National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Development, characterization and application of biocompatible co-polymers with cyclodextrins as carriers for nasal drug delivery in neurodegenerative diseases: in vitro, ex vivo and in vivo evaluation

    No full text
    Η νόσος του Πάρκινσον αποτελεί μία από τις πιο συχνά εμφανιζόμενες νευροεκφυλιστικές παθήσεις, ενώ οι διαθέσιμες θεραπευτικές προσεγγίσεις χορηγούνται κατά κύριο λόγο από το στόμα. Ωστόσο, η από του στόματος χορήγηση αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς, οι οποίοι οφείλονται στον μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ, τη δέσμευση των φαρμακευτικών μορίων από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, καθώς και την παρουσία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Οι παράγοντες αυτοί συμβάλλουν στη μείωση της βιοδιαθεσιμότητας των φαρμακολογικά δραστικών ουσιών (ΦΔΟ) και στην καθυστέρηση της έναρξης της θεραπευτικής τους δράσης στον εγκέφαλο. Οι ανωτέρω περιορισμοί καθιστούν επιτακτική την ανάγκη διερεύνησης εναλλακτικών οδών χορήγησης, με στόχο τη βελτίωση της φαρμακοκινητικής συμπεριφοράς των ΦΔΟ και την αποτελεσματικότερη στόχευση του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). Στο πλαίσιο αυτό, η ρινική χορήγηση έχει αναδειχθεί ως μια ιδιαίτερα ελκυστική και μη επεμβατική στρατηγική. Η άμεση ανατομική και λειτουργική σύνδεση του οσφρητικού επιθηλίου με το ΚΝΣ επιτρέπει τη μεταφορά ΦΔΟ απευθείας στον εγκέφαλο, παρακάμπτοντας τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Συνεπώς, η ρινική οδός αναδεικνύεται ως ιδιαίτερα ευνοϊκή μέθοδος χορήγησης μορίων με περιορισμένη διαπερατότητα στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Επιπλέον, με στόχο τη βελτίωση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας ενός φαρμάκου στην κλινική πράξη, καθίσταται αναγκαία η διερεύνηση καινοτόμων συστημάτων χορήγησης ΦΔΟ. Μεταξύ αυτών, τα φαρμακοτεχνικά συστήματα που συνδυάζουν συμπολυμερή κατά συστάδες με κυκλοδεξτρίνες αποτελούν μια νέα και ιδιαίτερα υποσχόμενη κατηγορία φορέων μεταφοράς φαρμάκων. Ειδικότερα, τα συστήματα αυτά εμφανίζουν υψηλή βιοσυμβατότητα, αυξημένη ικανότητα φόρτωσης ΦΔΟ, δυνατότητα ελεγχόμενης ή παρατεταμένης αποδέσμευσης, κολλοειδή σταθερότητα, καθώς και ενισχυμένη διαπερατότητα μέσω βιολογικών φραγμών, επιτρέποντας τη στοχευμένη χορήγηση σε συγκεκριμένους ιστούς. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω πλεονεκτήματα, κρίθηκε σκόπιμη η διερεύνηση των εν λόγω συστημάτων σε φαρμακοκινητικές μελέτες σε ζωικά πρότυπα. Ο κύριος στόχος και η καινοτομία της παρούσας διδακτορικής διατριβής εστιάζουν στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων χορήγησης φαρμάκων για ρινική χορήγηση της υδροχλωρικής ροπινιρόλης (ΥΡ), με σκοπό τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου του Πάρκινσον. Η έρευνα επικεντρώνεται στη διερεύνηση του συνδυασμού βιοσυμβατών συμπολυμερών κατά συστάδες, και συγκεκριμένα του εμπορικά διαθέσιμου Poloxamer 407 (P407) και του συνθετικού πολυ(αιθυλενο-οξειδίου)-β-πολυ(ε-καπρολακτόνης) (PEO-b-PCL), με κυκλοδεξτρίνες (CDs) και ειδικότερα τη μεθυλο-β-κυκλοδεξτρίνη (MβCD) και την υδροξυπροπυλο-β-κυκλοδεξτρίνη (HPβCD), καθώς και με την επιφανειοδραστική ουσία Πολυσορβικό 80 (Tween 80, Tw80). Τα συστήματα αυτά παρουσιάζουν την ικανότητα αυτοσυναρμολόγησης, οδηγώντας στον σχηματισμό μιας νέας καινοτόμου κατηγορίας συστημάτων μεταφοράς ΦΔΟ. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκαν υβριδικά, ρινικά συστήματα χορήγησης ΦΔΟ τύπου πολυμερούς/Tw80/MβCD ή πολυμερούς/Tw80/HPβCD. Τα συστήματα αυτά οδήγησαν στον σχηματισμό νέων βιοϋλικών και υπερμοριακών δομών με ποικίλη μορφολογία, ενσωματώνοντας τις φυσικοχημικές και θερμοτροπικές ιδιότητες των επιμέρους συστατικών τους. Παράλληλα, διερευνήθηκε η επίδραση της μεταβολής στη σύσταση του συμπολυμερούς PEO-b-PCL στις φυσικοχημικές, μορφολογικές και φαρμακοτεχνικές ιδιότητες των συστημάτων, καθώς και στην ικανότητα φόρτωσης της ΦΔΟ και στο προφίλ αποδέσμευσής της. Αρχικά, παρασκευάστηκαν κολλοειδείς διασπορές τριαδικών συστημάτων (P407/Tw80/MβCD, P407/Tw80/HPβCD, PEO-b-PCL/Tw80/MβCD και PEO-b-PCL/Tw80/HPβCD) με τη μέθοδο ενυδάτωσης λεπτού υμενίου. Ακολούθησε ένας εκτενής φυσικοχημικός και μορφολογικός χαρακτηρισμός των συστημάτων, ενώ η βιοσυμβατότητα τους αξιολογήθηκε μέσω in vitro μελετών κυτταροτοξικότητας. Στη συνέχεια, παρασκευάστηκαν συστήματα φορτωμένα με ΥΡ εφαρμόζοντας το ίδιο πρωτόκολλο παρασκευής. Χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικές βάρος/βάρος αναλογίες συστήματος προς ΥΡ, βάσει των αποτελεσμάτων που προέκυψαν από τις μελέτες προμορφοποίησης. Το προφίλ της in vitro αποδέσμευσης και διάχυσης μέσω των μεμβρανών αναγεννημένης κυτταρίνης, αλλά και της ex vivo διαπερατότητας της ΥΡ μέσω του ρινικού βλεννογόνου κουνελιών, αξιολογήθηκαν με τη χρήση της διάταξης των κυττάρων Franz, υπό συνθήκες pH και θερμοκρασίας που προσομοιάζουν το περιβάλλον της ρινικής κοιλότητας. Επιπλέον, παρασκευάστηκαν ρινικές λυόφιλες κόνεις της ΥΡ, οι οποίες περιείχαν το εμπορικά διαθέσιμο P407, το Πολυσορβικό 80 (Tw80) και παράγωγα της β-κυκλοδεξτρίνης (βCD). Παρασκευάστηκαν επίσης και μείγματα των βέλτιστων λυόφιλων κόνεων με μικροσωματίδια μαννιτόλης/λεκιθίνης, τα οποία παρήχθησαν με τη μέθοδο της ξήρανσης δια ψεκασμού. Η μορφολογία των κόνεων αναλύθηκε με τη χρήση του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου σάρωσης. Η αξιολόγηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των επιμέρους υλικών, καθώς και η διερεύνηση της επίδρασης της παρουσίας των μικροσωματιδίων μαννιτόλης/λεκιθίνης στις μορφολογικές και βιοφαρμακευτικές ιδιότητες των συστημάτων, πραγματοποιήθηκαν με τη διεξαγωγή των in vitro μελετών διάχυσης και των ex vivo μελετών διαπερατότητας. Τέλος, προσδιορίστηκαν οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της ΥΡ στον ορό και στον εγκέφαλο μετά τη ρινική χορήγηση των βελτιστοποιημένων φαρμακοτεχνικών συστημάτων σε ποντίκια και συγκρίθηκαν με τις αντίστοιχες τιμές που προέκυψαν μετά από τη ρινική και την από του στόματος χορήγηση διαλύματος ελέγχου της ΥΡ. Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων της παρούσας μελέτης διαρθρώνεται σε τέσσερα Μέρη (Α–Δ). Στο πρώτο μέρος, «Μέρος Α: Εισαγωγή & Σχεδιασμός της Μελέτης», παρατίθεται το θεωρητικό υπόβαθρο της έρευνας και περιγράφονται τα πρωτόκολλα, οι μεθοδολογίες που εφαρμόστηκαν και οι στόχοι της μελέτης. Στο «Κεφάλαιο 1: Εισαγωγή», συζητούνται οι πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της ρινικής χορήγησης φαρμάκων και της νόσου του Πάρκινσον, ενώ παράλληλα παρατίθεται βιβλιογραφική ανασκόπηση σχετικά με τη χρήση των κυκλοδεξτρινών, των πολυμερών και των υβριδικών συστημάτων κυκλοδεξτρινών–συμπολυμερών κατά συστάδες ως συστήματα χορήγησης και μεταφοράς ΦΔΟ. Στο «Κεφάλαιο 2: Σχεδιασμός της Μελέτης και Μεθοδολογία», παρουσιάζεται συνοπτικά ο συνολικός σχεδιασμός της μελέτης και περιγράφονται οι βασικές θεωρητικές πτυχές των μεθόδων που εφαρμόστηκαν. Επιπλέον, κάθε κεφάλαιο των Μερών Β–Δ της παρούσας διδακτορικής διατριβής περιλαμβάνει αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τις πειραματικές διαδικασίες και τον χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό, με σκοπό την ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη κατανόηση της εφαρμογής τους σε κάθε επιμέρους στάδιο της μελέτης. Συνοπτικά, στο Κεφάλαιο 2 περιγράφονται οι ακόλουθες μέθοδοι που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διδακτορικής διατριβής: • Μελέτες προμορφοποίησης, καθώς και φυσικοχημικός και μορφολογικός χαρακτηρισμός των κολλοειδών διασπορών • Φυσικοχημικός και μορφολογικός χαρακτηρισμός των κόνεων • Μη διαμερισματική φαρμακοκινητική ανάλυση • Μελέτες σε ζωικά πρότυπα • Συλλογή βιολογικών ιστών και χειρισμός