TEI of Athens e-Publishing journals
Not a member yet
4175 research outputs found
Sort by
Influence of prehospital time in trauma patients’ outcome: a systematic review
Εισαγωγή: Τις τελευταίες δεκαετίες, τα τραύματα αποτελούν μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου, ειδικά σε ενήλικες κάτω των 40 ετών, γεγονός που οφείλεται στη ραγδαία αύξηση των τροχαίων ατυχημάτων, αλλά και στην αύξηση των πολέμων μεταξύ των κρατών, που οδήγησαν σε εκατομμύρια τραυματισμένους ή σε θανάτους συνεπεία τραυματισμών. Σκοπός: της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν να διερευνηθεί η επίδραση του προνοσοκομειακού χρόνου στην έκβαση των ασθενών με τραύμα. Μέθοδος: Αναζητήθηκε η σχετική ελληνική και διεθνής βιβλιογραφία της τελευταίας 10ετίας, στις ηλεκτρονικές βάσεις αποδελτίωσης βιβλιογραφικών δεδομένων Pubmed, Scopus, ScienceDirect, Cochrane και Google Scholar, ενώ επίσης μελετήθηκαν κατευθυντήριες οδηγίες διεθνών επιστημονικών οργανισμών και εταιρειών. Οι λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν: prehospital time, prehospital care, transport time, on-scene time, trauma patients outcome, outcome parameters, golden hour, factors contributing to the survival of trauma patients, road traffic injuries, road safety. Αποτελέσματα: Για τη συγκεκριμένη συστηματική ανασκόπηση, επιλέχθηκαν τελικώς 13 άρθρα. Tα αποτελέσματα έδειξαν ότι η άμεση, σωστή, εξειδικευμένη και ολοκληρωμένη παροχή πρώτων βοηθειών σε προνοσοκομειακό επίπεδο, συμβάλλει καθοριστικά στην ολιστική αντιμετώπιση του τραυματία ασθενή, καθώς και στη σταθεροποίησή του, πριν τη διακομιδή του σε κάποιο εξειδικευμένο και οργανωμένο νοσοκομειακό κέντρο τραύματος, με τελικό αποτέλεσμα τον περιορισμό της θνησιμότητας και της θνητότητας των τραυματιών. Παρόλα αυτά, απαιτούνται από την επιστημονική κοινότητα ακόμη περισσότερες και πιο εξειδικευμένες έρευνες, σε μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, ώστε να εξαχθούν πιο ασφαλή συμπεράσματα, αναφορικά με την αύξηση του ποσοστού επιβίωσης των σοβαρά τραυματισθέντων ασθενών. Συμπεράσματα: Ο χρόνος αποτελεί τον πιο βασικό και καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση της υγείας των ασθενών με τραύμα και συγκεκριμένα σημαντική είναι η προνοσοκομειακή παρέμβαση κατά τη πρώτη ώρα του τραυματισμού, ώστε να περιοριστεί σημαντικά η θνησιμότητα των τραυματιών.Introduction: In recent decades, wounds are one of the leading causes of death, especially among young people under the age of 40, due to the rapid increase in motor vehicle accidents, but also to widespread wars between states, which have led to millions of injured or to deaths as a result of injuries. Aim: of this systematic review was to investigate the influence of prehospital time on trauma patients’ outcome. Method: The relevant Greek and international bibliography was searched in the Pubmed, Scopus, ScienceDirect, Cochrane and Google Scholar bibliographic databases. The key words used were: prehospital time, prehospital care, transport time, on-scene time, trauma patients’ outcome, outcome parameters, golden hour, factors contributing to the survival of trauma patients, road traffic injuries, road safety and a combination of these. Results: For this systematic review, 13 articles were finally selected. The results showed that the immediate, correct, specialized and comprehensive provision of first aid at the pre-hospital level contributes decisively to the holistic treatment of the injured patient and the stabilization before moving to a specialized and organized hospital wound center, ultimately limiting the mortality and fatality of the wounded. However, more specialized researches are required from the scientific community, to larger groups of the population, in order to draw more safe conclusions regarding the increase in the survival rate of seriously injured patients. Conclusions: Time is the most basic and determinant factor for the outcome of traumatic health, and in particular, pre-hospital intervention during the first hour of injury is important to significantly reduce the mortality of the injured
