National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Χρηματοοικονομικές κρίσεις και αγορές ανάλυση της επίδρασης των μακροοικονομικών σοκ στις χρηματιστηριακές αγορές
Η λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας συχνά διαταράσσεται από απρόβλεπτες αλλαγές, γνωστές ως μακροοικονομικά σοκ. Αυτές οι ξαφνικές μεταβολές – είτε προέρχονται από την πολιτική, την τεχνολογία, την ενέργεια ή γεωπολιτικά γεγονότα – μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τόσο την πραγματική οικονομία όσο και τις αγορές. Οι συνέπειες τέτοιων σοκ γίνονται ακόμα πιο έντονες σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου οι αγορές είναι διασυνδεδεμένες και οι πληροφορίες μεταδίδονται με μεγάλη ταχύτητα. Η παρούσα εργασία εξετάζει πώς τα μακροοικονομικά σοκ επηρεάζουν τις αγορές – όπως τα χρηματιστήρια, τις αγορές συναλλάγματος και τα επιτόκια – και αναλύει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων μεταδίδονται οι επιδράσεις αυτές. Στο πρώτο μέρος της μελέτης γίνεται παρουσίαση των βασικών θεωρητικών εννοιών, ενώ παράλληλα κατηγοριοποιούνται τα είδη των σοκ (π.χ. σοκ προσφοράς, ζήτησης, νομισματικά ή εξωτερικά σοκ). Στη συνέχεια, η ανάλυση εστιάζει στο πώς αντιδρούν οι αγορές σε αυτές τις διαταραχές, αλλά και στον ρόλο των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών στη διαχείριση των συνεπειών τους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε πραγματικά γεγονότα, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η κρίση του κορονοϊού ή ο πόλεμος στην Ουκρανία, μέσα από τα οποία αποτυπώνεται καθαρά η σχέση ανάμεσα στα σοκ και στις αντιδράσεις των αγορών. Το τελευταίο κομμάτι της εργασίας είναι αφιερωμένο στην εμπειρική ανάλυση, με τη χρήση οικονομετρικών μοντέλων και δεδομένων αγοράς. Εξετάζεται πώς τα σοκ επηρεάζουν συγκεκριμένους δείκτες και τι συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν για τη χάραξη οικονομικής πολιτικής και τη διαχείριση επενδυτικών κινδύνων. Η εργασία στοχεύει να προσφέρει μια ολοκληρωμένη και ρεαλιστική εικόνα του πώς απρόβλεπτες εξελίξεις μπορούν να διαταράξουν τις αγορές, και ταυτόχρονα να αναδείξει τη σημασία της κατανόησης των σοκ αυτών για τη λήψη πιο ενημερωμένων οικονομικών και επενδυτικών αποφάσεων.The functioning of the global economy is often disrupted by unpredictable changes, known as macroeconomic shocks. These sudden shifts—whether stemming from policy decisions, technological developments, energy markets, or geopolitical events—can significantly affect both the real economy and financial markets. The consequences of such shocks become even more pronounced in a globalized environment, where markets are highly interconnected and information is transmitted at great speed. This paper examines how macroeconomic shocks affect markets—such as stock markets, foreign exchange markets, and interest rates—and analyzes the mechanisms through which these effects are transmitted. In the first part of the study, the basic theoretical concepts are presented, while the different types of shocks are categorized (e.g., supply shocks, demand shocks, monetary shocks, or external shocks). Subsequently, the analysis focuses on how markets respond to these disturbances, as well as on the role of governments and central banks in managing their consequences. Particular emphasis is placed on real-world events, such as the 2008 global financial crisis, the COVID-19 crisis, and the war in Ukraine, through which the relationship between shocks and market reactions is clearly illustrated. The final part of the paper is devoted to empirical analysis, using econometric models and market data. It examines how shocks affect specific indicators and what conclusions can be drawn for economic policymaking and the management of investment risks. Overall, the paper aims to provide a comprehensive and realistic picture of how unpredictable developments can disrupt markets, while at the same time highlighting the importance of understanding these shocks for making more informed economic and investment decisions
Βλεννώδη αδενοκαρκινώματα: ιστολογικά χαρακτηριστικά και μικροπεριβάλλον στην απόκριση της ανοσοθεραπείας
Οι βλεννώδεις καρκίνοι, όπως οι υποτύποι του παχέος εντέρου, των ωοθηκών και του παγκρέατος, παρουσιάζουν συγκεκριμένα ιστολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά, τα οποία ενδέχεται να εξηγούν τους μηχανισμούς που εμπλέκονται σε αυτόν τον φαινότυπο και τους επιτρέπουν να αποφεύγουν τις ανοσολογικές αποκρίσεις του ξενιστή. Η παραγωγή βλεννίνης αποτελεί έναν σημαντικός παράγοντα στο σχηματισμό του μικροπεριβάλλοντος του όγκου (TME), καθώς παρέχει φυσική και βιοχημική προστασία έναντι της αναγνώρισης από το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι MUC1, MUC2 και MUC5AC είναι βλεννίνες, οι οποίες όταν υπερεκφράζονται μπορούν να επηρεάσουν την παρουσίαση αντιγόνου, με αποτέλεσμα την πρόληψη της διείσδυσης των ανοσοκυττάρων, ενώ παράλληλα αλληλεπιδρούν με μόρια ανοσολογικών σημείων ελέγχου όπως το PD-L1, μεσολαβώντας έτσι στην ανοσοκαταστολή. Είναι ενδιαφέρον ότι, παρόλο που οι βλεννώδεις καρκίνοι του παχέος εντέρου με μικροδορυφορική αστάθεια (MSI-H) εμφανίζουν υψηλό φορτίο μεταλλάξεων (TMB) και ως εκ τούτου ανταποκρίνονται στην ανοσοθεραπεία, τα βλεννώδη καρκινώματα των ωοθηκών και του παγκρέατος συχνά παρουσιάζουν φαινότυπο «ανοσολογικής ερήμου», γεγονός που οδηγεί στο να εμφανίζουν χαμηλή ευαισθησία στους αναστολείς των σημείων ελέγχου. Πιο αναλυτικά, υπάρχουν ορισμένα ογκογονικά μονοπάτια, όπως τα RAS/MAPK και PI3K/AKT/mTOR, τα οποία ενεργοποιούνται από γενετικές μεταλλάξεις όπως οι KRAS, BRAF, PIK3CA και GNAS, και καταλήγουν να ενισχύουν περαιτέρω την εξέλιξη του όγκου και την αντοχή στη θεραπεία. Επομένως, η εις βάθος κατανόηση αυτών των μηχανισμών αποφυγής του ανοσοποιητικού συστήματος, διασαφηνίζει τις πιθανές στρατηγικές ακριβείας στην ογκολογία, οι οποίες περιλαμβάνουν στοχευμένες μοριακές θεραπείες και ανοσοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ της βιολογίας της βλεννίνης, της ανοσοκαταστολής και των μοριακών οδών υπογραμμίζει την αναγκαιότητα εξατομικευμένων θεραπευτικών προσεγγίσεων για τους βλεννογόνους καρκίνους.Mucinous cancers, such as colorectal, ovarian, and pancreatic subtypes, demonstrate specific histological and molecular features, which could explain the mechanisms involved in this phenotype that allow them to evade host immune responses. The production of mucin is an important factor in forming the tumor microenvironment (TME), as it physically and biochemistry protects against immune system recognition. MUC1, MUC2, and MUC5AC are mucins, which when overexpressed can impair antigen presentation, resulting to prevention of immune cell infiltration, while also engaging with immune