δειγμάτων • Στατιστική ανάλυση δεδομένων Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος της μελέτης (Μέρη Β, Γ και Δ) είναι δομημένα σε επιμέρους κεφάλαια, καθένα από τα οποία έχει οργανωθεί με τρόπο που να επιτρέπει την ανεξάρτητη ανάγνωση του. Πιο συγκεκριμένα, το «Μέρος Β: Σχεδιασμός, ανάπτυξη και ρινική χορήγηση των συστημάτων P407/Tw80/CD ροπινιρόλης σε ποντίκια C57BL/6J για τον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον» αποτελείται από τρία κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο (Κεφάλαιο 3) περιγράφει την ανάπτυξη των υβριδικών κολλοειδών διασπορών P407/Tw80/CD/ΥΡ, καθώς και τον εκτενή φυσικοχημικό και μορφολογικό χαρακτηρισμό τους, σε συνδυασμό με την in vitro και ex vivo αξιολόγησή τους ως υποψήφια συστήματα για τον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον. Στο δεύτερο μέρος (Κεφάλαιο 4) παρουσιάζεται η περαιτέρω μορφοποίηση των κολλοειδών διασπορών σε ρινικές κόνεις, καθώς και η αξιολόγηση των μορφολογικών και βιοφαρμακευτικών τους χαρακτηριστικών. Τέλος, στο Κεφάλαιο 5 παρουσιάζεται ο προσδιορισμός των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ΥΡ μετά από ρινική χορήγηση των βελτιστοποιημένων φαρμακοτεχνικών συστημάτων P407/Tw80/CD/ΥΡ σε ποντίκια C57BL/6J, σε σύγκριση με την από του στόματος και τη ρινική χορήγηση των αντίστοιχων διαλυμάτων ελέγχου του φαρμάκου. Τα κεφάλαια δομούνται ως εξής: «Κεφάλαιο 3: Παρασκευή υβριδικών συστημάτων πολυμερούς/επιφανειοδραστικής ουσίας/κυκλοδεξτρίνης για την πιθανή απευθείας μεταφορά της ΥΡ από τη μύτη προς τον εγκέφαλο: in vitro και ex vivo αξιολόγηση» Η ΥΡ είναι ένας μη εργολινικός αγωνιστής ντοπαμίνης που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της νόσου Πάρκινσον και χαρακτηρίζεται από χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων χορήγησης φαρμάκου αποτελούμενων από το P407, τη μη ιονική επιφανειοδραστική ουσία Tw80 και κυκλοδεξτρίνες (MβCD ή HPβCD), με στόχο την απευθείας μεταφορά της ΥΡ στον εγκέφαλο μέσω της ρινικής οδού χορήγησης. Τα υβριδικά συστήματα παρασκευάστηκαν με τη μέθοδο ενυδάτωσης λεπτού υμενίου και υποβλήθηκαν σε έναν εκτενή φυσικοχημικό και μορφολογικό χαρακτηρισμό. Επιπλέον, αξιολογήθηκε η in vitro κυτταροτοξικότητα των συστημάτων σε κυτταρικές σειρές HEK293. Η in vitro αποδέσμευση και διάχυση της ΥΡ μέσω των μεμβρανών αναγεννημένης κυτταρίνης, καθώς και η ex vivo διαπερατότητά της μέσω του ρινικού βλεννογόνου κουνελιών, μελετήθηκαν με τη χρήση διάταξης κυττάρων τύπου Franz, υπό συνθήκες pH και θερμοκρασίας που προσομοιάζουν το περιβάλλον της ρινικής κοιλότητας (pH 5.6 και 34 °C). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αποδέσμευση της ΥΡ ήταν ελεγχόμενη από τη διάχυση και παρουσίασε προοδευτική αύξηση καθ’ όλη τη διάρκεια των πειραμάτων. Στις ex vivo μελέτες διαπερατότητας, η ΥΡ εμφάνισε σημαντικά αυξημένα ποσοστά διαπέρασης όταν ήταν ενσωματωμένη στα υβριδικά συστήματα, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα διαλύματα ελέγχου του φαρμάκου. Τα ενθαρρυντικά αυτά αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι τα υβριδικά αυτά συστήματα μπορούν να αποτελέσουν ελκυστικές πλατφόρμες για την αποτελεσματική χορήγηση και μεταφορά της ΥΡ στον εγκέφαλο μέσω της ρινικής οδού, με πιθανή εφαρμογή στη αντιμετώπιση της νόσου του Πάρκινσον. Στη συνέχεια, εφαρμόστηκαν επιπλέον στρατηγικές μορφοποίησης των συστημάτων και πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω μελέτες για την αξιολόγηση της επίδρασης της δόσης και της σύστασης των συστημάτων στο προφίλ της in vitro αποδέσμευσης και της ex vivo διαπερατότητας της ΥΡ. Τέλος, διεξήχθη φαρμακοκινητική μελέτη στον ορό και στον εγκέφαλο κατάλληλου ζωικού μοντέλου μετά από τη ρινική χορήγηση των βέλτιστων συστημάτων, σε σύγκριση με την από του στόματος και τη ρινική χορήγηση των διαλυμάτων ελέγχου της ΥΡ. «Κεφάλαιο 4: Υβριδικές ρινικές κόνεις P407/Tw80/βCD για την πιθανή χορήγηση και απευθείας μεταφορά της ΥΡ από τη μύτη προς τον εγκέφαλο με σκοπό τον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον: in vitro και ex vivo αξιολόγηση» Η παρούσα μελέτη επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη λυόφιλων ρινικών κόνεων ΥΡ, αποτελούμενων από το συμπολυμερές P407, τη μη ιονική επιφανειοδραστική ουσία Tw80 και παράγωγα της β-CD (MβCD ή HPβCD), με στόχο τον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον. Οι ρινικές κόνεις παρασκευάστηκαν με τη μέθοδο της λυοφιλοποίησης των αντίστοιχων κολλοειδών διασπορών. Η καινοτομία της παρούσας έρευνας έγκειται στον συνδυασμό των ανωτέρω βιοϋλικών για την ανάπτυξη υβριδικών καινοτόμων ρινικών συστημάτων χορήγησης ΦΔΟ. Επιπλέον, παρασκευάστηκαν μείγματα των βέλτιστων λυόφιλων κόνεων με μικροσωματίδια μαννιτόλης/λεκιθίνης, τα οποία παρήχθησαν με τη μέθοδο της ξήρανσης δια ψεκασμού. Η διαδικασία της ανάμιξης οδήγησε στον σχηματισμό κόνεων με βελτιωμένα μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως επιβεβαιώθηκε μέσω ανάλυσης με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης. Οι ρινικές κόνεις αξιολογήθηκαν μέσω in vitro μελετών διάχυσης και ex vivo μελετών διαπερατότητας. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε συγκριτική αξιολόγηση μεταξύ των λυόφιλων ρινικών κόνεων και των αντίστοιχων κολλοειδών διασπορών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι λυόφιλες κόνεις παρουσίασαν βελτιωμένο προφίλ αποδέσμευσης της ΥΡ σε σύγκριση με τις κολλοειδείς διασπορές, ενώ η ανάμιξη με τα μικροσωματίδια μαννιτόλης/λεκιθίνης ενίσχυσε περαιτέρω αυτό το προφίλ. Επιπλέον, η ΥΡ εμφάνισε αυξημένη ex vivo διαπερατότητα μέσω του ρινικού βλεννογόνου κουνελιών όταν ήταν ενσωματωμένη στις ρινικές κόνεις, σε σύγκριση με το διάλυμα ελέγχου του φαρμάκου. Ειδικότερα, το μείγμα της λυόφιλης κόνις (P407/Tw80/HPβCD)/ΥΡ σε αναλογία 10:5 με μικροσωματίδια μαννιτόλης/λεκιθίνης σε αναλογία 25:75, παρουσίασε ποσοστό διαπέρασης ίσο με 54.40 ± 3.30% της δόσης φόρτωσης της ΥΡ και ισοζύγιο μάζας 98.15 ± 1.61%. Συνολικά, τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης καταδεικνύουν τη δυναμική των συγκεκριμένων υβριδικών ρινικών συστημάτων για την αποτελεσματική μεταφορά της ΥΡ από τη ρινική κοιλότητα απευθείας στον εγκέφαλο. Περαιτέρω in vivo φαρμακοκινητικές μελέτες πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την αξιολόγηση των βέλτιστων συστημάτων σε κατάλληλο ζωικό μοντέλο. «Κεφάλαιο 5: Ρινική χορήγηση συστημάτων P407/Tw80/HPβCD φορτωμένων με ροπινιρόλη σε ποντίκια C57BL/6J» Η ρινική χορήγηση έχει αναδειχθεί ως μια αποτελεσματική εναλλακτική οδός για τη χορήγηση φαρμάκων στο ΚΝΣ, ειδικά για τη χρήση σε νευροεκφυλιστικές νόσους. Η ΥΡ χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία ή ως συμπληρωματική θεραπεία σε συνδυασμό με τη λεβοντόπα για τη διαχείριση της νόσου του Πάρκινσον. Ωστόσο, η ΥΡ υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την ποσότητα φαρμάκου που φτάνει στο ΚΝΣ. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο προσδιορισμός των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ΥΡ μετά από τη ρινική χορήγηση προηγμένων φαρμακοτεχνικών συστημάτων, και συγκεκριμένα της κολλοειδούς διασποράς [(P407/Tw80/HPβCD)/ΥΡ 10:5] και της ρινικής κόνις [μείγμα της λυόφιλης κόνις (P407/Tw80/HPβCD)/ΥΡ 10:5 με μικροσωματίδια μαννιτόλης/λεκιθίνης σε αναλογία 25:75], με στόχο την απευθείας μεταφορά της ΥΡ στον εγκέφαλο. Η φαρμακοκινητική αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε σε σύγκριση με την από του στόματος και τη ρινική χορήγηση του διαλύματος ελέγχου του φαρμάκου σε ποντίκια C57BL/6J. Η φαρμακοκινητική κατανομή του φαρμάκου στον εγκέφαλο και στον ορό μελετήθηκε με την εφαρμογή της μη διαμερισματικής φαρμακοκινητικής ανάλυσης, χρησιμοποιώντας της μεθοδολογία αραιής δειγματοληψίας για το σύνολο των in vivo δεδομένων. Τα φαρμακοκινητικά προφίλ που προέκυψαν μετά τη ρινική και την από του στόματος χορήγηση έδειξαν την αποτελεσματικότητα της ρινικής οδού στην ταχεία και αποδοτική μεταφορά της ΥΡ τόσο στη συστηματική κυκλοφορία όσο και στο ΚΝΣ. Η υπεροχή των ρινικών σκευασμάτων τεκμηριώθηκε από τις υψηλότερες τιμές AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου) και Cmax (μέγιστη συγκέντρωση) στον ορό μετά από ρινική χορήγηση των σκευασμάτων σε σύγκριση με την από του στόματος χορήγηση του διαλύματος φαρμάκου. Αξιοσημείωτο είναι είναι το γεγονός ότι η ρινική χορήγηση της κόνις οδήγησε στη μεγαλύτερη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα (1497%) και στη μέγιστη έκθεση του εγκεφάλου (541%), αναδεικνύοντας τη δυναμική της ρινικής οδού και των αναπτυγμένων συστημάτων για τη στοχευμένη χορήγηση φαρμάκων στο ΚΝΣ. «Μέρος Γ: Σχεδιασμός, ανάπτυξη και ρινική χορήγηση των συστημάτων PEO-b-PCL/Tw80/CD ροπινιρόλης σε ποντίκια C57BL/6J για τον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον» αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο (Κεφάλαιο 6) περιγράφεται η ανάπτυξη των υβριδικών PEO-b-PCL/Tw80/CD/ΥΡ κολλοειδών διασπορών, καθώς και ο εκτενής φυσικοχημικός και μορφολογικός χαρακτηρισμός τους, σε συνδυασμό με την in vitro και ex vivo αξιολόγηση τους ως υποψήφια συστήματα για την πιθανή χρήση στον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον. Στο δεύτερο μέρος (Κεφάλαιο 7) παρουσιάζεται ο προσδιορισμός των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ΥΡ μετά τη χορήγηση των βελτιστοποιημένων ρινικών μορφοποιήσεων PEO-b-PCL/Tw80/CD/ΥΡ σε ποντίκια C57BL/6J, σε σύγκριση με την από του στόματος και την ρινική χορήγηση των διαλυμάτων ελέγχου του φαρμάκου. Τα κεφάλαια δομούνται ως εξής: «Κεφάλαιο 6: Συστήματα PEO-b-PCL/Tw80/CD: από τη βιοεμπνευσμένη παρασκευή έως τη δυνητική ρινική χορήγηση της υδροχλωρικής ροπινιρόλης» Η παρούσα μελέτη διερευνά τον συνδυασμό βιοσυμβατών συμπολυμερών κατά συστάδες PEO-b-PCL με κυκλοδεξτρίνες, και συγκεκριμένα τη MβCD και την HPβCD, με στόχο τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη πολύπλοκων υπερμοριακών δομών που αντιπροσωπεύουν μια νέα κατηγορία προηγμένων συστημάτων χορήγησης φαρμάκων. Τα συστήματα παρασκευάστηκαν με τη μέθοδο ενυδάτωσης λεπτού υμενίου. Ακολούθησε ένας εκτενής φυσικοχημικός και μορφολογικός χαρακτηρισμός των υβριδικών κολλοειδών διασπορών, με τη χρήση διαφορικής θερμιδομετρίας σάρωσης, τεχνικών σκέδασης φωτός, μικροθερμιδομετρίας, φασματοσκοπίας υπερήχων υψηλής ανάλυσης, μετρήσεων επιφανειακής τάσης, φασματοσκοπίας φθορισμού και κρυοηλεκτρονικής μικροσκοπίας διέλευσης, καθώς και αξιολόγηση της in vitro κυτταροτοξικότητας τους. Τα καινοτόμα αυτά συστήματα αναδείχθηκαν ως ελκυστικοί υποψήφιοι φορείς μεταφοράς ΦΔΟ, καθώς ενσωματώνουν και συνδυάζουν τις φυσικοχημικές και θερμοτροπικές ιδιότητες όλων των επιμέρους κατηγοριών υλικών. Οι in vitro μελέτες αποδέσμευσης και διάχυσης της ΥΡ από τις μεμβράνες αναγεννημένης κυτταρίνης, υπό συνθήκες pH και θερμοκρασίας που προσομοιάζουν το περιβάλλον της ανθρώπινης ρινικής κοιλότητας, έδειξαν την αποτελεσματική αποδέσμευση του φαρμάκου από τα εξεταζόμενα συστήματα. Το ισοζύγιο μάζας υπερέβη το 90% στις περισσότερες περιπτώσεις. Ειδικότερα, τα συστήματα που περιείχαν ΥΡ σε συγκέντρωση 5 mg/mL και HPβCD παρουσίασαν βελτιωμένα in vitro προφίλ αποδέσμευσης και διάχυσης, συγκρίσιμα με εκείνα του διαλύματος ελέγχου της ΥΡ (0.5 mg/mL, pH 5.6). Επιπλέον, οι ex vivo μελέτες διαπερατότητας, με χρήση ρινικού βλεννογόνου κουνελιού ως φραγμού διαπέρασης, επιβεβαίωσαν ότι η ΥΡ εμφάνισε σημαντικά ενισχυμένη διαπέραση όταν ήταν ενσωματωμένη στα υπό μελέτη συστήματα, σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάλυμα ελέγχου (0.5 mg/mL, pH 5.6). Μεταξύ όλων των συστημάτων που αξιολογήθηκαν, εκείνα που περιείχαν HPβCD αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικά από τα αντίστοιχα με MβCD στην ενίσχυση της διαπερατότητας της ΥΡ, αναδεικνύοντάς τα ως τα πλέον υποσχόμενα για περαιτέρω διερεύνηση. Συνολικά, τα ενθαρρυντικά αυτά ευρήματα αναδεικνύουν τη δυναμική των υβριδικών, τεχνολογικά προηγμένων αυτών συστημάτων ως υποψήφιων φορέων για εφαρμογές ρινικής χορήγησης φαρμάκων. Σε επόμενο στάδιο, πραγματοποιήθηκαν in vivo φαρμακοκινητικές μελέτες, με στόχο την αξιολόγηση των βέλτιστων συστημάτων σε κατάλληλο ζωικό μοντέλο. «Κεφάλαιο 7: Ρινική χορήγηση συστημάτων PEO-b-PCL/Tw80/HPβCD φορτωμένων με ροπινιρόλη σε ποντίκια C57BL/6J» Η ρινική χορήγηση έχει αναδειχθεί ως μια ιδιαίτερα υποσχόμενη οδός χορήγησης ΦΔΟ, καθώς επιτρέπει την απευθείας μεταφορά τους από τη ρινική κοιλότητα στον εγκέφαλο, παρακάμπτοντας τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον μεταβολισμό πρώτης διόδου. Παράλληλα, μειώνει την ενζυμική αποικοδόμηση, περιορίζει τη συστηματική έκθεση και τις περιφερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ προσφέρει μια πιο στοχευμένη, ταχεία και φιλική προς τον ασθενή προσέγγιση για τη διαχείριση των νευρολογικών παθήσεων. Πρόσφατες μελέτες έχουν αναδείξει τη δυναμική των ρινικών συστημάτων στον έλεγχο της νόσου του Πάρκινσον. Στο πλαίσιο αυτό, ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο προσδιορισμός των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ροπινιρόλης, ενός αντιπαρκινσονικού φαρμάκου, όταν χορηγείται ρινικά υπό τη μορφή κολλοειδούς διασποράς F12 [(PEO-b-PCL/Tw80/HPβCD/ΥΡ) 10:5] με στόχο τη διερεύνηση της πιθανής μεταφοράς της από τη μύτη στον εγκέφαλο. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με εκείνα που προέκυψαν από την από του στόματος και τη ρινική χορήγηση διαλύματος ελέγχου της ΥΡ σε ποντίκια C57BL/6J. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι κατανομής της ΥΡ στον ορό και στον εγκέφαλο προσδιορίστηκαν με την εφαρμογή μη διαμερισματικής ανάλυσης με αραιή δειγματοληψία. Σε σύγκριση με την από του στόματος χορήγηση, η ρινική χορήγηση της κολλοειδούς διασποράς οδήγησε σε σημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις του φαρμάκου τόσο στον ορό όσο και στον εγκεφαλικό ιστό, παρά το γεγονός ότι χορηγήθηκε υποτριπλάσια δόση. Ειδικότερα, η κολλοειδής διασπορά παρουσίασε υψηλή σχετική συστηματική βιοδιαθεσιμότητα (1815%), καθώς και σημαντικά αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα στον εγκέφαλο (363%), αναδεικνύοντας τη δυνατότητα αξιοποίησης του συγκεκριμένου ρινικού συστήματος χορήγησης για την αποτελεσματική στόχευση του ΚΝΣ. «Μέρος Δ: Γενικά συμπεράσματα, περιορισμοί της μελέτης και μελλοντικά βήματα» Το παρόν μέρος συνοψίζει τα κύρια ευρήματα της μελέτης, αναλύει τους περιορισμούς της και προτείνει κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα.Parkinson’s disease (PAD) is one of the most prevalent neurodegenerative disorders, and current therapies are predominantly administered orally. However, oral delivery faces some limitations due to gastrointestinal (GI) and liver first-pass metabolism, plasma protein binding, as well as the presence of the blood-brain barrier (BBB), all of which reduce drug bioavailability and delay therapeutic onset in the brain. These challenges highlight the need for alternative delivery routes to improve drug bioavailability and enhance central nervous system (CNS) targeting. Intranasal (IN) administration has gained increasing attention as a non-invasive approach to overcoming these limitations. The direct anatomical connection between the olfactory epithelium and the CNS enables drug transport to the brain, making the nasal route particularly advantageous for molecules with poor BBB permeability. Furthermore, to improve the therapeutic efficacy of a drug in clinical practice, innovative drug delivery platforms need to be explored. Among them, formulations combining block copolymers with cyclodextrins (CDs) represent a novel class of drug carriers with several favorable characteristics, including high biocompatibility, enhanced drug-loading capacity, controlled or sustained release, improved colloidal stability,

