National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Ψηφιακός συνταγματισμός και αλγοριθμική κυβερνολογική

    No full text
    Η διπλωματική εργασία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία αναδιοργανώνεται στην ψηφιακή εποχή μέσω ολιγοπωλίων πλατφορμών, επιχειρηματικών μοντέλων που βασίζονται στην επιτήρηση και τεχνικών πρόβλεψης και παρέμβασης που βασίζονται σε δεδομένα. Το Πρώτο Μέρος ανακατασκευάζει την εννοιολογική μετατόπιση από την πειθαρχική εξουσία στην αλγοριθμική διακυβέρνηση: βασιζόμενο στους Foucault και Deleuze για να πλαισιώσει τη σύγχρονη διακυβέρνηση μέσω κώδικα, και στην ερμηνεία της Rouvroy για τη ρύθμιση βάσει δεδομένων που διαμορφώνει προφίλ, κατατάσσει και ωθεί τα υποκείμενα εκ των προτέρων. Στη συνέχεια, τοποθετεί αυτές τις δυναμικές εντός της πολιτικής οικονομίας του διαδικτύου, δείχνοντας πώς τα αποτελέσματα του δικτύου και η κάθετη ολοκλήρωση εδραιώνουν μια χούφτα πλατφορμών των οποίων οι υποδομές μεσολαβούν στην ομιλία, την ορατότητα και την ευκαιρία - μια τάξη που θεωρητικοποιήθηκε από τους Σμυρναίο, Zuboff και Pasquale. Το Δεύτερο Μέρος υποστηρίζει ότι ο κλασικός συνταγματισμός - που βασίζεται στην εδαφική δικαιοδοσία, το χάσμα δημόσιου/ιδιωτικού τομέα και την εκ των υστέρων δικαστική απόφαση - δεν μπορεί από μόνος του να οικειοποιήσει την υπερεθνική, ιδιωτικά ενσωματωμένη, πιθανοτική διακυβέρνηση των πλατφορμών. Αναπτύσσει δύο συμπληρωματικές απαντήσεις. Ο κοινωνιακός συνταγματισμός, με κύριους εκπροσώπους τους Luhmann καιTeubner, εξηγεί πώς τα ισχυρά υποσυστήματα πρέπει να εσωτερικεύουν τα δικαιώματα και τις ρουτίνες της δέουσας διαδικασίας ως «συνταγματικά θραύσματα». Ο ψηφιακός συνταγματισμός, με κύριους εκπροσώπους τους De Gregorio και Suzor, μεταφράζει αυτή την εικόνα σε ειδικά καθήκοντα για τις πλατφόρμες: διαφάνεια, αιτιολόγηση, δυνατότητα αμφισβήτησης, δυνατότητα ελέγχου και δομικές λύσεις όπως η διαλειτουργικότητα, η φορητότητα και η πρόσβαση των ερευνητών. Η διπλωματική εργασία ενσωματώνει συγκριτικές και ελληνικές συζητήσεις δημοσίου δικαίου (π.χ. εποπτεία πλατφορμών και έλεγχος περιεχομένου) για να σκιαγραφήσει μια πρακτική ατζέντα: ενσωμάτωση δικαιωμάτων και αιτιών σε συστήματα κατάταξης, συστάσεων και εποπτείας, θέσπιση ανεξάρτητης εποπτείας ικανής να επαληθεύει την αυτοματοποιημένη εξουσία και αναπροσαρμογή κινήτρων που καθιστούν κερδοφόρα την διάχυτη εξαγωγή και χειραγώγηση. Ο κυρίαρχος ισχυρισμός είναι ότι οι συνταγματικές αρχές πρέπει να ταξιδεύουν με ισχύ - στον κώδικα, τις διεπαφές και τις ροές δεδομένων - εάν η ελευθερία της έκφρασης, η ισότητα, η ιδιωτικότητα και η νόμιμη διαδικασία πρόκειται να παραμείνουν ουσιαστικές στην αλγοριθμική κοινωνία.This thesis will explore the reorganization of power in the digital era of platform oligopolies, business models based on surveillance and data-driven methods of prediction and intervention. Part One replicates the conceptual shift between disciplinary power and algorithmic governmentality: based on Foucault and Deleuze, to view modern governance by code, and on Rouvroy to describe datafied governance, which profiles and ranks subjects in advance and nudges them. It then places these dynamics in the political economy of the internet by demonstrating how network effect and vertical integration entrench a few platforms where the infrastructures of speech, visibility, and opportunity are mediated an order theorized by Smyrnaios, Zuboff, and Pasquale. Part Two states that classical constitutionalism, based on the territorial jurisdiction, the public/ private distinction, and ex post adjudication, does not suffice to make transnational privately entrenched, probabilistic governance domesticated. It results in two mutually supportive reactions. The term societal constitutionalism (Luhmann, Teubner) describes how the strong subsystems are forced to internalize the rights and due-process routines in the form of constitutional fragments. That wisdom is reflected in digital constitutionalism (De Gregorio, Suzor): platform-specific responsibilities to transparency, reason-giving, contestability, auditability, and structural solutions like interoperability, portability, and researcher access. The thesis combines comparative and Greek debates on public law (e.g. platform oversight and content control) to provide a practical agenda: integrate rights and reasons in ranking, recommendation, and moderation systems; establish independent oversight that can check automated authority; and redress incentives that enable pervasive extraction and manipulation to be profitable. The general argument is that constitutional values should accompany power- into code, interfaces and data streams- so that freedom of expression, equality, privacy and due process can continue to have any significance in the algorithmic society

