Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    49308 research outputs found

    Cultural and Social History in the second half of the 20th century

    No full text
    Σκοπός της παρούσας μελέτης, είναι να διερευνηθεί ο ρόλος του θεάτρου στην Ήπειρο, η ιστορική του εξέλιξη και η συμβολή του στην συγκρότηση της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής της περιοχής, το δεύτερο μισό του 20 ου αιώνα. Πιο συγκεκριμένα δεν επιχειρήσαμε μια απλή καταγραφή των θεατρικών παραστάσεων, που έλαβαν χώρα σε συγκεκριμένο χρόνο (Β῾μισό του 20ου αιώνα) και τόπο (Ήπειρος) αλλά επιχειρήσαμε να ανιχνεύσουμε, μέσα από την πρόσληψη του θεατρικού φαινομένου, την διαμόρφωση νοοτροπιών, συνηθειών και εν γενεί στάσεων ζωής, που μεταμορφώνονται μέσα από την επαφή τους, με την τέχνη του θεάτρου. Η πρότασή μας, εντάσσεται κατά τη γνώμη μας, σε τρία (3) επιστημονικά πεδία : αυτό της Πολιτισμικής Ιστορίας, της Τοπικής Ιστορίας και της Θεατρολογίας. Οι άξονες που θα κινηθούμε, θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε : α) πώς το θέατρο αντιμετωπίστηκε από την τοπική κοινωνία και β) πώς συνέβαλλε στην διαμόρφωση των τοπικών πολιτισμικών πρακτικών. Θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε κατά πόσο επηρεάζει και επηρεάζεται η θεατρική δραστηριότητα από τη σταδιακή αστικοποίηση που συντελείται στην πόλη των Ιωαννίνων και πώς αυτή βοηθά στην συγκρότηση μιας νέας θεατρικής κουλτούρας, η οποία αποτυπώνεται στις συνήθειες και τις προσδοκίες των ανθρώπων, οι οποίοι αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για τη δημιουργία ενός δικού τους τοπικού, περιφερειακού θεάτρου, καθώς η αντίληψη του ρόλου του θεάτρου αποκτά με τον καιρό βαρύνουσα και πολυεπίπεδη σημασία: ψυχαγωγική, δημιουργική, εκπαιδευτική, κοινωνική.The purpose of this study is to investigate the role of the theater in Epirus, its historical development and its contribution to the formation of the artistic and intellectual life of the region, in the second half of the 20th century. More specifically, we did not attempt a simple recording of the theatrical performances, which took place in a specific time (second half of the 20th century) and place (Epirus) but we attempted to detect, through the reception of the theatrical phenomenon, the formation of attitudes, habits and in general life attitudes, which are transformed through their contact with the art of theater. Our proposal, in our opinion, belongs to three (3) scientific fields: that of Cultural History, Local History and Theatrology. The axes we will move will help us understand: a) how the theater was treated by the local society and b) how it contributed to the formation of local cultural practices. We will try to investigate to what extent theatrical activity affects and is affected by the gradual urbanization that takes place in the city of Ioannina and how it helps to form a new theatrical culture, which is reflected in the habits and expectations of people, who take initiatives to create their own local, regional theatre, as the perception of the role of theater acquires over time a weighty and multi-layered meaning: entertaining, creative, educational, social.Πρόλογος. Εισαγωγή. Το Ελληνικό Θέατρο μετά το 1945. Η Πνευματική ζωή των Ιωαννίνων στο Πέρασμα των Αιώνων. Ι. Το Ερασιτεχνικό θέατρο στα Γιάννενα: Η περίπτωση του Μίλτου Τσίρκα (1950-1970) Στρατιωτικό Θέατρο. Δραματική Σχολή του Δημοτικού Ωδείου Ιωαννίνων. Ερασιτεχνικός Θεατρικός Όμιλος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών. Θεατρικός Όμιλος Παιδόπολις: Αγία Ελένη. Θεατρικός Όμιλος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. II. Η Εποχή των Φεστιβάλ από τα “Δωδωναία” (1960-1981) στα “Ηπειρωτικά” (1976-) Η Τέχνη ως μέσο ενίσχυσης της Τουριστικής Ανάπτυξης και της Τοπικής Οικονομίας. “Δωδωναία” (1960-1998): Η αναβίωση του αρχαίου Δράματος. Τα προγράμματα των παραστάσεων “Ηπειρωτικά”. IΙΙ. Οργανισμός Ηπειρωτικού Θεάτρου (1976-1985) Ιστορικό - Κοινωνικό Πλαίσιο: Συνθήκες που ευνόησαν τη δημιουργία του. Η ίδρυση του Ο.Η.Θ. Η πορεία του Ο.Η.Θ. Η επιλογή Ρεπερτορίου. Η ανταπόκριση του κοινού μέσα από τον Τοπικό Τύπο. Οι άνθρωποι του Ο.Η.Θ. Τα προβλήματα του Ο.Η.Θ. IV. Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων (1983- ).Το αίτημα για θεατρική αποκέντρωση. Σχεδιασμός Πολιτιστικής Πολιτικής. Θεσμικό Πλαίσιο. Η υποδοχή της Ίδρυσης του Δη.Πε.Θε. Ιωαννίνων μέσα από τον τοπικό Τύπο. Επιλογή Ρεπερτορίου (Δραματολόγιο). Σκοπός και Στόχοι του Δη.Πε.Θε Ιωαννίνων. Τελικά Συμπεράσματα. Επίλογος.31

    Chemophobia: attitudes and perceptions of science teachers about chemistry and its applications

