National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Ψυχολογικές και νομικές εμπειρίες αποξενωμένων και μη αποξενωμένων χωρισμένων γονέων από τη δική τους οπτική γωνία στην Ελλάδα μετά το Ν. 4800/2021

    No full text
    Εισαγωγή: Η γονική αποξένωση, αν και διεθνώς αναγνωρισμένη, παραμένει υποερευνημένη στην Ελλάδα, παρά την αύξηση των διαζυγίων. Η παρούσα μελέτη διερευνά τις εμπειρίες χωρισμένων γονέων μετά τον Ν. 4800/2021, εστιάζοντας σε αποξενωμένους και μη. Θεωρητικό Πλαίσιο: Το θεωρητικό υπόβαθρο εστιάζει στις έννοιες της συνεπιμέλειας και της γονικής αποξένωσης, αναλύοντας το νέο νομοθετικό πλαίσιο του 2021. Εξετάζονται οι προκλήσεις και οι ερμηνευτικές αντιφάσεις που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του νόμου, καθώς και ο κοινωνικός στιγματισμός που συνοδεύει το φαινόμενο της αποξένωσης. Μεθοδολογία: Για τις ανάγκες της μελέτης διεξήχθη ποιοτική έρευνα με τη χρήση πρωτογενών δεδομένων. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν ημι-δομημένες συνεντεύξεις και γραπτές μαρτυρίες με αποξενωμένους και μη αποξενωμένους χωρισμένους γονείς, με θεματική ανάλυση περιεχομένου, προκειμένου να καταγραφούν οι βιωμένες εμπειρίες και οι στρατηγικές αντιμετώπισης που υιοθετούν. Κύρια Ευρήματα: Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Οι αποξενωμένοι γονείς βιώνουν έντονο ψυχολογικό πόνο και απογοήτευση από το νομικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζουν ως μεροληπτικό και αναποτελεσματικό στην πράξη. Αντίθετα, οι μη αποξενωμένοι γονείς αναφέρουν ευκολότερη προσαρμογή και αίσθημα απελευθέρωσης, θεωρώντας θετικό το νέο νόμο, παρά τις επιμέρους δυσκολίες. Κοινά ευρήματα περιλαμβάνουν άγνοια του φαινομένου, έλλειψη εξειδίκευσης σε ψυχολογική/νομική υποστήριξη και επαναπροσδιορισμό του γονεϊκού ρόλου. Συμπεράσματα και Προτάσεις: Η έρευνα καταλήγει στο ότι, παρά τις προθέσεις του Ν. 4800/2021, η εφαρμογή του παραμένει ελλιπής για την κατηγορία των αποξενωμένων γονέων. Υπογραμμίζεται η επιτακτική ανάγκη για ενίσχυση των δομών υποστήριξης της παιδικής ψυχικής υγείας, την τυποποίηση διαγνωστικών μεθόδων για τη γονική αποξένωση και την περαιτέρω εξειδίκευση των νομικών και κοινωνικών φορέων. Το φαινόμενο απαιτεί άμεσες παρεμβάσεις: περαιτέρω έρευνες, νομικές μεταρρυθμίσεις, εξειδικευμένη εκπαίδευση και κοινωνική ευαισθητοποίηση, προς όφελος του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.Introduction: Parental alienation, although internationally recognized, remains under-researched in Greece despite the rise in divorce rates. This study explores the experiences of divorced parents following Law 4800/2021, focusing on both alienated and non-alienated individuals. Theoretical Framework: The theoretical background centers on the concepts of joint custody and parental alienation, analyzing the new legislative framework introduced in 2021. It examines the challenges and interpretative contradictions that arise in the implementation of the law, as well as the social stigma associated with the phenomenon of alienation. Methodology: For the purposes of this study, qualitative research was conducted using primary data. Specifically, semi-structured interviews and written testimonies were collected from both alienated and non-alienated divorced parents, with thematic content analysis employed to record lived experiences and the coping strategies adopted. Main Findings: The results highlight significant differences between the two groups. Alienated parents experience intense psychological pain and disappointment with the legal system, which they describe as biased and ineffective in practice. In contrast, non-alienated parents report easier adaptation and a sense of liberation, viewing the new law positively despite certain difficulties. Common findings include lack of awareness regarding the phenomenon, insufficient expertise in psychological/legal support, and a redefinition of the parental role. Conclusions and Recommendations: The research concludes that, despite the intentions of Law 4800/2021, its implementation remains inadequate for alienated parents. There is an urgent need to strengthen child mental health support structures, standardize diagnostic methods for parental alienation, and further specialize legal and social agencies. The phenomenon calls for immediate interventions: further research, legal reforms, specialized training, and social awareness, all to serve the best interests of the child

    Οι Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις και η εφαρμογή τους στην Ελλάδα