Εκτίμηση της ποιότητας ζωής ασθενών με άσηπτη νέκρωση κεφαλής μηριαίου μετά από υπερβαρική οξυγονοθεραπεία
Εισαγωγή: Η Άσηπτη Νέκρωση Κεφαλής Μηριαίου (ΑΝΚΜ), είναι μια παθολογική κατάσταση όπου η παροχή αίματος προς τη μηριαία κεφαλή ανεπαρκεί χωρίς όμως να έχει προηγηθεί τραυματισμός. Η θεραπεία της ΑΝΚΜ έγκειται σε επεμβατικές (αποσυμπίεση του πυρήνα, μόσχευμα οστού και οστεοτομία) και μη επεμβατικές μεθόδους (ηλεκτρική διέγερση, μαγνητικά πεδία, φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία με Υπερβαρικό Οξυγόνο - ΥΒΟ). Σκοπός: Η αξιολόγηση της επίδρασης της θεραπείας με ΥΒΟ στην Ποιότητα Ζωής των ασθενών που πάσχουν από ΑΝΚΜ, όταν αυτή χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη διεθνώς αποδεκτή μη χειρουργική θεραπεία. Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε προοπτική μελέτη παρατήρησης με μία ομάδα παρέμβασης, που διήρκησε 3,5 έτη. Διενεργήθηκε σε 73 ασθενείς που παραπέμφθηκαν από ειδικό ορθοπαιδικό για ΥΒΟ, με ΑΝΚΜ σταδίου Ι ή ΙΙ σύμφωνα με την κλίμακα Steinberg. Οι ασθενείς αξιολόγησαν την Ποιότητα Ζωής σχετιζόμενη με την Υγεία τους (HR-QoL) συμπληρώνοντας το Ερωτηματολόγιο για την Υγεία EuroQol-5D-5L (EQ) και την οπτική αναλογική κλίμακα πόνου (VAS) πριν την έναρξη ΘΥΒΟ, μετά την Α’ φάση (20 ΥΒΟ) και μετά τη Β’ φάση (επιπλέον 20 ΥΒΟ). Αποτελέσματα: Κατά την ένταξη, την Α’ φάση και τη Β’ φάση, η μέση τιμή στο ερωτηματολόγιο για την Υγεία (EQ) ήταν 58,01, 65,07 και 77,36 αντίστοιχα ενώ η αξιολόγηση του πόνου (VAS) ήταν 5,4 (+/-ΤΑ:1,9), 4,8 (+/-ΤΑ:1,8) και 2,7 (+/-ΤΑ:2,02), γεγονός που δηλώνει τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Συμπεράσματα: Η ΥΒΟ επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών με ΑΝΚΜ. Ο πόνος και η ποιότητα των συνήθων δραστηριοτήτων του ασθενούς σχετίζονται με τη χρήση ΥΒΟ. Μεγαλύτερες μελέτες απαιτούνται για πιο ενδελεχή αξιολόγηση
Theoretical approach to gender differences of empathy
Η ενσυναίσθηση με την έννοια της κατανόησης των συναισθημάτων, των σκέψεων και της συμπεριφοράς ενός άλλου ανθρώπου θεωρείται θεμελιώδης στη θεραπευτική σχέση στο περιβάλλον φροντίδας υγείας. Η έρευνα για την ενσυναίσθηση μέχρι σήμερα έχει δείξει διαφορές ανάμεσα στους επαγγελματίες υγείας με κυριότερο στοιχείο τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι η μελέτη των διαφορών του φύλου μέσα από τη θεωρητική, φιλοσοφική πλευρά και την εξήγηση αυτού του φαινομένου μέσα από διάφορες θεωρίες και υποθέσεις οι οποίες δίνουν τη δική τους ξεχωριστή ερμηνεία. Η μελέτη έγινε με βάση τα στερεότυπα των ρόλων ανάμεσα στα δύο φύλα, την εξελικτική θεωρία της γονικής επένδυσης, τις διαφορές φύλου από κοινωνιολογικής και ψυχοδυναμικής άποψης, την ηθική και δεοντολογική διάσταση του θέματος, τη συναισθηματική ενσυναίσθηση και τη Νευρο-βιολογική βάσης της Ενσυναίσθησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι προσδοκίες της κοινωνίας ρυθμίζουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά και τους ρόλους των δύο φύλων με τις γυναίκες να αναμένεται και ενδεχομένως να εκφράζουν ψηλότερα επίπεδα ενσυναίσθησης σε σχέση με τους άνδρες. Σύμφωνα με άλλες θεωρίες η διαφορά υποστηρίζεται στη βάση του μητρικού ενστίκτου και στο γεγονός ότι οι μητέρες αναμένεται να αναπτύξουν δεξιότητες συναισθηματικής αντιληπτικότητας για να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα και τις ανάγκες των απογόνων τους ώστε να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ο παραδοσιακός ρόλος της γυναίκας όσον αφορά τη φροντίδα και η ηθική που διαμορφώνεται γύρω από αυτόν, καθώς και η άποψη ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη αντιληπτικότητα των συναισθημάτων και είναι σε μεγαλύτερο βαθμό δεκτικές συναισθηματικών μηνυμάτων τις βοηθά να προσφέρουν μεγαλύτερη συναισθηματική υποστήριξη από τους άντρες, να έχουν πιο ανθρώπινη συμπεριφορά και μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία. Πιο πρόσφατες μελέτες αποδίδουν τις διαφορές φύλου σε νευρο-βιολογικούς παράγοντες και παρουσιάζουν ενδείξεις ότι η διαφορετικότητα των φύλων όσον αφορά την ενσυναίσθηση έχει φυλογενετική και οντολογική βιολογική βάση και δεν είναι απόλυτα προϊόν