National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η αναστολή των εκκρεμών δικών, κατά το άρθρο 1 του ν. 3900/2010, και ο έλεγχος περί απαραδέκτου από το Συμβούλιο της Επικρατείας
Στην παρούσα εργασία επιχειρείται μία σύντομη ανάλυση του θεσμού της πιλοτικής δίκης του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 με έμφαση στο ζήτημα και στη σημασία της αναστολής των εκκρεμών δικών, όταν ενεργοποιείται ο θεσμός αυτός, είτε έπειτα από την αποδοχή του αιτήματος εισαγωγής υπόθεσης σε πιλοτική δίκη από την Επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε έπειτα από προδικαστική παραπομπή του αρχικά δικάζοντος τακτικού διοικητικού δικαστηρίου. Παράλληλα, εκτίθεται ο τρόπος ελέγχου της υπόθεσης που εισάγεται σε πιλοτική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκταση αυτού του ελέγχου, ιδιαίτερα για κωλύματα απαραδέκτου, ενώ πραγματοποιείται μια επισκόπηση της σχετικής νομολογίας για τέτοια ζητήματα. Καταληκτικά, αναδεικνύεται η σημασία του θεσμού και η επίκαιρη θέση του στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας της απονομής της Διοικητικής Δικαιοσύνης.This thesis provides a concise analysis of the pilot trial as established by Article 1 of Law 3900/2010, focusing on the issue and significance of the suspension of pending proceedings when this mechanism is activated. The pilot trial may be initiated either after the acceptance of the request to introduce a case into a pilot trial by the Committee of the Council of State, or by way of a preliminary reference submitted by the administrative court initially seised of the dispute. The study further examines the nature and scope of the judicial review exercised by the Council of State over cases referred to a pilot trial, with particular emphasis on issues of inadmissibility, while also providing an overview of the relevant case law. Finally, it highlights the importance of the pilot trial mechanism and its contemporary role in enhancing the effectiveness of administrative justice
Το κοινωνικό συμβόλαιο κατά τον Thomas Hobbes
Στο πρώτο μέρος της εργασίας, εισαγόμαστε ομαλά στις ιστορικές συνθήκες ανάδυσης της φιλοσοφικής θεωρίας του Thomas Hobbes περί Κοινωνικού Συμβολαίου, την περίοδο του βρετανικού εμφυλίου πολέμου (1642 - 1651 μ.Χ.), που είχε τόσο πολιτικές, όσο και θρησκευτικές διαστάσεις. Μετά την ανάπτυξη του βασικού κορμού του χομπσιανού Κοινωνικού Συμβολαίου, εμβαθύνουμε σε ζητήματα ερμηνείας, όπως στην διάκριση μεταξύ συμβολαίου και αμιγώς συντονιστικής συμφωνίας, κατά την φιλοσοφική διαφωνία μεταξύ του David Gauthier και της Jean Hampton, η οποία δημιουργεί τόσο ιδεολογική, όσο και εννοιολογική πολυφωνία σχετικά με την παντοδυναμία του Κυριάρχου. Έπειτα, αναλύουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της χομπσιανής προσέγγισης του Κοινωνικού Συμβολαίου, προχωρώντας σε μια σ΄ύ΄γχρονη με΄τάβαση απ΄ό την φυσικοδικαϊκή παράδοση σε μια δημοκρατική θεωρία, κατά την διάνοια του Bernard Williams περί νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας χωρίς προσφυγή σε ηθικές ή περιγραφικές έννοιες. Τέλος, ολοκληρώνουμε με μια συγκριτική ανασκόπηση μεταξύ της φιλοσοφίας του Thomas Hobbes και του Bernard Williams.In the first part of the dissertation, we are progressively introduced to the historical context of the emergence of the Social Contract Theory according to Thomas Hobbes, amidst the British civil war (1642 - 1651 AD), which had simultaneously political and religious - theological dimensions. After unravelling the quintessential core of the Hobbesian Social Contract Theory, we are immersed into matters of interpretation, such as the distinction between contract and purely coordinative agreement, according to the philosophical dispute between David Gauthier and Jean Hampton, which creates both ideological and conceptual polyphony about the omnipotence of the Sovereign. Furthermore, we analyze the advantages and the disadvantages of the Hobbesian approach of the Social Contract Theory, advancing to a contemporary transition from the natural law tradition to a democratic perspective, according to the thought process of Bernard Williams' ingenuity on the legitimation of state authority, without invoking moral or descriptive concepts. We conclude with a comparative overview between the jurisprudence of Thomas Hobbes and of Bernard Williams
