TEI of Athens e-Publishing journals
Not a member yet
4175 research outputs found
Sort by
The association between animal and plant-based protein consumption with psychological distress in older adults of the Mediterranean area: epidemiological Mediterranean island study (2005-2020)
Εισαγωγή: Η επίδραση της πρωτεΐνης στην ανθρώπινη υγεία και μακροζωία παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα στην επιστήμη της διατροφής μέχρι σήμερα. Σκοπός: Η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ διατροφικής πρωτεϊνικής πρόσληψης και ψυχολογικής δυσφορίας, σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, που ζουν σε ελληνικά νησιά της Μεσογείου. Υλικό και Μέθοδος: Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από ηλικιωμένους που ζουν σε 20 ελληνικά νησιά της Μεσογείου, από την επιδημιολογική μελέτη MEDiterranean Islands Study (MEDIS) (ν=2.221). Τα ανθρωπομετρικά, κλινικά και κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής και η κατανάλωση πρωτεϊνών (συνολικά, ζωικές, φυτικές) που λήφθηκαν υπόψη βάσει του επικυρωμένου Ερωτηματολογίου Συχνότητας Τροφίμων (ΕΣΚΤ), προέκυψαν μέσω τυπικών διαδικασιών και ερωτηματολογίων. Η «Ψυχολογική Δυσφορία» (ΨΔ) αξιολογήθηκε ως μια συνδυασμένη μεταβλητή που αντιπροσωπεύει συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους. Αποτελέσματα: Η πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης, αλλά όχι φυτικής, συσχετίστηκε με υψηλότερη ΨΔ μετά από προσαρμογή ως προς την ηλικία, το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης, την προσκόλληση στη Μεσογειακή διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα (β ± ΤΣ: 0,403 ± 0,090, p=0,003). Μετά από ανάλυση ανά βαθμό προσκόλλησης στη Μεσογειακή διατροφή, μεταξύ αυτών με χαμηλή προσκόλληση, η πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης συσχετίστηκε θετικά με την ΨΔ (Β ± ΤΣ: 1,119 ± 0,174, p=0,008). Δεν παρατηρήθηκαν συσχετίσεις σε ομάδες μέτριας ή υψηλής προσκόλλησης όσον αφορά την φυτική πρωτεϊνική πρόσληψη και την ΨΔ. Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη προτείνει ότι οι πηγές φυτικών πρωτεϊνών αποτελούν σημαντικό μέρος του συνολικού διατροφικού προτύπου και ότι η χαμηλή έως μέτρια πρόσληψη κόκκινου κρέατος στο πλαίσιο της Μεσογειακής διατροφής μπορεί να σχετίζεται με χαμηλότερη ΨΔ.Introduction: The effects of protein consumption on overall human health and longevity remain one of the most controversial issues in nutrition science to date. Aim: To evaluate the association between dietary protein intake and psychological distress, in people aged 65 years of age, living in insular Greece. Methodology: Data from older people living in 20 Greek islands, from the MEDiterranean Islands Study (MEDIS) (n=2,221) population-based cross-sectional study were used. Anthropometric, clinical and socio-demographic and lifestyle characteristics, and protein consumption (total, animal, plant) consumed based on validated FFQ, were derived through standard procedures and questionnaires. Psychological distress was assessed as a combined variable representing symptoms of depression and anxiety. Results: Animal protein, but not plant protein intake, was associated with higher PDS following adjustment for age, sex, education level, Mediterranean diet adherence and physical activity (b±SE: 0.403 ± 0.090, p=0.003). Following analysis by Mediterranean diet adherence level, among low adherers, animal protein intake was positively associated with Psychological Distress (b±SE: 1.119 ± 0.174, p=0.008); no associations were observed in moderate or high adherence groups or as regards plant protein intake and Psychological Distress. Conclusions: The present study suggests that plant protein sources form an important part of the overall dietary pattern and that low to moderate red meat intake within a Mediterranean diet pattern may be associated with lower Psychological Distress
Η εφαρμογή του NAVA σε παιδιατρικούς ασθενείς
