National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η επέκταση του δεδικασμένου απόφασης νομικού προσώπου και τρίτου και στα μέλη του νομικού προσώπου – Ιδίως το παράδειγμα του ομορρύθμου εταίρου
Η διάταξη του άρθρου 329 ΚΠολΔ, όπως όλες οι εξαιρετικές ρυθμίσεις που διέπουν τον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της. Δεν μπορεί, ασφαλώς, να παραμεριστεί η πρόδηλη βούληση του ιστορικού νομοθέτη υπέρ της καθολικής εφαρμογής της διατάξεως σε όλα τα είδη των νομικών προσώπων, θέση η οποία διατυπώνεται με σαφήνεια. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι στη ρύθμιση του άρθρου 329 ΚΠολΔ υπάγονται καταρχήν όλα τα νομικά πρόσωπα —χωρίς να επιτρέπεται εξαίρεση ορισμένων μορφών, όπως λ.χ. οι κεφαλαιουχικές εταιρείες— δεν δύναται να αμφισβητηθεί. Ο πυρήνας του προβληματισμού εντοπίζεται, αντιθέτως, στον τρόπο με τον οποίο τα μέλη των νομικών προσώπων δεσμεύονται από το δεδικασμένο δικαστικής αποφάσεως, εκδοθείσας μεταξύ του νομικού προσώπου και τρίτου, ιδίως πιστωτή του. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται σκόπιμη η παρουσίαση τόσο των διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων όσο και των πρακτικών δυσχερειών που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της διάταξης, με σκοπό να αναδειχθεί μία όσο το δυνατόν πληρέστερη και ακριβέστερη εικόνα του υπό εξέταση ζητήματος. Κατά την άποψη της γράφουσας, πάντως, ως αφετηρία κάθε ερμηνευτικής προσπάθειας πρέπει να τίθενται οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης των μελών νομικών προσώπων, οι οποίες εμφανίζονται πάντοτε εξαιρετικώς στο θετικό δίκαιο. Κατεξοχήν παράδειγμα συνιστά εκείνο του ομόρρυθμου εταίρου, του οποίου η ευθύνη είναι απεριόριστη και εις ολόκληρον, γεγονός που καθιστά νομοτυπικά δυνατή τη δέσμευσή του από το δεδικασμένο, ακόμη και αν δεν συμμετείχε ως τυπικός διάδικος στη με διάδικο την εταιρεία δίκη. Μόνον εφόσον ληφθεί υπόψη το ουσιαστικό θεμέλιο ευθύνης μπορεί να αιτιολογηθεί η δέσμευσή των μελών του νομικού προσώπου από το δεδικασμένο, διασφαλιζομένης ταυτοχρόνως της επαρκούς δικαστικής προστασίας των εννόμων συμφερόντων τους.The provision of Article 329 of the Greek Code of Civil Procedure, like all exceptional rules governing the field of private law, requires particular caution in its interpretation and application. The intention of the historical legislator in favor of the provision’s universal application to all types of legal persons cannot, of course, be disregarded; this intention is expressed with clarity. Consequently, the fact that Article 329 CCP applies in principle to all legal persons—without allowing for the exclusion of certain forms, such as limited liability companies or other capital-based corporate entities—cannot be called into question. The core of the problem, by contrast, lies in the manner in which the members of legal persons are bound by the res judicata effect of a judicial decision, rendered between the legal person and a third party, particularly one of its creditors. In this context, it is appropriate to present both the differing theoretical approaches and the practical difficulties that arise in the application of the provision, with a view to providing as complete and accurate a picture as possible of the issue under examination. According to the author’s view, however, the starting point of any interpretative effort must be the cases of liability of members of legal persons under substantive law, which invariably appear as exceptional regimes within positive law. A paradigmatic example is that of the general partner in a general partnership, whose liability is unlimited and joint and several, a fact that renders it legally conceivable for that partner to be bound by res judicata even if he or she did not participate as a formal party in the proceedings to which the legal person was a party. Only by taking into account the substantive legal basis of liability can the binding effect of res judicata upon the members of a legal person be justified, while simultaneously safeguarding the effective judicial protection of their legitimate interests
