Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    49308 research outputs found

    The rooftop: a space of social interaction above the city

    No full text
    Το αντικείμενο της παρούσας ερευνητικής εργασίας επικεντρώνεται στο δώμα, εστιάζοντας στη δυνατότητά του να επαναπροσδιοριστεί και να αξιοποιηθεί ως χώρος που προορίζεται για ανθρώπινες δραστηριότητες, και κοινωνική αλληλεπίδραση. Στις σύγχρονες πυκνοκατοικημένες πόλεις, όπου ο δημόσιος χώρος δοκιμάζεται και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να νιώσουν μέλη μιας κοινότητας, το δώμα προσφέρει τη δυνατότητα ανάκτησης της συλλογικής ζωής. Η προσθήκη νέων κατασκευών δεν είναι το ζητούμενο, αλλά η ενεργοποίηση απλών προϋποθέσεων μπορούν να δημιουργήσουν χώρους λειτουργικούς, που απευθύνονται στις ανάγκες των ανθρώπων σήμερα. Αντλώντας έμπνευση από τον Le Corbusier, ο οποίος ανέδειξε το βατό δώμα ως προέκταση του ζωτικού χώρου του χρήστη, εξετάζεται η ιστορική χρήση του αλλά και η σημερινή αντιμετώπισή του. Ιστορικά, τα δώματα ήταν χώροι κοινωνικής συναναστροφής και καθημερινών δραστηριοτήτων των ανθρώπων, σήμερα όμως χαρακτηρίζονται από εγκατάλειψη και απουσία κατάλληλου σχεδιασμού. Στη συνέχεια αναλύονται οι έννοιες του δημόσιου, του ιδιωτικού και του κοινόχρηστου χώρου και παρά τις δυσδιάκριτες οριοθετήσεις του δώματος σε κάποια από αυτές, αφήνεται να πλανάται η εν δυνάμει σύσταση ενός μελλοντικού εδάφους που έχει την ικανότητα να φιλοξενεί συλλογικές δραστηριότητες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα δώματα μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα του «ανήκειν» αντιμετωπίζοντας προβλήματα όπως η έλλειψη δημόσιων χώρων και η αποξένωση – χαρακτηριστικά των σύγχρονων μεγαλουπόλεων – αποτελώντας ένα βιώσιμο χώρο με λειτουργική και κοινωνική πλέον αξία στον αστικό ορίζοντα.The subject of the present research project focuses on the flat roof and its potential to be redefined and utilized as a space intended for human activities and social interaction. In contemporary densely populated cities, where public space is being tested and people find it difficult to feel part of a community, the rooftop offers an opportunity of reclaiming collective life. Adding new structures is not the point, but activating simple conditions can create functional spaces that address the needs of people today. Drawing inspiration from Le Corbusier, who emphasized the flat roof as an extension of the user's living space, the historical use of the roof and its current treatment are examined. Historically, roofs were places of social interaction and everyday activities for people, but today they are often characterised by neglect and lack of thoughtful design. The concepts of public, private and communal space are then analysed and despite the indistinct delineations of the roof in some of them, the potential constitution of a future land capable of hosting collective activities is implied. It could be said that rooftops can enhance the sense of belonging by addressing problems such as the lack of public spaces and alienation - characteristics of modern megacities - by becoming a sustainable space with a functional and social value on the urban horizon.8

    Wage differences in Greece: The effect of urbanization

    No full text
    Στην παρούσα μελέτη εξετάσθηκε η σύνδεση μεταξύ μισθολογικών διαφορών και αστικοποίησης στην Ελλάδα, διερευνώντας τις επιδράσεις της αστικοποίησης, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης και της εργασιακής εμπειρίας. Η εργασία είναι βασισμένη σε δεδομένα που προήλθαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και αφορούν την περίοδο 2010-2020. Στην ανάλυση γίνεται εμφανής ο διττός ρόλος της αστικοποίησης. Αφενός στις υψηλά αστικοποιημένες περιοχές προσφέρονται υψηλότεροι μισθοί, αφετέρου ενισχύεται η κοινωνικο-οικονομική ανισότητα. Παρατηρήθηκε ότι μεταξύ των φύλων, η αστικοποίηση επιδρά διαφορετικά στη σχέση εκπαίδευσης/μισθού, σχέση η οποία διαφοροποιείται επιπλέον σε διαφορετικά επίπεδα μισθού. Συνοψίζοντας, είναι μια μελέτη που έχει στόχο να αναδείξει καίρια ζητήματα και να θέσει προβληματισμούς στις πολιτικές που στόχο έχουν την διαμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος στην Ελλάδα.This study examines the relationship between wage disparities and urbanization in Greece, focusing on the effects of urbanization primarily through education and work experience. The analysis is based on data from the Hellenic Statistical Authority for the period 2010-2020. The findings underscore the dual impact of urbanization: while higher wages are observed in highly urbanized areas, urbanization also contributes to the exacerbation of socio-economic inequality. Furthermore, the effect of urbanization on the relationship between education and wages varies by gender and differs across wage levels. Overall, this study seeks to shed light on critical issues and stimulate discourse on policy measures aimed at shaping the labor market in Greece.5

