National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Τα όρια της ποινικοποίησης: ηθικοκρατία και αρχή της βλάβης
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα του εάν υπάρχουν δικαιοπολιτικά όρια στην ποινικοποίηση. Με αφετηρία την ανάλυση της ηθικοκρατίας και των ενστάσεων που έχουν προβληθεί, η προβληματική εισέρχεται στο πεδίο του ποινικού δικαίου και εξετάζει δύο αντιτιθέμενες θεωρίες. Η πρώτη, η νομική ηθικοκρατία, δίνει αρνητική απάντηση στο ερώτημα περί ύπαρξης δικαιοπολιτικών ορίων, προτείνοντας ότι το ανήθικο μιας συμπεριφοράς είναι πάντα ένας καλός λόγος για να παρέμβει ο ποινικός νομοθέτης και να ποινικοποιήσει μία πράξη. Η δεύτερη, η αρχή της βλάβης, δίνει θετική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, προτείνοντας ότι ο μόνος καλός λόγος για να ποινικοποιηθεί μια πράξη είναι η αποτροπή της βλάβης σε άλλους. Η παρούσα εξετάζει τα επιχειρήματα που έχουν προταθεί για αμφότερες τις προσεγγίσεις και αναδεικνύει τα προβλήματά τους, που εντέλει εντοπίζονται στην απουσία ενός καντιανού στοιχείου και ειδικότερα, στο ότι δεν λαμβάνουν σοβαρά την αυτονομία και το διακριτό του προσώπου.This study seeks to address the question of whether there are normative limits to criminalization. Starting from an analysis of moralism and the objections raised against it, the discussion moves into the field of criminal law and examines two opposing theories. The first, legal moralism, gives a negative answer to the question of the existence of normative limits, arguing that the immorality of a given form of conduct always constitutes a good reason for the criminal legislator to intervene and criminalize an act. The second, the harm principle, offers an affirmative answer, maintaining that the only good reason for criminalization is the prevention of harm to others. The present study examines the arguments advanced in support of both approaches and brings to light their respective limitations, which ultimately lie in the absence of a kantian element, and more specifically in their failure to take seriously the autonomy of the persons and their equal moral status
Κρατικές ενισχύσεις και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων και της προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Αρχικά, αναλύεται η εξέλιξη της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής μέσω των πέντε Ενεργειακών Δεσμών (Energy Packages) και του πακέτου «Fit for 55», που θέτουν τις βάσεις για την απελευθέρωση της αγοράς και την κλιματική ουδετερότητα. Στη συνέχεια, εξετάζεται το κανονιστικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων (άρθρο 107 ΣΛΕΕ), με έμφαση στον Γενικό Κανονισμό Απαλλαγής κατά Κατηγορία (ΓΚΑΚ) και τις νέες Κατευθυντήριες Γραμμές του 2022 (CEEAG), οι οποίες καθορίζουν τους συμβατούς μηχανισμούς στήριξης των ΑΠΕ. Τέλος, η μελέτη εστιάζει στην εφαρμογή του πλαισίου αυτού στην ελληνική έννομη τάξη και στην κριτική επισκόπηση σημαντικών αποφάσεων της ενωσιακής νομολογίας (Dobeles, Μυτιληναίος/ΔΕΗ, Hinkley Point C), αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα της εξισορρόπησης μεταξύ της προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού και της επίτευξης των περιβαλλοντικών στόχων της Ένωσης.This thesis explores the interplay between EU State aid law and the promotion of Renewable Energy Sources (RES) within the context of the European Green Deal. It begins by tracing the evolution of EU energy policy through the five Energy Packages and the "Fit for 55" legislative package, which underpin market liberalization and the transition to climate neutrality. Subsequently, the study analyzes the regulatory framework of State aid (Article 107 TFEU), focusing on the General Block Exemption Regulation (GBER) and the new 2022 Guidelines on State aid for climate, environmental protection and energy (CEEAG), which define the compatibility of RES support schemes. Finally, the thesis examines the implementation of this framework in the Greek legal order and provides a critical overview of key CJEU case law (Dobeles, Mytilineos/PPC, Hinkley Point C), highlighting the complex balance between safeguarding free competition and achieving the Union’s environmental objectives
Η γονεϊκότητα των ομόφυλων ζευγαριών. Συγκριτική θεώρηση ελληνικού και αγγλικού δικαίου.