    No full text
    Η Χημεία συχνά γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους ως μια πολύπλοκη και δυσνόητη επιστήμη. Κάποιες φορές, μάλιστα, εκλαμβάνεται ως επικίνδυνη για την υγεία και το περιβάλλον. Η αξιοσημείωτη επιστημονική πρόοδος του 20ου και 21ου αιώνα οδήγησε σε οικονομική πρόοδο και βιομηχανική ανάπτυξη, που διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων. Ωστόσο, παρά τη σημαντική πρόοδο, σε πολλές περιπτώσεις, οι καταναλωτές δεν έχουν κατανοήσει βαθύτερα τις διαδικασίες παραγωγής των αγαθών καθημερινής χρήσης, με αποτέλεσμα ορισμένοι εξ αυτών να βασίζονται σε παρανοήσεις και σε ψευδοεπιστημονικά δεδομένα κατά την αξιολόγηση των σχετικών οφελών και κινδύνων, όπως στην περίπτωση των χημικών προϊόντων. Στο ευρύ κοινό επικρατούν ορισμένες αβάσιμες φοβίες για τα χημικά προϊόντα, που έχουν οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην επιθυμία να κατοικήσουν σε έναν «κόσμο χωρίς χημικά». Παράλληλα, πολλά άτομα ισχυρίζονται ότι καταβάλλουν προσπάθειες για να αποφύγουν τις «χημικές ουσίες» και να προτιμούν μόνο τις «φυσικές ουσίες». Αυτή η αποστροφή προς τη Χημεία προκαλεί τη χημειοφοβία, η οποία μπορεί να λάβει διάφορους ορισμούς, όπως ο φόβος γενικά για τη Χημεία, ο παράλογος φόβος για τις χημικές ουσίες, η πεποίθηση ότι όλες οι χημικές ουσίες είναι τοξικές και πιθανώς καρκινογόνες, αλλά και ο φόβος τον μαθητών και των φοιτητών για τα μαθήματα και τα εργαστήρια της Χημείας. Ένας από τους στόχους της διδασκαλίας της Χημείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι να παρέχει στους μαθητές και τις μαθήτριες τις βέλτιστες προϋποθέσεις για την κατανόηση των εννοιών που απαιτούνται για την ερμηνεία και την πρόβλεψη φυσικών και χημικών φαινομένων. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι οι απόψεις των εκπαιδευτικών ενδεχομένως να επηρεάζουν τη διδακτική διαδικασία, ο βασικός στόχος αυτής της μελέτης είναι να διερευνήσει τις στάσεις και τις αντιλήψεις εκπαιδευτικών που διδάσκουν μαθήματα Φυσικών Επιστημών (Φυσικούς, Χημικούς, Βιολόγους και Γεωλόγους), σε γυμνάσια και λύκεια. Εάν φοβούνται ή έχουν άγνοια για τα χημικά προϊόντα καθημερινής χρήσης. Στην έρευνα συμμετείχαν 199 εκπαιδευτικοί, οι οποίοι απάντησαν σε ερωτηματολόγιο 28 ερωτήσεων. Τα ευρήματα της μελέτης ανέδειξαν την ύπαρξη ορισμένων εναλλακτικών ιδεών ακόμα και στις τάξεις των εκπαιδευτικών. Για παράδειγμα ότι κάθε προϊόν που περιέχει χημικές ουσίες αποτελεί κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου και ότι τα φυσικά προϊόντα είναι ασφαλέστερα προς κατανάλωση. Δεν παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις στάσεων και αντιλήψεων ως προς το φύλο. Αντιθέτως, ως προς την ειδικότητα παρατηρήθηκε ότι οι Φυσικοί είναι εκείνοι που εκφράζουν τις περισσότερες χημειοφοβικές αντιλήψεις και ακολουθούν οι Βιολόγοι. Συνεπώς, οι αντιλήψεις περί Χημείας ενδέχεται να επηρεάζονται έως ένα βαθμό από την επιστημονική εκπαίδευση.Chemistry oftentimes is perceived as a difficult to understand and a complex scientific field. Sometimes it is viewed even as posing dangers to the environment and human health. Despite the remarkable scientific progress of the last two centuries that led to industrial development and economic advancement, consumers still lack a deeper understanding regarding production processes of everyday goods. Hence, many people assess relevant risks and benefits of chemical products – for example – based on widely accepted pseudoscientific data and misconceptions. Among many individuals, there are certain groundless fears regarding chemical products, leading to the cultivation of a desired world “without chemicals”. This belief has led many to prefer “natural substances” and avoid “chemical substances”. This strong revulsion towards Chemistry inflames a certain kind of phobia called Chemophobia, which can be defined as a general fear of Chemistry, an illogical fear regarding chemicals, the false belief that every chemical is toxic and potentially carcinogenic, or students’ fear toward laboratory chemical class sessions. One of the primary goals of teaching Chemistry in secondary education is to thoroughly deliver the required concepts to students, to be able to comprehend, interpret, and predict chemical and physical phenomena. Hence, considering that teachers’ perceptions may influence the teaching process, the present study’s objective is to investigate the perceptions and attitudes of secondary in-service science teachers regarding Chemistry and relevant issues. The present study’s sample consists of 199 in-service science teachers. The findings suggest the existence of misconceptions among science teachers. Furthermore, statistical analysis did not reveal statistical differences regarding gender. However, regarding area of expertise, Physicists were found to nurture more chemophobic notions, followed by Biologists. Consequently, the results suggest that the area of expertise among science teachers may play a role in molding conceptions about Chemistry.97 σ

    Elucidating the role of the autism risk gene CNTNAP2 in early cortical interneuron development using brain organoids

