National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η προστατευτική δράση του μητρικού γάλακτος στην επίπτωση βρογχοπνευμονικής δυσπλασίας: συστηματική ανασκόπηση
Η βρογχοπνευμονική δυσπλασία (ΒΠΔ) αποτελεί μια από τις πιο σοβαρές και συχνές επιπλοκές της προωρότητας, με σημαντικές επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη πνευμονική λειτουργία και γενικότερη υγεία των νεογνών. Η διατροφή, και συγκεκριμένα η χρήση μητρικού γάλακτος, έχει αναδειχθεί ως ένας δυνητικά προστατευτικός παράγοντας έναντι της εμφάνισης ή της βαρύτητας της ΒΠΔ. Η παρούσα εργασία αποτελεί συστηματική ανασκόπηση της τρέχουσας βιβλιογραφίας με σκοπό την αξιολόγηση της επίδρασης του μητρικού γάλακτος στη συχνότητα και σοβαρότητα της ΒΠΔ σε πρόωρα νεογνά. Αναζητήθηκαν και αξιολογήθηκαν μελέτες από βάσεις δεδομένων όπως PubMed, Scopus και Cochrane Library. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χορήγηση μητρικού γάλακτος, και ιδίως του αποκλειστικού μητρικού θηλασμού, σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης ΒΠΔ, γεγονός που αποδίδεται στις αντιφλεγμονώδεις και ανοσοπροστατευτικές ιδιότητες του. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικές ετερογένειες στις μεθοδολογίες των μελετών και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την κατανόηση των μηχανισμών δράσης και τη διαμόρφωση σαφών κατευθυντήριων οδηγιών.Bronchopulmonary dysplasia (BPD) remains a major complication of prematurity, associated with long-term respiratory morbidity and increased healthcare needs. Among the various modifiable factors influencing neonatal outcomes, nutrition—and specifically the use of human breast milk—has emerged as a potentially protective element against BPD. This systematic review aims to assess current evidence regarding the impact of breast milk on the incidence and severity of BPD in preterm infants. A comprehensive literature search was conducted in PubMed, Scopus, and the Cochrane Library, focusing on studies that compared outcomes in preterm infants receiving breast milk versus formula. The results consistently suggest a lower risk of BPD among infants fed human milk, particularly when exclusively breastfed. This protective effect is likely due to the anti-inflammatory, antioxidant, and immunomodulatory components of breast milk. Despite encouraging findings, heterogeneity in study design and definitions of BPD limit the generalizability of results. Further high-quality, controlled studies are warranted to clarify the underlying mechanisms and guide clinical practice
Η ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΩΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ: ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η πυρηνική ενέργεια παρουσιάζεται-προωθείται τα τελευταία χρόνια ως κατάλληλη για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς περιβαλλοντικής κρίσης, ως βιώσιμη (sustainable). Η παρούσα διπλωματική επιχειρεί μια κριτική προσέγγιση σε αυτήν την παρουσίαση αξιοποιώντας την Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας και το διεπιστημονικό πεδίο Επιστήμη, Τεχνολογία, Κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, αξιοποιώντας έναν ενδεικτικό συνδυασμό δευτερογενών και πρωτογενών πηγών, προτείνεται η τοποθέτηση της παρουσίασης της πυρηνικής ενέργειας ως βιώσιμης σε ένα πλαίσιο-σχήμα περιοδολόγησης που περιλαμβάνει τρεις περιόδους: την παρουσίαση της πυρηνικής ενέργειας ως άφθονης και φθηνής (πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες), την πρόσθεση της παρουσίασής της ως επικίνδυνης (αρχικά στο πλαίσιο κριτικής στην χρήση της για πυρηνικά όπλα, στη συνέχεια και σε συνδυασμό, λόγω του συσχετισμού της με ατυχήματα όπως αυτά στο Three Mile Island, το Τσερνόμπιλ και τη Φουκουσίμα, και, τέλος, πιο πρόσφατα, ως βιώσιμης, καταλληλότερης από περιβαλλοντική άποψη από αυτή που βασίζεται σε άλλα ορυκτά καύσιμα αλλά και διαθέσιμης σε ποσότητες που απαιτεί, μεταξύ άλλων, η λειτουργία ενός ραγδαία πολλαπλασιαζόμενου πλήθους ιδιαίτερα ενεργειοβόρων data centers και άλλων υποδομών απαραίτητων για ότι αποκαλείται «τεχνητή νοημοσύνη». Οι χαρακτηρισμοί προηγούμενων περιόδων δεν χάνονται με την ανάδειξη μιας νέας περιόδου, καθώς, πολύ χαρακτηριστικά, η παρουσίαση της πυρηνικής ενέργειας ως περιβαλλοντικά βιώσιμης βασίζεται και στην αρχική παρουσίασή της ως άφθονης, ως οικονομικά συμφέρουσας. Το πρώτο μέρος της διπλωματικής εισάγει στην προτεινόμενη περιοδολόγηση, με βάση την Ιστορία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας. Σε ένα δεύτερο μέρος, γίνεται μια εισαγωγή στην τεχνολογία της πυρηνικής ενέργειας, η οποία στοχεύει στο να αναδειχθεί ότι η παρουσίασή της ως βιώσιμης περιβαλλοντικά, στο πλαίσιο μιας αυθαίρετης εστίασης στην συγκριτικά περιορισμένη εκπομπή ρύπων από ένα εργοστάσιο παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, δεν αγνοεί απλά τον εγγενή κίνδυνο για πυρηνικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης, αλλά αποκόπτει το πυρηνικό εργοστάσιο από το σύνολο της αλυσίδας της τεχνολογίας που απαιτείται για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, όπως αυτή ξεκινά με την εξόρυξη των πυρηνικών ορυκτών και καταλήγει στην εναπόθεση πυρηνικών αποβλήτων. Αυτό το δεύτερο μέρος της διπλωματικής έχει γραφτεί λαμβάνοντας υπόψη την κριτική του πεδίου Επιστήμη, Τεχνολογία, Κοινωνία στην συνήθη παρουσίαση της τεχνολογίας μέσω της επιλεκτικής επίδειξης-εστίασης σε ένα τμήμα της και της ταυτόχρονης απόκρυψης ενός άλλου τμήματοςNuclear energy has been presented-promoted in recent years as suitable for addressing the unprecedented environmental crisis, as sustainable. This thesis attempts a critical approach to this presentation by utilizing the History of Science and Technology and the interdisciplinary field of Science, Technology, Society. More specifically, utilizing an