checkpoint molecules like PD-L1, mediating this way immunosuppression. Interestingly, although the microsatellite instability (MSI-H) type of colorectal mucinous carcinomas portrays high tumor mutational burden (TMB) and hence respond to immunotherapy, mucinous ovarian and pancreatic carcinomas often manifest immune desert phenotypes, which leads to them exhibiting poor sensitivity to checkpoint inhibitors. In more detail, there are certain oncogenic pathways, such as RAS/MAPK and PI3K/AKT/mTOR, that are activated by genetic mutations such as KRAS, BRAF, PIK3CA, and GNAS, and end up further enhancing tumor progression and therapeutic resistance. Therefore, the deep comprehending of these immune evasion mechanisms, elucidates the potential precision oncology strategies, which include targeted molecular therapies and immunotherapeutic approaches. This interplay between mucin biology, immune suppression, and molecular pathways underscores the necessity of tailored therapeutic approaches for mucinous cancers
Συγγενής διαφραγματοκήλη: προγεννητική διάγνωση, αντιμετώπιση και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στον παιδιατρικό πληθυσμό- βιβλιογραφική ανασκόπηση
Η συγγενής διαφραγματοκήλη (Congenital Diaphragmatic Hernia - CDH) είναι μια σοβαρή συγγενής ανωμαλία που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ελλείμματος στο διάφραγμα, επιτρέποντας στα κοιλιακά όργανα να μετακινηθούν στον θώρακα, προκαλώντας υποπλασία των πνευμόνων και πνευμονική υπέρταση. Η προγεννητική διάγνωση της CDH μέσω υπερηχογραφήματος και μαγνητικής τομογραφίας (MRI) έχει βελτιώσει σημαντικά τη δυνατότητα έγκαιρης αναγνώρισης και διαστρωμάτωσης της σοβαρότητας της νόσου. Προγεννητική Διάγνωση Η μέτρηση του λόγου πνεύμονα προς κεφαλή (LHR) και η θέση του ήπατος αποτελούν βασικούς προγνωστικούς δείκτες για την επιβίωση και την αναπνευστική λειτουργία μετά τη γέννηση. Η χρήση του o/e LHR (Observed/Expected Lung-to-Head Ratio) επιτρέπει την πιο ακριβή πρόβλεψη των νεογνικών αποτελεσμάτων, κυρίως σε περιπτώσεις αριστερής CDH (LCDH). Προγεννητική Αντιμετώπιση Εμβρυϊκή Χειρουργική και FETO: Η Fetoscopic Endoluminal Tracheal Occlusion (FETO) είναι μια τεχνική που στοχεύει στην προώθηση της ανάπτυξης των πνευμόνων μέσω της προσωρινής απόφραξης της τραχείας με τη χρήση φουσκωτού μπαλονιού. Οι μελέτες TOTAL (Tracheal Occlusion To Accelerate Lung growth) κατέδειξαν ότι η FETO μπορεί να βελτιώσει τα ποσοστά επιβίωσης σε έμβρυα με σοβαρή και μέτρια υποπλασία πνευμόνων. Μακροπρόθεσμα Αποτελέσματα για τον παιδιατρικό πληθυσμό Τα νεογνά που επιβιώνουν συχνά αντιμετωπίζουν μακροχρόνια προβλήματα όπως χρόνια πνευμονική νόσο και αναπτυξιακή καθυστέρηση, γεγονός που απαιτεί παρακολούθηση από πολλαπλές ιατρικές ειδικότητες. Μητρικές Επιπλοκές και Ηθικά Ζητήματα Αν και η FETO προσφέρει ελπιδοφόρα αποτελέσματα για τα έμβρυα, η διαδικασία ενέχει κινδύνους και για τη μητέρα, όπως η πρόωρη ρήξη μεμβρανών και οι λοιμώξεις. Η εμβρυϊκή χειρουργική πρέπει να εφαρμόζεται σε εξειδικευμένα κέντρα με εμπειρία και 24ωρη υποστήριξη για την ασφάλεια της μητέρας και του εμβρύου. Συμπεράσματα Η προγεννητική διάγνωση και οι εξελιγμένες χειρουργικές τεχνικές, όπως η FETO, έχουν βελτιώσει την πρόγνωση για τα έμβρυα με CDH. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των θεραπειών πρέπει να γίνεται προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα οφέλη όσο και τους κινδύνους για τη μητέρα και το έμβρυο. Η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα είναι επιτακτική, προκειμένου να αναπτυχθούν καλύτερες προγνωστικές μέθοδοι και να βελτιωθεί η ασφάλεια των εμβρυϊκών επεμβάσεων.Congenital diaphragmatic hernia (CDH) is a severe congenital anomaly characterized by a defect in the diaphragm, allowing abdominal organs to herniate into the thoracic cavity, resulting in pulmonary hypoplasia and pulmonary hypertension. Prenatal diagnosis of CDH using ultrasound and magnetic resonance imaging (MRI) has significantly improved early detection and stratification of disease severity. Prenatal Diagnosis Measurement of the lung-to-head ratio (LHR) and assessment of liver position are key prognostic indicators for survival and postnatal respiratory function. The use of the observed-to-expected lung-to-head ratio (o/e LHR) allows for more accurate prediction of neonatal outcomes, particularly in cases of left-sided CDH (LCDH). Prenatal Management Fetal Surgery and FETO: Fetoscopic endoluminal tracheal occlusion (FETO) is a technique aimed at promoting lung growth through temporary occlusion of the fetal trachea using an inflatable balloon. The TOTAL (Tracheal Occlusion To Accelerate Lung growth) trials demonstrated that FETO may improve survival rates in fetuses with severe and moderate pulmonary hypoplasia. Long-Term Outcomes in the Pediatric Population Surviving neonates often experience long-term complications, including chronic lung disease and neurodevelopmental delay, necessitating long-term follow-up by a multidisciplinary team. Maternal Complications and Ethical Considerations Although FETO offers promising outcomes for affected fetuses, the procedure also carries risks for the mother, including preterm premature rupture of membranes and infections. Fetal surgery should be performed in specialized centers with expertise and 24-hour support to ensure the safety of both the mother and the fetus. Conclusions Prenatal diagnosis and advanced surgical techniques, such as FETO, have improved the prognosis for fetuses with CDH. However, these interventions must be applied cautiously, taking into account both the potential benefits and risks for the mother and the fetus. Further research is urgently needed to develop improved prognostic tools and to enhance the safety of fetal interventions
Υλοποίηση δημόσιων πολιτικών: η συμβολή της δευτερογενούς νομοθεσίας