Pseudodifferential operators on Lie groupoids and quantization
Σε αυτή την εργασία μελετάμε τον ψευδοδιαφοριϰό λογισμό στο πλαίσιο των ομαδοειδών Lie ϰαι την εφαρμογή του στην ϰβαντοποίηση της δομής Lie-Poisson, όπως μελετήϑηϰε από τους Victor Nistor, Alan Weinstein ϰαι Ping Xu στο άρϑρο ”Pseudodifferential operators on differential groupoids”, Pacific Journal of Mathematics, Vol. 189, Νο. 1, 1999. Τα ομαδοειδή γενιϰεύουν την έννοια της ομάδας ϰαι της δράσης, με τρόπο που περιγράφουν εξωτεριϰές συμμετρίες επιπλέον των εσωτεριϰών. Ειδιϰότερα τα συμπλεϰτιϰά ομαδοειδή, τα οποία μελετήϑηϰαν από τον Alan Weinstein την δεϰαετία του 1980, συνδέονται με την ολοϰ- λήρωση μιας δομής Lie-Poisson. Επίσης, λόγω του ϑεωρήματος Schwartz, τα ομαδοειδή εν- τάσσονται στην Ανάλυση, ϰαϑώς περιγράφουν γεωμετριϰά την συνέλιξη. Ειδιϰότερα, στο πλαίσιο του ψευδοδιαφοριϰού λογισμού, το αδιαβατιϰό ομαδοειδές, το οποίο εισήγαγε ο Alain Connes για την μελέτη της ϑεωρίας δείϰτη, περιγράφει γεωμετριϰά το πρωτεύον σύμβολο σαν ασυμπτωτιϰό όριο ενός ψευδοδιαφοριϰού τελεστή. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύουμε τον ορισμό ϰαι τις βασιϰές ιδιότητες των ψευδοδιαφοριϰών τελεστών σε ομαδοειδή Lie, την ανάπτυξη του σχετιϰού συμβολιϰού λογισμού, ϰαι διερε- υνούμε τη σχέση με την παραμορφωτιϰή ϰβαντοποίηση, ϰαϑώς ϰαι σχετιϰά παραδείγματα.In this dissertation, we study pseudodifferential calculus for Lie groupoids and their application on deformation quantization of Lie-Poisson structures. We follow the article of Victor Nistor, Alan Weinstein and Ping Xu ”Pseudodifferential operators on differential groupoids”, Pacific Journal of Mathematics, Vol. 189, Νο. 1, 1999. Groupoids generalize the concept of a group and an action of a group, in a way that describes external symmetries, well beyond internal ones. In particular, symplectic groupoids, studied by AlanWeinstein in the 1980s, are related with integrations of Lie-Poisson structures. Groupoids are also linked with Analysis, through the Schwartz kernel theorem: they provide a geometric description of convolution. Moreover, in pseudodifferential calculus, the adiabatic groupoid introduced by Alain Connes for the study of index theory, describes geometrically the principal symbol as an asymptotic limit of the operator it arises from. In this framework, we analyse the definition and properties of pseudodifferential operators on Lie groupoids, the associated symbolic calculus, and we investigate their relation with deformation quantization, providing examples
Διαχείριση και αντιμετώπιση Β3 αλλοιώσεων στην κλινική πράξη
Οι Β3 αλλοιώσεις του μαστού, αποτελούν μία κατηγορία ιστολογικών αλλοιώσεων που χαρακτηρίζονται από αβέβαιη κακοήθεια. Πρόκειται για μία ετερογενή ομάδα ιστοπαθολογικών οντοτήτων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η καθεμία και με διαφορετική πιθανότητα αναβάθμισης σε κακοήθεια μετά την δευτερογενή ιστολογική τους εκτίμηση. Στις αλλοιώσεις αυτές συγκαταλέγονται : η άτυπη ενδοπορική επιθηλιακή υπερπλασία (atypical intraductal epithelial proliferation), η λοβιακή νεοπλασία (lobular neoplasia), η επίπεδη επιθηλιακή ατυπία (flat epithelial atypia), η ακτινωτή ουλή ή σύνθετη σκληρυντική αλλοίωση (radial scar/complex sclerosing lesion), οι θηλωματώδεις αλλοιώσεις (papillary lesions), οι ινοεπιθηλιακοί όγκοι (cellular fibroepithelial lesions), οι βλεννώδεις αλλοιώσεις (mucocele-like lesions) και άλλες πιο σπάνιες όπως τα αδενομυοεπιθηλιώματα, κ.