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το ζήτημα της ομόφυλης γονεϊκότητας μέσα από μια συγκριτική ανάλυση του ελληνικού και του αγγλικού δικαίου. Αντικείμενό της αποτελεί η συστηματική αποτύπωση του ισχύοντος νομικού πλαισίου στις δύο έννομες τάξεις, η αξιολόγηση των νομικά προβλεπόμενων τρόπων απόκτησης τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια, καθώς και η κατάδειξη των κενών και των τρωτών σημείων της εκάστοτε ρύθμισης. Η συγκριτική προσέγγιση των δύο νομοθετικών πλαισίων επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων και παρέχει τη βάση για τη διατύπωση αντικειμενικών προτάσεων, με γνώμονα τη βελτίωση των υφιστάμενων ρυθμίσεων, την αποτελεσματικότερη προστασία του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού και την αναγνώριση των σύγχρονων μορφών οικογένειας.This thesis examines the issue of same-sex parenthood through a comparative analysis of Greek and English law. Its subject matter consists of the systematic presentation of the existing legal framework in the two legal systems, the evaluation of the legally established means by which same-sex couples may become parents, as well as the identification of the gaps and weaknesses of each regulatory approach. The comparative examination of the two legislative frameworks enables the drawing of more reliable conclusions and provides a foundation for the formulation of objective proposals, aimed at improving the existing regulations, ensuring more effective protection of the best interests of the child, and recognizing contemporary forms of family
Πολυεπίπεδος συνταγματισμός και δικαστική ανεξαρτησία
Η παρούσα διπλωματική εργασία, όπως άλλωστε δηλοί και ο τίτλος της, εστιάζει ακριβώς στην σχέση μεταξύ του σύγχρονου πολυεπίπεδου συνταγματισμού και της δικαιοκρατικής κατάκτησης της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ειδικότερα, η μελέτη διαρθρώνεται σε τρία μέρη: Στο πρώτο μέρος, ορίζεται η ουσία της δικαστικής ανεξαρτησίας και περιγράφονται τα επιμέρους στοιχεία της, με αναφορά στις οικείες διατάξεις του εθνικού Συντάγματος, του ενωσιακού δικαίου και της ΕΣΔΑ. Στο δεύτερο μέρος, μετά από μια απόπειρα οριοθέτησης της έννοιας του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, περιγράφεται η θετική του επίδραση στην δικαστική ανεξαρτησία, μέσω της παρουσίασης νομολογιακών προηγουμένων του ΔΕΕ, του ΕΔΔΑ και της ελληνικής εννόμου τάξεως. Τέλος, στο τρίτο μέρος, επιχειρείται μια κριτική του πολυεπίπεδου συνταγματισμού και αναλύεται το ενδεχόμενο το φαινόμενο αυτό να απειλεί την δικαστική ανεξαρτησία την οποία σκοπεί να προστατεύσει.The present thesis, as its title suggests, focuses precisely on the relationship between the contemporary multi-level constitutionalism and the rule of law conquest of judicial independence. Specifically, the study is divided into three parts: The first part defines the essence of judicial independence and describes its elements, with reference to the relevant provisions of the national Constitution, EU law, and the ECHR. In the second part, after an attempt to define the concept of multi-level constitutionalism, its positive impact on judicial independence is described through the presentation of case law precedents of the ECJ, the ECHR, and the Greek legal order. Finally, in the third part, an attempt is made to criticize multi-level constitutionalism and analyse the possibility that this phenomenon may threaten the judicial independence that aims to protect
Αξιολόγηση της απομακρυσμένης παρακολούθησης ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια / Evaluation of remote patient monitoring for heart failure