    High resolution Upper Quaternary Τephrostratigraphy in the Southeastern Aegean Sea

    No full text
    Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή παρουσιάζει νέα χρονοστρωματογραφικά, ιζηματολογικά και γεωχημικά δεδομένα, ώστε να αποσαφηνιστεί η Άνω Τεταρτογενής ηφαιστειακή δραστηριότητα στη νοτιοανατολική απόληξη του Ηφαιστειακού Τόξου του Αιγαίου. Για τον σκοπό αυτόν ανασύρθηκαν τέσσερις πυρήνες βαρύτητας μήκους έως και 5 μ. από τις εξής καίριες θέσεις: το ηφαιστειακό σύμπλεγμα Κω–Γυαλιού–Νισύρου (πυρήνες PAG-12-10 και PAG-12-13) και τον υποθαλάσσιο χώρο βορειοδυτικά της νήσου Καρπάθου, συγκεκριμένα νοτιοανατολικά της νησίδας Σύρνα (πυρήνες Μ-15-221 και Μ-15-211).Και οι τέσσερις πυρήνες εξετάστηκαν σε υψηλή ανάλυση, με στόχο την εγκαθίδρυση ενός λεπτομερούς στρωματογραφικού πλαισίου για τον καθένα. Σάρωση μαγνητικής επιδεκτικότητας, καταγραφή της λιθοστρωματογραφίας και δειγματοληψία ανά 0,5–1 cm πραγματοποιήθηκαν σε όλους του προαναφερθέντες πυρήνες. Η περιεκτικότητα σε ανόργανα ανθρακικά εξετάστηκε σε όλο το μήκος των πυρήνων, ενώ κοκκομετρικές αναλύσεις, μετρήσεις πυκνότητας κόκκων και αναλύσεις οργανικού άνθρακα πραγματοποιήθηκαν σε επιλεγμένα δείγματα. Ορυκτολογικές αναλύσεις Περιθλασιμετρίας Ακτίνων Χ (XRD) εφαρμόστηκαν επίσης σε επιλεγμένα δείγματα από τους πυρήνες που ανασύρθηκαν από την περιοχή πέριξ του Γυαλιού. Τα πλούσια σε ηφαιστειοκλαστικό υλικό δείγματα αναλύθηκαν περαιτέρω για τη μέτρηση της περιεκτικότητάς τους σε κύρια και δευτερεύοντα στοιχεία μέσω της μεθόδου Φασματοσκοπίας Περίθλασης Κυμάτων με χρήση ηλεκτρονικού μικροανιχνευτή (Electron microprobe -WDS analysis). Πραγματοποιήθηκε χρονολόγηση με ισότοπα Άνθρακα‑14 μέσω Φασματομετρίας Μάζας Επιταχυντή (AMS 14C) σε συνολικά δεκαεπτά (17) δείγματα ιζημάτων. Στους πυρήνες της περιοχής του Γυαλιού, η γεωχημική ανάλυση (WDS) 30 δειγμάτων ιζήματος αποκάλυψε την περιεκτικότητα σε ηφαιστειοκλαστικό υλικό προερχόμενο από διαφορετικές εκρήξεις του ηφαιστείου του Γυαλιού, συμπεριλαμβανομένων του επικλαστικού ορίζοντα του Γυαλιού και των νεότερων πυροκλαστικών της Καμάρας, με ηλικίες περίπου 16–17 χιλιάδων ετών. Η Ανώτερη Κίσσηρη του Γυαλιού αναγνωρίστηκε στα ~32 χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα, νότια του Γυαλιού. Οι παραπάνω ορίζοντες, κυρίως κρυπτοτέφρας, υποδεικνύουν την επικράτηση διαδικασιών επαναπόθεσης ιζημάτων λόγω της δράσης ιζημάτων βαθιάς θάλασσας, καθώς και βαρυτικών ροών, κυρίως τουρβιδιτών, όπως αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα των κοκκομετρικών αναλύσεων. Στους πυρήνες που ελήφθησαν από την περιοχή της Σύρνας, χαρακτηριστικοί ορίζοντες τέφρας που αντιστοιχούν σε καλά τεκμηριωμένες εκρήξεις —π.χ. εκρήξεις του Ακρωτηρίου Ρίβα (Y-2), της Ανώτερης Κίσσηρης Γυαλιού (Yali-C), του Ιγκνιμβρίτη της Καμπανίας (Y-5) και της Ανώτερης Κίσσηρης Νισύρου— ανιχνεύθηκαν εντός των τελευταίων 50 χιλιάδων ετών (57 αναλύσεις). Χαρακτηριστικά, η παρούσα Διατριβή τεκμηριώνει την πρώτη υποθαλάσσια καταγραφή των μελών της υπο-πλινιακής Σκωρίας M12. Ειδικότερα στον πυρήνα M-15-221, τον βαθύτερο της παρούσας μελέτης, παρατηρείται έντονη τουρβιδιτική δραστηριότητα μεταξύ 60 και 110 χιλιάδων ετών, με στρώματα τέφρας που αποδίδονται στην Ανώτερη Σκωρία 1 της Σαντορίνης και στον Ιγκνιμβρίτη της Καμπανίας (X-5). Ο ορίζοντας Y-4 (η υποθαλάσσιο ανάλογο των αποθέσεων του Ακρωτηρίου Τρυπητή) αναγνωρίζεται στον πυρήνα M-15-211, ενώ ο ορίζοντας της Μινωικής έκρηξης (Z-2) αναγνωρίζεται σαφώς και στους δύο πυρήνες της Σύρνας. Περαιτέρω έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη σε ένα σύνολο 31 επιπλέον δειγμάτων, με στόχο την απόκτηση λεπτομερέστερων πληροφοριών για τις ηφαιστειακές ακολουθίες των υπό μελέτη πυρήνων. Η χρονολόγηση AMS 14C θεσπίζει ένα ισχυρό χρονοστρωματογραφικό πλαίσιο για τους εξεταζόμενους πυρήνες, με αρκετούς τεφροστρωματογραφικούς δείκτες να χρονολογούνται ανεξάρτητα για πρώτη φορά. Τα παραπάνω ευρήματα ενισχύουν την γνώση μας για το ηφαιστειο-ιζηματολογικό καθεστώς του ΝΑ Αιγαίου εισφέροντας νέα δεδομένα για την εξάπλωση των οριζόντων ηφαιστειακής τέφρας στην περιοχή.This study presents new chronostratigraphic, sedimentological, and geochemical data to refine the understanding of Upper Quaternary volcanic activity in the Southeast Aegean Volcanic Arc. Four deep-sea sediment gravity cores reaching up to 5m in length were retrieved from key locations: the Kos-Yali-Nisyros complex (cores PAG-12-10 and PAG-12-13) and the submarine region northwest of Karpathos and specifically SE of Syrna islet (M-15-221 and M-15-211). All four cores were examined at high resolution in order to establish a detailed stratigraphic framework for each of them. All cores underwent magnetic susceptibility scanning, lithological logging, and sampling at 0.5-1cm. Carbonate content was measured throughout, while selected intervals were analyzed for textural parameters, grain density, and organic carbon. XRD mineralogical analyses were conducted on selected intervals of the Yali cores. Volcaniclastic-rich samples were further examined for major and minor elements using Electron Microprobe-WDS systems. A total of seventeen samples were dated applying AMS 14C techniques. In the Yali cores, 30 WDS analyses revealed volcaniclastic components linked to various Yali eruptions, including previously undocumented events in the Holocene and a probable detection of the younger expressions of Kamara pyroclastics at 16-17 ka. Yali Upper Pumice is recognized at ~32 ka south of Yali. These predominantly cryptotephra deposits show evidence of marine reworking and bioturbation through deep sea sediment transport and gravity, mostly turbiditic processes as confirmed by granulometric data. In the Syrna cores, tephra layers correspondent to well established eruptions-e.g. Santorini Cape Riva (Y-2), Yali-C, Campanian (Y-5), and Nisyros Upper Pumice-were identified within the upper 50 ka (57 samples analyzed). Notably, this study documents the first marine record of M12 scoria fall members. Specifically in core M-15-221, the deepest of the set, intense turbiditic activity occurs between 60 and 110 ka, marked by tephra layers attributed to Santorini Upper Scoriae 1 and Campanian X-5. Y-4 (Cape Tripiti) horizon is identified within core M-15-211, whereas the Minoan (Z-2) horizon is clearly recognized in both cores from Syrna. Further research is under process on another set of 31 samples in order to acquire more detailed information on the volcanic sequences of these cores. AMS 14C dating establishes a robust chronostratigraphic framework for the investigated cores, with several tephra markers dated independently for the first time. These findings advance the volcanic and sedimentary record of the SE Aegean shedding new light over marine tephra dispersal

    Τα νέα κειμενικά είδη της νεοελληνικής ηλεκτρονικής λογοτεχνίας: μία διαμεσική, αφηγηματολογική και πολυτροπική προσέγγιση