indicative combination of secondary and primary sources, it is proposed to place the presentation of nuclear energy as sustainable in a periodization framework that includes three periods: the presentation of nuclear energy as abundant and cheap (first post-war decades), the addition of its presentation as dangerous (initially in the context of criticism of its use for nuclear weapons, then in combination, due to its association with accidents such as those at Three Mile Island, Chernobyl and Fukushima), and, finally, more recently, as sustainable, more suitable from an environmental point of view than that based on other fossil fuels but also available in quantities required, among other things, by the operation of a rapidly multiplying number of particularly energy-intensive data centers and other infrastructures necessary for what is called "artificial intelligence". The presentations of previous periods are not lost with the emergence of a new period, as, very characteristically, the presentation of nuclear energy as environmentally sustainable is also based on its initial presentation as abundant, as economically advantageous. The first part of the thesis introduces the proposed periodization, based on the History of Science and Technology. In a second part, an introduction to nuclear energy technology is made, which aims to highlight that its presentation as environmentally sustainable, within the context of an arbitrary focus on the comparatively limited emission of pollutants from a nuclear power plant, not only ignores the inherent risk of large-scale nuclear accidents, but also cuts off the nuclear plant from the entire chain of technology required for the production of nuclear energy, as it begins with the extraction of nuclear minerals and ends with the disposal of nuclear waste. This second part of the thesis has been written taking into account the criticism of the field of Science, Technology, Society in the usual presentation of technology through the selective demonstration-focus on one part of it and the simultaneous concealment of another par
Explainable artificial intelligence in credit risk assessment: a machine learning framework
Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών αποτελεί κρίσιμη λειτουργία για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσο και στα δικαιώματα των καταναλωτών. Τα τελευταία χρόνια, οι μέθοδοι μηχανικής μάθησης έχουν προσελκύσει αυξανόμενο ενδιαφέρον, καθώς συχνά επιτυγχάνουν υψηλότερη προγνωστική ακρίβεια σε σύγκριση με τις παραδοσιακές στατιστικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, η αυξημένη πολυπλοκότητά τους εγείρει ζητήματα διαφάνειας και ερμηνευσιμότητας, τα οποία καθίστανται ιδιαίτερα κρίσιμα στο πλαίσιο των αυστηρών κανονιστικών απαιτήσεων που διέπουν τις αυτοματοποιημένες πιστωτικές αποφάσεις. Η παρούσα εργασία εξετάζει την εφαρμογή τεχνικών μηχανικής μάθησης στην αξιολόγηση πιστωτικού κινδύνου, με έμφαση στην ερμηνευσιμότητα των μοντέλων και στη δυνατότητα γενίκευσής τους σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Χρησιμοποιώντας το σύνολο δεδομένων German Credit, πραγματοποιείται συγκριτική ανάλυση τριών μοντέλων: της λογιστικής παλινδρόμησης ως καθιερωμένου σημείου αναφοράς, του τυχαίου δάσους (Random Forest) ως μεθόδου συνόλων (ensemble learning) και του XGBoost ως σύγχρονης τεχνικής ενισχυμένης βαθμιδωτής μάθησης. Για την ερμηνεία των προβλέψεων εφαρμόζεται η μεθοδολογία SHAP, η οποία επιτρέπει την ανάλυση της συμβολής κάθε μεταβλητής στις επιμέρους προβλέψεις. Τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν ότι το XGBoost επιτυγχάνει οριακά υψηλότερη διακριτική ικανότητα (ROC AUC 0,805) σε σύγκριση με τη λογιστική παλινδρόμηση (ROC AUC 0,796), γεγονός που υποδηλώνει ότι το όφελος από την αυξημένη αλγοριθμική πολυπλοκότητα είναι περιορισμένο. Η ανάλυση SHAP αναδεικνύει την κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού ως τον σημαντικότερο παράγοντα πρόβλεψης, ενώ εντοπίζονται και δημογραφικές μεταβλητές μεταξύ των σημαντικών χαρακτηριστικών, γεγονός που εγείρει ζητήματα δικαιοσύνης και κανονιστικής συμμόρφωσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξωτερική επικύρωση του μοντέλου σε ανεξάρτητο σύνολο δεδομένων Australian Credit. Η εφαρμογή του εκπαιδευμένου μοντέλου σε διαφορετικό πληθυσμό οδήγησε σε πλήρη κατάρρευση της προγνωστικής του ικανότητας (ROC AUC 0,500), καταδεικνύοντας τους σοβαρούς κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση μοντέλων χωρίς επαρκή έλεγχο γενίκευσης. Τα ευρήματα της μελέτης υπογραμμίζουν ότι η ερμηνευσιμότητα, η αυστηρή εξωτερική επικύρωση και η συνεχής παρακολούθηση των μοντέλων αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπεύθυνη και κανονιστικά συμβατή εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης στην αξιολόγηση πιστωτικού κινδύνου.Assessing borrower creditworthiness constitutes a core function of financial institutions, with substantial implications for financial stability, regulatory capital adequacy, and consumer welfare. In recent years, machine learning techniques have gained increasing attention in credit risk assessment due to their potential to outperform traditional statistical models. However, their growing complexity raises significant concerns regarding transparency, interpretability, and regulatory compliance, particularly in the context of automated decision-making. This thesis investigates the application of machine learning methods to credit risk assessment, with particular emphasis on model interpretability and cross-population generalization. Using the German Credit dataset, three modeling approaches are systematically compared: logistic regression as a conventional benchmark, random forest as an ensemble-based method, and XGBoost as a modern gradient boosting algorithm. Model interpretability