    Δομική και λειτουργική ανάλυση ιικών πρωτεϊνών και φαρμακευτικών στόχων

    Full text link
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη δομική μελέτη βιολογικών μακρομορίων με φαρμακευτικό ενδιαφέρον, με κύριους άξονες την ανθρώπινη ινσουλίνη και επιλεγμένες ιικές πρωτεΐνες. Κεντρική μεθοδολογική προσέγγιση συνιστά η μέθοδος κρυσταλλογραφίας ακτίνων Χ, με στόχο τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ δομής και λειτουργίας, καθώς επίσης τη συνεισφορά στον ορθολογικό σχεδιασμό και στη βελτιστοποίηση φαρμακευτικών σκευασμάτων. Στο πλαίσιο μελέτης των φαρμακευτικών μορίων πραγματοποιήθηκε κρυσταλλογραφική μελέτης της ανθρώπινης ινσουλίνης σε σύμπλοκο με τον προσδέτη 4-βρωμορεσορσινόλη υπό μεταβαλλόμενες συνθήκες φυσικοχημικού περιβάλλοντος. Σε πρώτο επίπεδο, μελετήθηκε ο πολυμορφισμός του αναφερόμενου ινσουλινικού συμπλόκου συναρτήσει του pH, αξιοποιώντας την τεχνική περίθλασης ακτίνων Χ από πολυκρυσταλλικό δείγμα (X-ray Powder Diffraction, XRPD). Η ανάλυση των δεδομένων περίθλασης ανέδειξε την παρουσία πολυμόρφων μονοκλινούς συμμετρίας χαρακτηριζόμενη από τα space groups P21(γ), P21(δ) και P21(β), επιβεβαιώνοντας παλαιότερα ευρήματα (Σπηλιοπούλου, 2023). Σε δεύτερο επίπεδο, διεξήχθη κρυσταλλογραφική μελέτη του πολυμόρφου P21(β) του συμπλόκου της ανθρώπινης ινσουλίνης με την 4-βρωμορεσορσινόλη, μέσω in-situ XRPD μετρήσεων υπο μεταβαλλόμενες συνθήκες σχετικής υγρασίας. Το δείγμα υποβλήθηκε σε επαναλαμβανόμενους κύκλους αφυδάτωσης-ενυδάτωσης, διατηρώντας την κρυσταλλικότητα του έως 50% RH, με τις μεταβολές που υφίστανται οι παράμετροι της μοναδιαίας κυψελίδας να είναι σχετικά αναστρέψιμες. Στο πλαίσιο μελέτης των ιικών πρωτεϊνών, εκπονήθηκε δομική μελέτη της πρωτεάσης 3C (3Cpro) του ιού Coxsackie B3 με στόχο τη βελτίωση των δεδομένων XRPD. Κατόπιν επιτυχούς υπερέκφρασης και απομόνωσης της 3Cpro, πραγματοποιήθηκαν δοκιμές βελτιστοποίησης των συνθηκών κρυστάλλωσης της πρωτεΐνης με την αξιοποίηση της τεχνικής της σποράς. Η ανάλυση των δεδομένων XRPD ανέδειξε την παρουσία του πολυμόρφου C2, το οποίο έχει επισημανθεί επίσης σε πρότερες μελέτες (Fili et al., 2016), ενώ μια πρώτη σύγκριση των δεδομένων υποδεικνύει βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων περίθλασης. Παράλληλα, διεξήχθη μελέτη της 3’-5’ εξωνουκλεάσης του ιού της λεμφοκυτταρικής χοριομηνιγγίτιδας. Η επιτυχής έκφραση και απομόνωση της εξωνουκλεάσης επέτρεψε την πραγματοποίηση δοκιμών κρυστάλλωσης και συγκεκριμένα τη βελτιστοποίηση της αρχικής συνθήκης που απέδωσε το δομικό μοντέλο 8cnl (Σπηλιοπούλου, 2023), αξιοποιώντας την τεχνική της σποράς. Τα πρώτα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η τεχνική της σποράς συμβάλλει σημαντικά στην επίτευξη κρυσταλλικού αποτελέσματος, ενώ επερχόμενα πειράματα περίθλασης ακτίνων Χ αναμένεται να αποσαφηνίσουν την ποιότητα των κρυστάλλων.The present thesis focuses on the structural investigation of biologically and pharmaceutically macromolecules, with emphasis on human insulin and selected vital proteins. The central methodological approach is X-ray crystallography, aiming to elucidate the relationship between structure and function and to contribute to the rational design and optimization of pharmaceutical formulations. In the framework of pharmaceutical molecules’ study, crystallographic investigation of human insulin – 4-bromoresorcinol complex was carried out under varying physicochemical environment. At a fist level, the polymorphism of the complex was examined as a function of pH via X- ray Powder Diffraction (XRPD). Data analysis revealed the presence of monoclinic polymorphs corresponding to the space groups P21(γ), P21(δ) and P21(β), in agreement with previous findings (Σπηλιοπούλου, 2023). At a second level, crystallographic study of the P21(β) polymorph of human insulin – 4-bromoresorcinol complex was conducted through in-situ XRPD measurements under varying relative humidity conditions. The sample sustained successive dehydration-rehydration cycles, maintaining crystallinity up to 50% RH, while the unit cell parameters’ variations observed during the process were found to be partially reversible. Within the study of viral protein, a structural investigation of the 3 C protease (3Cpro) of Coxsackie B3 virus was performed, aiming to improve XRPD data quality. Following successful overexpression and purification of 3Cpro, crystallization optimization trials were conducted using seeding technique. Diffraction analysis confirmed the presence of C2 polymorph, consistent with previous reports (Fili et al., 2016), while initial comparison of data indicates enhanced diffraction quality. Additionally, the 3’-5’ exonuclease domain of the Lymphocytic Choriomeningitis Virus (LCMV) was structurally investigated. Successful expression and purification of exonuclease enabled optimization of the crystallization condition that previously yielded to the structural model 8cnl (Σπηλιοπούλου, 2023), again employing the seeding technique. Preliminary results suggest that seeding significantly facilitates crystal formation, while upcoming X-ray diffraction experiments are expected to determine the final crystal quality.11

    Διαστρωμάτωση αρρυθμιολογικού κινδύνου σε ασθενείς μετά απο οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου

    No full text
    ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η βελτίωση της διαστρωμάτωσης του αρρυθμιολογικού κινδύνου και του κινδύνου εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας με την μέτρηση πολλαπών υπερηχογραφικών και ηλεκτροκαρδιογραφικών παραμέτρων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται δείκτες που αφορούν το υπόστρωμα του μετεμφραγματικού μυοκαρδίου καθώς και δείκτες δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος τόσο στην οξεία φάση όσο και στον επανέλεγχο των ασθενών με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου εντοπίζοντας μια κατηγορία ασθενών υψηλού κινδύνου ως προς την εμφάνιση σύμπλοκων κοιλιακών αρρυθμιών και συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας. ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ Στην μελέτη συμπεριλήφθηκαν 40 ασθενείς που εισήχθησαν στην μονάδα εμφραγμάτων με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου από τους οποίους οι 38 ήταν άνδρες και οι 2 γυναίκες. Αποκλείστηκαν ασθενείς ηλικίας άνω των 85 ετών λόγω πολλαπλών συννοσηροτήτων και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και βηματοδοτικό ρυθμό στο ηλεκτροκαρδιογράφημα ηρεμίας. Σε όλους τους ασθενείς διενεργήθηκε στεφανιογραφικός έλεγχος, υποβλήθηκαν σε πλήρη επαναιμάτωση και χορηγήθηκε η κλινικά ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή. Το σύνολο των 40 ασθενών εκτιμήθηκε σε δύο φάσεις 48 ώρες μετά την οξεία φάση του εμφράγματος καθώς και στον επανέλεγχο, όπου μετρήθηκαν μη επεμβατικοί δείκτες υπερηχοκαρδιογραφικοί και ηλεκτροκαρδιογραφικοί. Στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης έγινε ταξινόμηση του συνόλου των ασθενών σε τέσσερις κατηγορίες, με βάση το καταληκτικό τους σημείο (ομάδα αρρυθμιών, ομάδα καρδιακής ανεπάρκειας, ομάδα αρρυθμιών +καρδιακή ανεπάρκεια, ομάδα ελέγχου). Στο πρώτο μέρος της στατιστικής ανάλυσης εξετάσαμε την απόλυτη μεταβολή κάποιων παραμέτρων σε ένα χρονικό διάστημα παρακολούθησης έως 3 ετών. Εδώ υπολογίστηκαν οι παράμετροι κατά την νοσηλεία των ασθενών με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και συγκεκριμένα 48 ώρες μετά το οξύ συμβάν καθώς και στη εξέταση επανελέγχου στις τέσσερις ομάδες μετεμφραγματικών ασθενών με βάση τα καταληκτικά τους σημεία. Η ανάλυση των δεδομένων για τις μεταβολές των διάφορων παραμέτρων αποκαλύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ των ομάδων δεν ήταν στατιστικά σημαντικές για τις περισσότερες παραμέτρους. Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης έγινε σύγκριση των παραμέτρων μεταξύ των ομάδων για να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις παραμέτρους που μελετήθηκαν. Πραγματοποιήθηκαν οι εξής συγκρίσεις: ομάδα αρρυθμιών έναντι της ομάδας ελέγχου, ομάδα καρδιακής ανεπάρκειας έναντι της ομάδας ελέγχου και ομάδα αρρυθμιών συν καρδιακή ανεπάρκεια έναντι της ομάδας ελέγχου. Επιπρόσθετα προσδιορίστηκαν ποιοι παράγοντες εντοπίζουν καλύτερα τους ασθενείς που πρόκειται να εμφανίσουν αρρυθμία, καρδιακή ανεπάρκεια και συνδυασμό αυτών από τους ασθενείς που δεν θα εμφανίσουν κάποιο αρρυθμιολογικό επεισόδιο ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας. Στο τρίτο μέρος της ανάλυσης εξετάσαμε την προβλεπτική αξία μιας σειράς μη επεμβατικών παραμέτρων που υπολογίστηκαν 48ώρες μετά το οξύ επεισόδιο προκειμένου να καθοριστεί ποιες από αυτές τις παραμέτρους έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και μπορεί να προβλέψουν τα παραπάνω καταληκτικά σημεία στις τέσσερις ομάδες ασθενών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η μελέτη μας απέδειξε πως είναι απαραίτητο να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στην μέτρηση συγκεκριμένων παραμέτρων τόσο στην οξεία φάση όσο και στη εξέταση επανελέγχου. Στις υπερηχογραφικές παραμέτρους κατά την νοσηλεία ασθενών με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου περιλαμβάνονται το κλάσμα εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας, η συνολική επιμήκης παραμόρφωση της αριστερής κοιλίας, η παραμόρφωση της δεξιάς κοιλίας, η συστολική μετατόπιση του τριγλωχινικού δακτυλίου, οι πιέσεις πληρώσεως της αριστερής κοιλίας, και στις ηλεκτροκαρδιογραφικές οι εναλλαγές του κύματος Τ, η διάρκεια του QRS στο ηλεκτροκαρδιογράφημα ηρεμίας, η καρδιακή συχνότητα ανάνηψης κατά την δοκιμασία κοπώσεως ένα μήνα μετά το οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, η ικανότητα επιβράδυνσης του καρδιακού ρυθμού ενώ αξιολογούνται η ηλικία και το βάρος των ασθενών. Επίσης κατά τον επανέλεγχο των ασθενών στις απαραίτητες υπερηχογραφικές μετρήσεις περιλαμβάνονται το κλάσμα εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας, η συνολική επιμήκης παραμόρφωση της αριστερής κοιλίας, η παραμόρφωση της δεξιάς κοιλίας, οι πιέσεις πληρώσεως της αριστερής κοιλίας, ενώ στις ηλεκτροκαρδιογραφικές μετρήσεις τα όψιμα δυναμικά, η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, η