    Les administrations publiques face aux défis de la cybersécurité

    No full text
    Η ψηφιακή μετάβαση της δημόσιας διοίκησης έχει οδηγήσει σε εκτεταμένη αποϋλοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και σε εντατική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Παρά τα σημαντικά οφέλη που προκύπτουν για την αποτελεσματικότητα της διοικητικής δράσης και τη διευκόλυνση της καθημερινότητας των πολιτών, η ψηφιοποίηση της δημόσιας δράσης συνεπάγεται αυξημένους κινδύνους στον τομέα της κυβερνοασφάλειας. Οι δημόσιες υπηρεσίες αποτελούν βασικό στόχο κυβερνοεπιθέσεων, οι οποίες δύνανται να επιφέρουν σοβαρές έννομες συνέπειες, όπως παραβιάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διατάραξη της αρχής της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας. Η παρούσα εργασία εξετάζει, αφενός, τους κινδύνους και τις επιπτώσεις των κυβερνοεπιθέσεων κατά των δημοσίων υπηρεσιών και, αφετέρου, το γαλλικό και το ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την κυβερνοασφάλεια στον δημόσιο τομέα. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις υποχρεώσεις πρόληψης των δημόσιων υπηρεσιών και στη δυνατότητα θεμελίωσης αστικής ευθύνης του δημοσίου σε περιπτώσεις πλημμελούς συμμόρφωσης, ακόμη και κατά παράβαση διατάξεων του ήπιου δικαίου (soft law).The digital transition of public administration has led to extensive dematerialization of public services and intensive processing of citizens' personal data. Despite the significant benefits in terms of administrative efficiency and facilitating citizens' daily lives, the digitization of public services entails increased cybersecurity risks. Public services are a key target for cyberattacks, which can have serious legal consequences, such as personal data breaches and disruption of the continuity of public service. This paper examines, on the one hand, the risks and consequences of cyberattacks against public services and, on the other hand, the French and EU regulatory framework governing cybersecurity in the public sector. Particular emphasis is placed on the prevention obligations of public services and the possibility of establishing civil liability of the state in the event of non-compliance, even in violation of soft law

    Γονεϊκότητα στα ομόφυλα ζευγάρια· Μια συγκριτική μελέτη ελληνικού και γερμανικού δικαίου

