National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Τυχαία αφαίρεση σαρκωμάτων μαλακών μορίων. Η πρόγνωση και η αντιμετώπιση των προβλημάτων
ΕΙΣΑΓΩΓΗ։Τα σαρκώματα μαλακών μορίων συχνά εκλαμβάνονται αρχικά ως καλοήθη και έτσι καθυστερούν να αντιμετωπιστούν με τον κατάλληλο τρόπο και πολλές φορές αφαιρούνται αφήνοντας υπόλειμμα της μάζας στον ασθενή. Οι εκτομές αυτών γίνεται χωρίς πλάνο και έτσι αποκαλούνται τυχαίες και πολλές από αυτές υποβάλλονται σε επανάληψη για πλήρη αφαίρεση του σαρκώματος. Γίνεται αναφορά στην μετα ανάλυση των Larios και Mazzini που μελέτησαν ασθενείς που υποβλήθηκαν σε δεύτερη εκτομή μετά από μια τυχαία εκτομή. Μελέτηθηκαν τα συνολικά πέντε χρόνια επιβίωσης (OS), η πενταετή τοπική επιβίωση χωρίς υποτροπή (LRFS),το ποσοστό ακρωτηριασμού (AMP) και το ποσοστό χειρουργικής επέμβασης αποκατάστασης (PRS). ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ։ Η αναζήτηση στην μελέτη Larios Mazzini είχε ως αποτέλεσμα 462 άρθρα από το PubMed και 646 από το Embase αντίστοιχα. Μετά την αφαίρεση 384 διπλότυπων και με την προσθήκη δέκα άρθρων που εξετάστηκαν από χειρόγραφα αναλύθηκε και αξιολογήθηκε το περιεχόμενο 734 μοναδικών μελετών και τελικά αποκλείστηκαν 664. Συνολικά εν τέλει 43 μελέτες πληρούσαν τα κριτήρια καταλληλότητάς και τελικά συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυσή. Δύο αξιολογητές (FL,GA) διεξήγαγαν ανεξάρτητα αξιολογήσεις ποιότητας χρησιμοποιώντας το εργαλείο ROBINS-I. Αυτό το εργαλείο συνιστάται από την CochraneCollaboration και χρησιμοποιείται για αξιολόγηση του κινδύνου μεροληψίας σε μη τυχαιοποιημένες μελέτες με παρέμβαση .Μελετήθηκαν και οι 43 μελέτες και συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα μεταξύ προγραμματισμένων και μη προγραμματισμένων μεθόδων εκτομής. Η αξιολόγηση κάθε σταδίου κινδύνου μεροληψίας πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας το διαδικτυακό εργαλείο robvis. Αναλύθηκαν και οι τριάντα τρεις μελέτες και βρέθηκαν να εμπίπτουν στην κατηγορία του μέτριου κινδύνου μεροληψίας. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ։ Στην μελέτη Mazzini Larios συμπεριλήφθηκαν 16.946 ασθενείς με σαρκώματα μαλακών μορίων, από τους οποίους 6017 (35,5%) είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη τυχαία εκτομή. Η παρουσία υπολειπόμενης νόσου μετά την επανεκτομή βρέθηκε σε 1429 ασθενείς και από αυτούς 850 (59%) είχαν θετική έκβαση. Ο αριθμός των ασθενών που περιλαμβάνονται σε κάθε μελέτη κυμαινόταν από 14 έως 3913 ασθενείς. Όλα τα άρθρα ήταν αναδρομικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν στα αγγλικά μεταξύ 1987 και 2023. Η αναφερόμενη διάμεση ή μέση ηλικία ήταν η πέμπτη και έκτη δεκαετία της ζωής . Από τις 43 μελέτες 26 ανέφεραν πληροφορίες για το μέγεθος του όγκου με μεγαλύτερο μέσο όρο του μεγέθους των όγκων στην ομάδα των σχεδιασμένων εκτομών. Από 24 μελέτες που ανέφεραν πληροφορίες για το βάθος εντόπισης οι 22 ανέφεραν υψηλότερο ποσοστό για εν τω βάθει όγκους στην ομάδα των προγραμματισμένων μη τυχαίων εκτομών .Η ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία ήταν οι πιο χρησιμοποιημένες μέθοδοι επιπρόσθετης ογκολογικής θεραπείας. Η πιο κοινή εντόπιση ήταν το κάτω άκρο και ακολουθούσε το άνω άκρο και ο κορμός. Οι πιο κοινοί ιστολογικοί τύποι ήταν το αδιαφοροποίητο πλειομορφικό σάρκωμα, το λιποσάρκωμα και το συνοβιακό σάρκωμα. Δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην επιβίωση στην 5ετία στις ομάδες με τυχαία ή μη εκτομή. Η τοπική υποτροπή όμως όπου παρουσιάστηκε αύξησε την θνητότητα. ΣΥΖΗΤΗΣΗ։ Η μελέτη των MAZZINI LARIOS μας έδειξε ότι η τυχαία εκτομή UE και η παρουσία όγκου στην επανεκτομή συσχετίστηκαν με χειρότερο ποσοστό υποτροπής του όγκου LRFS στην πενταετία. Αν και η τυχαία εκτομή UΕ δεν συσχετίστηκε με χειρότερη επιβίωση, η ανάπτυξη τοπικής υποτροπής συσχετίστηκε με χειρότερο ποσοστό επιβίωσης OS στην πενταετία. Δεν βρέθηκε διαφορά στα ποσοστά όπου χρειάστηκε χειρουργική επέμβαση με ακρωτηριασμό ή με πλαστική αποκατάσταση μεταξύ των ασθενών που έγινε τυχαία εκτομή και των ασθενών χωρίς τυχαία εκτομή . Μεταξύ των μελετών που συμπεριλήφτηκαν για την αξιολόγηση της υπολειπόμενης νόσου εντοπίστηκε ένα μέσο ποσοστό θετικότητας σχεδόν 60% στις βιοψίες μετά από την επανεκτομή. Αυτό σημαίνει ότι εάν επιλεγόταν μια προσέγγιση αναμονής πάνω από τους μισούς ασθενείς θα εμφάνιζαν αργότερα τον όγκο και θα είχαν μεγαλύτερη δυσκολία στην αντιμετωπισή του. Σημειώνεται η υψηλή σημασία της βιοψίας και της μαγνητικής τομογραφίας πριν την αφαίρεση των όγκων και η επαναξιολόγηση σε τυχαίες εκτομές της υποτροπής της νόσου με μαγνητική τομογραφία. Τέλος δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ μιας τυχαίας εκτομής και διενέργειας ακρωτηριασμού ή πλαστικής ανακατασκευής των άκρων όπου χρειάστηκε.INTRODUCTION Soft-tissue sarcomas are often initially misinterpreted as benign lesions, resulting in delayed and suboptimal treatment, and in many cases they are removed in a manner that leaves residual tumor in the patient. These resections are performed without proper preoperative planning and are therefore referred to as “unplanned excisions,” many of which subsequently require repeat surgery for complete tumor removal. Reference is made to the meta-analysis conducted by Larios and Mazzini, who examined patients undergoing a second excision after an unplanned primary excision. The outcomes assessed included overall 5-year survival (OS), 5-year local recurrence-free