National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τα Ευρωπαϊκά Μακροπρόθεσμα Επενδυτικά Κεφάλαια (ELTIFs): Υφιστάμενη κατάσταση και προοπτικές

    No full text
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το ρυθμιστικό πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Μακροπρόθεσμων Επενδυτικών Κεφαλαίων (European Long-Term Investment Funds – ELTIFs), με στόχο την κατανόηση τους και την αξιολόγηση του ρόλου τους στο ήδη βεβαρημένο ρυθμιστικά ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Η ανάλυση επικεντρώνεται στα ρυθμιστικά και οικονομικά προβλήματα που επιδιώκεται να αντιμετωπιστούν μέσω των ELTIFs σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο. Αναλύονται τα βασικά χαρακτηριστικά τους και οι αλλαγές που έφερε σε αυτά ο νέος τροποποιητικός κανονισμός ELTIF 2.0, καθώς και τα πρώτα αποτελέσματα ύστερα από την εφαρμογή του νέου κανονισμού. Τέλος, εξετάζεται η συμβολή των ELTIFs στην Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union) και στην πρόσφατη Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investment Union).This paper examines the regulatory framework of European Long-Term Investment Funds (ELTIFs), with the aim of understanding their nature and assessing their role within the already heavily regulated European financial environment. The analysis focuses on the regulatory and economic challenges that ELTIFs seek to address at both the European and Greek levels. It explores their main characteristics and the changes introduced by the new amending regulation ELTIF 2.0, as well as the initial results following the implementation of the revised framework. Finally, the paper assesses the contribution of ELTIFs to the Capital Markets Union (CMU) and to the recently introduced Savings and Investment Union (SIU)

    Ο ρόλος της εργοσπιρομετρικής αξιολόγησης σε άτομα τρίτης ηλικίας

    No full text
    Η εργοσπιρομετρική αξιολόγηση (Καρδιοαναπνευστική Δοκιμασία Κόπωσης -Cardiopulmonary Exercise Testing – CPET), μέσω καταγραφής αναπνευστικών, καρδιαγγειακών και μεταβολικών παραμέτρων, αναγνωρίζεται ως η πλέον ολοκληρωμένη και αξιόπιστη μέθοδος εκτίμησης της συνολικής λειτουργικής ικανότητας ενός ατόμου. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την πρόγνωση και την εξατομίκευση της φροντίδας στα άτομα τρίτης ηλικίας, καθώς η γήρανση συνοδεύεται από πολυνοσηρότητα και λειτουργική ευπάθεια. Σκοπός: Στην παρούσα εργασία διερευνήθηκε ο ρόλος της εργοσπιρομετρικής αξιολόγησης σε άτομα τρίτης ηλικίας, με έμφαση στην ασφάλεια, την προγνωστική της αξία και τις κλινικές της εφαρμογές. Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA 2020. Συμπεριλήφθηκαν κλινικές μελέτες σε ηλικιωμένους ηλικίας ≥65 ετών, όπου η CPET χρησιμοποιήθηκε για διάγνωση, πρόγνωση ή καθοδήγηση θεραπευτικών παρεμβάσεων. Αξιολογήθηκαν παράμετροι όπως VO₂peak, η κλίση VE/VCO₂, ο αναερόβιος ουδός και το οξυγόνο παλμού (oxygen pulse). Αποτελέσματα: Η CPET βρέθηκε να είναι ασφαλής και αξιόπιστη μέθοδος λειτουργικής αξιολόγησης των ηλικιωμένων, όταν εφαρμόζεται με κατάλληλη επίβλεψη και τα ενδεδειγμένα πρωτόκολλα. Παράμετροι όπως η VO₂peak και η κλίση VE/VCO₂ συσχετίζονται με τη θνησιμότητα, την απώλεια ανεξαρτησίας και τον κίνδυνο μετεγχειρητικών επιπλοκών. Ιδιαίτερα σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, η CPET συμβάλλει στη διαφοροδιάγνωση των αιτιών περιορισμού της ικανότητας για άσκηση. Παράλληλα, αναδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη στην αξιολόγηση ασθενών με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), πνευμονική υπέρταση, στεφανιαία νόσο και πολυνοσηρότητα, αναδεικνύοντας τους κυρίαρχους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς λειτουργικών περιορισμών σε αυτές τις νόσους. Παρά τα πλεονεκτήματα αξιοποίησης αυτής της μεθόδου αξιολόγησης και στους ηλικιωμένους, καταγράφεται έλλειψη μεγάλων κλινικών μελετών σε άτομα ηλικίας >75 ετών και απουσία ηλικιακά προσαρμοσμένων προτύπων αναφοράς. Συμπεράσματα: Η εργοσπιρομετρική αξιολόγηση αποτελεί μέθοδο λειτουργικής αξιολόγησης με υψηλή προγνωστική και κλινική αξία στον γηριατρικό πληθυσμό. Συμβάλλει στη διαστρωμάτωση κινδύνου, στην εξατομίκευση θεραπευτικών παρεμβάσεων και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ηλικιωμένων. Απαιτούνται περαιτέρω πολυκεντρικές μελέτες για την καθιέρωση προτύπων αναφοράς προσαρμοσμένων στην ηλικία.Cardiopulmonary Exercise Testing (CPET), through the integrated assessment of respiratory, cardiovascular, and metabolic parameters, is recognized as the most comprehensive and reliable method for evaluating an individual's overall functional capacity. This is of particular importance for prognosis and personalized care in older adults, as aging is accompanied by multimorbidity and functional frailty. Aim: The present study investigated the role of CPET in elderly individuals, with emphasis on its safety, prognostic value and clinical applications. Materials and Methods: A systematic review of the international literature was conducted according to PRISMA 2020 guidelines. Clinical studies including elderly participants ≥65 years old, in which CPET was applied for diagnostic, prognostic, or therapeutic purposes, were analysed. Key parameters assessed included VO₂peak, VE/VCO₂ slope, anaerobic threshold, and oxygen pulse. Results: CPET was shown to be a safe and reliable method for assessing functional capacity in older adults, when performed under appropriate supervision and standardized protocols. Parameters such as VO₂peak and VE/VCO₂ slope were strongly associated with mortality, loss of independence, and postoperative complications. Particularly in patients with heart failure with preserved ejection fraction, CPET contributed to the differential diagnosis of exercise limitation mechanisms. Moreover, it proved highly useful in evaluating patients with chronic obstructive pulmonary disease (COPD), pulmonary hypertension, coronary artery disease, and multimorbidity, identifying the predominant pathophysiological mechanisms of functional limitations in these diseases. Despite its advantages of using this assessment method in older adults, there remains a lack of large-scale clinical studies in individuals over 75 years of age and an absence of age-adjusted reference values. Conclusions: CPET emerges as a functional assessment method with high prognostic and clinical value in the geriatric population. It supports risk stratification, the personalization of therapeutic strategies, and the improvement of quality of life in older adults. Further multi-center studies are warranted to establish age-specific reference standards