    No full text
    Οι Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις (ΠΔΣ) αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και σημείο σύγκλισης του διοικητικού και του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και της δημόσιας πολιτικής. Η επιλογή του θέματος εδράζεται στον αυξανόμενο ρόλο των πράσινων πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ανάγκη ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής διάστασης στον δημόσιο τομέα. Η έρευνα πρόκειται να επικεντρωθεί στην ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τις ΠΔΣ, στην αποτύπωση του βαθμού εφαρμογής τους στην ελληνική δημόσια διοίκηση και στον εντοπισμό βασικών προκλήσεων που ανακύπτουν κατά την υλοποίησή τους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αποτίμηση της αποτελεσματικότητας του Εθνικού Σχεδίου Δράσης και των σχετικών πολιτικών εργαλείων. Μέσω της επισκόπησης καλών πρακτικών και της συγκριτικής αναφοράς σε ευρωπαϊκά δεδομένα, αξιολογείται η θέση της Ελλάδας και αναδεικνύονται οι βασικές τάσεις στον τομέα των πράσινων δημοσίων συμβάσεων. Στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο λειτουργεί ως εισαγωγικό, αναπτύσσεται το γενικό θεωρητικό και θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται οι Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις. Αναδεικνύεται ο ρόλος των δημοσίων συμβάσεων ως εργαλείου άσκησης δημόσιας πολιτικής, η μετάβαση της δημόσιας διοίκησης σε μοντέλο βιώσιμης διακυβέρνησης, καθώς και η σύνδεση των ΠΔΣ με τις σύγχρονες ενωσιακές και εθνικές κλιματικές στοχεύσεις. Παράλληλα, διατυπώνεται η κεντρική ερευνητική προβληματική της εργασίας, που αφορά την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της ενσωμάτωσης των ΠΔΣ στην ελληνική έννομη τάξη, καθώς και οι βασικοί άξονες της μεθοδολογίας της έρευνας. Στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρείται η θεωρητική και νομική θεμελίωση των Πράσινων Δημόσιων Συμβάσεων. Αρχικά αναλύεται ο ορισμός των ΠΔΣ και η ένταξή τους στο ευρύτερο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων στρατηγικού χαρακτήρα. Ακολουθεί η ανάπτυξη του συνταγματικού τους ερείσματος, με έμφαση στο άρθρο 24 του Συντάγματος και στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ στη συνέχεια εξετάζονται αναλυτικά οι θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων —της ισότητας, της μη διάκρισης, της διαφάνειας και της αναλογικότητας— ως κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται και οι πράσινες ρυθμίσεις. Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις ευρωπαϊκές πολιτικές για τις Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις. Παρουσιάζεται η εξέλιξη της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τις ΠΔΣ και η ένταξή τους στους βασικούς στόχους της Ένωσης για τη βιώσιμη ανάπτυξη, την κυκλική οικονομία και την κλιματική ουδετερότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, στο πακέτο μέτρων «Fit for 55», καθώς και στον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο, ο οποίος μεταβάλλει τη νομική φύση των ΠΔΣ από εργαλείο προαιρετικής πολιτικής σε πεδίο κανονιστικής συμμόρφωσης. Παράλληλα, αναλύεται ο ρόλος των Εθνικών Σχεδίων Δράσης των κρατών μελών ως βασικού μηχανισμού υλοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο. Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζεται αναλυτικά το εθνικό νομικό πλαίσιο των Πράσινων Δημόσιων Συμβάσεων, με κεντρικό άξονα τον ν. 4412/2016, μέσω του οποίου ενσωματώθηκαν οι Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις ειδικές διατάξεις που επιτρέπουν την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών κριτηρίων σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ανάθεσης, ήτοι στις τεχνικές προδιαγραφές, στα κριτήρια επιλογής, στα κριτήρια ανάθεσης, στα οικολογικά σήματα, στους όρους εκτέλεσης της σύμβασης και στα πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Επιπλέον, αναλύεται το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις ΠΔΣ ως βασικό εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού της ελληνικής πολιτείας στον τομέα αυτό. Στο πέμπτο κεφάλαιο διερευνώνται οι βασικότερες προκλήσεις και τα εμπόδια που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των Πράσινων Δημόσιων Συμβάσεων στην Ελλάδα. Ειδικότερα, αναλύεται το φαινόμενο του greenwashing και οι δυσχέρειες επαλήθευσης της πραγματικής περιβαλλοντικής συμμόρφωσης των οικονομικών φορέων, το ρυθμιστικό δίλημμα μεταξύ προαιρετικότητας και υποχρεωτικότητας των ΠΔΣ στο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, καθώς και ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης ως νέου καταλύτη για τον πράσινο διοικητικό μετασχηματισμό, με ταυτόχρονες προκλήσεις κανονιστικής ασφάλειας. Τέλος, στο έκτο κεφάλαιο διατυπώνονται τα συμπεράσματα της έρευνας, μέσα από τη συνολική αποτίμηση της ενσωμάτωσης των Πράσινων Δημόσιων Συμβάσεων στην ελληνική έννομη τάξη. Αξιολογείται ο βαθμός θεσμικής ωριμότητας του ελληνικού συστήματος δημοσίων συμβάσεων ως προς την πράσινη μετάβαση, αναδεικνύονται οι υφιστάμενες αδυναμίες και καταγράφονται οι προοπτικές περαιτέρω ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των ΠΔΣ ως πυλώνα της σύγχρονης πράσινης δημόσιας διοίκησης.Green Public Procurement (GPP) constitutes a critical instrument for promoting sustainable development and a point of convergence between administrative law, European Union law, and public policy. The selection of this topic is grounded in the increasing role of green policies within the European Union and the growing need to integrate the environmental dimension into the public sector. This research focuses on the analysis of the legislative framework governing GPP, the assessment of the degree of its implementation within the Greek public administration, and the identification of key challenges arising during its application. Particular emphasis is placed on evaluating the effectiveness of the National Action Plan and the relevant policy instruments. Through the review of best practices and comparative reference to European data, Greece’s position is assessed and the main trends in the field of green public procurement are highlighted. The first chapter, which serves as an introductory section, presents the general theoretical and institutional framework within which Green Public Procurement is situated. It highlights the role of public procurement as a tool for the exercise of public policy, the transition of public administration towards a model of sustainable governance, as well as the connection of GPP with contemporary European and national climate objectives. At the same time, the central research question of the study is formulated, focusing on the quality and effectiveness of the integration of GPP into the Greek legal order, along with the main axes of the research methodology. The second chapter addresses the theoretical and legal foundations of Green Public Procurement. It initially analyses the definition of GPP and its inclusion within the broader framework of strategically oriented public procurement. This is followed by an examination of its constitutional basis, with particular emphasis on Article 24 of the Greek Constitution and the principle of sustainable development. Subsequently, the fundamental principles of EU public procurement law—namely equality, non-discrimination, transparency, and proportionality—are examined as the normative framework within which green regulatory requirements are incorporated. The third chapter is devoted to European policies on Green Public Procurement. It presents the evolution of the European strategy for GPP and its integration into the core objectives of the European Union for sustainable development, the circular economy, and climate neutrality. Particular emphasis is placed on the European Green Deal, the “Fit for 55” legislative package, and the European Climate Law, which transforms the legal nature of GPP from an instrument of optional policy into an area of regulatory compliance. At the same time, the role of the National Action Plans of the Member States is analyzed as a key mechanism for implementing European policy at national level. The fourth chapter provides an in-depth analysis of the national legal framework governing Green Public Procurement, with Law 4412/2016 at its core, through which Directives 2014/24/EU and 2014/25/EU were transposed into the Greek legal order. Special emphasis is placed on the specific provisions allowing for the integration of environmental criteria at all stages of the award procedure, namely technical specifications, selection criteria, award criteria, ecolabels, contract performance conditions, and environmental management standards. Furthermore, the National Action Plan for GPP is examined as a key strategic planning instrument of the Greek State in this field. The fifth chapter investigates the main challenges and obstacles arising in the implementation of Green Public Procurement in Greece. In particular, it analyses the phenomenon of greenwashing and the difficulties in verifying the actual environmental compliance of economic operators, the regulatory dilemma between the optional and mandatory application of GPP under EU and national law, as well as the role of artificial intelligence as a new catalyst for green administrative transformation, accompanied by significant challenges regarding regulatory certainty. Finally, the sixth chapter presents the conclusions of the research through an overall assessment of the integration of Green Public Procurement into the Greek legal order. The level of institutional maturity of the Greek public procurement system in relation to the green transition is evaluated, existing weaknesses are identified, and the prospects for further enhancing the effectiveness of GPP as a pillar of contemporary green public administration are outlined