survival (LRFS), amputation rate (AMP), and the rate of reconstructive surgical procedures (PRS). METHODOLOGY The literature search in the Larios–Mazzini study yielded 462 articles from PubMed and 646 from Embase. After removing 384 duplicates and adding ten manually screened articles, a total of 734 unique studies were evaluated, of which 664 were excluded. Ultimately, 43 studies met the eligibility criteria and were included in the analysis. Two reviewers (FL, GA) independently performed quality assessments using the ROBINS-I tool, recommended by the Cochrane Collaboration for evaluating risk of bias in non-randomized interventional studies. All 43 studies were reviewed, comparing outcomes between planned and unplanned excisions. Risk-of-bias assessment at each stage was conducted using the online robvis tool. Thirty-three of the studies were found to fall into the moderate risk of bias category. RESULTS The Mazzini–Larios analysis included 16946 patients with soft-tissue sarcomas, of whom 6,017 (35.5%) had undergone a previous unplanned excision. Residual disease after re-excision was identified in 1,429 patients, with 850 of them (59%) showing positive findings. The sample size across studies ranged from 14 to 3,913 patients. All included articles were retrospective studies published in English between 1987 and 2023. The reported median or mean age fell within the fifth and sixth decades of life. Out of the 43 studies, 26 reported tumor size data, with larger mean tumor size observed in the planned-excision group. Of the 24 studies reporting tumor depth, 22 noted a higher proportion of deep-seated tumors in the planned-excision cohort. Radiotherapy and chemotherapy were the most frequently used adjunctive oncologic treatments. The most common tumor location was the lower extremity, followed by the upper extremity and the trunk. The most prevalent histologic subtypes were undifferentiated pleomorphic sarcoma, liposarcoma, and synovial sarcoma. No statistically significant difference was found in 5-year overall survival between planned and unplanned excision groups. However, the occurrence of local recurrence was associated with increased mortality. DISCUSSION The Mazzini–Larios study demonstrated that unplanned excision (UE) and the presence of residual tumor on re-excision were associated with worse 5-year local recurrence-free survival (LRFS). Although unplanned excision was not linked to poorer overall survival, the development of local recurrence correlated with worse 5-year overall survival (OS). No significant differences were found in amputation or reconstructive surgery rates between patients who had undergone unplanned excision and those who had not. Among the studies evaluating residual disease, the mean rate of positive findings on re-excision biopsies was nearly 60%. This indicates that if a “watch-and-wait” approach had been chosen, more than half of these patients would likely have later presented with recurrent or persistent disease, making management more challenging. The study underscores the critical importance of biopsy and MRI prior to tumor excision, as well as the role of MRI in reassessing cases of unplanned excisions for potential residual disease. Finally, no association was found between unplanned excision and the need for amputation or reconstructive limb surgery
Εργασιακές σχέσεις μελών οργάνων διοίκησης νομικών προσώπων και συσχετισμός με την εργασιακή σχέση διευθυντικών στελεχών
Η παρούσα μελέτη συντάχθηκε σε μια εποχή που η διεθνοποίηση των αγορών, η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και η συνεχής προσαρμογή των επιχειρήσεων σε μεταβαλλόμενες συνθήκες έχουν νομοτελειακά οδηγήσει στη δημιουργία πολύπλοκων οργανωτικών σχημάτων. Τα σχήματα αυτά χαρακτηρίζονται από πολλαπλά επίπεδα διοίκησης, διασυνδεδεμένα τμήματα και σύνθετες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τα οποία με τη σειρά τους διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο επιχειρηματικό περιβάλλον. Η πολυδαίδαλη δομή που αποκτούν οι σύγχρονες επιχειρήσεις καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την διάκριση των εργασιακών σχέσεων που αναπτύσσονται εντός των κόλπων της, που διαφοροποιούνται βάσει δυσδιάκριτων χαρακτηριστικών για την ερμηνεία των οποίων απαιτείται προσφυγή σε ποικίλους δικαιικούς κλάδους, όπως το Εργατικό, Εταιρικό ή το Αστικό Δίκαιο. Εντός του πλαισίου αυτού, αντικείμενο της παρούσης αποτελούν οι σχέσεις εργασίας των προσώπων που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας μιας επιχείρησης, των διευθυντών της, είτε αυτοί συμμετέχουν στη διοίκηση του νομικού προσώπου που είναι φορέας της επιχειρηματικής δραστηριότητας, είτε όχι. Η ανάλυση που ακολουθεί, σκοπεί, αφενός, στο να εξακριβωθούν οι μορφές τις οποίες μπορεί να λάβει η προσφερόμενη εργασία των μελών οργάνων διοίκησης μιας επιχείρησης και, αφετέρου, στον εντοπισμό κοινών σημείων αλλά και ειδοποιών διαφορών μεταξύ των τελευταίων και των διευθυντικών στελεχών, ως μισθωτών της επιχείρησης που διαχρονικά μνημονεύονται από την ελληνική θεωρία και νομολογία ως διευθύνοντες υπάλληλοι. Εν ολίγοις, αυτό που επιχειρείται, είναι μια διασαφήνιση των ιδιοτήτων και των εννόμων σχέσεων που ανακύπτουν στα ανώτερα στρώματα της υπαλληλικής κλίμακας της επιχείρησης υπό το πρίσμα πρωτίστως του εθνικού και ενωσιακού Εργατικού Δικαίου και, κατ’ επέκταση, του Εταιρικού Δικαίου που διέπει τους θεσμούς και