    No full text
    Autism spectrum disorder (ASD) is a complex neurodevelopmental condition characterized by changes in social communication, repetitive behaviors, and cognition. The genetic basis of ASD has been extensively studied, with mutations in Contactin-associated protein-like 2 (CNTNAP2) emerging as a significant risk factor. CNTNAP2 plays a crucial role in neuronal development, particularly in neuronal migration, synaptic function, and interneuron differentiation. However, the precise mechanisms underlying CNTNAP2-related neurodevelopmental phenotypes remain poorly understood. In this study, we investigated the role of CNTNAP2 in early cortical interneuron development using human induced pluripotent stem cell (hiPSC)-derived brain organoids. By generating cerebral and ventral forebrain organoids from both control and CNTNAP2 knockout (KO) iPSC lines, we examined how CNTNAP2 loss-of function impacts neuronal differentiation and the balance of excitatory and inhibitory neuronal populations. Immunofluorescence, confocal imaging, Western blotting, and RNA sequencing were employed to analyze the molecular and cellular consequences of CNTNAP2 deletion. Our findings revealed significant alterations in organoid morphology and ventricular zone organization in CNTNAP2 KO cerebral organoids. Notably, KO organoids exhibited an accelerated cell cycle and increased proliferation, coupled with a reduction in TBR1 expressing excitatory neurons. RNA sequencing identified a transcriptional shift favoring interneuron-associated genes, suggesting an imbalance in excitatory/inhibitory neuronal differentiation. In contrast, ventral forebrain organoids did not display significant changes in overall size at the examined time point, highlighting potential temporal and regional differences in CNTNAP2 function. Given the involvement of the PI3K/AKT/mTOR signaling pathway in neurodevelopment and ASD pathophysiology, we further assessed its activation status in CNTNAP2 KO organoids. No significant differences in mTOR pathway effectors were detected at day 30, suggesting that CNTNAP2-related deficits may arise independently of this signaling cascade or may manifest at later developmental stages. Together, these findings underscore the critical role of CNTNAP2 in cortical development and interneuron specification. Our results contribute to the growing body of evidence linking CNTNAP2 dysfunction to ASD-associated neuropathology and emphasize the utility of brain organoids as a model system for studying neurodevelopmental disorders. Further studies incorporating longer differentiation timepoints and additional molecular analyses are necessary to fully elucidate the mechanisms underlying CNTNAP2-mediated neurodevelopmental deficits and their implications for ASD.Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) είναι μία σύνθετη νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από προβλήματα στην κοινωνική επαφή, από επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές και από γνωστικές ελλείψεις. Η γενετική βάση του αυτιστικού φάσματος έχει μελετηθεί εκτενώς, με τις μεταλλάξεις στο γονίδιο CNTNAP2 (Contactin associated protein- like 2) να φαίνεται να συνιστούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Το γονίδιο CNTNAP2 διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην νευρωνική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στη μετανάστευση των νευρώνων, στη λειτουργία των συνάψεων και στη διαφοροποίηση των ενδιάμεσων νευρώνων. Ωστόσο, οι ακριβείς μηχανισμοί που διέπουν τις νευροαναπτυξιακές δυσλειτουργίες που σχετίζονται με το CNTNAP2 παραμένουν ελάχιστα κατανοητοί. Στην παρούσα μελέτη, διερευνήσαμε τον ρόλο του γονιδίου CNTNAP2 στην πρώιμη ανάπτυξη των φλοιικών διάμεσων νευρώνων χρησιμοποιώντας οργανοειδή εγκεφάλου που προέρχονται από ανθρώπινα επαγόμενα πολυδύναμα βλαστοκύτταρα (hiPSC). Δημιουργώντας οργανοειδή του εγκεφαλικού φλοιού και του κοιλιακού προσθίου εγκεφάλου από κυτταρική σειρά iPSC ελέγχου και CNTNAP2 knockout (KO) κυτταρική σειρά iPSC, εξετάσαμε πώς η απώλεια λειτουργίας του γονιδίου CNTNAP2 επηρεάζει τη νευρωνική διαφοροποίηση και την ισορροπία μεταξύ διεγερτικών και ανασταλτικών νευρωνικών πληθυσμών. Για την ανάλυση των μοριακών και κυτταρικών επιπτώσεων της διαγραφής του γονιδίου της CNTNAP2, χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές όπως η τεχνική ανοσοφθορισμού, η συνεστιακή απεικόνιση, η μέθοδο ανοσοαποτύπωσης και η αλληλούχιση RNA. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικές μεταβολές στη μορφολογία των οργανοειδών και την οργάνωση της ζώνης νευρογένεσης στα CNTNAP2 KO φλοιικά οργανοειδή. Συγκεκριμένα, τα KO οργανοειδή παρουσίασαν επιταχυνόμενο κυτταρικό κύκλο και αυξημένο κυτταρικό πολλαπλασιασμό, συνοδευόμενα από μείωση των διεγερτικών νευρώνων που εκφράζουν TBR1. Η αλληλούχιση RNA αποκάλυψε μια μεταγραφική μετατόπιση υπέρ των γονιδίων που σχετίζονται με τους διάμεσους νευρώνες, υποδηλώνοντας ανισορροπία στη διαφοροποίηση των διεγερτικών/ανασταλτικών νευρώνων. Αντίθετα, τα οργανοειδή του κοιλιακού προσθίου εγκεφάλου δεν παρουσίασαν σημαντικές αλλαγές στο συνολικό τους μέγεθος κατά το εξεταζόμενο χρονικό σημείο, υποδεικνύοντας πιθανές χρονικές και σημειακές διαφορές στη λειτουργία του γονιδίου της CNTNAP2. Δεδομένης ανάμειξης του σηματοδοτικού μονοπατιού PI3K/AKT/mTOR στη νευροανάπτυξη και την παθοφυσιολογία της ΔΑΦ, εξετάσαμε περαιτέρω την ενεργοποίηση του στα CNTNAP2 KO οργανοειδή. Στους κύριους ρυθμιστές του μονοπατιού δεν ανιχνεύθηκαν σημαντικές διαφορές την ημέρα 30, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι CNTNAP2-σχετιζόμενες δυσλειτουργίες μπορεί να προκύπτουν ανεξάρτητα από αυτόν τον σηματοδοτικό καταρράκτη ή να εκδηλώνονται σε μεταγενέστερα στάδια ανάπτυξης. Συνολικά, τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν τον κρίσιμο ρόλο του CNTNAP2 στην ανάπτυξη του φλοιού και την εξειδίκευση των διάμεσων νευρώνων. Τα αποτελέσματά μας συμβάλλουν στο αυξανόμενο σώμα ενδείξεων που συνδέουν τη δυσλειτουργία του CNTNAP2 με την ASD και υπογραμμίζουν τη χρησιμότητα των οργανοειδών εγκεφάλου ως μοντέλου για τη μελέτη των νευροαναπτυξιακών διαταραχών. Περαιτέρω μελέτες με μεταγενέστερους χρόνους διαφοροποίησης και πρόσθετες μοριακές αναλύσεις είναι απαραίτητες για την πλήρη κατανόηση των μηχανισμών που διέπουν τις CNTNAP2- μεσολαβούμενα νευροαναπτυξιακές δυσλειτουργίες και τις επιπτώσεις τους στην ASD.72 σ