    Η σημασία της Συναισθηματικής Νοημοσύνης στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης: Στάσεις και Αντιλήψεις εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για την εφαρμογή της Συναισθηματικής Τεχνητής Νοημοσύνης στη Διαδικτυακή Εκπαίδευση

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σημασία της Συναισθηματικής Νοημοσύνης στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και εξετάζει τις στάσεις και αντιλήψεις εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με την εφαρμογή της Συναισθηματικής Τεχνητής Νοημοσύνης στη διαδικτυακή εκπαίδευση, αναδεικνύοντας τόσο τις παιδαγωγικές δυνατότητες όσο και τις ηθικές προεκτάσεις της. Η έρευνα ακολούθησε ποσοτική προσέγγιση και τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω ανώνυμου ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου (Google Forms) με δειγματοληψία ευκολίας από 133 εκπαιδευτικούς ΠΕ70 και ΠΕ71 από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε στο SPSS με περιγραφική στατιστική και, όπου κρίθηκε απαραίτητο, επαγωγικούς ελέγχους, με έλεγχο κανονικότητας μέσω Kolmogorov–Smirnov. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι συμμετέχοντες αναγνωρίζουν σε μέτριο βαθμό ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη επηρεάσει την εκπαίδευση και ότι μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα της διδασκαλίας, ενώ περισσότερο αποδεκτές εμφανίζονται οι πρακτικές εφαρμογές της (όπως η εισαγωγή νέων εργαλείων και η υποστήριξη της προετοιμασίας μαθήματος). Παράλληλα, καταγράφεται χαμηλότερη εξοικείωση με την Τεχνητή Νοημοσύνη και περιορισμένη συμμετοχή σε επιμορφώσεις, γεγονός που συνδέεται με επιφυλακτικότητα και χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης, ιδιαίτερα ως προς την προστασία προσωπικών δεδομένων και την ικανότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης να ενσωματώνει «συναισθηματικές» δεξιότητες. Οι εκπαιδευτικοί αποδίδουν υψηλή σημασία στη Συναισθηματική Νοημοσύνη στην εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά εμφανίζονται διστακτικοί για το κατά πόσο η Συναισθηματική Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να κατανοεί και να ανταποκρίνεται επαρκώς στα συναισθήματα των μαθητών, παρότι ένα σημαντικό μέρος του δείγματος διατηρεί στάση «ίσως» ως προς τη χρησιμότητά της στη διαδικτυακή εκπαίδευση και αναγνωρίζει ως πιθανό όφελος την εξατομίκευση/προσαρμογή της διδασκαλίας. Κυρίαρχοι προβληματισμοί αφορούν τον κίνδυνο τεχνολογικής εξάρτησης, την απώλεια αυθεντικής ανθρώπινης αλληλεπίδρασης, την ιδιωτικότητα/προσωπικά δεδομένα και ευρύτερα ηθικά ζητήματα, ενώ η πλειοψηφία θεωρεί αναγκαία τη γονική συναίνεση για την εμπλοκή μαθητών σε εφαρμογές που βασίζονται στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Συνολικά, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η υπεύθυνη ενσωμάτωση εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης και Συναισθηματικής Τεχνητής Νοημοσύνης στην online εκπαίδευση προϋποθέτει σαφές παιδαγωγικό πλαίσιο, ενίσχυση της ψηφιακής και ηθικής εγγραμματοσύνης, στοχευμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και ισχυρές εγγυήσεις προστασίας δεδομένων, ώστε να διατηρείται ο ανθρώπινος και συναισθηματικός χαρακτήρας της μαθησιακής διαδικασίας.This thesis explores the importance of Emotional Intelligence in the age of Artificial Intelligence and examines the attitudes and perceptions of Primary Education teachers regarding the application of Emotional Artificial Intelligence in online education, highlighting both its pedagogical potential and its ethical implications. The research followed a quantitative approach and the data were collected through an anonymous online questionnaire (Google Forms) with convenience sampling from 133 PE70 and PE71 teachers from different geographical areas of Greece. The analysis was performed in SPSS using descriptive statistics and, where necessary, inferential tests, with normality testing using Kolmogorov–Smirnov. The findings show that participants moderately recognize that Artificial Intelligence has already influenced education and that it can improve the quality of teaching, while its practical applications (such as the introduction of new tools and support for lesson preparation) are more widely accepted. At the same time, there is a lower level of familiarity with Artificial Intelligence and limited participation in training courses, which is associated with caution and lower levels of trust, particularly with regard to the protection of personal data and the ability of Artificial Intelligence to incorporate “emotional” skills. Teachers attach great importance to Emotional Intelligence in the educational process, but are hesitant about whether Emotional Artificial Intelligence can adequately understand and respond to student’s emotions, although a significant portion of the sample maintains a “maybe” about its usefulness in online education and recognizes personalization/customization of teaching as a potential benefit. The main concerns relate to the risk of technological dependence, the loss of authentic human interaction, privacy/personal data, and broader ethical issues, while the majority consider parental consent necessary for students to engage in applications based on Artificial Intelligence. Overall, the results indicate that the responsible integration of Artificial Intelligence and Emotional Artificial Intelligence applications into online education requires a clear pedagogical framework, the strengthening of digital and ethical literacy, targeted training for teachers, and strong data protection guarantees in order to preserve the human and emotional nature of the learning process