    No full text
    Με αφετηρία τον Ν. 5089/2024 που καθιέρωσε τον γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια, η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ζήτημα της γονεϊκότητας στα ομόφυλα ζευγάρια, δηλαδή τη δημιουργία νομικού δεσμού συγγένειας του παιδιού και με τους δύο γονείς. Ελλείψει σχετικής τροποποίησης του έμφυλα δομημένου ελληνικού δικαίου της συγγένειας με τον Ν. 5089/2024, εξετάζονται τα πρακτικά και ερμηνευτικά προβλήματα που προκύπτουν, όσον αφορά την αναγνώριση της γονεϊκής ιδιότητας του δεύτερου (μη βιολογικού) γονέα, με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του παιδιού. Ειδικότερα, εξετάζεται το ζήτημα της πρόσβασης των ομόφυλων ζευγαριών (γυναικών και ανδρών) σε μεθόδους ΙΥΑ, καθώς και το ερώτημα αν η συγγένεια με τον δεύτερο μη βιολογικό γονέα μπορεί να θεμελιωθεί με αναλογική εφαρμογή του δικαίου της συγγένειας ή εάν αντίθετα, η επιλογή της υιοθεσίας του τέκνου του συζύγου, που δόθηκε με τον Ν. 5089/2024, είναι επαρκής. Για την απάντηση των ανωτέρω ερωτημάτων χρησιμοποιείται η συγκριτική ανάλυση του γερμανικού δικαίου. Στη Γερμανία, ο γάμος για τα ομόφυλα ζευγάρια καθιερώθηκε με τον Νόμο «Ehe für alle» («Γάμος για όλους») το 2017, επίσης χωρίς τροποποίηση του έμφυλα διατυπωμένου γερμανικού δικαίου της συγγένειας. Από το 2017 υπάρχει ανεπτυγμένη θεωρία και νομολογία που χρησιμοποιείται για την εξαγωγή συμπερασμάτων για την ελληνική έννομη τάξη. Σκοπός της εργασίας είναι αφενός η συστηματική αποτύπωση του ισχύοντος νομικού πλαισίου και των θέσεων θεωρίας και νομολογίας για κάθε ένα από τα επιμέρους ζητήματα, αφετέρου η ανάδειξη της ανάγκης για σαφή και συνεπή νομοθετική ρύθμιση, προς διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της ουσιαστικής ισότητας όλων των παιδιών.Starting from Law 5089/2024, which introduced marriage for same-sex couples, the present master’s thesis examines the issue of parenthood in same-sex couples, namely the creation of a legal parent–child relationship between the child and both parents. In the absence of a corresponding amendment of the gender-based structure of Greek kinship law by Law 5089/2024, the thesis explores the practical and interpretative problems that arise with regard to the recognition of the parental status of the second (non-biological) parent, with primary regard to the best interests of the child. More specifically, the thesis examines the issue of access of same-sex couples (both female and male couples) to medically assisted reproduction, as well as the question of whether the parent–child relationship with the second non-biological parent may be established through the analogous application of kinship law, or whether, conversely, the option of adopting the spouse’s child - introduced by Law 5089/2024 - is sufficient. In order to address these questions, a comparative analysis of German law is employed. In Germany, marriage for same-sex couples was introduced by the “Ehe für alle” (“Marriage for All”) Act in 2017, likewise without reforming the gender-based structure of German kinship law. Since 2017, a developed body of legal scholarship and case law has emerged, which is used to draw conclusions for the Greek legal order. The aim of the thesis is twofold: first, to provide a systematic presentation of the applicable legal framework and the positions adopted in legal scholarship and case law with regard to each of the specific issues examined; and second, to highlight the need for clear and coherent legislative regulation, in order to ensure legal certainty and the substantive equality of all children