πολιτισμικών συνισταμένων που καθορίζονται από την κοινωνικοποίηση. Συμπερασματικά θα πρέπει να τονιστεί ότι η μελέτη του θέματος χρειάζεται να ενισχυθεί με περισσότερους και ίσως πιο εξεζητημένους τρόπους διερεύνησης ώστε η επιστημονική κοινότητα να είναι σε θέση να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα για τις διαφορές φύλου και αν αυτές οι διαφορές θα συνεχίσουν να υφίστανται ή αν θα εκλείψουν μέσα στο χρόνο.Empathy in the sense of understanding the feelings, thoughts and behavior of another person is considered to be fundamental to the therapeutic relationship in the health care environment. Research on empathy to date has shown differences between health professionals, with gender differences being the most important. The purpose of this article is to study the differences of gender through the theoretical, philosophical side and the explanation of this phenomenon through various theories and assumptions that give their own distinct interpretation. The study was based on stereotypes of roles between the two sexes, evolutionary theory of parental investment, gender differences from a sociological and psychodynamic point of view, moral and ethical dimension of the subject, emotional empathy and the Neuro-biological basis of empathy. The results have shown that societal expectations greatly regulate gender behavior and roles with women being expected and potentially expressing higher levels of empathy than men. According to other theories, the difference is supported on the basis of the parent instinct and the fact that mothers are expected to develop emotional perceptual skills to be able to sense the feelings and needs of their offspring to ensure their survival. The woman's traditional role in caring and the moral around him, as well as the view that women have a greater sense of emotion and are more likely to feel emotional messages helps them to provide more emotional support from men, have more human behavior and greater social sensitivity. More recent studies attribute gender differences to neurobiological factors and show signs that gender diversity in empathy has a phylogenetic and ontological biological basis and is not an absolute product of cultural components determined by socialization. In conclusion, it should be stressed that the study of the subject needs to be reinforced with more and perhaps more sophisticated ways of exploring so that the scientific community can safely draw conclusions on gender differences and whether these differences will continue to exist or disappear In the time
Best collaborative practices for advocacy and promotion of Open Educational Resources
Purpose – The present study, after reviewing the relevant literature and the recent trends that became evident from the Open Education Global Conference 2018 (and other similar fora), documents the best practices to be adopted by the Greek academic libraries, in order to support the OER actions in Higher Education by making the Academic Community aware of the culture of OER adoption/use. Design/methodology/approach – It emerged from the analysis of the empirical results of a relevant research conducted among faculty of Greek Universities. The research inquired into the support/guidance that academic libraries offer to the faculty of their institutions for: a. adopting/using Open Educational Resources (OER), b. creating OER and c. OER intellectual property (copyright). Findings – The results of the research showed that most of the faculty does not consider academic libraries much supportive of them in any of the three areas investigated -as opposed to what occurs in Europe and internationally. Originality/value – The practices documented could: a. gain advantage from the existing library infrastructure and enhance the know-how and digital competence of librarians in the following areas: OER location, intellectual property (copyright), metadata and quality assurance, institutional repositories (storage and preservation), b. support faculty and students in cultivating their digital skills and thus achieving “OER Literacy”.