    Η υγεία ως πυλώνας της περιβαλλοντικής πολιτικής: ανάδειξη του ρόλου του Υπουργείου Υγείας στην Ελλάδα στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης.

    No full text
    Η εντεινόμενη περιβαλλοντική κρίση και οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της ρύπανσης και της κλιματικής αλλαγής στην ανθρώπινη υγεία έχουν αναδείξει την ανάγκη για στενότερη διασύνδεση της περιβαλλοντικής πολιτικής με τη δημόσια υγεία. Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση του βαθμού ενσωμάτωσης της υγειονομικής διάστασης στη χάραξη περιβαλλοντικής πολιτικής τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, δίνοντας έμφαση στον ρόλο του Υπουργείου Υγείας στην Ελλάδα. Σκοπός της εργασίας είναι αφενός μεν να αναλυθεί η θεσμική, πολιτική και διοικητική ενσωμάτωση της υγείας στην περιβαλλοντική πολιτική, αφετέρου δε να αξιολογηθεί ο ρόλος του Υπουργείου Υγείας στην ελληνική περιβαλλοντική διακυβέρνηση και να εντοπιστούν καλές πρακτικές και πεδία βελτίωσης. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκεται η αποτύπωση της θεσμικής πραγματικότητας, η κατανόηση των συνεργασιών μεταξύ φορέων και η αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων πολιτικών εργαλείων. Φιλοδοξία της παρούσας εργασίας είναι όχι μόνο η ανάδειξη των θεσμικών κενών, των δυνατοτήτων βελτίωσης και των προϋποθέσεων για την ενίσχυση του ρόλου του Υπουργείου Υγείας ως φορέα περιβαλλοντικής διακυβέρνησης της χώρας, αλλά και να τεθεί μια βάση για περαιτέρω έρευνα. Για την εκπόνηση της εργασίας διεξήχθη βιβλιογραφική έρευνα, μελέτη ευρωπαϊκής και διεθνούς βιβλιογραφίας άρθρων, μελετών, εκθέσεων κρατών και διεθνών οργανισμών και ποιοτική ανάλυση εγγράφων πολιτικής και νομοθετικού πλαισίου.The intensifying environmental crisis and the impacts of environmental degradation, pollution and climate change on human health have indicated the need for a closer connection between environmental policy and public health. The subject of this essay is to investigate the degree of integration of the health dimension in environmental policy-making at both the European and national level, emphasizing the role of the Ministry of Health in Greece. The key goal of this essay is, firstly, to examine the institutional, political and administrative integration of health into environmental policy, and secondly, to evaluate the role of the Ministry of Health within the framework of environmental governance in Greece, while identifying good practices and areas for improvement. Within this framework, the essay seeks to map the institutional landscape, understand the cooperation mechanisms between relevant stakeholders, and evaluate the effectiveness of existing policy instruments. The aspiration of this essay is not only to elucidate institutional gaps, potential avenues for enhancement, and the necessary conditions for reinforcing the role of the Ministry of Health as a pivotal entity in the country’s environmental governance, but also to solidify a basis for further research. So as to devise this essay, a literature review was conducted, an examination of European and international bibliography —including an immense variety of academic articles, studies and reports issued by several countries and international organizations— as well as a qualitative analysis of policy documents and the relevant legislative framework

    Εμβολιαστική κάλυψη έναντι του ιού των ανθρώπινων κονδυλωμάτων των εφήβων στην Ελλάδα: Δεδομένα πραγματικού κόσμου από το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και το μητρώο ΑΜΚΑ