Εισαγωγή: Η καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας, με υψηλή νοσηρότητα, θνητότητα και σημαντικό οικονομικό κόστος για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως. Η απομακρυσμένη παρακολούθηση ασθενών (Remote Patient Monitoring – RPM) έχει αναδειχθεί ως μια υποσχόμενη στρατηγικές για τη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων και της ποιότητας ζωής των ασθενών με ΚΑ, επιτρέποντας έτσι την έγκαιρη ανίχνευση απορρύθμισης και την προληπτική παρέμβαση. Στόχος της παρούσας ανασκόπησης ήταν η αξιολόγηση των κύριων μεθόδων RPM και της αποτελεσματικότητάς τους στη διαχείριση της ΚΑ, με έμφαση στις νοσηλείες, τη θνητότητα, την ποιότητα ζωής και τις οικονομικές παραμέτρους. Μέθοδος: Η παρούσα ανασκόπηση συμπεριέλαβε όλες τις διαθέσιμες μελέτες RPM ανεξαρτήτως χρονολογικού περιορισμού ή τύπου σχεδιασμού, καλύπτοντας τις κυριότερες τεχνολογικές κατηγορίες: (α) αιμοδυναμική παρακολούθηση μέσω εμφυτεύσιμων αισθητήρων (όπως το CardioMEMS), (β) δομημένη τηλεπαρακολούθηση ζωτικών παραμέτρων και συμπτωμάτων, (γ) απομακρυσμένη παρακολούθηση εμφυτεύσιμων συσκευών (ICD/CRT), (δ) φορητές συσκευές (wearables) και (ε) εφαρμογές κινητής υγείας (mHealth). Αποτελέσματα: Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι πιο ισχυρές ενδείξεις κλινικού οφέλους αφορούν τις αιμοδυναμικές τεχνολογίες, οι οποίες μειώνουν σημαντικά τις νοσηλείες και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών. Η δομημένη τηλεπαρακολούθηση αποδίδει όταν συνοδεύεται από πρωτόκολλα άμεσης ιατρικής απόκρισης, ενώ οι εμφυτεύσιμες και φορετές συσκευές (wearables) προσφέρουν συνεχή και πολύτιμη πληροφόρηση για την πρόληψη απορρυθμίσεων. Τέλος, oι εφαρμογές mHealth συμβάλλουν κυρίως στη βελτίωση της συμμόρφωσης και της αυτοδιαχείρισης. Ωστόσο, η ετερογένεια των μελετών, η ποικιλoμορφία των υπό μελέτη πληθυσμών και η διαφοροποίηση των καταληκτικών σημείων αποτελούν σημαντικούς περιορισμούς της ανασκόπησης. Οι μελλοντικές έρευνες οφείλουν να εστιάσουν σε πολυεπίπεδες παρεμβάσεις που θα συνδυάζουν πολλαπλές τεχνολογίες, τυποποίηση των πρωτοκόλλων παρακολούθησης και μακροπρόθεσμη αξιολόγηση κόστουςαποτελεσματικότητας. Συμπέρασμα: Συνολικά, η RPM συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης διαχείρισης της ΚΑ, με τη δυνατότητα να μετασχηματίσει το παραδοσιακό μοντέλο φροντίδας σε ένα πιο προληπτικό, εξατομικευμένο και βιώσιμο σύστημα υγείας.Introduction: Heart failure (HF) is one of the most important public health problems, with high morbidity, mortality and significant economic costs for healthcare systems worldwide. Remote Patient Monitoring (RPM) has emerged as a promising strategy to improve clinical outcomes and quality of life in patients with HF, thus allowing early detection of dysregulation and preventive intervention. The aim of this review was to evaluate the main RPM methods and their effectiveness in the management of HF, with emphasis on hospitalizations, mortality, quality of life and economic parameters. Method: This review included all available RPM studies, regardless of time limitation or design type, covering the main technology categories: (a) hemodynamic monitoring via implantable sensors (such as CardioMEMS), (b) structured telemonitoring of vital parameters and symptoms, (c) remote monitoring of implantable devices (ICD/CRT), (d) wearables, and (e) mobile health applications (mHealth). Results: The data show that the strongest evidence of clinical benefit relates to hemodynamic technologies, which significantly reduce hospitalizations and improve patients' quality of life. Structured telemonitoring is effective when accompanied by immediate medical response protocols, while implantable and wearable devices offer continuous and valuable information for the prevention of disorders. Finally, mHealth applications mainly contribute to improving compliance and self-management. However, the heterogeneity of the studies, the diversity of the populations studied, and the variation in endpoints are important limitations of the review. Future research should focus on multilevel interventions that combine multiple technologies, standardization of monitoring protocols, and long-term cost-effectiveness evaluation. Conclusion: Overall, RPM is an integral part of modern cardiovascular management, with the potential to transform the traditional model of care into a more proactive, personalized, and sustainable healthcare systems