Reflection and reflective practice: a cornerstone value for the future of nursing
(Άρθρο στα Αγγλικά
Body Fat Reduction and High Intensity Interval Training
Εισαγωγή: Η παχυσαρκία ενηλίκων, ανδρών και γυναικών, συνιστά συχνό φαινόμενο στις ανεπτυγμένες χώρες. Μεγάλη μερίδα των παχύσαρκων γυναικών καταφεύγει σε γυμναστήρια, αναζητώντας τη λύση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας στην αερόβια άσκηση σε διάδρομο γυμναστικής. Ιδιαίτερα δημοφιλής φέρεται να είναι η Διαλειμματική Προπόνηση Υψηλής Έντασης (ΔΠΥΕ). Σκοπός: Η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας της ΔΠΥΕ σε διάδρομο γυμναστικής σε γυναίκες ηλικίας 25-50 ετών, με ειδικά σχεδιασμένα πρωτόκολλα, χρονικής διάρκειας 12 εβδομάδων. Υλικό και Μέθοδος: Απαραίτητα εργαλεία για τη διενέργεια της ποσοτικής- και της ποιοτικής έρευνας ήταν: (1) Πρωτόκολλο μετρήσεων, (2) Πρωτόκολλο παρατηρήσεων/Ημερολόγιο και (3) Ερωτηματολόγιο με άξονες, που χρησιμοποιήθηκε σε ημιδομημένες συνεντεύξεις. Ως όργανα μέτρησης χρησιμοποιήθηκαν το δερματοπτυχόμετρο, ο ζυγός, και ειδικό όργανο μέτρησης ύψους. Οι δοκιμασίες της Πειραματικής Ομάδας διενεργήθηκαν σε διάδρομο γυμναστικής, με πρωτόκολλο ΔΠΥΕ. Διαμορφώθηκαν δύο Ομάδες, με 15 γυναίκες σε κάθε ομάδα: Πειραματική και Ελέγχου. Και οι δύο Ομάδες τήρησαν ειδικά σχεδιασμένο διατροφικό πρόγραμμα. Αποτελέσματα: Η ΔΠΥΕ επέφερε στατιστικά σημαντική μείωση του υποδόριου σωματικού λίπους και του σωματικού βάρους. Η μείωση του σωματικού λίπους διαφοροποιείτε ανά κατηγοριοποίηση παχυσαρκίας. Η παρατηρούμενη μείωση του σωματικού λίπους στις γυναίκες της Πειραματικής Ομάδας ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη έπειτα από την 3η μέτρηση. Επιπλέον, διαπιστώθηκε, ότι ο αριθμός των συνεδριών επηρεάζει στατιστικά σημαντικά τη μείωση της μέσης τιμής του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Ο σωματότυπος «μήλο» σημείωσε τη μεγαλύτερη μείωση του σωματικού λίπους και στις δύο Ομάδες. Συμπεράσματα: Ιδιαίτερα αποτελεσματική κρίθηκε η διενέργεια αερόβιας άσκησης σε διάδρομο γυμναστικής ΔΠΥΕ, αναφορικά με τη μείωση των επιπέδων του σωματικού λίπους, του σωματικού βάρους, της δερματοπτυχής της κοιλιάς, και του ΔΜΣ, καθώς, επίσης, και στην κατηγοριοποίηση της παχυσαρκίας. Την καλύτερη ανταπόκριση στην αερόβια άσκηση σε διάδρομο γυμναστικής, αναφορικά με τη μείωση του σωματικού λίπους, έχουν οι γυναίκες με σωματότυπο «μήλο». Οι γυναίκες της Ομάδας Ελέγχου με σωματότυπο «μήλο», έχοντας τηρήσει πιστά το ειδικά σχεδιασμένο διατροφικό πρωτόκολλο, σημείωσαν τις μεγαλύτερες μειώσεις σωματικού βάρους, μεταξύ εκείνων με τους λοιπούς σωματότυπους. Ο αριθμός των συνεδριών επιδρά στατιστικά σημαντικά στην αποτελεσματικότητα της μεθόδου, ενώ καθοριστικός είναι και ο ρόλος του συνολικού αριθμού των συνεδριών.Introduction: Adult obesity, among men and women, is a common phenomenon in the developed countries. A great amount of the obese women is trying to find the solution to the problem of obesity in the gym, exercising on the gym treadmill. High Intensity Interval Training (HIIT) seems to be extremely popular. Aim: To explore the results of the HIITon a gym treadmill in women aged 25-50 years, with specially designed protocols lasting 12 weeks. Material and Method: The following tools were necessary for the quantitative and the qualitative research: (1) Measurement Protocol, (2) Observation Protocol, (3) Axis Questionnaire used in semi- structured interviews. The measurement tools used were the skinfold caliper, the body weight scale and the height measurement scale. The