Εισαγωγή: Η υπoβoήθηση τoυ αερισμoύ πρoσαρμoζόμενη στη νευρική αναπνευστική ώση (Neurally Adjusted Ventilatory Assist – NAVA) είναι ένας νέος τρόπος αερισμού που χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια στις παιδιατρικές μονάδες και παρέχει μια πίεση ανάλογη προς την ηλεκτρική δραστηριότητα του διαφράγματος (EAdi) και είναι εξαρτώμενη από τη νευρογενή παραγωγή της κεντρικής αναπνευστικής εντολής του ασθενούς. Σκοπός: Η εκτίμηση της εφαρμογής του NAVA σε παιδιατρικούς ασθενείς που νοσηλεύονται σε ΜΕΘ Παίδων και η ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας σχετικά με αυτό και την επίδραση του NAVA σε αναπνευστικές και αιμοδυναμικές παραμέτρους, καθώς και στην έκβαση των ασθενών. Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, για μελέτες δημοσιευμένες μέχρι τον Αύγουστο του 2019, στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων PUBMED με τις ακόλουθες λέξεις-κλειδιά: «Neurally Adjusted Ventilator Assist» «ventilation», «Paediatric Intensive Care Unit», «Child» και «Infant». Στην ανασκόπηση συμπεριλήφθηκαν πρωτογενείς μελέτες που ήταν γραμμένες στην αγγλική γλώσσα και αφορούσαν στην εφαρμογή του NAVA σε παιδιά που νοσηλεύονταν σε ΜΕΘ Παίδων. Αποτελέσματα: Η αρχική αναζήτηση κατέληξε σε 58 άρθρα. Από τα άρθρα αυτά, μετά την εφαρμογή των κριτηρίων αναζήτησης, την ανάγνωση των τίτλων, της περίληψης και ολόκληρου του κειμένου συμπεριλήφθησαν στην ανασκόπηση τα 11. Η εφαρμογή του NAVA σε βρέφη και παιδιά σε ΜΕΘ Παίδων σχετίστηκε με σημαντική βελτίωση του συγχρονισμού ασθενή – αναπνευστήρα, μείωση των μέγιστων και μέσων πιέσεων των αεραγωγών, μείωση της συγκέντρωσης του εισπνεόμενου οξυγόνου και αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε σχέση με την εφαρμογή συμβατικών μεθόδων αερισμού. Επίσης, σε μία μελέτη βρέθηκε ότι η ποσότητα της καταστολής ήταν σημαντικά χαμηλότερη κατά την εφαρμογή NAVA σε ασθενείς που δε νοσηλεύονταν για χειρουργικό πρόβλημα. Επίσης, ο NAVA σχετίστηκε με σημαντικά χαμηλότερη βαθμολογία της κλίμακας COFMORT. Συμπεράσματα: Ο αερισμός των ασθενών στις παιδιατρικές ΜΕΘ με την εφαρμογή του NAVA φαίνεται να είναι ασφαλής, με καλή ανοχή και βελτιώνει το συγχρονισμό ασθενή – αναπνευστήρα. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να διεξαχθούν τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με μεγαλύτερο δείγμα ασθενών, για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων
Physician Burnοut Syndrome: An indirect indicatοr abοut the Health System perfοrmance
Το σύνδρομο εξουθένωσης στους γιατρούς αποτελεί έναν πρώιμο δείκτη αναφορικά με τη δυσλειτουργία του συστήματος υγείας, ο οποίος είναι επίσης ιδιαίτερα χρήσιμος για τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων. Με την παρακολούθηση της εξουθένωσης των ιατρών, οι διάφορες απειλές-κίνδυνοι μπορούν να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν με οικονομικά αποδοτικό τρόπο, προτού διαταραχθεί η περίθαλψη των ασθενών. Το σύνδρομο εξουθένωσης αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά το χώρο εργασίας των ιατρών, με την έκθεση σε πολλές ώρες κλινικής εργασίας να καταδεικνύει μια δοσο-εξαρτώμενη επίδραση με την εξουθένωση, υποδηλώνοντας έτσι την αιτία και το αποτέλεσμα. Η εξάντληση αποτελεί και τον παράγοντα που συνδέεται στενότερα με τις αποφάσεις των ιατρών αναφορικά με την απόσυρσή τους από την κλινική πρακτική, είτε φυσικά-σωματικά είτε ψυχολογικά, με δυσμενείς επιπτώσεις στην πρόσβαση, τη συνέχεια της περίθαλψης, την ικανοποίηση των ασθενών, την παραγωγικότητα και το κόστος. Η πρόληψη τέτοιων καταστάσεων μέσω της εισαγωγής «ανιχνευτών-δεικτών» εξουθένωσης στο χώρο της υγείας είναι υψίστης σημασίας. Οι ανιχνευτές-δείκτες εξουθένωσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση του χώρου εργασίας και την αποκάλυψη των δημιουργών-ιθυνόντων του φαινομένου της εξουθένωσης.Physicians’ Burnout Syndrome is an early indicator about the health system malfunction and it may be a useful tool for the decision makers in health sector. By monitoring physicians’ burnout, the various threats-risks can be identified and dealt with in a cost-effective manner before patient’s care be disturbed. Burnout syndrome is an important issue in