H λειτουργία του δικαίου με αφορμή τις θέσεις των Luhmann και Fischer – Lescano
Στον πυρήνα της παρούσας εργασίας τίθεται το ζήτημα της λειτουργίας του δικαίου, με έμφαση στο «επιχειρησιακό κλείσιμο» στη συστημική θεωρία του Niklas Luhmann και το διαπιστούμενο εκ μέρους του «παράδοξο» στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας, (μολονότι πρόκειται, για μια, επί της αρχής, εμφαινόμενη ως θετικιστική θεωρία), το οποίο παραμένει πάντοτε «ανοικτό», σταθεροποιούμενο μόνον προσωρινά. Συναφώς, εξετάζεται το πώς αυτό, αλλά και η εν γένει θεωρία του Luhmann συνδέεται με τα ψυχικά συστήματα, όχι μόνον σε συλλογικό επίπεδο, αλλά ενδεχομένως και σε ατομικό, μολονότι έχει κατηγορηθεί ως αντι – ανθρωπιστική και συντηρητική, σκοπός, για τον οποίον μελετάται τόσο η χαιντεγγεριανή, όσο και η χουσερλιανή επίδραση στο Luhmann, καθώς και οι παρσονικές επιδράσεις, ιδίως της επικοινωνίας και της διαντίδρασης στη σύγχρονη υψηλά διαφοροποιημένη λειτουργικά κοινωνία του 20 και 21ου αιών., σε σχέση με την ευρύτερη έμφαση του Luhmann στη λειτουργία του δικαίου ως σταθεροποιητικού παράγοντα προσδοκιών και στα όρια μάθησης. Ταυτοχρόνως, εξετάζεται, αλλά και επιδιώκεται να καταρριφθεί μια θεώρηση της λουμανιανής θεωρίας, ως προάγουσας το δίκαιο υπό τη μορφή απλής κοινωνικής τεχνολογίας, άλλως ιστορικής μηχανής, νομιμοποιούμενη απλώς διαδικαστικά, όπως ιδίως υποστηρίζει ο Habermas. Εκ παραλλήλου δε, εξετάζεται το ζήτημα της λειτουργίας του δικαίου, με αφορμή τη θέση του Andreas Fischer – Lescano για τη λειτουργία του δικαίου στο σύγχρονο διεθνοποιημένο περιβάλλον της, κατά Luhmann, «παγκόσμιας κοινωνίας» («world society») μέσα από προσπάθειες διεθνούς συνταγματισμού και υβριδικές δικαιικές μορφές, που καθιστούν επιτακτική τη συγκρότηση ενός χειραφετητικού αιτήματος για το δίκαιο και τη μετεξέλιξη της λουμανιανής συστημικής θεώρησης - ιδίως διά της χρήσης του «παραδόξου» - σε κριτική συστημική θεώρηση. Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίζονται συνδέσεις με την κριτική που ασκείται εκ μέρους της Σχολής της Φραγκφούρτης στο διαφωτιστικό πρόταγμα ενός ορθού Λόγου και με τις επιδράσεις που μοιράζονται οι θεωρήσεις αυτές και με τη φουκωική κριτική ως προς την κανονικοποίηση που γεννά μια νέα αληθολογία της αγοράς. Επιπλέον αυτών, στο πλαίσιο αυτό, διερευνάται αποδομητικά η σύνδεση της κατά τα ως άνω λειτουργίας του δικαίου, κατά το Luhmann, και ιδία της θέση του παραδόξου και της βίας σε αυτό με θεωρίες τόσο του κοινωνικού συμβολαίου, όσο και με τη φουκωική ανάλυση της μικροφυσικής της εξουσίας στις πειθαρχικές κοινωνίες και τη ντελεζιανή οπτική μιας παγκόσμιας κοινωνίας του ελέγχου, ενώ αναλύονται οι συνδέσεις της λουμανιανής συστημικής θεωρίας, όσο και της θεωρίας του Fischer – Lescano, κατ’ αρχάς με θετικιστικές επιδράσεις και ιδία με τη βεμπεριανή ορθολογικότητα και γραφειοκρατία κυριότερα, όμως, με σύγχρονες θεωρίες στάθμισης συμφερόντων, διαβουλευτικού χαρακτήρα του δικαίου και ιδίως του νομικού ρεαλισμού και των Κριτικών Νομικών Σπουδών. Πάντα ταύτα υλοποιούνται μέσα από μια πορεία που στοχεύει στο να ανασυνθέσει το ρόλο της λουμανιανής θεωρίας της αυτοποίησης και του ταυτόχρονου παραδόξου, αποκαλύπτοντας συνδέσεις μέσα από σύγχρονες κοινωνιο – νομικές κατευθύνσεις με υλικά της ψυχολογίας και της πολιτικής και ανευρίσκοντας ως κυρίαρχο σε όλα αυτά το κριτικό πρόταγμα της απομάγευσης, συναφώς το ρόλο της εμμένειας και του υπερβατικού και να αναδείξει τα πιθανά ριζοσπαστικά στοιχεία της σκέψης του Luhmann που συνάδουν προς μια κριτική θεώρησή του από το Fischer – Lescano. Για το σκοπό