    Διαχείριση Κρίσεων και Ηλικιωμένοι: Η επίδραση της πανδημίας του Covid-19 στις Kοινωνικές Yπηρεσίες

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη διαχείριση κρίσεων και την επίδραση της πανδημίας COVID-19 στις κοινωνικές υπηρεσίες που αφορούν στους ηλικιωμένους. Η πανδημία αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των ηλικιωμένων, οι οποίοι θεωρούνται ευάλωτοι σε λοιμώξεις και έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες. Η εργασία αναλύει τις στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων που ελήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές για την προστασία των ηλικιωμένων και τη συνέχιση των κοινωνικών υπηρεσιών, με στόχο την κατανόηση των επιπτώσεων της πανδημίας και την αξιολόγηση των προσπαθειών αυτών. Επιπλέον, διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο οι υπηρεσίες προσαρμόστηκαν και η ανταπόκριση των φορέων κοινωνικής πρόνοιας στις νέες συνθήκες. Η μεθοδολογία της έρευνας περιλαμβάνει ποιοτική ανάλυση, με συνεντεύξεις από επαγγελματίες στον τομέα της υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και ανασκόπηση βιβλιογραφίας που αφορά τις στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων και τη φροντίδα των ηλικιωμένων σε περιόδους έκτακτης ανάγκης. Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν τις βασικές προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι κοινωνικές υπηρεσίες κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ παράλληλα εντοπίζονται οι βελτιώσεις που απαιτούνται για την ενίσχυση της αντίδρασης σε μελλοντικές κρίσεις. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις για τη βελτίωση της πολιτικής και των πρακτικών κοινωνικής πρόνοιας για τους ηλικιωμένους, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των κοινωνικών υπηρεσιών και η προστασία των ευάλωτων ομάδων πληθυσμού.This thesis examines crisis management and the impact of the COVID-19 pandemic on social services for the elderly. The pandemic represented one of the most significant challenges for healthcare and social welfare systems globally, particularly regarding the protection of the elderly, who are considered vulnerable to infections and have increased dependency on social and healthcare services. The study analyzes the crisis management strategies implemented by relevant authorities to protect the elderly and maintain the provision of social services, with the aim of understanding the pandemic's effects and evaluating the efforts made. Furthermore, the research explores how social services adapted to the new conditions and the response of social welfare agencies during this crisis. The methodology includes qualitative analysis, with interviews from healthcare and social welfare professionals, as well as a review of literature on crisis management strategies and elderly care during emergencies. The findings of the study highlight the key challenges faced by social services during the pandemic, while also identifying the improvements needed to enhance response capabilities for future crises. The thesis concludes with recommendations for improving policies and practices in social welfare for the elderly, aimed at strengthening the resilience of social services and safeguarding vulnerable populations

    Κόστος - αποτελεσματικότητα των φαρμάκων για το πολλαπλό μυέλωμα / Cost - effectiveness of multiple myeloma drugs