doctors’ workplace and the exposure to long hours of clinical work demonstrates a dose-dependent effect with exhaustion, thus indicating the cause and effect. Burnout Syndrome is also the factor most closely associated with physicians' decisions about their withdrawal from clinical practice, either physically or psychologically, with adverse effects on access, continuity of care, patient satisfaction, productivity as well as the cost. Preventing such situations through the introduction of burnout "detectors" in the field of health is of paramount importance. Burnout "detectors" can be used to evaluate doctors’ workplace and reveal the issues/causes responsible for the Burnout Syndrome phenomenon
Ποιότητα ζωής ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια
Εισαγωγή: Οι ασθενείς με Καρδιακή Ανεπάρκεια (ΚΑ) παρουσιάζουν χαμηλούς δείκτες Ποιότητας Ζωής (ΠΖ) και αυξημένη επίπτωση ψυχικών διαταραχών σε σχέση με το γενικό πληθυσμό αλλά και σε σχέση με πάσχοντες άλλων χρόνιων νοσημάτων. Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η ποιότητα ζωής των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια. Υλικό και μέθοδος: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη το δείγμα της οποίας αποτέλεσαν 42 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε καρδιολογικό τμήμα τριτοβάθμιου νοσοκομείου της Αττικής. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε σταθμισμένο ερωτηματολόγιο σχετικό με την εκτίμηση της ποιότητας ζωής των ασθενών (Minnesota Living with Heart Failure Questionnaire (MLHFQ). Στην μελέτη εντάχθηκαν οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σύμφωνα με τις τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες του 2016. Για την επεξεργασία των δεδομένων, χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS ver.17 . Αποτελέσματα: Μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας που υπήρξε με τους ασθενείς ή τους οικείους τους διαπιστώθηκε ότι οι 19 εκ των 61 ασθενών (31,1%) απεβίωσαν το διάστημα που προηγήθηκε της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Οπότε, στη στατιστική ανάλυση συμπεριλήφθησαν οι ασθενείς που βρίσκονταν στη ζωή, (n=42). Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 67,8 έτη(±13,6), ενώ 85,8% ήταν άνδρες. Όσον αφορά στην ποιότητα ζωής (MLHFQ) δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα και τις υποκλίμακες που μελετήθηκαν. Βρέθηκε όμως, στατιστικώς σημαντική επίδραση της ανεξάρτητης μεταβλητής σε μια υποκλίμακα για την ποιότητα ζωής, δηλαδή οι τρεις κατηγορίες που αφορούν στην κατάσταση παχυσαρκίας διαφέρουν κατά στατιστικώς σημαντικό τρόπο ως προς τη δυσκολία που παρουσιάζουν οι ασθενείς αυτοί κατά το βραδινό τους ύπνο, [F (2, 15)=5,623, (p0.05)]. Συμπεράσματα: Η ποιότητα ζωής των ασθενών με ΚΑ φάνηκε να επηρεάζεται από την κατάσταση παχυσαρκίας τους. Χρειάζεται να πραγματοποιηθούν περαιτέρω μελέτες που να διερευνούν την ποιότητα ζωής σε σχέση με τις συν-νοσηρότητες όπως είναι η παχυσαρκία
Quality of life in patients with colostomy and the effects in everyday life
Εισαγωγή: Η δημιουργία κολοστομίας αποτελεί χειρουργική επιλογή για διάφορες παθήσεις. Μια σειρά από παθολογικές καταστάσεις επιβάλλουν τη δημιουργία κολοστομίας είτε μόνιμης, είτε προσωρινής, είτε προστατευτικής. Η κολοστομία δημιουργεί ποικίλες ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στους πάσχοντες, οι οποίοι βιώνουν αισθήματα θυμού, άγχους και φόβου και μειώνουν την ποιότητα ζωής τους. Σκοπός: Ο σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της ποιότητας ζωής των ασθενών με κολοστομία. Επιμέρους στόχοι ήταν να προσδιορισθούν οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ασθενών αυτών. Υλικό και μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση, σχετική με το θέμα χρησιμοποιώντας τις βάσεις δεδομένων Google Scholar, Scopus, Science Direct και PubMed, για το διάστημα 2008-2018. Χρησιμοποιήθηκαν, με διάφορους συνδυασμούς και συνδέσμους, οι λέξεις-κλειδιά, «colostomy» και «Quality of life» και τέθηκαν κριτήρια εισόδου στη μελέτη. Αποτελέσματα: Όπως παρουσιάζεται από