματισμού των παιδιών (ψηφιακού και παραδοσιακού). Αναδεικνύεται, επομένως, η σημασία της επίγνωσης του συσχετισμού μεταξύ ‘οικιακών’ εμπειριών και σχολικών πρακτικών των νηπίων, καθώς και του ρόλου που διαδραματίζουν οι πρώτες στην ενίσχυση της ανάδυσης του παραδοσιακού και ψηφιακού γραμματισμού τους.Τhis paper presents the literacy practices that preschool children develop while engaging with digital media, considered as inherently connected to their emergent literacy, digital and conventional/traditional. The data presented and analyzed was drawn from research carried out with preschool children at a public kindergarten school in Thessaloniki. The research focused on exploring children’s early practices with digital media, aiming at a) revealing their level of ‘appropriation’ with digital technology and b) studying their attitudes-and those of their parents, towards their digital skills and practices. Interviews with children, parents and teachers, as well as systematic observation of children’s interaction with digital media were the main data collection tools. The research findings reveal a breadth of children’s literacy (both traditional and digital) experiences. Their interpretation highlights the importance of connections between children’s ‘home’ and school practices and the critical role the latter play in supporting the emergency of their traditional and digital literacy
Αθλητισμός και κακοποιητικές συμπεριφορές: Η περίπτωση ανήλικων αθλητών και αθλητριών της ενόργανης γυμναστικής στην Ελλάδα
Τον Απρίλιο του 2021 πρώην αθλητές και αθλήτριες, μέλη της ελληνικής εθνικής ομάδας ενόργανης γυμναστικής, κατήγγειλαν σωματική και λεκτική βία, εκβιασμούς, τιμωρίες και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας από τους προπονητές και προπονήτριές τους. Τον Ιανουάριο του 2022 στα παραπάνω προστέθηκε καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση πρώην αθλήτριας από τον προπονητή/τριά της. Επιχειρώντας την αποκωδικοποίηση του φαινομένου της κακοποίησης ανήλικων αθλητών/τριών στην ενόργανη γυμναστική, ειδικότερα στην Ελλάδα, πραγματοποιήθηκε ποιοτική έρευνα με υλικό από οκτώ ημιδομημένες συνεντεύξεις, εφτά πρώην αθλητριών και ενός αθλητή, που είχαν διατελέσει μέλη της ελληνικής εθνικής ομάδας ενόργανης γυμναστικής και οι οποίοι μίλησαν για την πορεία τους στο πεδίο και όσα βίωσαν. Μέσα από τις απαντήσεις των αθλητών/τριών αναζητήθη- κε ο τρόπος με τον οποίο οι αθλητές/τριες βιώνουν και ερμηνεύουν τη βία του προπονητή/ τριας και πώς την αντιμετωπίζουν αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις ιεραρχικές σχέσεις με τους προπονητές/προπονήτριες και τη θέση τους μέσα στο πεδίο της ενόργανης γυμναστικής. Η μέθοδος της θεματικής ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε για την αναζήτηση των απαντήσεων στα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν. Η έρευνα εστιάζει στην προπονητική βία ως «συμβολική» βία, που τείνει να «παραγνωρίζεται» από τους αθλητές/τριες ως τέτοια. Η εξουσία του προπονητή αναδείχθηκε ως ένας από τους βασικούς παράγοντες που καθιστούν τους αθλητές/τριες «υπάκουα σώματα», παραγωγικά και ωφέλιμα αθλητικά, με τη στρατολόγηση πανοπτικών μηχανισμών και υπό τη δράση ενός ισχυρού dispositif που αναπτύσσεται εντός του πεδίου της ενόργανης γυμναστικής. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι στις περιπτώσεις που μελετήθηκαν η σταδιοδρομία των αθλητών και αθλητριών της ενόργανης γυμναστικής σε επίπεδο πρωταθλητισμού εμπεριείχε την εγκαθίδρυση μίας γνωσιολογικής τάξης, η οποία τελικά απέκρυπτε τη βία των σχέσεων εξουσίας που αναπτύσσονταν στο πεδίο της ενόργανης γυμναστικής τη στιγμή που ασκούνταν.In April 2021, former gymnasts, members of the Greek national artistic gymnastics team accused their coaches of physical and verbal violence, threats, punishments and sexual harassment. In January 2022, an accusation of sexual abuse of a former female athlete by her coach was added to the above. In the effort to decode the phenomenon of abuse of athletes in gymnastics, particularly in Greece, qualitative research was carried out. Eight semi-structured interviews were conducted, of eight former gymnasts, seven women and a man, who had been members of the Greek national gymnastics team and discussed their lives and experiences as elite athletes. Τhe answers of the athletes were thoroughly studied in order to understand the way in which the athletes experience and interpret the violence of the coach and how they deal with it, as well as the way in which they perceive the hierarchical relationships with the coaches and their position in the field of artistic gymnastics. The method of thematic analysis was used to provide answers to the research questions that were posed. The research focuses on violence of the coach as “symbolic violence”, a violence that is “misrecognized” as such by the athletes. The authority of the coach emerges as one of the key factors that turns young athletes into “docile bodies”, productive and beneficial in terms of sport, with the use of panoptic and discipline mechanisms, under a strong dispositif that develops within the field of artistic gymnastics. In this article it is argued that in the cases studied, the career of elite gymnasts included the establishment of a cognitive order that concealed the violence of the power relations that developed at the time in the field of gymnastics
