National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Αρχιτεκτονικές Υλικού για Επεξεργασία/Συμπίεση Υπερφασματικών Εικόνων εν Πτήσει σε Συστήματα Αεροδιαστημικής
Η τηλεπισκόπηση της Γης αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την επιφάνεια, τα ύδατα και την ατμόσφαιρα του πλανήτη. Οι υπερφασματικές απεικονίσεις, που καταγράφουν δεδομένα σε συνεχόμενες φασματικές ζώνες, επιτρέπουν τον λεπτομερή χαρακτηρισμό υλικών και φυσικών χαρακτηριστικών. Τα συστήματα αυτά παράγουν τεράστιους όγκους δεδομένων (εκατοντάδες GB ημερησίως), δημιουργώντας την ανάγκη αποδοτικής συμπίεσης για τη βελτιστοποίηση της χρήσης εύρους ζώνης και την υποστήριξη εφαρμογών πραγματικού χρόνου. Οι σύγχρονες διαστημικές αποστολές απαιτούν εξελιγμένες τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων εν πτήσει. Οι πλατφόρμες επεξεργασίας ποικίλλουν από γενικού σκοπού CPUs έως εξειδικευμένους επεξεργαστές ανθεκτικούς στην ακτινοβολία (RHBD) και προγραμματιζόμενη λογική (FPGAs). Τα FPGAs έχουν αποδειχτεί ιδιαιτέρως κατάλληλα λόγω της εξαιρετικής ενεργειακής απόδοσης και της υψηλής υπολογιστικής τους ισχύος, επιτυγχάνοντας ρυθμούς δεδομένων που μπορούν να υπερβούν το 1 Gbps. Η συμπίεση υπερφασματικών δεδομένων απαιτεί εξειδικευμένους αλγορίθμους που εκμεταλλεύονται τη φασματική και χωρική συσχέτιση. Το πρότυπο CCSDS 123.0 αποτελεί έναν σημαντικό prediction-based αλγόριθμο που αναπτύχθηκε ειδικά για πολυφασματικά και υπερφασματικά δεδομένα. Η έκδοση CCSDS 123.0-B-2 επέκτεινε τις δυνατότητες του προτύπου με την εισαγωγή near-lossless συμπίεσης και ενός νέου υβριδικού κωδικοποιητή εντροπίας (Hybrid Entropy Coder). Η πρώτη συνεισφορά της διατριβής εστιάζει στη σχεδίαση και υλοποίηση της αρχιτεκτονικής του Hybrid Entropy Coder, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις διατάξεις pixel (BIP, BIL,BSQ) του προτύπου CCSDS, αποτελούμενη από εξειδικευμένες υπομονάδες σχεδιασμένες με διοχέτευση (pipeline) δεδομένων για απόδοση 1 δείγματος/κύκλο ρολογιού. Η αρχιτεκτονική είναι υλοποιημένη σε Xilinx Kintex Ultrascale XQKU060 FPGA και πετυχαίνει σταθερή απόδοση 305 MSamples/s (@16 bpppb), καταναλώνοντας 2.05% LUTs (5086), 0.89% DSP (17) και 0.08% BRAM (1) για τις διαστάσεις του οργάνου AVIRIS. Η δεύτερη συνεισφορά, αφορά την παραλλαγή του προτύπου CCSDS 123.0-B-2 με εξωτερική κβάντιση και την υλοποίηση μιας υψηλής απόδοσης παράλληλης αρχιτεκτονικής 6 πυρήνων, μέσω τμηματοποίησης του υπερφασματικού κύβου στην κατεύθυνση του οριζόντιου άξονα. Η παραλλαγή του προτύπου με εξωτερική κβάντιση αποδεικνύεται ότι προσφέρει παρόμοια ποιότητα και απόδοση συμπίεσης με το αρχικό πρότυπο, ενώ η υλοποίησή της αρχιτεκτονικής σε Xilinx Kintex Ulrtascale XCKU040 FPGA επιτυγχάνει 285 MSamples/s (4.56 Gbps) @ 1.68W για έναν πυρήνα και 1590 MSamples/s (25.44 Gbps) @ 6.12W για έξι πυρήνες. Η εργασία αποδεικνύει ότι είναι εφικτή η επίτευξη υψηλής απόδοσης συμπίεσης με απλούστερες αρχιτεκτονικές που αποφεύγουν πολύπλοκες αλγοριθμικές βελτιστοποιήσεις. Οι προτεινόμενες λύσεις προσφέρουν ισορροπία μεταξύ απόδοσης, ποιότητας και κατανάλωσης ενέργειας, καθιστώντας τες κατάλληλες για τρέχουσες και μελλοντικές διαστημικές αποστολές παρατήρησης της Γης. Οι αρχιτεκτονικές υλικού της παρούσας διδακτορικής διατριβής βρίσκονται σε σημαντική τεχνολογική ωριμότητα η οποία αντικατοπτρίζεται στα παρακάτω ορόσημα. H αρχιτεκτονική του Hybrid Entropy Coder, που προτείνεται στην παρούσα διδακτορική διατριβή, έχει συμπεριληφθεί στην υλοποίηση που θα προσφέρει η ESA για χρήση στις μελλοντικές διαστημικές αποστολές σύμφωνα με την σύμβαση ESA Contract No. 4000136723/22/NL/CRS. Επίσης, η αρχιτεκτονκή του Hybrid Entropy Coder συμπεριλαμβάνεται στην μονάδα επεξεργασίας δεδομένων της αποστολής Traceable Radiometry Underpinning Terrestrial- and Helio- Studies (TRUTHS), που αναμένεται να εκτοξευτεί το 2030. Η επιτυχής υλοποίηση με δύο πυρήνες σε τεχνολογία Xilinx Kintex Ulrtascale space-grade XQRKU060 FPGA της αρχιτεκτονικής του IP Core συμπίεσης με το πρότυπο CCSDS 123.0-B-2, επιδείχθηκε εργαστηριακά επί της αναπτυξιακής κάρτας της Airbus D&S στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Elancourt της Γαλλίας, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού έργου H2020 Hi-SIDE, όπου και έλαβε και το Innovation in Space Award 2022. Επιπλέον, η επιτυχής υλοποίηση με έναν πυρήνα σε τεχνολογία Xilinx Zynq 7045 SoC FPGA θα επιδειχθεί σε τροχιά στο διάστημα στο πλαίσιο της αποστολής ERMIS των τριων μικροδορυφόρων τύπου CubeSat του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που θα εκτοξευτούν τον Μάρτιο 2026. Η συγκεκριμένη υλοποίηση βρίσκεται αυτή την στιγμή στο επίπεδο τεχνολογικής ετοιμότητας (technology readiness level) 8, συνιστώντας ένα πραγματικό και καινοτόμο προϊόν υψηλής διαστημικής τεχνολογίας από την Ελλάδα, έτοιμο για λειτουργία εν πτήσει.Earth remote sensing is a crucial technique for gathering information about the planet's surface, water areas and atmosphere. Hyperspectral imaging records data in continuous spectral bands, allowing the detailed characterization of materials and physical features. These systems generate huge amounts of data (hundreds of GBs per day), necessitating the need for efficient compression to optimize bandwidth usage and support real-time applications. Modern space missions demand sophisticated in-flight data processing techniques. Processing platforms range from general-purpose CPUs to specialized Radiation-Hardened-By-Design (RHBD) processors and Field-Programmable Gate Arrays (FPGAs). FPGAs have proven exceptionally well suited for space applications due to their excellent energy efficiency and high computing capabilities, achieving data rates that can exceed 1 Gbps. Hyperspectral data compression requires specialized algorithms that exploit spectral and spatial correlation. The CCSDS 123.0 standard is a prediction-based algorithm developed specifically for the compression of multispectral and hyperspectral data. The CCSDS 123.0-B-2 version extended the capabilities of the standard by introducing near-lossless compression and a new Hybrid Entropy Coder. The first contribution of the thesis focuses on the design and implementation of the Hybrid Entropy Coder architecture, including all pixel orderings (BIP, BIL, BSQ) of the CCSDS standard, consisting of specialized submodules with data pipelining for 1 sample/cycle performance. The architecture implemented in Xilinx Kintex Ultrascale XQKU060 FPGA achieves stable performance of 305 MSamples/s (@16 bpppb), consuming 2.05\% LUTs (5086), 0.89\% DSP (17) and 0.08\% BRAM (1) for the dimensions of the AVIRIS instrument. The second contribution concerns the variation of the CCSDS 123. 