is addressed through the SHAP (SHapley Additive exPlanations) framework, enabling detailed examination of individual feature contributions to model predictions. Empirical results indicate that XGBoost achieves marginally higher discriminatory performance (ROC AUC of 0.805) compared to logistic regression (ROC AUC of 0.796), suggesting that the practical benefits of increased model complexity are limited for this dataset. SHAP analysis identifies checking account status as the most influential predictor, while certain demographic attributes also emerge among important features, raising fairness and ethical considerations. A key contribution of this study lies in its external validation analysis. When the model trained on German data is applied to an independent Australian Credit dataset, predictive performance deteriorates to chance levels (ROC AUC of 0.500), with the model failing to identify any defaulting borrowers. This result highlights the substantial risks associated with deploying credit risk models across different populations without rigorous external validation. Overall, the findings underscore the necessity of combining explainable artificial intelligence, robust validation procedures, and continuous model monitoring to ensure responsible and regulatorily compliant use of machine learning in credit risk assessment
Ανάπτυξη νεότερων θεραπειών στην ATTR Αμυλοείδωση: Βιβλιογραφική ανασκόπηση / Development of newer treatments in ATTR myloidosis: Literature review
Η αμυλοείδωση από τρανσθυρετίνη (ATTR) αποτελεί μια σπάνια, πολυσυστημική, και συνήθως απειλητική για τη ζωή νόσος, η οποία κληρονομείται με αυτοσωμικό κυρίαρχο τρόπο και προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο που κωδικοποιεί την τρανσθυρετίνη. Στην αμυλοείδωση από τρανσθυρετίνη, τόσο η μεταλλαγμένη “hATTR”, όσο και η άγρια μορφή (wild-type) “wtATTR”, εναποτίθενται ως ινίδια αμυλοειδούς, κυρίως στα περιφερικά νεύρα και στην καρδιά, με αποτέλεσμα την πολυνευροπάθεια και την μυοκαρδιοπάθεια. Λόγω της ταχείας εξέλιξης της νόσου, η διάγνωση της κληρονομικής αμυλοείδωσης από τρανσθυρετίνη (ATTR) στα αρχικά στάδια είναι επιτακτική ανάγκη για την έναρξη έγκαιρης θεραπείας με σκοπό την πρόληψη ή την καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου. Τα τελευταία χρόνια είδαμε την εισαγωγή ελπιδοφόρων στοχευμένων θεραπειών, οι οποίες παρεμβαίνουν σε διάφορα στάδια της εξελικτικής πορείας της ATTR. Αυτές περιλαμβάνουν τους σταθεροποιητές της TTR (Diflunisal, Tafamidis, Acoramidis), τους αποσιωπητές της TTR (Patisiran, Inotersen, Vutrisiran, Eplontersen), τη γονιδιακή επεξεργασία με τη χρήση της CRISPR/Cas9 και τη χρήση μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι των ινιδίων της TTR. Στην παρούσα διπλωματική εργασία βιβλιογραφικής ανασκόπησης, μελετήθηκαν και αναλύθηκαν άρθρα που αφορούσαν στις κλινικές μελέτες των παραπάνω θεραπειών και οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν, αναζητήθηκαν στις βάσεις δεδομένων Google Scholar και PubMed. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων, μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως η ATTR αμυλοείδωση μεταβαίνει από μια νόσο με δυσμενή πρόγνωση, σε μια νόσο που πλέον μπορεί να διαχειριστεί ως χρόνια. Μελλοντικά, πρέπει να εστιάσουμε στη σύγκριση των διαθέσιμων αυτών θεραπειών, αλλά και στην επιλογή του κατάλληλου θεραπευτικού στόχου ανάλογα με το φαινότυπο των ασθενών, ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη ποιότητα ζωής αυτών, με όσο το δυνατόν πιο περιορισμένα τα συμπτώματα πολυνευροπάθειας και μυοκαρδιοπάθειας που προκαλούνται από την ATTR αμυλοείδωση.Transthyretin amyloidosis (ATTR) is a rare, multisystemic, and usually life-threatening disease that is inherited in an autosomal dominant manner and is caused by mutations in the gene that codes for transthyretin. In transthyretin amyloidosis, both the mutated “hATTR” and the wild-type “wtATTR” are deposited as amyloid fibrils, mainly in peripheral nerves and the heart, resulting in polyneuropathy and cardiomyopathy. Due to the rapid progression of the disease, diagnosis of inherited transthyretin amyloidosis (ATTR) in the early stages is mandatory to initiate early treatment to prevent or delay disease progression. Recent years have seen the introduction of promising targeted therapies that interfere at various stages of the ATTR progression course. These include TTR-Stabilizers (Diflunisal, Tafamidis, Acoramidis), TTR-Silencers (Patisiran, Inotersen, Vutrisiran, Eplontersen), gene-editing with the use of CRISPR/Cas9 and the use of monoclonal antibodies against TTR fibrils. In this thesis of literature review, articles related to the clinical studies of the above treatments were studied and analyzed and the information collected was searched in Google Scholar and PubMed databases. The results of the analyses, lead us to the conclusion that ATTR amyloidosis is transitioning from a disease with an unfavorable prognosis, to a disease that can now be managed as a chronic disease. In the future, we should focus on comparing these available therapies, but also on selecting the appropriate therapeutic target according to the phenotype of the patients, in order to achieve the best quality of life for them, with as limited as possible the symptoms of polyneuropathy and cardiomyopathy caused by ATTR amyloidosis
Ο Ρόλος της Όπερας στην Προσχολική Εκπαίδευση: Ανάπτυξη Συναισθηματικών και Εκφραστικών Δεξιοτήτων των Νηπίων