Η οριστικότητα των καταλογιστικών πράξεων των φορολογικών αρχών
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τον κανόνα της οριστικότητας των φορολογικών καταλογιστικών πράξεων, με παράθεση και ανάπτυξη των θεσμοθετημένων διαδικασιών αμφισβήτησης και ακύρωσης/τροποποίησής αυτών. Ειδικότερα, αναπτύσσονται η διαδικασία επανεξέτασης μέσω ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής, επανάληψης διαδικασίας, δυνατότητας επανελέγχου, ακύρωσης/τροποποίησης μέσω των διαδικασιών των άρθρων 74 και 75 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ενώ παρουσιάζονται και οι θεσμοί της Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 16 ν. 4714/2020 και της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Οι ως άνω διαδικασίες παρουσιάζονται μέσω του ιστορικού τους πλαισίου, όπως δηλαδή αρχικά θεσμοθετήθηκαν και όπως εν τέλει ισχύουν σήμερα, καθώς και με παράθεση σχετικής νομολογίας που έχει διαμορφωθεί μέσω της εφαρμογής τους. Ειδική μνεία γίνεται στη δυνατότητα ανάκλησης εκ μέρους της Φορολογικής Διοίκησης στο πεδίο της είσπραξης των φορολογικών οφειλών, καθώς και στα σχετικώς ισχύοντα σε ξένες έννομες τάξεις. Συμπερασματικά, μέσω της ως άνω συστηματικής παρουσίασης των δυνατοτήτων που πλέον διαθέτει ο φορολογούμενος να αναιρέσει ολικά ή μερικά μια δυσμενή φορολογική επιβάρυνση που του επιβλήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, προκύπτει ότι υφίσταται αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ικανή να αναιρέσει σε μεγάλο βαθμό τυχόν αδικίες και λάθη.The present essay deals with the rule of finality of tax assessment notices, by presenting and developing the legislated procedures of disputing and annulling/modifying them. In particular, the developed procedures are the lodging of an administrative appeal, repetition of the procedure, re-examination, annulment/modification vias articles 74 and 75 of the Tax Procedure Code, while the institution of the Committee for Out-of-Court Tax Disputes Settlement of article 16 l. 4714/2020 and the mutual agreement procedure in the Tax Procedure Code are also presented. The above-mentioned procedures are presented throughout their historical background, as they were originally legislated and as they are in force nowadays, as well as the citation of the relative case law. A special reference is made to the potential power the Tax Authorities have of recalling when it comes to dept collection and to the rulings of foreign authorities. In conclusion, through this systematic presentation of all the choices the taxpayer has to overturn an adverse tax burden, imposed on him by the Tax Authorities, it appears that the interaction amongst them is capable of overturning greatly any injustice done or mistakes that were made
Η αποζημίωση σε περίπτωση παροχής τρίτου προς τον ζημιωθέντα (ΑΚ 930 § 3): Το ζήτημα της σωρευτικής ή μη λήψης παροχής και αποζημίωσης
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ζήτημα της αποζημιωτικής ευθύνης σε περίπτωση παροχής τρίτου προς τον ζημιωθέντα σύμφωνα με την ΑΚ 930§3 και κατά πόσο η τελευταία προβλέπει τη σωρευτική ή μη λήψη παροχής και αποζημίωσης. Για την πληρέστερη προσέγγιση του ζητήματος, αναλύεται η αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, από την οποία η εξεταζόμενη διάταξη εισάγει εξαίρεση, και γίνεται προσπάθεια για την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της, προκειμένου να εντοπιστούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες διατηρείται ακέραιη η αποζημιωτική ευθύνη παρά την ύπαρξη παροχής τρίτου προς τον ζημιωθέντα. Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της συνολικής ρύθμισης της τριγωνικής σχέσης που αναπτύσσεται εν προκειμένω, ήτοι μεταξύ ζημιώσαντος, ζημιωθέντος και τρίτου, επιχειρείται να απαντηθεί το ερώτημα περί σωρευτικής ή μη απόληψης παροχής και αποζημίωσης από τον ζημιωθέντα με την εξέταση των δύο αντιτιθέμενων απόψεων και των σχετικών νομοθετικών παρεμβάσεων. Τελικώς, με την θεμελίωση και υιοθέτηση της δεύτερης άποψης περί μη σωρευτικής απόληψης, αναλύονται οι πιθανές λύσεις για την ορθότερη ρύθμιση της εν λόγω τριγωνικής σχέσης, προκειμένου να αναγνωριστεί η δυνατότητα αναγωγής του τρίτου κατά του ζημιώσαντος και να λάβει την παροχή που κατέβαλε, ενώ προκρίνεται η θέση της αυτοδίκαιης υποκατάστασης στα δικαιώματα του ζημιωθέντος με αναλογία δικαίου.This thesis examines the issue of compensatory liability in cases where a third party provides a benefit to the injured party, pursuant to Article 930(3) of the Greek Civil Code, and investigates whether this provision allows for the cumulative receipt of both the third-party benefit and damages. In order to provide a comprehensive analysis of the issue, the thesis first examines the principle of taking into account both losses and profits, from which the provision under consideration constitutes an exception, and seeks to delineate its scope of application so as to identify the cases in which compensatory liability remains intact despite the existence of a third-party benefit to the injured party. Subsequently, within the framework of the overall regulation of the triangular relationship that arises in this context -namely between the tortfeasor, the injured party, and the third party- the thesis addresses the question of whether the injured party may cumulatively receive both the benefit and damages, through an examination of the two opposing doctrinal views and the relevant legislative interventions. Finally, by substantiating and adopting the second view, which rejects cumulative receipt, the thesis analyzes the possible solutions for a more appropriate regulation of the triangular relationship in question, with a view to recognizing the third party’s right of recourse against the tortfeasor in order to recover the benefit provided, and ultimately endorses the position of automatic subrogation to the injured party’s rights by analogy of law
Η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις συντάξεις των δικαστών στη χρονική περίοδο 2010-2025
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών κατά την περίοδο 2010–2025, η οποία χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες νομοθετικές παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό καθεστώς στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης. Οι παρεμβάσεις αυτές ανέδειξαν ζητήματα συνταγματικότητας που συνδέονται με θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και ιδίως με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών. Η μελέτη αναφέρεται στη συνταγματική προστασία του ιδιαίτερου καθεστώτος αποδοχών και συντάξεων των δικαστικών λειτουργών, καθώς και στα ζητήματα δικαιοδοσίας μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Στη συνέχεια, εξετάζεται συστηματικά η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφορικά με τις επιμέρους περικοπές και παρεμβάσεις στις συντάξεις των δικαστών, πριν και μετά την εισαγωγή του ν. 4387/2016. Η εργασία αποσκοπεί στον εντοπισμό των κριτηρίων ελέγχου της συνταγματικότητας που υιοθετήθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και στον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας του και της σχέσης του με τον κοινό νομοθέτη. Τα συμπεράσματα συμβάλλουν στην κατανόηση της εξελικτικής πορείας της σχετικής νομολογίας και των θεσμικών ισορροπιών στον τομέα της συνταξιοδοτικής προστασίας των δικαστικών λειτουργών.This master’s thesis examines the case law of the Hellenic Court of Audit concerning the pensions of judges during the period 2010–2025, a timeframe marked by extensive legislative interventions in the pension system in the context of the Greek fiscal crisis. These interventions raised issues of constitutionality closely linked to fundamental principles of the rule of law, in particular the personal and functional independence of judges. The study refers to the constitutional protection of the special regime governing the remuneration and pensions of judges, as well as to issues of jurisdiction between the Court of Audit and the Special Court provided for in Article 88(2) of the Constitution. It then systematically examines the case law of the Court of Audit on judges’ pension reductions and related legislative measures, both before and after the enactment of Law 4387/2016. The thesis aims to identify the criteria applied in the review of constitutionality adopted by the Court of Audit, as well as to delineate the limits of its jurisdiction and its relationship with the ordinary legislator. The conclusions contribute to an understanding of the evolution of the relevant case law and the institutional balance between judicial and legislative powers in the sensitive field of the pension protection of judges