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σχέση κόστους–αποτελεσματικότητας των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του Πολλαπλούν Μυελώματος (ΠΜ, Multiple Myeloma, MM), μιας αιματολογικής κακοήθειας με αυξανόμενο επιπολασμό, ο οποίος αντανακλά τόσο την αύξηση της επίπτωσης όσο και τη βελτίωση της επιβίωσης των ασθενών. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται συνοπτικά η επιδημιολογία, οι προγνωστικοί δείκτες και η διαδοχική εξέλιξη των θεραπευτικών επιλογών, με έμφαση στους καινοτόμους συνδυασμούς που βελτίωσαν την πρόγνωση αλλά συνεπάγονται αυξημένο οικονομικό βάρος. Στο δεύτερο μέρος αναλύονται οι μελέτες κόστους–αποτελεσματικότητας (Cost-Effectiveness Analysis, CEA) και οι κύριοι δείκτες οικονομικής αποτίμησης, όπως ο Αυξητικός Λόγος Κόστους–Αποτελεσματικότητας (Incremental Cost-Effectiveness Ratio, ICER) και τα Έτη Ζωής Προσαρμοσμένα στην Ποιότητα (Quality-Adjusted Life Years, QALYs). Παράλληλα εξετάζονται οι παράγοντες που επηρεάζουν την τιμολόγηση των φαρμάκων, όπως το κόστος έρευνας και ανάπτυξης, οι κανονιστικοί περιορισμοί και η ισχύς της φαρμακοβιομηχανίας. Τέλος, αξιοποιούνται Δεδομένα Πραγματικής Κλινικής Πράξης (Real-World Data, RWD) για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας καινοτόμων φαρμακευτικών προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένων των θεραπειών με Τ-λεμφοκύτταρα που φέρουν χιμαιρικό υποδοχέα αντιγόνου (Chimeric Antigen Receptor T-Cell therapies, CAR-T), με στόχο τη διασφάλιση ισότιμης και βιώσιμης πρόσβασης των ασθενών.This dissertation investigates the cost–effectiveness of drugs used in the treatment of Multiple Myeloma (MM), a hematologic malignancy with increasing prevalence, reflecting both the rising incidence and the improved survival of patients. The first part provides a concise overview of epidemiology, prognostic indicators, and the evolution of therapeutic interventions, with emphasis on innovative combinations that have significantly improved prognosis but entail a substantial economic burden. The second part analyzes Cost– Effectiveness studies (CEA) and the main health economic indicators, such as the Incremental Cost–Effectiveness Ratio (ICER) and Quality-Adjusted Life Years (QALYs). Furthermore, it examines the factors influencing drug pricing, including research and development costs, regulatory constraints, and the bargaining power of the pharmaceutical industry. Finally, Real-World Data (RWD) are being utilized to assess the effectiveness and economic sustainability of innovative pharmaceutical approaches, including Chimeric Antigen Receptor T-cell (CAR-T) therapies, with the aim of ensuring equitable and sustainable patient access

    Επιτυγχάνοντας τους στόχους των ΔΕΠΠΣ /ΑΠΣ των φυσικών επιστημών, μέσα από κατάλληλα σχεδιασμένα φύλλα πειραματικής εργασίας

    No full text
    Τα πειράματα Φυσικής και Χημείας αποτελούν ένα δυναμικό και αποτελεσματικό μεθοδολογικό εργαλείο με το οποίο μπορούν να επιτύχουν τα παιδιά, τους δεδομένους στόχους των ΔΕΠΠΣ/ΑΠΣ ως προς τις φυσικές επιστήμες, εφόσον όμως είναι προσεκτικά σχεδιασμένα με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους, λαμβάνουν υπόψιν τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις (αποσκοπώντας στην αναδόμησή τους) και έχουν συγκεκριμένη δομή.Physics and Chemistry experiments constitute a dynamic and effective methodological tool through which children can achieve the given goals of the Greek National Curricula (DEPPS/APS) regarding the natural sciences, provided they are carefully designed based on specific parameters, consider pre-existing perceptions (aiming at their reconstruction) and have a specific structure

    Ο θεσμός της χορήγησης τακτικών αδειών σε κρατουμένους. Κριτική ανάλυση του ελληνικού νομοθετικού πλαισίου και της εφαρμογής του

