National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η ενεργητική νομιμοποίηση στις αγωγές αποζημίωσης λόγω παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού και αντιπροσωπευτικές αγωγές αποζημίωσης καταναλωτών
Η πρώτη ενότητα της εργασίας αφορά τις κατηγορίες προσώπων που θεωρούνται ζημιωθέντες από παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού και ως εκ τούτου δύνανται να ασκήσουν αγωγές αποζημίωσης κατά των παραβατών. Η κατηγοριοποίηση γίνεται με βάση τα διάφορα επίπεδα της αγοράς. Στη δεύτερη ενότητα αναλύονται οι ενωσιακές και εθνικέ΄ς ρυθμίσεις για τις αντιπροσωπευτικές αγωγές αποζημίωσης των καταναλωτών, μια μορφή συλλογικής προστασίας των καταναλωτών. Πιο συγκεκριμένα, αναλύονται η Οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 και ο Ν. 5019/2023. Τέλος γίνεται συνοπτική αναφορά σε πιθανές μορφές χρηματοδότησης αυτών των αγωγών από τρίτους.The first section of the thesis examines the categories of persons who are considered to have suffered harm as a result of infringements of competition law and are therefore entitled to bring actions for damages against the infringers. The categorisation is based on the different levels of the market. The second section analyses the EU and national legal frameworks governing representative actions for consumer damages, a form of collective consumer protection. In particular, it examines Directive (EU) 2020/1828 and Law No. 5019/2023. Finally, a brief reference is made to potential forms of third-party funding of such actions
Η κατάργηση της δίκης και η αρχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη σύνδεση ενός εκ πρώτης όψεως αμιγώς δικονομικού ζητήματος, της κατάργησης της διοικητικής δίκης, με τη θεμελιώδη, για την πραγμάτωση του κράτους δικαίου, αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Αρχικά, εξετάζεται η έννοια της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας τόσο μέσω της νομικής της θεμελίωσης σε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος (Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, ΣΕΕ, ΧΘΔ), όσο και μέσω της νομολογιακής προσέγγισης του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από την οποία αναδεικνύεται ο ρόλος της στην επίτευξη των στόχων των σύγχρονων θεσμών αξιολόγησης της απονομής δικαιοσύνης και η σχέση της με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Εν συνεχεία, αναλύεται ο θεσμός της κατάργησης της δίκης, όπως αυτός ρυθμίζεται από τις οικείες δικονομικές διατάξεις, είτε λόγω έλλειψης υποκειμένου, όπως στην περίπτωση παραίτησης από το ένδικο βοήθημα ή μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου (π.χ. λόγω θανάτου φυσικού προσώπου ή διάλυσης νομικού προσώπου), είτε λόγω έλλειψης αντικειμένου, όπως σε περίπτωση αναδρομικής εξαφάνισης ή παύσης ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. Η ανάλυση επικεντρώνεται κυρίως στο πλαίσιο της ακυρωτικής δίκης, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται η αναφορά στη λειτουργία του θεσμού και στο πλαίσιο της ουσιαστικής δίκης, με ιδιαίτερη έμφαση στη νεότερη ερμηνευτική προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 142 ΚΔΔ. Ο θεσμός, ωστόσο, δεν εξετάζεται απομονωμένα αλλά εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της διαρκούς και επιτακτικής ανάγκης και προοπτικής για ταχεία και αποτελεσματική απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα αξιολογείται η συμβατότητά του με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνηθεί, αφενός, εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις ο δικονομικός θεσμός της κατάργησης της δίκης είναι συμβατός με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, όπως αυτό απορρέει από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., και αφετέρου, να αξιολογηθεί η συμβολή του θεσμού στην παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.This study examines the connection between what at first glance appears to be a purely procedural issue, the abatement of proceedings, and the fundamental principle of effective judicial protection. Initially, the concept of effective judicial protection is examined both through its legal foundation in rules of superior formal force (Constitution, European Convention on Human Rights – ECHR, Treaty on European Union, Charter of Fundamental Rights of the European Union), as well as through the jurisprudential approach of the Council of State, the European Court of Human Rights and the Court of Justice of the European Union, through which its role in achieving the objectives of modern mechanisms for evaluating the administration