Η παρούσα εργασία διερευνά τον ρόλο της δευτερογενούς νομοθεσίας στην αποτελεσματική υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών στην Ελλάδα. Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που εισάγονται μέσω της ψήφισης νόμων εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από την έγκαιρη και ολοκληρωμένη έκδοση κανονιστικών πράξεων, οι οποίες εξειδικεύουν το νομοθετικό πλαίσιο και καθορίζουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των πολιτικών κατευθύνσεων στην πράξη. Υπό το πρίσμα αυτό, παράγοντες όπως ο χρόνος έκδοσης, ο βαθμός ολοκλήρωσης, ο διοικητικός συντονισμός και η συστηματική παρακολούθηση της δευτερογενούς νομοθεσίας εμφανίζονται ως κρίσιμες παράμετροι για την επιτυχία ή την αποτυχία της δημόσιας πολιτικής. Η εργασία αναδεικνύει τις προκλήσεις που συνδέονται με την εφαρμογή των νομοθετικών προβλέψεων στην πράξη, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών εξαρτάται από την έκδοση και τον συντονισμό πλήθους κανονιστικών πράξεων . Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται το θεσμικό σχήμα που θεσπίστηκε με τον ν. 4622/2019 για το Επιτελικό Κράτος, δίδοντας έμφαση στον ρόλο της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού και της ειδικής βάσης παρακολούθησης της δευτερογενούς νομοθεσίας ως μηχανισμών διοικητικού συντονισμού, επιτάχυνσης των διαδικασιών και ενδυνάμωσης της ικανότητας εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη συστηματική καταγραφή και ανάλυση δεδομένων που αφορούν την πορεία έκδοσης των υποχρεωτικών κανονιστικών πράξεων, ως εργαλείο ενίσχυσης της διοικητικής αποτελεσματικότητας. Μέσα από τον συνδυασμό θεωρητικής προσέγγισης και εμπειρικής ανάλυσης στατιστικών στοιχείων για την περίοδο 2019 2025, η εργασία καταδεικνύει τον βαθμό στον οποίο η οργανωμένη παρακολούθηση της δευτερογενούς νομοθεσίας μπορεί να συμβάλει στη μείωση των εκκρεμοτήτων, στη βελτίωση του διοικητικού συντονισμού και, τελικά, στην ενίσχυση της ικανότητας του κράτους να μετατρέπει τις νομοθετικές ρυθμίσεις σε εφαρμόσιμες δημόσιες πολιτικές.This thesis examines the role of secondary legislation in the implementation of public policies in Greece. In practice, the reforms introduced through primary legislation largely depend on the timely issuance of regulatory acts, which frequently determine the substance and effectiveness of policy implementation. Consequently, factors such as the speed of issuance, systematic monitoring, completeness and inter-ministerial coordination of secondary legislation are critical for the successful execution of public policies. The study focuses on the institutional and administrative framework governing the production and monitoring of secondary legislation, highlighting its impact on the practical application of legislative provisions. Particular emphasis is placed on the mechanisms introduced by Law 4622/2019 on the Executive State, especially the role of the General Secretariat for Coordination in overseeing, coordinating and accelerating the issuance of mandatory regulatory acts. Through empirical analysis of data on completion rates and issuance timelines across ministries and types of regulatory acts, the thesis identifies patterns and differences in administrative performance, shedding light on the effectiveness of coordination mechanisms and digital tools in enhancing policy implementation capacity. Overall, the findings underscore the importance of structured monitoring systems and effective coordination in strengthening the implementation of public policies through secondary legislation
Devadasis: Ο θεσμός των αφιερωμένων γυναικών στον Ινδουισμό
Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει μία πλήρη, σαφή και συμπυκνωμένη εικόνα για τον θεσμό τον devadasis. Ειδικότερα, επιχειρείται μία προσέγγιση και ανάλυση του φαινομένου των αφιερωμένων γυναικών στους ναούς της Ινδίας στο πλαίσιο του Ινδουισμού. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν πρώτον, ότι ο θεσμός των devadasis διατηρείται έως σήμερα κυρίως στη νότια Ινδία, αν και με σημαντικές και ουσιαστικές αλλαγές σε σύγκριση με τις παλαιότερες εποχές. Δεύτερον, η σεξουαλικότητα και η θρησκευτικότητα συνυπήρχαν και αποτελούσαν ένα βασικό χαρακτηριστικό των devadasis με την πρώτη να αποτελεί μία μορφή έκφρασης της δεύτερης. Μέσα στο πλαίσιο του ταντρικού Σακτισμού, η σεξουαλικότητα εντασσόταν σε μία ευρύτερη ιδεολογία και πρακτικών, ώστε να εκδηλωθεί η αφιερωματική λατρεία προς τη Μεγάλη Θεά με απώτερο στόχο την ένωση μαζί της και την επαφή με το θείο. Τέλος, αποτελεί ιδιαίτερα ενδιαφέρον και αξιοσημείωτο γεγονός το πως ιστορικές, και κοινωνικές μεταβολές που συντελέστηκαν διαμέσου των αιώνων στην ινδική χερσόνησο και το πως η επαφή των Ινδών με ξένες ιδεολογίες, που στη συνεχεία υιοθετήθηκαν και εδραίωσαν τη σύγχρονη αντίληψή τους περί ινδικού έθνους και Ινδουισμού, προξένησαν τόσο θεμελιώδεις αλλαγές επηρεάζοντας τον θεσμό των devadasis τόσο, ώστε από «θεϊκές σύζυγοι» της Μεγάλης Θεάς, μετατράπηκαν, σταδιακά, σε έναν θεσμό που θεωρείται πλέον στη σύγχρονη Ινδία, ως κοινωνική παθογένεια και αφορμή για την γυναικεία καταπίεση και εκμετάλλευση. Έτσι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι σύγχρονες devadasis, έχοντας απωλέσει την ιερότητα του παρελθόντος, αποτελούν σήμερα μόνο τη θολή σκιά και τον εκφυλισμένο απόηχο των άλλοτε ισχυρών και ένδοξων ομοιών τους.The aim of this paper is to present a complete, clear, and concise picture of the institution of devadasis. In particular, it attempts to approach and analyze the phenomenon of women dedicated to temples in India within the context of Hinduism. The results of the research showed, first, that the institution of devadasis is still maintained today, mainly in southern India, although with significant and substantial changes compared to earlier times. Secondly, sexuality and religiosity coexisted and constituted a basic characteristic of devadasis, with the former being a form of expression of the latter. Within the context of Tantric Shaktism, sexuality was part of a broader ideology and set of practices, manifesting devotional worship of the Great Goddess with the ultimate goal of union with her and contact with the divine. Finally, it is particularly interesting and noteworthy how historical and social changes that took place over the centuries on the Indian peninsula and how the Indians' contact with foreign ideologies, which were subsequently adopted and established their modern perception of the Indian nation and Hinduism, brought about such fundamental changes that they affected the institution of devadasis to such an extent that from being "divine wives" of the Great Goddess, they were gradually transformed gradually into an institution that is now considered in modern India to be a social pathology and a cause of female oppression and exploitation. Thus, having lost the sanctity of the past, the overwhelming majority of modern devadasis are now only a blurred shadow and a degenerate echo of their once powerful and glorious counterparts
Χρήση του Hypotension Prediction Index για την πρόληψη της διεγχειρητικής υπότασης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε επεμβάσεις σπονδυλοδεσίας