    Μην ξεχάσεις τις φωτογραφίες”. Η ανάδειξη της κοινωνικής και επιστημονικής ιστορίας των Συνεδρίων των Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών

    No full text
    Παρουσίαση ανακοίνωσης: Μπράττης, ΠαντελήςΉταν Μάιος του 1992, εποχή ανάπτυξης και μετασχηματισμού του ελληνικού ακαδημαϊκού βιβλιοθηκονομικού πεδίου, όταν μια ομάδα στελεχών πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών συνεργάστηκε για τη διοργάνωση του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, στην πόλη των Ιωαννίνων. Το Φθινόπωρο του 2025, με τη διεξαγωγή του 31ου Συνεδρίου στην ίδια πόλη, συμπληρώνονται 33 χρόνια αδιάλειπτης επιστημονικής και επαγγελματικής συνάντησης του χώρου. Στο διάστημα αυτό, τα Συνέδρια παρακολούθησε το σύνολο σχεδόν της ελληνικής βιβλιοθηκονομικής κοινότητας, έλαβαν χώρα σε 14 διαφορετικές πόλεις της χώρας, διοργανώθηκαν από 21 Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και υποστηρίχθηκαν από δεκάδες δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Η διεξαγωγή αυτών των συνεδρίων παρήγαγε μια σειρά από τεκμήρια, είτε επιστημονικά (όπως πρακτικά συνεδρίων, αρχεία εισηγήσεων, κπλ.), είτε “εφήμερα” (όπως αφίσες, προσκλήσεις, διαφημιστικά φυλλάδια, προγράμματα, τσάντες, κλπ.), που με το πέρασμα των χρόνων “χάνονται” σε ανενεργές ιστοσελίδες του διαδικτύου που δεν λειτουργούν πλέον ή πιθανόν να πάψουν να λειτουργούν σύντομα. Στην παρούσα εισήγηση παρουσιάζεται η προσπάθεια συστηματικής οργάνωσης και ψηφιακής διάσωσης του αποθέματος αυτού, όπως αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο ΜεταΔΕΔΟΜΕΝΩΝ του Τμήματος Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Συστημάτων Πληροφόρησης του ΔΙΠΑΕ, σε συνεργασία με την ομάδα ανάπτυξης της πλατφόρμας ReasonableGraph. Συγκεκριμένα, θα παρουσιαστεί το «Αποθετήριο Ιστορίας των Συνεδρίων των Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών», το οποίο αξιοποιεί τεχνολογίες διασυνδεδεμένων δεδομένων και προτυποποιημένα μεταδεδομένα με στόχο την «ανασύσταση» της ιστορίας του ελληνικού βιβλιοθηκονομικού χώρου, μέσω της επιστημονικής τεκμηρίωσης φυσικών, ψηφιακών και άυλων τεκμηρίων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί και στη διάσταση της κοινωνικής ιστορίας των συνεδρίων, με την καταγραφή και τεκμηρίωση οπτικοακουστικού υλικού (φωτογραφιών, βίντεο κ.λπ.) που παρήχθη από τους ίδιους τους συμμετέχοντες. Τέλος, θα παρουσιαστεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ειδικού εργαστηρίου εντός του Συνεδρίου, με στόχο τον εμπλουτισμό των τεκμηρίων και των οντοτήτων του αποθετηρίου μέσω της μεθόδου του πληθοπορισμού (crowdsourcing), ενεργοποιώντας τη συμμετοχή της βιβλιοθηκονομικής κοινότητας στη συλλογική διατήρηση της μνήμης του θεσμού.31ο Συνέδριο Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκώ

    Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ανθρώπινο κεφάλαιο, πολιτισμός και τοπική ανάπτυξη στην Ευρώπη