τους κανόνες λειτουργίας των νομικών προσώπων, τα οποία μέσω των οργάνων τους -μονοπρόσωπων ή συλλογικών- ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και φέρουν κατ’ αρχήν την εργοδοτική ιδιότητα. Κατ’ αρχάς, επιχειρείται η σαφέστερη δυνατή ανάλυση των εννόμων σχέσεων που συνδέουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ως συλλογικού οργάνου της Ανώνυμης Εταιρείας με την ίδια την εταιρεία. Η εκτενής ανάλυση οφείλεται στην συνθετότητα της δομής της Ανώνυμης Εταιρείας και τις συνακόλουθες δυσκολίες που ανακύπτουν ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των εννόμων σχέσεων με τα πρόσωπα που προσφέρουν υπηρεσίες σε αυτή, αλλά και στη συχνότητα με την οποία απαντάται ο εν λόγω εταιρικός τύπος στις μεσαίες και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις. Εν συνεχεία, αναπτύσσονται ζητήματα από τις εργασιακές σχέσεις των μελών μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης των λοιπών κεφαλαιουχικών εταιρειών, της ΕΠΕ και της ΙΚΕ, και κατόπιν, η οπτική που δίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις εργασιακές σχέσεις μελών οργάνων διοίκησης από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου. Στην κατάληξη του πρώτου μέρους, χάριν πληρότητας της παρούσης, γίνεται μνεία στα ζητήματα που ανακύπτουν από την εργασία εταίρων-διαχειριστών σε προσωπικές εταιρείες, παρότι δεν αποτελούν «όργανα διοίκησης» υπό την αυστηρή έννοια που υπάρχει στις κεφαλαιουχικές εταιρείες λόγω του έντονα προσωπικού τους χαρακτήρα. Στο δεύτερο μέρος της παρούσης, εκτίθεται εν τω συνόλω το νομοθετικό και νομολογιακό καθεστώς που διέπει την ειδική κατηγορία εργαζομένων που αποτελεί την πλειοψηφία των διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων, τους διευθύνοντες υπάλληλους. Υπό το φως της ανάλυσης των ανωτέρω, η μελέτη ολοκληρώνεται στο τρίτο μέρος, με παρατηρήσεις και πορίσματα επί ζητημάτων όπου οι εργασιακές σχέσεις των μελών διοικητικών οργάνων αφενός, και, των διευθυνόντων υπαλλήλων, αφετέρου, είτε εφάπτονται είτε αποκλίνουν.This study is written at a time when the internationalization of markets, the integration of new technologies and the continuous adaptation of businesses to changing conditions have inevitably led to the creation of complex organizational structures. These structures are characterized by multiple levels of management, interconnected departments and complex decision-making processes, which in turn shape a particularly complex business environment. The complex structure that modern businesses acquire makes it particularly difficult to distinguish the employment relationships that develop within its confines, which are differentiated based on indistinct characteristics, the interpretation of which requires recourse to various legal branches, such as Labor, Corporate or Civil Law. Within this framework, the subject of this study is the employment relationships of the persons at the top of the hierarchy of a company, its directors, whether they participate in the management of the legal entity that is the entity carrying out the business activity or not. The following analysis aims, on the one hand, to ascertain the forms that the work offered by members of a company's management bodies can take and, on the other hand, to identify common points but also significant differences between the latter and the managers, as employees of the company who have been mentioned throughout time by Greek theory and jurisprudence as managing employees. In short, what is attempted is a clarification of the qualities and legal relationships that arise in the upper echelons of the company's civil service ladder under the light primarily of national and EU Labor Law and, by extension, of Corporate Law that governs the institutions and rules of operation of legal entities, which through their bodies - sole proprietors or collectives - carry out business activity and in principle have the status of employer. First, an attempt is made to provide the clearest possible analysis of the legal relationships that connect the members of the Board of Directors, as a collective body of the Société Anonyme, with the company itself. The extensive analysis is due to the complexity of the Société Anonyme structure and the consequent difficulties that arise in terms of the legal characterization of the legal relationships with the persons who provide services to it, but also to the frequency with which this corporate type is found in medium and large Greek enterprises. Subsequently, issues are developed from the employment relations of members of single-person management bodies of other capital companies, the Limited Liability Company and the Private Capital Company, and then, the perspective given by the Court of Justice of the European Union to the employment relations of members of management bodies from the perspective of EU law. At the end of the first part, for the sake of completeness, reference is made to the issues arising from the work of managing partners in personal companies, although they do not constitute "management bodies" in the strict sense that exists in capital companies due to their intensely personal nature. The second part of this study presents the legislative and jurisprudential regime governing the special category of employees that constitutes the majority of the managers of companies, the managing employees. In light of the analysis of the above, the study is completed in the third part, with observations and conclusions on issues where the employment relationships of members of administrative bodies, on the one hand, and, of managing employees, on the other hand, either intersect or diverge