Leadership in the Teachers Union Movement: Transforming Teachers\u27 Attitudes
Καθώς η συσπείρωση, η μαζικότητα και η δυναμική του συνδικαλιστικού κινήματος δοκιμάζονται συνεχώς και τα κεκτημένα χρόνων αμφισβητούνται, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί κατά πόσο αυτό οφείλεται στην απήχηση των πολιτικών της φιλελευθεροποίησης και της παγκόσμιας οικονομίας ή και σε εσωτερικούς παράγοντες των συνδικαλιστικών ενώσεων. Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί να διερευνήσει διαμέσου 409 εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, την ύπαρξη σχέσεων ανάμεσα στην αφοσίωση και στη χρησιμότητα που αντιλαμβάνονται οι εκπαιδευτικοί για το τοπικό συνδικαλιστικό κίνημα. Επίσης, επιχειρεί να προσδιορίσει τα αίτια που επηρεάζουν την ενεργό συμμετοχή των εκπαιδευτικών στους τοπικούς συνδικαλιστικούς συλλόγους-ενώσεις και να καταθέσει προτάσεις που θα βοηθήσουν την ηγεσία τους να διαμορφώσει νέο όραμα στην εκπαιδευτική κοινότητα ως προς την αξία του συνδικαλιστικού κινήματος και την ενεργό συμμετοχή σε αυτό.As many of the achievements and the acquisitions of the union movement are being challenged, one might wonder whether this is due to the impact of liberalization policies and the world economy or to internal factors of the labour unions. The present research aims, through an anonymous questionnaire to 409 primary school teachers a. to investigate any relationships between the commitment and perceived usefulness of teachers about their local labour unions b. to identify the reasons that affect teachers’ active participation to the union movement and c. to make suggestions to the local unions’ leaders in order to better convince their members about the value of union participation and set out a new vision for it
Why Work Together? Teachers, Parents, Students and Community Partners Talk about the Relationship of the School with its Environment
Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι σχέσεις των σχολείων με το εξωτερικό τους περιβάλλον μέσα από την οπτική των γονέων, των εκπαιδευτικών, των κοινωνικών φορέων, και των μαθητών. Η έρευνα πλαισιώνεται από τη θεωρία των κοινωνικών συστημάτων και τη θεωρία του κοινωνικού κεφαλαίου. Το βασικό ερώτημα της έρευνας είναι ο βαθμός ενσωμάτωσης των σχολείων στην ευρύτερη κοινότητα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με εστιασμένες συνεντεύξεις σε δείγμα 24 συμμετεχόντων, 6 σε κάθε ομάδα εστίασης. Στα αποτελέσματα αναδεικνύεται η πεποίθηση πως το σχολείο, παρά τις όποιες προσπάθειες, αλλαγές και μεταρρυθμιστικές κινήσεις, εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο απομονωτικά, από ότι συμμετοχικά. Παρά τη σύμφωνη γνώμη των συμμετεχόντων στην έρευνα για την ανάγκη περισσότερων και σημαντικότερων δράσεων και πρωτοβουλιών προς αυτήν την κατεύθυνση, διάφορα εμπόδια παρεμβάλλονται στη μετεξέλιξη του σχολείου σε ένα σύγχρονο οργανισμό ο οποίος βρίσκεται σε πλήρη σχέση και αρμονία με το εξωτερικό του περιβάλλον. Οι συμμέτεχοντες προτείνουν τρόπους βελτίωσης των σχέσεων σχολείου και ευρύτερου περιβάλλοντος.This paper examines the relationships of schools with their external environment through the lens of teachers, parents, students and community partners. The main question that drives the research is to what extent Greek schools are integrated in the wider social context. The research was conducted with focused interviews on a sample of 24 participants. The findings revealed that Greek schools despite all efforts, changes and reforms do not collaborate effectively with their surrounding environments. Despite the agreement of the participants in the research on the need for more focused actions and initiatives in this direction, there are obstacles that make the relationship between schools and their communities ineffective. Shareholders agree that more should be done acknowledging their role in the partnership as being more active, responsible and cooperative
Primary School Teacher’s Perceptions of the Principal’s Role in the Development of their Motivation, Professional Empowerment and Satisfaction
Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να μελετήσει τις απόψεις 164 εκπαιδευτικών, που υπηρετούσαν σε δημοτικά σχολεία της περιφερειακής ενότητας Λακωνίας, σχετικά με τον ρόλο του διευθυντή στην ανάπτυξη παραγόντων υποκίνησης, επαγγελματικής ικανοποίησης κι ενδυνάμωσής τους. Παράλληλα, να διερευνήσει την επίδραση που ασκούν τα δημογραφικά / εργασιακά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων στις απόψεις αυτές. Τα ευρήματά μας έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί, σε γενικές γραμμές, είναι ικανοποιημένοι από τις ενέργειες και τις στάσεις του διευθυντή τους, οι οποίες συμβάλλουν στην παρακίνηση, στην επαγγελματική ικανοποίηση και την ενδυνάμωση τους. Όσον αφορά τις διαστάσεις της ενδυνάμωσης, κυρίαρχες αναδείχτηκαν η αυτονομία (ως προς τη διδασκαλία και θέματα της τάξης τους), το επαγγελματικό κύρος και η αυτο-αποτελεσματικότητα. Ακολουθούν η επαγγελματική ανάπτυξη κι η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Το φύλο και τα ακαδημαϊκά προσόντα δε διαφοροποιούν καμία από τις μελετώμενες μεταβλητές. Αντίθετα, η ηλικία αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαφοροποίησης των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών σχετικά με τις ενέργειες του διευθυντή για την παρακίνηση και την ικανοποίηση τους, ενώ η σχέση εργασίας, η ηλικία και τα έτη υπηρεσίας επιδρούν στην ενδυνάμωση τους γενικά, καθώς και στις επιμέρους διαστάσεις της.The purpose of this research is to investigate views of 164 primary school teachers, who served in Laconia regional unity primary schools on the principal’s role in the development of motivating factors, professional satisfaction and empowerment. At the same time, investigate the effect of the demographic - professional characteristics of the educators on these perceptions. The results indicated that the teachers are generally satisfied with the actions and attitudes of the principal that contribute to motivation, professional satisfaction and empowerment. As for the dimensions of empowerment, dominant was autonomy, for teaching and classroom issues, professional growth and self-effectiveness. Next come professional development and participation in decision making. The gender and the academic qualifications of the educators do not differentiate any of the variables studied. On the contrary, the age is an important factor in differentiating teacher’s perceptions of the principal\u27s actions to motivate and job satisfaction, while working relationship, age and previous experience affect all the variables of empowerment and its individual dimensions
The Use of Films on History Education: Aspects and Practices of Future Teachers in CineScience
Σύγχρονες έρευνες τεκμηριώνουν ότι οι μαθητές/τριες εξοικειώνονται με τα ιστορικά γεγονότα και εκτός της σχολικής τάξης, αφού η Δημόσια Ιστορία διαμορφώνει την ιστορική τους κουλτούρα και επηρεάζει την ιστορική σκέψη και συνείδησή τους περισσότερο από την Ιστορία που προκύπτει από επιστημονικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου, τα τελευταία χρόνια κάνουν την εμφάνισή τους στη σχολική πραγματικότητα νέες διδακτικές μέθοδοι που αξιοποιούν τη Δημόσια Ιστορία, όπως η ιστορική εκπαιδευτική ψυχαγωγία ή αλλιώς «Histotainment». Χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεθόδου αυτής αποτελεί η αξιοποίηση του κινηματογράφου στη διδασκαλία της Ιστορίας μέσω της τεχνικής CineScience. Παρά τα αναμφίβολα οφέλη που παρουσιάζει η τεχνική αυτή για τη μαθησιακή διαδικασία, δεν λείπει και ο αντίλογος από τους επικριτές της. H παρούσα έρευνα, λοιπόν, μελέτησε τις απόψεις και τις πρακτικές μελλοντικών εκπαιδευτικών για την τεχνική CineScience και ανέδειξε τη σημασία της ουσιαστικής επιμόρφωσης και πρακτικής εφαρμογής για να καμφθούν οι αντιστάσεις σχετικά με τη διδακτική αξιοποίησή της.Contemporary research substantiates that the students get accustomed with historical events also outside of school, since Public History shapes their historical culture and influences their historical thought and consciousness more than the History resulting from scientific processes. Therefore, in recent years new teaching methods that utilize Public History have appeared in the school reality, such as Historical Edutainment (Histotainment). A typical example of this method is the use of cinema in History teaching through the technique “CineScience”. Despite the undoubted benefits of this technique for the learning process, there is no lack of controversy from its critics. This research, therefore, studied the views and the practices of future teachers in CineScience and highlighted the importance of substantial training and practical application to overcome resistance to its didactic use