Σκοπός: Η διεγχειρητική υπόταση (intraoperative hypotension-IOH) συσχετίζεται με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε επεμβάσεις σπονδυλοδεσίας σε πρηνή θέση υπό γενική αναισθησία είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς, καθώς η σημαντική αιμορραγία και η συμπίεση της κάτω κοίλης φλέβας μπορούν να μειώσουν την καρδιακή παροχή και να οδηγήσουν σε αιμοδυναμική αστάθεια. Ο Δείκτης Πρόβλεψης Υπότασης (Hypotension prediction index-HPI) είναι ένας αλγόριθμος βασισμένος στη μηχανική μάθηση, ο οποίος αναλύει χαρακτηριστικά της αρτηριακής κυματομορφής για να προβλέψει επεισόδια υπότασης λίγα λεπτά πριν αυτά συμβούν, επιτρέποντας έτσι μια προληπτική αντιμετώπιση. Ωστόσο, τα τρέχοντα δεδομένα για τη διεγχειρητική του χρησιμότητα παραμένουν περιορισμένα, και απαιτείται περαιτέρω έρευνα ώστε να καθοριστεί καλύτερα η κλινική του σημασία. Η παρούσα μονοκεντρική, τυχαιοποιημένη, μονή τυφλή κλινική δοκιμή σχεδιάστηκε με σκοπό να ελεγχθεί η υπόθεση ότι η HPI-καθοδηγούμενη διαχείριση της IOH κατά τη διάρκεια επεμβάσεων σπονδυλοδεσίας σε πρηνή θέση μπορεί να μειώσει τη συχνότητα της υπότασης σε σύγκριση με την καθιερωμένη πρακτική, καθώς και να διερευνηθεί η επίδρασή της στη μετεγχειρητική νοσηρότητα και θνητότητα εντός νοσοκομείου. Μέθοδος: Συμπεριλήφθηκαν 85 ενήλικες ασθενείς που υποβλήθηκαν σε σπονδυλοδεσία σε πρηνή θέση. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1. Οι συμμετέχοντες ήταν τυφλοποιημένοι ως προς την κατανομή τους. Στην ομάδα παρέμβασης, το λογισμικό HPI χρησιμοποιήθηκε ενεργά για την καθοδήγηση της διαχείρισης της IOH. Στην ομάδα ελέγχου, οι μετρήσεις του HPI πραγματοποιούνταν αλλά δεν ήταν διαθέσιμες στον αναισθησιολόγο και εφαρμόστηκε η συνήθης πρακτική. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η σύγκριση του σταθμισμένου κατά χρόνο μέσου όρου (TWA) της IOH μεταξύ των δύο ομάδων. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν τη σύγκριση της συχνότητας των μετεγχειρητικών ενδονοσοκομειακών συμβαμάτων που σχετίζονται με την IOH. Αποτελέσματα: Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 77 ασθενείς (39 στην ομάδα παρέμβασης), καθώς 8 ασθενείς αποκλείστηκαν λόγω τεχνικών προβλημάτων. Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της ομάδας παρέμβασης και της ομάδας ελέγχου στο TWA της IOH (0,10 mmHg [0,05, 0,23] έναντι 0,15 mmHg [0,09, 0,37], p=0,088). Ωστόσο, η συνολική διάρκεια των επεισοδίων υπότασης ανά ασθενή ήταν σημαντικά μικρότερη στην ομάδα παρέμβασης (4 λεπτά [0,5, 12,2] έναντι 11,2 λεπτά [2,6, 20,1], p=0,019). Τα ποσοστά μετεγχειρητικών επιπλοκών δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων. Συμπεράσματα: Η HPI-καθοδηγούμενη διαχείριση δεν μείωσε σημαντικά το TWA της IOH σε σύγκριση με την καθιερωμένη φροντίδα σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε επεμβάσεις σπονδυλοδεσίας σε πρηνή θέση. Τα ποσοστά επιπλοκών ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων.Purpose: Intraoperative hypotension (IOH) is associated with morbidity and mortality. Patients undergoing spinal surgery in the prone position under general anesthesia are particularly vulnerable, as significant bleeding and inferior vena cava compression can reduce cardiac output and lead to hemodynamic instability. The Hypotension Prediction Index (HPI) is a machine learning–based algorithm that analyzes arterial waveform features to predict hypotensive events minutes before they occur, thus enabling a proactive management approach. However, current evidence on its intraoperative utility remains limited, and further research is required to determine its clinical significance. This single-center, single-blind randomized clinical trial was designed to test the hypothesis that HPI-guided management of IOH during prone-position spine surgery could reduce the incidence of hypotension compared with standard care, and to explore its impact on postoperative morbidity and mortality. Methods: 85 adult patients undergoing spine fusion surgery in the prone position were enrolled. Patients were randomized with a 1:1 allocation ratio. Participants were blinded to their group allocation. In the intervention group, the HPI software was actively used to guide IOH management. In the control group, HPI software readings were blinded, and standard care was administered. The primary outcome was the comparison of time-weighted average (TWA) of IOH between the two groups. Secondary outcomes included a comparison of the incidence of postoperative in-hospital events related to IOH between groups. Results: 77 patients were included in the final analysis (39 in the intervention group), as 8 patients were excluded due to technical issues. No statistically significant difference was found between the intervention and control groups in the TWA of IOH (0.10 mmHg [0.05, 0.23] vs. 0.15 mmHg [0.09, 0.37], p-value 0.088). However, the total duration of hypotensive events per patient was significantly lower in the intervention group (4 minutes [0.5, 12.2] vs. 11.2 minutes [2.6, 20.1]; p-value 0.019). Postoperative complication rates did not differ significantly between the two groups. Conclusions: HPI-guided management did not significantly reduce the TWA of IOH compared to standard care in patients undergoing prone-position spine surgery. Complication rates were similar between the two groups
Cosmic-Ray Feedback in Active Galactic Nuclei and Starburst Galaxies: Influence on Interstellar Gas Clouds
Οι υπερμεγέθεις μελανές οπές (Supermassive Black Holes, SMBHs) αποτελούν θεμελιώδεις παράγοντες της εξέλιξης των γαλαξιών. Μέσω μηχανισμών ανάδρασης ρυθμίζουν τον ρυθμό σχηματισμού αστέρων και αναδιαμορφώνουν το μεσοαστρικό μέσο (Interstellar Medium, ISM). Παρότι η ανάδραση με ακτινοβολία από φωτεινά επεισόδια προσαύξησης μάζας είναι σχετικά καθορισμένη, η μηχανική και ιδιαίτερα η μη θερμική επίδραση των πιδάκων μέσω των κοσμικών ακτίνων (Cosmic Rays, CRs) παραμένει λιγότερο ποσοτικοποιημένη. Η παρούσα διατριβή διερευνά την ανάδραση των CRs ως έναν φυσικό σύνδεσμο μεταξύ ενεργών γαλαξιακών πυρήνων (Active Galactic Nuclei, AGN), γαλαξιών με περιοχές σχηματισμού αστέρων και του περιβάλλοντος αερίου, εξετάζοντας πώς οι CRs από πίδακες AGN και από κατάλοιπα υπερκαινοφανών μεταβάλλουν τον ιονισμό, τη θέρμανση και τα φάσματα γραμμών εκπομπής σε κοντινούς γαλαξίες, συνδυάζοντας πολυφασματικές παρατηρήσεις με μοντελοποίηση φωτοϊονισμού. Η ανάλυση επικεντρώνεται σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα κοντινών συστημάτων, Centaurus A, NGC 1068, NGC 5728, NGC 253 και NGC 1320, που παρατηρήθηκαν με οπτική ολοκληρωμένη φασματοσκοπία πεδίου μέσω του Multi Unit Spectroscopic Explorer (MUSE) στο Very Large Telescope (VLT). Για τον γαλαξία NGC 5728 αξιοποιούνται επιπλέον παρατηρήσεις μέσης υπέρυθρης (MIR) φασματοσκοπίας από το Mid-Infrared Instrument (MIRI) στο James Webb Space Telescope (JWST). Τα σύνολα δεδομένων αυτά παρέχουν χωρικά επιλυμένες απεικονίσεις των περιοχών γραμμών εκπομπής σε περιβάλλοντα που διαμορφώνονται από πίδακες AGN, περιοχές γύρω από τον πυρήνα με αστρογένεση και αλληλεπιδράσεις πίδακα και μεσοαστρικού μέσου (Interstellar Medium, ISM). Η ερμηνεία βασίζεται σε πλέγματα μοντέλων Cloudy που περιλαμβάνουν ιονισμό και θέρμανση από CRs, καλύπτοντας