Η παρούσα διπλωματική διερευνά την ενσωμάτωση της όπερας στην προσχολική εκπαίδευση ως μέσο για την ενίσχυση της αναγνώρισης και έκφρασης των συναισθημάτων, της κοινωνικο-συναισθηματικής μάθησης και της συνολικής εμπειρίας των νηπίων [5 – 6 ετών] στην τάξη. Βασιζόμενη στη θεατρική παιδαγωγική και την πολυτροπική μάθηση, η έρευνα αποτελεί μια παρέμβαση οκτώ συνεδριών σε δημόσιο νηπιαγωγείο, κατά την οποία τα παιδιά ασχολήθηκαν με τεχνικές που προέρχονται από την όπερα, όπως η οπερατική φωνή, η αφήγηση ιστοριών, το παιχνίδι ρόλων και η εκφραστική κίνηση. Πρόκειται για μια μελέτη περίπτωσης, η οποία στο πλαίσιο της ποιοτικής έρευνας αξιοποιεί ερευνητικά εργαλεία όπως συνεντεύξεις, σημειωματάριο παρατηρήσεων, φύλλα εργασίας αναγνώρισης συναισθημάτων και σχόλια από δεύτερο εκπαιδευτικό [παρών στην τάξη], και εξετάζει πώς τα στοιχεία της όπερας επηρεάζουν την ικανότητα των παιδιών να αναγνωρίζουν και να επικοινωνούν τα συναισθήματά τους. Τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι η όπερα, αντί να είναι απρόσιτη για τους μικρούς μαθητές, συντονίστηκε βαθιά με τις φυσικές τους τάσεις για παιχνίδι φαντασίας, συναισθηματική ένταση και εκφραστική ελευθερία. Τα παιδιά επέδειξαν αυξημένη συναισθηματική ευαισθησία, δημιουργικότητα και συμμετοχή, τόσο σε δομημένες δραστηριότητες όσο και σε αυθόρμητες στιγμές. Επιπλέον, η όπερα ενίσχυσε τη δυναμική της τάξης και βοήθησε τους εκπαιδευτικούς να εμπλουτίσουν τις καθημερινές ρουτίνες με αισθητικό και συναισθηματικό βάθος. Μέσα από την παρούσα έρευνα διαφαίνεται ότι η όπερα μπορεί να χρησιμεύσει όχι μόνο ως καλλιτεχνικό εργαλείο, αλλά και ως μια σημαντική παιδαγωγική προσέγγιση σε περιβάλλοντα προσχολικής ηλικίας.This thesis explores the integration of opera into preschool education as a means to enhance emotional recognition, expression, social-emotional learning, and overall classroom experience for preschoolers [aged 5 – 6]. Drawing on theatre pedagogy and multimodal learning, the research implemented an eight-session intervention hosted in a public kindergarten, where children engaged with techniques derived from opera, such as operatic voice, storytelling, role-play, and expressive movement. This is a case study that, within the framework of qualitative research, utilizes research tools such as interviews, observational notes, emotional recognition worksheets, and teacher feedback [one present in the classroom] in order to examine the way operatic elements influence children’s ability to identify and communicate feelings. Findings reveal that opera, far from being inaccessible to young learners, resonated deeply with their natural tendencies for imaginative play, emotional intensity, and expressive freedom. Children demonstrated increased emotional awareness, creativity, and engagement, both within structured activities and spontaneous moments. Moreover, opera fostered stronger classroom dynamics and supported teachers in enriching daily routines with aesthetic and affective depth. The study suggests that opera can serve not only as an artistic tool but as a meaningful pedagogical approach in early childhood settings
Θεατρική μάσκα, έμμετρος λόγος και «όρχησις» στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου- μία μελέτη περίπτωσης με μαθήτριες Γυμνασίου
H διπλωματική εργασία με τίτλο «Θεατρική μάσκα, έμμετρος λόγος και «όρχησις» στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου- μία μελέτη περίπτωσης με μαθήτριες Γυμνασίου» αναλύει και αναδεικνύει τη χρησιμότητα των συγκεκριμένων θεατρικών τεχνικών σαν εκπαιδευτικά εργαλεία γενικότερα αλλά και για τη διδασκαλία του αρχαίου δράματος ειδικότερα. Οι μέθοδοι αυτές που είναι θεμελιώδους σημασίας για την εκπαίδευση των ηθοποιών, αποτελούν χρησιμότατες μεθόδους και για την σχολική εκπαίδευση. Μπορούν να εφαρμοστούν σε θεατροπαιδαγωγικές παρεμβάσεις για μαθητές όλων των ηλικιών, στο θεατρικό παιχνίδι αλλά και σαν μέθοδοι για τη διδασκαλία άλλων μαθημάτων όπως των φιλολογικών. Στο πρώτο μέρος της εργασίας γίνεται μία θεωρητική ανάλυση- βιβλιογραφική ανασκόπηση σχετικά με αυτές τις τεχνικές, την ιστορική τους προέλευση, τα οφέλη τους στους μαθητές και τους τρόπους αξιοποίησής τους στην εκπαίδευση. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας παρουσιάζεται και αναλύεται η εφαρμογή των μεθόδων αυτών στην θεατροπαιδαγωγική δράση που υλοποιήθηκε με την ομάδα των μαθητριών. Η ανάλυση αυτή έχει στόχο να σχολιάσει τα πολύτιμα συμπεράσματα που εξήχθησαν από αυτή την εμπειρία, να αναδείξει την αποτελεσματικότητα των τεχνικών αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν. Παρατίθενται και οι απαντήσεις των μαθητριών σχετικά με τη συμμετοχή τους στην δράση. Η πρακτική εφαρμογή υλοποιήθηκε σε Γυμνάσιο της Αθήνας, στο πλαίσιο της Δράσης «Πειραματική Εφαρμογή της Θεατρικής Αγωγής (2024-25): Αρχαίο Δράμα για Παιδιά και Νέους με έμφαση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα» που διοργάνωσε το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εφαρμογή υλοποιήθηκε σε οκτώ εργαστηριακές συναντήσεις ενώ μετά την ολοκλήρωση τους ακολούθησε η παρουσίαση του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου στο φεστιβάλ του Πανεπιστημίου.The thesis entitled “Theatrical mask, metered speech and “orchesis” in Aeschylus’ Prometheus Bound – a case study with high school students” analyzes and highlights the usefulness of these theatrical techniques as educational tools in general and for the teaching of ancient drama in particular. These methods, which are of fundamental importance for the training of actors, are also very useful methods for school education. They can be applied in theater-pedagogical interventions for students of all ages, in theatrical play but also as methods for teaching other subjects such as literature. In the first part of the thesis, a theoretical analysis-bibliographic review is made regarding these techniques, their historical origin, their benefits to students and the ways of utilizing them in education. The second part of the paper presents and analyzes the application of these methods in the theater-pedagogical action implemented with the group of students. This analysis aims to comment on the valuable conclusions drawn from this experience, to highlight the effectiveness of the techniques and the way in which they were implemented. The students' responses regarding their participation in the action are also presented. The practical application was implemented in a Gymnasium in Athens, within the framework of the Action "Experimental Application of Theatre Education (2024-25): Ancient Drama for Children and Youth with an Emphasis on Human Rights" organized by the Department of Theatre Studies of the National and Kapodistrian University of Athens. The application was implemented in eight laboratory meetings, while after their completion, the presentation of Aeschylus' Prometheus Bound followed at the University's festival