    No full text
    ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Προκειμένου να εξαλειφθεί ο καρκίνος της μήτρας, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έθεσε το στόχο της κατά 90% εμβολιαστικής κάλυψης έναντι του ιού των ανθρώπινων κονδυλωμάτων(human papillomavirus-hpv) των κοριτσιών ηλικίας έως 15 ετών μέχρι το 2030. Στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη δεδομένων για την εκτίμηση της απόστασης μας από την επίτευξη του στόχου αυτού. ΣΚΟΠΟΣ: Η ετήσια εκτίμηση της εμβολιαστικής κάλυψης έναντι του hpv σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 9-15 ετών στην Ελλάδα (2022-2024). ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για μια αναδρομική μελέτη κοορτής πραγματικού κόσμου, όπου χρησιμοποιούνται δεδομένα από το εθνικό σύστημα συνταγογράφησης, προκειμένου να καταγραφούν όλες οι δόσεις hpv εμβολίου που χορηγήθηκαν από 1/1/2019 έως και 31/12/2024. Η ετήσια εμβολιαστική κάλυψη υπολογίστηκε ως το ποσοστό των δικαιούχων εμβολιασμού που έλαβαν τουλάχιστον μια δόση ή το πλήρες σχήμα του εμβολιασμού από την 1η Ιανουαρίου 2019 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους αναφοράς. Το πλήρες σχήμα του εμβολιασμού, σύμφωνα με τις εθνικές συστάσεις, ορίζεται ως δύο δόσεις με ελάχιστο μεσοδιάστημα 6 μηνών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από το 2022 έως το 2024 το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 9-15 ετών που ξεκίνησαν ορθά τον εμβολιασμό τους αυξήθηκε από 34,7%(2022) σε 41,4%(2024) στα κορίτσια, και από 10,8%(2022) σε 31,4%(2024) στα αγόρια. Το ποσοστό των παιδιών που ξεκίνησαν τον εμβολιασμό στην ηλικία των 9 ετών, αυξήθηκε από 3,5% και 3,4% το 2022 σε 8% και 7,4% το 2024 αντίστοιχα στα κορίτσια και τα αγόρια. Στα κορίτσια ηλικίας 15 ετών η ορθή έναρξη του εμβολιασμού ξεπέρασε οριακά το 63% κατά την περίοδο μελέτης, ενώ όσον αφορά την πλήρη εμβολιαστική κάλυψη αυξήθηκε από 47,7% το 2022 σε σχεδόν 52,5% το 2024. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση στην εμβολιαστική κάλυψη έναντι του hpv στους εφήβους στην Ελλάδα μεταξύ 2022 και 2024, τα ποσοστά παραμένουν αρκετά χαμηλά σε σχέση με τον στόχο της 90% εμβολιαστικής κάλυψης που θέτει ο ΠΟΥ. Η περιορισμένη έναρξη του εμβολιασμού στην ηλικία των 9 ετών, παρά τις εθνικές συστάσεις, αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες στρατηγικές προώθησης του έγκαιρου εμβολιασμού και επίτευξη προόδου προς το στόχο της εξάλειψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ: Παιδιατρική, Εφηβιατρική, ΕπιδημιολογίαBACKGROUND:To eradicate cervical cancer, the World Health Organization (WHO) targets 90% human papillomavirus (HPV) vaccination coverage in girls by the age of 15 until 2030. In Greece, data regarding how close the country is to meeting this target, is completely lacking. AIM: To assess annual HPV vaccination coverage among individuals aged 9–15years in Greece (2022–2024). METHODOLOGY: This is a retrospective, population-based cohort study using the Greek National Electronic Prescription Database to record all HPV vaccine doses dispensed from 1/1/2019 to 31/12/2024. The annual vaccination coverage was estimated as the proportion of eligible population receiving at least one dose or the full vaccination scheme from January 1st, 2019, through December 31st of the respective reference year. Full vaccination scheme was defined -according to national recommendations - as two doses at a minimum interval of 6 months. RESULTS: From 2022 to 2024, the proportion of individuals 9-15 years old, who appropriately initiated vaccination increased from 34.7% (2022) to 41.4% (2024) in girls and from 10.8% (2022) to 31.4% (2024) in boys. The proportion of children who initiate HPV vaccination at the age of 9, increased from 3.5% and 3.4% in 2022 to 8.0% and 7.4% in 2024in girls and boys respectively. Among girls turning 15, the appropriate vaccine initiation rate marginally exceeded 63.0% throughout the study period while full vaccination coverage increased from 47.7% in 2022 to almost 52.5% in 2024. CONCLUSIONS: Despite notable improvements in HPV vaccination uptake among adolescents in Greece between 2022 and 2024, coverage levels remain suboptimal relative to the WHO’s 90% target. Limited early initiation despite national recommendations starting at age 9, highlight the need for targeted strategies to promote timely HPV vaccination and accelerate progress toward elimination goals. SUBJECT AREA: Pediatrics; Adolescent Medicine; Epidemiolog