    No full text
    Η εργασία έχει ως αντικείμενο τον θεσμό της χορήγησης τακτικών αδειών σε κρατούμενους. Ο κύριος στόχος αυτής συνίσταται στη διερεύνηση του ελληνικού νομοθετικού πλαισίου και της πρακτικής εφαρμογής του. Στο πρώτο μέρος, προσεγγίζεται μέσα από την επισκόπηση της ελληνικής και της διεθνούς βιβλιογραφίας, η ιστορική εξέλιξη του θεσμού στον ελλαδικό χώρο, τα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα που άπτονται αυτού και η δικαιολογητική του βάση. Επιπλέον, εξετάζοντας τις νομοθετικές τροποποιήσεις που έχουν επέλθει από τη θέσπιση του θεσμού μέχρι και σήμερα, ιδίως στο πεδίο των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για την χορήγηση της τακτικής άδειας, επιχειρείται η κριτική τους ανάλυση και η διερεύνηση της επίδρασης τους στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής του θεσμού. Στο δεύτερο μέρος, σε μία προσπάθεια σύνδεσης του θεωρητικού και του νομικού πλαισίου με την πραγματικότητα, παρουσιάζεται η εμπειρική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι (Κ.Κ.Κ.Ι). Κύριοι ερευνητικοί στόχοι αυτής ήταν η διερεύνηση της έκτασης και του τρόπου εφαρμογής του σχετικού θεσμικού πλαισίου στην πράξη και η εις βάθος εξέταση του αντικτύπου του θεσμού των αδειών στους κρατούμενους και στην λειτουργία του Καταστήματος Κράτησης. Για την διεξαγωγή της χρησιμοποιήθηκε ως ερευνητικό εργαλείο το αρχειακό υλικό του Κ.Κ.Κ.Ι και συγκεκριμένα μελετήθηκαν οι απορριπτικές αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου, το ετήσιο βιβλίο αδειών, καθώς και οι ατομικοί φάκελοι κρατούμενων. Επιπροσθέτως, για τη διερεύνηση της επενέργειας του θεσμού των αδειών στον φυλακτικό βίο των κρατουμένων και στην λειτουργία του Κ.Κ.Κ.Ι πραγματοποιήθηκαν ημιδομημένες συνεντεύξεις με τους κρατούμενους και τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Στον επίλογο, συμπυκνώνονται τα βασικότερα συμπεράσματα της βιβλιογραφικής και ερευνητικής διαδρομής, καταδεικνύεται η αξιοσημείωτη συμβολή του θεσμού στη διαδικασία της κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων και διατυπώνονται βελτιωτικές προτάσεις σε νομοθετικό και πρακτικό επίπεδο σε μια κατεύθυνση ενθάρρυνσης της εφαρμογής του θεσμού στην πράξη.This thesis examines the institution of furlough for prisoners. Its primary aim is to explore the Greek legislative framework and its practical implementation. In the first part, through a review of Greek and international bibliography, the historical development of furlough for prisoners in Greece, along with the relevant international and European legal instruments and its justificatory basis are examined. In addition, by analyzing the legislative amendments introduced since the establishment of the institution up to the present day—particularly those relating to the formal and substantive conditions for granting furlough—their critical assessment is undertaken, as well as an examination of their impact on the practical application of the institution. In the second part, seeking to connect the theoretical and legal framework with empirical reality, the thesis presents the empirical research conducted at Korydallos Prison I. The main research objectives were to examine the extent and manner of application of the relevant institutional framework in practice and to conduct an in-depth analysis of the impact of prison leave on prisoners and on the functioning of the prison. The research was carried out using archival material from Korydallos Prison I, specifically, the rejecting decisions of leave applications issued by the Disciplinary Council, the annual prison leave register, and individual prisoner files were examined. Furthermore, in order to investigate the effects of prison leave on the custodial life of the prisoners and on the functioning of the prison, semi-structured interviews were conducted with prisoners and members of the Disciplinary Council. In the epilogue, the main findings of the literature review and of the empirical research are condensed, demonstrating the significant contribution of regular prison leave to prisoners’ social reintegration and proposals for improvement are formulated at both the legislative and practical levels, in a direction of encouraging the application of the institution in practice

    Ταυτοποίηση και έλεγχος ευαισθησίας μη φυματιωδών και φυματιωδών μυκοβακτηρίων με μοριακές μεθόδους