0-B-2 standard with external quantization and the implementation of a high-performance 6-core parallel architecture by segmenting the hyperspectral cube towards the direction of the horizontal axis. The modification of the standard with external quantization has been proven to offer similar quality and compression performance to the original standard, while the implementation of the architecture in a Xilinx Kintex Ultrascale XCKU040 FPGA achieves 285 MSamples/s (4.56 Gbps) @ 1.68W for one core and 1590 MSamples/s (25.44 Gbps) @ 6.12W for six cores. This work demonstrates that high compression efficiency can be achieved with simplified architectures that avoid complex algorithmic optimizations. The proposed solutions balances between performance, quality, and power consumption, constituting them suitable for modern and future Earth Observation space missions. The hardware architectures presented in this doctoral thesis has achieved significant technological maturation and adoption, evidenced by three key milestones. The introduced architecture of Hybrid Entropy Coder has been integrated into the ESA Lossless/Lossy Multispectral \& Hyperspectral Compression IP Core (4000136723/22/NL/CRS), which will be included into the Agency's portfolio of operational IP cores. Also, the Hybrid Entropy Coder architecture is part of the Payload Processing unit for the Traceable Radiometry Underpinning Terrestrial- and Helio- Studies (TRUTHS), which is planned to launch at 2030. A laboratory validation of the CCSDS 123.0-B-2 compression IP Core architecture with two cores was successfully conducted for radiation-hardened Xilinx Kintex Ultrascale XQRKU060 FPGA on an Airbus D\&S platform in at the company's facilities in Elancourt, France, as part of the European H2020 Hi-SIDE project, also receiving the Innovation in Space Award 2022. Furthermore, a separate implementation on a Xilinx Zynq 7045 SoC FPGA has been developed for an in-orbit demonstration aboard the ERMIS mission's CubeSat constellation, scheduled for launch in March 2026. This implementation has attained Technology Readiness Level (TRL) 8, certifying it as a flight-ready, high-tech space product developed in Greece
Εγγραμματοσύνη υγείας και ενημέρωση γονέων από τον σχολικό νοσηλευτή
Εισαγωγή : Η αξιολόγηση του επιπέδου εγγραμματοσύνης σε θέματα υγείας (ΕΥ) των γονέων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματική επικοινωνία των σχολικών νοσηλευτών με τους γονείς και τον σχεδιασμό κατάλληλων παρεμβάσεων υγείας. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη, σκοπό είχε τη διερεύνηση των επιπέδων ΕΥ και ψηφιακής-ΕΥ των σχολικών νοσηλευτών, των πηγών ενημέρωσης που χρησιμοποιούν για θέματα υγείας, της γνώσης και της εμπειρίας τους αναφορικά με την ΕΥ και της ικανότητάς τους να αξιολογούν την ΕΥ των γονέων των μαθητών τους. Δευτερεύων σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της ΕΥ γονέων παιδιών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτούν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση του δημόσιου σχολείου στην Ελλάδα και των πηγών ενημέρωσής τους. Μεθοδολογία: Η έρευνα βασίστηκε σε ποσοτική μεθοδολογία και περιλάμβανε 200 σχολικούς νοσηλευτές και 52 γονείς μαθητών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (δείγμα ευκολίας). Οι συμμετέχοντες νοσηλευτές συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια που περιλάμβαναν ερωτήσεις για τα δημογραφικά τους χαρακτηριστικά και τις πηγές ενημέρωσης που χρησιμοποιούν για θέματα υγείας και κλίμακες για την αξιολόγηση της ΕΥ (HLS-EU-Q16), ψηφιακής-ΕΥ (eHeals-Carer) και των γνώσεων και εμπειρίας για την ΕΥ (HLKES). Επίσης, διενεργήθηκε συγχρονική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 52 ζεύγη σχολικών νοσηλευτών και γονέων. Οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους, τις πηγές ενημέρωσης για θέματα υγείας και την κλιμακα HLS-EU-Q16 για την αντικειμενική αξιολόγηση της ΕΥ τους. Η εκτίμηση της ΕΥ των γονέων από τους σχολικούς νοσηλευτές βασίστηκε σε δύο προσαρμοσμένα ερωτήματα από τη διεθνή βιβλιογραφία και συγκρίθηκε με το αποτέλεσμα της αντικειμενικής αξιολόγησης. Αποτελέσματα: Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 200 σχολικοί νοσηλευτές και 52 γονείς/κηδεμόνες μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, εκ των οποίων σχηματίστηκαν 52 αντίστοιχα ζεύγη. Οι σχολικοί νοσηλευτές ήταν στην πλειονότητά τους γυναίκες, με τους περισσότερους να ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα των 31–39 ετών, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 35,3 έτη (Μ = 35,3). Επίσης, είχαν μεταπτυχιακή εκπαίδευση (n = 116, 58,0%) και μέση επαγγελματική εμπειρία περίπου δύο ετών, κυρίως σε σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αστικών περιοχών. Οι περισσότεροι σχολικοί νοσηλευτές παρουσίασαν επαρκή ΕΥ (n = 175, 87,5%). Η πλειονότητα (n = 180, 90%) ενημερωνόταν συστηματικά για τις εξελίξεις στον χώρο της υγείας και της σχολικής νοσηλευτικής κυρίως από επιστημονικές πηγές και δήλωσαν περιορισμένη εμπιστοσύνη σε μη επιστημονικές πηγές ενημέρωσης. Οι συμμετέχοντες νοσηλευτές παρουσίασαν, επίσης, σχετικά υψηλά επίπεδα ψηφιακής-ΕΥ (M= 39,04, SD = 5,65). Η γνώση σε θέματα ΕΥ βρέθηκε να σχετίζεται θετικά με το επίπεδο εκπαίδευσης (β = 0,631, p = 0,035) των σχολικών νοσηλευτών και την αναζήτηση πληροφοριών σε επιστημονικές πηγές ενημέρωσης (β = 0,447, p = 0,023). Η εμπειρία σε θέματα ΕΥ βρέθηκε να σχετίζεται θετικά με τη συχνότητα ενημέρωσης για τις εξελίξεις στον χώρο της υγείας και της σχολικής νοσηλευτικής (β = 0,188, p = 0,014) και την ψηφιακή-ΕΥ (β = 0,156, p = 0,035). Αντίστοιχα, οι γονείς (Ν=52) ήταν κυρίως γυναίκες (n=49, 94,2%), μέσης ηλικίας περίπου 42 ετών (M = 42,02, Mdn = 42), με πανεπιστημιακή (n=17, 32,7%) ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση (n=11, 21,2%). Οι περισσότεροι εργάζονταν στον ιδιωτικό (n=28, 38,5%) ή δημόσιο τομέα (n=13, 25%). Παρουσίασαν κατα κύριο λόγο επαρκή επίπεδα ΕΥ, με την πλειονότητα να κατατάσσεται στην κατηγορία «Επαρκής ΕΥ» (n = 32, 61,54%). Οι γονείς προτιμούσαν ιατρικές πηγές, όπως οι παιδίατροι (n=38, 76%), ενώ η χρήση του διαδικτύου ήταν επίσης διαδεδομένη, με το 35,3% (n=18) να χρησιμοποιεί μηχανές αναζήτησης. Ο σχολικός νοσηλευτής αποτελούσε πηγή ενημέρωσης για 7 άτομα (13,7%). Για την εκτίμηση της ΕΥ των γονέων από τους σχολικούς νοσηλευτές, συμμετείχαν 52 ζεύγη γονέων-σχολικών νοσηλευτών. Ο συντελεστής Kappa ανέδειξε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο συμφωνίας (Kappa = 0,060, p = 0,547). Η ανάλυση διασταυρούμενων πινάκων έδειξε ότι οι νοσηλευτές ταξινομούσαν συχνά την ΕΥ ως «Επαρκή», παρατηρήθηκαν όμως σημαντικές εσφαλμένες ταξινομήσεις στις κατηγορίες «Προβληματική» και «Ανεπαρκής». Η ανάλυση ευαισθησίας-ειδικότητας αποκάλυψε χαμηλή ευαισθησία (TPR= 20,0%) στον εντοπισμό ανεπαρκούς ΕΥ. Ο συντελεστής ICC= -0,018, υποδήλωσε πενιχρή αξιοπιστία στις μετρήσεις συμφωνίας, ενώ υπήρχε εξαιρετικά χαμηλή συμφωνία μεταξύ των εκτιμήσεων των σχολικών νοσηλευτών και των αντικειμενικών μετρήσεων ΕΥ των γονέων (κ= 0,06, p= 0,547). Συμπεράσματα: Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της συνεχούς επιμόρφωσης και της ενίσχυσης της ΕΥ των γονέων αλλά και των σχετικών γνώσεων και δεξιοτήτων των σχολικών νοσηλευτών. Αναδεικνύεται ότι είναι ουσιαστικό οι σχολικοί νοσηλευτές να διαθέτουν την ικανότητα εκτίμησης του επιπέδου ΕΥ των γονέων, προκειμένου να διευκολύνεται η αποτελεσματική επικοινωνία και συνεργασία μαζί τους και, κατ’ επέκταση, η παροχή στοχευμένης και επαρκούς υποστήριξης στους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.Background: The assessment of parents’ health literacy (HL) levels is a crucial factor for effective communication between school nurses and parents, as well as for the design of appropriate health interventions. Aim: The present study aimed to investigate the levels of HL and digital HL among school nurses, the health information sources they use, their knowledge and experience regarding HL, and their ability to assess the HL of the parents of their students. A secondary aim was to explore the HL levels of parents of children with disabilities and special educational needs attending public primary and secondary schools in Greece, as well as their sources of health information. Methods: A quantitative research design was employed, involving 