α. Η πρωτογενής ιστολογική τους ταυτοποίηση γίνεται είτε με βιοψία δια κόπτουσας βελόνας (Core needle biopsy -CNB) είτε με βιοψία με αναρρόφηση κενού (Vacuum Assisted Biopsy – VAB). Μέχρι πρόσφατα, στην Ελλάδα, η χειρουργική εκτομή τέτοιου είδους αλλοιώσεων αποτελούσε καθολική τακτική, λόγω της υψηλής πιθανότητας αναβάθμισης αυτών σε κακοήθεια (17%) μετά την παθολογοανατομική εξέταση του χειρουργικού παρασκευάσματος. Πλέον, η διαχείρηση αυτών των αλλοιώσεων, μετά την πρωτογενή τους εκτίμηση είτε με τη βιοψία core ή με τη VAB έχει αλλάξεικαι ενδέχεται να είναι η στενή παρακολούθηση, ενώ επί υπάρχουσας ατυπίας απαιτείται κατά περίπτωση είτε χειρουργική εκτομή είτε περαιτέρω εκτομή με VAE, λόγω της μεγάλης ετερογένειας των αλλοιώσεων αυτών. Στη συγκεκριμένη εργασία παρουσιάζεται η διαχείριση των Β3 αλλοιώσεων που προέκυψαν κατά τον προσυμπτωματικό έλεγχο (screening) μαστού στο τμήμα Μαστού του ΓΝΘ Άγιος Παύλος κατά την περίοδο 2019-2024 με τις υπάρχουσες δυνατότητες και ελλείψεις ενός Δημόσιου Νοσοκομείου, υπολογίζεται το ποσοστό αναβάθμισης σε κακοήθεια των αλλοιώσεων , αναζητείται η συσχέτιση μεταξύ του τύπου της αλλοίωσης και της αναβάθμισης σε κακοήθεια, ενώ παράλληλα πραγματοποιείται και ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, όσον αφορά τις συγκεκριμένες αλλοιώσεις.B3 breast lesions are a category of histological lesions characterized by uncertain malignancy. They are a heterogeneous group of histopathological entities, each with specific characteristics and a different probability of upgrading to malignancy after their secondary histological evaluation. These lesions include: atypical intraductal epithelial proliferation, lobular neoplasia, flat epithelial atypia, radial scar/complex sclerosing lesion, papillary lesions, cellular fibroepithelial lesions, mucocele-like lesions and other rarer lesions such as adenomyoepitheliomas, etc. Their primary histological identification is done either by core needle biopsy (CNB) or vacuum assisted biopsy (VAB). Until recently, in Greece, surgical excision of such lesions was a universal strategy, due to the high probability of their upgrading to malignancy (17%) after pathological examination of the surgical specimen. Now, the management of these lesions, after their primary assessment either with core biopsy or with VAB, has changed and may be close monitoring, while in the case of existing atypia, either surgical excision or further excision with VAE is required on a case-by-case basis, due to the great heterogeneity of these lesions. This paper presents the management of B3 lesions that occurred during breast screening in the Breast Department of the General Hospital of Agios Pavlos during the period 2019-2024 with the existing capabilities and shortcomings of a Public Hospital, the rate of upgrade to malignancy of the lesions is calculated, the correlation between the type of lesion and the upgrade to malignancy is sought, while at the same time a review of the existing literature is carried out regarding these specific lesions
Η χρήση εφαρμογών Επαυξημένης Πραγματικότητας για τη διδασκαλία ζητημάτων Κυκλοφοριακής Αγωγής στο Δημοτικό
Σκοπός της παρούσα διπλωματικής εργασίας είναι η εξέταση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας εφαρμογών Επαυξημένης Πραγματικότητας στηριζόμενης στην εικόνα (image – based) για τη διδασκαλία ζητημάτων Κυκλοφοριακής Αγωγής, στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ειδικότερα, στόχος είναι μέσω μιας μεικτής μεθοδολογικής προσέγγισης, να διαπιστωθεί εάν η χρήση της εφαρμογής «AR – Road Safety» μπορεί να ενισχύσει τις γνώσεις των μαθητών/τριών γύρω από ζητήματα Κυκλοφοριακής Αγωγής, καθώς και να αυξήσει το ενδιαφέρον τους. Στην έρευνα συμμετείχαν 24 παιδιά Ε’ Δημοτικού, τα οποία χωρίστηκαν τυχαία σε ομάδα παρέμβασης και ομάδα ελέγχου. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν γραπτές δοκιμασίες πριν και μετά την παρέμβαση, καθώς και ερωτηματολόγια. Τα δεδομένα, τα οποία υποβλήθηκαν σε στατιστική ανάλυση, κατέδειξαν θετικά αποτελέσματα. Διαπιστώθηκε σημαντική βελτίωση στην επίδοση της ομάδας παρέμβασης, συνοδευόμενη από υψηλά επίπεδα ικανοποίησης και θετική στάση απέναντι στην εφαρμογή «AR – Road Safety». Προτείνεται βέβαια η διενέργεια επιπλέον ερευνών, μεγαλύτερης κλίμακας για τη γενίκευση των συμπερασμάτων.The present study investigates the impact of image-based Augmented Reality applications in teaching Road Safety concepts to primary school students. More specifically, it explores whether the «AR – Road Safety» application can strengthen students’ conceptual understanding while simultaneously enhancing their motivation. A mixed-methods design was employed, involving a sample of 24 fifth-grade students, randomly divided into an experimental and a control group. Data were collected through pre- and post-tests, supplemented by questionnaires administered to the participants. The analysis of findings indicated positive results regarding both learning outcomes and engagement. The experimental group demonstrated a substantial increase in knowledge, accompanied by high levels of satisfaction and a positive attitude toward the «AR – Road Safety» application. Nevertheless, further research with larger and more diverse samples is deemed necessary to validate and generalize these conclusions
Τεχνητή νοημοσύνη και δίκαιο ανταγωνισμού
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ τεχνητής νοημοσύνης και δικαίου ανταγωνισμού, εστιάζοντας στις προκλήσεις που ανακύπτουν από τη χρήση αλγορίθμων και συστημάτων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης στις σύγχρονες ψηφιακές αγορές. Η ραγδαία εξάπλωση αυτοεκπαιδευόμενων και αυτόνομων αλγοριθμικών συστημάτων έχει μεταβάλει ριζικά τη λειτουργία των αγορών, δημιουργώντας νέες μορφές συντονισμένης συμπεριφοράς και αναδιαμορφώνοντας τις ισορροπίες ανταγωνισμού. Στο πρώτο μέρος της εργασίας αναλύεται η έννοια και οι κατηγορίες των αλγορίθμων, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους η αλγοριθμική τιμολόγηση και η μηχανική μάθηση μπορούν να επηρεάσουν την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ιδίως μέσω φαινομένων αλγοριθμικής συμπαιγνίας και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης. Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη και στο οικοσύστημα που τη συνοδεύει, με ιδιαίτερη έμφαση στις στρατηγικές συνεργασίες στον τομέα της ΤΝ και στις θεωρίες βλάβης που ενδέχεται να ανακύψουν από αυτές. Τέλος, στο τρίτο μέρος εξετάζονται οι σύγχρονες ρυθμιστικές και εποπτικές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένου του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Αγορές, του Νέου Εργαλείου Ανταγωνισμού, των εποπτευόμενων περιβαλλόντων και των εργαλείων ελέγχου τεχνητής νοημοσύνης. Η εργασία καταλήγει ότι το δίκαιο ανταγωνισμού καλείται να επιτύχει μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του ανταγωνισμού και της διασφάλισης της καινοτομίας, προσαρμοζόμενο στις ιδιαιτερότητες της νέας εποχής, της τεχνητής νοημοσύνης.This master’s thesis examines the relationship between artificial intelligence and competition law, focusing on the challenges arising from the use of algorithms and generative artificial intelligence systems in contemporary digital markets. The rapid expansion of self-learning and autonomous algorithmic systems has profoundly transformed market functioning, giving rise to new forms of coordinated behavior and reshaping competitive dynamics. The first part of the thesis analyzes the concept and categories of algorithms, as well as the ways in which algorithmic pricing and machine learning may affect the application of Articles 101 and 102 TFEU, particularly through phenomena such as algorithmic collusion and abuses of dominant position. The second part focuses on generative artificial intelligence and the ecosystem surrounding it, placing particular emphasis on strategic partnerships in the AI sector and the theories of harm that may arise from such collaborations. Finally, the third part examines contemporary regulatory and supervisory approaches, including the Digital Markets Act, the New Competition Tool, regulatory sandboxes and artificial intelligence screening tools. The thesis concludes that competition law is required to strike a delicate balance between safeguarding competition and preserving innovation, adapting to the specific characteristics of the new era of artificial intelligence