    No full text
    Η φυματίωση (tuberculosis, TB) και οι λοιμώξεις από μη φυματιώδη μυκοβακτηρίδια (non-tuberculous mycobacteria, NTM) παραμένουν σημαντικό πρόβλημα Δημόσιας Υγείας, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην καθημερινή εργαστηριακή πρακτική. Η έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση απαιτεί τον συνδυασμό κλασικών καλλιεργητικών μεθόδων, οξεάντοχη χρώση Ziehl-Neelsen και σύγχρονων μοριακών τεχνικών, ώστε να επιτυγχάνεται ταχεία ανίχνευση και ακριβής ταυτοποίηση του είδους, καθώς και, όπου ενδείκνυται, εκτίμηση της αντοχής στα αντιφυματικά φάρμακα. Η κατανόηση της συμπεριφοράς των μεθόδων αυτών στη ρουτίνα του εργαστηρίου είναι σημαντική για τη βελτίωση της διαγνωστικής διαδικασίας και της καθημερινής ροής εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα εργασία είχε ως στόχο να εκτιμήσει την απόδοση των καλλιεργειών Löwenstein-Jensen (LJ) και BACTEC MGIT 960, της οξεάντοχης χρώσης Ziehl–Neelsen και των μοριακών δοκιμών, κυρίως της Line Probe Assay (LPA) και, σε επιλεγμένα δείγματα, του GeneXpert MTB/RIF, που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση λοιμώξεων από μυκοβακτηρίδια, καθώς και να αναλύσει αναδρομικά τα εργαστηριακά δεδομένα της περιόδου 2016-2024 με σκοπό την αποτύπωση της εξέλιξης των ετήσιων ποσοστών θετικότητας και των διακυμάνσεών τους σε σχέση με ευρύτερες κοινωνικές και υγειονομικές συνθήκες. Αρχικά, στο πειραματικό σκέλος της μελέτης εξετάστηκαν 1.442 κλινικά δείγματα, τα οποία καλλιεργήθηκαν παράλληλα σε LJ και MGIT και υποβλήθηκαν σε οξεάντοχη χρώση Ziehl-Neelsen. Η μοριακή ταυτοποίηση με LPA εφαρμόστηκε στα δείγματα που εμφάνισαν θετική καλλιέργεια, ενώ το GeneXpert MTB/RIF χρησιμοποιήθηκε συμπληρωματικά σε ειδικές περιπτώσεις όπου απαιτούνταν ταχεία απάντηση ή υπήρχε αυξημένη κλινική υποψία. Η υγρή καλλιέργεια MGIT εμφάνισε υψηλότερη ευαισθησία ανίχνευσης, σαφώς συντομότερο χρόνο θετικοποίησης και χαμηλότερα ποσοστά επιμόλυνσης σε σχέση με τη στερεή καλλιέργεια LJ, ιδιαίτερα σε δείγματα με χαμηλό ή μέτριο μικροβιακό φορτίο. Ενώ η χρώση Ziehl-Neelsen συνέβαλε σημαντικά στην αναγνώριση δειγμάτων με υψηλό μικροβιακό φορτίο, λειτουργώντας ως συμπληρωματική εξέταση στις καλλιέργειες και τη μοριακή ανάλυση. Στη συνέχεια, η ανάλυση των ταυτοποιημένων στελεχών έδειξε ότι τα NTM ήταν συχνότερα από τα φυματιώδη μυκοβακτηρίδια, με κυρίαρχο το σύμπλεγμα Mycobacterium avium, γεγονός που αναδεικνύει ότι ένα θετικό καλλιεργητικό αποτέλεσμα για μυκοβακτηρίδια δεν αντιστοιχεί πάντα σε φυματίωση, αλλά μπορεί να αφορά NTM με διαφορετική κλινική σημασία και θεραπευτικές ανάγκες. Η χρήση LPA και, σε ειδικές περιπτώσεις, GeneXpert MTB/RIF αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη για την έγκαιρη διάκριση μεταξύ φυματιωδών και μη φυματιωδών μυκοβακτηριδίων και για τον προσανατολισμό του περαιτέρω διαγνωστικού ελέγχου. Παράλληλα, ως δεύτερο σκέλος της μελέτης πραγματοποιήθηκε αναδρομική ανάλυση της περιόδου 2016-2024. Από την ανάλυση αυτή προέκυψε ότι τα ετήσια ποσοστά θετικότητας κυμάνθηκαν γενικά στο 4-6%, με σταδιακή αύξηση μετά το 2018 και κορυφώσεις κατά τα έτη 2020 και 2022, οι οποίες φαίνεται να σχετίζονται με κοινωνικούς και υγειονομικούς παράγοντες της αντίστοιχης περιόδου. Από το 2023 παρατηρείται εκ νέου σταθεροποίηση. Η συνολική εικόνα της μελέτης δείχνει ότι η αξιόπιστη διάγνωση των λοιμώξεων από μυκοβακτηρίδια στηρίζεται στον συνδυασμό καλλιεργητικών και μοριακών μεθόδων, στη συμπληρωματική χρήση της οξεάντοχης χρώσης, καθώς και στη συστηματική παρακολούθηση των ποσοστών θετικότητας, με προσεκτική ερμηνεία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων σε συνάρτηση με το κλινικό και επιδημιολογικό πλαίσιο. Η παρούσα εργασία αποτυπώνει τα δεδομένα των εξετάσεων για μυκοβακτηρίδια στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο του Π.Γ.Ν. «Αττικόν» κατά το χρονικό διάστημα που εξετάστηκε και μπορεί να αποτελέσει βάση για μελλοντικές μελέτες με πιο συστηματική κλινική και επιδημιολογική καταγραφή.Tuberculosis (TB) and infections caused by non-tuberculous mycobacteria (NTM) remain a significant public health concern, both globally and in routine laboratory practice. Timely and reliable diagnosis requires a combination of classical culture-based methods, acid-fast Ziehl-Neelsen staining, and modern molecular techniques, in order to achieve rapid detection and accurate species identification, as well as, where indicated, assessment of drug resistance to anti-tuberculosis agents. Understanding how these methods perform in everyday laboratory settings is essential for improving the diagnostic process and the overall workflow. In this context, the present study aimed to evaluate the performance of Löwenstein-Jensen (LJ) and BACTEC MGIT 960 cultures, Ziehl-Neelsen acid-fast staining, and molecular assays, primarily the Line Probe Assay (LPA) and, in selected cases, the GeneXpert MTB/RIF, used for the diagnosis of mycobacterial infections. Additionally, it sought to retrospectively analyze laboratory data from the period 2016-2024, in order to depict the evolution of annual positivity rates and their fluctuations in relation to broader social and public health conditions. In the experimental part of the study, a total of 1,442 clinical samples were examined. These samples were cultured in parallel on LJ medium and in MGIT tubes and underwent Ziehl-Neelsen acid-fast staining. Molecular identification by LPA was applied to samples with positive culture, while the GeneXpert MTB/RIF assay was used complementarily in specific cases requiring rapid results or when increased clinical suspicion was present. Liquid culture with MGIT demonstrated higher analytical sensitivity, substantially shorter time to positivity, and lower contamination rates compared to solid LJ culture, particularly in samples with low or moderate bacterial load. Ziehl-Neelsen staining contributed significantly to the detection of samples with a high bacillary burden, functioning as a complementary examination to cultures and molecular analysis. Subsequent analysis of the identified isolates revealed that NTM were more frequent than tuberculous mycobacteria, with the Mycobacterium avium complex being predominant. This finding highlights that a positive mycobacterial culture does not necessarily indicate tuberculosis; it may instead involve NTM with different clinical implications and therapeutic requirements. The use of LPA and, in selected cases, GeneXpert MTB/RIF proved particularly valuable for the rapid differentiation between tuberculous and non-tuberculous mycobacteria and for guiding further diagnostic evaluation. In parallel, a retrospective analysis of the years 2016-2024 was conducted. This analysis showed that annual positivity rates generally ranged between 4-6%, with a gradual increase after 2018 and peaks in 2020 and 2022, which appear to be associated with the social and public health circumstances of those periods. A stabilization is observed again from 2023 onwards. Overall, the study demonstrates that the reliable diagnosis of mycobacterial infections relies on the combination of culturebased and molecular methods, the complementary use of acid-fast staining, and the systematic monitoring of positivity rates, with careful interpretation of laboratory results in conjunction with the clinical and epidemiological context. The present work documents the data of mycobacterial testing at the Clinical Microbiology Laboratory of the “Attikon” University General Hospital during the examined period and may serve as a foundation for future studies with more systematic clinical and epidemiological documentation