of justice and its relation to the need for the swift administration of justice is highlighted. Subsequently, the institution of the abatement of proceedings is analysed, as regulated by the relevant procedural provisions, either due to lack of a subject, such as in cases of withdrawal of the legal remedy or a change in the status of a party (e.g. due to the death of a natural person or the dissolution of a legal entity), or due to lack of an object, such as in cases of the retroactive annulment or cessation of effect of the contested act. The analysis focuses mainly on the context of annulment proceedings, without omitting the reference to the operation of the institution and the context of full jurisdiction proceedings, with particular emphasis on the more recent interpretative approach of the Council of State regarding the provision of article 142 of the Code of Administrative Court Procedure (Law 2717/1999). The institution, however, is not examined in isolation but is part of the broader context of the ongoing and imperative need and perspective for the rapid and effective administration of administrative justice, while at the same time its compatibility with the right to judicial protection is assessed. The purpose of the study is to investigate, on the one hand, whether and under what conditions, the procedural institution of abatement of proceedings is compatible with the right to judicial protection, as it derives from Article 20(1) of the Constitution, Article 6 of the European Convention on Human Rights, and Article 47 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union, and on the other hand, to evaluate the contribution of the institution to the provision of effective judicial protection
Η παράδοση των πραγμάτων στη θαλάσσια μεταφορά: εννοιολογική οριοθέτηση, δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες συνέπειες
Η παρούσα διπλωματική εξετάζει το ζήτημα της παράδοσης πραγμάτων στη θαλάσσια μεταφορά. Το εν λόγω ζήτημα κρίνεται με βάση τα προβλεπόμενα στον νέο Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), όπως υιοθετήθηκε με το Ν. 5020/2023 και παράλληλα υπό το πρίσμα της Διεθνούς Σύμβασης των Κανόνων Χάγης Βίσμπυ, ενώ ταυτόχρονα, γίνεται η απαραίτητη σύγκριση με τους Κανόνες του Ρότερνταμ και του Αμβούργου, καθώς και με ορισμένες αλλοδαπές έννομες τάξεις. Η εργασία περιλαμβάνει τρία βασικά μέρη. Στο πρώτο μέρος αναπτύσσονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, έτσι όπως διαμορφώνονται σε περίπτωση που η παράδοση εκτελείται ομαλώς, κατά τα οριζόμενα στο νόμο και τη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, ενώ σε ένα δεύτερο μέρος εξετάζεται το ακανθώδες ζήτημα της ανώμαλης εξέλιξης της παράδοσης, με τις αντίστοιχες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Τέλος, περιλαμβάνεται ένα τρίτο μέρος, το οποίο άπτεται των σύγχρονων εναλλακτικών μορφών παράδοσης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση των σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων.The present thesis examines the issue of the delivery of goods in carriage of goods by sea. This issue is assessed on the basis of the provisions of the new Greek Code of Private Maritime Law, as adopted by Law 5020/2023, and, at the same time, in light of the Hague–Visby Rules. In parallel, a necessary comparison is made with the Rotterdam Rules and the Hamburg Rules, as well as with certain foreign legal systems. The thesis is structured into three main parts. The first part analyzes the rights and obligations of the parties as they are shaped in cases where delivery is carried out properly, in accordance with the law and the contract of carriage of goods by sea. The second part examines the complex issue of the irregular performance of delivery and the corresponding legal consequences arising therefrom. Finally, the third part addresses modern alternative forms of delivery, as they have evolved under the influence of contemporary technological developments
Το ενέχυρο επί απαίτησης σε συγκριτική επισκόπηση με τη σύμβαση factoring