    No full text
    This dissertation examines crucial topics in structural reforms, educational infrastructure, and cultural transformations under the prism of policy impact evaluation, providing empirical insights into their economic and social implications. I apply advanced econometric techniques and leverage unique historical and contemporary datasets to provide evidence-based insights into the outcomes of significant historical and contemporary policy interventions. It is divided into three comprehensive chapters where I draw on contemporary as well as historical events to analyse them in the context of urban and regional economics, economic history, and policy impact evaluation. In the first chapter, I evaluate the economic effects of structural reforms, specifically the large-scale municipal amalgamations enacted during Greece’s economic adjustment program. Drawing on unique administrative data, I examine the impact of the “Kallikratis” reform on public finances, including revenues and expenditures. My findings reveal that amalgamation significantly reduced per capita investments by approximately 25–30% —perhaps due to pre-trends related to the period before the amalgamation of municipalities— but had negligible effects on current costs and no impact on total revenues or expenditures. These results provide valuable insights for policymakers regarding the complexities and limitations of institutional consolidation in driving regional economic growth. In the second chapter, I investigate the role of universities in pre-industrial Europe in promoting urbanisation and regional economic development in the very long-run. Using a state-of-the-art staggered Difference-in-Differences methodology and addressing issues of data skewness with advanced Poisson regression models, I demonstrate that the establishment of universities in Europe acted as a catalyst for human capital formation, knowledge diffusion, and economic dynamism. My findings indicate that cities with universities experienced significantly higher rates of population, underscoring the transformative impact of educational institutions on regional development, while highlighting the potential for uneven economic outcomes across broader regions. In the third chapter, I explore the economic repercussions of the Protestant Reformation in Europe, focusing on how religious shifts influenced urban and economic development. Using historical maps and GIS techniques to trace the spread of religious change and its economic impact in a unique Pan-European dataset, I employ a robust econometric framework to address endogeneity and spatial spillover effects. My research finds that early conversions to Protestantism negatively affected urban growth, while later conversions had more moderate impacts. I find evidence that cities adopting Protestantism benefited at the expense of their neighbours, as economic activity and resources were concentrated in Protestant cities. I also highlight the importance of geography, pre-existing infrastructure, and the dissemination of the printing press in shaping these economic outcomes, emphasizing the complex interplay between cultural transformations and economic development. Together, these chapters make significant contributions to the fields of urban and regional economics, economic history, and policy impact evaluation. I introduce original contributions, including the development of unique datasets and the application of advanced econometric methodologies, such as staggered Difference-in-Differences and spatial econometric models, to uncover the complex effects of reforms and transformations on economic outcomes. I provide methodological innovations, policy-relevant insights, and a deeper understanding of how historical and institutional contexts shape economic trajectories over time. Overall, this dissertation offers a rich and interdisciplinary perspective, enhancing our knowledge of the long-term drivers of urban and regional economic development.Η παρούσα διατριβή εξετάζει κρίσιμα ζητήματα δομικών μεταρρυθμίσεων, εκπαιδευτικών υποδομών και πολιτισμικών μετασχηματισμών υπό το πρίσμα της αξιολόγησης πολιτικών, παρέχοντας εμπειρικές γνώσεις για τις οικονομικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις. Εφαρμόζω προηγμένες οικονομετρικές τεχνικές και αξιοποιώ μοναδικά ιστορικά και σύγχρονα σύνολα δεδομένων, ώστε να προσφέρω τεκμηριωμένες εκτιμήσεις των αποτελεσμάτων σημαντικών παρεμβάσεων πολιτικής, ιστορικών και σύγχρονων. Η διατριβή χωρίζεται σε τρία ολοκληρωμένα κεφάλαια, όπου συνδυάζω σύγχρονα και ιστορικά γεγονότα και τα αναλύω στο πλαίσιο της αστικής και περιφερειακής οικονομικής, της οικονομικής ιστορίας και της αξιολόγησης πολιτικών. Στο πρώτο κεφάλαιο αξιολογώ τις οικονομικές επιπτώσεις των δομικών μεταρρυθμίσεων, εστιάζοντας στις μεγάλης κλίμακας δημοτικές συνενώσεις («Καλλικράτης») που υλοποιήθηκαν κατά το πρόγραμμα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας. Αξιοποιώντας πρωτογενή διοικητικά δεδομένα, εξετάζω τον αντίκτυπο της μεταρρύθμισης στα δημόσια οικονομικά, συμπεριλαμβανομένων εσόδων και δαπανών. Τα ευρήματά μου δείχνουν ότι οι συνενώσεις μείωσαν σημαντικά τις επενδύσεις ανά κάτοικο κατά περίπου 25–30 % — ενδεχομένως λόγω προϋπαρχουσών τάσεων πριν από τη συγχώνευση των δήμων — χωρίς ουσιαστική επίδραση στο λειτουργικό κόστος ούτε στα συνολικά έσοδα ή έξοδα. Τα αποτελέσματα αυτά φωτίζουν τις πολυπλοκότητες και τους περιορισμούς της θεσμικής ενοποίησης ως μοχλού περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης. Στο δεύτερο κεφάλαιο διερευνώ τον ρόλο των πανεπιστημίων στη προ-βιομηχανική Ευρώπη ως παράγοντα αστικοποίησης και περιφερειακής ανάπτυξης μακράς διάρκειας. Χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη μεθοδολογία σταδιακού Difference-in-Differences και αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της ασυμμετρίας των δεδομένων με εξελιγμένα μοντέλα Poisson, αποδεικνύω ότι η ίδρυση πανεπιστημίων λειτούργησε ως καταλύτης συσσώρευσης ανθρώπινου κεφαλαίου, διάχυσης γνώσης και οικονομικής δυναμικής. Τα ευρήματά μου καταδεικνύουν πως οι πόλεις με πανεπιστήμια σημείωσαν σημαντικά ταχύτερους ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης, υπογραμμίζοντας τον μετασχηματιστικό αντίκτυπο των εκπαιδευτικών θεσμών στην περιφερειακή ανάπτυξη, αλλά και τις πιθανές άνισες επιπτώσεις μεταξύ ευρύτερων περιοχών. Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζω τις οικονομικές συνέπειες της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης στην Ευρώπη, εστιάζοντας στο πώς οι θρησκευτικές μεταβολές επηρέασαν την αστική και οικονομική ανάπτυξη. Με τη χρήση ιστορικών χαρτών και τεχνικών GIS για την ιχνηλάτηση της διάδοσης της θρησκευτικής αλλαγής και του οικονομικού της αντίκτυπου σε ένα μοναδικό πανευρωπαϊκό σύνολο δεδομένων, εφαρμόζω ένα στιβαρό οικονομετρικό πλαίσιο για να αντιμετωπίσω την ενδογενή αιτιότητα και τα χωρικά φαινόμενα διάχυσης. Διαπιστώνω ότι οι πρόωρες υιοθετήσεις του Προτεσταντισμού επηρέασαν αρνητικά την αστική ανάπτυξη, ενώ οι μεταγενέστερες είχαν μετριότερες επιπτώσεις. Παρουσιάζω στοιχεία ότι οι προτεσταντικές πόλεις ωφελήθηκαν εις βάρος των γειτόνων τους, καθώς οικονομική δραστηριότητα και πόροι συγκεντρώθηκαν σε αυτές. Τονίζω επίσης τη σημασία της γεωγραφίας, των προϋπαρχουσών υποδομών και της διάδοσης της τυπογραφίας στη διαμόρφωση αυτών των οικονομικών αποτελεσμάτων, αναδεικνύοντας τη σύνθετη αλληλεπίδραση πολιτισμικών μετασχηματισμών και οικονομικής ανάπτυξης. Συνολικά, τα τρία αυτά κεφάλαια συμβάλλουν ουσιαστικά στα πεδία της αστικής και περιφερειακής οικονομικής, της οικονομικής ιστορίας και της αξιολόγησης πολιτικών. Παρουσιάζω πρωτότυπες συνεισφορές, όπως την ανάπτυξη μοναδικών βάσεων δεδομένων και την εφαρμογή προηγμένων οικονομετρικών μεθόδων, όπως το staggered Difference-in-Differences και τα χωρικά οικονομετρικά μοντέλα, για την αποκάλυψη των πολύπλοκων επιδράσεων μεταρρυθμίσεων και μετασχηματισμών στα οικονομικά αποτελέσματα. Προσφέρω μεθοδολογικές καινοτομίες, πολιτικά χρήσιμες γνώσεις και βαθύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα ιστορικά και θεσμικά πλαίσια σχηματίζουν τις οικονομικές πορείες σε βάθος χρόνου. Συνολικά, η διατριβή προσφέρει μια πλούσια διεπιστημονική οπτική, διευρύνοντας τη γνώση μας σχετικά με τους μακροχρόνιους παράγοντες της αστικής και περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης.23