ευρύ φάσμα τιμών αρχικής πυκνότητας υδρογόνου, ηλιακή μεταλλικότητα και πεδία ακτινοβολίας κατάλληλα για AGN και γαλαξίες με αστρογένεση. Η ενσωμάτωση των CRs εισάγει έναν φυσικά τεκμηριωμένο μη θερμικό όρο θέρμανσης και αποδίδει ποσοτικές προβλέψεις για το πώς ο ιονισμός από CRs μεταβάλλει λόγους οπτικών και MIR γραμμών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι αυξημένοι ρυθμοί ιονισμού από CRs αναδιαμορφώνουν σημαντικά την εκπομπή. Ο ιονισμός από CRs δημιουργεί ένα θερμό δευτερογενές, μερικώς ιονισμένο στρώμα σε βάθος εντός του νέφους, το οποίο ενισχύει γραμμές χαμηλού ιονισμού, [N II], [S II], [O I], ενώ αφήνει τις [O III], Hα και Hβ ήπια επηρεασμένες. Καθώς ο ρυθμός ιονισμού από CRs αυξάνεται, τα μοντέλα αναπαράγουν τις περιοχές Seyfert και LINER στα διαγράμματα Baldwin, Phillips και Terlevich (BPT) για ηλιακή μεταλλικότητα, μειώνοντας την ανάγκη για υπερ-ηλιακές μεταλλικότητες. Για να ληφθεί υπόψη ο ιονισμός από CRs, η εργασία ορίζει ένα αναθεωρημένο μέγιστο όριο για τις περιοχές με αστρογένεση, SFζ, στον χώρο των διαγραμμάτων BPT. Το όριο αυτό περιγράφει περιοχές που αναπαράγονται από αστρογένεση σε συνδυασμό με ιονισμό από CRs. Επιπλέον, η διατριβή αξιολογεί την επίδραση των CRs στον ιονισμό νεφών αερίου, συνδυάζοντας χωρικά αντιστοιχισμένη οπτική (VLT/MUSE) και μέση υπέρυθρη (MIR, JWST/MIRI) φασματοσκοπία με μοντέλα Cloudy για τον NGC 5728. Στο MIR, οι CRs ενισχύουν γραμμές χαμηλού ιονισμού, όπως [Ne II] και [Ar II], ενώ οι κλασικές μεταπτώσεις υψηλού ιονισμού, όπως [Ne V], [Ar V] και [O IV], παραμένουν κυρίως εξαρτημένες από φωτοϊονισμό AGN. Στον NGC 5728, η συνδυαστική ανάλυση στο οπτικό και MIR καταλήγει σε λόγους γραμμών εκπομπής συμβατούς με αυξημένους ρυθμούς ιονισμού από CRs, ιδίως σε περιοχές που επηρεάζονται από πίδακες. Βασιζόμενη σε αυτά τα αποτελέσματα, η διατριβή προτείνει ένα σύνολο διαγνωστικών διαγραμμάτων MIR και υβριδικών οπτικών-MIR που απομονώνουν τη συνεισφορά των CRs. Ειδικότερα, λόγοι που κατασκευάζονται από γραμμές χαμηλού ιονισμού μετατοπίζονται με την αύξηση του ρυθμού ιονισμού από CRs και λειτουργούν ως ιχνηλάτες του ιονισμού από CRs, ενώ οι μεταπτώσεις υψηλού ιονισμού παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενες από τον φωτοϊονισμό AGN και συνεχίζουν να ανιχνεύουν τη σκληρότητα του πεδίου ακτινοβολίας. Επιπλέον, τα υβριδικά οπτικά-MIR διαγράμματα μπορούν να συμβάλουν στη διάκριση της συνεισφοράς των CRs από εκείνη των κρουστικών κυμάτων υπό συγκεκριμένες φυσικές συνθήκες, σε ένα ευρύ φάσμα ρυθμών ιονισμού από CRs, για χαμηλές έως μέτριες πυκνότητες αερίου και σταθερή μεταλλικότητα. Σε αυτό το καθεστώς, παρότι και οι δύο μηχανισμοί αυξάνουν τον λόγο [O I]/Hα, η συμπερίληψη λόγων MIR αναδεικνύει διαφορετικές τάσεις δρώντας συνεπικουρικά στην άρση των σχετικών εκφυλισμών. Συνολικά, η διατριβή εισάγει διαγνωστικά ευαίσθητα στις CRs στο οπτικό και στο MIR, συμπεριλαμβανομένου ενός αναθεωρημένου ορίου μέγιστης αστρογένεσης που εφαρμόζεται σε περιβάλλοντα όπου οι CRs είναι παρούσες. Μαζί, οι παρατηρήσεις με χωρική πληροφορία και τα πλέγματα Cloudy καθιερώνουν τις CRs, από πίδακες AGN και υπερκαινοφανείς, ως έναν δίαυλο ανάδρασης που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της εκπομπής από νέφη αερίου. Η παράλειψη του ιονισμού από CRs μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη ταξινόμηση των μηχανισμών διέγερσης και σε μεροληπτικές εκτιμήσεις θεμελιωδών παραμέτρων. Το πλαίσιο που αναπτύσσεται προσφέρει έναν δρόμο για την αναγνώριση και ποσοτικοποίηση της ανάδρασης των CRs στους γαλαξίες.Supermassive black holes (SMBHs) are fundamental agents in galaxy evolution. Through feedback they regulate star formation and restructure the interstellar medium (ISM). While radiative feedback from luminous accretion episodes is comparatively well constrained, the mechanical and especially the non-thermal influence of jets via cosmic rays (CRs) remains less well quantified. This thesis investigates CR feedback as a physical link between active galactic nuclei (AGN), star-formation regions, and the surrounding gas, exploring how CRs from AGN jets and from supernova remnants modify ionization, heating, and emergent emission-line spectra in nearby galaxies by combining multi-wavelength observations with photoionization modeling. The analysis focuses on a representative sample of nearby systems, Centaurus A, NGC 1068, NGC 5728, NGC 253, and NGC 1320, observed with optical integral-field spectroscopy using the Multi Unit Spectroscopic Explorer (MUSE) on the Very Large Telescope (VLT). For NGC 5728, additional mid-infrared (MIR) spectroscopy from the Mid-Infrared Instrument (MIRI) on the James Webb Space Telescope (JWST) is exploited. These datasets provide spatially resolved views of emission-line regions across environments shaped by AGN jets, circumnuclear star formation, and jet-interstellar medium (ISM) interactions. Interpretation is anchored in Cloudy model grids that explicitly include CR ionization and heating across a wide range of CR ionization rates, spanning also a wide range of initial hydrogen densities, solar metallicity, and radiation fields relevant to AGN and starburst galaxies. Incorporating CRs provides a physically motivated non-thermal heating term and yields quantitative predictions for how CR ionization alters optical and MIR line ratios. The results show that elevated CR ionization rates substantially reshape emission. CR ionization generates a warm secondary, partially ionized layer deep in the cloud that boosts low-ionization lines, [N II], [S II], and [O I], while leaving [O III], Halpha, and Hbeta only mildly affected. As the CR ionization rate rises, the models reproduce the Seyfert and LINER loci on Baldwin, Phillips, and Terlevich (BPT) diagrams at approximately solar metallicity, alleviating the need for supersolar metallicities. To account for CR-driven ionization, this work defines a revised maximum-starburst boundary, SFζ, in BPT parameter space. This boundary accounts for regions reproducible by star formation plus CR ionization. Furthermore, this thesis assesses the impact of CRs on the ionization of gas clouds by coupling spatially matched optical (VLT/MUSE) and mid-infrared (MIR, JWST/MIRI) spectroscopy with Cloudy modeling for NGC 5728. In the MIR, CRs enhance low-ionization emission lines, for example [Ne II] and [Ar II], while classical high-ionization transitions, for example [Ne V], [Ar V], and [O IV], remain predominantly governed by AGN photoionization. In NGC 5728, the joint optical and MIR analysis yields emission-line ratios consistent with elevated CR ionization rates especially in jet-impacted regions. Building on these results, the thesis advances a set of MIR and hybrid optical-MIR diagnostic diagrams