μέγιστη καρδιακή συχνότητα και η καρδιακή συχνότητα ανάνηψης κατά την καρδιοαναπνευστική κόπωση, η διαστολική αρτηριακή πίεση και το Β-νατριουρητικό πεπτίδιο. Οι παραπάνω παράμετροι μπορούν εύκολα να μετρηθούν στις δύο φάσεις εκτίμησης των ασθενών κατά την οξεία φάση και στον επανέλεγχο προκειμένου να εντοπιστούν εκείνοι οι ασθενείς οι οποίοι είναι επιρρεπείς στην εμφάνιση αρρυθμιολογικών συμβάντων και καρδιακής ανεπάρκειας.The aim of this study is to improve the stratification of arrhythmic risk and the risk of heart failure by measuring multiple ultrasound and electrocardiographic parameters including markers related to the post-infarction myocardial substrate as well as markers of autonomic nervous system dysfunction both in the acute phase and in the follow-up of patients with acute myocardial infarction, identifying a category of patients at high risk for the development of complex ventricular arrhythmias and symptoms of heart failure. MATERIALS AND METHODS The study included 40 patients admitted to the infarction unit with acute myocardial infarction, of whom 38 were men and 2 were women. Patients over 85 years of age due to multiple comorbidities and patients with atrial fibrillation and a pacemaker rhythm on resting electrocardiogram were excluded. All patients underwent coronary angiography, underwent complete reperfusion and were administered clinically appropriate medication. All 40 patients were assessed in two phases 48 hours after the acute phase of the infarction as well as at the follow-up, where non-invasive echocardiographic and electrocardiographic indicators were measured. At the end of the follow-up period, all patients were classified into four categories, based on their endpoint (arrhythmia group, heart failure group, arrhythmia + heart failure group, control group). In the first part of the statistical analysis, we examined the absolute change in some parameters over a follow-up period of up to 3 years. Here, the parameters were calculated during the hospitalization of patients with acute myocardial infarction, specifically 48 hours after the acute event, as well as at the follow-up examination in the four groups of post-infarction patients based on their endpoints. The analysis of the data for the changes in the various parameters reveals that the differences between the groups were not statistically significant for most parameters. In the second part of the analysis, the parameters were compared between the groups to determine whether there were statistically significant differences in the parameters studied. The following comparisons were made: arrhythmia group versus control group, heart failure group versus control group, and arrhythmia plus heart failure group versus control group. In addition, it was determined which factors best identify patients who will experience arrhythmia, heart failure, and a combination of these from patients who will not experience an arrhythmic episode or symptoms of heart failure. In the third part of the analysis, we examined the predictive value of a series of non-invasive parameters calculated 48 hours after the acute episode in order to determine which of these parameters have greater weight and can predict the above endpoints in the four groups of patients. RESULTS Our study demonstrated that it is necessary to give special emphasis to the measurement of specific parameters both in the acute phase and in the follow-up examination. Ultrasound parameters during hospitalization of patients with acute myocardial infarction include the left ventricular ejection fraction, the global longitudinal strain of the left ventricle, the strain of the right ventricle, the systolic displacement of the tricuspid annulus, the filling pressures of the left ventricle, and in electrocardiographic parameters, the T wave alternans, the QRS duration on the resting electrocardiogram, the heart rate recovery during the stress test one month after the acute myocardial infarction, the deceleration capacity of heart rate, while the age and weight of the patients are assessed. Also, during the re-examination of patients, the necessary ultrasound measurements include the left ventricular ejection fraction, the global longitudinal strain, the strain of the right ventricular, the filling pressures of the left ventricular, while in the electrocardiographic measurements, the late potentials, the resting heart rate on the electrocardiogram, the maximum heart rate and the heart rate recovery during Cardiopulmonary exercise testing (CPET), the diastolic blood pressure and the B-natriuretic peptide. The above parameters can be easily measured in the two phases of patient assessment during the acute phase and in the re-examination in order to identify those patients who are prone to the occurrence of arrhythmic events and heart failure.23

