National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Η κρίση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού: Συγκλίσεις και συγκρούσεις με την εθνική ταυτότητα

    No full text
    Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στη σχέση μεταξύ ευρωπαϊκής και εθνικής ταυτότητας στο πλαίσιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτείας, σε μια περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων που υπονομεύουν τα ευρωπαϊκά κεκτημένα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά ένα πρωτόγνωρο υπερεθνικό εγχείρημα το οποίο αξίζει να μελετηθεί καθώς εξελίσσεται συνεχώς και δεν περιορίστηκε στην οικονομική συνεργασία των κρατών μελών, αλλά επεκτάθηκε σταδιακά σε πεδία πολιτικής επιχειρώντας να θεμελιωθεί σε ένα κοινό σύστημα αξιών, αρχών και δικαιωμάτων. Η οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας ικανής να συμβιώσει με τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες των κρατών μελών αναδεικνύεται ως ζήτημα μείζονος σημασίας για τη συνοχή, τη συνεργασία και τη νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το παρόν έργο διερευνά την κρίση της ευρωπαϊκής ταυτότητας υπό το πρίσμα της πολιτειακής συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ανόδου του ευρωσκεπτικισμού, ενώ παράλληλα εξετάζει τον ρόλο των θεσμών, του ευρωπαϊκού δήμου και των κοινών αξιών στη διαμόρφωση ενός κοινού πολιτικού χώρου.This paper focuses on the relationship between European and national identity within the framework of the contemporary European polity, at a time of successive crises that undermine european achievements. The European Union constitutes an unprecedented supranational project worthy of study, as it continues to evolve and has not been limited to economic cooperation among its Member States, but has gradually expanded into various policy areas, seeking to be grounded in a common system of values, principles, and rights. The construction of a european identity capable of coexisting with the diverse national identities of the Member States emerges as an issue of major importance for the cohesion, cooperation, and legitimacy of the European Union. This study explores the crisis of european identity through the lens of the EU’s constitutional and political development and the rise of euroscepticism, while also examining the role of institutions, the european demos, and shared values in shaping a common political space

    Χαρτογράφηση της νοσηρότητας της Οζώδους Σκλήρυνσης στην Ελλάδα. Κλινικά, απεικονιστικά και γενετικά δεδομένα

    No full text
    ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η οζώδης σκλήρυνση (ΟΣ) αποτελεί σπάνιο νευροδερματικό νόσημα με ποικίλες εκδηλώσεις που τυπικά παρουσιάζονται νωρίς, στην παιδική ηλικία. ΣΚΟΠΟΣ: Η περιγραφή των χαρακτηριστικών των ασθενών με ΟΣ στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανόμενης της κλινικής εικόνας, των νευροαπεικονιστικών ευρημάτων και των γενετικών πληροφοριών. Ιδιαίτερη αναφορά και ανασκόπηση γίνεται στις σπάνιες εκδηλώσεις. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Μια ομάδα 115 ασθενών συγκεντρώθηκε από παιδονευρολόγους και άλλες ειδικότητες (νεφρολόγοι, γενετιστές) σε όλη την Ελλάδα. Οι ασθενείς ή/και οι κηδεμόνες παρείχαν πληροφορίες για το ιστορικό, τα κλινικά χαρακτηριστικά και την τρέχουσα κατάσταση. Αναλύθηκαν οι σπάνιες εκδηλώσεις ως προς την ηλικία εμφάνισης και την αντιμετώπιση, ενώ μελετήθηκε η συσχέτιση γονότυπου-φαινότυπου, σχετικά με τα γονίδια TSC1 και TSC2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η ανάλυση συμπεριέλαβε 115 ασθενείς με ΟΣ, 60 άνδρες και 55 γυναίκες. Διάμεση ηλικία κατά την εμφάνιση των συμπτωμάτων ήταν τα 0.8 έτη (0-15) και κατά τη διάγνωση τα 1.2 έτη (0-43 έτη). Κύριο σύμπτωμα εμφάνισης ήταν οι σπασμοί (70.4%), με τους 104 ασθενείς (90.4%) τελικά να παρουσιάσουν επιληψία, με διάμεση ηλικία εμφάνισης τα 0.9 έτη (0.04-15). Διεξήχθη γενετικός έλεγχος σε 66 ασθενείς, αποκαλύπτοντας 16 με παραλλαγές στο TSC1 γονίδιο (13.9%), 46 στο TSC2 γονίδιο (40%) και τέσσερα αρνητικά αποτελέσματα (3.5%). Η αναλογία TSC1:TSC2 ήταν 1:2.87. Εγκεφαλικές βλάβες παρατηρήθηκαν σε 112 ασθενείς, περιλαμβάνοντας φλοιώδεις όζους (CT) (93.9%), υποεπενδυματικά οζίδια (SEN) (92.2%), υποεπενδυματικό γιγαντοκυτταρικό αστροκύττωμα (SEGA) (20%), μεταναστευτικές γραμμές (15.7%), ατροφία της παρεγκεφαλίδας (2.6%) και δυσπλασία Chiari I (1.7%). Νοητική υστέρηση παρατηρήθηκε σε 57 ασθενείς (49.6%) και ταξινομήθηκε ως ήπια σε 9 (7.8%), μέτρια σε 18 (15.7%), σοβαρή σε 9 (7.8%) και βαριά σε 21 ασθενείς (18.3%). Διαταραχή του φάσματος του αυτισμού (ΔΑΦ) εντοπίστηκε στο 22.6% των ασθενών, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) στο 9.6% και προβλήματα συμπεριφοράς αναφέρθηκαν στο 20.9%. Εκδηλώσεις από τα νεφρά είχαν 68 ασθενείς. Το δέρμα συμμετείχε σε όλους τους ασθενείς, περιλαμβάνοντας υπομελανωματικές κηλίδες (97.4%), αγγειοϊνώματα (39.1%), βλάβες τύπου κομφετί (14.8%), πλάκες shagreen (27.8%), ονύχια ινώματα (13%) και πολίωση (1.7%). Οδοντικές εκδηλώσεις παρατηρήθηκαν σε 7 ασθενείς. Καρδιακή συμμετοχή με ραβδομυώματα και αρρυθμίες παρατηρήθηκε σε 39 ασθενείς (34%) από τους 114 που εξετάστηκαν. Οφθαλμολογικές εκδηλώσεις παρατηρήθηκαν σε 20 ασθενείς. Πνευμονολογικός έλεγχος πραγματοποιήθηκε σε 11 από τους 46 ενήλικες ασθενείς, αντιπροσωπεύοντας το 24% της ενήλικης ομάδας. Τέλος, αναφέρουμε αρκετές σπάνιες εκδηλώσεις, όπως γλοίωμα υψηλού βαθμού, διάχυτη λιπωμάτωση, νευροενδοκρινείς όγκους του παγκρέατος, ορθικούς πολύποδες και οζώδες ερύθημα που παρουσιάστηκε σε ασθενή που ελάμβανε εβερόλιμους, υπογραμμίζοντας περαιτέρω την συστημική πολυπλοκότητα και τους κινδύνους κακοήθειας στην οζώδη σκλήρυνση. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα χαρακτηριστικά και οι εκδηλώσεις των ασθενών με ΟΣ στην Ελλάδα συμφωνούν με τα υπάρχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα, με ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σπάνιων εκδηλώσεων όπως το γλοίωμα υψηλού βαθμού και η διάχυτη λιπωμάτωση σε νεαρή ηλικία. Οι σπάνιες εκδηλώσεις και οι σχετιζόμενες κακοήθειες απαιτούν διαρκή έλεγχο καθ' όλη τη διάρκεια ζωής, καλύπτοντας τα όργανα που ενδέχεται να επηρεαστούν, με στόχο τη μείωση του κινδύνου επιπλοκών και την έγκαιρη ιατρική παρέμβαση.Introduction: Tuberous Sclerosis (TS) is a rare neurocutaneous disorder with diverse manifestations that typically present early in childhood. Objective: To describe the characteristics of patients with TS in Greece, including clinical presentation, neuroimaging findings, and genetic information, with a particular focus on rare manifestations. Methodology: A group of 115 patients was gathered from pediatric neurologists and other specialists (nephrologists, geneticists) across Greece. Patients and/or their guardians provided information on medical history, clinical characteristics, and current status. Rare manifestations were analysed with respect to age of onset and management, and genotype-phenotype correlation for the TSC1 and TSC2 genes was studied. Results: The analysis included 115 TS patients, 60 males and 55 females. Median age at symptom onset was 0.8 years (range 0-15), and at diagnosis 1.2 years (range 0-43). The main presenting symptom was seizures (70.4%), with 104 patients (90.4%) eventually developing epilepsy, with a median age of onset at 0.9 years (range 0.04-15). Genetic testing was conducted on 66 patients, revealing 16 with TSC1 gene variants (13.9%), 46 with TSC2 variants (40%), and four negative results (3.5%). The TSC1:TSC2 ratio was 1:2.87. Brain lesions were observed in 112 patients, including cortical tubers (CT) (93.9%), subependymal nodules (SEN) (92.2%), subependymal giant cell astrocytoma (SEGA) (20%), migratory lines (15.7%), cerebellar atrophy (2.6%), and Chiari I malformation (1.7%). Intellectual disability was noted in 57 patients (49.6%), with mild in 9 (7.8%), moderate in 18 (15.7%), severe in 9 (7.8%), and profound in 21 (18.3%). Autism spectrum disorder (ASD) was identified in 22.6% of patients, attention deficit hyperactivity disorder (ADHD) in 9.6%, and behavioral issues (BI) were reported in 20.9%. Renal manifestations were present in 68 patients (59.1%). Cutaneous involvement was observed in all patients, including hypomelanotic macules (97.4%), angiofibromas (39.1%), confetti lesions (14.8%), shagreen patches (27.8%), ungual fibromas (13%), and poliosis (1.7%). Dental manifestations were observed in 7 patients. Cardiac involvement with rhabdomyomas and arrhythmias was noted in 39 patients (34%) out of 114 examined. Eye manifestations were observed in 20 patients (17.4%). Pulmonary testing was performed in 11 of 46 adult patients (24% of the adult cohort). Finally, we report several rare manifestations, including high-grade glioma in a pediatric patient, diffuse lipomatosis, pancreatic neuroendocrine tumors, rectal polyps, and erythema nodosum presented in a patient on everolimus therapy, further highlighting the systemic complexity and malignancy risks in TS. Conclusions: The characteristics and manifestations of TS patients in Greece align with the existing literature, with interesting observations of rare manifestations, such as high-grade glioma and diffuse lipomatosis, at a young age. Rare manifestations and associated malignancies require ongoing lifelong monitoring of potentially affected organs to reduce the risk of complications and enable timely medical intervention