200 school nurses and 52 parents of students with disabilities and special educational needs (convenience sample). The participating nurses completed questionnaires including demographic variables, sources of health information, and scales measuring HL (HLS-EU-Q16), digital HL (eHEALS-Carer), and HL-related knowledge and experience (HLKES). Additionally, a cross-sectional study was conducted with 52 matched pairs of school nurses and parents. Parents completed questionnaires including demographic characteristics, sources of health information, and the HLS-EU-Q16 scale for the objective assessment of their HL. The nurses’ estimation of parents’ HL was based on two adapted questions from the international literature and compared with the objectively measured HL scores. Results: The study sample consisted of 200 school nurses and 52 parents/guardians of students with special needs, forming 52 corresponding dyads. The majority of the school nurses were women, most of them aged 31–39 years, with a mean age of 35.3 years (M = 35.3). More than half held a postgraduate degree (n = 116, 58.0%) and had an average of approximately two years of professional experience, primarily in primary education settings in urban areas. Most school nurses demonstrated adequate HL (n = 175, 87.5%). The majority (n = 180, 90%) reported regular updates on health and school nursing developments, mainly through scientific sources such as official health organizations, academic databases, and professional conferences. Conversely, limited trust was expressed toward social media and other non-scientific sources of information. Participants also exhibited relatively high levels of digital HL (M = 39.04, SD = 5.65). Knowledge of HL-related issues was positively associated with educational level (β = 0.631, p = 0.035) and with the use of scientific information sources (β = 0.447, p = 0.023). Similarly, experience in HL-related issues was positively associated with the frequency of seeking health-related information (β = 0.188, p = 0.014) and with digital HL (β = 0.156, p = 0.035). Similarly, the parents (N = 52) were mostly women (n=49, 94,2%), with a mean age of 42 years (M = 42,02, Mdn = 42), and the majority had university (n=17, 32,7%) or postgraduate (n=11, 21,2%) education. Most were employed in the private or public sector, while a smaller proportion were self-employed or engaged in household activities. They demonstrated predominantly adequate HL, with most classified in the “Adequate HL” category (n = 32, 61.54%). Parents preferred medical sources, such as pediatricians (n=38, 76%), while Internet use was also common, with 35.3% (n=18) using search engines. The school nurse was reported as a source of health information by seven participants (13.7%). For the assessment of parents’ HL by school nurses, 52 parent-nurse dyads were analyzed. The Kappa coefficient indicated a very low level of agreement (Kappa = 0.060, p = 0.547). Cross-tabulation analysis showed that nurses often categorized parents’ HL as “Adequate,” though notable misclassifications were observed in the “Problematic” and “Inadequate” categories. Sensitivity-specificity analysis revealed low sensitivity (TPR = 20.0%) in identifying inadequate HL. The ICC coefficient (ICC = -0.018) indicated poor reliability of agreement measures, and there was an overall extremely low concordance between nurses’ estimations and the parents’ objectively measured HL (κ = 0.06, p = 0.547). Conclusions: The findings highlight the importance of continuous professional development and the enhancement of HL skills among both school nurses and parents. Furthermore, it is essential that school nurses possess the ability to assess parents’ HL levels in order to facilitate effective communication and collaboration, thereby ensuring the provision of targeted and adequate support for students with special educational needs
To δικαίωμα νομικής βοήθειας των υπόπτων και των κατηγορουμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση- Η Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει συστηματικά τον θεσμό της νομικής βοήθειας ως ουσιώδη εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης και θεμελιώδη συνιστώσα της δίκαιης δίκης στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού και εθνικού ποινικού δικονομικού συστήματος. Η έρευνα αναλύει το κανονιστικό και νομολογιακό πλαίσιο που διαμορφώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, με κεντρικό σημείο αναφοράς την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 για τη νομική βοήθεια υπόπτων και κατηγορουμένων. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από την οποία αναδεικνύονται λειτουργικά κριτήρια ενεργοποίησης της κρατικής υποχρέωσης παροχής νομικής συνδρομής, ιδίως ως προς την οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου, το συμφέρον της δικαιοσύνης και την απαίτηση ουσιαστικής και αποτελεσματικής, και όχι απλώς τυπικής, υπεράσπισης. Η διατριβή τεκμηριώνει ότι η νομική βοήθεια δεν συνιστά απλή διαδικαστική τυπικότητα, αλλά θετική υποχρέωση του κράτους δικαίου για τη διασφάλιση πραγματικής και αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Εξετάζεται περαιτέρω η ενσωμάτωση του ενωσιακού πλαισίου στο ελληνικό δίκαιο, με αξιολόγηση της συμμόρφωσης της εθνικής νομοθεσίας προς τις ενωσιακές και συμβατικές απαιτήσεις, ενώ η δικαιοσυγκριτική προσέγγιση συστημάτων παροχής νομικής βοήθειας άλλων έννομων τάξεων αναδεικνύει εναλλακτικά οργανωτικά πρότυπα και μηχανισμούς διασφάλισης ποιότητας. Η διατριβή καταλήγει σε προτάσεις θεσμικής και οργανωτικής αναμόρφωσης του ελληνικού συστήματος, επιδιώκοντας τη μετάβαση από μια αποσπασματική και συχνά τυπική εφαρμογή του θεσμού σε ένα συνεκτικό και αποτελεσματικό πλαίσιο παροχής νομικής βοήθειας. Κεντρικό συμπέρασμα της έρευνας αποτελεί ότι η αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση δεν αναγνωρίζεται ως αυτοτελής αξία, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική πραγμάτωση της δίκαιης δίκης και, συνακόλουθα, ως δείκτης ποιότητας και αξιοπιστίας του κράτους δικαίου.This doctoral dissertation offers a systematic examination of legal aid as an essential guarantee of the right of defence and a fundamental component of the right to a fair trial within the framework of European and national criminal procedural law. The study analyses the normative and jurisprudential framework shaped by the European Convention on Human Rights, the Charter of Fundamental Rights of the European Union, and relevant European Union legislation, with particular emphasis on Directive (EU) 2016/1919 concerning legal aid for suspects and accused persons. Particular emphasis is placed on the case law of the European Court of Human Rights, from which functional criteria are derived for triggering the State’s obligation to provide legal assistance, notably in relation to the financial incapacity of the accused, the interests of justice, and the requirement of substantive and effective, rather than merely formal, legal representation. The dissertation demonstrates that legal aid does not constitute a mere procedural formality, but rather a positive obligation inherent in the rule of law, aimed at ensuring practical and effective access to justice. The study further examines the transposition of the EU legal framework into Greek law, assessing the degree of compliance of domestic legislation with European Union and Convention standards. In addition, a comparative analysis of legal aid systems in other jurisdictions highlights alternative organizational models and mechanisms for ensuring the quality of legal assistance. The dissertation concludes by advancing proposals for institutional and organizational reform of the Greek legal aid system, seeking a transition from fragmented and frequently formalistic implementation towards a coherent and effective framework for the provision of legal assistance. A central finding of the research is that effective legal representation is not recognized as an autonomous value, but as a necessary precondition for the substantive realization of the right to a fair trial and, consequently, as an indicator of the quality and credibility of the rule of law