Ψευδείς καταγγελίες σεξουαλικής κακοποίησης στο πλαίσιο συγκρουσιακών διαζυγίων
Εισαγωγή: Το φαινόμενο των ψευδών καταγγελιών σεξουαλικής κακοποίησης από τον ένα γονέα παραμένει ένα σοβαρό ζήτημα με σαφείς, αρνητικές αναφορές στη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Η παρούσα έρευνα επιχειρεί να εξετάσει την σύνδεση των καταγγελιών αυτών με την γονεϊκή αποξένωση, καθώς και την χρήση τους ως στρατηγικών εργαλείων με σκοπό να επιτευχθεί η έκδοση δικαστικών αποφάσεων αποκλεισμού της άσκησης των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας σε βάρος του καταγγελλόμενου γονέα. Μέθοδος: Κατόπιν σχετικής άδειας από το τμήμα Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών διερευνήθηκαν επτά κοινωνικοί φάκελοι που αφορούσαν επιβεβαιωμένα ψευδείς καταγγελίες. Η επιλογή των υποθέσεων είχε ως προϋπόθεση την αμετάκλητη απαλλακτική δικαστική κρίση, με εξαίρεση μία περίπτωση όπου ενώ είχε εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών. Τα ποιοτικά δεδομένα αναλύθηκαν ως μελέτες περίπτωσης προκειμένου να αναδειχθούν οι περιπτώσεις γονεϊκής αποξένωσης, να μελετηθεί η διεξοδική διερεύνηση και δικονομική διαχείριση των υποθέσεων και τα ουσιαστικά στοιχεία που τέθηκαν υπό δικαστική κρίση, ιδίως οι πραγματογνωμοσύνες των ειδικών ψυχικής υγείας. Αποτελέσματα: Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η κίνηση ποινικής διαδικασίας, στην περίπτωση των συγκρουσιακών σχέσεων γονέων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αστική διαδικασία για την διεκδίκηση επιμέλειας ή επικοινωνίας και την επηρεάζει καταλυτικά. Διαπιστώθηκε ότι παρατείνει την δικαστική αντιδικία αφού κάθε υπόθεση εξελίσσεται δικαστικά σε χρονικό διάστημα από 5 έως 10 έτη, ενώ επιβεβαιώθηκε η εγκαθίδρυση γονεϊκής αποξένωσης. Συζήτηση: Οι ψευδείς ισχυρισμοί σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, αποκαλύπτονται μετά από μια μακροχρόνια δικαστική διαδικασία. Υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα ενίσχυσης του ήδη υπάρχοντος συστήματος, που εφαρμόζεται στο πλαίσιο λειτουργίας του «Σπιτιού του παιδιού» καθώς και η ενθάρρυνση της συστηματικής διεπιστημονικής συνεργασίας για την διερεύνηση των καταγγελιών που θα συμβάλλουν καθοριστικά στην προστασία των παιδιών.Introduction: The phenomenon of false allegations of sexual abuse by one parent remains a serious issue with clear, negative implications for children's psychosocial development. The present study aims to examine the link between these reports and parental alienation and their use as strategic tools to acquire court orders that deprive the accused parent of the exercise of custody or communication rights. Method: Upon obtaining permission from the Juvenile Department of the Prosecutor's Office of Athens, seven social case files involving confirmed false allegations were investigated. The selection criteria required final and irrevocable acquittals, except for one case in which, despite an acquittal by the Athens Misdemeanor Court, an appeal was filed by the Appellate Prosecutor. The qualitative data were analyzed as case studies to highlight instances of parental alienation, to study the thorough investigation and procedural handling of the cases, and to examine the substantive elements considered in court, particularly the expert opinions of mental health professionals. Results: The findings indicate that the initiation of criminal proceedings in cases of parental conflict is inextricably linked to civil proceedings over custody or visitation, significantly influencing them. These proceedings were found to prolong legal disputes, with each case lasting between 5 to 10 years, and confirmed the establishment of parental alienation. Discussion: False allegations of child sexual abuse are revealed through a prolonged legal process. The need to strengthen the existing system, implemented within the framework of the "House of the Child," is emphasized, along with the encouragement of systematic interdisciplinary collaboration in the investigation of such allegations, which will crucially contribute to child protection
Clinical decision support systems in healthcare
Τα Συστήματα Υποστήριξης Κλινικών Αποφάσεων (CDSS) αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στη σύγχρονη υγειονομική περίθαλψη, λειτουργώντας ως κοινωνικοτεχνικές παρεμβάσεις που ενισχύουν αντί να αντικαθιστούν την κλινική κρίση. Αυτή η διατριβή εξετάζει κριτικά την ενσωμάτωση των CDSS με τεχνητή νοημοσύνη (AI) με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγκλισή τους με τη Νανοϊατρική. Τα παραδοσιακά CDSS που βασίζονται σε κανόνες έχουν εξελιχθεί σε εξελιγμένες πλατφόρμες που αξιοποιούν τη μηχανική μάθηση, τα νευρωνικά δίκτυα και τη σύντηξη πολυτροπικών δεδομένων για να επιτύχουν μια κορυφαία απόδοση στη διαγνωστική ακρίβεια, την προγνωστική ανάλυση και τον εξατομικευμένο σχεδιασμό θεραπείας.Clinical Decision Support Systems (CDSS) are increasingly pivotal in modern healthcare, functioning as sociotechnical interventions that enhance rather than replace clinical judgment. This thesis critically examines the integration of artificial intelligence (AI) enabled CDSS with a particular emphasis on their convergence with Nanomedicine. Traditional rule based CDSS have evolved into sophisticated platforms leveraging machine learning, neural networks, and multimodal data fusion to achieve a state of the art performance in diagnostic accuracy, predictive analytics, and personalized treatment planning