    Μελέτη επίδρασης αντιοξειδωτικών παραγόντων στη μη-αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος

    No full text
    Εισαγωγή: Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος (NAFLD – Non-alcoholic Fatty Liver Disease) αποτελεί σήμερα την πλέον διαδεδομένη χρόνια ηπατοπάθεια στις ανεπτυγμένες χώρες. Η συνεχής άνοδος της συχνότητας εμφάνισής της σχετίζεται άμεσα με τη δραματική αύξηση της παχυσαρκίας, του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και του μεταβολικού συνδρόμου. Η NAFLD περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ηπατικών βλαβών, ξεκινώντας από την απλή εναπόθεση λίπους στα ηπατοκύτταρα (στεάτωση), μέχρι και πιο προχωρημένα στάδια, όπως είναι η στεατοηπατίτιδα (NASH), η οποία μπορεί να οδηγήσει σε προοδευτική ηπατική ίνωση, κίρρωση ή ακόμα και ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Η αιτιοπαθογένεια της νόσου είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει διαταραχές στην ευαισθησία στην ινσουλίνη, ενίσχυση του οξειδωτικού στρες και ενεργοποίηση φλεγμονωδών μηχανισμών. Η παρούσα εργασία αποσκοπεί στην ανάλυση των επιδράσεων δύο φυσικών φυτοχημικών ενώσεων, της κροκετίνης και της κερκετίνης, στο πλαίσιο της NAFLD. Ειδικότερος στόχος είναι η αξιολόγηση της ικανότητάς τους να περιορίζουν την πρόοδο της στεατοηπατίτιδας και να επιδρούν θετικά στο σκορ δραστηριότητας της νόσου (NAFLD Activity Score - NAS). Παράλληλα, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι ενώσεις αυτές επηρεάζουν την έκφραση βασικών μορίων που σχετίζονται με τη διαδικασία της αυτοφαγίας, χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως η ανοσοϊστοχημεία και η μέθοδος Western blot. Μέθοδοι: Η πειραματική διαδικασία περιέλαβε 71 αρσενικά ποντίκια τύπου C57BL/6J (wild type), τα οποία εκτέθηκαν σε διατροφή πλούσια σε λιπαρά (High Fat Diet – HFD) για χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων, με σκοπό την πρόκληση μη αλκοολικής λιπώδους νόσου του ήπατος (NAFLD). Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου πρόκλησης, τα ζώα κατανεμήθηκαν τυχαία σε έξι πειραματικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα (Baseline, n=11) υπεβλήθη σε ευθανασία στο τέλος των 12 εβδομάδων, προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάσταση των ηπατικών ιστών πριν από οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση. Τα υπόλοιπα ζώα συνέχισαν να σιτίζονται με την HFD για τέσσερις επιπλέον εβδομάδες, κατά τις οποίες χορηγήθηκαν διαφορετικές παρεμβάσεις: 1) ομάδα ελέγχου με χορήγηση ύδατος (Control, n=12), 2) CRO σε δόση 30 mg/kg (CRO1, n=12), 3) CRO σε αυξημένη δόση 90 mg/kg (CRO2, n=12), 4) QUE-HP-β-CD στα 50 mg/kg (QUE, n=12), 5) μόνο HP-β-CD στη δόση των 46,67 mg/kg (HP-β-CD, n=12). Μετά το πέρας των θεραπειών, πραγματοποιήθηκε ιστολογική αξιολόγηση των ηπατικών ιστών με σκοπό τη βαθμολόγηση του NAFLD Activity Score (NAS). Επιπλέον, εφαρμόστηκαν τεχνικές ανοσοϊστοχημείας και Western blot για την ανίχνευση και ποσοτική εκτίμηση της έκφρασης βασικών δεικτών που σχετίζονται με τη διαδικασία της αυτοφαγίας, όπως οι Beclin1, LCA, SQSTM1, PLIN3 και CD36. Αποτελέσματα: Η θεραπεία με χαμηλή δόση κροκετίνης μείωσε το NAS από 5.83±1.26 σε 4.75 ±1.65 ενώ με υψηλή δόση σε 5.42±1.16. Η επίπτωση της στεοτοηπατίτιδας μειώθηκε από 83.3% στην control ομάδα σε 33.3% στην ομάδα χαμηλής δόσης και σε 41.67% στην ομάδα υψηλής δόσης κροκετίνης. Η θεραπεία με κερκετίνη μείωσε επίσης το NAS σε 5.17±1.26, ενώ η επίπτωση της στεατοηπατίτιδας μειώθηκε σημαντικά στο 41.67%. Η έκφραση της LC3A ήταν ιδιαίτερα αυξημένη στην ομάδα Baseline, σε ποσοστό 100% με ισχυρή έκφραση. Αντιθέτως, στην ομάδα Control, το ποσοστό μειώθηκε δραστικά στο 16.66%. Η πρωτεΐνη SQSTM1 εμφάνισε πολύ υψηλό ποσοστό ισχυρής έκφρασης στην ομάδα Baseline (90.9%), Οι ομάδες CRO2 (75%) και CRO1 (58.33%) παρουσίασαν αποκατάσταση της έκφρασης σε σημαντικό βαθμό. Η έκφραση της Beclin1 παρέμεινε υψηλή σε όλες τις ομάδες. Στην ομάδα Baseline, παρατηρήθηκε ισχυρή έκφραση στο 63.63% των πειραματοζώων, ποσοστό αντίστοιχο με των ομάδων CRO2, CRO1, HP-β-CD και QUE (όλες στο 66.66%) και της Control (75%). Η έκφραση της PLIN3 διαφοροποιήθηκε αξιοσημείωτα. Στην Baseline, το 54.5% των ζώων παρουσίασε ισχυρή έκφραση. Η Control εμφάνισε χαμηλότερο ποσοστό (25%), ενώ η QUE παρουσίασε 58.33%, και οι CRO2 και HP-β-CD εμφάνισαν ισχυρή έκφραση (100%). Η έκφραση της CD36 διαφοροποιήθηκε σαφώς. Η ομάδα Baseline εμφάνισε 63.63% ισχυρή έκφραση, ενώ τα ποσοστά στις CRO2 και CRO1 ήταν σημαντικά χαμηλότερα (33.33%). Στην HP-β-CD ομάδα η έκφραση περιορίστηκε σε 8.33%, ενώ στην QUE ήταν 25%. Η ομάδα Control παρουσίασε 50% ισχυρή έκφραση. Οι ομάδες Baseline, Control και HP-β-CD, εμφάνισαν αυξημένη έκφραση LC3A-I στο SP κλάσμα σε σύγκριση με το P, ενώ η εκφραση της LC3B-II εμφάνισε υψηλή έκφραση στο P κλάσμα. Συμπέρασμα: Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η χορήγηση κροκετίνης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις, οδήγησε σε σημαντική μείωση της στεάτωσης, της ηπατικής φλεγμονής και της έκφρασης πρωτεϊνών-δεικτών διαταραγμένης αυτοφαγίας. Η κερκετίνη φάνηκε να συμβάλλει θετικά στην αποκατάσταση της αυτοφαγικής δραστηριότητας, χωρίς ωστόσο να φτάνει τα επίπεδα αποτελεσματικότητας της κροκετίνης. Η αξιολόγηση δεικτών όπως οι CD36 και PLIN3 ανέδειξε τη σημασία τους ως μοριακούς δείκτες λιπιδικής μεταφοράς και λιποστατικής λειτουργίας, αντίστοιχα. Συνολικά, η μελέτη υποστηρίζει ότι οι δύο ενώσεις παρουσιάζουν ηπατοπροστατευτική δράση, κυρίως μέσω ενίσχυσης της αυτοφαγίας και μείωσης της λιποτοξικότητας.Introduction: Non-alcoholic fatty liver disease (NAFLD) is currently the most prevalent form of chronic liver disease in developed countries. Its steadily increasing incidence is directly associated with the dramatic rise in obesity, type 2 diabetes mellitus, and metabolic syndrome. NAFLD encompasses a wide spectrum of liver pathologies, ranging from simple lipid accumulation in hepatocytes (steatosis) to more advanced stages such as non-alcoholic steatohepatitis (NASH), which may progress to hepatic fibrosis, cirrhosis, or even hepatocellular carcinoma. The pathogenesis of the disease is multifactorial and involves disturbances in insulin sensitivity, increased oxidative stress, and activation of inflammatory mechanisms. The present study aims to investigate the effects of two natural phytochemical compounds, crocetin and quercetin, within the context of NAFLD. The main objective is to assess their ability to attenuate the progression of steatohepatitis and positively influence the NAFLD Activity Score (NAS). In parallel, the study explores how these compounds affect the expression of key molecules involved in the process of autophagy, using techniques such as immunohistochemistry and Western blotting. Methods: The experimental protocol involved 71 male C57BL/6J (wild-type) mice, which were exposed to a high-fat diet (HFD) for 12 weeks to induce NAFLD. Following this period, the animals were randomly assigned into six experimental groups. The first group (Baseline, n=11) was euthanized at the end of the 12 weeks to assess hepatic tissue condition prior to any therapeutic intervention. The remaining animals continued on the HFD for an additional four weeks, during which they received one of the following interventions: 1. Control group receiving water (Control, n=12), 2. CRO at 30 mg/kg (CRO1, n=12), 3. CRO at 90 mg/kg (CRO2, n=12), 4. QUE-HP-β-CD at 50 mg/kg (QUE, n=12), 5. HP-β-CD alone at 46.67 mg/kg (HP-β-CD, n=12). At the end of the treatment period, histological assessment of liver tissues was performed to determine the NAFLD Activity Score (NAS). Additionally, immunohistochemistry and Western blot analysis were used to detect and quantify the expression of key autophagy-related markers such as Beclin1, LC3A, SQSTM1, PLIN3, and CD36. Results: Treatment with low-dose crocetin reduced the NAS from 5.83 ± 1.26 to 4.75 ± 1.65, while the high dose resulted in a score of 5.42 ± 1.16. The incidence of steatohepatitis decreased from 83.3% in the control group to 33.3% in the low-dose CRO group and 41.67% in the high-dose group. Quercetin treatment also reduced the NAS to 5.17 ± 1.26, with a significant reduction in steatohepatitis incidence to 41.67%. LC3A expression was markedly increased in the Baseline group, with 100% of animals showing strong expression. Conversely, this figure dropped significantly to 16.66% in the Control group. The SQSTM1 protein showed very high levels of strong expression in the Baseline group (90.9%), with notable recovery of expression in CRO2 (75%) and CRO1 (58.33%). Beclin1 expression remained consistently high across all groups: 63.63% in Baseline, and 66.66% in CRO2, CRO1, HP-β-CD, and QUE groups, while Control showed 75%. PLIN3 expression showed notable variability. In the Baseline group, 54.5% of animals exhibited strong expression. The Control group showed a lower rate (25%), while the QUE group exhibited 58.33%. Both CRO2 and HP-β-CD groups showed 100% strong expression. CD36 expression varied distinctly across groups. The Baseline group showed 63.63% strong expression, while CRO2 and CRO1 showed significantly lower levels (33.33%). The HP-β-CD group demonstrated only 8.33%, and the QUE group 25%. The Control group had 50% strong expression. Baseline, Control, and HP-β-CD groups exhibited elevated LC3A-I expression in the SP fraction compared to the P fraction, while LC3B-II showed high expression in the P fraction. Conclusion: The findings demonstrate that crocetin administration, particularly at higher doses, led to a significant reduction in hepatic steatosis, inflammation, and expression of autophagy-related proteins indicative of impaired function. Quercetin also contributed positively to the restoration of autophagic activity, although not to the same extent as crocetin. The evaluation of CD36 and PLIN3 emphasized their importance as molecular markers of fatty acid transport and lipid droplet dynamics, respectively. Overall, the study supports that both compounds exert hepatoprotective effects, primarily by enhancing autophagy and reducing lipotoxicity