Η κακή πίστη στο σήμα υπό το πρίσμα της ενωσιακής νομολογίας και η εφαρμογή της από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της ΕΕ
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται την έννοια της κακής πίστης στο δίκαιο των εμπορικών σημάτων υπό το πρίσμα της ενωσιακής νομολογίας και εξετάζει συστηματικά τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής της από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO). Η κακή πίστη συνιστά αόριστη νομική έννοια, η οποία δεν ορίζεται ρητώς από τον νομοθέτη, αλλά αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσω της νομολογιακής επεξεργασίας και της διοικητικής πρακτικής, λειτουργώντας ως κρίσιμος μηχανισμός διασφάλισης της χρηστής λειτουργίας του συστήματος προστασίας των σημάτων. Στο πρώτο μέρος της εργασίας αναλύεται το διεθνές, ενωσιακό και εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο της κακής πίστης στο δίκαιο σημάτων, με αναφορά στη σταδιακή διαμόρφωση της σχετικής διάταξης από το προϊσχύσαν καθεστώς του Κοινοτικού Σήματος έως τον ισχύοντα Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 και την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2436, καθώς και στην ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 4679/2020. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη σχέση και την αλληλεπίδραση μεταξύ ενωσιακού και εθνικού δικαίου εμπορικών σημάτων, καθώς και στην ανάγκη ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής της έννοιας της κακής πίστης εντός της Ένωσης. Ακολούθως, εξετάζεται διεξοδικά η συμβολή της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Γενικού Δικαστηρίου στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων διαπίστωσης της κακής πίστης, με αφετηρία την απόφαση Lindt Goldhase και την καθιέρωση της αρχής της συνολικής εκτίμησης. Αναλύονται οι επιμέρους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της κακής πίστης, όπως η δόλια πρόθεση του αιτούντος κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης καταχώρησης του σήματός του, η γνώση ή δυνατότητα γνώσης του για την ύπαρξη προγενέστερων σημείων ή δικαιωμάτων, η ύπαρξη προγενέστερης σχέσης μεταξύ αυτού και του νόμιμου δικαιούχου, καθώς και η απουσία θεμιτού επιχειρηματικού σκοπού. Το δεύτερο μέρος της εργασίας επικεντρώνεται στην περιπτωσιολογία κακόπιστων αιτήσεων καταχώρησης σημάτων και στην πρακτική εφαρμογή της έννοιας από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO). Μία κακοπίστως κατατεθείσα αίτηση μπορεί να αποσκοπεί στην κατάχρηση δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων και να συνίσταται σε καιροσκοπική παρασιτική συμπεριφορά ή πρόθεση παρεμπόδισης ανταγωνιστών. Σε ορισμένες περιπτώσεις η κακόπιστη κατάθεση αναγνωρίζεται ως κατάχρηση του συστήματος καταχώρησης σημάτων με χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις τις αμυντικές καταχωρήσεις, την κερδοσκοπική εκμετάλλευση του εμπορικού σήματος και την πρακτική της επανακατάθεσης. Εν συνεχεία η ανάλυση εστιάζει στην ερμηνεία και εφαρμογή της έννοιας της κακής πίστης από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσω των σημαντικότερων αποφάσεων του OHIM φωτίζεται το περιεχόμενο που λάμβανε η κακή πίστη έως την εξέταση του ζητήματος από το ΔΕΕ και την παγίωση της νομολογίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποφάσεων του EUIPO ιδίως στο πλαίσιο διεκδίκησης προστασίας για πνευματικό δημιούργημα, ακύρωσης παραπλανητικού σήματος και επί τη βάση κακοπιστίας και δεκτών ανακοπών σε περιπτώσεις επανακατάθεσης, παρουσιάζουν τον τρόπο εφαρμογής της νομολογίας από το ευρωπαϊκό Γραφείο. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κακή πίστη αποτελεί θεμελιώδη αρχή για την προστασία της ακεραιότητας του ενωσιακού συστήματος σημάτων και τη διατήρηση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων.This thesis addresses the concept of bad faith in trade mark law through the prism of European Union case law and systematically examines the manner in which it is interpreted and applied by the European Union Intellectual Property Office (EUIPO). Bad faith constitutes an indeterminate legal concept, which is not expressly defined by the legislator but acquires concrete content through judicial elaboration and administrative practice, functioning as a critical mechanism for safeguarding the proper functioning of the trade mark protection system. In the first part of the thesis, the international, European Union and national regulatory framework governing bad faith in trade mark law is analysed, with reference to the gradual development of the relevant provision from the former Community Trade Mark regime to the current Regulation (EU) 2017/1001 and Directive (EU) 2015/2436, as well as its transposition into Greek law by Law 4679/2020. Particular emphasis is placed on the relationship and interaction between EU and national trade mark law, as well as on the need for uniform interpretation and application of the concept of bad faith within the European Union. Subsequently, the thesis examines in depth the contribution of the case law of the Court of Justice of the European Union and the General Court to the shaping of the conditions for establishing bad faith, starting with the Lindt Goldhase judgment and the establishment of the principle of a global assessment. The analysis addresses the individual factors taken into account when assessing bad faith, such as the fraudulent intention of the applicant at the relevant time of filing the trade mark application, the applicant’s knowledge or constructive knowledge of the existence of earlier signs or rights, the existence of a prior relationship between the applicant and the legitimate right holder, as well as the absence of a legitimate commercial purpose. The second part of the thesis focuses on the typology of bad-faith trade mark applications and on the practical application of the concept by the European Union Intellectual Property Office (EUIPO). An application filed in bad faith may aim at the abuse of the rights and interests of third parties and may take the form of opportunistic parasitic behaviour or an intention to obstruct competitors. In certain cases, bad-faith filing is recognised as an abuse of the trade mark registration system, with the most characteristic examples being defensive registrations, the speculative exploitation of the trade mark and the practice of repeated filings. The analysis then turns to the interpretation and application of the concept of bad faith by the European Union Intellectual Property Office. Through the most significant decisions of the OHIM, the content attributed to bad faith prior to the examination of the issue by the Court of Justice of the European Union and the consolidation of the relevant case law is elucidated. Characteristic examples of EUIPO decisions, in particular in cases involving the claim of trade mark protection for a work of authorship, the invalidation of a misleading trade mark on the ground of bad faith, and the upholding of oppositions in cases of repeated filings, illustrate the manner in which the European Office applies the case law in practice. The thesis concludes that bad faith constitutes a fundamental principle for safeguarding the integrity of the EU trade mark system and for maintaining a fair balance between private and public interests