αυτό, στην παρούσα εργασία γίνεται χρήση τόσο των υλικών της ιστορίας ιδεών, όσο και ιστορικών αναφορών στο ρωμαϊκό δίκαιο και στην κοινωνία του Μεσαίωνα και την απομάγευση που επέφερε ο Διαφωτισμός, ώστε να ανασυντεθεί η πορεία που οδήγησε στην κρίσιμη κοινωνική μεταβολή της σύγχρονης «παγκόσμιας κοινωνίας» και την εντός αυτής διαμόρφωση του δικαίου. Εν κατακλείδι, η αναζήτηση αυτή ολοκληρώνεται με την, κατόπιν αποδόμησης των στοιχείων εκ των οποίων συντίθεται η λουμανιανή θεωρία και η θεωρία του Fischer – Lescano και εξέτασης της διαδικασίας της αποπαραδοξοποίησης του δικαίου στη συστημική θεωρία, ανεύρεση των στοιχείων εκείνων που μπορούν να ανανοηματοδοτήσουν το δίκαιο και να το οριοθετήσουν ως τέτοιο σε μια εποχή προϊούσας τεχνοκρατίας και κατακερματισμένης ορθολογικότητας εντός της «παγκόσμιας κοινωνίας». Στο πλαίσιο αυτό, διενεργείται ένας αναστοχασμός ως προς τη λειτουργία της σύμβασης και τα όρια λειτουργίας αυτής, την αναγκαία απορρόφηση της αβεβαιότητας που προκύπτει εκ της συγκρούσεως προσδοκιών και την αναζήτηση της θέσης του εμμενούς και του υπερβατολογικού στο συντιθέμενο τοπίο της κοινωνίας του 21ου αιώνα, αλλά και ως προς τη λειτουργία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.This thesis mainly deals with the issue of the function of law, with emphasis to the «operational closure» in Niklas Luhmann's systemic theory and the «paradox» he observed in the context of this function, (although it is, in principle, a theory that appears to be positivist); a paradox, which always remains «open», stabilized only temporarily. In this regard, it is examined, how this (paradox), but also Luhmann's theory in general, is connected to mental systems not only on a collective level (consciousness), but possibly also on an individual level (conscience), though accused as anti-humanistic and conservative. For this purpose, both the Heideggerian and Husserlian elements in Luhmann’s thought, as well as the Parsonian influence, are studied, especially as regards communication and interaction in the modern highly functionally differentiated society of the 20th and 21st centuries., in relation to the broader function of law as a stabilizing factor of expectations in Luhmann’ s theory and the limits of learning. Simultaneously, an examination is underway, seeking to refute the assertion that according to Luhmann's theory the law functions simply as a social technology or historical machine, legitimized solely through procedural means, as argued by Habermas. Meanwhile, the issue of the functionality of law is examined under Andreas Fischer-Lescano's position on the functionality of law in the contemporary international environment of Luhmann's «world society», through developed theories of possible international constitutionalism and hybrid legal forms. This evolution renders it imperative to formulate an emancipatory demand for law, through the transformation of Luhmann's systemic view - especially through the use the «paradox» - into a critical systemic view (critical systemic theory). In this context, connections are identified with the criticism levelled by the Frankfurt School at the rational discourse as imposed following the Enlightenment and with the influence shared by these theories and Foucault's critique of the normalization that gives rise to a new «market truth». In parallel, however, in the same context, a deconstructive analysis is attempted, regarding the connection between the Luhmannian function of law and the very position of paradox and violence in it with theories of both the social contract and Foucault's analysis of the microphysics of power within the societies of discipline and Deleuze's view of a global society of control, as well as an analysis of the connections between Luhmann's systemic theory and Fischer – Lescano's theory primarily with positivist influences and