    Effective and Efficient Entity Resolution: From Syntactic Similarity to Large Language Models

    No full text
    Η Αντιστοίχιση Οντοτήτων (ER) ορίζεται ως το πρόβλημα της ανίχνευσης εγγραφών από διαφορετικές πηγές που αναφέρονται στην ίδια οντότητα στον πραγματικό κόσμο. Σε πολλές εφαρμογές, οι οντότητες αποτελούνται από πεδία που περιέχουν κείμενο ή χαρακτηρίζονται από μία ενιαία περιγραφή που περιέχει όλα τα επιμέρους πεδία. Έπειτα, αξιοποιούν τεχνικές Επεξεργασίας Φυσικής Γλώσσας (NLP), όπως συναρτήσεις ομοιότητας ή Γλωσσικά Μοντέλα, για να εντοπίσουν πιθανές αντιστοιχίες. Η εξέλιξη του κλάδου στο NLP και, συγκεκριμένα, η εμφάνιση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη του ER, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από τις συντακτικές ομοιότητες σε βαθύτερες σημασιολογικές συσχετίσεις και στη γενίκευση των μεθόδων σε δεδομένα διαφορετικού αντικειμένου. Στη διατριβή αυτή μελετάμε σύγχρονες προκλήσεις του ER αξιοποιώντας μοντέρνες μεθόδους του NLP μέσα από τέσσερις συνεισφορές. Αρχικά, στο TokenJoin εισάγουμε μία νέα μέθοδο για αντιστοίχιση συνόλων βάσει ομοιότητας (set similarity join) με τη χρήση διμερών γράφων, προτείνοντας ελαφριά και αποτελεσματικά φίλτρα που βασίζονται σε tokens. Έπειτα, πραγματοποιούμε μια εκτενή πειραματική μελέτη Μικρών Προεκπαιδευμένων Γλωσσικών Μοντέλων (SLMs) σε διάφορα στάδια του ER, όπως το Blocking και το Matching, συγκρίνοντάς τα ως προς την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα, αλλά και εξετάζοντας διαστάσεις όπως η γενίκευση και η συμπληρωματικότητα των μοντέλων. Τρίτον, στο AvengER αξιοποιούμε Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) για ερωτήματα με πολλαπλούς υποψηφίους, τόσο σε μη επιβλεπόμενα σενάρια μέσω συνδυαστικού συμψηφισμού (ensemble voting) όσο και σε επιβλεπόμενα μέσω μετεκπαίδευσης (fine-tuning). Τέλος, μέσω του DistillER παρουσιάζουμε μια μέθοδο Μεταφοράς Γνώσης με LLMs, όπου μεγάλα μοντέλα λειτουργούν ως Δάσκαλοι για την εκπαίδευση μικρότερων και πιο αποδοτικών μοντέλων. Όλες οι μέθοδοί μας αξιολογήθηκαν σε πραγματικά δεδομένα και καθιερωμένα σύνολα αξιολόγησης (benchmarks), ώστε να διασφαλίζεται η συγκρισιμότητα με τις σύγχρονες μεθόδους. Για τη διαφάνεια και τη δυνατότητα αναπαραγωγής, ολόκληρος ο κώδικας, τα σύνολα δεδομένων και τα πειραματικά αποτελέσματα είναι δημόσια διαθέσιμα.Entity Resolution (ER) is the task of identifying and linking records that refer to the same real-world entity across different data sources. In many applications, entities include textual attributes or are entirely serialized into a single text field and utilize various Natural Language Processing (NLP) techniques—such as similarity functions or Language Models—to detect possible matches. The recent progress in NLP, and particularly the introduction of Large Language Models (LLMs), has significantly advanced the capabilities of ER systems, shifting the focus from surface-level syntactic similarity to deeper semantic reasoning and generalization across domains. This thesis addresses key challenges in Entity Resolution (ER) by leveraging modern NLP techniques, presenting four main contributions. First, TokenJoin introduces a novel method for set similarity joins using maximum weighted bipartite matching, suggesting lightweight and effective token-based filtering. Second, we conduct an in-depth experimental analysis of Small Pre-trained Language Models (SLMs) across multiple ER tasks, such as Blocking and Matching, comparing their effectiveness and efficiency, and examining aspects like generalization and model complementarity. Third, AvengER leverages Large Language Models (LLMs) on multi-candidate prompts in unsupervised settings via ensemble voting and in supervised settings via fine-tuning. Finally, DistillER presents a method for knowledge distillation with LLMs, transferring knowledge from large teacher models to smaller and efficient student models for scalable and cost-effective ER. All methods are evaluated on real-world datasets and established ER benchmarks to ensure comparability with state-of-the-art approaches and strong baselines. To promote transparency and reproducibility, all code, datasets, and experimental results are made publicly available