The role of the principle of mutual trust in the execution of European Arrest Warrant
Η παρούσα διπλωματική εργασία αποσκοπεί στη διερεύνηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην προσπάθειά της να επιτύχει μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, οι εν λόγω δυναμικές δεν προσεγγίζονται σε αφηρημένο θεωρητικό επίπεδο, αλλά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ), το οποίο αποτελεί το πρώτο και πλέον επιτυχημένο μέσο ενσωμάτωσης της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στο ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο. Η εργασία αυτή διαρθρώνεται σε δύο κύρια μέρη. Το πρώτο εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η αμοιβαία εμπιστοσύνη λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη συγκεντρωτισμού, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός συνεκτικού νομικού πλαισίου διασυνοριακής συνεργασίας. Το δεύτερο μέρος διερευνά τα όριά της, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια και η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχουν εισαγάγει ένα αναγκαίο αντίβαρο στην άκριτη εμπιστοσύνη, ιδίως σε περιπτώσεις όπου διακυβεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η παρούσα έρευνα βασίζεται σε νομολογιακή ανάλυση, μελέτη της νομολογίας και θεωρητικές προσεγγίσεις, με σκοπό τη διερεύνηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης τόσο ως μηχανισμού νομικής ενοποίησης όσο και ως πηγής συνταγματικής έντασης.This thesis aims to investigate the challenges faced by the European Union in striking a fragile balance between effective judicial protection, achieved through the principle of mutual trust, and the protection of fundamental rights. In particular, these dynamics are not approached in abstract theoretical terms but in the context of the European Arrest Warrant (EAW), which stands as the first and most successful instrument to incorporate the principle of mutual recognition into European criminal law. This work is structured in two main parts. The first examines how mutual trust serves as a driving force for centralization, thereby creating a coherent legal framework for cross-border cooperation. The second part explores its limits, highlighting how national courts and the case law of the Court of Justice of the European Union (CJEU) have introduced a necessary counterbalance to blind trust, particularly in cases where human rights are at stake. The present research relies on jurisprudential analysis, case law, and theoretical perspectives, with the aim of exploring mutual trust as both a mechanism of legal integration and a source of constitutional tension
Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων επί Διασυνοριακών Οικογενειακών Διαφορών
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ζήτημα της αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων επί διασυνοριακών οικογενειακών διαφορών. Η αυξανόμενη κινητικότητα των πολιτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η συχνή δημιουργία οικογενειακών σχέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη αποτελεσματικών και ομοιόμορφων μηχανισμών δικαστικής προστασίας μεταξύ των κρατών. Στο πρώτο μέρος της εργασίας αναλύεται το ενωσιακό καθεστώς αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων που προέρχονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ρυθμίζεται από τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/1111, 4/2009, 2016/1103 και 2016/1104. Βασικά χαρακτηριστικά τους αποτελούν η αυτοδίκαιη αναγνώριση των αποφάσεων, η κατάργηση της διαδικασίας κήρυξης της εκτελεστότητας (exequatur) σε κρίσιμους τομείς του οικογενειακού δικαίου και ο περιορισμένος έλεγχος μέσω των λόγων άρνησης αναγνώρισης και εκτέλεσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο παιδοκεντρικός προσανατολισμός των σύγχρονων ενωσιακών ρυθμίσεων και η θεμελιώδης αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των εννόμων τάξεων των κρατών μελών. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης εξετάζεται η αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων που προέρχονται από τρίτα κράτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις προϋποθέσεις των άρθρων 323, 780 και 905 ΚΠολΔ, καθώς και στη σημασία της διαδικασίας κήρυξης της εκτελεστότητας για λόγους προστασίας της εθνικής κυριαρχίας. Η εργασία καταλήγει σε συμπεράσματα σχετικά με τη λειτουργία και τη συνοχή των ισχυόντων μηχανισμών αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων, αναδεικνύοντας τις διαφοροποιήσεις μεταξύ του ενωσιακού και του εθνικού πλαισίου και τη σημασία τους για την αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές.This thesis examines the issue of the recognition and enforcement of court decisions in cross-border family disputes. The increasing mobility of citizens within the European Union and the frequent creation of family relationships with foreign elements make it necessary to have effective and uniform mechanisms of judicial protection between states. The first part of the thesis analyzes the EU regime for the recognition and enforcement of judgments originating in Member States of the