Η επίδραση των πεποιθήσεων αυτοαποτελεσματικότητας και των δυσκολιών λήψης απόφασης στη ψυχοκοινωνική ευημερία φοιτητών/τριών της Ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ των πεποιθήσεων αυτοαποτελεσματικότητας, των δυσκολιών λήψης επαγγελματικών αποφάσεων και της ψυχοκοινωνικής ευημερίας (διάνθησης) φοιτητών/τριών της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αναγνωρίζοντας τη σημασία των επαγγελματικών αποφάσεων στην περίοδο της φοιτητικής ζωής, η μελέτη διερευνά πώς η εμπιστοσύνη των φοιτητών στις ικανότητές τους (πεποιθήσεις αυτοαποτελεσματικότητας) και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κατά τη λήψη αυτών των αποφάσεων σχετίζονται με την προσωπική τους ευημερία και ανάπτυξη. Η εργασία αντλεί θεωρητικά ερεθίσματα από θεωρίες και μοντέλα λήψης απόφασης, την κοινωνικογνωστική θεωρία, θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης και σχετικά θεωρητικά μοντέλα της ψυχοκοινωνικής ευημερίας (διάνθησης). Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 74 φοιτητών/τριών διαφόρων ελληνικών πανεπιστημίων, μέσω τριών σταθμισμένων εργαλείων: το ερωτηματολόγιο αυτοαποτελεσματικότητας στον σχεδιασμό σταδιοδρομίας, την κλίμακα δυσκολιών λήψης απόφασης και την κλίμακα ψυχοκοινωνικής ευημερίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αυτοαποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό σταδιοδρομίας κινείται λίγο άνω του μετρίου επιπέδου στο δείγμα, οι δυσκολίες στη λήψη απόφασης κάτω του μετρίου επιπέδου ενώ υψηλό βρέθηκε το επίπεδο ψυχοκοινωνικής ευημερίας για το σύνολο το ερωτηθέντων. Δεν προέκυψε σχέση του φύλου με την αυτοαποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό σταδιοδρομίας, με τις δυσκολίες λήψης απόφασης και με τη ψυχοκοινωνική ευημερία. Η ηλικία βρέθηκε να συσχετίζεται σημαντικά με μέτρια-χαμηλή ένταση, θετικά με την αυτοαποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό σταδιοδρομίας και αρνητικά με τις δυσκολίες στη λήψη απόφασης ενώ δεν διαπιστώθηκε σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην ηλικία και τη ψυχοκοινωνική ευημερία. Η τωρινή κατάσταση σπουδών διαπιστώθηκε να σχετίζεται με την αυτοαποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό σταδιοδρομίας και το βαθμό δυσκολιών στη λήψη αποφάσεων αλλά όχι με το βαθμό ψυχοκοινωνικής ευημερίας. Η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία ενίσχυσης των πεποιθήσεων αυτοαποτελεσματικότητας και της υποστήριξης των φοιτητών/τριων μέσω της επαγγελματικής συμβουλευτικής διαδικασίας, προκειμένου να διευκολυνθεί η λήψη αποφάσεων και να ενισχυθεί η ευημερία τους. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα σχεδιασμού στοχευμένων παρεμβάσεων που θα ενδυναμώνουν τους φοιτητές/τριες σε κρίσιμες περιόδους της εκπαιδευτικής και επαγγελματικής τους ζωής.The thesis examines the relationship between self-efficacy beliefs, career decision-making difficulties and psychosocial well-being (flourishing) of Greek higher education students. Recognizing the importance of career decisions in the period of student life, the study investigates how students' confidence in their abilities (self-efficacy beliefs) and the difficulties they face in making career decisions are related to their psychosocial well-being. The thesis draws its theoretical foundations from theories and models of decision making, sociocognitive theory, career development theories and relevant theoretical models of psychosocial well-being (flourishing). The research was conducted on a sample of 74 students from various Greek universities, using the following research instruments: the self-efficacy in career planning scale, the career decision making difficulties scale and the flourishing scale. The results showed that self-efficacy in career planning was slightly above average in the sample, difficulties in decision-making were below average, while the level of psychosocial well-being was found to be high for all respondents. No relationship was found between gender and self-efficacy in career planning, decision-making difficulties, and psychosocial well-being. Age was found to be significantly associated with moderate-low intensity, positively with self-efficacy in career planning and negatively with decision-making difficulties, while no significant correlation was found between age and psychosocial well-being. Current study status was found to be related to self-efficacy in career planning and the degree of difficulty in decision-making, but not to the degree of psychosocial well-being. The study highlights the importance of enhancing self-efficacy beliefs and supporting students through the career counselling process to facilitate decision making and enhance their well-being
Ποινικοποίηση ενεργειών πληρώματος