τις περισσότερες έρευνες, οι ασθενείς με κολοστομία δυσκολεύονται να ζήσουν άνετα και να ενταχθούν στην κοινωνία καθώς το πρόβλημά τους, τους επηρεάζει άμεσα. Η ύπαρξη κολοστομίας σχετίστηκε με διάφορες κοινωνικές, συναισθηματικές, σωματικές, σεξουαλικές και λειτουργικές διαταραχές και διάφορους παράγοντες μείωσης της ποιότητας ζωής τους. Συμπεράσματα: Είναι σημαντικό να λαμβάνονται μέτρα για την επίδραση της κολοστομίας στην ψυχοκοινωνική κατάσταση του ασθενή και να παρέχεται υποστήριξη προεγχειρητικά και μετεγχειρητικά. Οι νοσηλευτές είναι αυτοί που παρέχουν συμβουλές και εκπαιδεύουν τους ασθενείς και την οικογένειά του για τη διαχείριση της κολοστομίας με σκοπό την προαγωγή της αυτοφροντίδας τους, η οποία θα συμβάλει και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.Introduction: Creating colostomy is a surgical option for various diseases. The colostomy is creates a variety of psychosocial effects on patients who are experiencing feelings of anger, anxiety and fear, decreasing their Quality of Life (QoL). Aim: The aim of the study is to investigate the Quality of Life of patients with colostomy. Specific objectives are to identify the factors affecting the quality of life of these patients Methodology: A systematic review was conducted, using the databases Google Scholar, Scopus, Science Direct και PubMed and covering the 2008-2018 period. The keywords «colostomy» and «Quality of life» and selection/ exclusion criteria were used to identify the appropriate articles/ studies for the review. Results: As shown by most studies, patients with colostomy struggle to live comfortably and to integrate into society as their problem affects them directly. Patients with colostomy face various social, emotional, physical, sexual and operating complications, reducing their QoL. Conclusions: It is important to take measures for the effect of colostomy on the patient psychosocial condition and provide support preoperative and postoperative. Nurses are the ones who advise and educate patients and their families to manage the colostomy, promoting the independence of patients and improving their quality of life
Τα όρια στη θεραπεία απεξάρτησης
Εισαγωγή: Τα όρια ενός ατόμου του επιτρέπουν να διαφυλάττει την ακεραιότητά του, να παίρνει την ευθύνη του εαυτού του και να έχει τον έλεγχο της ζωής του προστατεύοντάς το από την παραβίαση των άλλων. Σκοπός: Η συγκεκριμένη μελέτη επιχειρεί να περιγράψει την προσπάθεια θεραπευτών απεξάρτησης να υποστηρίξουν μέλη οικογενειών που αντιμετωπίζουν προβλήματα σχετιζόμενα με τη χρήση αλκοόλ/ψυχοδραστικών ουσιών στην εφαρμογή ορίων. Μεθοδολογία: Έγιναν συνεντεύξεις εστιασμένης συζήτησης με θεραπευτές απεξάρτησης και συλλέχθηκαν 42 βινιέτες συνεργασίας με οικογένειες. Για την κωδικοποίηση χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα Αtlas-t. Αποτελέσματα: Η εφαρμογή ορίων αποτελεί μια συχνή παρέμβαση με επιβαρυμένα μέλη οικογενειών, η οποία σχετίζεται τόσο με την κινητοποίηση όσο και με την προσπάθεια αυτονόμησης του μέλους που αντιμετωπίζει προβλήματα σχετιζόμενα με τη χρήση ουσιών. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί το να ηρεμήσει το οικογενειακό σύστημα και να αποκλιμακωθεί ο κύκλος χρήσης-συγκρούσεων. Συμπεριφορές που οδηγούν σε άσκοπες συγκρούσεις ή αποξένωση αποφεύγονται, ενώ συμπεριφορές που συσφίγγουν τις οικογενειακές σχέσεις ενισχύονται. Συμπεράσματα: Η επεξεργασία των αρνητικών συναισθημάτων των μελών της οικογένειας διασφαλίζει ότι τα όρια ενθαρρύνουν την αλλαγή, αποφεύγοντας τον έλεγχο και την ενοχοποίηση του ατόμου που αντιμετωπίζει προβλήματα εξάρτησης. Η εφαρμογή των ορίων είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν στο ιστορικό της οικογένειας υπάρχει κακοποίηση, αλκοολισμός και άλλα προβλήματα συνδεόμενα με βαρύ φορτίο ενοχών για το παρελθόν
Hadrian’s aqueduct in Athens. Educational activity project in the context of promoting cultural heritage among youth