    Τροφική αλλεργία με γαστρεντερικές εκδηλώσεις σε αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη: Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας

    No full text
    Εισαγωγή: Ο αποκλειστικός μητρικός θηλασμός αποτελεί την ιδανική διατροφή των βρεφών ωστόσο, αλλεργικές αντιδράσεις σε πρωτεΐνες τροφών που μεταφέρονται μέσω μητρικού γάλακτος έχουν περιγραφεί, με ποικίλο φάσμα κλινικών εκδηλώσεων. Σκοπός: Ανασκόπηση των IgE και μη IgE μεσολαβούμενων αλλεργικών αντιδράσεων σε αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη, των υπεύθυνων αλλεργιογόνων, της κλινικής εικόνας και των διαγνωστικών/θεραπευτικών προσεγγίσεων. Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση της διεθνούς βιβλιογραφίας μέσω της βάσης δεδομένων PubMed (μελέτες, ανασκοπήσεις, case reports) για αντιδράσεις σε πρωτεΐνες τροφών που μεταφέρονται μέσω μητρικού γάλακτος. Αποτελέσματα: Οι IgE-μεσολαβούμενες αντιδράσεις είναι σπάνιες, αλλά έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αναφυλαξίας μετά από έκθεση κυρίως σε πρωτεΐνες αγελαδινού γάλακτος. Οι μη IgE αντιδράσεις (FPIAP, FPIES, FPE, ηωσινοφιλικά σύνδρομα) είναι συχνότερες και αφορούν κυρίως γαστρεντερικά συμπτώματα. Η διάγνωση βασίζεται σε βελτίωση των συμπτωμάτων όταν εφαρμοστεί δίαιτα αποκλεισμού στη θηλάζουσα μητέρα και υποτροπή των συμπτωμάτων όταν γίνει επανεισαγωγή. Η υπερδιάγνωση αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο, με συνέπειες στη θρέψη της μητέρας και τη συνέχιση του θηλασμού. Συμπεράσματα: Ο θηλασμός παραμένει ο καλύτερος τρόπος σίτισης των βρεφών. Οι αλλεργικές αντιδράσεις μέσω μητρικού γάλακτος, αν και σπάνιες, απαιτούν τεκμηριωμένη και εξατομικευμένη διαχείριση με στόχο την αποφυγή αχρείαστων διαιτών αποκλεισμού, τη διασφάλιση της θρεπτικής επάρκειας της μητέρας και τη διατήρηση του θηλασμού.Introduction: Exclusive breastfeeding is the optimal form of infant nutrition; however, food protein–related allergic reactions transmitted via human milk have been reported, with heterogeneous clinical presentations. Aim: To review IgE- and non-IgE–mediated allergic reactions in exclusively breastfed infants, identify responsible allergens and summarize clinical features, diagnostic approaches and management. Materials and Methods: A literature review of studies, reviews, and case reports was performed through the PubMed database, focusing on reactions to food proteins transmitted through human milk. Results: IgE-mediated reactions are rare, yet anaphylaxis especially to cow’s milk has been described. Non-IgE entities (FPIAP, FPIES, FPE, eosinophilic GI disorders) are more frequent and predominantly gastrointestinal. Diagnosis relies on symptom resolution after maternal elimination diets and relapse upon reintroduction. Overdiagnosis is a concern, with potential adverse effects on maternal nutrition and breastfeeding continuation. Conclusions: Breastfeeding should be supported as the best feeding practice. Although uncommon, breast-milk–mediated food allergy requires evidence-based, individualized management to avoid unnecessary maternal elimination diets, safeguard maternal nutritional status, and maintain breastfeeding