Διαιτησία και διαμεσολάβηση στο διεθνές δικονομικό δίκαιο
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη θέση και τη λειτουργία των θεσμών της διαιτησίας και της διαμεσολάβησης στο πλαίσιο του διεθνούς δικονομικού δικαίου, αναδεικνύοντας τη συμβολή τους στην ανάπτυξη ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού συστήματος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ADR). Η έρευνα βασίζεται σε θεωρητική και ιστορική προσέγγιση, εστιάζοντας τόσο στη νομική φύση των θεσμών όσο και στην πρακτική τους εφαρμογή σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Μέσω συγκριτικής ανάλυσης, παρουσιάζονται οι θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς διαιτησίας και διαμεσολάβησης, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους, καθώς και οι νέες διεθνείς εξελίξεις, με έμφαση στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης (1958) και τη Σύμβαση της Σιγκαπούρης (2019). Η εργασία εξετάζει επιπλέον τις πρωτοβουλίες της Ελλάδας στον τομέα της ενσωμάτωσης διεθνών κανόνων ADR, τις νομοθετικές και δικαστικές εξελίξεις, καθώς και τις προοπτικές της χώρας ως έδρας διεθνούς διαιτησίας και διαμεσολάβησης. Διαπιστώνεται ότι, ενώ έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα, η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει περαιτέρω σε θεσμικές και υποδομικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να ενισχύσει την αξιοπιστία της και να ανταγωνιστεί ισχυρά διεθνή κέντρα όπως η Σιγκαπούρη, το Λονδίνο ή το Παρίσι. Τα συμπεράσματα υπογραμμίζουν ότι οι θεσμοί της διαιτησίας και της διαμεσολάβησης δεν πρέπει να ιδωθούν ως ανταγωνιστικοί, αλλά ως συμπληρωματικοί μηχανισμοί που προάγουν την ταχύτητα, την ασφάλεια δικαίου και τη διατήρηση των σχέσεων. Η Ελλάδα, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση και ενισχύοντας την πολιτική της βούληση, μπορεί να καταστεί περιφερειακός κόμβος ADR στην Ανατολική Μεσόγειο. Η υιοθέτηση διεθνών συνθηκών, η ενίσχυση της εκπαίδευσης και η καλλιέργεια κουλτούρας εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών συνιστούν κρίσιμες προτάσεις πολιτικής για το μέλλον.This thesis examines the role and function of arbitration and mediation within the framework of international procedural law, highlighting their contribution to the development of a modern and effective system of Alternative Dispute Resolution (ADR). The research adopts both a theoretical and historical perspective, addressing the legal nature of these mechanisms as well as their practical application at the international and national level. Through comparative analysis, the study presents the fundamental principles of international arbitration and mediation, their advantages and limitations, and the latest global developments, with particular emphasis on the New York Convention (1958) and the Singapore Convention (2019). The dissertation also explores Greece’s initiatives in the field of ADR, including the incorporation of international standards into domestic law, recent legislative and judicial developments, and the country’s prospects as a hub for international arbitration and mediation. The findings indicate that, although significant progress has been made, Greece must further invest in institutional and infrastructural reforms to enhance its credibility and compete with established international centres such as Singapore, London, and Paris. The conclusions underline that arbitration and mediation should not be perceived as competing but rather as complementary mechanisms that promote efficiency, legal certainty, and the preservation of relationships. By leveraging its geostrategic position and reinforcing political commitment, Greece can emerge as a regional ADR hub in the Eastern Mediterranean. The adoption of international conventions, the strengthening of training programs, and the cultivation of a culture of out-of-court dispute resolution constitute key policy recommendations for the futur
Ποιότητα ζωής ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια σε δομές φροντίδας υγείας υπό νοσηλευτική ηγεσία