Το φαινόμενο της ποινικοποίησης ενεργειών πληρώματος αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ζητήματα που απασχολούν τη ναυτιλιακή κοινότητα · ευρίσκεται δε στο μεταίχμιο μεταξύ ναυτικού και ποινικού δικαίου. Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μία διαρκώς αυξανόμενη τάση ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, η οποία εκδηλώνεται με τη μη χρηστή μεταχείριση των ναυτικών σε περίπτωση εμπλοκής τους σε ναυτικά ατυχήματα. Οι αιτίες του πολυδιάστατου αυτού φαινομένου είναι ποικίλες. Κατ’ αρχάς, η ίδια η φύση του ναυτικού επαγγέλματος συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής των ναυτικών σε καταστάσεις ποινικώς ενδιαφέρουσες · ο εν λόγω, δηλαδή, κίνδυνος αποτελεί εγγενές στοιχείο της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Τούτο, διότι η εκτέλεση ενός ναυτικού πλου συνιστά ένα πολύπλοκο και, συγχρόνως, πολυπρόσωπο φαινόμενο, εντός του οποίου αλληλεπιδρούν πολλαπλά πρόσωπα και φορείς, τα οποία εμπλέκονται, τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα στην εκμετάλλευση, τη διαχείριση, αλλά και τη λειτουργία του πλοίου. Ο ρόλος, ιδίως, του πλοιάρχου ως «κυρίαρχου επί του πλοίου», οδηγεί συχνά στην αυθαίρετη αντίληψη μίας οιονεί αντικειμενικής ευθύνης του για οτιδήποτε συμβεί επί του πλοίου · αντίληψη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, εν αντιθέσει με οιοδήποτε άλλο επάγγελμα, ο διεθνής χαρακτήρας της ναυτικής εργασίας καθιστά την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων, όπως αυτό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιρετικά δυσχερή. Η διαρκής μετάβαση των ναυτικών σε διαφορετικές θαλάσσιες ζώνες, συνεπάγεται την έκθεσή τους σε αλλοδαπές ποινικές νομοθεσίες και, συνακόλουθα, στη διακριτή ποινική μεταχείριση εκάστης εννόμου τάξεως, προκαλώντας αίσθημα ανασφάλειας δικαίου. Η διεθνής πείρα έχει καταδείξει ότι φαινόμενα ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων με περιβαλλοντικές προεκτάσεις, όπως αυτό της θαλάσσιας ρύπανσης, όπου συχνά οι ναυτικοί στοχοποιούνται αδίκως, ενίοτε δε αντιμετωπίζονται και ως τα «εξιλαστήρια θύματα» των δυστυχημάτων για την ικανοποίηση πολιτικών ή κοινωνικών σκοπιμοτήτων, μεταξύ των οποίων και η εκτόνωση της κοινής γνώμης. Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις θαλάσσιας ρύπανσης, περιστατικά αναίτιας ποινικής εμπλοκής των μελών του πληρώματος παρατηρούνται και επί της χρησιμοποίησης του πλοίου, εν αγνοία των προσώπων αυτών, προς μεταφορά ναρκωτικών. Οι ανωτέρω εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα και την εργασιακή «ευημερία» (wellbeing) των ναυτικών, υπονομεύοντας, συγχρόνως, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της ίδιας της ναυτιλιακής δραστηριότητας εν γένει. Η μη χρηστή ποινική μεταχείριση των μελών του πληρώματος τραυματίζει την ψυχική τους υγεία, πλήττει βάναυσα το τεκμήριο αθωότητας και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή, πλήττοντας, σε τελική ανάλυση, την ίδια τη φήμη και τη βιωσιμότητα του ναυτιλιακού κλάδου, αφ’ ης στιγμής η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα αποτρέπουν τους νέους ανθρώπους από την είσοδό τους στην αγορά της ναυτικής εργασίας. Καθίσταται, επομένως, αδήριτη η ανάγκη θέσεως φραγμών στην τάση ποινικοποίησης των ναυτικών. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη της αρχής της δίκαιης μεταχείρισης των ναυτικών ως αναγκαίο αντιστάθμισμα του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησής τους. Η εμβέλεια δε της εν λόγω αξιολογικής αρχής, ήτοι το κανονιστικό της εύρος, καλύπτει ολόκληρο το πλαίσιο της δράσης των μελών του πληρώματος, από τον σχηματισμό του αποδεικτικού υλικού και την ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, μέχρι τη συνολική μεταχείριση του υπόπτου/ενόχου ναυτικού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ναυτικοί συνιστούν «ειδική κατηγορία εργαζομένων» (special category of workers) και χαρακτηρίζονται ως «εργαζόμενοι σε θέση κλειδί» (key workers), η μελέτη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τις εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, αποτυπώνοντας, συγχρόνως, τις επιπτώσεις του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Συγχρόνως, αποσκοπεί στο να καταγράψει τα διαθέσιμα μέσα θεσμικής προστασίας της δράσης των ναυτικών σε διεθνές επίπεδο, καθώς και τα κυριότερα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο του ναυτικού ποινικού δικαίου, ενόψει της εισαγωγής νέων τεχνολογιών αιχμής στη ναυτιλιακή πραγματικότητα και της σταδιακής ενσωμάτωσης των αυτόνομων πλοίων. Αντί επιλόγου, εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, με στόχο την ανάσχεση του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησης και, συνακόλουθα, τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ευημερίας, της αξιοπρεπούς μεταχείρισης και του σεβασμού των ναυτικών που – όπως κάθε άνθρωπος – πρέπει να απολαμβάνουν. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητο ότι οι ναυτικοί αποτελούν το ανθρώπινο κεφάλαιο της ναυτιλίας και η μεταχείρισή τους αντανακλά το κοινωνικό αποτύπωμα του ναυτιλιακού κλάδου συνολικά.The phenomenon of the criminalization of seafarers constitutes one of the most topical and controversial issues currently confronting the maritime community, lying at the intersection of maritime and criminal law. At the international level, a steadily increasing trend towards the criminalization of maritime labour can be observed, manifested in the unfair treatment of seafarers when they become involved in maritime accidents. The causes of this multifaceted phenomenon are numerous. First and foremost, the very nature of the seafaring profession entails an increased risk of seafarers becoming involved in situations of criminal relevance; such risk constitutes an inherent element of maritime activity. This is due to the fact that the conduct of a maritime voyage represents a complex and, at the same time, multi-actor process, within which multiple persons and entities interact, being involved - either directly or indirectly - in the exploitation, management, and operation of the vessel. In particular, the role of the master as the “supreme authority