Η πρόληψη και η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: ο ρόλος του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, των διεθνών οργανισμών και του ευρωπαϊκού δικαίου
Στη σημερινή εποχή η ενίσχυση της παγκοσμιοποίησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αύξηση των διεθνών συναλλαγών. Το γεγονός αυτό έχει καθοριστικό ρόλο στην αύξηση του παγκόσμιου πλούτου αλλά και την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης πολλών ατόμων. Ωστόσο, την ίδια στιγμή δεν δύναται να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι διεθνείς συναλλαγές πολλές φορές χρησιμοποιούνται από διεθνή δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί τον κατεξοχήν τρόπο βάσει του οποίου οι μετέχοντες στην παρανομία αποκομίζουν και χρησιμοποιούν οικονομικά οφέλη. Χρησιμοποιούνται δε πολύπλοκα συστήματα για την νομιμοποίηση των εσόδων αυτών με αποτέλεσμα πολλές φορές οι μέθοδοι αυτές να ακροβατούν στο όριο νομιμότητας και παρανομίας Λαμβάνοντας τα ως άνω υπόψη η παρούσα εργασία επιδιώκει να αναλύσει το φαινόμενο αυτό και εν συνεχεία εμβαθύνει στο ισχύον νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του φαινομένου από όψη δικαίου συνθηκών, ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ευρωπαϊκού δικαίου με ιδιαίτερη έμφαση στη νεοπαγή πολιτική της ΕΕ, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της σύστασης της Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες.In today’s era, the intensification of globalization is inextricably linked to the increase in international transactions. This development plays a decisive role in the growth of global wealth as well as in the improvement of living conditions for many individuals. However, at the same time, it cannot be ignored that international transactions are often used by international organized crime networks for the purpose of laundering proceeds derived from illegal activities. This phenomenon constitutes the primary means through which those involved in illicit activities obtain and utilize economic benefits. Complex systems are employed for the laundering of such proceeds, with the result that these methods often balance on the borderline between legality and illegality. Taking the above into consideration, the present study seeks to analyze this phenomenon and subsequently to delve into the existing legal framework for combating it from the perspective of treaty law, private international law, and European Union law, with particular emphasis on the EU’s emerging policy, as expressed through the establishment of the Authority for Anti-Money Laundering (AMLA)
Θερμική αποτύπωση και ανάλυση εδαφικών χαρακτηριστικών από drone
Αντικείμενο της παρούσας πτυχιακής εργασίας αποτελεί η ανάπτυξη και η τεκμηρίωση μίας ολοκληρωμένης μεθοδολογίας χαρτογράφησης και παρακολούθησης εδαφικών χαρακτηριστικών με την χρήση μη επανδρωμένου αεροσκάφους. Βασίζεται στην συλλογή πρωτογενών δεδομένων στο οπτικό, αλλά και στο εγγύς υπέρυθρο φάσμα. Η ανάλυση και επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιήθηκε στο περιβάλλον του ανοιχτού λογισμικού Qgis. Πρωταρχικό στάδιο της ανάλυσης αποτέλεσε η γεωμετρική διόρθωση και η γεωαναφορά των ορθοφωτοχαρτών στο εθνικό σύστημα συντεταγμένων προκειμένου να εξασφαλιστεί η χωρική ορθότητα των μετρήσεων. Ακολούθησε η δημιουργία δεικτών βλάστησης (NDVI,SAVI) και η εφαρμογή αλγορίθμου μη επιβλεπόμενης ταξινόμησης K-Means για τον διαχωρισμό της εικόνας σε διακριτές κλάσεις, ενώ η πληροφορία καθαρίστηκε περαιτέρω μέσω του μορφολογικού φίλτρου κοσκινίσματος (Sieve), αλλά και της διανυσματικοποιήσης (Vectorization).