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η σύγκριση του ενεχύρου επί απαίτησης και της σύμβασης factoring. Στο πρώτο μέρος, αναλύεται διεξοδικά ο θεσμός του ενεχύρου επί απαίτησης, όπως αυτός διαμορφώνεται μέσα από ένα σύνθετο νομοθετικό πλέγμα: τον Αστικό Κώδικα, το ν.δ. της 17.7.1923, τον ν. 2844/2000 και, ιδίως, τον πρόσφατο ν. 5123/2024. Στο δεύτερο μέρος, εξετάζεται ο θεσμός του factoring, με ιδιαίτερη έμφαση στη διάκριση μεταξύ γνησίου και μη γνησίου factoring και στη διαφορετική νομική μεταχείριση της απαίτησης σε έκαστο εξ αυτών. Στο τρίτο μέρος, εξετάζονται συγκριτικά οι δύο θεσμοί. Μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται ότι κοινός παρονομαστής των δύο θεσμών είναι η απαίτηση· ένα ενοχικό δικαίωμα, το οποίο ενσωματώνει αυτοτελή και ενεστώσα οικονομική αξία και ως εκ τούτου είναι ταυτοχρόνως και κυκλοφορούν οικονομικό αγαθό στις συναλλαγές, δηλαδή, αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο, δεκτικό να καταστεί αντικείμενο εκποιητικών δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, εντοπίζονται κι άλλες ομοιότητες μεταξύ των δύο θεσμών: η κοινή τους αφετηρία, δηλαδή η ανάγκη λήψης χρηματοδότησης, η κοινή πραγμάτωση αυτής της ανάγκης μέσω αξιοποίησης της απαίτησης και η τριμερής σχέση μεταξύ πιστολήπτη-πιστοδότη και τρίτου οφειλέτη, καθώς, δεν αξιοποιείται οποιαδήποτε απαίτηση, αλλά απαίτηση που διατηρεί ο πιστολήπτης έναντι τρίτου. Ωστόσο, η συγκριτική επισκόπηση αναδεικνύει ότι παρά την επιφανειακή σύγκλιση των δύο θεσμών ως προς τη χρησιμοποίηση της απαίτησης, η νομική τους φύση, ο λειτουργικός τους μηχανισμός και οι συνέπειές τους για τα συμβαλλόμενα μέρη διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Η σύγκριση του factoring και της ενεχύρασης απαίτησης γίνεται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, αφορά στο πώς διαφορετικοί θεσμικοί μηχανισμοί δύνανται να παράγουν παρεμφερή οικονομικά αποτελέσματα, ακριβώς μέσω της διαφορετικής λειτουργικής αντιμετώπισης της απαίτησης ως αντικειμένου συναλλαγής. Το δεύτερο στάδιο, αφορά στα έννομα αποτελέσματα που πηγάζουν από τη διαφορετική αξιοποίηση της απαίτησης, όπως το πώς διαφοροποιείται η πρόσβαση των πιστοδοτών στις διατιθέμενες απαιτήσεις, ποιες εξουσίες έχουν αυτοί επί των απαιτήσεων, και, τέλος, πώς μεταβάλλεται ο τρόπος και η σειρά ικανοποίησης των πιστοδοτών από τις αντίστοιχες απαιτήσεις. Με άλλα λόγια, η σύγκριση επιτρέπει να φωτιστούν υποκείμενες αρχές της χρηματοδότησης και της εξασφάλισης και να καταδειχθεί η μεταξύ τους διαλεκτική σχέση μέσα από τους θεσμούς του ενεχύρου επί απαίτησης και της σύμβασης factoring.The subject of the present study is the comparison between the pledge over a claim and the factoring agreement. The first part examines in depth the pledge over a claim, as shaped through a complex legislative framework: the Greek Civil Code, the Legislative Decree of 17 July 1923, Law No. 2844/2000, and, in particular, the recent Law No. 5123/2024. The second part examines the factoring agreement, with particular emphasis on the distinction between true and non-genuine factoring and on the different legal treatment of the claim in each of these forms. In the third part, the two legal forms are examined comparatively. Inter alia, it is established that the common denominator of both institutions is the claim: an in personam right which embodies an independent and existing economic value and, for this reason, simultaneously constitutes an economic asset in circulation within transactions, that is, an autonomous transferable asset. Furthermore, additional similarities between the two legal forms are identified: their common point of departure, namely the need to obtain financing; the common realization of this need through the utilization of the claim; and the tripartite relationship between the borrower, the lender, and the third-party debtor, since it is not just any claim that is utilized, but a claim held by the borrower against a third party. However, the comparative overview highlights that, despite the superficial convergence of the two legal forms as regards the use of the claim, their legal nature, functional mechanism, and consequences for the contracting parties differ substantially. The comparison between factoring and the pledging of a claim is carried out in two stages. The first stage concerns how different legal mechanisms are capable of producing similar economic results, precisely through the different functional treatment of the claim as an object of transaction. The second stage concerns the legal effects arising from the different utilization of the claim, such as how access of lenders to the available claims is differentiated, which powers they have over the claims, and, finally, how the manner and order of satisfaction of lenders from the respective claims are altered. In other words, the comparison makes it possible to shed light on underlying principles of financing and security and to demonstrate their dialectical relationship through the institutions of the pledge over a claim and the factoring agreement