Εισαγωγή: Η καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ) αποτελεί ένα σύνθετο κλινικό σύνδρομο με σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής (ΠΖ) των ασθενών. Οι δομές υγείας υπό νοσηλευτική ηγεσία (nurse-led clinics) αναγνωρίζονται διεθνώς για την αποτελεσματικότητά τους στη διαχείριση χρόνιων ασθενειών όπως η ΚΑ, προσφέροντας συνεχή, ολιστική φροντίδα με έμφαση στην αυτοδιαχείριση των ασθενών Σκοπός: Συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για την επίδραση της φροντίδας σε δομές υγείας υπό νοσηλευτική ηγεσία στην ΠΖ ασθενών με ΚΑ. Υλικό και Μέθοδος: Εφαρμόστηκαν οι οδηγίες PRISMA για τη διενέργεια συστηματικής ανασκόπησης. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε στη βάση δεδομένων PubMed με τις λέξεις-κλειδιά «heart failure», «nurse led programs», «quality of life». Τα κριτήρια ένταξης περιλάμβαναν ποσοτικές μελέτες στα Αγγλικά, δημοσιευμένες μεταξύ 2015 και 2025, που εστίαζαν αποκλειστικά σε ασθενείς με ΚΑ σε δομές υπό νοσηλευτική ηγεσία. Αποτελέσματα: Συνολικά επιλέχθηκαν 18 ποσοτικές μελέτες, κυρίως τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Οι παρεμβάσεις που αξιολογήθηκαν ήταν ποικίλες τόσο σε περιεχόμενο όσο και σε διάρκεια και συχνότητα εφαρμογής. Η πλειοψηφία των μελετών έδειξε σημαντική βελτίωση της ΠΖ, ειδικά στη φυσική διάσταση της καθημερινής ζωής (π.χ. περιορισμός κόπωσης, δύσπνοιας). Ένα κοινό χαρακτηριστικό των μελετών είναι η χρήση έγκυρων εργαλείων αξιολόγησης της ΠΖ, όπως τα Kansas City Cardiomyopathy Questionnaire και το Minnesota Living with Heart Failure Questionnaire. Οι παρεμβάσεις περιλάμβαναν εκπαίδευση των ασθενών, συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή, ψυχολογική στήριξη και αυτό-παρακολούθηση. Περιλάμβαναν επίσης τηλεφροντίδα, τηλεφωνική υποστήριξη, τακτική παρακολούθηση και ενίσχυση της αυτοφροντίδας. Πολλές μελέτες χρησιμοποίησαν συνδυασμένα μοντέλα φροντίδας πριν και μετά το εξιτήριο. Συμπεράσματα: Οι δομές υπό νοσηλευτική ηγεσία μπορούν να συμβάλουν θετικά στη βελτίωση της ΠΖ των ασθενών με ΚΑ. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων εξαρτάται από τη δομή, τη διάρκεια και τα μέσα εφαρμογής. Απαιτούνται περισσότερες μελέτες για την εξακρίβωση της μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας και βιωσιμότητας των παρεμβάσεων σε δομές υπό νοσηλευτική ηγεσία.Introduction: Heart failure (HF) is a complex clinical syndrome with serious implications for patients' functioning and quality of life (QoL). Despite advances in medical and nursing care, it remains a major health problem. Nurse-led clinics are internationally recognized for their effectiveness in managing chronic diseases such as HF, offering continuous, holistic care with an emphasis on patient self-management. Aim: To systematically review the literature on the impact of nurse-led care on the QoL of patients with HF Material and Methods: The PRISMA guidelines for systematic reviews were followed. The search was performed in the PubMed database with the keywords “heart failure”, “nurse led programs”, “quality of life”. Inclusion criteria included quantitative studies in English, published between 2015 and 2025, that focused exclusively on patients with HF in nurse-led clinics. Results: A total of 18 quantitative studies, mainly randomized controlled trials, from different geographical regions were analyzed. The interventions evaluated varies in content, duration, and frequency of application. Most of the studies showed significant improvement in QoL, especially in the physical dimension of daily living (e.g., reduction of fatigue, dyspnea). A common feature of the studies is the use of valid QOL assessment tools, such as the Kansas City Cardiomyopathy Questionnaire and the Minnesota Living with Heart Failure Questionnaire. The interventions included patient education, medication adherence, psychological support and self-monitoring. They also included telecare, telephone support, regular follow-up, and reinforcement of self-care. Many studies used combined models of care before and after discharge. Conclusions: Nurse-led clinics can positively contribute to improving QoL of patients with HF. However, the effectiveness of interventions depends on the structure, duration, and means of implementation. More studies are needed on the long-term effectiveness and sustainability of interventions in nurse-led settings