    Η αναπαράσταση της ψυχικής νόσου στον ελληνικό κινηματογράφο την περίοδο 1967-1974

    No full text
    Ο κινηματογράφος από τα πρώτα του βήματα γοητεύτηκε από τον κόσμο της Ψυχιατρικής και ακόρεστα άντλησε από αυτόν το κατάλληλο υλικό για μία εντυπωσιακή θεματολογία, συγκλονιστικά σενάρια και δραματική δράση. Ερευνητική φιλοδοξία της παρούσας διδακτορικής διατριβής υπήρξε αυτή ακριβώς: να αναζητήσει και να αναδείξει την αναπαράσταση της ψυχικής νόσου στον ελληνικό μυθοπλαστικό κινηματογράφο και, συγκεκριμένα, της χρονικής περιόδου 1967-1974. Η επιλογή της εξέτασης των ελληνικών ταινιών της περιόδου αυτής βασίζεται στην ιδιαιτερότητα της πολιτειακής κατάστασης της Ελλάδας, ενός καθεστώτος που εκτός των περιορισμών και της βίας, λογόκρινε την πολιτισμική παραγωγή του τόπου, αλλά και διαιώνισε την ασυλιακή ψυχιατρική και τον σχετικό νομοθετικό οπισθοδρομισμό σε μία εποχή που στις χώρες της Δύσης οι φωνές για ψυχιατρική μεταρρύθμιση πλήθαιναν. Ταυτόχρονα από κινηματογραφικής απόψεως, χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου υπήρξε το γεγονός της “ανατολής” του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, παράλληλα με την κυριαρχία του εμπορικού. Συνεπώς, το πρωτογενές κινηματογραφικό υλικό της επταετίας θεωρήθηκε ότι διέθετε αισθητική και θεματική ευρύτητα για την παρούσα έρευνα, ώστε να καταδείξει στο πλαίσιο ενός εθνικού κινηματογράφου τον δικό του “λόγο” για την ψυχική ασθένεια. Στον θεωρητικό άξονα της διατριβής, αρχικά, παρουσιάστηκε η σχέση του εμπορικού, κατά βάση, κινηματογράφου και της Ψυχιατρικής, με έμφαση στις σχετικές φιλμικές αναπαραστάσεις. Εν συνεχεία, διερευνήθηκε το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του καθεστώτος της χούντας στην πνευματική και καλλιτεχνική –κυρίως κινηματογραφική– παραγωγή της χώρας, και προσεγγίστηκε ο ελληνικός κινηματογράφος, όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά τα εξεταζόμενα έτη. Ακολούθησε μία ιστορική αναφορά στην Ψυχιατρική της χώρας κατά την εξεταζόμενη περίοδο με εστίαση στο τότε ισχύον νομικό πλαίσιο και την ιδρυματική ψυχιατρική περίθαλψη. Συνάμα μελετήθηκαν πρωτότυπα και στο σύνολό τους οι δημόσιοι λόγοι του δικτάτορα Παπαδόπουλου αναφορικά με τα πεδία της Ιατρικής και της ψυχικής υγείας –μελέτη περιεχομένου, που κατέδειξε έναν προπαγανδιστικό λόγο με πλήθος στοιχείων και μεταφορών από τον χώρο της Ιατρικής και της Ψυχολογίας, προς δικαιολόγηση των περιορισμών και της καταστολής που επιβλήθηκε. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα που ετέθησαν αφορούν στον τρόπο της φιλμικής αναπαράστασης του ψυχικά πάσχοντος, της ψυχικής νόσου, της αιτιοπαθογένειας, εκδήλωσης και θεραπείας της, των ειδικών ψυχικής υγείας, των κλινικών καθώς και στη διερεύνηση της σχέσης αυτών των αναπαραστάσεων με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της περιόδου. Από τις παραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου των εξεταζόμενων ετών, εντοπίστηκαν και μελετήθηκαν εξαντλητικά οι ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους, των οποίων η υπόθεση αφορούσε ή αναφερόταν σε χαρακτήρα με ψυχική νόσο ή είχε σχετική θεματολογία με το πεδίο της ψυχικής υγείας. Επελέγη η ποιοτική ερευνητική διαδικασία λόγω της καταλληλότητάς της για το εν λόγω θέμα, καθώς θίγεται για πρώτη φορά σε επίπεδο διατριβής και έρευνας, και λόγω της ευελιξίας της κατά την εφαρμογή της στο πολυτροπικό φιλμικό κείμενο, δίνοντας τη δυνατότητα ανάλυσης πολλαπλών πτυχών του θέματος. Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάλυση του χαρακτήρα και της ψυχικής του κατάστασης. Οι χαρακτήρες αναλύθηκαν σύμφωνα με το μοντέλο του Jens Eder, καθηγητή δραματουργίας και αισθητικής στο Konrad Wolf Film University στο Babelsberg της Γερμανίας. Προκειμένου να συντεθεί μία συστηματικότερη και πληρέστερη κατανόηση των ευρημάτων, εφαρμόστηκε παράλληλα η μέθοδος της θεματικής ανάλυση κατά Braun και Clark. Η κειμενική και θεματική ανάλυση ανέδειξε πλούτο σχημάτων και κωδικών που αφορούν: i) στα στοιχεία ζωής του χαρακτήρα (δημογραφικά στοιχεία, επαγγελματική, ερωτική, κοινωνική ζωή, σωματική υγεία και εξωτερική εμφάνιση), ii) στην προσωπικότητά του (εξωστρέφεια-εσωστρέφεια, νευρωτισμός, ψυχωτισμός, λοιπά χαρακτηρολογικά στοιχεία και νοημοσύνη), στην ψυχική νόσο (διάγνωση, συμπτωματολογία, εναισθησία, αιτιοπαθογένεια, θεραπεία), στους ειδικούς ψυχικής υγείας, στην κλινική, στη στάση των άλλων απέναντι στον ψυχικά πάσχοντα, στον εθισμό, στην αυτοκτονία, στη σχέση της τέχνης και της ευφυΐας με την ψυχική νόσο, στη βία και στο έγκλημα, στα όνειρα. Ο ελληνικός κινηματογράφος της υπό εξέταση εποχής αποδείχτηκε πακτωλός αναπαραστάσεων της ψυχικής νόσου και επικύρωσε την ερευνητική επιλογή και διαδικασία με ευρήματα και συμπεράσματα που συμβάλλουν στην εύρεση, κατανόηση, ανάδειξη και αποκαθήλωση της ευρύτερης μυθολογίας περί της “τρέλας” στην ελληνική κοινωνία της επταετίαςCinema from its inception has been deeply intrigued by the domain of Psychiatry, persistently appropriating its conceptual and symbolic repertoire in order to construct compelling thematic frameworks, emotionally charged scenarios, and intense dramatic configurations. The research ambition of the present dissertation lies precisely herein: to investigate and foreground the representational modalities through which mental illness is articulated within Greek fictional cinema and, specifically, of the period 1967-1974. The decision to examine Greek films from this specific period is based on the particularity of Greece’s political condition at the time, namely an authoritarian regime which, beyond the imposition of restrictions and systematic violence, exercised strict censorship over the country’s cultural production, while simultaneously perpetuating asylum-based psychiatry and the associated legislative regression. This occurred at a historical moment when, across Western societies, voices advocating for psychiatric reform were increasingly gaining momentum. From a cinematic perspective, the period under consideration is further distinguished by the simultaneous emergence of the New Greek Cinema alongside the continued dominance of commercial filmmaking. Consequently, the cinematic corpus of the seven-year period of Greek junta was considered to possess sufficient aesthetic and thematic breadth to serve the objectives of the present research, enabling the articulation of a distinct national cinematic discourse on mental illness. Within the conceptual framework of the dissertation, the initial focus is placed on the relationship between cinema —predominantly commercial— and Psychiatry, with particular emphasis on cinematic representations and narrative conventions. Subsequently, the study examines the ideological and political context of the Greek junta, along with the regulatory and control mechanisms imposed upon the intellectual and artistic—primarily cinematic—production of the country, thereby situating Greek cinema as it was shaped during the years examined. This is followed by a historical overview of Psychiatry in Greece during the same period, with a primary focus on the prevailing legal framework and the institutional model of psychiatric care. Moreover, an original analysis is conducted of the public discourses of the dictator Georgios Papadopoulos concerning the fields of Medicine and mental health. Through an exhaustive content analysis, this inquiry reveals a distinctly propagandistic discourse, densely infused with metaphors and conceptual borrowings from Medicine and Psychology, mobilized in order to legitimize the restrictions and mechanisms of repression imposed by the regime. The main research objects concern the mode of representation of the mentally ill, mental illness, its etiology, symptoms and treatment, mental health specialists, and clinics in the Greek cinema, as well as the investigation of the relationship between the representations and the socio-political reality of the period under study. From the productions of the Greek cinema of the years under review, all feature-length fiction films, whose plot concerned or referred to a character with mental illness or had a theme related to the field of mental health, were systematically identified and exhaustively studied. The qualitative research process was chosen due to its suitability for the research object, an area that has so far remained underexplored in doctoral research, and due to its flexibility when applied to the multimodal film text, allowing the analysis of multiple aspects of the subject. Particular emphasis was placed on the analysis of the character and his mental state. The characters were analyzed according to the model of Jens Eder, professor of dramaturgy and aesthetics at the Konrad Wolf Film University in Babelsberg, Germany. In order to synthesize a more systematic and complete understanding of the findings, the thematic analysis method according to Braun and Clark was applied in parallel. The textual and thematic analysis revealed a wealth of patterns and codes concerning: i) life details of the character (demographic information, professional, romantic, and social life, physical health and external appearance), ii) their personality (extroversion-introversion, neuroticism, psychoticism, other characterological elements and intelligence), iii) mental illness (diagnosis, symptomatology, insight, etiology, treatment), iv) mental health specialists, v) the clinic, vi) the attitude of others towards the mentally ill, vii) addiction, viii) suicide, ix) the interplay between art/artistic creativity, intellectual brilliance and mental illness, x) violence and crime, xi) dreams. The Greek cinema of the period under consideration proved to be a rich corpus of representations of mental illness. These findings support the research focus and methodological approach, contributing to the identification, critical understanding, articulation, and deconstruction of the broader mythology of ‘madness’ in Greek society during the seven-year military dictatorship