Η άδεια λειτουργίας φαρμακείου και ο ρόλος της νομολογίας στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου
Η εργασία παρουσιάζει τα κυριότερα σημεία του θεσμικού πλαισίου για την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείου στην Ελλάδα, με εκτενή αναφορά στη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας .Η ανάλυση επικεντρώνεται κυρίως στα υποκειμενικά κριτήρια στο πρόσωπο των αιτούντων, στις τυπικές προϋποθέσεις και στη διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείου , καθώς και στα αντικειμενικά-πληθυσμιακά κριτήρια, με έμφαση τον έλεγχό συνταγματικότητάς τους από το ΣτΕ.The paper presents the main points of the institutional framework for the license to establish and operate a pharmacy in Greece, with extensive reference to the Case Law of the Council of State. The analysis focuses mainly on the subjective criteria in the person of the applicants, on the formal requirements and on the procedure for granting a license to establish and operate a pharmacy, as well as on the objective-population criteria, with emphasis on the control of their constitutionality by the State
Η αναδοχή ως θεσμός προστασίας του ανηλίκου
Η παρούσα εργασία εξετάζει τον θεσμό της αναδοχής ανηλίκου ως μέσο παιδικής προστασίας και εργαλείο αποϊδρυματοποίησης στο πλαίσιο της εναλλακτικής φροντίδας. Υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου παρουσιάζονται η έννοια της αναδοχής, η διάκρισή της από συγγενείς προστατευτικούς θεσμούς και τα χαρακτηριστικά των εμπλεκόμενων προσώπων. Έμφαση αποδίδεται στις προϋποθέσεις καταλληλότητας των ανάδοχων γονέων, καθώς και στους τρόπους σύστασης της αναδοχής - με σύμβαση ή με δικαστική απόφαση - με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου ως κατευθυντήρια αρχή. Στη συνέχεια αναλύονται τα έννομα αποτελέσματα της αναδοχής, ιδίως οι αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ανάδοχων γονέων. Τέλος, εξετάζεται η εφαρμογή του θεσμού στη σύγχρονη ελληνική έννομη τάξη, υπό το φως του Ν. 4538/2018, και διατυπώνονται προτάσεις για την περαιτέρω ενίσχυσή του.This thesis examines foster care as a child protection measure and as a tool of deinstitutionalization within the system of alternative care. From the perspective of Greek law, it outlines the concept of foster care, distinguishes it from related protective institutions, and describes the persons involved. Particular emphasis is given to the suitability requirements for foster parents and to the ways foster care is established - either by contract or by judicial decision — guided by the best interests of the child as the fundamental principle of the institution. The study also examines the legal effects of foster care, especially the responsibilities, rights, and obligations of foster parents. Finally, it considers how foster care is applied in the contemporary Greek legal order, in light of Law 4538/2018, and proposes measures for strengthening the institution
Διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας και οι επιπτώσεις στην αμοιβή των εργαζομένων : Ετοιμότητα εργασίας και συμβάσεις κατά παραγγελία
Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας και τις επιπτώσεις τους στη μισθολογική προστασία των εργαζομένων, εστιάζοντας στην εργασιακή ετοιμότητα και στις συμβάσεις κατά παραγγελία ως σύγχρονες μορφές οργάνωσης της εργασίας που αποκλίνουν από το παραδοσιακό πρότυπο της πλήρους, σταθερής και αορίστου διάρκειας απασχόλησης. Στο πρώτο μέρος αναλύεται η εργασιακή ετοιμότητα υπό το πρίσμα του ενωσιακού και του ελληνικού δικαίου, με έμφαση στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα κριτήρια που αυτό έχει διαμορφώσει για τον χαρακτηρισμό της ετοιμότητας ως χρόνου εργασίας ή χρόνου ανάπαυσης. Παράλληλα, εξετάζεται η ελληνική νομολογία, η διάκριση μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας ετοιμότητας και αναδεικνύονται οι αποκλίσεις της από τη νομολογία του ΔΕΕ, καθώς και οι συνέπειες των αποκλίσεων αυτών για τη μισθολογική προστασία και την ασφάλεια των εργαζομένων, ιδίως υπό το φαινόμενο της ψηφιακής ετοιμότητας. Στο δεύτερο μέρος η μελέτη εξετάζει τις συμβάσεις κατά παραγγελία ως θεσμοθετημένη μορφή μη αμειβόμενης ετοιμότητας. Αρχικά γίνεται αναφορά στις συμβάσεις μηδενικών ωρών, οι οποίες συνιστούν την πιο ακραία εκδοχή των συμβάσεων κατά παραγγελία, καθώς και στις λειτουργικά ισοδύναμες μορφές τους, όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί σε πολλές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις. Στη συνέχεια αναλύεται η Οδηγία 2019/1152/ΕΕ, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση διαφανών και προβλέψιμων όρων εργασίας, επιδιώκοντας