Το σχέδιο κατευθυντήριων γραμμών για τις πρακτικές παρεμποδιστικής κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης
Η παρούσα εργασία εξετάζει το Σχέδιο Κατευθυντήριων Γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις πρακτικές παρεμποδιστικής κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, στο πλαίσιο του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Αντικείμενο της ανάλυσης αποτελεί η συστηματική παρουσίαση των προτεινόμενων αλλαγών και η κριτική αποτίμησή τους υπό το φως της νομολογίας των ενωσιακών δικαστηρίων και της εξέλιξης της πολιτικής ανταγωνισμού. Έμφαση δίνεται στη συγκριτική απεικόνιση αφενός του εξεταζόμενου Σχεδίου και αφετέρου της Ανακοίνωσης Προτεραιοτήτων του 2009, με την οποία δόθηκε έμφαση στην ανάλυση βάσει αποτελεσμάτων. Κεντρικό μέρος της εργασίας αφιερώνεται στο νέο προτεινόμενο πλαίσιο αξιολόγησης της καταχρηστικότητας, ιδίως στο διπλό τεστ για την κατάφαση της ύπαρξης κατάχρησης και στην εξέταση των πόλων του, δηλαδή στην έννοια του υγιούς ανταγωνισμού και στην έννοια των αποτελεσμάτων αποκλεισμού. Σημαντική κρίνεται η τριπλή κατηγοριοποίηση των παρεμποδιστικών πρακτικών, στην οποία προχωρά το Σχέδιο, κάνοντας χρήση σε μεγάλο βαθμό τεκμηρίων καταχρηστικότητας. Παράλληλα, μετά την διερεύνηση του γενικού πλαισίου, εξετάζονται και οι αλλαγές που προκύπτουν στις ειδικότερες μορφές παρεμποδιστικών πρακτικών. Η εργασία καταλήγει σε κριτική αξιολόγηση του Σχεδίου Κατευθυντηρίων Γραμμών, αναδεικνύοντας τα ζητήματα νομικής προβλεψιμότητας και τη σχέση του με τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων ενόψει των σύγχρονων προκλήσεων της ευρωπαϊκής και ψηφιακής οικονομίας.This thesis examines the European Commission’s Draft Guidelines on exclusionary abuses of dominance within the framework of Article 102 TFEU. The analysis focuses on the systematic presentation of the proposed changes and their critical assessment in light of the case law of the EU Courts and the evolution of EU competition policy. Particular emphasis is placed on a comparative analysis between the Draft Guidelines and the 2009 Guidance on enforcement priorities, which marked a shift towards an effects-based approach. The core part of the thesis is devoted to the newly proposed framework for assessing abusive conduct, with particular focus on the double test for establishing the existence of an abuse and on the examination of its two components, namely the concept of competition on the merits and the notion of exclusionary effects. Special attention is paid to the tripartite categorisation of exclusionary practices introduced by the Draft Guidelines, which relies to a significant extent on presumptions. Following the analysis of the general framework, the thesis also examines the changes affecting specific forms of exclusionary conduct. The thesis concludes with a critical evaluation of the Draft Guidelines, highlighting issues of legal certainty and their relationship with the case law of the EU Courts, in light of the contemporary challenges of the European and digital economy
Αναγκαστική εκτέλεση προς επιχείρηση πράξης (άρθρα 945-946 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως που ακολουθείται όταν η εκτελούμενη αξίωση του επισπεύδοντος δανειστή συνίσταται στην επιχείρηση θετικής υλικής ενέργειας από τον οφειλέτη του. Το αντικείμενο της έρευνας εντοπίζεται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των άρθρων 945 και 946 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκάστη των οποίων προβλέπει κατ’ ιδίαν είδη και μέσα εκτελέσεως, με κριτήριο το δεκτικό ή μη της επιχειρητέας πράξης να διενεργηθεί και από τρίτο, εκτός του υποχρέου οφειλέτη, πρόσωπο, αναλόγως, δηλαδή, του αντικαταστατού ή αναντικατάστατου χαρακτήρα αυτής. Οι διατάξεις αυτές αποτελούν τους δύο κεντρικούς άξονες της εργασίας, όπου εξειδικεύεται το πεδίο εφαρμογής κάθε μίας εξ’ αυτών και αναλύεται η οικεία, ανά περίπτωση, διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως. Μέσα από την διεξοδική μελέτη των ανωτέρω διατάξεων και των εξ’ αυτών αναδυομένων ζητημάτων, σκοπείται κυρίως να αναδειχθεί