European Union, which is governed by Regulations (EU) 2019/1111, 4/2009, 2016/1103, and 2016/1104. Their key features are the automatic recognition of decisions, the abolition of the exequatur procedure in critical areas of family law and limited control through grounds for refusal of recognition and enforcement. At the same time, the child-centered orientation of contemporary EU regulations and the fundamental principle of mutual trust between the legal systems of Member States are highlighted. The second part of the study examines the recognition and enforcement of foreign judgments from third countries, in accordance with the provisions of the Code of Civil Procedure. Particular reference is made to the conditions laid down in Articles 323, 780, and 905 of the Code of Civil Procedure, as well as to the importance of the procedure for declaring enforceability for reasons of protecting national sovereignty. The paper draws conclusions on the functioning and coherence of the existing mechanisms for the recognition and enforcement of decisions, highlighting the differences between the EU and national frameworks and their importance for the effective administration of justice in cross-border family disputes
Αθέμιτος Ανταγωνισμός (Dumping) στη Ναυτεργασία
Το περιεχόμενο της παρούσας εργασίας έχει δομηθεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, και εφόσον γίνει μία περιγραφή του φαινομένου του ντάμπινγκ υπό το πρίσμα του εμπορικού και του κλασσικού χερσαίου εργατικού δικαίου, θα επιχειηθεί μία ανάλυση της ιδιαιτερότητας της ναυτεργατικής σχέσης, προκειμένου να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα που διέπει τη σύμβαση της ναυτικής εργασίας, η οποία και επιτρέπει την άνθιση του κοινωνικού ντάμπινγκ σε βάρος των ναυτεργατών. Για τον σκοπό αυτό θα αξιοποιηθούν διεθνή, ευρωπαϊκά και εθνικά νομοθετήματα και ναυτιλιακές πρακτικές, ενώ, παράλληλα, θα γίνει μία επισκόπηση των φορέων που εμπλέκονται στον ναυτεργατικό χώρο. Υπό αυτό το πρίσμα θα μελετηθεί το φαινόμενο του κοινωνικού ντάμπινγκ στη ναυτεργασία, τα αίτια εμφάνισής του και οι επιπτώσεις που επιφέρει. Στο δεύτερο μέρος η εργασία θα εστιάσει στους τρόπους με τους οποίους η διεθνής κοινότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι επί μέρους χώρες και το ελληνικό κράτος επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν το εν λόγω φαινόμενο. Μέσα από τη νομοθετική, νομολογιακή και πιο πρακτική προσέγγιση του κοινωνικού ντάμπινγκ η γράφουσα θα επιδιώξει να αποτυπώσει τη στάθμιση μεταξύ επιχειρησιακών ελευθεριών και εργασιακών συμφερόντων και να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η διεθνοποίηση και ο ανταγωνισμός επηρεάζουν την κοινωνική πρόοδο και την εργασιακή πραγματικότητα στη θάλασσα. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να υπογραμμιστεί ότι η τακτική των ναυτιλιακών εταιρειών και των κρατών να αναζητούν το χαμηλότερο δυνατό λειτουργικό κόστος, μέσω της παράβλεψης των διεθνών προτύπων ναυτικής εργασίας και της υιοθέτησης πρακτικών κοινωνικού ντάμπινγκ δεν διακυβεύει μόνον τη θαλάσσια ασφάλεια και την κοινωνική πρόοδο, αλλά και το ίδιο τους το μέλλον και την προοπτική ανάπτυξης της ναυτιλίας παγκοσμίως.The present study is structured into two distinct parts. In the first part, following an examination of the phenomenon of dumping from the perspective of commercial law and classical land-based labour law, an analysis is undertaken of the specific legal nature of the maritime employment relationship. The purpose of this analysis is to elucidate the complexity inherent in the maritime employment contract, which facilitates the emergence and proliferation of social dumping to the detriment of seafarers. To this end, international, European Union and national legal instruments, as well as prevailing maritime practices, are analysed, while, in parallel, an overview is provided of the institutional and regulatory actors operating within the maritime labour sector. Within this legal and regulatory framework, the phenomenon of social dumping in maritime labour is examined, together with its underlying causes and its legal, social and economic consequences. In the second part, the study focuses on the mechanisms through which the international community, the European Union, individual States and, in particular, the Hellenic Republic seek to address and mitigate the phenomenon in question. Through a legislative, jurisprudential and practical analysis of social dumping, the author seeks to illustrate the balancing exercise between economic and entrepreneurial freedoms, on the one hand, and the protection of labour rights and interests, on the other, as well as to demonstrate the manner in which internationalisation and competition influence social progress and the legal reality of employment at sea. The objective of the present study is to underline that the practice adopted by shipping companies and States of pursuing the lowest possible operating costs, through the circumvention or disregard of international maritime labour standards and the implementation of social dumping practices, not only undermines maritime safety and social advancement, but also jeopardises their own long-term sustainability and the future prospects for the development of global shipping
Enseigner le FLE quand on ne maîtrise pas la langue de ses élèves : enjeux, impacts et pistes pour une pratique pédagogique adaptée en contexte exolingue