    Η συνεργασία του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα παροχής πρωτοβάθμιας περίθαλψης

    No full text
    Το εξελισσόμενο τοπίο της παγκόσμιας υγειονομικής περίθαλψης αναγνωρίζει όλο και περισσότερο τον κρίσιμο ρόλο της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης (PHC) ως ακρογωνιαίου λίθου αποτελεσματικών και δίκαιων συστημάτων υγείας. Από την επίσημη διεθνή έναρξή της με τη Διακήρυξη της Alma-Ata το 1978 έως την επιβεβαίωσή της στη Διάσκεψη της Astana το 2018, η PHC έχει προωθηθεί ως ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που περιλαμβάνει την πρόληψη, τη θεραπεία, την αποκατάσταση και την προαγωγή της υγείας. Η βασική της αρχή —ότι η υγεία είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα προσβάσιμο σε όλους— συνεχίζει να διαμορφώνει τους διαλόγους για την πολιτική υγείας σε όλο τον κόσμο. Εν μέσω των αυξανόμενων δημογραφικών, επιδημιολογικών και κοινωνικοοικονομικών πολυπλοκοτήτων, τα συστήματα υγείας αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις για την παροχή προσβάσιμης, υψηλής ποιότητας πρωτοβάθμιας φροντίδας. Σε αυτό το περιβάλλον, οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) έχουν αναδειχθεί ως πολλά υποσχόμενα μοντέλα για την αξιοποίηση των συμπληρωματικών πλεονεκτημάτων της διαχείρισης του δημόσιου τομέα και της καινοτομίας και της κινητοποίησης πόρων του ιδιωτικού τομέα. Οι ΣΔΙΤ υπερβαίνουν τις απλές συμβατικές ρυθμίσεις, αντιπροσωπεύοντας στρατηγικά συντονισμένες συνεργασίες που αποσκοπούν στην βελτιστοποίηση της ανάπτυξης υποδομών, της παροχής υπηρεσιών και της υιοθέτησης τεχνολογιών. Το σύστημα πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης της Ελλάδας αποτελεί την επιτομή αυτής της δυναμικής μετάβασης, που δοκιμάζεται από την οικονομική λιτότητα, την κατακερματισμένη διακυβέρνηση και τις εξελισσόμενες κοινωνικές ανάγκες. Η ιστορική του πορεία - από την ιδρυτική ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας το 1983 έως τις πρόσφατες νομικές μεταρρυθμίσεις που διευκολύνουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ΠΦΥ - αντανακλά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες εκσυγχρονισμού και διατήρησης της παροχής υπηρεσιών. Η παρούσα διατριβή διερευνά διεξοδικά τις ΣΔΙΤ στο ελληνικό πλαίσιο της ΠΦΥ, τοποθετώντας τις εθνικές μεταρρυθμίσεις εντός ευρύτερων διεθνών εμπειριών και θεωρητικών πλαισίων. Έτσι, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές μορφές συνεργασίας μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στην παροχή πρωτοβάθμιας περίθαλψης, η παρούσα έρευνα, όπως ελέχθη, επικεντρώνεται και περιορίζεται μόνο στις ΣΔΙΤ προκειμένου να εξεταστούν τα χαρακτηριστικά τους, η αποτελεσματικότητά τους και η καινοτομία. Αυτές μπορεί να οδηγήσουν στην βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών εν γένει. Με την κριτική ανάλυση των βασικών νομοθετικών ορόσημων, των επιχειρησιακών μοντέλων, της ψηφιακής ολοκλήρωσης της υγείας και των συγκριτικών προσεγγίσεων από την Ευρώπη και πέραν αυτής, η εργασία αυτή στοχεύει να διασαφηνίσει τις δυνατότητες, τις προκλήσεις και τις στρατηγικές κατευθύνσεις για την πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη που βασίζεται σε ΣΔΙΤ στην Ελλάδα. Υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για ισχυρή διακυβέρνηση, ισότιμη πρόσβαση και τεκμηριωμένη πολιτική. Τελικά η έρευνα αυτή αποσκοπεί να ενημερώσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τους επαγγελματίες και τους μελετητές που επιδιώκουν να κατανοήσουν την πολύπλοκη αλληλεπίδραση των δημόσιων και ιδιωτικών ρόλων στην πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη, προωθώντας καινοτόμες και βιώσιμες οδούς προς ανθεκτικά συστήματα.The evolving landscape of global health care increasingly recognizes the critical role of PHC as the cornerstone of effective, equitable health systems. From its formal international inception with the 1978 Alma-Ata Declaration through the reaffirmation in the 2018 Astana Conference, PHC has been championed as a comprehensive framework encompassing prevention, treatment, rehabilitation, and health promotion. Its underlying principle—that health is a fundamental human right accessible to all—continues to shape health policy dialogues worldwide. Amid growing demographic, epidemiologic, and socioeconomic complexities, health systems face mounting pressures to provide accessible, high-quality primary care while ensuring financial sustainability. In this milieu, PPPs have emerged as promising models to harness the complementary strengths of the public sector’s stewardship and the private sector’s innovation and resource mobilization. PPPs transcend mere contractual arrangements, representing strategically coordinated collaborations aimed at optimizing infrastructure development, service delivery, and technological adoption. Greece’s primary health care system epitomizes this dynamic transition, challenged by economic austerity, fragmented governance, and evolving societal needs. Its historical trajectory—from the foundational establishment of the National Health System in 1983 to recent legal reforms facilitating private sector engagement in PHC—reflects ongoing efforts to modernize and sustain service provision. This thesis comprehensively explores PPPs in the Greek PHC context, situating national reforms within broader international experiences and theoretical frameworks. Thus, despite the fact that there are many forms of cooperation between the public and private sectors in the provision of primary healthcare, the present study, as stated, focuses on and is limited solely to Public–Private Partnerships (PPPs) in order to examine their characteristics, their effectiveness, and innovation. These may lead to an overall improvement in the quality of services.” By critically analyzing key legislative milestones, operational models, digital health integration, and comparative approaches from Europe and beyond, this work aims to elucidate the potentials, challenges, and strategic directions for PPP-driven PHC in Greece. It underscores the imperative for robust governance, equitable access, and evidence-based policy to ensure that PPPs contribute meaningfully to universal health coverage and improved population health outcomes. Ultimately, this inquiry aspires to inform policymakers, practitioners, and scholars seeking to navigate the complex interplay of public and private roles in primary health care, fostering innovative and sustainable pathways toward resilient health systems in Greece and comparable settings

    Max Weber και Theodor Adorno: Στοιχεία της βεμπεριανής σκέψης και μεθοδολογίας των κοινωνικών επιστημών στην έρευνα Μελέτες για την Αυταρχική Προσωπικότητα