Πρόκληση αναπνεόμενου όγκου για την αξιολόγηση της απόκρισης στα υγρά μέσω δυναμικών παραμέτρων κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων: προοπτική μελέτη
Εισαγωγή Ο στόχος της περιεγχειρητικής χορήγησης υγρών είναι η αύξηση της καρδιακής παροχής και η βελτίωση της αιμάτωσης ζωτικών οργάνων (π.χ. καρδιά, εγκέφαλος, νεφροί). Ένα bolus υγρών αυξάνει τη φλεβική επιστροφή, βελτιστοποιώντας την καρδιά στην καμπύλη Frank–Starling, γεγονός που αυξάνει τον όγκο παλμού. Η αξιολόγηση της ανάγκης για υγρά είναι δύσκολη, καθώς η υπερβολική ή ανεπαρκής χορήγηση μπορεί να βλάψει τον ασθενή. Οι στατικές παράμετροι (π.χ. Μέση Αρτηριακή Πίεση, Κεντρική Φλεβική Πίεση) δείχνουν προφόρτιση σε μια στιγμή, αλλά δεν προβλέπουν αξιόπιστα την ανταπόκριση. Οι δυναμικές παράμετροι [π.χ. διακύμανση όγκου παλμού (SVV), διακύμανση πίεσης σφυγμού (PPV)] παρακολουθούν μεταβολές λόγω καρδιοπνευμονικών αλληλεπιδράσεων και προβλέπουν καλύτερα την ανταπόκριση, με όριο το 13%. Δυναμικκές προκλήσεις όπως η χορήγηση 250–500 mL υγρών ή η ανύψωση των ποδιών, αξιολογούν την απαντητικότητα στη χορήγηση των υγρών. Ο προστατευτικός μηχανικός αερισμός (Vt < 8 mL/Κg) βελτιώνει τα αποτελέσματα, αλλά μειώνει την ακρίβεια των δυναμικών δεικτών, απαιτώντας δοκιμές όπως η πρόκληση αναπνεόμενου όγκου (tidal volume challenge, VtC). Η προσωρινή αύξηση του Vt μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση των αλλαγών στις δυναμικές παραμέτρους. Σκοπός Ο σκοπός της μελέτης αυτής είναι να διερευνηθεί η ικανότητα των αλλαγών στην PPV και SVV μετά από τη VtC να προβλέψουν την απάντηση στη χορήγηση υγρών σε ασθενείς γενικής χειρουργικής οι οποίοι υποβάλλονται σε επεμβάσεις υπό γενική αναισθησία με εφαρμογή προστατευτικού μηχανικού αερισμού. Μέθοδοι και Υλικό Συνολικά 40 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε γενική χειρουργική επέμβαση ή αγγειακή χειρουργική επέμβαση χωρίς αποκλεισμό της αορτής συμμετείχαν στη μελέτη. Σε όλους τους ασθενείς εφαρμόστηκε προστατευτικός μηχανικός αερισμός και καθετηριασμός της κερκιδικής αρτηρίας. Το πρωτόκολλο ξεκίνησε μία ώρα μετά την εισαγωγή στη γενική αναισθησία και τη σταθεροποίηση των αιμοδυναμικών παραμέτρων. Καταγράφηκαν οι παράμετροι PPV6 και SVV6 κατά τη διάρκεια αερισμού με αναπνεόμενο όγκο (Vt) 6 mL/Κg Ιδανικού Σωματικού Βάρους (IBW) (T1). Στη συνέχεια, ο Vt αυξήθηκε στα 8 mL/Κg IBW για 3 λεπτά χωρίς αλλαγή των άλλων αναπνευστικών παραμέτρων. Μετά τη VtC καταγράφηκαν οι παράμετροι PPV8 και SVV8 (T2). Μετά τη σταθεροποίηση των αιμοδυναμικών παραμέτρων, χορηγήθηκε αύξηση όγκου (VE) με κολλοειδή υγρά σε δόση 6 mL/Κg IBW. Οι παράμετροι πριν (T3) και 5 λεπτά μετά τη χορήγηση υγρών (T4) καταγράφηκαν εκ νέου. Η μεταβολή στον Δείκτη Όγκου Παλμού (Stroke Volume Index, SVI) πριν και μετά τη χορήγηση υγρών χρησιμοποιήθηκε για την ένδειξη ανταπόκρισης στα υγρά. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν ως ανταποκρινόμενοι (SVI ≥ 10%) ή μη ανταποκρινόμενοι (SVI < 10%). Αποτελέσματα Η παράμετρος ΔPPV(6–8) έδειξε καλή προβλεπτική ικανότητα για την ανταπόκριση στα υγρά, όπως αποδεικνύεται από την Επιφάνεια Κάτω από την Καμπύλη (Area Under the Curve, AUC) 0.86 [95% Διάστημα Εμπιστοσύνης (CI) 0.74 έως 0.95, p < 0.0001]. Το όριο ΔPPV(6–8) > 2% μπόρεσε να ταυτοποιήσει τους ανταποκρινόμενους με ευαισθησία 83% (95% CI 0.45 έως 1.0, p < 0.0001) και ειδικότητα 73% (95% CI 0.48 έως 1.0, p < 0.0001). Η παράμετρος ΔSVV(6–8) επίσης έδειξε καλή προβλεπτική ικανότητα, με AUC 0.82 (95% CI 0.67 έως 0.94, p < 0.0001). Το κριτήριο ΔSVV(6–8) > 2% ταυτοποίησε τους ανταποκρινόμενους με ευαισθησία 83% (95% CI 0.71 έως 1.0, p < 0.001) και ειδικότητα 77% (95% CI 0.44 έως 1.0, p < 0.001). Μετά την εφαρμογή VtC, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του PPV και του SVV στους ανταποκρινόμενους, με το PPV να αυξάνεται από 8,0% σε 11,0% (p < 0,00045) και το SVV από 7,0% σε 10,0% (p < 0,00045). Αντίθετα, οι μη ανταποκρινόμενοι δεν παρουσίασαν σημαντικές αλλαγές στο PPV και στο SVV, με τις τιμές να παραμένουν σταθερές (p = 0,732 για το PPV και p = 0,934 για το SVV). Συμπεράσματα Η μελέτη αυτή απέδειξε ότι η VtC διαθέτει καλή προβλεπτική ικανότητα για την ανταπόκριση στα υγρά σε ασθενείς που υποβάλλονται σε γενική χειρουργική επέμβαση. Υπογραμμίζουν, ωστόσο, την ανάγκη για περισσότερη έρευνα και επικύρωση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευρύτερη κλινική εφαρμογή της.Introduction The primary goal of perioperative fluid administration is to optimize cardiac output and enhance perfusion of vital organs, such as the heart, brain, and kidneys. Administering a fluid bolus increases venous return, optimizing the heart's position on the Frank–Starling curve, thereby enhancing stroke volume. However, accurately assessing fluid needs is challenging, as both over- and under-administration can adversely affect patient outcomes. Static parameters, such as Mean Arterial Pressure (MAP) and Central Venous Pressure (CVP), provide a snapshot of preload but do not reliably predict fluid responsiveness. In contrast, dynamic parameters like Stroke Volume Variation (SVV) and Pulse Pressure Variation (PPV) offer a better assessment by tracking changes induced by cardiopulmonary interactions, with a predictive threshold of 13%. Dynamic challenges, such as administering 250–500 mL of fluid or performing passive leg raises, help evaluate fluid responsiveness. Protective mechanical ventilation, characterized by tidal volumes (Vt) of less than 8 mL/kg, improves patient outcomes but diminishes the accuracy of dynamic indices. To address this, methods such as tidal volume challenge (VtC), which temporarily increases Vt, are used to refine the assessment of dynamic parameters. Aim The objective of this study is to evaluate whether changes in PPV and SVV following am VtC can reliably predict fluid responsiveness in general surgery patients receiving protective mechanical ventilation under general anaesthesia. Material and Methods In this study, 40 patients undergoing general or vascular surgery (excluding those with aortic dissection) were enrolled. All patients received protective mechanical ventilation and radial artery catheterization. The protocol began one hour after induction of general anesthesia and stabilization of hemodynamic parameters. Dynamic indices (PPV and SVV) were recorded during ventilation at 6 mL/kg Ideal Body Weight (IBW) (T1). Tidal volume was then increased to 8 mL/kg IBW for 3 minutes without altering other respiratory parameters, and the indices were measured again (T2). After stabilization, volume expansion (VE) was performed with colloid fluids at a dose of 6 mL/kg IBW. Parameters were measured before (T3) and 5 minutes after VE (T4). Fluid responsiveness was determined by changes in Stroke Volume Index (SVI), with responders defined as having an SVI increase of ≥10% and non-responders as <10%. Results The ΔPPV(6–8) parameter demonstrated strong predictive ability for fluid responsiveness, with an Area Under the Curve (AUC) of 0.86 (95% CI 0.74–0.95, p < 0.0001). A ΔPPV(6–8) threshold >2% identified responders with 83% sensitivity (95% CI 0.45–1.0) and 73% specificity (95% CI 0.48–1.0). Similarly, ΔSVV(6–8) also exhibited good predictive ability (AUC = 0.82, 95% CI 0.67–0.94, p < 0.0001). A ΔSVV(6–8) >2% identified responders with 83% sensitivity (95% CI 0.71–1.0) and 77% specificity (95% CI 0.44–1.0). Following VtC, responders showed significant increases in PPV (from 8.0% to 11.0%, p < 0.00045) and SVV (from 7.0% to 10.0%, p < 0.00045). Non-responders displayed no significant changes, with stable PPV (p = 0.732) and SVV (p = 0.934). Conclusions This study confirms that VtC is a reliable method for predicting fluid responsiveness in patients undergoing general surgery. Despite its promising results, further research is necessary to validate these findings and promote broader clinical application