    Ηγεσία στην εκπαίδευση και ο ρόλος του διευθυντή/τριας στην ανάπτυξη καινοτομιών. Διερεύνηση των αντιλήψεων και των στάσεων Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

    No full text
    Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία πραγματεύεται το ζήτημα της εκπαιδευτικής ηγεσίας και ειδικότερα τον ρόλο του/της διευθυντή/τριας σχολικής μονάδας στην ανάπτυξη και υλοποίηση εκπαιδευτικών καινοτομιών, στο πλαίσιο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Η εργασία εστιάζει στη διερεύνηση των αντιλήψεων και στάσεων των εκπαιδευτικών αναφορικά με τα χαρακτηριστικά της αποτελεσματικής ηγεσίας και τη συμβολή της στη σχολική βελτίωση και τον εκπαιδευτικό μετασχηματισμό. Στο θεωρητικό μέρος, αρχικά αναλύεται η έννοια της ηγεσίας ως πολυδιάστατο και σύνθετο φαινόμενο, καθώς και η ειδικότερη μορφή της εκπαιδευτικής ηγεσίας. Παρουσιάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά του ηγέτη και εξετάζονται οι κυριότερες θεωρητικές προσεγγίσεις της ηγεσίας, όπως οι θεωρίες χαρακτηριστικών, συμπεριφοράς και ενδεχομενικές θεωρίες. Παράλληλα, αναλύονται τα σημαντικότερα μοντέλα και τύποι ηγεσίας, με έμφαση στη συναλλακτική, μετασχηματιστική, χαρισματική, αυταρχική, δημοκρατική και χαλαρή ηγεσία, επισημαίνοντας τις επιδράσεις τους στη λειτουργία της σχολικής μονάδας και στο σχολικό κλίμα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον ρόλο του/της διευθυντή/τριας ως κεντρικού φορέα άσκησης ηγεσίας, ο οποίος καλείται να συνδυάζει διοικητικές, παιδαγωγικές και οργανωτικές αρμοδιότητες. Ο/Η διευθυντής/τρια αναδεικνύεται ως πρόσωπο-κλειδί για τη διαμόρφωση θετικής σχολικής κουλτούρας, την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, τη συνεργασία με τους μαθητές/τριες, τους γονείς και την τοπική κοινότητα, καθώς και για την προώθηση καινοτόμων πρακτικών και εκπαιδευτικών παρεμβάσεων. Στο δεύτερο κεφάλαιο, η εργασία εστιάζει στην έννοια της εκπαιδευτικής καινοτομίας, στη διαδικασία εισαγωγής της στο σχολείο και στην αποτελεσματικότητά της. Παρουσιάζονται τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά και καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα, όπως τα Comenius, eTwinning και Erasmus+, οι σχολικές συμπράξεις, οι ευρωπαϊκοί διαγωνισμοί και τα διεπιστημονικά προγράμματα, καθώς και ο ρόλος τους στον εμπλουτισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Επιπλέον, αναδεικνύεται η συμβολή των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας (ΤΠΕ) στην εκπαίδευση, ως εργαλείο που διευκολύνει την καινοτομία, τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας και την ενεργή συμμετοχή των μαθητών/τριών. Στο τρίτο κεφάλαιο, αναλύεται διεξοδικά η σχέση ηγεσίας και καινοτομίας, υπογραμμίζοντας ότι ο/η διευθυντής/τρια καλείται να λειτουργεί ως συντονιστής, εμψυχωτής και διαμεσολαβητής των καινοτόμων δράσεων. Τονίζεται ότι η μετασχηματιστική και δημοκρατική ηγεσία συμβάλλουν καθοριστικά στη σχολική βελτίωση, στην επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και στη δημιουργία ενός σχολείου ανοικτού στις αλλαγές. Στο ερευνητικό μέρος, παρουσιάζεται η μεθοδολογία της έρευνας, το δείγμα των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, τα ερευνητικά ερωτήματα, καθώς και ζητήματα εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Η ανάλυση των συνεντεύξεων αναδεικνύει ότι οι εκπαιδευτικοί αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο του/της διευθυντή/τριας ως ηγέτη που εμπνέει, υποστηρίζει τη συνεργασία και ενθαρρύνει την υλοποίηση καινοτόμων δράσεων. Στα συμπεράσματα, επισημαίνεται ότι η αποτελεσματική εκπαιδευτική ηγεσία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη καινοτομιών και τη συνολική βελτίωση της σχολικής μονάδας. Τέλος, διατυπώνονται προτάσεις για την ενίσχυση της επιμόρφωσης των διευθυντών/τριών, την υποστήριξη της σχολικής αυτονομίας και τη συστηματική προώθηση καινοτόμων πρακτικών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.The present postgraduate dissertation examines the concept of educational leadership, focusing particularly on the role of the school principal in the development and implementation of educational innovations in Primary Education. The study aims to explore the perceptions and attitudes of primary school teachers regarding leadership styles and the contribution of school leadership to school effectiveness and improvement. The theoretical framework initially analyzes the concept of