παράλληλα την αποτροπή της κατάχρησης των συμβάσεων μηδενικών ωρών και των ισοδύναμων μορφών τους. Ακολούθως εξετάζεται η ενσωμάτωση της Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο με τη θέσπιση, μέσω του Ν. 5053/2023, των συμβάσεων κατά παραγγελία, ενός θεσμού άγνωστου μέχρι πρότινος στο ελληνικό εργατικό δίκαιο, και καταδεικνύεται ότι ο τρόπος εισαγωγής τους συνιστούσε απόκλιση από τον προστατευτικό σκοπό της Οδηγίας και παράβαση πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Τέλος, αναδεικνύονται τα ανοιχτά ερμηνευτικά ζητήματα που ανέκυψαν, καθώς και οι έννομες και κοινωνικές συνέπειες της ένταξης τέτοιων μορφών απασχόλησης στην ελληνική έννομη τάξη. Στο τρίτο μέρος της μελέτης εξετάζεται η κατάργηση των συμβάσεων κατά παραγγελία και η ανάδυση των συμβάσεων με μη προβλέψιμο ωράριο. Δεδομένου ότι η παρούσα μελέτη συντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, ήτοι πριν από τη θέση σε ισχύ του Ν. 5239/2025, με τον οποίο καταργήθηκαν οι συμβάσεις κατά παραγγελία, η σχετική νομοθετική μεταρρύθμιση προσεγγίζεται επιδερμικά και με βάση τα πρώτα διαθέσιμα δεδομένα. Σε ένα πρώτο επίπεδο αξιολόγησης, η νέα ρύθμιση φαίνεται να κινείται προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης διαφάνειας και προβλεψιμότητας, καθιστώντας την έννοια της flexicurity περισσότερο προσεγγίσιμη και λειτουργική. Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι εξακολουθεί να υφίσταται η διαχρονική προβληματική των προδιατυπωμένων όρων και της μονομερούς διαμόρφωσης των συμβατικών ρυθμίσεων, η οποία συνιστά πάγια πρόκληση για την ουσιαστική προστασία του εργαζομένου.The present study examines fluctuations in working time and their impact on the remuneration and economic security of employees, focusing on work-related standby time and on-demand contracts as contemporary forms of work organisation that depart from the traditional model of full-time, stable and open-ended employment. The first part analyses work-related standby time under EU and Greek law, with particular emphasis on the case law of the Court of Justice of the European Union and the criteria developed for classifying standby time as either working time or rest time. At the same time, Greek case law is examined, including the distinction between genuine and non-genuine standby time, and the divergences from the CJEU’s jurisprudence are highlighted, together with their implications for wage protection and employee safety, especially in the context of digital standby arrangements. The second part examines on-demand contracts as an institutionalised form of unpaid standby time. It first refers to zero-hours contracts, which constitute the most extreme form of on-demand work, as well as to their functionally equivalent contractual arrangements, as developed in several European countries. It then analyses Directive (EU) 2019/1152 on transparent and predictable working conditions, which aims both to enhance predictability and transparency in employment relationships and to prevent the abuse of zero-hours contracts and equivalent forms of work. Subsequently, the study examines the transposition of the Directive into Greek law through Law 5053/2023, which introduced on-demand contracts—previously unknown to the Greek labour law system. It is demonstrated that the manner in which these contracts were introduced deviated from the protective purpose of the Directive and amounted to a breach of primary EU law. Finally, the study highlights both the unresolved interpretative issues and the legal and social consequences of incorporating such contractual forms into the Greek legal order. The third part examines the abolition of on-demand contracts and the emergence of contracts with unpredictable working schedules. Given that the present study was completed in September 2025, that is, prior to the entry into force of Law 5239/2025, which abolished on-demand contracts, the relevant legislative reform is addressed only in a preliminary and cursory manner. At first glance, the new regulatory framework appears to move towards greater transparency and predictability, rendering the concept of flexicurity more accessible and operational. Nevertheless, the persistent issue of standard-form contracts and the unilateral determination of contractual terms is emphasised as a continuing challenge to the effective protection of employees
Developing a CBT protocol for the behavioural management of a paediatric population in Greece. Validation of two questionnaires used for the assessment of dental fear and avoidance dental treatment.