Τέλος δημιουργήθηκαν τρισδιάστατα μοντέλα της περιοχής ενδιαφέροντος συνδυάζοντας την ορθοφωτογραφία με το ψηφιακό μοντέλο εδάφους (DEM) προσφέροντας εποπτική εικόνα του ανάγλυφου. Συμπερασματικά η εργασία κατέδειξε ότι η χρήση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε συνδυασμό με εξειδικευμένα λογισμικά αποτελεί βιώσιμη και αποδοτική λύση για την ανάλυση εδαφικών χαρακτηριστικών.The subject of this thesis is the development and documentation of a comprehensive methodology for mapping and monitoring soil characteristics using unmanned aerial vehicles. It is based on the collection of primary data in the optical and near-infrared spectrum. The analysis and processing of the data was carried out in the open-source software environment Qgis. The first stage of the analysis was the geometric correction and georeferencing of the orthophotomaps to the national coordinate system in order to ensure the spatial accuracy of the measurements. This was followed by the creation of vegetation indices (NDVI, SAVI) and the application of the K-Means unsupervised classification algorithm to separate the image into distinct classes, while the information was further cleaned using a morphological sieve filter and vectorization. Finally, three-dimensional models of the area of interest were created by combining orthophotography with the digital elevation model (DEM), providing a visual representation of the terrain. In conclusion, the study demonstrated that the use of unmanned aerial vehicles in combination with specialized software is a viable and efficient solution for the analysis of terrain characteristics
Συσχέτιση συγκεντρώσεων αερολυμάτων από το μοντέλο MERRA και μετρήσεων επίγειου LIDAR/Ceilometer
Έρευνα για τη συγκέντρωση σκόνης και αερολυμάτων στην ατμόσφαιρα με χρήση Τεχνολογίας Lidar και δορυφορικών δεδομένων. Ειδικότερα, στην συγκεκριμένη έρευνα χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από τον δορυφόρο MERRA-2, το οποίο είναι ένα μοντέλο αναλύσεων της ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας, και το όργανο Lidar Ceilometer (Campbell CS135) του οποίου η τεχνολογία χρησιμοποιείται για την τηλεπισκόπηση.Research on the concentration of dust and aerosols in the atmosphere using LIDAR technology and satellite data. In particular, this study utilized data from the MERRA-2 satellite system, which is a reanalysis model of atmospheric circulation, as well as measurements from a LIDAR Ceilometer (Campbell CS135), whose technology is used for remote sensing
Τραυματισμοί στην Καλαθοσφαίριση: Αίτια, Συνέπειες και Αντιμετώπιση
Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση εξετάζει σε βάθος το πολυδιάστατο φαινόμενο των τραυματισμών στην καλαθοσφαίριση, εστιάζοντας στα αίτια, τις σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες καθώς και στις στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης. Τα επιστημονικά δεδομένα συγκλίνουν ότι οι τραυματισμοί αφορούν κυρίως τα κάτω άκρα, με τον αστράγαλο και το γόνατο να αποτελούν τις πιο ευάλωτες αρθρώσεις, ενώ οι πιο κοινές κακώσεις είναι τα διαστρέμματα και οι ρήξεις συνδέσμων. Παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το ιστορικό τραυματισμών, η κόπωση και οι απαιτήσεις του παιχνιδιού συνδέονται στενά με την εμφάνιση τραυματισμών. Οι συνέπειες εκτείνονται από την προσωρινή αποχή έως και μακροχρόνιες παθήσεις, όπως η οστεοαρθρίτιδα, ενώ σημαντικές είναι και οι ψυχολογικές επιπτώσεις, όπως το άγχος, η κατάθλιψη και ο φόβος επανατραυματισμού. Ειδικό βάρος δίνεται στην αξιολόγηση προγραμμάτων πρόληψης, όπως τα νευρομυϊκά warm-up προγράμματα, η εκπαίδευση παικτών και προπονητών, η χρήση προστατευτικού εξοπλισμού και οι κανονισμοί του παιχνιδιού. Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη μιας ολιστικής προσέγγισης, που θα ενσωματώνει την πρόληψη, τη θεραπεία και την ψυχολογική υποστήριξη, ώστε να διασφαλιστεί η σωματική και ψυχική ευεξία των αθλητών σε όλα τα επίπεδα της αγωνιστικής δραστηριότητας.ΟΧ