leadership and educational leadership, highlighting their multidimensional and dynamic nature. It presents the main leadership theories and models, such as transactional, transformational, charismatic, authoritarian and democratic leadership, emphasizing their impact on school climate, teacher collaboration and student learning outcomes. Special attention is given to the role of the principal as a key figure who combines administrative, pedagogical and organizational responsibilities and acts as a catalyst for innovation within the school unit. Furthermore, the study explores the concept of educational innovation, the process of its introduction in schools and its effectiveness. It also examines the role of European educational programmes, such as Comenius, eTwinning and Erasmus+, as well as interdisciplinary projects and school activities, in promoting innovative practices. Additionally, the contribution of Information and Communication Technologies (ICT) to teaching and learning is highlighted as an essential tool for enhancing innovation and active student participation. The research part of the study follows a qualitative methodological approach, using interviews with Primary Education teachers. The findings indicate that teachers consider effective school leadership crucial for fostering collaboration, supporting innovative initiatives and improving the overall quality of the educational process. In conclusion, the study underlines the importance of educational leadership in promoting innovation and school improvement and proposes measures for strengthening the training and professional development of school principals, aiming at the creation of a dynamic, inclusive and innovative school environment

    Εντάσεις που προκύπτουν κατά τη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων μαθηματικών στο πλαίσιο της συγγραφικής ομάδας

    No full text
    Ο σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η μελέτη μιας συγγραφικής ομάδας, η οποία επέλεξε να συμμετάσχει στην ανοιχτή πρόσκληση του Υπουργείου Παιδείας για την ανάπτυξη σχολικών εγχειριδίων, στο πλαίσιο εφαρμογής του θεσμού των πολλαπλών σχολικών βιβλίων. Η έρευνα εστιάζεται στη δραστηριότητα της ομάδας κατά τη διάρκεια της συγγραφής και στις εντάσεις που ανακύπτουν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Το υπό ανάπτυξη σχολικό εγχειρίδιο αναμενόταν να ευθυγραμμιστεί με το νέο, καινοτόμο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών στα Μαθηματικά. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από βιντεοσκοπημένες συναντήσεις της ομάδας και η Θεωρία της Δραστηριότητας χρησιμοποιήθηκε ως κοινωνικοπολιτισμική προσέγγιση για την κατηγοριοποίηση και ανάλυση των εντάσεων. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν τρεις κύριες κατηγορίες εντάσεων –παιδαγωγικές, θεσμικές και επιστημολογικές – από τις οποίες προέκυψαν επιμέρους υποκατηγορίες, οι οποίες παρουσιάζονται μέσω αντιπροσωπευτικών επεισοδίων. Στο πλαίσιο της τρίτης γενιάς του Engeström της Θεωρίας της Δραστηριότητας, διακρίνονται τρία αλληλεπιδρώντα συστήματα δραστηριότητας: της συγγραφής, της διδασκαλίας και της έρευνας. Ορίσαμε τα συστήματα αυτά και στα αποτελέσματα ενσωματώνουμε την αντιστοίχιση των εντάσεων που εντοπίσαμε, στα συστήματα και στα επιμέρους στοιχεία τους.The aim of the present study is to examine a writing team that participated in the Ministry of Education’s open call for the development of school textbooks, in the context of implementing multiple textbooks. The research focuses on the team’s activity during the writing process and the tensions that arise at different points in time. The textbook under development was expected to align with the new, innovative Mathematics Curriculum. Data were collected from video – recorded team meetings and Activity Theory, as a sociocultural approach, was used to categorize and characterize the tensions. The findings revealed three main categories of tensions – pedagogical, institutional and epistemological – from which subcategories emerged, illustrated through representative episodes. Within the framework of Engeström’s third – generation Activity Theory, three interacting activity systems are distinguished: writing, teaching and research. In the study, these systems were explicitly defined in and in the results section we present a mapping of the identified tensions onto the systems and their respective components