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία αποπειράται να εντοπίσει ίχνη της βεμπεριανής σκέψης, αλλά και μεθοδολογίας των κοινωνικών επιστημών, στα κομμάτια γραφής του Theodor Adorno εντός της έρευνας «Μελέτες για την Αυταρχική Προσωπικότητα». Η μελέτη δεν εξαντλείται σε μια συγκριτική αντιπαραβολή, αλλά, αντίθετα, κινείται περισσότερο εντός ενός πλαισίου εξακρίβωσης ή μη θεωρητικών επιρροών και μοτίβων σύλληψης εννοιών και σκέψης. Ορισμένα από τα πιο θεμελιώδη ζητήματα που αναπόφευκτα συζητώνται είναι η αξιακή ελευθερία της επιστήμης, η έννοια του ορθολογισμού, η συμβολή της ψυχολογικής παραμέτρου στις κοινωνικές έρευνες, η γραφειοκρατία, η ανθρώπινη πράξη και προσωπικότητα, καθώς και η μέθοδος της δημιουργίας ιδεότυπων. Όλα τα παραπάνω ανιχνεύονται ενεργά στον τρόπο συλλογιστικής του Adorno, ακολουθώντας πολύ συχνά είτε ένα σχήμα υπέρβασης είτε μια κριτική ανακατασκευή με πιο ριζοσπαστικό πρόταγμα.This thesis attempts to identify traces of Weberian thought and social science methodology in Theodor Adorno’s argumentation within the study “The Authoritarian Personality”. The work at hand extends beyond a mere comparative contrast and moves more within a framework of verifying or not theoretical influences and patterns of conceptualization and thought. Some of the most fundamental issues that are inevitably discussed include the value-free ideal of science, the concept of rationalism, the contribution of the psychological parameter to social research, bureaucracy, human action and personality, and the method of inventing ideotypes. All of the above are actively explored in Adorno’s reasoning, often following either a pattern of exceedance or a critical reconstruction with a more radical proposition

    Η ψηφιοποίηση της διοικητικής διαδικασίας και η εξασφάλιση των δικαιωμάτων του διοικουμένου στην ψηφιακή εποχή

    No full text
    Η διπλωματική εργασία εξετάζει τη μετάβαση της διοικητικής διαδικασίας από το παραδοσιακό στο ψηφιακό μοντέλο με βάση το θεσμικό πλαίσιο της ηλεκτρονικής και ψηφιακής διακυβέρνησης σύμφωνα με τον Ν.4727/2020 καθώς και τις συνέπειες των εν λόγω αλλαγών στα δικαιώματα του διοικουμένου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και στις δυσκολίες εφαρμογής του σε ψηφιακό περιβάλλον, ενώ εξετάζεται η υποχρέωση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων, ιδίως όταν αυτές εκδίδονται αυτοματοποιημένα μέσω αλγορίθμων και τέλος αναλύεται ο μετασχηματισμός του δικαστικού ελέγχου και τα ζητήματα προσβολής των ψηφιακών διοικητικών πράξεων.The thesis examines the transition of the administrative process from the traditional to the digital model based on the institutional framework of electronic and digital governance in accordance with Law 4727/ 2020, as well as the consequences of these changes on the rights of the governed. Particular emphasis is placed on the right to a prior hearing and the difficulties of its application in a digital environment, while examining the obligation to justify administrative acts, especially when they are issued automatically through algorithms, and finally analyzing the transformation of judicial review and issues of challenging digital administrative acts

    Οι έννοιες της «άμεσης συμμετοχής στις εχθροπραξίες» και της «συνεχούς μαχητικής δραστηριότητας» στις ένοπλες συγκρούσεις