especially with Weberian rationality and bureaucracy, but also with contemporary theories of balancing of interests, the deliberative nature of law and especially, to this point of view, with legal realism and Critical Legal Studies. This analysis takes place, through a process that aims to reconstruct the role of Luhmann's theory of self-organization and auto – poiesis and the simultaneous paradox, by revealing through contemporary socio-legal perspectives, the materials from psychology and politics that may exist within the Luhmannian systemic theory for the function of law and by finding as dominant in all these theories the critical proposition of disentachment and in relation to that the role of immanence and the transcendence, in order to highlight possible radical elements of Luhmann's thought that are also consistent with Fischer-Lescano's critical view of him. Therefore, the present thesis constitutes a critical reflection on Luhmann's theory, which is founded upon a comprehensive examination of his oeuvre and a critical evaluation of his theoretical framework. To this end, the present thesis draws on both the history of ideas and historical references to Roman law and medieval society, as well as the disenchantment, brought about by the Enlightenment, in order to reconstruct the path that led to the crucial social change of the modern «world society» and the formation of law within it. In conclusion, this research aims to deconstruct the elements that comprise the Luhmannian theory and the Fischer-Lescano’s theory and especially, in this context, examine the process of deparadoxifying law in systemic theory, in order to fulfill the ultimate aim of redefining law in the 21st century. More specifically, the ultimate aim of the research is to identify those elements that could reorientate law and define it as such, in a highly technocratic era, of simultaneous fragmented rationality in the globalized «world society». In this context, a reflection is carried out on the functioning of the contract and its limits, the necessary absorption of the uncertainty arising from the conflict of expectations and the position of immanent and transcendental in the composite landscape of the 21st-century’s society, but also on the functioning of human rights
Η φιλοσοφική θεμελίωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου: από τον φυσικό νόμο στην καθολική ισχύ της διεθνούς προστασίας
Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στις φιλοσοφικές βάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου από την αρχαιότητα έως και τη σύγχρονη εποχή. Σε δεύτερο επίπεδο, ως απότοκο της φιλοσοφικής σκέψης γύρω από το εν λόγω ζήτημα, εξετάζεται η θεσμική κατοχύρωση των δικαιωμάτων και η καθολική ισχύς τους. Η εργασία έχει στόχο να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες της κάθε σχετικής φιλοσοφικής θεωρίας, αλλά και τη βαρύνουσα σημασία του φιλοσοφικού στοχασμού, όσον αφορά αφενός την μετέπειτα διαμόρφωση των νομοθετικών κειμένων που προστατεύουν, πλέον, καθολικά και σε παγκόσμιο επίπεδο τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφετέρου τον συνεχιζόμενο διεθνή σχετικό διάλογο. Το θέμα, λοιπόν, προσεγγίζεται μεθοδολογικά από το ειδικό στο γενικό, επί τη βάσει ανάπτυξης επαγωγικού συλλογισμού. Η εργασία ολοκληρώνεται με την εξαγωγή συμπερασμάτων.This master’s thesis focuses on the philosophical foundations of human rights from antiquity to the modern era. On a secondary level, as a consequence of philosophical reflection on this issue, it examines the institutional recognition of rights and their universal validity. The aim of the thesis is to highlight the particularities of each relevant philosophical theory, as well as the significant importance of philosophical thought, both with regard to the subsequent shaping of legislative texts that now protect human rights universally and on a global scale, and with regard to the ongoing related international dialogue. The topic is therefore approached methodologically from the specific to the general, based on the development of inductive reasoning. The analysis concludes with the drawing of conclusions