that isolate the CR contribution. In particular, ratios constructed from low-ionization lines shift coherently with increasing CR ionization rate and thus act as practical tracers of CR ionization, whereas high-ionization transitions remain largely governed by AGN photoionization and continue to trace the hardness of the radiation field. Moreover, hybrid optical-MIR diagnostic diagrams can help disentangle the relative roles of CRs and shocks under specific physical conditions, namely across a wide range of CR ionization rates, low to moderate gas densities, and fixed metallicity. In this regime, although both mechanisms tend to enhance the [O I]/Halpha ratio, the inclusion of MIR line ratios reveals distinct trends, acting in a complementary manner to alleviate the associated degeneracies. Overall, the thesis introduces CR-aware optical and MIR diagnostics, including a revised maximum-starburst boundary applicable in environments where CRs are present. Together, the spatially resolved observations and Cloudy grids establish CRs, powered by AGN jets and supernovae, as a feedback channel that must be included when interpreting gas-cloud emission. Neglecting CR ionization can lead to misclassification of excitation mechanisms and biased estimates of fundamental parameters; the developed framework offers a path to recognize and quantify CR feedback in galaxies
Μελέτη των παραγόντων της μικροκυκλοφορίας σε σχεση με τις παραμέτρους της καρδιοαναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης
Η χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από αδυναμία της καρδιάς να καλύψει τις μεταβολικές ανάγκες των ιστών, με αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων όπως δύσπνοια, κόπωση και περιορισμό στην άσκηση. Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα έχει εστιάσει όχι μόνο στη δυσλειτουργία της καρδιακής αντλίας, αλλά και στη σημασία της μικροκυκλοφορίας και της περιφερικής λειτουργίας. Η παρούσα διατριβή διερευνά τη σχέση μεταξύ της περιφερικής μικροκυκλοφορίας, όπως αυτή αξιολογείται με τη μέθοδο φασματοσκοπίας του εγγύς υπερύθρου (NIRS), και των παραμέτρων της καρδιοαναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης (CPET) σε ασθενείς με ΧΚΑ. Στόχος ήταν η ανάδειξη συσχετίσεων μεταξύ ιστικής οξυγόνωσης και ανοχής στην άσκηση, με προοπτική την πρόβλεψη της λειτουργικής κατάστασης και την εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση. Η αξιολόγηση της μικροκυκλοφορίας πραγματοποιήθηκε μη επεμβατικά με τη χρήση του ιστικού οξύμετρου NIRS και την τεχνική ίσχαιμης περίδεσης με αποκλεισμό της βραγχιονίου αρτηρίας (NIRS-VOT).Αρχικά, συμπεριελήφθησαν 55 ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ΧΚΑ και 12 υγιείς μάρτυρες. Από τους ασθενείς με ΧΚΑ, οι 25 ήταν σε σταθερή ΧΚΑ ήπιας-μέτριας βαρύτητας και 30 πληρούσαν κριτήρια ΧΚΑ τελικού σταδίου (ΤΣΧΚΑ) μη ανταποκρινόμενης στην καθιερωμένη από του στόματος φαρμακευτική αγωγή. Κατόπιν, η υποομάδα ΤΣΧΚΑ κατανεμήθηκε σε τρεις θεραπευτικούς βραχίονες: ασθενείς υπό εβδομαδιαία εξάωρη ενδοφλέβια χορήγηση (i) μόνο δοβουταμίνης, (ii) μόνο λεβοσιμενδάνης, (iii) ή συνδυασμό και των δυο ινοτρόπων. Πέντε ασθενείς ΤΣΧΚΑ έλαβαν έγχυση με φυσιολογικό ορό αντί ινοτρόπου (Placebo group) χωρίς να το γνωρίζει η ερευνητική ομάδα ή ο ασθενής. Τέλος, συμπεριλήφθηκε μια ομάδα 12 υγιών ατόμων, οι οποίοι συμμετείχαν μόνο στη μη επεμβατική αξιολόγηση της περιφερικής μικροκλοφορίας με τη μέθοδο NIRS. Οι ασθενείς με ΧΚΑ παρουσίαζαν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα StO2 ηρεμίας και ρυθμό κατανάλωσης οξυγόνου κατά την περίοδο ισχαιμίας συγκριτικά με τους υγιείς μάρτυρες. Μάλιστα, οι μετρήσεις NIRS ήταν ανάλογες του βαθμού βαρύτητας της ΧΚΑ γεγονός το οποίο ισχυροποιεί την υπόθεση ότι το σύνδρομο ΧΚΑ έχει συσσωρευτική επίδραση στην περιφερική μικροκυκλοφορία των σκελετικών μυών. Ομοίως, ο ρυθμός επαναιμάτωσης διέφερε στατιστικά σημαντικά ανάμεσα σε ασθενείς με ήπιας-μέτριας βαρύτητας ΧΚΑ, ΤΣΧΚΑ και υγιείς. Στην υποομάδα των ασθενών με ΤΣΧΚΑ το StO2, ο ρυθμός κατανάλωσης οξυγόνου και ο ρυθμός επαναιμάτωσης παρουσίασαν αύξηση μετά από εξάωρη έγχυση ινοτρόπων σε αντίθεση με το placebo group όπου δεν παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη μεταβολή. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης το StO2 και ο ρυθμός επαναιμάτωσης έφτασαν στα φυσιολογικά επίπεδα των υγιών. Αν και ο ρυθμός κατανάλωσης του οξυγόνου αυξήθηκε, τελικά παρέμεινε σε σημαντικά κατώτερο επίπεδο συγκριτικά με τους υγιείς.Κατόπιν, μελετήθηκαν 25 ασθενείς με ΧΚΑ που συμμετείχαν σε πρόγραμμα αποκατάστασης διάρκειας 12 εβδομάδων. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα παρέμβασης και στην ομάδα ελέγχου. Η ομάδα παρέμβασης ολοκλήρωσε συνδυαστικό πρόγραμμα αερόβιας άσκησης (ΑΕΤ), άσκησης με αντιστάσεις (RT) και άσκησης των εισπνευστικών μυών (IMT). Αντίστοιχα η ομάδα ελέγχου έλαβε Sham-IMT/AET/RT. Μελετήθηκαν παράμετροι της αναπνευστικής λειτουργικής ικανότητας, καρδιακής λειτουργίας με υπερηχοκαρδιογραφία, η καρδιοαναπνευστική ανταπόκριση κατά την άσκηση με CPET, παράμετροι μικροκυκλοφορίας, αντοχής και ενδυνάμωσης τόσο των αναπνευστικών μυών όσο και των περιφερικών σκελετικών μυών.Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων έδειξε ότι η εκπαίδευση των αναπνευστικών μυών είχε θετική επίδραση στις παραμέτρους της μικροκυκλοφορίας. Συγκεκριμένα, ο ρυθμός επαναιμάτωσης αυξήθηκε στην ομάδα παρέμβασης, ενώ δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην ομάδα ελέγχου. Αυτή η αύξηση του ρυθμού επαναιμάτωσης στην ομάδα πρέμβασης ήταν στατιστικά σημαντική σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Αντίθετα, οι δείκτες ιστικής οξυμέτρίας κατά την ηρεμία (StO2) και ρυθμού κατανάλωσης του ιστικού οξυγόνου (OCR) δεν έδειξαν βελτίωση ούτε εντός των ομάδων ούτε μεταξύ των δύο ομάδων. Και οι δύο ομάδες έδειξαν τάση για βελτίωσης της καρδιοαναπνευστικής τους ικανότητας, του LVEF, της δύναμης και της αντοχής των περιφερικών μυών. Ωστόσο, η ομάδα παρέμβασης είχε καλύτερη ανταπόκριση στο ρυθμό ανάκτησης της καρδιακής συχνότητας κατά το 1ο λεπτό μετά την άσκηση καθώς και στις αναπνευστικές λειτουργίες.Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ομάδες συμμετεχόντων ήταν συγκρίσιμες στην αρχή, η αλλαγή του RR και συνεπώς, οι ενδοθηλιακές προσαρμογές, μπορούν να αποδοθούν στο σωρευτικό αποτέλεσμα της IMT. Σύμφωνα τη διαθέσιμη βιβλιογραφία, πρόκειται για την πρώτη παρεμβατική μελέτη που δικαιολογεί τα οφέλη της προσθήκης IMT σε ένα τυπικό πρόγραμμα αποκατάστασης με συνδυαστική άσκηση (AET/RT), μέσω των αλλαγών που επιφέρει στη λειτουργία του ενδοθηλίου και αξιολογήθηκαν με την τεχνική NIRS. Η αναπνευστική εκγύμναση φαίνεται να προκαλεί συστηματικές ενδοθηλιακές προσαρμογές, ακόμα και σε μη ασκούμενους μύες.