Χαρακτηρισμός της υφής του μυοκαρδίου με CT radiomics σε ασθενείς με στένωση αορτικής βαλβίδας
Σκοπός: Ο ιστικός χαρακτηρισμός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της Ιατρικής επιστήμης, επιτρέποντας την αναγνώριση του φυσιολογικού και του παθολογικού φαινοτύπου. Εκτός από τις παραδοσιακές μεθόδους ιστικού χαρακτηρισμού, όπως η βιοψία, προσφάτως άρχισαν να αναπτύσσονται μέθοδοι ιστικού χαρακτηρισμού μέσω της ακτινολογικής απεικόνισης. Μία από αυτές τις μεθόδους είναι και η ανάλυση με radiomics (ή ραδιομική ανάλυση). Στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η ανάπτυξη μιας ραδιομικής υπογραφής που χαρακτηρίζει το μυοκάρδιο των ασθενών που πάσχουν από στένωση αορτικής βαλβίδας. Μέθοδοι: Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 400 προεγχειρητικές αξονικές αγγειογραφίες από διαδοχικούς ασθενείς με στένωση αορτικής βαλβίδας, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε διαδερμική αντικατάσταση αυτής. Η αριστερή κοιλία των ασθενών τμηματοποιήθηκε με ημιαυτόματο τρόπο και εξήχθησαν 851 radiomics για κάθε ασθενή. Από αυτά τα radiomics, επιλέχθηκαν με μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, εκείνα που είναι χαρακτηριστικά του μυοκαρδίου επί σοβαρής στένωσης αορτικής βαλβίδας. Αποτελέσματα: Το σύνολο των 851 radiomics φιλτραρίστηκε ώστε να επιλεχθούν εκείνα με τη μικρότερη συσχέτιση μεταξύ τους και σταθμίστηκαν για τεχνικές παραμέτρους του αξονικού τομογράφου. Τελικά, επιλέχθηκαν τα καλύτερα και πιο σταθερά 71 radiomics για να χαρακτηρίσουν το μυοκάρδιο των ασθενών με σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας, στη λεγόμενη ραδιομική υπογραφή του μυοκαρδίου. Δέκα radiomics ανά περίπτωση κατόρθωσαν επίσης να διαχωρίσουν τους ασθενείς με στεφανιαία νόσο, αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και συστολική δυσλειτουργία. Επιπλέον, η αναπτυχθείσα μεθοδολογία επεκτάθηκε για να διερευνηθεί η διαγνωστική αξία των radiomics στην ανίχνευση της καρδιακής αμυλοείδωσης από τρανσθυρετίνη (ATTR-CM). Η εφαρμογή αυτή οδήγησε στην ανάπτυξη της σύνθετης ραδιομικής υπογραφής AmyloidRS, η οποία βασίζεται σε δέκα επιλεγμένα radiomics και εμφάνισε υψηλή προγνωστική ικανότητα (C-index έως 0,88) για την ανίχνευση ATTR-CM, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα μετάβασης της μεθοδολογίας από την θεωρητική ανάπτυξη στην κλινική πράξη. Συμπεράσματα: Συνολικά, παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη μέθοδος για την εξαγωγή μιας ραδιομικής υπογραφής που προέρχεται από την αξονική τομογραφία για τον ιστικό χαρακτηρισμό του μυοκαρδίου σε ασθενείς με στένωση αορτικής βαλβίδας. Η περαιτέρω εφαρμογή της μεθοδολογίας επιβεβαίωσε τη χρησιμότητά της ως μη επεμβατικού εργαλείου ποσοτικής ανάλυσης για την αξιολόγηση της μυοκαρδιακής υφής και την ανίχνευση καρδιακής αμυλοείδωσης από τρανσθυρετίνη, μία νόσο που παραδοσιακά διαγιγνωσκόταν με κλασική βιοψία. Αυτή η ραδιομική υπογραφή θα μπορούσε να χρησιμεύσει στη διαστρωμάτωση των ασθενών που πάσχουν από στένωση αορτικής βαλβίδας, χρησιμοποιώντας μόνο εικόνες από αξονικές τομογραφίες ρουτίνας.Purpose: Tissue characterization constitutes a cornerstone of medical science, enabling the identification of physiological and pathological phenotypes. Beyond traditional methods such as biopsy, imaging-based tissue characterization has recently emerged, with radiomics analysis being a prominent modality. The objective of this doctoral thesis is the development of a radiomic signature that characterizes the myocardium in patients suffering from aortic valve stenosis. Methods: The study included 400 preoperative CT angiographies from consecutive patients with aortic valve stenosis who underwent transcatheter aortic valve replacement (TAVI). The left ventricle was segmented using a semi-automated approach, and 851 radiomic features were extracted for each patient. Using artificial intelligence models, the features most characteristic of the myocardium in the presence of severe aortic stenosis were selected. Results: The initial set of 851 radiomic features was filtered to select those with the lowest inter-correlation and was adjusted for CT scanner technical parameters. Ultimately, the 71 most robust and stable features were selected to characterize the myocardium, forming the "myocardial radiomic signature". Furthermore, a subset of ten radiomic features per case successfully differentiated patients with coronary artery disease, arterial hypertension, diabetes mellitus, and systolic dysfunction. Additionally, the developed methodology was extended to investigate the diagnostic value of radiomics in detecting transthyretin cardiac amyloidosis (ATTR-CM). This application led to the development of the "AmyloidRS" composite radiomic signature, based on ten selected features, which demonstrated high predictive performance (C-index up to 0.88) for ATTR-CM detection, showcasing the feasibility of transitioning this methodology from theoretical development to clinical practice. Conclusions: Overall, a comprehensive framework is presented for the extraction of a CT-derived radiomic signature for myocardial tissue characterization in patients with aortic stenosis. Further application of this methodology confirmed its utility as a non-invasive quantitative analysis tool for assessing myocardial texture and detecting transthyretin cardiac amyloidosis, a disease traditionally diagnosed via conventional biopsy. This radiomic signature could facilitate the risk stratification of patients with aortic stenosis using only routine CT imaging
Οι περί των φύλων θεολογικές θεωρήσεις του αγίου Γρηγορίου Νύσσης
Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η σε βάθος μελέτη των περί φύλων θεωρήσεων του Καππαδόκη Πατέρα Γρηγορίου Νύσσης, τοποθετημένες σε ένα ιστορικό και θεολογικό πλαίσιο που υπερβαίνει την εποχή του, το παρελθόν και το μέλλον. Η εν λόγω κεντρική θεματική ανοίγει πολλαπλούς δρόμους εξέτασης του ζητήματος των φύλων από τη μυθολογία και την αρχαιότητα, ως τη φιλοσοφία και τη δραματική ποίηση, από την ορθόδοξη και την καθολική χριστιανική παράδοση ως τη Θεολογία και τη σύγχρονη φεμινιστική αντίληψη. Στον κεντρικό πυρήνα της παρούσας ερευνητικής μελέτης είναι το γυναικείο φύλο, η γυναίκα ή το θήλυ, γύρω από την ύπαρξη, τη θέση, το ρόλο και τη σαρκική υπόσταση του οποίου διατηρείται ανά τους αιώνες ζωντανή μια πολυπρισματική, πολυεπίπεδη, διαθεματική και διεπιστημονική διαλεκτική. Το περιεχόμενο της διατριβής είναι εμφανώς ανισομερώς προσανατολισμένο προς τα δύο φύλα, με την πλειοψηφία των επιμέρους προβληματικών να αφορούν στον τρόπο αντίληψης, διαχείρισης, προσέγγισης και κατανόησης της γυναίκας και του θηλυκού φύλου. Η εν λόγω ανισομέρεια, προκύπτει ως απόρροια του ενός και μοναδικού διαχρονικού στερεοτύπου: Η γυναίκα διαφέρει από τον άνδρα και αποτελεί μια κατώτερη, υποδεέστερη και προβληματική εκδοχή του πρώτου. Οι θεωρήσεις του Γρηγορίου Νύσσης εξετάζονται στο ιστορικό και θεολογικό πλαίσιο του ζητήματος της έμφυλης διαφοροποίησης του ανθρώπινου γένους και τοποθετείται στην ιστορική και θεολογική πορεία που εκκινεί από τη μυθολογία των αρχαίων λαών και φτάνει ως τις ριζοσπαστικές απόψεις των σύγχρονων χριστιανών φεμινιστριών θεολόγων. Σκοπός της θεολογικής και ιστορικής πλαισίωσης της κεντρικής θεματικής υπήρξε η υπόθεση ότι ο Γρηγόριος Νύσσης γνωρίζει και ασπάζεται ως ένα βαθμό τις ανδροκεντρικές και πατριαρχικές ερμηνείες της πραγματικότητας και της ανθρωπολογίας. Υπό αυτό το πρίσμα, ο τρόπος που συλλαμβάνει, αντιλαμβάνεται, κατανοεί, ερμηνεύει και αποδίδει τα περί φύλων ζητήματα, αποκτά νέα δυναμική, αξιολογείται διαφορετικά, ανοίγει νέες διαλεκτικές και οδηγεί προς διαφορετικά συμπεράσματα. Αναμφίβολα, οι περί φύλων θεωρήσεις του Καππαδόκη Πατέρα του 4ου αιώνα υπερβαίνουν τα ήδη ευρεία όρια της χριστιανικής Θεολογίας, εκτείνονται προς τη φιλοσοφία και αλληλοεπιδρούν με τα ρεύματα των πλατωνιστών και των νεοπλατωνιστών. Η διατριβή χωρίζεται σε πέντε (5) επίπεδα, όπου εξετάζονται διαδοχικά οι θεωρήσεις περί φύλων πριν από την εποχή του Γρηγορίου Νύσσης, οι περί φύλων προσεγγίσεις σε Ανατολή και Δύση ως τον 4ο αιώνα, η θεολογική ανθρωπολογία και τα φύλα στη σκέψη του Γρηγορίου Νύσσης, η θέση των απόψεών του στην πατερική παράδοση και ο ρόλος τους στην προσπάθεια δόμησης μιας ισχυρής φεμινιστικής Θεολογίας σήμερα. Κάθε ένα από τα ανωτέρω επιμέρους επίπεδα, επεκτείνονται προς διαφορετικές προεκτάσεις της κεντρικής και των δευτερευουσών προβληματικών, με σκοπό να καλυφθεί όσο το δυνατό βαθύτερα και εκτενέστερα το πως αντιλαμβάνεται ο Καππαδόκης Πατέρας το φύλο θεολογικά. Αναμφίβολα, η παρούσα διατριβή δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως «εγχειρίδιο» Θεολογίας περί φύλων, αλλά να αποτελέσει μια κατατοπιστική μελέτη για τους αναγνώστες εκείνους που ενδιαφέρονται να αποκτήσουν μια βαθύτερη γνώση για την πορεία της εξέλιξης της θεωρήσεως των φύλων και να επανατοποθετηθούν στη σύγχρονη διαλεκτική, έχοντας εντρυφήσει στην πρωτότυπη, ιδιάζουσα και καινοτόμα σκέψη του Γρηγορίου Νύσσης. Κατά τη γνώμη μας, προσδιορισμοί της θεολογίας (όπως π.χ. πατριαρχική, φεμινιστική θεολογία, θεολογία της απελευθέρωσης κ.α. ) που επιλέγονται για να καθορίσουν την τελολογική οπτική μιας θεολογικής γραμμής και να υπηρετήσουν την στράτευση υπέρ της επικράτησης μιας ιδεολογικής στόχευσης δεν μπορούν να υιοθετηθούν, διότι ανεξάρτητα από τη δογματική τους ακρίβεια ή την παραδοσιαρχική ή ριζοσπαστική τους αφετηρία, προσκρούουν στο ηθικό περί θεολογίας αίτημα, μετατρέποντας τον σωτηριολογικό σκοπό της Εκκλησίας σε μέσο για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών στερούμενων εκκλησιολογικής βάσης. Αντίθετα άλλοι προσδιορισμοί, που απλώς δηλώνουν έμφαση στη μελέτη μιας σωτηριολογικής πτυχής της θεολογίας, όπως π.χ. η ευχαριστιακή θεολογία, η οικουμενική και ιεραποστολική θεολογία, η θεολογία της ετερότητας, η θεολογία των συνόρων, η θεολογία της φιλευσπλαχνίας, της αγάπης, του ελέους κ.α. είναι δόκιμοι διότι δεν εκφεύγουν του εκκλησιολογικού σωτηριολογικού σκοπού. Το ερευνητικό ερώτημα έγκειται στο κατά πόσον ο Γρηγόριος Νύσσης είναι απλώς μια μεμονωμένη και μοναχική φωνή της εποχής του που μπορεί να αναγνωστεί χειραφετημένα από το χριστιανικό συγκείμενο της πρώτης χιλιετίας και να αξιοποιηθεί σε μια στρατευμένη θεολογία των φύλων, ή αν ανήκει στην χορεία των Πατέρων της Εκκλησίας, πράγμα που υπαγορεύει τη μελέτη του εντός του συγκειμένου της Ιεράς Παραδόσεως. Η διατριβή ολοκληρώνεται με τα συμπεράσματα του συγγραφέα-ερευνητή, στα οποία δίνεται έμφαση σε προβληματισμούς και σκέψεις που μπορούν να λειτουργήσουν βοηθητικά σε όσους έχουν ενδιαφέρον επί του θέματος αυτού.The purpose of the present doctoral dissertation is an in-depth study of the gender-related views of the Cappadocian Father Gregory of Nyssa, situated within a historical and theological framework that transcends his own era—past and future alike. This central theme opens multiple avenues for examining the question of gender: from mythology and antiquity to philosophy and dramatic poetry; from the Orthodox and Roman Catholic Christian traditions to theology and contemporary feminist thought. At the core of the present research stands the female sex—woman or the feminine—around whose existence, status, role, and embodied reality a multifaceted, multilayered, intersectional, and interdisciplinary dialectic has remained alive through the centuries. The dissertation’s content is visibly unevenly oriented toward the two sexes, with the majority of its specific problematics concerning the ways in which woman and the feminine are perceived, managed, approached, and understood. This imbalance arises as a consequence of one single diachronic stereotype: that woman differs from man and constitutes an inferior, lesser, and problematic version of the latter. Gregory of Nyssa’s views are examined within the historical and theological context of the issue of gender differentiation within the human race and are placed within the historical and theological trajectory that begins with the mythology of ancient peoples and extends to the radical positions of contemporary Christian feminist theologians. The aim of this theological and historical contextualization of the central theme was the working hypothesis that Gregory of Nyssa both knows and, to a certain extent, adopts androcentric and patriarchal interpretations of reality and of anthropology. From this perspective, the way he conceives, perceives, understands, interprets, and articulates matters of gender acquires a new dynamism, is evaluated differently, opens new dialectical trajectories, and leads to different conclusions. Undoubtedly, the gender-related views of this fourth-century Cappadocian Father transcend the already broad boundaries of Christian theology, extend into philosophy, and interact with Platonic and Neoplatonic currents. The dissertation is divided into five (5) levels, which sequentially examine: gender concepts prior to Gregory of Nyssa’s era; approaches to gender in East and West up to the fourth century; theological anthropology and the sexes in Gregory of Nyssa’s thought; the place of his views within the patristic tradition; and their role in the effort to construct a robust feminist theology today. Each of these levels expands toward different extensions of the central and secondary problematics, with the aim of covering as deeply and as extensively as possible how the Cappadocian Father understands gender theologically. Certainly, the present dissertation does not aspire to function as a “handbook” of gender theology, but rather to constitute an informative study for readers who wish to gain deeper knowledge of the development of gender concepts and to reposition themselves within contemporary dialectic, having engaged with the original, distinctive, and innovative thought of Gregory of Nyssa. In our view, labels applied to theology (such as “patriarchal theology,” “feminist