clinical trials of the Experimental Group were performed on a gym treadmill, performing HIIT. Two Groups were formed with 15 women each: Experimental and Control. Both Groups followed a specially designed nutritional protocol. Results: HIIT resulted in a statistically significant reduction of the subcutaneous body fat and body weight. The reduction in body fat is differentiated by the classification of obesity. The observed reduction in body fat in the Experimental Women’s Group was statistically significant greater after the 3rd measurement. The number of the sessions seemed to be of great importance for the marginal means of the Body Mass Index (BMI). The «round apple” somatotype scored the largest reductions in the body fat in both Groups. Conclusions: HIIT on a gym treadmill was especially effective in reducing the body fat, the body weight, the abdominal skinfold, and the BMI and in defining the obesity. The best response on training on the gym treadmill, concerning the body fat reduction, was observed among the women with “round apple” somatotype. The Control Women’s Group with “round apple” somatotype, who had literally followed the specially designed nutritional protocol, resulted in the greatest body fat reduction, among the other somatotypes. Each next session seems to be statistically significant, whereas the final number of the sessions seems to be of great importance
The Hellenic Psychiatric reform
Η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση αποτέλεσε το έναυσμα της αποασυλοποίησης και της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης των ψυχικά ασθενών. Μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, οι συνθήκες στο ανεπαρκές εθνικό δίκτυο παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας ήταν ακατάλληλες. Το 1981, έτος ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα μέλη παρακίνησαν την Ελλάδα να προβεί σε ριζικές αλλαγές εκσυγχρονίζοντας τον τομέα της ψυχικής υγείας. Σκοπός θα ήταν η δημιουργία ενός εθνικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος για την επικράτηση της κοινοτικής ψυχιατρικής, το κλείσιμο των ψυχιατρείων της χώρας και την αποϊδρυματοποίση των μακροχρόνια νοσηλευόμενων. Το εγχείρημα αυτό σχεδιάστηκε και χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Υπουργείο Υγείας της Ελλάδος. Η παρούσα ανασκόπηση εστιάζει στο περιεχόμενο και την υλοποίηση της ελληνικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και του εθνικού προγράμματος «Ψυχαργώς». Όλα αυτά τα χρόνια, εκσυγχρονίστηκαν οι ήδη υπάρχουσες δομές παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας και δημιουργήθηκαν πολλές νέες. Το Υπουργείο Υγείας αποτιμώντας τον προγραμματισμό για τα έτη 1984-2009 αναφέρει πως ο σχεδιασμός έδωσε βάση πρωτίστως στην έξοδο των ασθενών από τα ψυχιατρεία και δευτερευόντως στην ανάπτυξη κοινοτικών δομών. Παρά τα προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει η ψυχιατρική μεταρρύθμιση και το σημαντικό της έργο, το εθνικό δίκτυο παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας παραμένει ελλιπές.The Hellenic psychiatric reform has constituted the trigger for the de-institutionalization and outpatient treatment of the mentally ill. Until the end of the 20th century, conditions in the inadequate national network of mental health services had been inappropriate. In 1981, the year that Greece joined the European Union, the member-states encouraged Greece to make fundamental changes by modernising the sector of mental health. The purpose would be to create a national reform