Περιοδοντική νόσος σε νεφροπαθείς ασθενείς (Αγγλικός τίτλος: Periodontal disease in renal disease patients)
Εισαγωγή: Η περιοδοντίτιδα αποτελεί χρόνια φλεγμονώδη νόσο που σχετίζεται με συστηματικούς παράγοντες κινδύνου, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και η χρόνια νεφρική νόσος (ΧΝΝ). Οι ασθενείς μετά από μεταμόσχευση νεφρού παρουσιάζουν αυξημένη προδιάθεση σε λοιμώξεις λόγω ανοσοκαταστολής και μεταβολικών διαταραχών. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του δείκτη της περιοδοντικής φλεγμονώδους επιφάνειας (PISA) και χαρακτηριστικών μεταμοσχευμένων ασθενών. Υλικό και Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε συγχρονική μελέτη παρατήρησης σε 159 λήπτες νεφρικού μοσχεύματος που παρακολουθούνται στην Κλινική Νεφρολογίας και Μεταμόσχευσης Νεφρού του ΓΝΑ Λαϊκού. Καταγράφηκαν δημογραφικά, κοινωνικοοικονομικά και βιοχημικά δεδομένα, ενώ έγινε κλινική περιοδοντική εξέταση. Η στατιστική ανάλυση αφορούσε συσχετίσεις μεταξύ του PISA και παραμέτρων νεφρικής λειτουργίας και μεταβολισμού. Αποτελέσματα: Υψηλότερες τιμές PISA συνδέθηκαν με αυξημένα επίπεδα παραθορμόνης και μεγαλύτερη διάρκεια νεφρικής νόσου. Δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση με παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, δείκτης μάζας σώματος, κάπνισμα, ουρίας και κρεατινίνης. Συζήτηση: Τα ευρήματα δείχνουν ότι η χρονική διάρκεια της ΧΝΝ στους μεταμοσχευμένους ασθενείς, η οποία συνδέεται με τη συστηματική φλεγμονώδη κατάσταση που συνοδεύει τη ΧΝΝ και τη μακροχρόνια ανοσοκαταστολή, ενδέχεται να συμβάλλει στην επιβάρυνση της περιοδοντικής υγείας. Συμπεράσματα: Η ΧΝΝ φαίνεται να αποτελεί παράγοντα επιβάρυνσης της περιοδοντικής υγείας των μεταμοσχευμένων ασθενών. Η τακτική περιοδοντική παρακολούθηση και η ενσωμάτωση της στοματικής φροντίδας στο συνολικό πλάνο θεραπείας θα μπορούσαν ίσως να συμβάλλουν στη διατήρηση της στοματικής υγείας σε αυτή την κατηγορία ασθενών.Introduction: Periodontitis is a chronic inflammatory disease associated with systemic risk factors such as diabetes mellitus, cardiovascular diseases, and chronic kidney disease (CKD). Patients who have undergone kidney transplantation present an increased susceptibility to infections due to immunosuppression and metabolic disorders. The aim of this study was to investigate the relationship between the periodontal inflamed surface area (PISA) index and characteristics of kidney transplant recipients. Materials and Methods: A cross-sectional observational study was conducted on 159 kidney transplant recipients followed at the Nephrology and Kidney Transplantation Clinic of Laiko General Hospital of Athens. Demographic, socioeconomic, and biochemical data were recorded, and a clinical periodontal examination was performed. Statistical analysis assessed associations between PISA and parameters of renal function and metabolism. Results: Higher PISA values were associated with increased parathyroid hormone levels and longer duration of kidney disease. No statistically significant association was found with factors such as age, sex, body mass index, smoking, urea, and creatinine. Discussion: The findings suggest that the duration of CKD since the diagnosis in kidney transplant recipients may be related to the systemic inflammatory state accompanying CKD and long-term immunosuppression, contributing to the deterioration of periodontal health. Conclusions: CKD appears to be a contributing factor to the impairment of periodontal health among kidney transplant recipients. Regular periodontal monitoring and the integration of oral care into the overall treatment plan could potentially help maintain oral health in this patient population