Η περιφερική μικροκυκλοφορία και η ενδοθηλιακή λειτουργία αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στη ΧΚΑ, επηρεάζοντας τη λειτουργική ικανότητα και την πρόγνωση. Ενώ το StO2 αντιπροσωπεύει τον κορεσμό οξυγόνου ιστού κατά την ηρεμία, η απόφραξη της φλεβικής και αρτηριακής αιμάτωσης διευκολύνει την αξιολόγηση της αποκατάστασης του O2 του ιστού και της μικροαγγειακής ανταπόκρισης σε πραγματικό χρόνο. Επομένως, ο ρυθμός με τον οποίο ο περιφεριακός ιστός μπορεί να ανακτήσει την ικανότητά του για εξαγωγή οξυγόνου εξαρτάται από την ακεραιότητα και τη λειτουργικότητα του ενδοθηλίου. Η αξιολόγηση με NIRS μπορεί να λειτουργήσει ως μη επεμβατικός βιοδείκτης για τη διαστρωμάτωση και την παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης είτε αυτή αφορά σε φαρμακευτική άσκηση μέσω ινότροπων παραγόντων είτε μέσω συνδυαστικών προγραμμάτων αποκατάστασης.Chronic heart failure is a complex, multifactorial syndrome characterized by the inability of the heart to meet the metabolic needs of the tissues, resulting in symptoms such as dyspnea, fatigue, and exercise intolerance. In recent years, research has focused not only on the dysfunction of the cardiac pump, but also on the significance of microcirculation and peripheral function. This dissertation investigates the relationship between peripheral microcirculation, as assessed by near-infrared spectroscopy (NIRS), and the parameters of cardiopulmonary exercise testing (CPET) in patients with chronic heart failure (CHF). The aim was to highlight correlations between tissue oxygenation and exercise tolerance, with the prospect of predicting functional status and enabling a personalized therapeutic approach. Microcirculation was evaluated non-invasively using the NIRS tissue oximeter and the vascular occlusion technique with brachial artery blockade (NIRS-VOT). The dissertation consists of two phases: At first, 55 patients with chronic heart failure and 12 healthy controls were included. Of the CHF patients, 25 had stable, mild-to-moderate CHF, and 30 met criteria for end-stage CHF (ESCHF) that was unresponsive to standard oral medical therapy. Subsequently, the ESCHF subgroup was divided into three therapeutic arms: patients receiving weekly six-hour intravenous infusions of (i) dobutamine alone, (ii) levosimendan alone, or (iii) a combination of both inotropes. Five ESCHF patients received an infusion of normal saline instead of inotropes (placebo group), without the research team or the patient knowing. Finally, a group of 12 healthy individuals was included, who participated only in the non-invasive assessment of peripheral microcirculation using the NIRS method. Patients with CHF showed statistically significantly lower resting StO₂ levels and oxygen consumption rates during the ischemic period compared to healthy controls. Moreover, NIRS measurements were proportional to the severity of CHF, reinforcing the hypothesis that the CHF syndrome has a cumulative effect on the peripheral microcirculation of skeletal muscles. Similarly, the reperfusion rate differed significantly among patients with mild-to-moderate CHF, ESCHF, and healthy controls. In the ESCHF subgroup, StO₂, oxygen consumption rate, and reperfusion rate increased after a six-hour infusion of inotropes, in contrast to the placebo group, where no significant change was observed. Notably, after completion of the infusion, StO₂ and reperfusion rate reached the normal levels of healthy individuals. Although the oxygen consumption rate increased, it remained significantly lower compared to healthy controls. In the second phase, 25 patients with CHF participated in a 12-week rehabilitation program. Patients were randomized into an intervention group and a control group. The intervention group completed a combined program of aerobic exercise (AET), resistance training (RT), and inspiratory muscle training (IMT). The control group received Sham-IMT/AET/RT. Parameters of respiratory functional capacity, cardiac function by echocardiography, cardiopulmonary response during exercise by CPET, microcirculation parameters, endurance, and strength of both respiratory and peripheral skeletal muscles were studied. Statistical analysis showed that inspiratory muscle training had a positive effect on microcirculation parameters. Specifically, the reperfusion rate increased in the intervention group, while no significant difference was observed in the control group. Such increase in reperfusion rate in the intervention group was statistically significant compared to the control group. In contrast, tissue oximetry indices at rest (StO₂) and tissue oxygen consumption rate (OCR) did not show improvement either within or between the two groups. Both groups similarly improved their cardiopulmonary capacity, left ventricular ejection fraction, and peripheral muscle strength and endurance. However, the intervention group had a better response in heart rate recovery during the first minute after exercise and in respiratory functions. Given that the participant groups were comparable at baseline, the change in RR and thus the endothelial adaptations can be attributed to the cumulative effect of IMT. According to the available literature, this is the first interventional study to justify the benefits of adding IMT to a standard rehabilitation program with combined exercise (AET/RT), through the changes it induces in endothelial function as assessed by the NIRS technique. Inspiratory muscle training appears to induce systemic endothelial adaptations, even in non-exercising muscles. Peripheral microcirculation and endothelial function are important factors in CHF, affecting functional capacity and prognosis. While StO₂ represents tissue oxygen saturation at rest, the occlusion of venous and arterial blood flow facilitates the assessment of tissue O₂ recovery and microvascular response in real time. Therefore, the rate at which peripheral tissue can regain its ability to extract oxygen depends on the integrity and functionality of the endothelium. Assessment with NIRS can serve as a non-invasive biomarker for stratification and monitoring of therapeutic response, whether this involves pharmacological intervention with inotropic agents or combined rehabilitation programs
HEALTH LITERACY LEVELS IN TEACHERS: A LITERATURE REVIEW