    No full text
    Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία έχει ως κύριο στόχο να ρίξει φως σε δύο έννοιες του Δικαίου των Ενόπλων Συγκρούσεων, για τις οποίες δεν υφίστανται κοινώς αποδεκτοί ορισμοί, παρά τις ερμηνείες και τις υιοθετούμενες προσεγγίσεις από πλευράς τόσο της διεθνούς κοινότητας (και ιδίως των διαφόρων κρατών) όσο και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Οι έννοιες της «Άμεσης Συμμετοχής στις Εχθροπραξίες» και της «Συνεχούς Μαχητικής Δραστηριότητας» απασχολούν, καθότι σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ατόμων/προσώπων στο πλαίσιο του Δικαίου των Ενόπλων Συγκρούσεων. Το γεγονός ότι τα υπόψη άτομα/πρόσωπα έχουν (τουλάχιστον εν πρώτοις) την ιδιότητα του «αμάχου» στο πλαίσιο των ενόπλων συγκρούσεων καταδεικνύει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την ευαισθησία για το ζήτημα. Στο ως άνω πλαίσιο, γίνεται προσπάθεια να σκιαγραφηθούν και να συγκριθούν μεταξύ τους οι θέσεις των διαφόρων κρατών κυρίως μέσω της μελέτης των κρατικών Εγχειριδίων περί του Δικαίου των Ενόπλων Συγκρούσεων/Επιχειρησιακού Δικαίου, αφού πρώτα λαμβάνει χώρα ανάλυση των δύο επίμαχων εννοιών υπό το πρίσμα των Κατευθυντήριων Γραμμών/Οδηγιών της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (Interpretive Guidance-IG). Το παρόν πόνημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο, αναλύονται οι ιδιότητες του «μαχητή» και του «αμάχου», που αποτελούν το απαιτούμενο υπόβαθρο για την κυρίως ανάλυση. Στο δεύτερο Μέρος, οι δύο έννοιες που απασχολούν εξετάζονται υπό το πρίσμα των Interpretive Guidance, ενώ στη συνέχεια παρατίθενται οι αποκλίνουσες (άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο) απόψεις. Τέλος, στο τρίτο Μέρος επιχειρείται να ερμηνευτούν οι στάσεις που τηρούν τα διάφορα κράτη, ενώ λαμβάνει χώρα εκτενέστερη αναφορά στις ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις δύο συγκεκριμένων κρατών.The main objective of the current thesis is to shed light on two concepts of the Law of Armed Conflicts (LOAC); namely "Direct Participation in Hostilities" and "Continuous Combat Function". For these two concepts there are not commonly accepted definitions, despite the interpretations and the adopted approaches from both the international community (and especially the various states) and the academic community. The concepts of "Direct Participation in Hostilities" and "Continuous Combat Function" preoccupy us, as they are related, among other things, to the targeting of specific individuals/persons in the context of LOAC. The fact that the above-mentioned individuals/persons are characterized (at least initially) as 'civilians' in the context of the armed conflicts demonstrates the particular interest of the subject. In this context, an attempt is made to outline and compare the positions of the various states mainly through the study of the state LOAC Manuals/Operational Law Manuals, following an analysis of the two disputed concepts in the light of the ICRC’s Interpretive Guidance. The current thesis is divided into three parts. In the first, the status of "combatant" and that of "civilian" are examined in depth, since they constitute the required background for the main analysis. In the second Part, the two concepts concerned are examined in the light of ICRC’s Interpretive Guidance, while subsequently the divergent views are presented. Finally, in the third Part, an attempt is made to interpret the positions adopted by the various states, while a more extensive reference is made to the particularly interesting stances of two specific states

    Ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στον τομέα της ναυτικής εργασίας: Εφαρμοστέο δίκαιο και διεθνής δικαιοδοσία

    No full text
    Η εργασία εξετάζει τα ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στη ναυτική εργασία, με έμφαση στο εφαρμοστέο δίκαιο και τη διεθνή δικαιοδοσία. Η σύμβαση ναυτολόγησης, ως μορφή εξαρτημένης εργασίας με διεθνή χαρακτηριστικά, δημιουργεί πολυπλοκότητες λόγω της σημαίας του πλοίου, του τόπου παροχής εργασίας και της έδρας του πλοιοκτήτη. Αναλύεται η ιστορική εξέλιξη της ναυτικής νομοθεσίας στην Ελλάδα και διεθνώς, με κομβικό σημείο τη Διεθνή Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (MLC, 2006). Παρουσιάζονται οι κανόνες επιλογής δικαίου (Σύμβαση Ρώμης, Κανονισμός Ρώμη Ι), οι περιορισμοί μέσω αναγκαστικών διατάξεων και τα προβλήματα των «σημαιών ευκαιρίας». Σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Βρυξελλών και του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι bis εξασφαλίζουν την πρόσβαση των ναυτικών στη δικαιοσύνη. Τέλος, μελετάται το ναυτεργατικό ατύχημα, οι θεωρίες εφαρμοστέου δικαίου (lex navis, lex loci accidenti, lex contractus) και η συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, με την ελληνική νομολογία να τείνει στην εφαρμογή του ελληνικού δικαίου όταν υπάρχει στενός δεσμός με την υπόθεση.This thesis explores issues of private international law in maritime employment, focusing on applicable law and international jurisdiction. The seafarer’s employment contract, as a form of dependent labor with strong international features, raises complexities related to the ship’s flag, the place of work, and the shipowner’s seat. The historical development of maritime labor law is analyzed in Greece and internationally, with the Maritime Labour Convention (MLC, 2006) as a landmark. The study discusses the rules on choice of law (Rome Convention, Rome I Regulation), mandatory provisions limiting party autonomy, and the challenges posed by flags of convenience. Regarding jurisdiction, the Brussels Convention and the Brussels I bis Regulation enhance seafarers’ access to justice. Finally, maritime accidents are examined through theories of applicable law (lex navis, lex loci accidenti, lex contractus) and the overlap of contractual and tortious liability, with Greek case law often applying Greek law when a close connection exists