theology,” “liberation theology,” etc.) that are chosen to determine the teleological perspective of a theological line and to serve a commitment to the prevalence of an ideological objective cannot be adopted, because—regardless of their dogmatic accuracy or their traditionalist or radical point of departure—they clash with the ethical demand proper to theology, transforming the Church’s soteriological purpose into a means for serving other aims lacking an ecclesiological foundation. By contrast, other designations that simply indicate an emphasis on the study of a soteriological aspect of theology—such as Eucharistic theology, ecumenical and missiological theology, the theology of otherness, border theology, the theology of compassion, of love, of mercy, and so forth—are appropriate, because they do not deviate from the Church’s ecclesiological and soteriological purpose. The research question concerns whether Gregory of Nyssa is merely an isolated and solitary voice of his time that can be read in an emancipated manner apart from the Christian context of the first millennium and be utilized within a committed theology of gender, or whether he belongs to the choir of the Fathers of the Church—a fact that dictates studying him within the context of Sacred Tradition. The dissertation concludes with the author-researcher’s findings, in which emphasis is placed on questions and reflections that may prove helpful to those who have an interest in this subject
Θνητότητα COVID-19 στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων ετών της πανδημίας στην Ελλάδα / COVID-19 case fatality in Intensive Care Units in Greece during the first two years of the pandemic
Τα δεδομένα σχετικά με τη θνησιμότητα από COVID-19 μεταξύ ασθενών που νοσηλεύονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) από χώρες της Ανατολικής και/ή Νότιας Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, είναι περιορισμένα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση των τάσεων της θνησιμότητας στη ΜΕΘ μεταξύ βαρέως πασχόντων ασθενών με COVID-19 κατά τα δύο πρώτα έτη της πανδημίας στην Ελλάδα, καθώς και η περαιτέρω διερεύνηση του κατά πόσον ορισμένα κλινικά χαρακτηριστικά των ασθενών συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Πραγματοποιήθηκε πολυκεντρική, αναδρομική, παρατηρητική μελέτη σε πέντε μεγάλα πανεπιστημιακά νοσοκομεία της Ελλάδας, κατά την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2020 έως τον Ιανουάριο του 2022. Όλοι οι ενήλικες βαρέως πάσχοντες ασθενείς με επιβεβαιωμένη νόσο COVID-19, οι οποίοι χρειάστηκαν εισαγωγή σε ΜΕΘ για τουλάχιστον 24 ώρες, ήταν επιλέξιμοι. Συνολικά, 1.462 ασθενείς (66,35% άνδρες) συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη. Η μέση ηλικία του πληθυσμού της μελέτης ήταν 64,9 (±13,27) έτη. Η θνησιμότητα στις 28 ημέρες ήταν 35,99% (n = 528), ενώ η συνολική ενδονοσοκομειακή θνησιμότητα ανήλθε σε 50,96% (n = 745). Η ανάλυση παλινδρόμησης Cox έδειξε ότι η μεγαλύτερη ηλικία (≥65 ετών), ο δείκτης μάζας σώματος εντός φυσιολογικών ορίων, η καθυστέρηση εισαγωγής στη ΜΕΘ από την έναρξη των συμπτωμάτων, καθώς και υψηλότερες βαθμολογίες αρχικής κλινικής βαρύτητας κατά την εισαγωγή στη ΜΕΘ, συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Η θνησιμότητα των βαρέως πασχόντων ασθενών με COVID-19 ήταν υψηλή κατά τα δύο πρώτα έτη της πανδημίας στην Ελλάδα, αλλά συγκρίσιμη με εκείνη άλλων χωρών. Οι παράγοντες κινδύνου για θάνατο που παρουσιάζονται στη μελέτη αυτή δεν διαφέρουν από εκείνους που έχουν ήδη περιγραφεί για τη νόσο COVID-19 σε άλλες μελέτες.Data on COVID-19 mortality among patients in intensive care units (ICUs) from Eastern and/or Southern European countries, including Greece, are limited. The purpose of this study was to evaluate the ICU mortality trends among critically ill COVID-19 patients during the first two years of the pandemic in Greece and to further investigate if certain patients’ clinical characteristics contributed to this outcome. We conducted a multi-center retrospective observational study among five large university hospitals in Greece, between February 2020 and January 2022. All adult critically ill patients with confirmed COVID-19 disease who required ICU admission for at least 24 h were eligible. In total, 1462 patients (66.35% males) were included in this study. The mean age of this cohort was 64.9 (±13.27) years old. The 28-day mortality rate was 35.99% (n = 528), while the overall in-hospital mortality was 50.96% (n = 745). Cox regression analysis demonstrated that older age (≥65 years old), a body mass index within the normal range, and a delay in ICU admission from symptom onset, as well as worse baseline clinical severity scores upon ICU admission, were associated with a greater risk of death. Mortality of critically ill COVID-19 patients was high during the first two years of the pandemic in Greece but comparable to other countries. Risk factors for death presented in this study are not different from those that have already been described for COVID-19 in other studies
Επιδημιολογικά δεδομένα της συγγενούς τοξοπλάσμωσης στον πληθυσμό των εγκύων στην Ελλάδα
Η Τοξοπλάσμωση είναι μία κοινή παρασιτική λοίμωξη που οφείλεται σε μόλυνση από το Toxoplasma gondii. Συγγενής Τοξοπλάσμωση καλείται η ασθένεια που προκύπτει από τη μετάδοση του παρασίτου από τη μητέρα στο παιδί όταν η λοίμωξη εμφανίζεται στην εγκυμοσύνη. Έπειτα από ανασκόπηση των βιβλιογραφικών δεδομένων, ελήφθη το συμπέρασμα ότι στον Ελλαδικό χώρο, η επίπτωση της νόσου υπολογίζεται σε 0,45 έως 0,51 περιστατικά ανά 1000 γεννήσεις με την επίπτωση της συμπτωματικής Συγγενούς Τοξοπλάσμωσης να ανέρχεται στα 0,1 περιστατικά στις 1000 γεννήσεις.Toxoplasmosis is a common parasitic infection caused by infection with Toxoplasma gondii. Congenital Toxoplasmosis refers to the disease that results from the transmission of the parasite from mother to child when the infection occurs during pregnancy. Following a review of the literature, it was concluded that in Greece, the incidence of the disease is estimated at 0.45 to 0.51 cases per 1000 births, with the incidence of symptomatic Congenital Toxoplasmosis being 0.1 cases per 1000 births
Biodiversity as a Tool for Monitoring and Restoring Posidonia oceanica Meadows: Establishing a Baseline
Το είδος Posidonia oceanica (Ποσειδωνία) είναι ένα ενδημικό είδος θαλάσσιου αγγειοσπέρμου της Μεσογείου που σχηματίζει εκτεταμένα λιβάδια και παρέχει σημαντικές οικοσυστημικές υπηρεσίες. Παρά τη σημαντική οικολογική τoυς αξία, τα λιβάδια της Ποσειδωνίας έχουν υποστεί υποβάθμιση τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της ανθρωπογενούς δραστηριότητας, γεγονός που έχει οδηγήσει σε δράσεις αποκατάστασης στη Μεσόγειο. Η αποτελεσματική παρακολούθηση είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της επιτυχίας της αποκατάστασης, ωστόσο οι μέθοδοι που βασίζονται στη βιοποικιλότητα παραμένουν περιορισμένες, ιδιαίτερα για το είδος P. oceanica. Η παρούσα μελέτη αξιολογεί τον ρόλο της ζωικής βιοποικιλότητας ως εργαλείο παρακολούθησης της αποκατάστασης του είδους P. oceanica μέσω: (i) μιας συστηματικής ανασκόπησης 29 μελετών σχετικά με τη βιοποικιλότητα σε αποκατεστημένα λιβάδια θαλάσσιων αγγειοσπέρμων και (ii) μιας βασικής αξιολόγισης των ζωικών κοινοτήτων στον κόλπο Ατζικιάρι (Ανατολική Μεσόγειος), πριν τη δραση αποκατάστασης. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση έδειξε ότι η ζωική βιοποικιλότητα αποτελεί αποτελεσματικό δείκτη αξιολόγησης της επιτυχίας της αποκατάστασης και της ανάκαμψης των οικοσυστημικών λειτουργιών και υπηρεσιών, αν και τα πρότυπα ανάκαμψης της βιοποικιλότητας διαφέρουν μεταξύ των ειδών των θαλάσσιων αγγειοσπέρμων. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας, μελετήθηκαν οι ομάδες πανίδας που σχετίζονται με το λιβάδι του είδους P. oceanica και με το Dead Matte, χρησιμοποιώντας δείκτες ταξινομικής και λειτουργικής ποικιλότητας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το λιβάδι Ποσειδωνίας, ιδιαίτερα το τμήμα των φύλλων και των ριζωμάτων, φιλοξενεί πιο ποικίλες και ισορροπημένες κοινότητες πανίδας σε σύγκριση με το γειτονικό Dead Matte, τονίζοντας τη σημασία της δομικής πολυπλοκότητας και της διαθεσιμότητας μικροενδιαιτημάτων για τη βιοποικιλότητα των οργανισμών. Περαιτέρω έρευνα σχετικά με την ανάκαμψη της ζωικής βιοποικιλότητας μετά τη μεταφύτευση του είδους P. oceanica στην περιοχή μελέτης είναι απαραίτητη, για τη διαμόρφωση ενός πρωτοκόλλου παρακολούθησης της βιοποικιλότητας σε αποκατεστημένα λιβάδια Ποσειδωνίας.Posidonia oceanica is an endemic seagrass species of the Mediterranean Sea that forms extensive meadows and provides essential ecosystem services. Despite its ecological importance, P. oceanica meadows have been in decline over the last few decades due to human activities, leading to restoration efforts in the Mediterranean Sea. Effective monitoring is essential for evaluating restoration success, yet biodiversity-based assessment remains limited, particularly for P. oceanica. This study aims to assess the role of faunal biodiversity as a monitoring tool for P. oceanica restoration through: i) a systematic review of 29 studies on biodiversity in restored seagrass meadows, and ii) a baseline assessment of faunal communities in Atzikiari Bay (Eastern Mediterranean) prior to restoration. The literature review revealed that faunal biodiversity is a useful tool to evaluate the level of restoration success and the recovery of ecosystem functions and services, although biodiversity recovery patterns vary among seagrass species. During the second part of the study, the faunal groups associated with the P. oceanica meadow and the Dead Matte were studied using taxonomic and functional diversity metrics. The findings suggest that P. oceanica meadows, especially the leaf and rhizome canopy compartment, support more diverse and balanced faunal communities than the adjacent Dead Matte, highlighting the importance of structural complexity and microhabitat availability on faunal biodiversity. Further research on the recovery of faunal biodiversity following the transplantation of P. oceanica in the study area is essential for developing a protocol for biodiversity monitoring in restored P. oceanica meadows
Διερεύνηση επιπέδου νοσηλευτικής εξουθένωσης με έμφαση στα κλειστά τμήματα νοσοκομείων
Η επαγγελματική εξουθένωση των νοσηλευτών σε κλειστές ψυχιατρικές κλινικές είναι ένα διαδεδομένο φαινόμενο που προκύπτει από την αλληλεπίδραση συναισθηματικών, οργανωτικών και περιβαλλοντικών παραγόντων άγχους. Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση εξετάζει τα θεωρητικά θεμέλια, τους παράγοντες που συμβάλλουν, τις συνέπειες και τις παρεμβάσεις που σχετίζονται με την επαγγελματική εξουθένωση σε αυτά τα περιβάλλοντα υψηλής έντασης ψυχικής υγείας. Βασιζόμενη σε μοντέλα όπως το πλαίσιο «Απαιτήσεις-Πόροι της Εργασίας», η θεωρία της επαγγελματικής εξουθένωσης της Maslach, η θεωρία της συναισθηματικής εργασίας και η κόπωση της συμπόνιας, η ανασκόπηση διερευνά πώς η χρόνια έκθεση σε επιθετικότητα, τραύμα, υψηλό φόρτο εργασίας και ηθικές προκλήσεις συμβάλλει στη συναισθηματική εξάντληση, την αποπροσωποποίηση και τη μείωση της προσωπικής ικανοποίησης. Τα στοιχεία υπογραμμίζουν ότι οι νοσηλευτές σε κλειστές ψυχιατρικές μονάδες αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους σε σύγκριση με εκείνους σε ανοιχτές πτέρυγες, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων ασφάλειας και των πολύπλοκων προφίλ των ασθενών. Η επαγγελματική εξουθένωση συνδέεται στενά με αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, όπως άγχος, κατάθλιψη, PTSD και σωματικά συμπτώματα, καθώς και με μειωμένη ικανοποίηση από την εργασία και διατήρηση του προσωπικού. Η ανασκόπηση αξιολογεί περαιτέρω παρεμβάσεις σε ατομικό επίπεδο, όπως μείωση του στρες με βάση την ενσυνειδητότητα, γνωστικές-συμπεριφορικές προσεγγίσεις και εκπαίδευση στην ανθεκτικότητα, παράλληλα με οργανωτικές στρατηγικές, όπως βελτίωση των αναλογιών προσωπικού, υποστηρικτική ηγεσία, αναστοχαστική εποπτεία και φροντίδα με γνώμονα το τραύμα. Οι παγκόσμιες προοπτικές αποκαλύπτουν συνεπείς προκλήσεις σε όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Ασία-Ειρηνικό και τη Μέση Ανατολή. Παρά τις ουσιαστικές ενδείξεις, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά, ιδίως όσον αφορά τη διαχρονική έρευνα, τις ανεπαρκώς μελετημένες ψυχιατρικές υποειδικότητες και τις διαφορές στις επιπτώσεις μεταξύ πολιτισμικών και συστημικών πλαισίων. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για ολοκληρωμένες παρεμβάσεις που ενισχύουν τις ατομικές ικανότητες αντιμετώπισης των προβλημάτων, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις συστημικές ελλείψεις. Η βελτίωση της ευημερίας των νοσηλευτών σε κλειστές πτέρυγες είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της σταθερότητας του εργατικού δυναμικού, της ποιότητας της φροντίδας και της συνολικής ασφάλειας των ασθενών σε ψυχιατρικά περιβάλλοντα.Burnout among nurses in closed psychiatric wards is a pervasive occupational phenomenon arising from the interaction of emotional, organizational, and environmental stressors. This literature review examines the theoretical foundations, contributing factors, consequences, and interventions related to professional burnout in these high-intensity mental health settings. Drawing on models such as the Job Demands–Resources framework, Maslach’s burnout theory, emotional labour theory, and compassion fatigue, the review explores how chronic exposure to aggression, trauma, high workloads, and ethical challenges contributes to emotional exhaustion, depersonalization, and reduced personal accomplishment. Evidence highlights that nurses in secure psychiatric units face increased risks compared to those in open wards due to heightened security demands and complex patient profiles. Burnout is found to be strongly associated with adverse mental health outcomes including anxiety, depression, PTSD, and somatic symptoms, as well as reduced job satisfaction and staff retention. The review further evaluates individual-level interventions such as mindfulness-based stress reduction, cognitive-behavioral approaches, and resilience training, alongside organizational strategies including improved staffing ratios, supportive leadership, reflective supervision, and trauma-informed care. Global perspectives reveal consistent challenges across Europe, North America, and the Asia-Pacific and Middle Eastern regions. Despite substantial evidence, significant gaps remain, particularly regarding longitudinal research, under-studied psychiatric subspecialties, and differential impacts across cultural and systemic contexts. The findings underscore the need for integrated interventions that strengthen individual coping capacities while addressing systemic shortcomings. Enhancing the well-being of nurses in closed wards is essential for improving workforce stability, care quality, and overall patient safety in psychiatric settings