    Ο μάντης Τειρεσίας στην αρχαία τραγωδία: από την Τύφλωση στην Πνευματική Όραση

    No full text
    Στην παρούσα διπλωματική εργασία διερευνώ μία από τις πιο αινιγματικές αλλά και παραγνωρισμένες ίσως μορφές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: τον μάντη Τειρεσία. Παρότι εμφανίζεται σε μερικά από τα σημαντικότερα σωζόμενα τραγικά έργα —τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγόνη του Σοφοκλή, τις Φοίνισσες και τις Βάκχες του Ευριπίδη— η φιγούρα του Τειρεσία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο εστιασμένης μελέτης όσο τουλάχιστον του αναλογεί. Στόχος μου είναι μέσω αυτής της εργασίας να μελετήσω και να εξετάσω πώς παρουσιάζεται ο Τειρεσίας σε κάθε τραγωδία και τι σηματοδοτεί η παρουσία του στο κάθε έργο. Παράλληλα, η μελέτη συγκρίνει τις κοινές θεματικές αλλά και τις διαφορές στον τρόπο που παρουσιάζεται ο Τειρεσίας σε κάθε έργο. Η εργασία μου αναφέρεται επίσης στο μυθολογικό υπόβαθρο που αφορά την τύφλωση του Τειρεσία, αναδεικνύοντας τον ως τον τυφλό μάντη που «βλέπει» μακριά. Η σωματική του τύφλωση αναπληρώνεται από την πνευματική του διαύγεια, ενώ η μοναχική του θέση, μεταξύ θεών και ανθρώπων, παρόντος και μέλλοντος, του προσδίδει μία σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Η μορφή του Τειρεσία συνεχίζει να εμπνέει δημιουργούς μέχρι τις μέρες μας, από τις Metamorphoses του Οβίδιου και την Κόλαση του Δάντη, μέχρι τον Tiresias του Guillaume Apollinaire, το The Waste Land του T.S. Eliot και τον κινηματογραφικό Edipo Re του Pier Paolo Pasolini. Τον εντοπίζουμε επίσης στη σύγχρονη ποίηση του Γιάννη Ρίτσου αλλά και στη μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου, όπου ο Τειρεσίας λειτουργεί ως σύμβολο υπαρξιακής αναζήτησης. Αυτή η διαχρονική παρουσία, ακόμα κι αν δεν αποτελεί αντικείμενο άμεσης ανάλυσης στη συγκεκριμένη εργασία, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι ο Τειρεσίας ξεπερνά τα όρια του αρχαίου δράματος και συνεχίζει να θέτει ερωτήματα καίρια για την ανθρώπινη εμπειρία, τη γνώση, και την αλήθεια.  In this thesis, titled “Tiresias in Ancient Tragedy: From Blindness to Spiritual Vision”, I explore one of the most enigmatic yet perhaps overlooked figures of ancient Greek literature: the seer Tiresias. Although he appears in some of the most significant surviving tragic works — Oedipus Tyrannus and Antigone by Sophocles, The Phoenician Women and The Bacchae by Euripides — the figure of Tiresias has rarely been the subject of focused and systematic study. My aim is to address this gap by examining how Tiresias is portrayed in each tragedy and what his presence signifies within the respective dramatic and ideological framework. My thesis also delves into the mythological background of Tiresias, highlighting his unique position as a blind seer who “sees further” than anyone else. His physical blindness often functions as a symbol of spiritual clarity, while his solitary stance—between gods and mortals, present and future—grants him an almost metaphysical dimension. At the same time, the study compares the recurring themes (such as the concepts of knowledge, power, truth, and isolation) as well as the differences in the way Tiresias is portrayed in each play. The figure of Tiresias continues to inspire creators to this day. From Ovid’s Metamorphoses and Dante’s Inferno, to Tiresias by Guillaume Apollinaire, T.S. Eliot’s The Waste Land, and Pier Paolo Pasolini’s film Edipo Re, the blind seer reappears in new roles, infused with contemporary concerns. In Greece, his voice resonates in the modern poetry of Yannis Ritsos as well as in the music of Thanasis Papakonstantinou, where Tiresias serves as a symbol of existential quest and inner revelation. Although this enduring presence does not constitute the direct focus of the present study, it clearly indicates that Tiresias transcends the boundaries of ancient drama and continues to raise essential questions about human experience, knowledge, and truth

    Η συμπερίληψη του φύλου στην μείωση κινδύνου καταστροφών. Το παράδειγμα του πλαισίου Σεντάι

    No full text
    Στόχος της συγκεκριμένης εργασίας είναι να αναδείξει ότι, σε συνθήκες ραγδαίας επιτάχυνσης της κλιματικής κρίσης και των απορρεόντων κινδύνων και καταστροφών ως συνέπεια αυτής, η αναγκαιότητα της ένταξης της διάστασης και συμπερίληψης του φύλου στις σχεδιαζόμενες πολιτικές και τα εργαλεία για την μείωση του κινδύνου καταστροφών συνιστά βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική αντιμετώπιση και διαχείριση αυτών. Η αναγκαιότητα αυτή συμφωνεί πλήρως με μια σειρά θεσμικών και κανονιστικών κειμένων και προτύπων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. (π.χ Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW), Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs), Πλαίσιο Σεντάι (2015-2030),). Ως προς το τελευταίο μάλιστα, η ενδιάμεση έκθεση αξιολόγησης, το 2023, ως προς την εκπλήρωση των στόχων του πλαισίου Σεντάι ή μη, επισημαίνει την αναγκαιότητα συσχέτισης και την διαμόρφωση αντίστοιχων πολιτικών για την συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα χρονικά επίπεδα και τις φάσεις πρόληψης και αντιμετώπισης κινδύνων. Μελέτες έχουν αναδείξει την σημασία της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στη μείωση του κινδύνου καταστροφών στη διασφάλιση της ισότιμης συμμετοχής ανδρών και γυναικών στην ετοιμότητα, την αντιμετώπιση καταστροφών και τη μακροπρόθεσμη ανάκαμψη, δεδομένου ότι το φύλο συνιστά κόμβο κοινωνικής οργάνωσης αφενός και ανισότητας αφετέρου. Ως εκ τούτου η απουσία ενσωμάτωσης της έμφυλης οπτικής τόσο στις στρατηγικές πρόληψης όσο και αντιμετώπισης των κινδύνων, επιτείνει την σπείρα των ήδη υπαρχουσών έμφυλων ανισοτήτων. Αντίστοιχα, σε ελληνικό επίπεδο, μελέτη που εκπονήθηκε μετά τις καταστροφικές πλημμύρες στην περιοχή της Θεσσαλίας ανέδειξε την αυξημένη ευαλωτότητα των γυναικών έναντι των ανδρών, την απουσία τους από τα κέντρα λήψης αποφάσεων και τις σχεδιαζόμενες πολιτικές για την πρόληψη, αντιμετώπιση των κινδύνων και μείωση καταστροφών. Η συμπερίληψη της έμφυλης διάστασης στις σχεδιαζόμενες πολιτικές για την μείωση του κινδύνου καταστροφών κρίνεται αναγκαία και στην χώρα μας η οποία οφείλει να εναρμονίσει τις πολιτικές της βάσει ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων και συνθηκών.The aim of this paper is to demonstrate that, in the context of a rapidly accelerating climate crisis and the resulting risks and disasters as a consequence, the necessity of integrating and including a gender perspective in planned policies and tools for disaster risk reduction is a key prerequisite for effective disaster risk reduction and management. This necessity is fully in line with a number of institutional and regulatory texts and standards at European and international level. (e.g. Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women (CEDAW), Sustainable Development Goals (SDGs), Sendai Framework (2015-2030),). In fact, with regard to the latter, the mid-term evaluation report, in 2023, as to whether or not the goals of the Sendai Framework have been met, points to the need for correlation and the formulation of corresponding policies for women's participation at all time levels and risk prevention and response phases. Studies have highlighted the importance of gender mainstreaming in disaster risk reduction in ensuring equal participation of men and women in preparedness, disaster response and long-term recovery, given that gender is a hub of social organisation on the one hand and inequality on the other. Therefore, the absence of gender mainstreaming in both prevention and risk management strategies exacerbates the spiral of already existing gender inequalities. Similarly, at the Greek level, a study carried out after the disastrous floods in the region of Thessaly highlighted the increased vulnerability of women compared to men, their absence from decision-making centres and planned policies for prevention, risk management and disaster reduction. The inclusion of the gender dimension in the planned policies for disaster risk reduction is considered necessary also in our country, which must harmonise its policies on the basis of European and international standards and treatie

    Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης – Εκκένωσης Σχολικών Μονάδων: Μελέτη Περίπτωσης για το 3ο Γυμνάσιο-Λύκειο Άρτας

    No full text
    Η ενσωμάτωση της πολιτικής προστασίας στο σχολικό περιβάλλον συνιστά θεμελιώδη στρατηγική για τη μείωση των κινδύνων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της εκπαιδευτικής κοινότητας (UNDRR,2017). Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου Σχεδίου Έκτακτης Ανάγκης – Εκκένωσης για το 3ο Γυμνάσιο – Λύκειο Άρτας, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, τις αρχές της Πολιτικής Προστασίας και τις κατευθυντήριες οδηγίες του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ). Πρώτο βήμα αποτέλεσε η ανάλυση κινδύνου, με αξιολόγηση τόσο των εξωγενών απειλών όσο και των ενδογενών παραγόντων τρωτότητας, όπως τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά και η χρήση των χώρων. Ακολούθησε η αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης του σχολικού συγκροτήματος (τοποθεσία, κάτοψη, έξοδοι κινδύνου, σημείο συγκέντρωσης) και η αποτίμηση της μη δομικής τρωτότητας με εργαλείο του ΟΑΣΠ. Το Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης διαμορφώθηκε με σαφή κατανομή ρόλων και διαδρομών εκκένωσης, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στην ανάγκη συνεχούς εκπαίδευσης και εμπλοκής όλων των μελών της σχολικής κοινότητας. Τέλος, παρουσιάζεται η μεθοδολογία για την οργάνωση και αποτίμηση ασκήσεων ετοιμότητας, στο πλαίσιο ενός κύκλου συνεχούς βελτίωσης και προσαρμογής του σχεδίου. Η εργασία συνιστά ένα πρακτικό υπόδειγμα για την ενσωμάτωση της πολιτικής προστασίας στη σχολική καθημερινότητα, προάγοντας την κουλτούρα της ετοιμότητας και της συλλογικής ευθύνης.The integration of civil protection into the school environment constitutes a fundamental strategy for reducing risks and enhancing the resilience of the educational community (UNDRR, 2017). Within this framework, the present study addresses the development of a comprehensive Emergency Evacuation Plan for the 3rd Gymnasium – Lyceum of Arta, in accordance with the existing legal framework, the principles of Civil Protection, and the guidelines of the Earthquake Planning and Protection Organization (OASP). The first step involved a risk analysis, assessing both external threats and internal vulnerability factors, such as structural characteristics and the use of spaces. This was followed by the documentation of the current situation of the school complex (location, floor plan, emergency exits, assembly point) and the assessment of non-structural vulnerability using the OASP tool. The Emergency Plan was structured with a clear allocation of roles and evacuation routes, while particular emphasis was placed on the need for continuous training and the active involvement of all members of the school community. Finally, the methodology for organizing and evaluating preparedness drills is presented, within the framework of a continuous improvement and adaptation cycle of the plan. The study serves as a practical model for the integration of civil protection into everyday school life, fostering a culture of preparedness and collective responsibility

    Εκπαιδευτική ένταξη μαθητών προερχόμενων από δομές κοινωνικής στήριξης: απόψεις εκπαιδευτικών Β/θμιας εκπαίδευσης