on board the ship” often leads to the arbitrary perception of a quasi-objective liability for anything that occurs on board - an approach that stands in direct contradiction to the fundamental principles of criminal law. Moreover, unlike any other profession, the international character of maritime labour renders the uniform and effective application of fundamental procedural and substantive safeguards - such as the right to a fair trial and the presumption of innocence - particularly difficult. The constant movement of seafarers across different maritime zones exposes them to foreign criminal jurisdictions and, consequently, to the distinct criminal treatment afforded by each legal order, thereby generating a sense of legal uncertainty. International experience has demonstrated that phenomena of criminalization of maritime labour occur with increasing frequency in cases of maritime accidents with environmental implications, such as marine pollution incidents, where seafarers are often unjustly targeted and, in some cases, treated as “scapegoats” for maritime disasters in order to satisfy political or social objectives, including the appeasement of public opinion. Beyond pollution-related incidents, cases of unjustified criminal involvement of crew members have also been observed in situations where vessels are used, without their knowledge, for the transportation of narcotic substances. The aforementioned manifestations of criminalization have a direct impact on the rights and occupational wellbeing of seafarers, while simultaneously undermining the credibility and sustainability of maritime activity as a whole. The unfair criminal treatment of crew members adversely affects their mental health, severely undermines the presumption of innocence, and has serious consequences for their professional and social lives, ultimately damaging the reputation and sustainability of the maritime sector itself, insofar as insecurity and uncertainty deter young people from entering the maritime labour market. It therefore becomes imperative to impose limits on the growing tendency towards the criminalization of seafarers. The purpose of the present study is to highlight the principle of fair treatment of seafarers as a necessary counterbalance to the phenomenon of their unjust criminalization. The scope of this evaluative principle - namely, its normative reach - extends across the entire spectrum of crew members’ conduct, from the formation of evidentiary material and the interpretation and application of criminal provisions, to the overall treatment of the suspected or convicted seafarer. Taking into account that seafarers constitute a “special category of workers” and are characterized as “key workers,” the study seeks to outline the manifestations of the criminalization of maritime labour, while simultaneously illustrating its effects at both the individual and collective levels. At the same time, it aims to record the available mechanisms of institutional protection of seafarers’ actions at the international level, as well as the principal legal issues arising in the field of maritime criminal law, in light of the introduction of cutting-edge technologies into maritime practice and the gradual integration of autonomous vessels. By way of conclusion, certain useful findings are drawn with a view to curbing the phenomenon of unjust criminalization and, consequently, safeguarding the fundamental rights, wellbeing, dignified treatment, and respect that seafarers - like all human beings - are entitled to enjoy. It is, moreover, indisputable that seafarers constitute the human capital of shipping, and that their treatment reflects the overall social footprint of the maritime sector
Συστηματική ανασκόπηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του Giredestrant στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού - Systematic review on the efficacy and safety of Giredestrant for breast cancer therapy
Υπόβαθρο: Η πλειονότητα των περιστατικών καρκίνου του μαστού ανήκει στον υπότυπο ER+/HER2-, ο οποίος αντιμετωπίζεται κυρίως με ενδοκρινική θεραπεία. Ωστόσο, η ανάπτυξη αντοχής στους αναστολείς αρωματάσης και στους εκλεκτικούς τροποποιητές των υποδοχέων οιστρογόνων αποτελεί σημαντική κλινική πρόκληση. Οι εκλεκτικοί αποικοδομητές των υποδοχέων οιστρογόνων προσφέρουν μια εναλλακτική θεραπευτική προσέγγιση, μέσω του ανταγωνισμού και της αποδόμησης του υποδοχέα ERα. Το fulvestrant, αν και κλινικά καθιερωμένο, περιορίζεται από την ενδομυϊκή χορήγηση και τις μη βέλτιστες φαρμακοκινητικές του ιδιότητες, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη νεότερων, από του στόματος εκλεκτικών αποικοδομητών των υποδοχέων οιστρογόνων, όπως το giredestrant. Σκοπός: Συστηματική ανασκόπηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του giredestrant στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού. Μέθοδοι: Διεξήχθη συστηματική ανασκόπηση σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA σε PubMed, Cochrane CENTRAL, Scopus, ClinicalTrials.gov και WHO ICTRP καλύπτοντας το σύνολο των διαθέσιμων δημοσιεύσεων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025. Επιπλέον, ελέγχθηκαν περιλήψεις από ASCO, ESMO και SABCS (2019-2025). Από τα 179 ανακτηθέντα αρχεία, 33 δημοσιεύσεις πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης, αντιστοιχώντας σε 6 μελέτες φάσης II-III. Αποτελέσματα: Σε όλες τις μελέτες, το giredestrant εμφάνισε συνεπή βιολογική και κλινική δραστικότητα. Στη μελέτη φάσης II acelERA BC, η μονοθεραπεία με giredestrant είχε παρόμοια επιβίωση χωρίς εξέλιξη νόσου με τη θεραπεία επιλογής του ιατρού, με αριθμητικά μεγαλύτερο όφελος σε ESR1-μεταλλαγμένους όγκους. Στη νεοεπικουρική μελέτη coopERA BC, ο συνδυασμός giredestrant + palbociclib πέτυχε μεγαλύτερη καταστολή του Ki-67 και