    Οι πρωτεΐνες θερμικού σοκ (heat shock proteins )στην θεραπεία των αυτοάνοσων νοσημάτων

    Full text link
    Η εργασία αυτή έχει σκοπό να τονίσει τις μελλοντικές κατευθύνσεις της έρευνας στο πεδίο των HSPs και των αυτοάνοσων νοσημάτων. Οι HSPs αναδεικνύονται ως πολλά υποσχόμενοι θεραπευτικοί στόχοι ,με δυνατότητα να μεταμορφώσουν τη θεραπευτική προσέγγιση των αυτοάνοσων νοσημάτων μέσω της αποκατάστασης της ανοσολογικής ισορροπίας και της προστασίας των ιστών από την αυτοάνοση βλάβη.Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τον ρόλο των πρωτεϊνών θερμικού σοκ (Heat Shock Proteins, HSPs) στην παθογένεση και θεραπεία των αυτοάνοσων νοσημάτων. Οι HSPs αποτελούν μια εξελικτικά συντηρημένη οικογένεια πρωτεϊνών με κεντρικό ρόλο στην κυτταρική ομοιόσταση και στην απόκριση στο κυτταρικό στρες. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει τη διττή φύση των HSPs στο πλαίσιο της αυτοανοσίας, λειτουργώντας τόσο ως αυτοαντιγόνα όσο και ως ανοσορρυθμιστικοί παράγοντες. Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζεται η ιστορική αναδρομή της ανακάλυψης των HSPs, η δομή, η ταξινόμησή τους σε οικογένειες και ο βιολογικός τους ρόλος ως μοριακών συνοδών στην αναδίπλωση των πρωτεϊνών και στην κυτταρική απόκριση στο στρες. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στις βασικές αρχές της αυτοανοσίας, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών ανοσολογικής ανοχής, των παραγόντων που συμβάλλουν στη διάσπασή της, και των παθογενετικών μηχανισμών των αυτοάνοσων νοσημάτων. Το τρίτο κεφάλαιο αναλύει τους μηχανισμούς συμμετοχής των HSPs στην αυτοανοσία, εστιάζοντας στην αντιγονική μίμηση, την ανοσορρύθμιση και την κυτταρική επιβίωση. Εξετάζεται η εμπλοκή των HSPs σε συγκεκριμένα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η σκλήρυνση κατά πλάκας, καθώς και η αξία τους ως βιοδείκτες για τη διάγνωση, πρόγνωση και παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στις θεραπευτικές προσεγγίσεις που βασίζονται στις HSPs, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης της έκφρασής τους, της στόχευσης συγκεκριμένων HSPs και της εκμετάλλευσης των ανοσοτροποποιητικών τους ιδιοτήτων. Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα τρεχουσών κλινικών δοκιμών, οι προκλήσεις και οι περιορισμοί αυτών των θεραπευτικών προσεγγίσεων, καθώς και οι μελλοντικές προοπτικές, συμπεριλαμβανομένων νέων θεραπευτικών στρατηγικών, της εξατομικευμένης θεραπείας και των συνδυαστικών θεραπειών. Η εργασία καταλήγει συνθέτοντας τα υπάρχοντα δεδομένα και τονίζει τις μελλοντικές κατευθύνσεις της έρευνας στο πεδίο των HSPs και των αυτοάνοσων νοσημάτων. Οι HSPs αναδεικνύονται ως πολλά υποσχόμενοι θεραπευτικοί στόχοι, με δυνατότητα να μεταμορφώσουν τη θεραπευτική προσέγγιση των αυτοάνοσων νοσημάτων μέσω της αποκατάστασης της ανοσολογικής ισορροπίας και της προστασίας των ιστών από την αυτοάνοση βλάβη. Η πληρέστερη κατανόηση των μηχανισμών δράσης των HSPs και η ανάπτυξη στοχευμένων θεραπευτικών παρεμβάσεων αναμένεται να οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματικές θεραπείες και καλύτερη διαχείριση των αυτοάνοσων νοσημάτων στο μέλλον.This thesis examines the role of Heat Shock Proteins (HSPs) in the pathogenesis and treatment of autoimmune diseases. HSPs constitute an evolutionarily conserved family of proteins with a central role in cellular homeostasis and stress response. Recent research has highlighted the dual nature of HSPs in the context of autoimmunity, functioning both as autoantigens and as immunoregulatory factors. The first chapter presents the historical background of HSP discovery, their structure, classification into families, and their biological role as molecular chaperones in protein folding and cellular stress response. The second chapter focuses on the basic principles of autoimmunity, including mechanisms of immunological tolerance, factors contributing to its breakdown, and the pathogenetic mechanisms of autoimmune diseases. The third chapter analyzes the mechanisms of HSP involvement in autoimmunity, focusing on antigenic mimicry, immunoregulation, and cellular survival. The involvement of HSPs in specific autoimmune diseases such as rheumatoid arthritis, systemic lupus erythematosus, and multiple sclerosis is examined, as well as their value as biomarkers for diagnosis, prognosis, and monitoring of therapeutic response. The fourth chapter focuses on therapeutic approaches based on HSPs, including modification of their expression, targeting specific HSPs, and exploiting their immunomodulatory properties. The results of current clinical trials, challenges and limitations of these therapeutic approaches, as well as future prospects, including new therapeutic strategies, personalized medicine, and combination therapies, are presented. The thesis concludes by synthesizing existing data and highlighting future directions of research in the field of HSPs and autoimmune diseases. HSPs emerge as promising therapeutic targets, with the potential to transform the therapeutic approach to autoimmune diseases by restoring immunological balance and protecting tissues from autoimmune damage. A more comprehensive understanding of HSP mechanisms of action and the development of targeted therapeutic interventions are expected to lead to more effective treatments and better management of autoimmune diseases in the future.14