Ce mémoire porte sur l’enseignement du FLE du point de vue de stagiaires francophones évoluant dans un milieu où ils deviennent allophones et où le français prend un statut exolingue, à savoir la Grèce. L’objectif de la recherche est d’analyser les enjeux intrinsèques à cette situation, la manière dont elle est vécue par les personnes concernées, ainsi que les moyens pouvant être mis en place par les enseignants pour parvenir à enseigner malgré les difficultés rencontrées. Les sujets d’étude sont les étudiants non hellénophones du M2 ELE, au nombre de sept cette année. La diversité de leurs contextes d’enseignement — tant au niveau scolaire (école primaire, collège ou lycée), que du nombre de classes dont ils avaient la charge, de la place qu’ils percevaient occuper au sein de la classe, ou encore de leur relation avec leurs tutrices — a permis qu’une expérience pourtant commune, celle d’un stage dans un établissement scolaire durant le semestre Erasmus à Athènes, soit vécue de manière différente et que les résultats obtenus soient interprétables dans le cadre de la recherche.This thesis examines the teaching of French as a Foreign Language (FFL) from the perspective of francophone trainee teachers working in a context in which they become allophone and where French takes on an exolingual status, namely Greece. The aim of the study is to analyse the intrinsic challenges of this situation, the way it is experienced by those concerned, as well as the strategies that teachers can implement in order to teach despite the difficulties encountered. The subjects of the study are non-Greek-speaking students enrolled in the M2 ELE programme, seven in total during the year of the research. The diversity of their teaching contexts — in terms of educational level (primary school, lower secondary or upper secondary), the number of classes they were responsible for, their perceived position within the classroom, and their relationship with their mentor teachers — made it possible for a shared experience, namely a teaching placement in a school during the Erasmus semester in Athens, to be experienced in different ways and for the results to be meaningfully interpreted within the framework of the study
Le droit souple et son contrôle juridictionnel en droit grec et français: une étude comparée
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονη ανάπτυξη του ήπιου δικαίου, η οποία μεταβάλλει τις παραδοσιακές μορφές διοικητικής δράσης και θέτει νέα ζητήματα διακστικού ελέγχου. Στην Ελ΄΄λάδα, ο διοικητικός δικαστής υιοθετεί κατά κανόνα μια περιοριστική προσέγγιση, επιτρέποντας τον ακυρωτικό έλεγχο μόν τνω εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αποκλείοντας έτσι, κατ'αρχήν, τις πράξεις του ήπιου δικαίου. Αντίθετα στη Γαλλία, το Conseil d'Etat μέσω της νομολογίας Fairvesta και Numericable, αποδέχθηκε τον άμεσο δικαστικό έλεγχο μη δεσμευτικών πράξεων που παράγουν "σημαντικά αποτελέσματα", εγκαινιάζοντας μια πιο λειτουργική προσέγγιση. Σε ενωσιακό επίπεδο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρεί αυστηρά κριτήρια παραδεκτού, επιτρ΄πεοντας ωστόσο έμμεσο έλεγχομέσω του θεσμού της προδικαστικής παραπομπής. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη φύση του ήπιου δικαίου, τον ρόλο των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών στην παραγωγή του και τη σημασία της υπαγωγής των πράξεων αυτών σε διακστικό έλεγχο στην Ελλάδα, τη Γαλλία και την ΕΕ, αναδεικνύοντας τις εντάσεις μεταξύ της τυπικής νομιμότητας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.In recent years, there has been a marked development of soft law, which is transforming traditional forms of administrative action and raising new issues of judicial review. In Greece, the administrative judge generally adopts a restrictive approach, allowing annulment review only of enforceable administrative acts, thereby, in principle, excluding acts of soft law from judicial scrutiny. By contrast, in France, the Conseil d’État, through the Fairvesta and Numericable case law, has accepted the direct judicial review of non-binding acts that produce “significant effects,” inaugurating a more functional approach. At the level of the European Union, the Court of Justice of the European Union maintains strict admissibility criteria, while nevertheless allowing indirect review through the mechanism of the preliminary ruling. This master’s thesis examines the nature of soft law, the role of independent administrative authorities in its production, and the importance of subjecting such acts to judicial review in Greece, France, and the EU, highlighting the tensions between formal legality and effective judicial protection
Φαρμακοεπαγρύπνηση στις κλινικές δοκιμές των λοιμώξεων