Integrating ESG risk into the prudential supervision of credit institutions in the EU
Οι παράγοντες ESG και οι σχετικοί κίνδυνοι επηρεάζουν αναμφίβολα την οικονομική απόδοση και τη φερεγγυότητα μιας οικονομικής μονάδας. Στο πλαίσιο αυτό, οι κίνδυνοι ESG μπορούν να υπονομεύσουν την ασφάλεια και την ευρωστία μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να αποτυπώσει τη σχετική βιβλιογραφία και γνώση γύρω από τους κινδύνους ESG και να διερευνήσει με ποιον τρόπο, και σε ποιο βαθμό, έχει καταστεί εφικτή η ενσωμάτωσή τους στην προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο που να συνάδει με τη θεωρία, την δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής, καθώς και με την τήρηση του Ενιαίου Κανονιστικού Πλαισίου. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι, παρά τις υπάρχουσες προκλήσεις εφαρμογής, οι κίνδυνοι ESG έχουν πλέον ενσωματωθεί άμεσα στο προληπτικό εποπτικό πλαίσιο, σηματοδοτώντας μια ποιοτική μεταβολή στην τραπεζική ρύθμιση και εποπτεία στην ΕΕ.ESG factors and their corresponding risks undoubtedly affect an entity’s financial performance or solvency. In this context, ESG Risks may undermine the soundness and the safety of individual financial institutions and have broader implications on financial stability. The purpose of the current thesis would be to examine the current state of knowledge with respect to ESG Risk, and to explore in what manner or to what extent it has been feasible to integrate ESG risk in the prudential supervision of credit institutions in the European Union in ways consistent with theory, practical feasibility, as well as adherence to a Single Rulebook, safety and soundness goals. It further demonstrates that, despite persistent implementation challenges, ESG risks have now been embedded directly into the prudential framework, marking a qualitative shift in EU banking regulation and supervision
Η δυνατότητα υποβοήθησης του δικαστικού έργου μέσω εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στην Ελλάδα: νομοθετικές προσαρμογές, προκλήσεις και προοπτικές
Η παρούσα διατριβή διερευνά τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) ως υποστηρικτικού μέσου στη λήψη δικαστικών αποφάσεων. Εξετάζει τις κατηγορίες και τις εφαρμογές της ΤΝ στη δικαιοσύνη, τις συνταγματικές και διαδικαστικές επιπτώσεις της χρήσης της, καθώς και τα ηθικά και δημοκρατικά διλήμματα που δημιουργεί, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Με βάση την ευρωπαϊκή και διεθνή πρακτική, καθώς και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η μελέτη υποστηρίζει ότι η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια της δικαστικής απόφασης, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κρίση. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενσωμάτωση της ΤΝ στο δικαστικό σύστημα απαιτεί ένα σαφές νομικό πλαίσιο, ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις και πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.This thesis explores the role of artificial intelligence (AI) as a supportive instrument in judicial decision-making. It examines the categories and applications of AI in justice, the constitutional and procedural implications of its use, and the ethical and democratic dilemmas it raises, particularly with respect to transparency, accountability, and judicial independence. Drawing on European and international practice, as well as case law of the Court of Justice of the European Union and the European Court of Human Rights, the study argues that AI can enhance efficiency and consistency in adjudication but cannot substitute human judgment. It concludes that the integration of AI into the justice system requires a clear legal framework, robust institutional safeguards, and full respect for fundamental rights