Εισαγωγή: Ο φόβος και το άγχος για τον οδοντίατρο είναι ιδιαίτερα συχνά στα παιδιά και τους εφήβους και μπορεί να εμποδίσουν τη συστηματική οδοντιατρική φροντίδα και να δυσχεράνουν την παροχή έγκαιρης θεραπείας. Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy, CBT) έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη μείωση του άγχους που σχετίζεται με την οδοντιατρική θεραπεία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν διαθέσιμα πρωτόκολλα εφαρμογής CBT στην οδοντιατρική, όπως επίσης και επικυρωμένα ελληνόγλωσσα εργαλεία για την αξιολόγηση του άγχους και φόβους κατά την εφαρμογή της CBT, γεγονός που περιορίζει την εφαρμογή συμπεριφορικών παρεμβάσεων στην ελληνική παιδοδοντιατρική πράξη. Σκοπός: Η μετάφραση και επικύρωση των ελληνικών εκδόσεων των ερωτηματολογίων Picture-Guided Behavior Avoidance Test (PG-BAT) και Intra-Oral Injection Fear Scale (IOIFS), καθώς και η ανάπτυξη ενός πολιτισμικά προσαρμοσμένου πρωτοκόλλου CBT για την αύξηση της προθυμίας φοβικών παιδιών να δεχθούν οδοντιατρική θεραπεία. Υλικά και Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε διαστρωματική μελέτη σε 120 παιδιά ηλικίας 7–14 ετών στο Τμήμα Παιδοδοντιατρικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η μετάφραση των ερωτηματολογίων ακολούθησε τη μεθοδολογία του Διεθνούς Προγράμματος Αξιολόγησης της Ποιότητας Ζωής (IQOLA). Οι ψυχομετρικές ιδιότητες αξιολογήθηκαν με συντελεστή εσωτερικής συνέπειας (Cronbach’s α) και αξιοπιστία επαναλαμβανόμενης μέτρησης (Intraclass Correlation Coefficients, ICC). Παράλληλα, αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε πιλοτικά πρωτόκολλο CBT σε δύο παιδιά με σοβαρή οδοντιατρική φοβία. Αποτελέσματα: Το ελληνικό PG-BAT παρουσίασε αποδεκτή εσωτερική συνέπεια (α = 0,68), ενώ το IOIFS εμφάνισε εξαιρετική αξιοπιστία (α = 0,90). Και τα δύο ερωτηματολόγια έδειξαν υψηλή χρονική σταθερότητα (ICC > 0,90) και καμία σημαντική διαφορά ως προς το φύλο ή την ηλικία. Το αναπτυχθέν πρωτόκολλο CBT, αποτελούμενο από τέσσερις συνεδρίες έκθεσης στο ιατρείο και κατ’ οίκον ασκήσεις, εφαρμόστηκε επιτυχώς και έγινε καλά αποδεκτό. Συμπεράσματα: Οι ελληνικές εκδόσεις των PG-BAT και IOIFS αποτελούν έγκυρα και αξιόπιστα εργαλεία για την αξιολόγηση του φόβου και άγχους για τον οδοντίατρο στα παιδιά. Το προσαρμοσμένο πρωτόκολλο CBT προσφέρει ένα εφαρμόσιμο, τεκμηριωμένο πλαίσιο για τη βελτίωση της συμπεριφορικής διαχείρισης και τη μείωση του άγχους.Background: Dental fear and anxiety are highly prevalent among children and adolescents and can hinder regular dental attendance and complicate treatment delivery. Cognitive Behavioral Therapy (CBT), particularly exposure-based methods, have shown strong efficacy in reducing dental-related anxiety. However, validated instruments that assess dental fear and anxiety are unavailable for use in the Greek paediatric population, limiting the integration of behavioral interventions in pediatric dental practice in our country. Aim: To translate and validate the Greek versions of the Picture-Guided Behavior Avoidance Test (PG-BAT) and the Intra-Oral Injection Fear Scale (IOIFS), and to develop a culturally adapted CBT protocol aimed at increasing children’s willingness to receive dental treatment. Methods: A cross-sectional validation study was conducted in 120 Greek-speaking children aged 7–14 years at the Pediatric Dentistry Department of the National and Kapodistrian University of Athens. Translation followed the International Quality of Life Assessment (IQOLA) methodology. Psychometric properties were assessed for internal consistency (Cronbach’s alpha) and test–retest reliability (intraclass correlation coefficients, ICC). Additionally, a CBT protocol was developed and piloted with two children presenting severe dental phobia. Results: The Greek PG-BAT demonstrated acceptable internal consistency (α = 0.68), while the IOIFS exhibited excellent reliability (α = 0.90). Both scales showed high temporal stability (ICC > 0.90) and no significant gender or age differences. The developed CBT protocol, consisting of four in-clinic exposure sessions and home-based exercises, was successfully implemented and well tolerated. Conclusion: The Greek versions of the PG-BAT and IOIFS were valid, reliable tools for assessing fear and anxiety in children. The adapted CBT protocol provided a feasible, evidence-based framework to enhance behavioral management and reduce dental anxiety within Greek pediatric dentistry
Ρήτρες παρεκτάσεως στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της Ε.Ε.