Οι κλινικές δοκιμές αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της σύγχρονης ιατρικής έρευνας και της ανάπτυξης νέων φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς μέσω αυτών τεκμηριώνεται η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια των θεραπευτικών παρεμβάσεων πριν από την ευρεία κλινική τους εφαρμογή. Η συστηματική μελέτη των φαρμάκων διέπεται από αυστηρά επιστημονικά, δεοντολογικά και κανονιστικά πρότυπα, με πρωταρχικό στόχο την προστασία της υγείας, της ασφάλειας και των δικαιωμάτων των συμμετεχόντων. Κεντρικό ρόλο στη διεξαγωγή των κλινικών δοκιμών διαδραματίζει η φαρμακοεπαγρύπνηση, η οποία ορίζεται ως το σύνολο των δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην ανίχνευση, αξιολόγηση, κατανόηση και πρόληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών ή οποιουδήποτε άλλου προβλήματος που σχετίζεται με τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων. Στο πλαίσιο των κλινικών μελετών, η φαρμακοεπαγρύπνηση δεν περιορίζεται στην παθητική καταγραφή ανεπιθύμητων συμβάντων, αλλά αποτελεί ένα δυναμικό και συνεχές σύστημα επιτήρησης της ασφάλειας, το οποίο επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση κινδύνων και τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων. Η σημασία της φαρμακοεπαγρύπνησης ενισχύεται ιδιαίτερα σε μελέτες που αφορούν σοβαρές και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, όπως οι λοιμώξεις και η σήψη, όπου η ισορροπία οφέλους–κινδύνου μπορεί να μεταβληθεί ταχύτατα. Η έγκαιρη και αξιόπιστη συλλογή δεδομένων ασφάλειας, η σωστή ιατρική αξιολόγηση των ανεπιθύμητων συμβάντων και η συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα αναφοράς προς τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της ακεραιότητας μιας κλινικής δοκιμής. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη φαρμακοεπαγρύπνηση στις κλινικές μελέτες καθορίζεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 536/2014, τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ορθής Κλινικής Πρακτικής (ICH-GCP) και τις οδηγίες Ορθής Πρακτικής Φαρμακοεπαγρύπνησης (GVP) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων. Το πλαίσιο αυτό ορίζει με σαφήνεια τις υποχρεώσεις τόσο των ερευνητών όσο και των χορηγών, καθώς και τον ρόλο ανεξάρτητων οργάνων, όπως η Επιτροπή Παρακολούθησης Δεδομένων Ασφάλειας (DSMB), στην εποπτεία της ασφάλειας των συμμετεχόντων. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η αναλυτική παρουσίαση και κατανόηση του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης στις κλινικές μελέτες, με έμφαση στις διαδικασίες καταγραφής, αξιολόγησης και αναφοράς των ανεπιθύμητων συμβάντων, καθώς και στη σημασία της συνεχούς επιτήρησης της ασφάλειας. Παράλληλα, μέσω της παρουσίασης της κλινικής μελέτης REACT, αναδεικνύεται η πρακτική εφαρμογή των αρχών της φαρμακοεπαγρύπνησης σε ένα σύγχρονο, πολυκεντρικό κλινικό πρωτόκολλο που αφορά την πρόληψη της εξέλιξης σε σήψη ασθενών με πνευμονία της κοινότητας. Η σύνδεση της θεωρητικής γνώσης με πραγματικά δεδομένα κλινικής έρευνας υπογραμμίζει τη θεμελιώδη συμβολή της φαρμακοεπαγρύπνησης στη διασφάλιση της ποιότητας, της αξιοπιστίας και, κυρίως, της ασφάλειας των κλινικών δοκιμών.Clinical trials constitute the cornerstone of modern medical research and the development of new pharmaceutical products, as they provide the means through which the efficacy and safety of therapeutic interventions are established prior to their widespread clinical use. The systematic study of medicinal products is governed by strict scientific, ethical, and regulatory standards, with the primary objective of safeguarding the health, safety, and rights of study participants. A central role in the conduct of clinical trials is played by pharmacovigilance, which is defined as the set of activities aimed at the detection, assessment, understanding, and prevention of adverse reactions or any other problems related to the use of medicinal products. Within the context of clinical studies, pharmacovigilance is not limited to the passive recording of adverse events but constitutes a dynamic and continuous safety surveillance system, enabling the timely identification of risks and the implementation of appropriate corrective measures. The importance of pharmacovigilance is particularly heightened in studies involving severe and potentially life-threatening conditions, such as infections and sepsis, where the benefit–risk balance may change rapidly. The timely and reliable collection of safety data, the proper medical evaluation of adverse events, and compliance with the prescribed reporting timelines to the competent regulatory authorities are critical prerequisites for ensuring the integrity of a clinical trial. Within the European Union, the regulatory framework governing pharmacovigilance in clinical trials is defined by Regulation (EU) No 536/2014, the International Council for Harmonisation Good Clinical Practice (ICH-GCP) guidelines, and the Good Pharmacovigilance Practice (GVP) guidelines of the European Medicines Agency. This framework clearly delineates the responsibilities of both investigators and sponsors, as well as the role of independent bodies, such as the Data Safety Monitoring Board (DSMB), in overseeing participant safety. The aim of the present diploma thesis is to provide a comprehensive presentation and understanding of the pharmacovigilance system in clinical trials, with particular emphasis on the processes of recording, evaluating, and reporting adverse events, as well as on the importance of continuous safety monitoring. In parallel, through the presentation of the REACT clinical trial, the practical application of pharmacovigilance principles within a contemporary, multicentre clinical protocol aimed at preventing the progression to sepsis in patients with community-acquired pneumonia is highlighted. The integration of theoretical knowledge with real-world clinical research data underscores the fundamental contribution of pharmacovigilance to ensuring the quality, reliability, and, above all, the safety of clinical trials