    Πολιτική και τέχνη στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Το Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο "Ώρα" (1969-1992) του Ασαντούρ Μπαχαριάν (1924-1990)

    No full text
    Η παρούσα μελέτη διερευνά το πολιτιστικό και εικαστικό έργο του Ασαντούρ Μπαχαριάν (1924–1990), μιας καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας που συνδύασε την ιδιότητα του ζωγράφου με εκείνες του γκαλερίστα και του εκδότη. Μέσω της συστηματικής αξιοποίησης ανέκδοτων αρχειακών τεκμηρίων, δημοσιευμένων πηγών και προφορικών μαρτυριών από εκπροσώπους του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου, η εργασία επιχειρεί μια αναλυτική καταγραφή της εικαστικής του παραγωγής, καθώς και της πολιτιστικής και πολιτικής του δράσης, από τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1930 έως τον θάνατό του το 1990. Ο αρμενικής καταγωγής καλλιτέχνης μεγάλωσε στον προσφυγικό οικισμό του Δουργουτίου και ανδρώθηκε πολιτικά και καλλιτεχνικά κατά την περίοδο της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Οι επιδράσεις της συμμετοχής του στον αντιστασιακό αγώνα ήταν σημαντικές στην προσωπικότητα και το μετέπειτα έργο του. Αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις καλλιτεχνών που μετά από πολλά χρόνια εγκλεισμού σε διάφορες φυλακές πολιτικών κρατουμένων (1945-1960) της ελληνικής επικράτειας, υπό καθεστώς μάλιστα σκληρής τρομοκρατίας, βρέθηκε μετά την αποφυλάκιση του στην πρωτοπορία της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της Ελλάδας. Κομβικό σταθμό στην καλλιτεχνική του πορεία αποτελεί η ίδρυση του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου «Ώρα» το 1969, μίας αίθουσας τέχνης που είχε τα χαρακτηριστικά ενός πρωτοπόρου πολιτιστικού κέντρου με πολυσχιδές έργο (εκθεσιακό, εκδοτικό και μορφωτικό) και η οποία για δύο και πλέον δεκαετίες υπήρξε μία από τις κορυφαίες γκαλερί της Αθήνας. Η εργασία εξετάζει κατά πόσο οι βάσεις αυτής της πολιτιστικής πρωτοπορίας συγκροτήθηκαν κατά την περίοδο του εγκλεισμού του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές του απόψεις - ενταγμένος αρχικά στο ΚΚΕ, στη συνέχεια στο ΚΚΕ Εσωτερικού και τέλος στην Ελληνική Αριστερά - συσχετίστηκαν με την καλλιτεχνική του δράση. Εξετάζεται αν τελικά ο Μπαχαριάν κατάφερε να παραμείνει συνεπής απέναντι στις πολιτικές του ιδέες, ενώ ταυτόχρονα διοικούσε μία εμπορική γκαλερί. Η ζωή και το έργο του συμπυκνώνει την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, αναδεικνύει τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν εκείνη την εποχή οι στρατευμένοι καλλιτέχνες της Αριστεράς όπως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης τα διλήμματα αυτά. Αναδεικνύονται, επίσης, και κάποιες ενδιαφέρουσες απαντήσεις σε σημαντικά θεωρητικά ερωτήματα που αφορούν τον ρόλο της τέχνης στην κοινωνία και τη σχέση της με την πολιτική. Η δράση του βιογραφούμενου προσώπου εξετάζεται μέσα στο πολιτικό και εικαστικό πλαίσιο της περιόδου που έζησε και δημιούργησε, αυτής του Ψυχρού Πολέμου, που ο ανταγωνισμός μεταξύ των υπερδυνάμεων δεν ήταν μόνο οικονομικός και στρατιωτικός αλλά και ιδεολογικός – πολιτιστικός. Επίσης, ήταν το ψυχροπολεμικό πλαίσιο αυτό που σε μεγάλο βαθμό καθόριζε τους όρους της εγχώριας πολιτικής συγκρότησης και συζήτησης, το ιδεολογικό πλαίσιο και τις πολιτικές ταυτότητες τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες.The present study examines the cultural and artistic work of Asadour Baharian (1924–1990), an artistic figure who combined the role of painter with those of gallerist and publisher. Through the systematic use of unpublished archival materials, published sources, and oral testimonies from representatives of the intellectual and artistic milieu, the study undertakes a detailed account of his artistic production, as well as his cultural and political activity, from his earliest artistic endeavors in the late 1930s until his death in 1990. The artist, of Armenian origin, grew up in the refugee settlement of Dourgouti and came of age politically and artistically during the period of the German Occupation and the Greek National Resistance. The impact of his participation in the resistance movement was significant for both his personality and his subsequent work. He represents a rare case among artists who, after many years of imprisonment in various prisons for political detainees across Greece (1945–1960), under conditions of severe repression, emerged following his release at the forefront of the country’s intellectual and artistic life. A pivotal moment in his artistic trajectory was the founding of the “Ora” Artistic Cultural Centre in 1969—an art space that functioned as a pioneering cultural centre with multifaceted activities (exhibitions, publishing, and educational initiatives) and which, for more than two decades, was among the leading galleries in Athens. The study explores the extent to which the foundations of this cultural avant-garde were shaped during his period of imprisonment, as well as the ways in which his political views—initially aligned with the Communist Party of Greece (KKE), subsequently with KKE Esoterikou, and later with the party Elliniki Aristera—were related to his artistic activity. It further examines whether Baharian ultimately managed to remain consistent with his political convictions while simultaneously directing a commercial art gallery. His life and work encapsulate the history of the communist movement in Greece, illuminate the dilemmas faced at the time by politically committed left-wing artists, and demonstrate how he confronted those dilemmas. The study also highlights several compelling responses to important theoretical questions concerning the role of art in society and its relationship with politics. The activity of the biographical subject is examined within the political and artistic context of the period in which he lived and worked—that of the Cold War—during which competition between the superpowers was not only economic and military but also ideological and cultural. Moreover, this Cold War framework largely shaped the terms of domestic political formation and debate, the ideological landscape, and political identities both in Greece and in other countries