programme for establishing community psychiatry, closing the country's psychiatric hospitals and deinstitutionalizing long-term mental patients. This project was designed and financed by the European Union and the Greek Ministry of Health. This review focuses on the content and implementation of the Hellenic psychiatric reform and of the national programme “Psychargos”. Through the years, the existing structures providing mental health services have been modernised and many new ones have emerged. The Ministry of Health, however, making an account of the planning for years 1984-2009 notes that focus was primarily given to releasing mental patients from psychiatric hospitals rather than developing community structures. Despite the problems that psychiatry reformation has to face, and in spite of the considerable work accomplished, the service network remains in adequate
Health quality indicators and the legislative treatment of mental disorders
Η ποιότητα στις υπηρεσίες υγείας ενδέχεται να εκφραστεί ως ισοσταθμική κλίμακα μέτρησης των δύο διαστάσεών της, ήτοι της σωματικής και της ψυχικής. Αποτελεί ατομική αλλά και συλλογική αναζήτηση για εξασφάλιση προσωπικής προκοπής και κοινωνικής αλληλεγγύης αντίστοιχα. Η διασφάλισή της προέρχεται από την αξιολογική κρίση βασικών προσαρμοσμένων και προκαθορισμένων κριτηρίων με βασικό υπόβαθρο τις δομές, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα. Η ποιότητα της ψυχικής υγείας αποτελεί έως και σήμερα υποτιμημένη έννοια, γεγονός που θα αποτελέσει στοιχείο της μεγαλύτερης εστιακής μας πραγμάτευσης, καθόσον οι πόροι εξυπηρέτησής της παραμένουν στοιχειώδης και συνεπώς ανεπαρκείς σε πολλές χώρες. Οι επιπτώσεις της ψυχικής υγείας στο οικοδόμημα του δημόσιου συστήματος υγείας είναι μεγιστοποιημένες από τον αντίκτυπο του άμεσου και έμμεσου κόστους τους. Για την αντιμετώπιση των σωρευτικών επιδράσεων που επιφέρουν οι ψυχικές διαταραχές ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) εξέδωσε το 2003 πακέτο οδηγιών αντιμετώπισής τους. Στην Ελλάδα τέθηκε ως προτεραιότητα η βελτίωση της ποιότητας της ψυχικής υγείας τα τελευταία χρόνια με σημαντικό βήμα τη νομοθετική πρωτοβουλία του νόμου 4461/2017. Οι πολιτικές ψυχικής υγείας των κρατών της παγκόσμιας κοινότητας δύναται να εκμεταλλευτούν τις προοπτικές ποιότητας στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας ως το κλειδί διασφάλισης αποτελεσμάτων ευημερίας, εκπεφρασμένες καταρχήν με την αποτροπή της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε δεύτερο στάδιο με την ομαλή επανένταξη στην κοινωνία των ατόμων με ψυχικές διαταραχές. Βασική προϋπόθεση στη χάραξη πολιτικών αποτελεί η συνειδητοποίηση του συνόλου της κοινότητας περί των επιβαρύνσεων που προκαλούν οι ψυχικές διαταραχές. Η εγκαθίδρυση αποτελεσματικότερων μέτρων και προσαρμοσμένων μηχανισμών, στα ελληνικά πρότυπα, θα συμβάλλει σε περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας και σε εξομάλυνση των ψυχικών νόσων.Quality in health services may be expressed as an equilibrium scale of measurement of both dimensions, ie physical and mental. It is an individual but also a collective search for securing personal prosperity and social solidarity respectively. Its assurance stems from the assessment of basic, customized and predefined criteria based on structures, processes and results. The quality of mental health is still considered an underestimated concept, which will be an element of our larger focus, as its servicing resources remain elementary and therefore inadequate in many countries. The effects of