    Ο ρόλος του ενδοκυττάριου οξειδωτικού stress (reactive oxygen species- ROS) επί της αναγεννητικής ικανότητας του οστίτη ιστού σε συνθήκες διατατικής οστεογένεσης

    No full text
    Ο ανασχηματισμός των οστών είναι μια ζωτικής σημασίας φυσιολογική διαδικασία που διατηρεί τη σκελετική δύναμη και προσαρμοστικότητα, εξασφαλίζοντας την αποτελεσματική αποκατάσταση των μικροβλαβών των οστών και τη ρύθμιση της ομοιόστασης του ασβεστίου και των φωσφορικών αλάτων. Αυτή η κυκλική διαδικασία διέπεται από τις συντονισμένες δράσεις τριών κύριων κυτταρικών τύπων: των οστεοκλαστών, οι οποίοι απορροφούν το γηρασμένο ή κατεστραμμένο οστό- των οστεοβλαστών, οι οποίοι συνθέτουν νέο οστικό ιστό- και των οστεοκυττάρων, τα οποία δρουν ως μηχανοαισθητήρες για την έναρξη της αναδιαμόρφωσης σε απόκριση σε μηχανική καταπόνηση ή ορμονικά σήματα. Η ισορροπία μεταξύ οστικής απορρόφησης και σχηματισμού επηρεάζεται από διάφορα μοριακά μονοπάτια, συμπεριλαμβανομένου του άξονα RANK/RANKL/OPG, του σηματοδοτικού μονοπατιού Wnt/β-κατενίνης και ορμονικών παραγόντων όπως τα οιστρογόνα και η παραθορμόνη. Η διαταραχή αυτής της ισορροπίας οδηγεί σε παθολογικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της οστεοπόρωσης, που χαρακτηρίζεται από υπερβολική οστική απώλεια και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος, και της οστεοπέτρωσης, που χαρακτηρίζεται από ασυνήθιστα πυκνά αλλά εύθραυστα οστά. Πρόσφατες έρευνες έχουν επίσης αποκαλύψει τον κρίσιμο ρόλο των επιγενετικών τροποποιήσεων, όπως η μεθυλίωση του DNA και η ακετυλίωση των ιστονών, στη ρύθμιση των γονιδίων που εμπλέκονται στην οστική αναδιαμόρφωση. Επιπλέον, διαιτητικές ενώσεις όπως η ρεσβερατρόλη, η σουλφοραφάνη και το φερουλικό οξύ έχουν επιδείξει πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα στη ρύθμιση του οστικού μεταβολισμού, προσφέροντας δυνατότητες ως μη επεμβατικές θεραπευτικές παρεμβάσεις. Η παρούσα μελέτη παρέχει μια ολοκληρωμένη διερεύνηση των κυτταρικών και μοριακών μηχανισμών που καθοδηγούν την οστική αναδιαμόρφωση, αναδεικνύει τις αναδυόμενες θεραπευτικές στρατηγικές και υπογραμμίζει τη σημασία της ενσωμάτωσης των επιγενετικών και διατροφικών γνώσεων στη διαχείριση των σκελετικών διαταραχών.Bone remodeling is a vital physiological process that maintains skeletal strength and adaptability, ensuring the efficient repair of bone microdamage and the regulation of calcium and phosphate homeostasis. This cyclical process is governed by the coordinated actions of three main cell types: osteoclasts, which resorb aged or damaged bone; osteoblasts, which synthesize new bone tissue; and osteocytes, which act as mechanosensors to initiate remodeling in response to mechanical stress or hormonal signals. The balance between bone resorption and formation is influenced by several molecular pathways, including the RANK/RANKL/OPG axis, the Wnt/β-catenin signaling pathway, and hormonal factors such as estrogen and parathyroid hormone. Disruption of this balance leads to pathological conditions, including osteoporosis, characterized by excessive bone loss and increased fracture risk, and osteopetrosis, marked by abnormally dense yet fragile bone. Recent research has also revealed the critical role of epigenetic modifications, such as DNA methylation and histone acetylation, in regulating the genes involved in bone remodeling. Furthermore, dietary compounds like resveratrol, sulforaphane, and ferulic acid have demonstrated promising effects in modulating bone metabolism, offering potential as non-invasive therapeutic interventions. This study provides a comprehensive exploration of the cellular and molecular mechanisms driving bone remodeling, highlights emerging therapeutic strategies, and underscores the importance of integrating epigenetic and nutritional insights into the management of skeletal disorders

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