    Current treatments for xerostomia in head and neck cancer patients: a systematic review

    No full text
    Η ξηροστομία αποτελεί συχνή και επιβαρυντική επιπλοκή των θεραπειών για καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανασκόπηση των διαθέσιμων παρεμβάσεων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της ξηροστομίας και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους με βάση τα πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα. Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση της βιβλιογραφίας και ανάλυση κλινικών μελετών που αφορούν επεμβατικές, μη φαρμακολογικές και ακτινοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, αν και καμία μέθοδος δεν έχει αναδειχθεί σαφώς υπερέχουσα, νεότερες τεχνικές, όπως η ακτινοθεραπεία διαμορφούμενης έντασης, μειώνουν σημαντικά τη βαρύτητα και τη διάρκεια της ξηροστομίας. Επεμβατικές παρεμβάσεις, όπως ο βελονισμός και η ηλεκτρική διέγερση των σιελογόνων αδένων, παρουσιάζουν ενθαρρυντικά αλλά μη οριστικά τεκμηριωμένα αποτελέσματα. Η ετερογένεια στα πρωτόκολλα και τα εργαλεία αξιολόγησης υπογραμμίζει την ανάγκη για πολυκεντρικές μελέτες με ενιαία κριτήρια και μακροχρόνια παρακολούθηση. Συμπερασματικά, η στοχευμένη έρευνα και η τυποποίηση των μεθόδων αποτελούν βασική προϋπόθεση για την καθιέρωση αποτελεσματικών στρατηγικών αντιμετώπισης της ξηροστομίας στους ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου.Xerostomia is a frequent and burdensome complication of head and neck cancer therapies, with a substantial impact on patients’ quality of life. The aim of this systematic review was to examine available interventions for the prevention and management of xerostomia and to evaluate their effectiveness based on recent evidence. A comprehensive literature search and analysis of clinical studies was conducted, focusing on pharmacological, non- pharmacological, and radiotherapy-related approaches. Findings suggest that although no single method has proven to be clearly superior, newer techniques, such as intensity- modulated radiotherapy, considerably reduce both the severity and duration of xerostomia. Non-pharmacological strategies, including acupuncture and salivary gland electrical stimulation, have shown promising but inconclusive results. The heterogeneity of study protocols and outcome measures highlights the need for multicenter trials with standardized criteria and long-term follow-up. In conclusion, targeted research and methodological standardization are essential for the development of effective management strategies for xerostomia in patients with head and neck cancer.83 Σ

    Distinctive forms of music apprenticeship and music specialization in post war mountainous Aitolia

    No full text
    Αυτή η εργασία πραγματεύεται τις διαδικασίες ανάδυσης και ανάδειξης μουσικών στη μεταπολεμική ορεινή Αιτωλία. Εστιάζει συγκεκριμένα στο χωριό Αμβρακιά, όπου δημιουργήθηκε ένα ιδιότυπο φυτώριο επαγγελματιών (και όχι μόνο) μουσικών, με επίκεντρο τον άνθρωπο που υπήρξε ο δάσκαλος και συντονιστής τους. Η εργασία εξετάζει επίσης το μουσικό δίκτυο που δημιουργήθηκε στην ευρύτερη περιοχή για την ικανοποίηση των τοπικών μουσικών αναγκών, αλλά και των επαγγελματικών επιδιώξεων των μουσικών της Αμβρακιάς.This paper discusses the processes of emergence and promotion of musicians in post-war mountainous Aetolia. It focuses specifically on the village of Amvrakia, where a unique nursery of professional (and not only) musicians was created, centered on the man who was their teacher and coordinator. The paper also examines the musical network that was created in the wider region to satisfy local musical needs, as well as the professional aspirations of the musicians of Amvrakia.10

    Λειτουργία του τραπεζικού συστήματος στα Ιωάννινα. Οι απόψεις τραπεζικών στελεχών και πελατών.