    Μορφολογικές αναζητήσεις στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση

    No full text
    Θέμα της διδακτορικής διατριβής αποτελεί η μελέτη της μορφικής και ρυθμικής υπόστασης και εξέλιξης του έργου των ποιητών της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την ποιητική που αναπτύσσει ο/η κάθε ποιητής/-τρια ξεχωριστά και κυρίως η ελληνική μεταπολεμική ποίηση στο σύνολό της (1940 έως 2025). Στόχος είναι να δοθεί μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα των μορφών της ελληνικής μεταπολεμικής ποίησης. Οι ποιητές/-τριες το έργο των οποίων θα εξεταστεί είναι, κατά την αλφαβητική σειρά του επωνύμου τους, οι εξής: Άρης Αλεξάνδρου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Μαντώ Αραβαντινού, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ε. Χ. Γονατάς, Κική Δημουλά, Άρης Δικταίος (μόνο ως προς την αυστηρά έμμετρη ποίησή του), Νανά Ησαΐα, Έκτωρ Κακναβάτος, Νίκος Καρούζος, Τάσος Λειβαδίτης, Δ. Π. Παπαδίτσας, Τίτος Πατρίκιος, Μίλτος Σαχτούρης, Τάκης Σινόπουλος, Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Η διατριβή αναπτύσσεται σε τέσσερις βασικούς άξονες: Ι. Η ελευθερόστιχη ποίηση, ΙΙ. Το πεζό ποίημα, IΙΙ. Τα ποιήματα σε στίχο-παράγραφο (verset), IV. Αυστηρά έμμετρη ποίηση / ποιήματα σε αυστηρές ποιητικές φόρμες και V. Ποιήματα μεικτής φόρμας.Subject of this thesis is the study of the morphic and rhythmic hypostasis and progress at the poetry of the first and the second Greek post-war poetic generation, in order to draw inferences related to the poetics of each poet and mainly of the Greek post-war poetry in its entirety (1940-2025). The aim is to be described the form of the Greek post-war poetry as better as possible. In alphabetical order, these are the poets to be studied: Aris Alexandrou, Manolis Anagnostakis, Mado Aravantinou, Nikos-Alexis Aslanoglou, E. Ch. Gonatas, Kiki Dimoula, Aris Dikteos, Nana Isaia, Hektor Kaknavatos, Nikos Karouzos, Tasos Leivaditis, D.P. Papaditsas, Titos Patrikios, Miltos Sachtouris, Takis Sinopoulos, Kyriakos Charalampidis. The thesis will be developed on four main lines: Ι. The free verse poetry, II. The prose poem, III. The verset poems, IV. Formal verse poetry / fixed verse forms and V. Mixed poetic forms

    Η σημασία της αγγειακής δυσαυτονομίας στην πρωτοπαθή AL αμυλοείδωση

    No full text
    Ιστορικό: Οι ασθενείς με AL αμυλοείδωση εμφανίζουν παρατεταμένη παραδοξική αγγειοδιαστολή ως απάντηση σε συμπαθητική διέγερση μέσω του τεστ ψυχρού ερεθίσματος (CPT). Η κλινική σημασία αυτού είναι άγνωστη. Μέθοδοι: Η περιφερική και κεντρική συστολική (SBP) και διαστολική πίεση (DBP) μετρήθηκαν στα 3 λεπτά (τέλος του CPT) και στα 6 λεπτά, πριν και 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας σε 113 ασθενείς με AL αμυλοείδωση που δεν είχαν προηγούμενη θεραπεία. Δέκα υγιείς εθελοντές αξιολογήθηκαν στην αρχική κατάσταση. Καταγράφηκε θνητότητα από όλες τις αιτίες και καρδιαγγειακή θνητότητα. Αποτελέσματα: Οι ποσοστιαίες μειώσεις στην κεντρική SBP και την περιφερική DBP στα 6 λεπτά [AL έναντι μαρτύρων: %CSBP6min (μέση τιμή, SD) 0,7±8,44 έναντι 7,57±5,59; %DBP6min (μέση τιμή, SD) 0,64±8,91 έναντι 14±9,11; p<0,01 και για τα δύο] συσχετίστηκαν με θάνατο από όλες τις αιτίες και καρδιαγγειακό θάνατο (%CSBP6min HR=0,945 και HR=0,946 αντίστοιχα; %DBP6min HR=0,949 και HR=0,916 αντίστοιχα; p<0,05 για όλα) μετά από προσαρμογή για παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενους με την ασθένεια. Το %CSBP6min προσέφερε επιπρόσθετη αξία πέρα από το στάδιο κατά Mayo και συσχετίστηκε με νευρολογική και καρδιακή δυσλειτουργία καθώς και με μυοκαρδιακή διήθηση. Στους 12 μήνες, το %CSBP6min μειώθηκε περαιτέρω σε ασθενείς με πρώιμη ανεπαρκή αιματολογική ανταπόκριση στη θεραπεία. Συμπεράσματα: Το %CSBP6min, ένας μη επεμβατικός, εύκολα διαθέσιμος δείκτης, συσχετίστηκε με καρδιακή δυσλειτουργία, κακή επιβίωση και η περαιτέρω μείωσή του μετά τη θεραπεία συσχετίστηκε με αιματολογική ανταπόκριση.Background: Patients with AL amyloidosis present sustained paradoxical vasodilation in response to sympathetic stimulation by cold pressor test (CPT). The clinical relevance is unknown. Methods: Peripheral and central systolic (SBP) and diastolic blood pressure (DBP) were measured at 3 minutes (end of CPT) and at 6 minutes, before and 12 months after treatment initiation in 113 treatment-naïve AL amyloidosis patients. Ten healthy volunteers were assessed at baseline. All-cause and cardiovascular mortality were recorded. Results: Percentage reductions in central SBP and peripheral DBP at 6 minutes [AL vs controls: %CSBP6min (mean, SD) 0.7±8.44 vs 7.57±5.59; %DBP6min (mean, SD) 0.64±8.91 vs 14±9.11; p<0.01 for both] were associated with all-cause and cardiovascular death (%CSBP6min HR=0.945 and HR=0.946 respectively; %DBP6min HR=0.949 and HR=0.916 respectively; p<0.05 for all) after adjustment for disease-related risk factors. %CSBP6min provided incremental value over Mayo stage and was associated with neurological and cardiac dysfunction and myocardial infiltration. At 12 months, %CSBP6min further decreased in patients with earlier poor hematologic treatment response. Conclusions: %CSBP6min, a noninvasive, readily available marker, was associated with cardiac dysfunction, poor survival, and its further post-treatment reduction was associated with hematologic response

    Ανίχνευση και Αποτύπωση Λατεριτικών Κοιτασμάτων στον Ελλαδικό Χώρο με την Εφαρμογή Τεχνικών Μηχανικής Μάθησης και Απεικονιστικής Φασματοσκοπίας σε Πολυφασματικά Δεδομένα Παρατήρησης της Γης