mental health on the public health system are maximized by the impact of their direct and indirect costs. To address the cumulative effects of mental disorders, the World Health Organization issued in 2003 a package of instructions to deal with them. In Greece, the improvement of the quality of mental health has been a priority in recent years with the legislative initiative of Law 4421/2017 being an important step. The mental health policies of the states of the world community can exploit quality perspectives in mental health services as the key to safeguarding prosperity results, expressed in principle by deterring human rights abuses and secondly by smoothly reintegrating people facing mental disorders into society. A basic prerequisite for policymaking is therefore the awareness of the entire community of the burdens caused by mental disorders. Establishing more effective measures and mechanisms adapted to Greek standards, will contribute to further improvement of quality and normalization of mental disorders
Η αποτελεσματικότητα της ύπνωσης (Hypnobirthing) κατά την διάρκεια του τοκετού ως εργαλείο διαχείρισης του πόνου
Εισαγωγή:Οι προγεννητικές συνεδρίες ύπνωσης για τον τοκετό (Hypnobirthing), αποτελούν ένα φυσικό και εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Στο Δυτικό κόσμο ο τοκετός έχει συνδεθεί με τον έντονο πόνο και την έντονη ταλαιπωρία. Αυτή η αντίληψη έχει επηρεάσει τον τρόπο που οι σύγχρονες γυναίκες βλέπουν τον τοκετό, έχοντας συναισθήματα άγχους, φόβου και ανασφάλειας γι’ αυτόν. Η ύπνωση αποτελούσε μια εναλλακτική αλλά αποτελεσματική μέθοδο ανακούφισης του πόνου στο παρελθόν. Η ύπνωση βοηθά στην προαγωγή του φυσιολογικού τοκετού και τη διαχείριση του πόνου με τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στις συνεδρίες προετοιμασίας Hypnobirthing, όπως οι τεχνικές αναπνοής, το απαλό άγγιγμα, η καθοδηγούμενη βαθιά χαλάρωση, η αυτό-ύπνωση, η ενημέρωση για την φυσιολογικότητα του τοκετού και της λειτουργίας των ορμονών, με αποτέλεσμα να μειώνεται ο φόβος και το άγχος στην γυναίκα. Σκοπός:Με αυτή την βιβλιογραφική ανασκόπηση γίνεται προσπάθεια να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα της ύπνωσης στη διαχείριση του πόνου στη διάρκεια του τοκετού. Αποτελέσματα:Η πλειοψηφία των ερευνών που βρέθηκαν δείχνουν ότι με τη χρήση της ύπνωσης κατά τη διάρκεια του τοκετού, μειώνεται η χρήση φαρμακευτικών μεθόδων αναλγησίας, όπως η επισκληρίδιος αναισθησία και η αίσθηση του πόνου μειώνεται. Με αποτέλεσμα ο τοκετός να γίνεται συντομότερος και πιο ενεργητικός για τις γυναίκες. Συμπεράσματα:Συμπερασματικά, οι γυναίκες που παρακολουθούν προγεννητικές συνεδρίες ύπνωσης από επαγγελματία υγείας που είναι εκπαιδευμένος στο Hypnobirthing, βιώνουν πιο εύκολα και άνετα τον τοκετό τους, είναι λιγότερο πιθανό να χρειαστούν φαρμακευτική αναλγησία, γεννούν με λιγότερες ιατρικές παρεμβάσεις, νιώθουν περισσότερη αυτοπεποίθηση και ικανοποίηση για τον σύντροφο τους που τους υποστηρίζει και εμπλέκεται πιο ενεργά στον τοκετό
The effect of a gym treadmill with vacuum in reducing body fat and in women’s somatotype