    Protein recovery from dairy waste

    Full text link
    Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία μελετά τη δυνατότητα αξιοποίησης γαλακτοκομικών αποβλήτων, όπως ληγμένο γάλα, μέσω της απομόνωσης της πρωτεΐνης καζεΐνης και τη χρήση της ως πρώτη ύλη για την ανάπτυξη φιλικών προς το περιβάλλον βιοαποικοδομήσιμων μεμβρανών. Το θεωρητικό κομμάτι βασίζεται στη διερεύνηση της γαλακτοβιομηχανίας ως ενός σημαντικού αγροδιατροφικού κλάδου, της χημικής σύστασης γάλακτος και γιαουρτιού, της παραγωγής αποβλήτων και των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, όπως επίσης και των τεχνολογικών καινοτομιών που εφαρμόζονται για την αξιοποίηση παραπροϊόντων. Μελετάται η δομή, η λειτουργικότητα και η σημασία των πρωτεϊνών του γάλακτος, με έμφαση στην καζεΐνη, τη διαδικασία απομόνωσης της πρωτεΐνης και τον κρίσιμο ρόλο φυσικών προσθέτων όπως η χιτοζάνη και η γλυκερόλη για τη βελτίωση των τελικών υλικών. Πειραματικά, εφαρμόστηκε μεθοδολογία απομόνωσης καζεΐνης από ληγμένο αγελαδινό γάλα, μέσω καθίζησης στο ισοηλεκτρικό σημείο, με πολλαπλά στάδια πλυσίματος και ξήρανσης για την επίτευξη καθαρού προϊόντος. Η παρασκευασμένη καζεΐνη ενσωματώθηκε σε μίγματα με πολυσακχαρίτες (χιτοζάνη) και πλαστικοποιητές (γλυκερόλη), καθώς και σε μεμβράνες πολυαιθυλενίου χαμηλής πυκνότητας (LDPE), ώστε να βελτιωθούν τα μηχανικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά των μεμβρανών. Οι δοκιμές χαρακτηρισμού (XRD, ATR-FTIR, TGA, DMA, SEM, OTR) ανέδειξαν ότι οι πρωτεΐνικές μεμβράνες που παράχθηκαν από γαλακτοκομικά απόβλητα εμφάνισαν ικανοποιητική θερμική σταθερότητα, μηχανική αντοχή και ιδιότητες φραγμού έναντι της μεταφοράς οξυγόνου, ενώ οι συνδυασμοί με χιτοζάνη και γλυκερόλη προσέφεραν βελτιωμένη ευκαμψία και επιφανειακή μορφολογία. Συγκριτικές δοκιμές με LDPE/καζεΐνη επιβεβαίωσαν τη δυνατότητα λειτουργικής ενίσχυσης συμβατικών πολυμερών με βιοϋλικά, διατηρώντας φιλικά προς το περιβάλλον χαρακτηριστικά. Συνολικά, το έργο επιβεβαιώνει ότι η μετατροπή ληγμένου γάλακτος σε πρώτη ύλη για βιοαποικοδομήσιμες μεμβράνες συσκευασίας είναι τεχνικά εφικτή, περιβαλλοντικά ωφέλιμη και εμπορικά υποσχόμενη για την προώθηση της κυκλικής οικονομίας και της βιώσιμης ανάπτυξης στη βιομηχανία τροφίμων. Τα συμπεράσματα της εργασίας επιβεβαιώνουν ισχυρές προοπτικές για περαιτέρω ερευνητική και βιομηχανική εφαρμογή της διαδικασίας, ενώ παρατίθενται προτάσεις στη βελτιστοποίηση σύνθεσης και παραγωγής των βιοϋλικών.The present master’s thesis investigates the potential utilization of dairy waste, such as expired milk, through the isolation of the milk protein casein and its use as a raw material for the development of environmentally friendly biodegradable membranes. The theoretical part focuses on the dairy industry as a major agri-food sector, the chemical composition of milk and yogurt, the generation of waste and its environmental impact, as well as the technological innovations applied for the valorization of dairy by-products. Particular emphasis is placed on the structure, functionality, and significance of milk proteins, especially casein, the protein isolation process, and the critical role of natural additives such as chitosan and glycerol in improving the properties of the final materials. Experimentally, a casein isolation methodology was applied using expired cow’s milk through precipitation at the isoelectric point, followed by multiple washing and drying stages to obtain a purified product. The isolated casein was then incorporated into blends with polysaccharides (chitosan) and plasticizers (glycerol), as well as into low-density polyethylene (LDPE) membranes, in order to enhance their mechanical and functional properties. Characterization techniques (XRD, ATR-FTIR, TGA, DMA, SEM, OTR) demonstrated that the protein-based membranes produced from dairy waste exhibited satisfactory thermal stability, mechanical strength, and barrier properties against oxygen transmission. Moreover, the incorporation of chitosan and glycerol improved the flexibility and surface morphology of the membranes. Comparative analyses of LDPE/casein composites confirmed the feasibility of enhancing conventional polymers with bio-based materials while maintaining environmentally friendly characteristics. Overall, this work confirms that the conversion of expired milk into raw material for biodegradable packaging membranes is technically feasible, environmentally beneficial, and commercially promising for promoting circular economy principles and sustainable development in the food industry. The study’s findings highlight strong prospects for further research and industrial application of this process, while also proposing optimization strategies for the formulation and production of bio-based materials

    Η διδασκαλία του λαϊκού πιάνο : η περίπτωση τεσσάρων εκπαιδετικών

    No full text
    Στο πλαίσιο του προπτυχιακού προγράμματος του τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αποφάσισα να συγγράψω την παρούσα εργασία με στόχο την ανάλυση της μεθοδολογίας του λαϊκού πιάνου σύμφωνα με τέσσερις πιανίστες της Βορειοκεντρικής και Ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο τίτλος της έρευνας είναι Η διδασκαλία του λαϊκού πιάνου: Η περίπτωση τεσσάρων εκπαιδευτικών με σκοπό την ανάδειξη της παιδαγωγικής προσέγγισης και την σειρά της μεθοδολογίας. Η εργασία έχει ως στόχο την καταγραφή των διδακτικών πρακτικών, των μουσικών επιρροών και αντιλήψεων που υπάρχουν για την διδασκαλία του λαϊκού πιάνου σύμφωνα με τους συγκεκριμένους πιανίστες. Για την συγκεκριμένη έρευνα έγινε η χρήση της ηχογράφησης και έπειτα απομαγνητοφώνησης (των συνεντεύξεων), αλλά και την χρήση του ημιδομημένου τύπου συνέντευξης. Έπειτα από την ανάλυση του θεωρητικού υλικού και την καταγραφή των συμπερασμάτων από τις συνεντεύξεις αναδείχθηκαν τα εξής βασικά στοιχεία: Το πιάνο έλαβε θέση στα αστικά πάλκα ως γέφυρα ανάμεσα στην δυτική αρμονία και τις ανατολικές τροπικές κλίμακες και έτσι επεκτάθηκε σημαντικά ο ηχητικός κόσμος του που μέχρι τότε συνδεόταν κυρίως με τον δυτικό μουσικό πολιτισμό. Στην εκπαίδευση, ανάμεσα στην προφορικότητα και στην τυποποίηση, η δυτική σημειογραφία και η θεωρία λειτουργούν ως οδηγός και όχι ως πρότυπο για πλήρη δέσμευση στη διάρκεια του μαθήματος. Το πρόγραμμα σπουδών επομένως είναι ευέλικτο και οι παιδαγωγικές προσεγγίσεις στο υλικό και όλη την πορεία του μαθήματος είναι βασισμένο καθαρά στις ανάγκες αλλά και ικανότητες του κάθε μαθητευόμενου. Στο τέλος του κάθε μαθήματος στόχος του κάθε δασκάλου είναι η ανάπτυξη και διαμόρφωση του προσωπικού χαρακτήρα του μαθητή πάνω στο κλαβιέ

    Play therapy - The role of play as a therapeutic core in early childhood holistic development