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει διεξοδικά τον θεσμό των ρητρών παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας στο πλαίσιο του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναδεικνύοντας τη σημασία τους για την ασφάλεια δικαίου και την προβλεψιμότητα στις διασυνοριακές συναλλαγές. Η μελέτη τοποθετεί το θεσμικό πλαίσιο σε ιστορική εξέλιξη, από τη Σύμβαση των Βρυξελλών (1968) και τον Κανονισμό 44/2001 έως τον ισχύοντα Κανονισμό 1215/2012 (Βρυξέλλες Ια), ο οποίος εισήγαγε ουσιαστικές βελτιώσεις, όπως η κατάργηση του exequatur και η ενίσχυση της δεσμευτικότητας των ρητρών επιλογής δικαστηρίου. Αναλύονται αναλυτικά οι προϋποθέσεις εγκυρότητας των ρητρών παρέκτασης, τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε τυπικό επίπεδο, καθώς και η αρχή της αυτοτέλειας της ρήτρας από την κύρια σύμβαση, η οποία επιτρέπει την ισχύ της ακόμη και όταν αμφισβητείται η εγκυρότητα της τελευταίας. Εξετάζονται επίσης οι μορφές κατάρτισης της συμφωνίας, από τον γραπτό τύπο έως τις πρακτικές διεθνούς εμπορίου, αλλά και η ηλεκτρονική κατάρτιση σε διαδικτυακές συναλλαγές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα υποκειμενικά όρια της ρήτρας –δηλαδή στο ποια πρόσωπα δεσμεύονται από αυτήν– και στα αντικειμενικά όρια, που καθορίζουν το είδος των διαφορών που υπάγονται στη δικαιοδοσία του επιλεγέντος δικαστηρίου. Αναλύονται ζητήματα διαδοχής, δέσμευσης τρίτων, εφαρμογής σε αδικοπρακτικές αξιώσεις και λειτουργίας των ασύμμετρων ρητρών. Παράλληλα παρουσιάζεται η έννοια της σιωπηρής παρέκτασης, όταν ο εναγόμενος παρίσταται χωρίς να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία, καθώς και οι συνέπειες της παράλειψης προβολής ένστασης. Η εργασία εξετάζει επίσης την εφαρμογή της παρέκτασης σε ειδικές κατηγορίες συμβάσεων —ασφαλιστικές, καταναλωτικές, εργασιακές και trust— όπου διατηρούνται αυστηροί προστατευτικοί κανόνες υπέρ του ασθενέστερου μέρους. Επιπλέον, παρουσιάζεται η σχέση του Κανονισμού 1215/2012 με διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση της Χάγης του 2005, καθώς και η αλληλεπίδραση της παρέκτασης με άλλες ενωσιακές πράξεις, όπως οι Κανονισμοί 650/2012 για το κληρονομικό δίκαιο και 2016/1103/1104 για τις οικογενειακές περιουσιακές σχέσεις. Τέλος, η ανάλυση στηρίζεται σε εκτενή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία διευκρινίζει κρίσιμα ζητήματα, όπως η ανάγκη πραγματικής συναίνεσης, ο δεσμευτικός χαρακτήρας των ρητρών, η ερμηνεία τους από τα εθνικά δικαστήρια και η αντιμετώπιση καταχρηστικών όρων. Η εργασία καταλήγει ότι ο σημερινός νομοθετικός μηχανισμός παρέχει ένα σταθερό και αποτελεσματικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ρητρών παρέκτασης, εξυπηρετώντας τον σκοπό της εναρμονισμένης και αποδοτικής δικαστικής συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.The present master’s thesis provides an in-depth examination of jurisdiction clauses within the framework of European Union Private International Law, highlighting their significance for legal certainty and predictability in cross-border transactions. The study situates the institutional framework within its historical development, from the Brussels Convention (1968) and Regulation 44/2001 to the currently applicable Regulation 1215/2012 (Brussels Ia), which introduced substantial improvements, such as the abolition of exequatur and the strengthening of the binding effect of choice-of-court agreements. The thesis offers a detailed analysis of the requirements for the validity of jurisdiction clauses, both at the substantive and formal level, as well as the principle of the separability of the clause from the main contract, which allows it to remain effective even where the validity of the latter is contested. It also examines the various forms of concluding such agreements, ranging from written form to international trade usages, as well as electronic formation in the context of online transactions. Particular emphasis is placed on the subjective scope of the clause—namely, which persons are bound by it—and on its objective scope, which determines the