    No full text
    Η μελέτη διερευνά τη λειτουργία του τραπεζικού κυκλώματος και τον κρίσιμο ρόλο του στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνία, επικεντρώνοντας στις βασικές λειτουργίες των τραπεζών, όπως η αποδοχή καταθέσεων, η χορήγηση δανείων και η διαχείριση κεφαλαίων. Το τραπεζικό κύκλωμα αναφέρεται στο δίκτυο και τις διαδικασίες μέσω των οποίων οι τράπεζες εξυπηρετούν τους πελάτες τους και διαχειρίζονται πόρους, διασφαλίζοντας τη ροή χρήματος στην οικονομία. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία των διασυνδέσεων των τραπεζών με εξωτερικούς φορείς, όπως οι ρυθμιστικές αρχές και τα επενδυτικά ιδρύματα, που συμβάλλουν στη σταθερότητα και τη διαφάνεια του συστήματος. Επιπλέον, η μελέτη υπογραμμίζει τον ρόλο της διαχείρισης κινδύνων, με έμφαση στους κινδύνους ρευστότητας και πιστωτικού κινδύνου, που είναι ζωτικοί για τη σταθερότητα των τραπεζικών ιδρυμάτων. Η προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες, όπως η ψηφιακή τραπεζική, και η ενίσχυση της ασφάλειας των συναλλαγών είναι κρίσιμες για την ανταπόκριση των τραπεζών στις αυξανόμενες προσδοκίες των πελατών στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή. Η έρευνα καταδεικνύει ότι οι τράπεζες, μέσω της καινοτομίας και της συνεχούς βελτίωσης των υπηρεσιών τους, διατηρούν τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη των πελατών, ενισχύοντας έτσι την οικονομική ανάπτυξη.The study explores the functioning of the banking circuit and its critical role in economic development and society, focusing on essential bank functions such as deposit acceptance, loan provision, and capital management. The banking circuit refers to the network and processes through which banks serve their clients and manage resources, ensuring the flow of money within the economy. Additionally, it highlights the importance of banks' interconnections with external entities, such as regulatory authorities and investment institutions, which contribute to system stability and transparency. The study emphasizes risk management, with a focus on liquidity and credit risks, which are crucial for the stability of banking institutions. Adapting to new technologies, such as digital banking, and enhancing transaction security are essential for banks to meet the growing expectations of customers in the modern digital age. The research demonstrates that banks, through innovation and continuous improvement of services, maintain stability and customer trust, thereby promoting economic growth4

    Μελέτη δικτύωσης οριζόμενης απο λογισμικό (SDN) με χρήση του εξομοιωτή Mininet

    Full text link
    Η Δικτύωση Οριζόμενη από Λογισμικό (Software Defined Networking - SDN) αποτελεί μία από τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες δικτύων, προσφέροντας υψηλό επίπεδο προγραμματισμού και ευελιξίας μέσω του διαχωρισμού του επιπέδου ελέγχου από το επίπεδο δεδομένων. Η αυξανόμενη χρήση τεχνολογιών όπως τα μεγάλα δεδομένα (Big Data) και τα κέντρα δεδομένων δημιουργεί νέες προκλήσεις για τις παραδοσιακές αρχιτεκτονικές δικτύων, ενισχύοντας την ανάγκη για πιο έξυπνες και ασφαλείς λύσεις. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει συνοπτικά την αρχιτεκτονική του SDN, τα κύρια πρωτόκολλα που το υποστηρίζουν, καθώς και τα ζητήματα ασφάλειας που προκύπτουν. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χρήση του εξομοιωτή Mininet για τη δημιουργία και αξιολόγηση τοπολογιών SDN σε εικονικό περιβάλλον. Πραγματοποιήθηκε εγκατάσταση και ρύθμιση του Mininet σε εικονική μηχανή (VM), δημιουργήθηκαν τοπολογίες μέσω του εργαλείου Miniedit και υλοποιήθηκαν δοκιμές εύρους ζώνης, καθυστέρησης και Jitter με χρήση του iperf. Επιπλέον, προσομοιώθηκε επίθεση ICMP Flooding (DDoS) με στόχο την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του δικτύου υπό κακόβουλη επίθεση στο δίκτυο. Τα αποτελέσματα έδειξαν αυξημένη καθυστέρηση και υποβάθμιση της απόδοσης, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ενσωμάτωση μηχανισμών ανίχνευσης και μετριασμού επιθέσεων. Η εργασία καταλήγει στο ότι ο Mininet μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς σκοπούς, επιτρέποντας την κατανόηση της λειτουργίας του SDN, την ανάλυση απειλών και την ανάπτυξη μελλοντικών σεναρίων ασφάλειας και καινοτομίας στα δίκτυα.Software Defined Networking (SDN) has emerged as a modern paradigm that enables network programmability and flexibility by separating the control plane from the data plane. The increasing adoption of technologies such as Big Data and data centers poses new challenges for legacy network architectures, highlighting the need for more intelligent and secure solutions. This thesis provides an overview of SDN architecture, its main protocols, and related security issues. A practical focus is given to the use of the Mininet emulator for building and testing SDN topologies in a virtualized environment. Mininet was installed on a VM, and topologies were created using the Miniedit tool, followed by performance tests measuring bandwidth, latency, and jitter through iperf. Furthermore, an ICMP Flooding (DDoS) attack was simulated to evaluate the network’s resilience under malicious traffic. Results indicated increased delays and performance degradation, emphasizing the importance of integrating detection and mitigation mechanisms. Overall, this thesis demonstrates that Mininet is a valuable tool for both educational and research purposes, providing insights into SDN operation, security threats, and future experimental scenarios

    Αντιδράσεις Diels-Alder προστατευμένων ο-βενζοκινονών με αλκίνια. Θερμική Ισομερείωση Δικυκλο[2.2.2]οκτ-5,7-διεν-2-ονών προς Τετραϋδροκυκλοπροπα[cd]πενταλεν-1(2Η)-όνες