Health literacy levels among teachers are notably low, posing potential challenges in effectively transferring relevant health knowledge to students. Teachers play a pivotal role not only in imparting academic education but also in promoting health and well-being among students. However, if teachers themselves lack adequate health literacy skills, they may struggle to understand and convey essential health information accurately. This gap in health literacy could hinder their ability to address students' health-related questions, concerns, and needs effectively, ultimately impacting students' comprehension and adoption of healthy behaviors. The significance of teachers' health literacy extends beyond the classroom. Teachers serve as role models for students,influencing their attitudes, beliefs, and behaviors towards health. When teachers possess high health literacy, they are better equipped to model healthy habits, provide accurate information, and create supportive environments that foster students' overall well-being. Conversely, low health literacy among teachers may perpetuate misconceptions, misinformation, and unhealthy practices, inadvertently contributing to the spread of health-related myths or misinformation among students. Furthermore, the review study underlines the need to investigate the health literacy of teachers, particularly in the context of the COVID-19 pandemic. While existing research has examined health literacy levels in the general population during the pandemic, no relevant studies have specifically focused on teachers. Given the unique roles and responsibilities of teachers in disseminating health information and promoting preventive measures among students, understanding their level of health literacy during and after the COVID-19 is paramount. By assessing teachers' health literacy levels, identifying areas of weakness, and providing targeted interventions or support, educators can be better equipped to navigate the complexities of the crisis and fulfill their crucial role in promoting health and safety within schools and communities
Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της διαταραχής ηλεκτρονικού παιχνιδιού και του επικίνδυνου παιχνιδιού ως προς την εμφάνιση συμπτωμάτων αϋπνίας και τη μειωμένη απόδοση σε σχολικές δραστηριότητες σε εφήβους 12 – 18 ετών. Μια συγχρονική μελέτη
Εισαγωγή: Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια αποτελούν ένα δημοφιλές μέσο ψυχαγωγίας για τους εφήβους και πηγή ενδιαφέροντος για τον κλάδο της Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων. Η αυξημένη χρήση τους σχετίζεται με την παρουσία δυσλειτουργικών συμπεριφορών οποίες μπορεί να σχετίζονται άμεσα με διαταραχές ύπνου και με χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις. Σκοπός: Είναι η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της διαταραχής χρήσης ηλεκτρονικού παιχνιδιού και του επικίνδυνου παιχνιδιού ως προς την εμφάνιση συμπτωμάτων αϋπνίας και τη μειωμένη απόδοση σε σχολικές δραστηριότητες, σε εφήβους 12 – 18 ετών. Μέθοδος: Πρόκειται για μια συγχρονική μελέτη. Διεξήχθη σε Γυμνάσια και Λύκεια. Συμμετείχαν 153 έφηβοι με μέσο όρο ηλικίας τα 14,8 έτη. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία: Η Κλίμακα Αϋπνίας Αθηνών, Athens Insomnia Scale – AIS, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα για τον ύπνο των εφήβων, το ερωτηματολόγιο Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου, Problematic Internet Use Questionnaire Short Form 6 (PIUQ – SF6), για την αξιολόγηση της προβληματικής χρήσης του διαδικτύου και η Κλίμακα Διαταραχής Ηλεκτρονικών Παιχνιδιών, Internet Gaming Disorder Scale Short Form 9 (IGD – SF-9) για την αξιολόγηση της διαταραχής ηλεκτρονικού παιχνιδιού. Τέλος, χρησιμοποιήθηκε ένα αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο για τη συλλογή των κοινωνικοδημογραφικών στοιχείων. Αποτελέσματα: Ο Μέσος Όρος Αϋπνίας ήταν M = 6.6 (SD = 4.3), Διαταραχής Χρήσης Ηλεκτρονικών Παιχνιδιών M = 15.2 (SD = 6.4) και Προβληματικής Χρήσης M= 14.3 (SD = 5.3). Η σύγκριση μεταξύ των ομάδων ως προς την Προβληματική Χρήση Ηλεκτρονικού Παιχνιδιού προέβλεψε χαμηλή Ακαδημαϊκή Επίδοση (Kruskal – Wallis H = 56.76, p < 0.001). Σχετικά με τις αναλύσεις παλινδρόμησης, έφηβοι με Διαταραχή Ηλεκτρονικού Παιχνιδιού εμφάνισαν υψηλά ποσοστά Αϋπνίας (R2 = 0.191, p = 0.001). Το Επικίνδυνο Παιχνίδι προέβλεψε χαμηλό ποσοστό Αϋπνίας (R2 = 0.057, p = 0.033) ενώ ο βαθμός Αϋπνίας αποτέλεσε στατιστικά σημαντικό δείκτη για την πρόβλεψη της Ακαδημαϊκής Επίδοσης, τόσο στη σύγκριση της «Καλής» έναντι της «Κακής» (B= 0.48, OR= 1.61, 95% CL [1.367, 1.904], p < 0.001 όσο και στη σύγκριση της «Μέτριας» έναντι της «Καλής» Επίδοσης (B = 0.24, OR = 1.28, 95% CL [1.123, 1.449], p < 0.001). Συμπεράσματα: Τα ευρήματα δηλώνουν αυξημένη σχέση μεταξύ των εξεταζόμενων μεταβλητών υπογραμμίζοντας την ανάγκη έγκαιρης πρόληψης και παρέμβασης για τη μείωση των επιπτώσεων στην υγεία και την ακαδημαϊκή απόδοση των εφήβων.Introduction: Video games constitute a popular form of entertainment for adolescents and represent an important area of interest in the field of Child and Adolescent Mental Health. Increased gaming has been associated with the presence of dysfunctional behaviors, which may be directly related both to sleep disturbances and lower academic performance. Aim: The aim of this study is to investigate the relationship between Internet Gaming Disorder and Hazardous gaming behaviors in relation to the occurrence of insomnia symptoms and reduced academic performance in adolescents aged 12–18 years. Method: This is a cross-sectional study conducted in high schools and Lyceums. A total of 153 adolescents participated, with a mean age of 14.8 years. Data were collected using the following instruments: the Athens Insomnia Scale (AIS) to assess adolescent sleep patterns, the Problematic Internet Use Questionnaire – Short Form 6 (PIUQ – SF6) to evaluate problematic Internet use, and the Internet Gaming Disorder Scale – Short Form 9 (IGD – SF-9) to assess Internet Gaming Disorder. Additionally, a self-developed questionnaire was used to collect sociodemographic information. Results: The mean score for Insomnia was M = 6.6 (SD = 4.3), for Internet Gaming Disorder M = 15.2 (SD = 6.4), and for Problematic Internet Use M = 14.3 (SD = 5.3). Group comparisons regarding Problematic Video Game Use predicted low academic performance (Kruskal–Wallis H = 56.76, p < .001). Regarding the regression analyses, adolescents with Internet Gaming Disorder exhibited higher levels of insomnia (R² = .191, p = .001). Risky gaming predicted lower levels of insomnia (R² = .057, p = .033). Furthermore, insomnia severity was a statistically significant predictor of academic performance both when comparing “Good” versus “Poor” performance (B = 0.48, OR = 1.61, 95% CI [1.367, 1.904], p < .001) and “Moderate” versus “Good” performance (B = 0.24, OR = 1.28, 95% CI [1.123, 1.449], p < .001). Conclusions: The findings indicate a significant association among the examined variables, highlighting the need for early prevention and intervention to reduce the impact on adolescent health and academic achievement