    No full text
    Η παρούσα πτυχιακή εργασία πραγματεύεται τη συμβολή του παιχνιδιού και της παιχνιδοθεραπείας στην ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Το παιχνίδι, ως αυθόρμητη και δημιουργική δραστηριότητα, αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου το παιδί εκφράζει τα συναισθήματά του, κοινωνικοποιείται και κατακτά γνωστικές και ψυχοκινητικές δεξιότητες. Στοθεωρητικό πλαίσιο παρουσιάζονται οι προσεγγίσεις των Piaget και Vygotsky, οι οποίες αναδεικνύουν αντίστοιχα τη γνωστική και την κοινωνικοπολιτισμική διάσταση του παιχνιδιού, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της αναπτυξιακής του σημασίας. Παράλληλα, εξετάζονται οι μορφές και τα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού, καθώς και η σημασία του στην ειδική αγωγή, με έμφαση σε παιδιά με ΔΕΠΥ και αυτισμό, όπου το παιχνίδι αποκτά ιδιαίτερη θεραπευτική αξία. Η παιχνιδοθεραπεία αναδεικνύεται ως οργανωμένη πρακτική που αξιοποιεί το παιχνίδι τόσο για διαγνωστικούς όσο και για θεραπευτικούς σκοπούς, με τη συμβολή θεωρητικών όπως η Melanie Klein να επισημαίνει τη δύναμή του ως «γλώσσα του παιδιού». Τέλος, μέσα από την βιβλιογραφική ανασκόπηση τονίζεται ο καθοριστικός ρόλος του παιδαγωγού, ο οποίος, μέσα από κατάλληλη κατάρτιση και ευαισθησία, μπορεί να ενσωματώσει το παιχνίδι και την παιχνιδοθεραπεία στην εκπαιδευτική διαδικασία. Συμπερασματικά, το παιχνίδι δεν αποτελεί απλώς μορφή ψυχαγωγίας, αλλά αναπόσπαστο δικαίωμα και αναγκαία προϋπόθεση για την υγιή, ισόρροπη και ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού.30 σ

    Ο ρόλος του σύγχρονου αρχιτεκτονικού ενεργειακού σχεδιασμού ως προσδιοριστικό στοιχείο προστασίας και αναβάθμισης κελυφών διατηρητέων κτιρίων

    Full text link
    Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου κατευθύνσεων για την ουσιαστική προστασία και αναβάθμιση της αρχιτεκτονικής των διατηρητέων κτιρίων- μνημείων σύμφωνα με τις προσταγές τις σημερινής κλιματολογικής και κοινωνικής κατάστασης. Μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, αναλύονται δύο φαινομενικά διαφορετικές αλλά αλληλένδετες πτυχές της αρχιτεκτονικής: η κτισμένη πολιτιστική κληρονομιά και ο ενεργειακός σχεδιασμός. Αρχικά, εξετάζεται η σημασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ως κοινωνικό και οικονομικό κεφάλαιο, καθώς και το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα διατηρητέα κτίρια. Συγκεκριμένα, αναλύεται το περιεχόμενο κυρίως των Νόμων 3028/2002 (ΥΠΠΟ) και 2831/2000 (ΥΠΕΧΩΔΕ),κυρίως οι διατάξεις που αναφέρονται στα κτίρια τα διατηρητέα και αυτά προς διατήρηση. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, στόχος επίσης είναι η μελέτη της εξοικονόμησης ενέργειας στον κτιριολογικό τομέα και συγκεκριμένα η συνεισφορά της λειτουργίας του κελύφους τόσο σε συμβατικά κτίρια όσο και σε κτίρια ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας. Για αυτό το λόγο στο πρώτο σκέλος της μελέτης αυτής παρουσιάζονται οι σύγχρονες ανάγκες αλλά και οι μεθοδολογίες που διέπουν τον ενεργειακό σχεδιασμό , με έμφαση στα κελύφη. Πέρα από την ανάλυση της σχετικής βιβλιογραφίας για τις περιβαλλοντικές και βιοκλιματικές παρεμβάσεις, καθώς και τις προτάσεις ενεργειακής αναβάθμισης, πραγματοποιείται η επιλογή ενός διατηρητέου δημόσιου κτιρίου στην πόλη των Ιωαννίνων για περαιτέρω μελέτη. Η επιλογή αυτή βασίζεται αφενός στην ιδιαίτερη ιστορική του αξία, και αφετέρου στο γεγονός γεγονός ότι αποτελεί ένα διατηρητέο κτίριο σε λειτουργία, χωρίς να έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου χρήση ανά τις δεκαετίες. Εν συνέχεια, γίνεται καταγραφή και ταξινόμηση των κατασκευαστικών και λειτουργικών του χαρακτηριστικών καθώς και των ενεργειακών του καταναλώσεων. Σύμφωνα με τη συλλογή των παραπάνω δεδομένων κατασκευάζεται ένα τρισδιάστατο μοντέλο το οποίο θα αναλυθεί ενεργειακά με τη βοήθεια των προγραμμάτων και Energy Plus ώστε να εξακριβωθούν οι ενεργειακές τους «παθογένειες». Η απεικόνιση των πιθανών εξωτερικών παρεμβάσεων παρουσιάζεται σε σχέδια δύο και τριών διαστάσεων (Sketch Up). Τέλος, συγκρίνεται το ποσοστό εξοικονόμησης ενέργειας του κάθε σεναρίου με την αρχική κατάσταση του κτιρίου και η αξιολογείται η εφαρμογή συστημάτων. Συνδυάζοντας και αναλύοντας όλα τα παραπάνω δεδομένα των ενοτήτων, επιχειρείται όχι μόνο η καταγραφή των πρακτικών προκλήσεων αλλά να προταθεί μια νέα ερμηνεία του τρόπου διερεύνησης των σχέσεων αλληλεξάρτησης υλικά-χρόνος, προτείνοντας ένα νέο τρόπο προσέγγισης. Διαπιστώνοντας τα συσσωρευμένα προβλήματα που οξύνονται καθημερινά, τα διατηρητέα κτίρια στην πλειοψηφία τους, αν και αξιόλογα, δεν πληρούν τις σημερινές προδιαγραφές για τη λειτουργία και πλήρη αξιοποίησή τους. Τέλος, εστιάζοντας στα κελύφη των διατηρητέων κτιρίων είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι σχεδιάστηκαν για να στεγάσουν κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα ενώ ταξινομούνται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και αι η διάρκεια ζωής τους καθορίζεται αναλόγως. Η διερεύνηση όχι μόνο των καλλιτεχνικών ή ιστορικών τους χαρακτηριστικών αλλά και των περιβαλλοντικών τους στοιχείων ως μέσο πολιτιστικής έκφρασης συνιστά και την ουσία αυτής της διατριβής.The purpose of this research is to develop a framework of guidelines for the essential and effective protection and upgrading of the architecture of listed buildings-monuments in accordance with the current climatic and social situation. Through the bibliographic review, two apparently different aspects of architecture are analyzed: built cultural heritage and energy planning. Initially, the study examines the importance of cultural heritage as a social and economic element, as well as the legislative framework involved listed buildings. In particular, it focuses on the provisions of Laws 3028/2002 (Ministry of Economy and Trade) and 2831/2000 (Ministry of Economy and Trade, especially those articles that pertain to preserved buildings and those to be preserved. In addition to the identification of a listed building a detailed recording of the parameters that endanger not only their operation but also their very existence as many are at risk and tend to be victims of demolition due to poor management. The aim of this study is also the investigation of energy efficiency in the building sector and specifically the contribution of the function of the building envelope in both conventional and structures of historical and architectural value. Alongside the analysis of the existing literature reviewing the study of bioclimatic interventions and the proposals for energy upgrading, a listed public building in the city of Ioannina is selected for further analysis due to its significant historical value and continued use with minimal change over the decades. The building’s construction and operational characteristics as well as its energy consumption are documented and classified. Based on the above data, a three-dimensional model is constructed which will be energetically analyzed with the help of the Energy Plus program, in order to determine their energy -related deficiencies. The visualization of the possible interventions is presented in two and three- dimensional plans (Sketch Up). Finally, the energy-saving potential of each proposed intervention is compared with the initial state of the building and the application of systems is evaluated. By synthesizing, of all the above sections that are analyzed, this study seeks not only to address the practical challenges, but also to propose a new interpretation of the way approaching the interdependence of materials-time, proposing a new way of understanding and identifying the accumulated problems. It highlights the issues that exacerbated every day, as preserved buildings in the majority , although valuable, fail to meet contemporary standards for their operation and full utilization. Ultimately, this research emphasizes on the building envelop of historic constructions and it is important to point out that their main role is to accommodate human activity and are products of specific historical periods, with a lifespan shaped accordingly. The investigation of not only their artistic or historical characteristics but also of their environmental and bioclimatic characteristics as a means of cultural expression constitutes the core of this thesis21