types of disputes falling within the jurisdiction of the chosen court. Issues of succession, the binding of third parties, applicability to tort claims, and the operation of asymmetric jurisdiction clauses are thoroughly analysed. In parallel, the concept of tacit prorogation is presented, where the defendant enters an appearance without contesting international jurisdiction, along with the consequences of failing to raise a jurisdictional objection. The thesis further examines the application of jurisdiction clauses to specific categories of contracts—insurance, consumer, employment, and trust—where strict protective rules in favour of the weaker party are maintained. In addition, it explores the relationship between Regulation 1215/2012 and international conventions, such as the 2005 Hague Convention, as well as the interaction of jurisdiction clauses with other EU instruments, including Regulations 650/2012 on succession law and 2016/1103 and 2016/1104 on matrimonial property regimes and the property consequences of registered partnerships. Finally, the analysis is grounded in extensive case law of the Court of Justice of the European Union, which clarifies critical issues such as the requirement of genuine consent, the binding nature of jurisdiction clauses, their interpretation by national courts, and the treatment of abusive terms. The thesis concludes that the current legislative framework provides a stable and effective mechanism for the operation of jurisdiction clauses, serving the objective of harmonised and efficient judicial cooperation within the European Union
Οι υδάτινοι πόροι & η επίδρασή τους στο φυσικό περιβάλλον. Ο αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής & οι αλλαγές στη διαχείριση των υδάτινων πόρων
Η παρούσα διπλωματική εργασία θέτει ως στόχο τη βαθύτερη κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ υδάτινων πόρων, κλιματικής αλλαγής, ανθρωπογενών δραστηριοτήτων και φυσικού περιβάλλοντος. Αρχικά, πραγματοποιείται μια ανασκόπηση της θεωρητικής βάσης που αφορά την έννοια και τις κατηγοριοποιήσεις των υδάτινων πόρων προκειμένου να γίνει πλήρως αντιληπτός ο όρος. Κατόπιν, παρουσιάζονται τα στάδια του κύκλου νερού και της περιβαλλοντικής του σημασίας σε τομείς που αφορούν το κλίμα, την βιοποικιλότητα καθώς και την ανθρώπινη ύπαρξη. Στη συνέχεια, ακολουθεί μια εκτενής αναφορά στη κλιματική αλλαγή και στις επιδράσεις που έχει έναντι των υδρολογικών διεργασιών. Επίσης, πραγματοποιείται μια ανάλυση της ευπάθειας των διαφόρων υδάτινων δεξαμενών στις κλιματικές μεταβολές. Κατόπιν, παρουσιάζονται μελέτες περίπτωσης σχετικά με την προσπάθεια τους για ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής. Ακολουθεί η διατύπωση των προτάσεων για τη βελτίωση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων, με στόχο την επίτευξη της βιώσιμης διαχείρισης και της ορθολογικής χρήσης τους και τέλος η εργασία ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των συμπερασμάτων που προέκυψαν από την μελέτη.The present thesis aims to provide a deeper understanding of the interactions among water resources, climate change, anthropogenic activities and the natural environment. Initially, a review of the theoretical basis concerning the concept and categorizations of water resources is carried out in order to fully understand the term. Then, the stages of the water cycle and its environmental importance in areas related to climate, biodiversity and human existence are presented. Subsequently, an extensive reference to climate change and its effects on hydrological processes follows. Also, an analysis of the vulnerability of various water bodies to climate change is carried out. Also, case studies are presented regarding their efforts for rational management of water resources in the light of climate change. This is followed by the formulation of proposals for improving the management of water resources, with the aim of achieving their sustainable management and rational use, and finally the work is completed with the presentation of the conclusions that emerged from the study