Εισαγωγή: Η εικόνα του σώματος και η υγεία απασχολούν έντονα όλους τους ανθρώπους, και, ειδικότερα, τις γυναίκες. Λίγες έρευνες εστιάζουν στη διερεύνηση της άσκησης σε διάδρομο γυμναστικής σε συνθήκες υποπίεσης και στην επίδραση αυτής στη μείωση του σωματικού λίπους και στον γυναικείο σωματότυπο. Σκοπός: Η διερεύνηση των επιδράσεων αερόβιας άσκησης σε διάδρομο γυμναστικής σε συνθήκες υποπίεσης σε 30 γυναίκες ηλικίας 25-50 ετών, με ειδικά σχεδιασμένα πρωτόκολλα, χρονικής διάρκειας 12 εβδομάδων. Υλικό και Μέθοδος: Τα εργαλεία της ποσοτικής- και ποιοτικής έρευνας ήταν: (1) Πρωτόκολλο μετρήσεων, (2) Πρωτόκολλο παρατηρήσεων/Ημερολόγιο και (3) Ερωτηματολόγιο με άξονες, που χρησιμοποιήθηκε σε ημιδομημένες συνεντεύξεις, με αντικειμενικό σκοπό να αποκτηθούν πληροφορίες σχετικά με γνώσεις, αντιλήψεις και στάσεις των ερωτηθέντων, σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας. Διαμορφώθηκαν δύο Ομάδες με 15 γυναίκες σε κάθε μία από αυτές: Πειραματική και Ελέγχου. Και οι δύο Ομάδες ακολούθησαν ειδικά σχεδιασμένο διατροφικό πρωτόκολλο. Αποτελέσματα: Η παρατηρούμενη μείωση του σωματικού λίπους στις γυναίκες της Πειραματικής Ομάδας ήταν εντυπωσιακή. Διερευνήθηκαν οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, που συνέδραμαν σε αυτήν την στατιστικά σημαντική μείωση, σε σχέση με τις γυναίκες της Ομάδας Ελέγχου. Επιπλέον, διερευνήθηκαν οι μεταβολές, που σχετίζονται με τους υφιστάμενους σωματότυπους. Η μείωση των επιπέδων του σωματικού λίπους, ως αποτέλεσμα της άσκησης σε διάδρομο γυμναστικής σε συνθήκες υποπίεσης, βρέθηκε στατιστικά σημαντική. Ο αριθμός των συνεδριών επιδρά στατιστικά σημαντικά στη μείωση του λιπώδη ιστού. Στις γυναίκες ηλικίας μεταξύ 41 - 45 ετών παρατηρείται ο μεγαλύτερος ρυθμός μείωσης του σωματικού λίπους. Ο σωματότυπος «μήλο» σημειώνει τις μεγαλύτερες μειώσεις στην Ομάδα Υποπίεσης, και ο ορθογωνικός σωματότυπος στην Ομάδα Ελέγχου. Συμπεράσματα: Η άσκηση σε διάδρομο γυμναστικής σε συνθήκες υποπίεσης επιφέρει στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού λίπους σε γυναίκες, επιδρώντας στη μείωση του ΔΜΣ και της δερματοπτυχής της κοιλιάς, και στη διαμόρφωση του γυναικείου σωματότυπου.Introduction: Body image and health are a strong concern for all people, and especially for women. Few studies focus on investigating exercise on a gym workout under vacuum and its effect on reducing body fat and female body shape. Aim: To explore the effects of aerobic exercise on a gym workout under vacuum conditions in 30 women aged 25-50 years, with specially designed protocols lasting 12 weeks. Material and Method: The tools of quantitative and qualitative research were: (1) Measurement Protocol, (2) Observation Protocol / Calendar and (3) Axis Questionnaire used in semi-structured interviews with the objective of obtaining information on the knowledge, perceptions and attitudes of the respondents, on the subject of the investigation. Two Groups were formed with 15 women each: Experimental and Control. Both groups followed a specially designed nutritional protocol. Results: The observed reduction in body fat in the Experimental Women's Group was impressive. The socio-economic factors that contributed to this statistically significant reduction were investigated in relation to the women in the Control Group. In addition, the changes related to the existing somatotype were investigated. The reduction in body fat levels, as a result of exercise in a treadmill under vacuum, is considered statistically significant. The number of sessions is statistically significant in reducing fatty tissue in women aged 41-45 years, the highest rate of body fat reduction is observed. The “apple” somatotype scores the largest reductions in the Treadmill with vacuum Group, and the orthogonal somatotype in the Control Group. Conclusions: Exercising on treadmill with vacuum results in a statistically significant reduction of body fat levels of women, decreasing the BMI and the abdominal skinfold and affecting the female somatotype