    Αποτίμηση ορθών γεωργικών πρακτικών στην καλλιέργεια των αραωματικών φυτών

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία με τίτλο «Αποτίμηση Ορθών Γεωργικών Πρακτικών στην Καλλιέργεια των Αρωματικών Φυτών» διερευνά τη σημασία και την εφαρμογή των Ορθών Γεωργικών Πρακτικών (ΟΓΠ) στην καλλιέργεια λεβάντας (Lavandula spp.) και ρίγανης (Origanum vulgare ssp. hirtum). Οι ΟΓΠ αποτελούν βασικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ποιότητας, της ασφάλειας και της βιωσιμότητας των αγροτικών προϊόντων, ιδιαίτερα σε αρωματικά φυτά που χρησιμοποιούνται σε τρόφιμα, φαρμακευτικά προϊόντα και καλλυντικά. Η έρευνα επικεντρώνεται στις βασικές συνιστώσες των ΟΓΠ, όπως η κατεργασία εδάφους, η διαχείριση υδάτων και θρεπτικών συστατικών και φυτοπροστασία. Επιπλέον, εξετάζονται οι περιβαλλοντικές και οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί, καθώς και οι προοπτικές ανάπτυξης του κλάδου μέσω της υιοθέτησης βιολογικών και ολοκληρωμένων μεθόδων καλλιέργειας. Τα αποτελέσματα της έρευνας βασίζονται σε συνεντεύξεις με παραγωγούς και αναδεικνύουν τη σημασία της εκπαίδευσης, της χρήσης νέων τεχνολογιών και της ενίσχυσης των υποδομών για την εφαρμογή των ΟΓΠ. Η μελέτη υπογραμμίζει τη δυναμική του ελληνικού αγροτικού τομέα στην παραγωγή αρωματικών φυτών υψηλής ποιότητας, καθώς και την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα και πολιτικές υποστήριξης.This thesis entitled “Assessment of Good Agricultural Practices in the Cultivation of Aromatic Plants” explores the importance and application of Good Agricultural Practices (GAP) in the cultivation of lavender (Lavandula spp.) and oregano (Origanum vulgare ssp. hirtum). GAP is a key framework for ensuring the quality, safety and sustainability of agricultural products, especially aromatic plants used in food, pharmaceuticals and cosmetics. The research focuses on the key components of GAP, such as soil cultivation, water and nutrient management and plant protection. In addition, the environmental and economic challenges faced by producers are examined, as well as the prospects for the development of the sector through the adoption of organic and integrated cultivation methods. The results of the research are based on interviews with producers and highlight the importance of education, the use of new technologies and the strengthening of infrastructure for the implementation of GMPs. The study highlights the potential of the Greek agricultural sector in the production of high-quality aromatic plants, as well as the need for further research and support policies

    4,452

    full texts

    49,308

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