    No full text
    Οι προστατευμένες ο-βενζοκινόνες (MOBs), αποτελούν πολύτιμα συνθετικά ενδιάμεσα σε αντιδράσεις Diels-Alder, λόγω της έντονης δραστικότητάς τους. Στην παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή μελετήθηκαν οι αντιδράσεις retro Diels-Alder/Diels-Alder (rDA/DA) των διμερών 206α-γ των MOBs, με ακετυλένια 208. Οι rDA/DA αντιδράσεις των MOBs (205α-γ) με διάφορα μονο- και διϋποκατεστημένα ακετυλένια 208 με βρασμό σε τολουόλιο, οδήγησαν στη σύνθεση των δικυκλο[2.2.2]οκταδιενονών (209, 212, 215). Παρατηρήθηκε ότι η φύση και η θέση των υποκαταστατών στα ακετυλένια 208 επηρεάζει σημαντικά τη δομή των προϊόντων, καθορίζοντας εάν η αντίδραση θα οδηγήσει αποκλειστικά στο ορθο-ισομερές ή σε μίγμα του ορθο- και του μετα-ισομερούς. Είναι γνωστό από προηγούμενες μελέτες ότι η χρήση ακετυλενίων που φέρουν υποκατάστατες δέκτες ηλεκτρονίων μειώνει τη τοποχημική εκλεκτικότητα τέτοιου είδους αντιδράσεων80. Γι’ αυτό το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην ταυτόχρονη εισαγωγή στα ακετυλένια ενός υποκαταστάτη δότη ηλεκτρονίων (αρυλομάδα) και ενός υποκαταστάτη δέκτη ηλεκτρονίων (εστερική ομάδα). Παρατηρήθηκε ότι στην περίπτωση των αντιδράσεων με τους μη υποκατεστημένους (208θ, 208ο) και παρα-υποκατεστημένους φαινυλοπροπιολικούς μεθυλεστέρες (208ι–λ), σχηματίστηκε αποκλειστικά το ορθο-ισομερές. Αντίθετα, όταν χρησιμοποιήθηκαν οι ορθο-υποκατεστημένοι φαινυλοπροπιολικοί μεθυλεστέρες (208μ, 208ν και 208ξ), παρατηρήθηκε απώλεια της τοποχημείας, με ταυτόχρονο σχηματισμό του ορθο- (209μ-ξ, 212μ-ξ) και του μετα-ισομερούς (209μ΄-ξ΄, 212μ΄-ξ΄) σε περίπου ίσες αναλογίες. Όταν οι ίδιες αντιδράσεις rDA/DA πραγματοποιήθηκαν με θέρμανση στους 200 °C σε ξυλόλιο, τα προϊόντα που απομονώθηκαν ήταν οι τρικυκλο[3.3.0.0]οκτενόνες (210, 213, 216) οι οποίες αποτελούν προϊόντα θερμικής ισομερείωσης των αντίστοιχων δικυκλο[2.2.2]οκταδιενονών (209, 212, 215). Η υπόθεση ότι οι δικυκλο[2.2.2]οκταδιενόνες αποτελούν ενδιάμεσες ενώσεις για το σχηματισμό των τρικυκλο[3.3.0.0]οκτενονών επιβεβαιώθηκε με τη θέρμανση της αντίστοιχης δικυκλικής ένωσης στους 200 °C, η οποία οδήγησε στον σχηματισμό της τρικυκλικής ένωσης. Κάτω από συνθήκες παρατεταμένης θέρμανσης οι τρικυκλο[3.3.0.0]οκτενόνες (210, 213, 216) οδηγούν σε προϊόντα αποσύνθεσης (211, 214) με απώλεια της διμεθοξυκετένης.Masked o-benzoquinones (MOBs) are valuable synthetic intermediates in Diels–Alder reactions due to their reactivity. In the present master's thesis, the retro Diels–Alder/Diels– Alder (rDA/DA) reactions of MOB dimers 206α–γ with alkynes 208 were studied. The rDA/DA reactions of MOBs (205α–γ) with various mono- and disubstituted alkynes 208 under reflux in toluene led to the synthesis of bicyclo[2.2.2]octadienones (209, 212, 215). It was observed that the nature and position of the substituents on the alkynes 208 significantly affect the structure of the products, determining whether the reaction leads exclusively to the ortho-isomer or to a mixture of ortho- and meta-isomers. It is known from previous studies that the use of alkynes bearing electron-withdrawing substituents reduces the regiochemical selectivity of such reactions80. For this reason, interest was focused on the simultaneous incorporation into the alkynes of an electron-donating substituent (aryl group) and an electron- withdrawing substituent (ester group). It was observed that in reactions with unsubstituted (208θ, 208ο) and p-substituted phenylpropiolic methyl esters (208ι–λ), the ortho-isomer was formed exclusively. In contrast, when ortho-substituted phenylpropiolic methyl esters (208μ, 208ν, and 208ξ) were used, a loss of regiochemical control was observed, with the simultaneous formation of both ortho- (209μ–ξ, 212μ–ξ) and meta-isomers (209μ΄–ξ΄, 212μ΄–ξ΄) in approximately equal ratios. When the same rDA/DA reactions were carried out by heating at 200 °C in xylene, the isolated products were tricyclo[3.3.0.0]octenones (210, 213, 216), which are thermal isomerization products of the corresponding bicyclo[2.2.2]octadienones (209, 212, 215). The hypothesis that the bicyclo[2.2.2]octadienones serve as intermediates in the formation of the tricyclo[3.3.0.0]octenones was confirmed by heating the corresponding bicyclic compound at 200 °C, which led to the formation of the tricyclic product. Under conditions of prolonged heating, the tricyclo[3.3.0.0]octenones (210, 213, 216) underwent decomposition to give products (211, 214) resulting from the loss of the dimethoxyketene moiety.19

    4,452

    full texts

    49,308

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