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει την ανάδυση και την εξέλιξη της νεοελληνικής ηλεκτρονικής λογοτεχνίας μέσα από μια διαμεσική, αφηγηματολογική και πολυτροπική ερμηνευτική προσέγγιση. Διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφιακές τεχνολογίες αναδιαμορφώνουν την έννοια του λογοτεχνικού κειμένου, την πειραματική και παιγνιώδη αναγνωστική εμπειρία, καθώς και τη διάδραση μεταξύ συγγραφέα, αναγνώστη και ψηφιακού μέσου. Αντλώντας από βασικά διεθνή θεωρητικά πλαίσια, η μελέτη αναδεικνύει την υποεκπροσώπηση της ελληνικής ηλεκτρονικής δημιουργίας σε σύγκριση με το ευρύτερο πεδίο της παγκόσμιας ψηφιακής λογοτεχνικής παραγωγής. Παρά την αδυναμία της νεοελληνικής παραγωγής να συμβαδίσει με τη διεθνή εξέλιξη του πεδίου, εντοπίζονται έργα αναφοράς σε ποικίλες ειδολογικές κατηγορίες, για τα οποία η παρούσα διατριβή επιδιώκει να θεμελιώσει ένα συνεκτικό μεθοδολογικό και ερμηνευτικό υπόβαθρο για την ανάλυσή της. Η έρευνα προτείνει ένα τριπλό μεθοδολογικό σχήμα που εστιάζει: στο ειδολογικό υπόβαθρο κάθε ψηφιακού έργου, στον υλικό-τεχνολογικό του μηχανισμό και στη διαμεσική του πραγμάτωση. Εφαρμόζοντας αυτό το τεχνοτροπικό και ερμηνευτικό μοντέλο, η διατριβή αναλύει αντιπροσωπευτικά νεοελληνικά παραδείγματα ψηφιακής γραφής, όπως τον "Πλανήτη Πρέσπα" της Σοφίας Νικολαΐδου (υπερκειμενική μυθοπλασία), τις "Λεξεικόνες" του Δημοσθένη Αγραφιώτη και τα έργα "Οπτικοποίηση" και "HyperHack. A virus master game" του Κωστή Τριανταφύλλου (ψηφιακή ποίηση), καθώς και το έργο "Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχ΄΄ια" του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (μικροαφηγήσεις αναρτημένες στο Facebook).This doctoral dissertation examines the emergence and evolution of Modern Greek electronic literature through an intermedial, narratological, and multimodal approach. It explores how digital technologies reshape the concept of the literary text, the experimental and ludic reading experience, and the interaction between author, reader, and digital medium. Drawing upon key international theoretical framework, the study reveals the underrepresented Greek electronic creation in comparison to the broader context of global digital literary production. It identifies a delay and fragmentation in the Greek reception of digital poetics and aims to establish a coherent methodological and interpretive foundation for its analysis. The research proposes a three-axis methodological schema focusing on: the generic origin of each digital work, its material-technological apparatus, and its intermedial realization. Applying this technotropical and hermeneutical model, the dissertation analyzes representative Modern Greek examples of digital writing, including Sofia Nikolaïdou’s "Planet Prespa" (hypertext fiction), Demosthenes Agrafiotis’ "Lexeikones" and Kostis Triantafyllou’s "Optikopoiisi" and "HyperHack. A virus master game" (digital poetry), and Chrysostomos Tsapraïlis’s "Pagan Beliefs in the Thessalian Countryside" (microfiction posted on Facebook)

    Computation of exchange rates using discrete stochastic systems and algorithms

    No full text
    Η παρούσα διατριβή αξιοποιεί σύγχρονα στοχαστικά υποδείγματα και ευφυείς παρεμβάσεις κεντρικών τραπεζών για να προσφέρει μια πρωτοποριακή και πολιτικά σημαντική διερεύνηση της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Παρά τις παραδοσιακές θεωρίες συναλλάγματος που υποθέτουν προβλέψιμη συμπεριφορά των αγορών, η πραγματική οικονομία αποκαλύπτει συνεχή μεταβλητότητα, η οποία τροφοδοτείται από κερδοσκοπικές συναλλαγές, μακροοικονομικούς κραδασμούς και περιορισμούς ρευστότητας. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτές οι σύνθετες δυναμικές, η μελέτη αυτή εισάγει τρία καινοτόμα πλαίσια ανάλυσης: το Exchange Stochastic Intervention (ESI) υπόδειγμα, το Stochastic Central Bank Exchange Rate Intervention (SCERI) υπόδειγμα και το Covid-19 Stochastic Exchange Rate (C19SE) υπόδειγμα. Τα υποδείγματα αυτά στοχεύουν να αναδιαμορφώσουν ριζικά την κατανόηση και τη διαχείριση των νομισματικών αγορών, προσφέροντας ταυτόχρονα εργαλεία άμεσης πολιτικής εφαρμογής. Το ESI υπόδειγμα, αξιοποιώντας υπολογιστικές τεχνικές, συνδυάζει τη διάθεση των επενδυτών, τα σήματα της αγοράς, τις ροές ρευστότητας και τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών, προκειμένου να εντοπίσει τις βέλτιστες στρατηγικές παρέμβασης και να παράσχει ένα εφαρμόσιμο σχέδιο για προληπτική σταθεροποίηση της αγοράς με την παρουσία τον επενδυτών θορύβου, οι οποίοι μαθηματικά μοντελοποιούνται με την χρήση της στοχαστικής διαδικασίας Ornstein-Uhlenbeck και τις Αριθμητικές και Γεωμετρικές κινήσεις Brown . Το SCERI υπόδειγμα επεκτείνει αυτή τη λογική, χρησιμοποιώντας ευρετικούς αλγορίθμους σε συνδυασμό με στοχαστικές διαφορικές εξισώσεις για να ποσοτικοποιεί την βέλτιστη πολιτική ανταπόκριση και να διαχειρίζεται τη μεταβλητότητα με πιθανοτική ακρίβεια, λαμβάνοντας τον θόρυβο και την αβεβαιότητα της τραπεζικής παρέμβασης. Το C19SE υπόδειγμα, αναπτυγμένο ειδικά ως αντίδραση στην πανδημία COVID-19, εφαρμόζει αλγοριθμικές τεχνικές για την επίλυση τριών διασυνδεδεμένων στοχαστικών διαφορικών εξισώσεων, επιτρέποντας παρεμβάσεις σε πραγματικό χρόνο υποστηριζόμενες , που σταθεροποιούν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες υπό συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας. Τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι οι στοχευμένες στοχαστικές παρεμβάσεις μετασχηματίζουν τις δυναμικές των διεθνών νομισματικών αγορών, επαληθεύοντας τόσο την πρακτική εφαρμοσιμότητα της Υπόθεσης Αποτελεσματικών Αγορών στη δυναμική των συναλλαγματικών ισοτιμιών, όσο και τη δυνατότητα επαλήθευσής τους σε πειραματικά περιβάλλοντα. Τα υποδείγματα ESI, SCERI και C19SE, μαζί με τους αποδεδειγμένους μαθηματικά αλγορίθμους τους, παρέχουν στις κεντρικές τράπεζες, τους φορείς χάραξης πολιτικής και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ένα ισχυρό, προσανατολισμένο στο μέλλον και υψηλής αποτελεσματικότητας εργαλείο. Ως προς τον τομέα της ποσοτικής χρηματοοικονομικής και της καινοτομίας στην οικονομική πολιτική, η διατριβή αυτή κατοχυρώνεται στην πρωτοπορία του πεδίουThe use of stochastic mathematics and algorithmic approached central bank interventions provide important tools for the stabilization of exchange rate dynamics. In real world fluctuations are generated in exchange rate dynamics, through speculative trading, macroeconomic shocks and liquidity restrictions and the forecasting theories is difficult to measure them mathematically, given tools to the monetary authorities for a strong national currency. Because exchange rate dynamics are complex we introduce three different novel models the Exchange Stochastic Intervention (ESI) model, the Stochastic Central Bank Exchange Rate Intervention (SCERI) model and the Covid-19 Stochastic Exchange Rate (C19SE) model. The ESI is the first model that introduce the mean of noise traders in a fundamentalist - approach model not as a constant number but described by three different Stochastic Differential Equations, Arithmetic Brownian Motion, Geometric Brownian Motion and Ornstein-Uhlenbeck process, where we achieve the combination of real and stochastic world trading activities. The second model, SCERI, is a more realistic model because we achieve to use not only the meaning of randomness with the use of stochastic differential equations in the noise traders, but simultaneously we use the noise in the control variable, which is presented as stochastic controller, in order to achieve the stabilization of exchange rate dynamics. The C19SE model, created in reaction to the COVID-19 pandemic, uses straightforward algorithmic techniques to solve three interconnected stochastic differential equations, which represent the market participants uncertainty. The developed models and algorithms allows for real-time, artificial intelligence-assisted interventions that stabilize exchange rates in the face of severe uncertainty. These findings demonstrate how targeted stochastic interventions change the dynamics of global currency markets, proving both the practical applicability of the Market Efficiency Hypotheses in Exchange Rate Dynamics and their validity in a lab experiment. These three models and their proven algorithms work together to offer central banks, policymakers and financial institutions a strong, forward-thinking and highly effective toolset

    Sustainable catalytic systems development and applications in organic chemistry