    No full text
    Η παρούσα εργασία διερευνά τις αντιλήψεις και πρακτικές εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με την ένταξη μαθητών που προέρχονται από κοινωνικές δομές στήριξης. Με βάση την ποιοτική έρευνα που έγινε μέσω δεκαπέντε ημιδομημένων συνεντεύξεων και θεματικής ανάλυσης, αναδεικνύονται οι προκλήσεις, οι περιορισμοί και οι δυνατότητες του εκπαιδευτικού συστήματος ως προς την εφαρμογή ενταξιακών πολιτικών. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ένταξη παραμένει συχνά θεωρητική, εναπόκειται στην προσωπική στάση των εκπαιδευτικών και δεν υποστηρίζεται επαρκώς από θεσμικές δομές. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη για ουσιαστική επιμόρφωση, διασύνδεση σχολείου–κοινότητας και ενίσχυση της συμμετοχής των μαθητών. Τελικά, η παρούσα εργασία καταλήγει σε προτάσεις εκπαιδευτικής πολιτικής και ανοίγει δρόμους για περαιτέρω έρευνα με επίκεντρο τις φωνές των ίδιων των μαθητών και όλων των εκπαιδευτικών.This dissertation explores the perceptions and practices of secondary education teachers regarding the inclusion of students from social support structures. Based on qualitative research through fifteen semi-structured interviews and thematic analysis, it highlights the challenges, limitations, and possibilities within the educational system concerning inclusive policy implementation. Findings reveal that inclusion often remains theoretical, relies heavily on individual teacher initiative, and lacks sufficient institutional support. The dissertation finally, underscores the need for meaningful professional development, stronger school–community collaboration, and enhanced student participation. It concludes with policy recommendations and suggests future research centered on the voices of the students themselves and the educators in total

    Απόψεις του υγειονομικού προσωπικού σχετικά με συμπληρωματικές και εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις

    No full text
    Εισαγωγή: Οι Συμπληρωματικές και Εναλλακτικές Θεραπείες (ΣΕΘ) παρουσιάζουν αυξανόμενο ενδιαφέρον στη σύγχρονη ιατρική πρακτική. Σκοπός: Η διερεύνηση των αντιλήψεων και στάσεων του υγειονομικού προσωπικού απέναντι στις Συμπληρωματικές και Εναλλακτικές Θεραπείες. Μεθοδολογία: Η μελέτη βασίστηκε σε ανασκόπηση ποσοτικών, ποιοτικών και μεικτών μελετών που αναζητήθηκαν στις βάσεις δεδομένων PubMed, Scopus. Η επιλογή των άρθρων πραγματοποιήθηκε βάσει ορισμένων κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού. Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 15 μελέτες, δημοσιευμένες την τελευταία δεκαετία, οι οποίες εξετάζουν τις απόψεις του υγειονομικού προσωπικού σχετικά με τις Συμπληρωματικές και Εναλλακτικές Θεραπείες Αποτελέσματα: Η ανασκόπηση των μελετών δείχνει ότι, παρά τη γενική αναγνώριση της αξίας των ΣΕΘ για τη φροντίδα των ασθενών, η γνώση των επαγγελματιών υγείας είναι ελλιπής και η εφαρμογή της στην καθημερινή κλινική πράξη περιορισμένη. Οι βασικοί περιορισμοί εντοπίζονται στην έλλειψη εκπαίδευσης και στην απουσία σαφών κατευθυντήριων οδηγιών, υποδεικνύοντας την ανάγκη για περαιτέρω εκπαίδευση και υποστήριξη σε θεσμικό επίπεδο. Επίσης εμπόδια που περιορίζουν την αποτελεσματική ενσωμάτωσή των ΣΕΘ στα συστήματα υγείας είναι ο επιστημονικός σκεπτικισμός, η έλλειψη επικοινωνίας με τους ασθενείς καθώς και τα νομικά και δεοντολογικά ζητήματα που προκύπτουν από τη χρήση των ΣΕΘ χωρίς επίσημη τεκμηρίωση. Οι σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν τη στάση των επαγγελματιών υγείας σχετίζονται με το επίπεδο εκπαίδευσης, την επαγγελματική εμπειρία, το πολιτισμικό καθώς και θρησκευτικό πλαίσιο και τέλος την προσωπική χρήση ή πεποίθηση σχετικά με τις ΣΕΘ. Συμπεράσματα: Επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης της εκπαίδευσης, της θεσμικής ρύθμισης και της επιστημονικής τεκμηρίωσης, ώστε οι ΣΕΘ να ενταχθούν ορθολογικά και με ασφάλεια στο ελληνικό σύστημα υγείας, προς όφελος της ολιστικής φροντίδας του ανθρώπου.Introduction - Background: Complementary and Alternative Therapies (CAT) have been attracting increasing interest within contemporary healthcare systems. Aim: To investigate the perceptions and attitudes of healthcare personnel toward Complementary and Alternative Therapies. Methodology: The study was based on a review of quantitative, qualitative, and mixed-methods research identified through the Pub Med and Scopus databases. Article selection followed predefined inclusion and exclusion criteria. The data were then analyzed thematically. The final analysis incorporated 15 studies published over the past decade, each examining healthcare personnel’s perspectives regarding Complementary and Alternative Therapies across diverse sociocultural and clinical contexts. Results: The review indicates that, despite the general recognition of the value of CAT in patient care, healthcare professionals’ knowledge is insufficient, and their application in daily clinical practice remains limited. The main constraints identified include the lack of education and the absence of clear guidelines, highlighting the need for further training and institutional support. Additional barriers limiting the effective integration of CAT into healthcare systems include scientific skepticism, lack of communication with patients, and legal and ethical issues arising from the use of CAT without formal documentation. The most significant factors influencing healthcare professionals’ attitudes relate to education level, professional experience, cultural and religious background, and personal use of or belief in CAT. Conclusions: There is an urgent need to enhance education, institutional regulation, and scientific documentation in order to integrate CAT rationally and safely into the Greek healthcare system for the benefit of holistic human care

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