η διαφοροποίηση των προβλεπομένων σε κάθε περίπτωση μέσων εκτελέσεως, αναλόγως του επιδιωκόμενου από έκαστη διάταξη σκοπού αλλά και της υπό εκτέλεση αξίωσης, της οποίας η, κατά το μέτρο του δυνατού, αυτούσια ικανοποίηση, επιδιώκεται να καταστεί εφικτή.This Master’s thesis examines the procedure of enforcement for the performance of a positive act, as applied where the enforceable claim of the enforcing entitled party consists in the performance of a material act by the debtor. The subject matter of the research is situated within the regulatory framework of Articles 945 and 946 of the Greek Code of Civil Procedure, each of which provides for distinct types and means of enforcement, depending on whether the act to be performed is capable of being carried out by a third party other than the obliged debtor, or whether it requires the debtor’s exclusive personal performance, that is, depending on its substitutable or non-substitutable nature. These provisions constitute the two central pillars of the thesis, within which the scope of application of each article is specified and the respective enforcement procedure is analysed on a case-by-case basis. Through an in-depth examination of the above provisions and the issues arising therefrom, the thesis primarily aims to highlight the differentiation of the enforcement measures provided for in each case, in relation to the purpose pursued by each provision and the nature of the claim under enforcement, with a view to achieving, as far as possible, its specific performance in kind
Οι Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις ως μοχλός μετάβασης στη βιώσιμη ανάπτυξη: Νομολογιακές κατευθύνσεις και καλές ρυθμιστικές πρακτικές στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτελεί η ανάδειξη της σημασίας του θεσμού των Πράσινων Δημοσίων Συμβάσεων ως εργαλείο περιβαλλοντικής πολιτικής για την επίτευξη των στόχων της κλιματικής ουδετερότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Αρχικά, παρουσιάζεται η ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη και ο ρόλος των δημοσίων συμβάσεων στρατηγικού χαρακτήρα, στις οποίες εντάσσονται και οι πράσινες δημόσιες συμβάσεις, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται η εξέλιξη του θεσμού των Πράσινων Δημοσίων Συμβάσεων και το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις. Παράλληλα, αναλύονται τα διαθέσιμα νομικά εργαλεία που διαθέτουν οι αναθέτουσες αρχές προκειμένου να ενσωματώσουν περιβαλλοντικά κριτήρια στις δημόσιες συμβάσεις και να καταστήσουν τις δημόσιες συμβάσεις «πράσινες». Επιπλέον, εξετάζεται ο θεσμός των Πράσινων Δημοσίων Συμβάσεων υπό το πρίσμα της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου και της καλής δημόσιας διακυβέρνησης και παρουσιάζεται η πρακτική εφαρμογή του θεσμού μέσω της νομολογίας και καλών ρυθμιστικών πρακτικών σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Τέλος, η παρούσα διπλωματική εργασία ολοκληρώνεται με προτάσεις για την ενίσχυση του θεσμού των Πράσινων Δημοσίων Συμβάσεων στην Ελλάδα και την ανάδειξη της αναγκαιότητας εδραίωσης του θεσμού με δυναμικό τρόπο.The purpose of this master’s thesis is to highlight the importance of the institution of Green Public Procurement as a tool of environmental policy for achieving the objectives of climate neutrality and sustainable development. Initially, the need for sustainable development and the role of strategically oriented public procurement—including green public procurement—in addressing climate change are presented. Subsequently, the evolution of Green Public Procurement and the regulatory framework governing it are examined. At the same time, the available legal instruments enabling contracting authorities to incorporate environmental criteria into public contracts and render public procurement “green” are analyzed. Furthermore, Green Public Procurement is assessed through the lens of the economic analysis of law and good public governance, and its practical application is illustrated through case law and examples of good regulatory practices at both the European and national levels. Finally, the thesis concludes with proposals for strengthening Green Public Procurement in Greece and highlighting the need for its dynamic institutional consolidation