    Κατηγοριοποίηση, εξέλιξη και ολοκληρωμένη διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση στις Β3 βλάβες μαστού: μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας

    No full text
    Εισαγωγή: Οι βλάβες του μαστού αβέβαιου κακοήθους δυναμικού, οι οποίες είναι γνωστές και ως B3 βλάβες του μαστού, περιλαμβάνουν έναν αριθμό από διαφορετικές παθολογοανατομικές οντότητες οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους, συμπεριλαμβανομένου στον κίνδυνο εμφάνισης κακοήθειας. Με την παρούσα διπλωματική εργασία πραγματοποιήθηκε μία αναλυτική ανασκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας σε σχέση με την κατηγοριοποίηση, τη εξέλιξη και την ολοκληρωμένη διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση των Β3 βλαβών του μαστού. Αποτελέσματα: Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί αρκετές κατευθυντήριες οδηγίες σε σχέση με την διαχείριση των βλαβών Β3 του μαστού, κάθε μία από τις οποίες παρέχουν ελαφρώς διαφορετικές συστάσεις. Στην παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάστηκαν λεπτομερώς οι Ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες, οι οποίες υποστηρίζουν μία εξατομικευμένη προσέγγιση, η οποία βασίζεται στην εκτίμηση μιας σειράς παραγόντων όπως είναι οι ατυπίες, το μέγεθος της βλάβης, το μέγεθος του δείγματος της βιοψίας καθώς και οι συγκεκριμένες προτιμήσεις της ασθενούς. Σύμφωνα με αυτές, η αντιμετώπιση των βλαβών μπορεί να περιλαμβάνει πραγματοποίηση ανοιχτής χειρουργικής επέμβασης, VAE (διαδερμική εκτομή με βοήθεια κενού) ή απλά συστηματική παρακολούθηση, με τις σχετικές αποφάσεις να λαμβάνονται από την αντίστοιχη διεπιστημονική επιτροπή. Συμπέρασμα: Οι βλάβες Β3 του μαστού, εξαιτίας του αβέβαιου κακοήθους δυναμικού τους αποτελούν μία σύνθετη και συνεχώς εξελισσόμενη πρόκληση στην κλινική πράξη. Ο συνδυασμός της ετερογενούς φύσης τους με τους περιορισμούς των διαθέσιμων, έως σήμερα, διαγνωστικών εργαλείων, δημιουργούν μία «γκρίζα ζώνη», η οποία, σε πολλές των περιπτώσεων, περιπλέκει την διάγνωση αλλά και την αντιμετώπισή τους. Οι πιθανές μελλοντικές εξελίξεις στα πεδία της τεχνητής νοημοσύνης, της γονιδιωματικής, των απεικονιστικών τεχνικών, των μεθόδων της βιοψίας καθώς και η βαθύτερη κατανόηση των βιολογικών χαρακτηριστικών των βλαβών είναι κομβικής σημασίας, τόσο για την βελτίωση των αποτελεσμάτων της διαχείρισης των βλαβών, όσο και για τον περιορισμό στο ελάχιστο της υπερ-θεραπείας, ή των λανθασμένων διαγνώσεων.Introduction: Breast lesions of uncertain malignant potential, also known as B3 breast lesions, include a number of different pathological entities that differ from each other, including in their risk of malignancy. These lesions have been diagnosed with increasing frequency in recent years, mainly due to the implementation of screening programs and the use of more modern and sensitive imaging techniques. This thesis provides a comprehensive review of the recent literature on the classification, progression, integrated diagnostic and therapeutic approach to B3 breast lesions. Results: In recent years, several guidelines have been published on the management of B3 breast lesions, each providing slightly different recommendations. This thesis presents in detail the European guidelines, which support a personalized approach based on the assessment of a number of factors such as atypia, lesion size, biopsy sample size, and the patient's specific preferences. According to these guidelines, the treatment of lesions may include open surgery, VAE (vacuum-assisted excision), or simply systematic monitoring, with the relevant decisions being made by the corresponding multidisciplinary committee. Conclusion: B3 breast lesions, due to their uncertain malignant potential, are a complex and constantly evolving challenge in clinical practice. The combination of their heterogeneous nature and the limitations of the diagnostic tools available to date creates a "gray area" which, in many cases, complicates both their diagnosis and treatment. Potential future developments in the fields of artificial intelligence, genomics, imaging techniques, biopsy methods, and a deeper understanding of the biological characteristics of the lesions are crucial, both for improving the results of lesion management and for minimizing overtreatment or misdiagnosis

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