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει συστηματικά τις δυνατότητες της οπτικής τηλεπισκόπησης για τον εντοπισμό, την απεικόνιση και τη χαρτογράφηση ορυκτών φυσικών πόρων, εστιάζοντας σε δύο κατηγορίες μεταλλευμάτων εξαιρετικής οικονομικής σημασίας για την Ελλάδα: τα σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα και τα κοιτάσματα βωξίτη. Στόχος της εργασίας είναι η ανάπτυξη, αξιολόγηση και εφαρμογή ολοκληρωμένων μεθοδολογιών που αξιοποιούν πολυφασματικά δορυφορικά δεδομένα, με σκοπό τη βελτίωση της κοιτασματολογικής χαρτογράφησης, την κατανόηση των φασματικών ιδιοτήτων των μεταλλευμάτων, καθώς και την υποστήριξη της ορθολογικής και βιώσιμης αξιοποίησης των ορυκτών πόρων. Το αντικείμενο αυτό εντάσσεται στη σύγχρονη διεθνή τάση για ενίσχυση των δεδομένων για τους ορυκτούς πόρους, ειδικά στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για κρίσιμες πρώτες ύλες, όπου το νικέλιο, το κοβάλτιο, το γάλλιο, το σκάνδιο και το αλουμίνιο θεωρούνται υψίστης σημασίας για την ενεργειακή μετάβαση, τις «πράσινες» τεχνολογίες και τη βιομηχανική παραγωγή. Η γεωλογική και κοιτασματολογική θεμελίωση της εργασίας βασίζεται στην περιγραφή των διεργασιών λατεριτικής αποσάθρωσης, καθώς και των γεωτεκτονικών περιβαλλόντων όπου αναπτύσσονται τα κοιτάσματα σιδηρονικελίου και βωξίτη. Οι σιδηρονικελιούχοι λατερίτες προκύπτουν από εκτεταμένη αποσάθρωση υπερμαφικών πετρωμάτων σε τροπικές και υποτροπικές κλιματικές συνθήκες, όπου η έκπλυση ευκίνητων στοιχείων και ο εμπλουτισμός σε αδιάλυτα οξείδια οδηγεί στη δημιουργία προφίλ αποσάθρωσης. Η παρουσία σερπεντίνη, αργιλικών ορυκτών, ένυδρων οξειδίων και οξειδίων του σιδήρου καθορίζει την ορυκτολογική παραγένεση των λατεριτών, καθώς και τις φασματικές υπογραφές που αξιοποιούνται στην τηλεπισκόπηση. Αντιστοίχως, οι καρστικοί και λατεριτικοί βωξίτες της Ελλάδας—προϊόντα αποσάθρωσης μαφικών πετρωμάτων—χαρακτηρίζονται από υψηλή περιεκτικότητα σε ένυδρα οξείδια αργιλίου, κυρίως διάσπορο, βαιμίτη και γιψίτη, καθώς και από χαμηλότερα ποσοστά σιδηρούχων φάσεων. Οι δύο τύποι κοιτασμάτων εντοπίζονται σε διαφορετικές λιθολογίες, με εμφανείς διαφοροποιήσεις στη φασματική συμπεριφορά των ορυκτολογικών παραγενέσεών τους, γεγονός που αποτέλεσε την βασική ερευνητική υπόθεση της διατριβής. Η επιλεγμένη περιοχή μελέτης περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά κοιτάσματα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας (Λοκρίδα–Βοιωτία, Φθιώτιδα) και της Καστοριάς, όπου απαντώνται σε αφθονία σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα και κοιτάσματα καρστικών βωξιτών υψηλής οικονομικής σημασίας. Η γεωλογική δομή της Λοκρίδας και της Βοιωτίας, με την παρουσία της Υποπελαγονικής ανθρακικής πλατφόρμας, των οφιόλιθων Αξιού και των Νεογενών και Τεταρτογενών ιζημάτων, δημιουργεί ένα σύνθετο υπόβαθρο λατεριτικής αποσάθρωσης. Στην περιοχή Καστρακίου Καστοριάς, οι υπερμαφικές λιθολογίες της Πελαγονικής ζώνης, συχνά σε τεκτονική επαφή με Τριαδικούς–Ιουρασικούς ασβεστόλιθους και μολασσικές ακολουθίες της Μεσοελληνικής Αύλακας, φιλοξενούν υψηλής περιεκτικότητας σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα, ιδανικά για τη μελέτη των φασματικών ιδιοτήτων των λατεριτών. Σε αυτό το γεωλογικό πλαίσιο, η εργασία αξιοποιεί πολυφασματικά δεδομένα υψηλής (Sentinel-2) και πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (WorldView-3), ορυκτολογικές αναλύσεις και χημικά δεδομένα. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει ατμοσφαιρική και ραδιομετρική διόρθωση των δορυφορικών δεδομένων, ανάλυση χαρακτηριστικών φασμάτων απορρόφησης (absorption features), εφαρμογή συνεχούς (continuum removal), ανάπτυξη νέων δεικτών (Laterite Spectral Index – LSI), καθώς και μηχανική μάθηση μέσω ταξινομητών (SVM). Επιπρόσθετα, εφαρμόστηκε γραμμικός φασματικός διαχωρισμός (LSU) για την εξαγωγή χαρτών αφθονίας των κύριων ορυκτολογικών φάσεων του βωξίτη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο δορυφόρος Sentinel-2, παρά τον περιορισμένο αριθμό φασματικών καναλιών, διαθέτει επαρκή πληροφορία για τον εντοπισμό σιδηρονικελιούχων κοιτασμάτων και τον διαχωρισμό τους από τους βωξίτες, όταν αξιοποιούνται κατάλληλα τα φασματικα κανάλια από το ορατό μέχρι το εγγύς υπέρυθρο (VNIR) και το κανάλι του υπέρυθρου βραχέων κυμάτων (SWIR) στα 2.19 μm. Η ανάπτυξη του νέου Φασματικού Δείκτη Λατερίτη (Laterite Spectral Index (LSI)), ειδικά προσαρμοσμένου για τα σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα της Ελλάδας, απέδωσε σημαντικά υψηλότερη διακριτική ικανότητα σε σύγκριση με υπάρχοντες δείκτες. Οι ταξινομήσεις (Support Vector Machine (SVM)) πέτυχαν ακρίβειες που αγγίζουν το 99–100% σε επιφανειακές εμφανίσεις, ενεργές εκμεταλλεύσεις και σωρούς μεταλλεύματος, επιβεβαιώνοντας ότι τα δύο μεταλλεύματα εμφανίζουν σαφείς φασματικές διαφοροποιήσεις που συνδέονται με τη σύσταση σε οξείδια και αργιλικές φάσεις. Ο φασματικός διαχωρισμός στα δεδομένα WorldView-3 επέτρεψε λεπτομερή εντοπισμό ορυκτών σε υπο-εικονοστοιχειακό επίπεδο, του διασπόρου ως κύριο ορυκτό του βωξίτη, επιτρέποντας τη χαρτογράφηση του βωξίτη με υψηλή ακρίβεια. Τα συμπεράσματα αναδεικνύουν συνολικά ότι τα πολυφασματικά δεδομένα, όταν συνδυάζονται με φασματική ανάλυση και τεχνικές μηχανικής μάθησης, αποτελούν ισχυρά εργαλεία για τη χαρτογράφηση σιδηρονικελιούχων και βωξιτικών κοιτασμάτων, με άμεσες εφαρμογές στη μεταλλευτική έρευνα. Η διατριβή συμβάλλει με την εισαγωγή νέων μεθοδολογιών, τη δημιουργία νέων δεικτών και την τεκμηρίωση των φασματικών συμπεριφορών κρίσιμων ελληνικών κοιτασμάτων. Η έρευνα υποδεικνύει ότι μελλοντικές εφαρμογές σε υπερφασματικούς δέκτες (EnMAP, PRISMA, EMIT) και UAV-based φασματικά συστήματα μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω την αξιοπιστία της χαρτογράφησης ορυκτών πόρων, υποστηρίζοντας την ευρωπαϊκή και εθνική στρατηγική για τις πρώτες ύλες.This doctoral dissertation systematically investigates the capabilities of optical remote sensing for the detection, imaging, and mapping of mineral resources, focusing on two ore types of exceptional economic importance for Greece: iron–nickel deposits and bauxite deposits. The aim of this work is to develop, evaluate, and apply integrated methodologies that exploit multispectral satellite data to enhance ore deposit mapping, improve the understanding of the spectral properties of the ores, and support the rational and sustainable utilization of mineral resources. This research aligns with the international trend toward strengthening mineral resource data, particularly within the European strategy for critical raw materials, where nickel, cobalt, gallium, scandium and aluminium are considered essential for the energy transition, green technologies, and industrial production. The geological and ore-deposit framework of the study is based on the processes of lateritic weathering and the geotectonic environments where iron–nickel and bauxite deposits develop. Iron–nickel deposits result from extensive weathering of ultramafic rocks under tropical and subtropical climatic conditions, where the leaching of mobile elements and the enrichment in insoluble oxides leads to the formation of weathering profiles. The presence of serpentine, clay minerals, iron hydrous oxides and iron oxides controls the mineral assemblage of the deposits, as well as the spectral signatures exploited in remote sensing. Similarly, the karst-type and lateritic bauxites of Greece—derived from mafic lithologies—are characterized by high concentrations of hydrated aluminium oxides, mainly diaspore, boehmite, and gibbsite, together with lower proportions of iron-bearing phases. The two ore types occur in distinct lithological settings and display clear differences in the spectral behavior of their mineral assemblages, a fact that formed the central research hypothesis of this dissertation. The selected study area includes representative deposits in Eastern Central Greece (Lokris–Boeotia, Phthiotis) and Kastoria, where abundant iron–nickel deposits and economically significant bauxites are found. The geological structure of Lokris and Boeotia—comprising the Sub-Pelagonian carbonate platform, the Axios ophiolites, and Neogene–Quaternary sediments—creates a complex substrate for lateritic weathering. In the Kastraki area of Kastoria, the ultramafic lithologies of the Pelagonian zone, often in tectonic contact with Triassic–Jurassic limestones and molasse sequences of the Mesohellenic Trough, host high-grade nickeliferous deposits, ideal for studying the spectral properties of iron–nickel mineralization. Within this geological framework, the study employs high- and very-high-resolution multispectral satellite data (Sentinel-2 and WorldView-3), mineralogical analyses, and geochemical data. The methodology includes atmospheric and radiometric correction of satellite imagery, spectral feature analysis (absorption features), continuum-removal techniques, the development of new spectral indices (Laterite Spectral Index – LSI), and machine-learning classification using SVM. Additionally, linear spectral unmixing (LSU) was applied to extract abundance maps of the main mineral phases of bauxite. The results demonstrate that Sentinel-2, despite its limited number of spectral bands, provides sufficiently rich information for detecting iron–nickel deposits and distinguishing them from bauxites, when the VNIR bands and the 2.19 μm SWIR channel are properly utilized. The newly developed spectral index (LSI), specifically tailored to Greek iron–nickel deposits, yielded significantly higher discriminatory capability compared to existing indices. SVM classifications achieved accuracies of 99–100% for surface exposures, active mining sites, and ore stockpiles, confirming that the two ore types exhibit distinct spectral differences related to their mineral content. Spectral unmixing of WorldView-3 data enabled the detailed identification of minerals at sub-pixel scale, particularly diaspore, allowing highly accurate mapping of the mineralogical structure of bauxite. Overall, the findings highlight that multispectral data, when combined with spectral analysis and machine-learning techniques, constitute powerful tools for mapping iron–nickel and bauxite deposits, with direct applications in mineral exploration. The dissertation contributes by introducing new methodologies, developing new spectral indices, and documenting the spectral behavior of Greek deposits. The research suggests that future applications using hyperspectral sensors (EnMAP, PRISMA, EMIT) and UAV-based spectroscopic systems can further enhance the reliability of mineral-resource mapping, supporting European and national strategies for raw materials