    No full text
    Η βιώσιμη χημεία προάγει τους καταλυτικούς μετασχηματισμούς, επιτρέποντας αποδοτικές και φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους για τη σύνθεση πολύπλοκων οργανικών μορίων. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στην ανάπτυξη εκλεκτικών καταλυτικών συστημάτων που αξιοποιούν άφθονα μέταλλα, ανανεώσιμες πρώτες ύλες και μη τοξικούς διαλύτες για την παραγωγή πολύτιμων ενώσεων με ποικίλες εφαρμογές. Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζεται μια σύντομη εισαγωγή στις κύριες θεματικές που εξετάζονται στη διατριβή, παρέχοντας το απαραίτητο υπόβαθρο για την έρευνα που παρουσιάζεται στα επόμενα κεφάλαια. Στο πλαίσιο αυτό, συζητούνται οι αρχές των αντιδράσεων σύζευξης τύπου Ullmann, με έμφαση στον ρόλο τους στη σύνθεση παραγώγων βενζοξανθενίου και βενζοϊμιδαζο[1,2-a]πυριμιδίνης. Ακολουθεί επισκόπηση της συμμετοχής των καρβενίων στη σύνθεση καταλυτών τύπου καρβένιο-μέταλλο-αμίδιο, συμπεριλαμβανομένης αναλυτικής συζήτησης για τις εφαρμογές τους σε καταλυτικές μετατροπές και ως οργανικοί καταλύτες στη δέσμευση CO₂ για τη σύνθεση προπαργυλικών εστέρων. Τέλος, περιγράφεται η σημασία των σουλφονών στην οργανική χημεία, καθώς και μια εισαγωγή στην ενεργοποίηση δεσμού C–H και τις εφαρμογές της στη σύνθεση σουλφονών. Στο Κεφάλαιο 2 παρουσιάζεται ένα πρωτόκολλο για τη σύνθεση πολυαρωματικών ενώσεων με οξυγόνο καταλυμένη από χαλκό. Η προσέγγιση περιλαμβάνει την αντίδραση των παραγώγων N-(υποκατεστημένων)-4,5-διβρω-1,8-ναφθαλιμιδίων με υποκατεστημένα παράγωγα φαινολών μέσω αντίδρασης Ullmann, ακολουθούμενη από ενδομοριακής αριλίωση δεσμού C–H. Είναι σημαντικό ότι το πρωτόκολλο χρησιμοποιεί μικροκυματική ακτινοβολία, καθιστώντας τη μεθοδολογία αποδοτική και πρακτική λόγω εξοικονόμησης χρόνου. Παρουσιάζονται αναλυτικά πειράματα βελτιστοποίησης της αντίδρασης, ακολουθούμενα από την αξιολόγηση μιας σειράς υποστρωμάτων για την σύνθεση ενδιαφερόντων δομικά ενώσεων. Τέλος, παρουσιάζονται μηχανιστικά πειράματα που περιλαμβάνουν πειράματα ελέγχου, πειράματα μέτρησης κινητικών ισοτοπικών φαινομένων, καθώς και υπολογισμοί DFT, προκειμένου να διερευνηθεί ο μηχανισμός της αντίδρασης. Στο Κεφάλαιο 3 παρουσιάζεται ένα νέο πρωτόκολλο για τη σύνθεση παραγώγων βενζο[4,5]ιμιδαζο[1,2-a]πυριμιδινών καταλυμένο από χαλκό, σε ένα μόνο βήμα. Αυτή η προσέγγιση περιλαμβάνει μια διπλή αντίδραση Ullmann, ακολουθούμενη από ένα κρίσιμο βήμα N-αλκυλίωσης, το οποίο ενισχύει τη διαλυτότητα των προϊόντων και οδηγεί στη σύνθεση δύο ισομερών: το κύριο προϊόν από την αλκυλίωση του εξωτερικού αζώτου του 2-αμινοβενζιμιδαζόλης και το δευτερεύον από την αλκυλίωση του αζώτου στον πενταμελή δακτύλιο. Η αντίδραση χρησιμοποιεί χαμηλού κόστους καταλύτη χαλκού σε πολύ μικρές ποσότητες. Παρουσιάζονται αναλυτικά πειράματα βελτιστοποίησης, ακολουθούμενα από μελέτη διαφόρων υποστρωμάτων N-(υποκατεστημένων)-4,5-διβρω-1,8-ναφθαλιμιδίων και 2-αμινοβενζιμιδαζολών. Επίσης, συζητείται μια συνοπτική φωτoφυσική μελέτη των συντιθέμενων ενώσεων που υποδεικνύει πιθανές τεχνολογικές εφαρμογές τους. Στο Κεφάλαιο 4 παρουσιάζεται ο σχεδιασμός, η σύνθεση και ο εκτενής χαρακτηρισμός μιας νέας οικογένειας ενώσεων Au-, Ag- και Cu-NHC σταθερών στον αέρα, το φως και την υγρασία που φέρουν το ανιόν 1H-βενζοτριαζολυλίου ως δότη αμιδίου. Η σύνθεση των συμπλόκων είναι εύκολη και βιώσιμη, χρησιμοποιώντας εμπορικά διαθέσιμες πρώτες ύλες και «πράσινους» διαλύτες υπό ήπιες συνθήκες αντίδρασης χωρίς την ανάγκη αδρανούς ατμόσφαιρας. Οι δομές των καταλυτών καθορίστηκαν μέσω ανάλυσης ακτίνων-Χ και μελετήθηκε η συμπεριφορά τους σε διάλυμα μέσω φασματοσκοπίας NMR. Η καταλυτική δράση αυτών των ενώσεων μελετήθηκε στις αντιδράσεις ενδομοριακής κυκλοποίησης προπαργυλαμιδίων και στην υδροσιλυλίωση καρβονυλικών ενώσεων. Στο Κεφάλαιο 5 περιγράφεται ένα νέο οργανοκαταλυτικό πρωτόκολλο για τη σύνθεση προπαργυλικών εστέρων μέσω της αντίδρασης τερματικών αλκινιών με οργανοχλωρίδια και CO₂. Η αντίδραση καταλύεται από ένα in situ παραγόμενο πολυμερές πρόδρομο Ν-ετεροκυκλικό καρβένιο στηριγμένο σε ένα πολυβινυλικό πολυνορβορνένιο (VA-PNB). Η χρήση στηριγμένου καταλύτη προσφέρει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως η εύκολη σύνθεση πολυμερικών Ν-ετεροκυκλικών αλάτων και η δυνατότητα αναγέννησής του για επαναχρησιμοποίηση. Το πρωτόκολλο είναι φιλικό προς τον χρήστη, αποδοτικό και ευέλικτο, επιτρέποντας τη χρήση τερματικών αλκινιών που φέρουν τόσο ηλεκτρονιοδοτικούς όσο και ηλεκτρονιοαρνητικούς υποκατάστατες. Στο Κεφάλαιο 6 παρουσιάζεται ένα νέο, καταλυόμενο από νικέλιο πρωτόκολλο για τη σύνθεση άρυλο σουλφονών, χρησιμοποιώντας 1H-ινδόλιο-3-καρβοξυλικό οξύ και 4-μεθοξυτοσυλο χλωρίδιο, ακολουθούμενο από αποκαρβοξυλίωση του υποστρώματος. Η αντίδραση χρησιμοποιεί τον ίδιο καταλύτη νικελίου για την αντίδραση αλλά και για την αποκαρβοξυλίωση, εξαλείφοντας την ανάγκη για επιπλέον προσθήκη καταλύτη. Οι αντιδράσεις βελτιστοποίησης οδήγησαν στην επιθυμητή ένωση, 3-((4-μεθοξυφαινυλ)σουλφονυλ)-1H-ινδόλιο, σε χαμηλές έως μέτριες αποδόσεις υπό μικροκυματική ακτινοβολία.Sustainable chemistry advances catalytic transformations by enabling efficient and eco-friendly methods for synthesizing complex organic molecules. This thesis emphasizes on the development of selective catalytic systems that utilize abundant metals, renewable feedstocks, and/or non-toxic solvents to produce valuable compounds for diverse applications. Chapter 1 provides a brief introduction to the main themes explored in this dissertation, offering background for the research presented in subsequent chapters. In this context, the principles of Ullmann-type couplings are discussed, highlighting their role in the synthesis of benzoxanthene and benzo[4,5]imidazo[1,2-a]pyrimidine derivatives. Then, an overview of the involvement of carbenes in the synthesis of carbene-metal-amide catalysts is presented, including a detailed discussion of their applications in catalytic transformations, among others as organocatalysts for CO₂ capture in the synthesis of propargylic esters. Finally, the significance of sulfones in organic chemistry is outlined, together with an introduction to C–H activation and its applications in sulfone synthesis. In Chapter 2, a copper-catalyzed methodology for the synthesis of oxygen-containing polyaromatic molecules is presented. This approach involves the reaction of N-(substituted)-4,5-dibromo-1,8-naphthalimide derivatives with substituted phenols through an Ullmann reaction, followed by an intramolecular C–H arylation step. Notably, this protocol for synthesizing benzoxanthenes employs microwave irradiation, making the methodology both efficient and expedient. Detailed optimization experiments are discussed, followed by the evaluation against a series of substrates, leading to the synthesis of structurally and synthetically intriguing compounds that demonstrate the catalytic potential of the developed protocol. Finally, mechanistic investigations, including control experiments, kinetic isotope effect measurements, and DFT calculations, are presented providing insights into the reaction mechanism. In Chapter 3, a novel, copper-catalyzed protocol for the one-pot synthesis of benzo[4,5]imidazo[1,2-a]pyrimidine analogues is presented. This approach involves a double Ullmann reaction followed by a crucial N-alkylation step. The N-alkylation enhances product solubility, but also generates two regioisomeric products: the major product resulting from the alkylation of the exocyclic nitrogen, and the minor product from the alkylation of the nitrogen in the five-membered ring of 2-aminobenzimidazole. The reaction employs a low cost copper catalyst at very low catalyst loadings. Detailed optimization experiments are described, followed by an extensive study of various