Purpose: To contribute to the study of cultural heritage, as well as to explore the possibility of delving deeper into a number of its fields through a single monument. Design/methodology/approach: Applying contemporary informal education approaches to the design of an educational program for cultural monuments taking Hadrian’s aqueduct as the starting point.Findings: The rich interdisciplinary approach that emerged from the study of a single monument, its capacity to “narrate” stories as well as the potential of its gainful employment by young people, aiming at their cultural awareness concerning world cultural heritage of monuments. Practical value: understanding and applying learning theories for studying objects, realising the degree to which discussing objects contributes to and illuminates different aspects of material culture, given that learning is influenced by personal elements, too: one’s interests, inclinations, the manner in which one prefers to learn, etc. Originality/value: Examining how a monument of cultural heritage can be perceived through a broader and more interesting feel for its inherent meaning, instead of exclusively through its narrow morphological sense, remains relevant
Investigation of factors affecting quality of life in hemodialysis patients
Εισαγωγή: Οι επιπτώσεις της Χρόνιας Νεφρικής Ανεπάρκειας επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ασθενών υπό αιμοκάθαρση. Υλικό – Μέθοδος: Πρόκειται για συγχρονική ποσοτική μελέτη στην οποία χρησιμοποιήθηκε το εξειδικευμένο ερωτηματολόγιο Kidney Disease and Quality of Life (KDQOL-SF™). Ως μέθοδος δειγματοληψίας επιλέχθηκε η σκόπιμη δειγματοληψία. Το τελικό δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 49 ασθενείς με μέση ηλικία τα 57,9 έτη (± 12,6). Η αξιοπιστία του εκτιμήθηκε με το συντελεστή Cronbach a. και η συλλογή των δεδομένων έγινε κατά τους θερινούς μήνες Ιούνιο έως και Αύγουστο του 2019. Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα IBM SPSS 25.0. Υπολογίστηκαν κατανομές συχνοτήτων με 95% διαστημάτων εμπιστοσύνης με τεχνικές bootstrap. Αποτελέσματα: Τα σημαντικότερα θετικά ευρήματα που αφορούν την ποιότητα ζωής των συμμετεχόντων ήταν η κοινωνική υποστήριξη των ασθενών, η ενθάρρυνση του προσωπικού της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, η γνωστική λειτουργία και ο σωματικός ρόλος, ενώ χαμηλότερες τιμές έλαβαν η εργασία, ο πόνος, η σεξουαλική και η σωματική λειτουργικότητα και το βάρος της νεφρικής νόσου. Σε μέτρια επίπεδα κυμάνθηκε η συναισθηματική ευεξία η οποία βρίσκεται στο μεταίχμιο για την ποιότητα ζωής. Συμπεράσματα: Από τη παρούσα μελέτη προκύπτει η ανάγκη του σχεδιασμού ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης για τους ασθενείς με διαρκή παρακολούθηση, καθώς και προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης και εργασίας.Introduction: The effects of Chronic Kidney Failure have a significant impact on the quality of life of patients. Aim: The aim of the present study was to investigate the factors affecting the quality of life of dialysis patients. Methods: This is a cross-sectional quantitative study that used the specialized Kidney Disease and Quality of Life questionnaire (KDQOL-SF.). Deliberate sampling was chosen as the sampling method. The final sample of the study was 49 patients with a mean age of 57.9 years (± 12.6). Its reliability was assessed by the Cronbach a factor and the collection was done during the summer months of June to August 2019. The IBM SPSS 25.0 was used for data analysis. Frequency distributions with 95% confidence intervals calculated by bootstrap techniques. Results: The most significant positive findings regarding participants' quality of life were social support for patients, encouragement from the staff of the nephrology department, cognitive function and physical role, while lower values received work, pain, sexual and physical functionality and severe psychological condition from Kidney disease. Emotional well-being affected quality of life to moderate levels. Conclusions: This study demonstrates the need for psychotherapeutic intervention planning for patients with ongoing follow-up, specific creative work and work programs