υψηλότερα ποσοστά πλήρους κυτταρικής παύσης έναντι του anastrozole + palbociclib. Η μελέτη φάσης III evERA BC έδειξε σημαντική βελτίωση της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη νόσου με giredestrant + everolimus έναντι exemestane + everolimus μετά από πρόοδο υπό CDK4/6-αναστολείς. Τρεις επιπλέον μελέτες φάσης III (lidERA BC, persevERA BC, pionERA BC) βρίσκονται σε εξέλιξη. Το giredestrant ήταν γενικώς καλά ανεκτό, με τις περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες να είναι βαθμού 1-2. Συμπεράσματα: Το giredestrant αποτελεί ένα ισχυρό και καλά ανεκτό από του στόματος SERD με ενθαρρυντική βιολογική και αναδυόμενη κλινική δραστικότητα, ιδιαίτερα σε ενδοκρινικά ανθεκτική νόσο και σε ESR1-μεταλλαγμένους όγκους. Τα αποτελέσματα των εν εξελίξει μελετών φάσης III θα καθορίσουν τον θεραπευτικό της ρόλο και την πιθανή ενσωμάτωσή της στην κλινική πρακτική.Background: Most breast cancer cases fall into the category of estrogen receptor-positive (ER+), human epidermal growth factor receptor-2 negative (HER2-), which is primarily treated with endocrine therapy (ET). Resistance to aromatase inhibitors (AIs) and selective estrogen receptor modulators (SERMs) remains a major clinical challenge. Selective estrogen receptor degraders (SERDs) provide an alternative strategy through estrogen receptor alpha (Erα) antagonism and degradation. Fulvestrant, the only approved SERD, is limited by intramuscular administration and suboptimal pharmacokinetics, prompting the development of orally bioavailable SERDs such as giredestrant (GDC-9545). Objective: To systematically review clinical evidence on the efficacy and safety of giredestrant in ER+/HER2- breast cancer. Methods: A PRISMA-compliant systematic review was conducted in PubMed, Cochrane Central Register of Controlled Trials (CENTRAL), Scopus, ClinicalTrials.gov and the WHO ICTRP from inception to 30 September 2025. Abstracts from ASCO, ESMO and SABCS (2019-2025) were also screened. Of 179 records identified, 33 publications met inclusion criteria, corresponding to 6 distinct phase II-III trials. Results: Across trials, giredestrant demonstrated consistent biological and clinical activity. In phase II acelERA BC trial, giredestrant monotherapy yielded progression-free survival (PFS) comparable to physician’s-choice ET, with numerically greater benefit in ESR1-mutant tumors. In neoadjuvant coopERA BC study, giredestrant plus palbociclib produced greater Ki-67 suppression and higher rates of complete cell-cycle arrest (CCCA) than anastrozole plus palbociclib. Phase III evERA BC trial showed a significant PFS improvement with giredestrant plus everolimus versus exemestane plus everolimus after CDK4/6-inhibitor progression. Three additional phase III trials (lidERA BC, persevERA BC, pionERA BC) are ongoing. Giredestrant was generally well tolerated, with mostly Grade 1-2 adverse events (AEs). Conclusions: Giredestrant is a potent, well-tolerated oral SERD showing promising biological and emerging clinical activity, particularly in endocrine-resistant and ESR1-mutant disease. Ongoing phase III trials will clarify its therapeutic role and potential integration into clinical practice
Ο ρόλος της αναστολής της ιντερλευκίνης 1β (IL-1β) στην εκφυλιστική νόσο του μεσοσπονδύλιου δίσκου
Η εκφύλιση του μεσοσπονδύλιου δίσκου (Intervertebral Disc Degeneration - IDD) είναι μια ευρέως διαδεδομένη παθογόνος κατάσταση που επηρεάζει το 12% με 35% του πληθυσμού παγκοσμίως. Πληθώρα ερευνών έχουν αναδείξει ότι ο εκφυλισμός του μεσοσπονδύλιου δίσκου είναι απόρροια διαφόρων παραγόντων όπως η γήρανση, η γενετική προδιάθεση και η μηχανική καταπόνηση. Σύμφωνα με αναδυόμενες ερευνητικές μελέτες, ορισμένες κυτοκίνες όπως η IL-1β, φαίνεται πως διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην έναρξη και την εξέλιξη της εκφύλισης του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Συγκεκριμένα, η IL-1β είναι μια κυτοκίνη που ανήκει στην οικογένεια των ιντερλευκινών και λειτουργεί ως προωθητικός παράγοντας της φλεγμονής. Έχει βρεθεί ότι εκφράζεται σε υψηλά επίπεδα σε περιοχές όπου συντελείται εκφύλιση του δίσκου, ρυθμίζοντας τη φλεγμονώδη απόκριση, τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, τη γήρανση, την απόπτωση, την πυρόπτωση, την αυτοφαγία, τη καταστροφή της εξωκυτταρικής μήτρα (extracellular matrix - ECM) και το οξειδωτικό στρες. Συνεπώς, η ιδανική θεραπεία για την εκφύλιση του μεσοσπονδύλιου δίσκου, σύμφωνα με ερευνητικές μελέτες, μπορεί να επιτευχθεί στοχεύοντας στις υποκινούμενες από την IL-1β λειτουργίες. Άλλωστε, πρόσφατες κλινικές δοκιμές έδειξαν ότι η αναστολή της IL-1β έχει σημαντικές προοπτικές στην έκβαση του εκφυλισμού του μεσοσπονδύλιου δίσκου.Intervertebral Disc Degeneration (IDD) is a widespread disease affecting 12% to 35% of the population worldwide. Numerous studies have shown that degeneration of the intervertebral disc is the result of various factors such as aging, genetic predisposition and mechanical stress. According to emerging research studies, certain cytokines such as IL-1β, appear to play an important role in the initiation and progression of intervertebral disc degeneration. In particular, IL-1β is a cytokine that belongs to the interleukin family and acts as a promoter of inflammation. It has been found to be highly expressed in areas of disc degeneration, regulating the inflammatory response, cell proliferation, senescence, apoptosis, pyroptosis, autophagy, extracellular matrix (ECM) destruction, and oxidant stress. Therefore, the ideal treatment for intervertebral disc degeneration, according to research studies, may be achieved by targeting IL-1β-stimulated functions. Moreover, recent clinical trials have shown that inhibition of IL-1β has significant prospects in the outcome of intervertebral disc degeneration