    Θεραπεία μέσω ζώων σε παιδιά προσχολικής και πρώιμης σχολικής ηλικίας: Θεραπευτικό πλαίσιο και εφαρμογές στην Ελλάδα

    No full text
    Η θεραπεία με τη βοήθεια ζώων (AAT) έχει κερδίσει ολοένα και μεγαλύτερη αναγνώριση ως συμπληρωματική θεραπευτική παρέμβαση για παιδιά, ιδίως για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας. Η παρούσα μελέτη διερευνά το θεραπευτικό πλαίσιο και τις πρακτικές εφαρμογές της ΑΑΤ στην Ελλάδα, αξιολογώντας την αποτελεσματικότητά της, τις προκλήσεις εφαρμογής και τις δυνατότητες ενσωμάτωσης στο Ελληνικό Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Μέσω μιας συστηματικής ανασκόπησης διεθνών μελετών, η παρούσα έρευνα αξιολογεί βασικούς παράγοντες στην ανάπτυξη του προγράμματος AAT, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής και της κατάρτισης των ομάδων χειριστών-θεραπευτικών ζώων (HT), της εκπαίδευσης και πιστοποίησης των επαγγελματιών, της ιεράρχησης των προτεραιοτήτων των ασθενών και των ηθικών προβληματισμών. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ΑΑΤ προσφέρει σημαντικά οφέλη στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, της συναισθηματικής ρύθμισης, των επικοινωνιακών δεξιοτήτων και της γνωστικής ανάπτυξης σε μικρά παιδιά, ιδίως σε εκείνα που έχουν διαγνωστεί με Διαταραχή του Φάσματος του Αυτισμού (ΔΑΦ), Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και καταστάσεις που σχετίζονται με το άγχος. Ωστόσο, προκλήσεις όπως η έλλειψη τυποποιημένων πρωτοκόλλων, οι διαφορές στις πρακτικές ευζωίας των θεραπευτικών ζώων, η ανεπαρκής επαγγελματική κατάρτιση και οι περιορισμοί χρηματοδότησης εμποδίζουν την ευρεία εφαρμογή της. Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για δομημένα ρυθμιστικά πλαίσια, διεπιστημονικά προγράμματα κατάρτισης και μηχανισμούς οικονομικής βιωσιμότητας, ώστε να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ΑΑΤ στην Ελλάδα. Για να απαντηθούν τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα, η μελέτη προσδιορίζει υφιστάμενα μοντέλα εφαρμογής της ΑΑΤ από διεθνείς βέλτιστες πρακτικές που μπορούν να προσαρμοστούν στο ελληνικό πλαίσιο. Προτείνει έναν εθνικό φορέα πιστοποίησης για την επιλογή των HT, πανεπιστημιακά διαπιστευμένα προγράμματα κατάρτισης AAT, και τυποποιημένες κατευθυντήριες γραμμές για την ευημερία των θεραπευτικών ζώων και τον έλεγχο των λοιμώξεων. Επιπλέον, σκιαγραφεί ένα στρατηγικό μοντέλο επέκτασης για την ενσωμάτωση των ΑΑΤ στην ΕΣΥ, συνιστώντας πιλοτικά προγράμματα στην παιδιατρική και ψυχιατρική περίθαλψη, πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης του κοινού και συνεργασία με τις ευρωπαϊκές υγειονομικές αρχές. Αυτή η έρευνα υπογραμμίζει την αναγκαιότητα διαχρονικών μελετών, πολιτισμικής προσαρμογής και δεοντολογικών εκτιμήσεων στην εφαρμογή της ΑΑΤ. Οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν στην καθιέρωση κατευθυντήριων οδηγιών βασισμένων σε στοιχεία, στη διερεύνηση των τεχνολογικών εξελίξεων στην παροχή θεραπείας και στην αξιολόγηση της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων ΑΑΤ στην Ελλάδα. Με την υιοθέτηση μιας δομημένης, ηθικής και βιώσιμης προσέγγισης, η ΑΑΤ μπορεί να γίνει ένα πολύτιμο θεραπευτικό εργαλείο, ενισχύοντας την ευημερία και την ανάπτυξη των μικρών παιδιών τόσο σε κλινικά όσο και σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα.Animal-Assisted Therapy (AAT) has gained increasing recognition as a complementary therapeutic intervention for children, particularly those in preschool and early school age. This study explores the therapeutic framework and practical applications of AAT in Greece, assessing its effectiveness, implementation challenges, and potential for integration within the Greek National Health System (ESY). Through a systematic review of international studies, this research evaluates key factors in AAT program development, including the selection and training of handler-therapy animal teams (HT), practitioner education and certification, patient prioritization, and ethical considerations. Findings indicate that AAT offers significant benefits in enhancing social interaction, emotional regulation, communication skills, and cognitive development in young children, particularly those diagnosed with Autism Spectrum Disorder (ASD), Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder (ADHD), and anxiety-related conditions. However, challenges such as lack of standardized protocols, variations in therapy animal welfare practices, insufficient professional training, and funding limitations hinder its widespread implementation. The study emphasizes the need for structured regulatory frameworks, interdisciplinary training programs, and financial sustainability mechanisms to ensure the long-term viability of AAT in Greece. To answer key research questions, the study identifies existing AAT implementation models from international best practices that can be adapted to the Greek context. It proposes a national certification body for HT selection, university-accredited AAT training programs, and standardized guidelines for therapy animal welfare and infection control. Furthermore, it outlines a strategic expansion model for integrating AAT into ESY, recommending pilot programs in pediatric and mental health care, public awareness initiatives, and collaboration with European health authorities. This research underscores the necessity of longitudinal studies, cultural adaptation, and ethical considerations in AAT implementation. Future research should focus on establishing evidence-based guidelines, exploring technological advancements in therapy delivery, and assessing the cost-effectiveness of AAT interventions in Greece. By adopting a structured, ethical, and sustainable approach, AAT can become a valuable therapeutic tool, enhancing the well-being and development of young children in both clinical and educational settings

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