N-(substituted)-4,5-dibromo-1,8-naphthalimide and 2-aminobenzimidazole derivatives. A brief photophysical study is also presented, suggesting potential technological applications of the synthesized compounds. In Chapter 4, the design, synthesis, and comprehensive characterization of a new family of air-, light-, and moisture-stable Au-, Ag-, and Cu–NHC complexes bearing the 1H-benzotriazolyl anion as an amide donor are presented. These complexes are synthesized via a facile, sustainable, and straightforward protocol, employing commercially available starting materials under mild reaction conditions with green solvents, without requiring an inert atmosphere. Their molecular structures were determined through X-ray diffraction analysis, and their solution behavior was examined using NMR spectroscopy. The catalytic potential of these complexes was explored both in the intramolecular cyclization of propargylamides and the hydrosilylation of carbonyl compounds. In Chapter 5, a novel organocatalytic protocol for the multicomponent carboxylative coupling of terminal alkynes with organochlorides and CO₂ is described. This reaction utilizes an in situ generated polymeric NHC precursor supported on vinylic addition polynorbornene (VA-PNB). The supported catalyst offers advantages such as straightforward preparation of polymeric imidazolium salts and their easy regeneration for reuse. The protocol is user-friendly, efficient, and versatile, accommodating both electron-withdrawing and electron-donating aromatic substituents on terminal alkynes while using low catalyst loadings. In Chapter 6, a preliminary study towards a nickel-catalyzed decarboxylative protocol for synthesizing aryl sulfones is described, employing 1H-indole-3-carboxylic acid and 4-toluenesulfonyl chloride as substrates. The reaction uses the same nickel catalyst for the decarboxylation step, eliminating the need for additional catalysts, and selectively forms sulfones at the C3 position of indole. Optimization experiments yielded the desired product, 3-((4-methoxyphenyl)sulfonyl)-1H-indole, in low to moderate yields under microwave irradiation

    Διαχρονική μελέτη της διαγενεακής μεταφοράς της αυτοεκτίμησης κατά την εφηβεία: ο διαμεσολαβητικός ρόλος της Συναισθηματικής Νοημοσύνης και της γονικότητας

    No full text
    Η αυτοεκτίμηση αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα ευημερίας· επομένως, στην εφηβεία, η μελέτη της διαμόρφωσής της αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στο πλαίσιο αυτό, η διαγενεακή μεταφορά της παραμένει ένα πεδίο ερευνητικά ανοικτό. Η παρούσα έρευνα εστιάζει στη διερεύνηση αυτής της μεταφοράς από τη μητέρα στο εφηβικής ηλικίας τέκνο της, με πιθανούς ρυθμιστικούς παράγοντες το φύλο και τη σειρά γέννησής του και ως διαμεσολαβητικούς παράγοντες, τη Συναισθηματική Νοημοσύνη μητέρας και τέκνου και τη γονικότητα, όπως αναφέρεται και από τους δύο. Η έρευνα βασίστηκε σε διαχρονικά δεδομένα, με απόκλιση ενός έτους, από 201 δυάδες μητέρων-έφηβων τέκνων, με χρήση της «Κλίμακας Αυτοεκτίμησης του Rosenberg», της «Κλίμακας Συναισθηματικής Νοημοσύνης των Wong & Law», του «Ερωτηματολογίου Γονικής Συμπεριφοράς», και της «Κλίμακας Συναισθηματικής Σύνδεσης». Η μελέτη επιβεβαίωσε τη διαγενεακή μεταφορά της αυτοεκτίμησης, αναδεικνύοντας την επίδραση της αυτοεκτίμησης της μητέρας σε εκείνη του τέκνου, καθώς και στη μεταβολή της. Ισχυρότερη φάνηκε η επίδραση σε μητέρα-κόρη, ιδίως την πρωτότοκη, ενώ διαχρονικά δεν εντοπίστηκαν ρυθμιστικά μοτίβα. Ο διαμεσολαβητικός ρόλος της Συναισθηματικής Νοημοσύνης του τέκνου επιβεβαιώθηκε τόσο συγχρονικά όσο και διαχρονικά, ενώ για τη γονικότητα, η αναφορά του τέκνου επιβεβαιώθηκε συγχρονικά, και παράγοντες της γονικότητας όπως αναφέρει η μητέρα διαχρονικά, εξηγώντας μερικώς τη μεταφορά. Οι επιδράσεις ρυθμιστικής διαμεσολάβησης δεν επιβεβαιώθηκαν συστηματικά, με εξαίρεση ορισμένες συγχρονικές αναλύσεις υπό τον ρυθμιστικό ρόλο του φύλου. Τέλος, αναδείχθηκαν διαφορές στις μεταβλητές σε σχέση με ατομικούς παράγοντες. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τον ρόλο της οικογενειακής δυναμικής στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης στην εφηβεία, με τις πρακτικές εφαρμογές τους να συζητούνται.Self-esteem is recognized as an important factor of well-being; therefore, in adolescence, the study of its formation acquires particular significance. In this context, its intergenerational transmission remains an open field of research. The present study focuses on investigating this transmission from mother to adolescent offspring, with possible moderating roles of offspring’s gender and birth order, as well as mediating roles of mother’s and offspring’s Emotional Intelligence, and parenting, as reported by both. The research was based on longitudinal data, with a one-year interval, from 201 mother-adolescent offspring dyads, using the “Rosenberg Self-Esteem Scale”, the “Wong & Law Emotional Intelligence Scale”, the “Parental Behavior Questionnaire”, and the “Connectedness Scale”. The study confirmed the intergenerational transmission of self-esteem, highlighting the influence of the mother’s self-esteem on that of her offspring, as well as on the prediction of its change. The effect appeared stronger in mother-daughter dyads, especially the firstborn, while no moderating patterns were detected longitudinally. The mediating role of the offspring’s Emotional Intelligence was confirmed both cross-sectionally and longitudinally, whereas for parenting, the offspring’s report was confirmed cross-sectionally, and factors of mother’s report longitudinally, partially explaining the transmission. Moderated mediation effects were not systematically confirmed, with exceptions in certain cross-sectional analyses under the moderating role of gender. Finally, differences in study variables related to individual factors were highlighted. The findings underscore the role of family dynamics in shaping self-esteem during adolescence, with their practical applications discussed

    Η επίδραση της σταθερής εξωνοσοκομειακής παρακολούθησης ψυχιατροδικαστικών ασθενών στη λειτουργικότητα / ποιότητα ζωής τους και στην υποτροπή παραβατικότητας

    No full text
    Εισαγωγή: Οι ψυχιατροδικαστικοί ασθενείς με σοβαρές ψυχικές διαταραχές αποτελούν έναν ιδιαίτερα απαιτητικό και κοινωνικά ευάλωτο πληθυσμό, καθώς παρουσιάζουν αυξημένη ψυχοπαθολογική επιβάρυνση, χαμηλή λειτουργικότητα, κακή ποιότητα ζωής, υψηλά ποσοστά συννοσηρότητας και ιστορικό παραβατικότητας. Η εξωνοσοκομειακή παρακολούθηση και υποστήριξή τους στην κοινότητα απαιτεί ολοκληρωμένη κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν την κλινική σταθεροποίηση, τη λειτουργική αποκατάσταση και τον κίνδυνο υποτροπής. Παρά τη σημασία αυτών των παραμέτρων, τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια πορεία των ψυχιατροδικαστικών ασθενών αναφορικά με τη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής, τη γενική υγεία, την ψυχιατρική συμπτωματολογία, την παρορμητικότητα και την επιθετικότητα παραμένουν περιορισμένα, ιδίως στο πλαίσιο της εξωνοσοκομειακής φροντίδας. Σκοπός: Η μελέτη διερεύνησε την επίδραση της συστηματικής εξωνοσοκομειακής παρακολούθησης σε ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς του Ειδικού Ιατρείου Ψυχιατροδικαστικής του Π.Γ.Ν. «Αττικόν» και συνέκρινε την πορεία τους με ομάδα ψυχιατρικών ασθενών χωρίς ιστορικό παραβατικότητας. Οι μεταβολές στη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής, τη γενική υγεία, την ψυχοπαθολογία και την ψυχιατρική συμπτωματολογία, την παρορμητικότητα και την επιθετικότητα εξετάστηκαν σε τέσσερα χρονικά σημεία σε διάστημα 24 μηνών, με στόχο τον εντοπισμό παραγόντων που συνδέονται με σταθεροποίηση, λειτουργική αποκατάσταση και μείωση κινδύνου υποτροπής. Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε προοπτική διαχρονική μελέτη, στην οποία συμπεριλήφθησαν 120 συμμετέχοντες (μέση ηλικία 41,3), εκ των οποίων 63 (52,5%) ήταν ψυχιατροδικαστικοί ασθενείς και 57 (47,5%) ήταν ψυχιατρικοί ασθενείς. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν στις χρονικές φάσεις Τ1 (baseline), Τ2 (6 μήνες), Τ3 (12 μήνες) και Τ4 (24 μήνες). Η αξιολόγηση περιέλαβε δημογραφικά, κοινωνικά, κλινικά και νομικά χαρακτηριστικά, καθώς και τις κλίμακες σφαιρικής εκτίμησης της λειτουργικότητας (Global Assessment of Functioning - GAF), ποιότητας ζωής (World Health Organization Quality of Life – BREF version - WHOQOL-BREF), γενικής υγείας (General Health Questionnaire-28 - GHQ-28), θετικού και αρνητικού συνδρόμου (Positive and Negative Syndrome Scale – PANSS), παρορμητικότητας Barratt (Barratt Impulsiveness Scale - BIS-11) και ερωτηματολόγιο επιθετικότητας (Aggression Questionnaire – AQ). Η ανάλυση περιλάμβανε περιγραφικά στατιστικά, x², t-test, επαναλαμβανόμενες μετρήσεις (ANOVA/μικτά γραμμικά μοντέλα) και πολυπαραγοντικά μοντέλα γραμμικής παλινδρόμησης. Αποτελέσματα: Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν άνδρες (82,5%). Η κύρια διάγνωση ήταν σχιζοφρένεια/ψύχωση (96,5%). Στους ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς καταγράφηκε συννοσηρότητα με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας (36,5%) και με διαταραχή χρήσης ουσιών (19%). Το 72% του συνόλου των συμμετεχόντων ήταν άνεργοι, ενώ το υποστηρικτικό δίκτυο ήταν χαμηλότερο στους ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς (68,3% έναντι 89,5%). Το 50,8% των ατόμων είχε διαπράξει βίαιο έγκλημα. Το 39,7% των παραβατών είχαν διαπράξει πράξεις που προκαλούν βλάβη ή έχουν πρόθεση να προκαλέσουν βλάβη στο άτομο και το 46,0% των παραβατών είχαν διαπράξει το αδίκημά τους με φυσικό τρόπο, δηλαδή με τα χέρια τους. Το 71,4% των παραβατών φυλακίστηκε και το 66,7% αυτών εξέτισε ποινή φυλάκισης διάρκειας 1-10 έτη. Ακόμα, το 46,0% των παραβατών είχαν κάνει το αδίκημα τους με θύμα κάποιον απλό γνωστό τους και το 39,7% σε έναν άγνωστο. Το 39,7% των παραβατών είχαν ιστορικό διάπραξης εγκλήματος. Αναφορικά με τη λειτουργικότητα (GAF) παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση (p<0,001), με βελτίωση του μέσου όρου από 50,3 (Τ1) σε 62,7 (Τ4) στους ψυχιατροδικαστικούς και από 51,2 (Τ1) σε 64,1 (Τ4) στους ψυχιατρικούς ασθενείς. Η ποιότητα ζωής (WHOQOL-BREF) βελτιώθηκε σημαντικά σε όλες τις διαστάσεις (p<0,001). Η συνολική QoL αυξήθηκε από 33,53 (Τ1) σε 68,85 (Τ4) στους ψυχιατροδικαστικούς και από 34,87 (Τ1) σε 69,08 (Τ4) στους ψυχιατρικούς ασθενείς, ενώ η διάσταση «Περιβάλλον» παρουσίασε μεγαλύτερη βελτίωση στους ψυχιατροδικαστικούς (p≈0,02). Η κατάσταση γενικής υγείας (GHQ-28) βελτιώθηκε σημαντικά (p<0,001), με μείωση στη συνολική βαθμολογία από 34,1 σε 14,84 στους ψυχιατροδικαστικούς και από 35,51 σε 13,63 στους ψυχιατρικούς ασθενείς. Η ψυχοπαθολογία και η ψυχιατρική συμπτωματολογία (PANSS) μειώθηκε σημαντικά (p<0,001), από 75,71 (Τ1) σε 45,86 (Τ4) στους ψυχιατροδικαστικούς και από 76,84 (Τ1) σε 44,05 (Τ4) στους ψυχιατρικούς ασθενείς, ενώ η βαθμολογία στην κλίμακα Composite scale ήταν σημαντικά υψηλότερη στους ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς, συστηματικά σε όλες τις μετρήσεις, όπως και η βαθμολογία στην κλίμακα θετικής συμπτωματολογίας στην 3η και την 4η μέτρηση. Η παρορμητικότητα (BIS-11) μειώθηκε σημαντικά (p<0,001) και στις δύο ομάδες, με σταθερά υψηλότερες τιμές στους ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς. Αντίστοιχα, η επιθετικότητα (AQ) μειώθηκε σημαντικά (p<0,001), από 99,62 (Τ1) σε 85,25 (Τ4) στους ψυχιατροδικαστικούς και από 72,05 (Τ1) σε 59,93 (Τ4) στους ψυχιατρικούς ασθενείς. Οι συσχετίσεις έδειξαν ότι καλύτερη λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής συνδέθηκαν με καλύτερη γενική υγεία, λιγότερα ψυχιατρικά συμπτώματα, μειωμένη παρορμητικότητα και επιθετικότητα. Υψηλότερη τιμές στις GHQ-28 και PANSS συσχετίστηκαν με αυξημένη παρορμητικότητα και επιθετικότητα, ενώ οι δύο τελευταίες μεταβλητές συσχετίστηκαν θετικά μεταξύ τους. Στις πολυπαραγοντικές αναλύσεις στους ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς, στην αρχική μέτρηση, υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο σχετιζόταν με καλύτερη συνολική ποιότητα ζωής (β=0,187, p<0,001) και σωματική υγεία (β=0,067, p=0,006). Το ιστορικό κατάχρησης ουσιών σχετίστηκε με χειρότερη ψυχολογική υγεία (β=-0,168, p=0,001), κοινωνικές σχέσεις (β=-0,177, p=0,024) και περιβάλλον (β=-0,236, p<0,001). Στους 24 μήνες υψηλότερη εκπαίδευση σχετιζόταν με καλύτερη συνολική QoL (β=0,027, p=0,016), σωματική (β=0,020, p=0,016) και ψυχολογική υγεία (β=0,031, p<0,001), ενώ ιστορικό χρήσης ουσιών και αυτοαναφερόμενο ιστορικό διαταραχή συμπεριφοράς συσχετίστηκαν με χειρότερες κοινωνικές σχέσεις (β=-0,107, p<0,001 και β=-0,067, p=0,008 αντίστοιχα), και χειρότερο περιβάλλον (β=-0,040, p=0,034). Συμπεράσματα: Οι ψυχιατροδικαστικοί ασθενείς εμφάνιζαν αρχικά σημαντικά επιβαρυμένη ψυχοπαθολογία και ψυχιατρική συμπτωματολογία, παρορμητικότητα και επιθετικότητα, καθώς και χαμηλότερη λειτουργικότητα, γενική υγεία και ποιότητα ζωής σε σχέση με τους ψυχιατρικούς ασθενείς, ωστόσο κατά την 24μηνη εξωνοσοκομειακή παρακολούθηση παρατηρήθηκε σταθερή και ουσιαστική βελτίωση σε όλες τις παραμέτρους, με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά υποτροπής. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι δείκτες λειτουργικότητας, ποιότητας ζωής, γενικής υγείας, ψυχιατρικής συμπτωματολογίας, παρορμητικότητας και επιθετικότητας λειτουργούν ως δυναμικοί παράγοντες, παρουσιάζοντας σταδιακή βελτίωση και ισχυρές μεταξύ τους συσχετίσεις. Παράγοντες όπως υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και απουσία χρήσης ουσιών αναδείχθηκαν ως προστατευτικοί, ενώ η απουσία υποστηρικτικού περιβάλλοντος και το ιστορικό ουσιοεξάρτησης συνδέθηκαν με επιβαρυμένη πορεία. Τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της ενίσχυσης εξειδικευμένων κοινοτικών υπηρεσιών, της παρακολούθησης δυναμικών δεικτών επικινδυνότητας και της ανάπτυξης στοχευμένων παρεμβάσεων κοινωνικής επανένταξης, οι οποίες μπορούν να συμβάλλουν στη μείωση της επικινδυνότητας και στην αποτροπή της υποτροπής.Introduction: Forensic psychiatric patients with severe mental disorders constitute a particularly demanding and socially vulnerable population, as they present increased psychopathological burden, low functioning, poor quality of life, high rates of comor-bidity and a history of criminal behaviour. The outpatient follow-up and support require a comprehensive understanding of the factors influencing clinical stabilisation, function-al recovery and relapse risk. Despite the importance of these parameters, available data regarding the long-term course of forensic psychiatric patients in terms of functioning, quality of life, general health, psychiatric symptomatology, impulsivity and aggression remain limited, particularly within the context of outpatient care. Aim: The study investigated the impact of systematic outpatient follow-up in forensic psychiatric patients monitored at the Forensic Psychiatry Outpatient Unit of the Univer-sity General Hospital “Attikon” and compared their changes with a group of psychiatric patients without a history of criminal behaviour. Changes in functioning, quality of life, general health, psychopathology and psychiatric symptomatology, impulsivity and ag-gression were examined across four timepoints over a 24-month period, with the aim of identifying factors associated with stabilisation, functional recovery and reduction of relapse risk. Method: A prospective longitudinal study was conducted, including 120 participants (mean age 41.3), of whom 63 (52.5%) were forensic psychiatric patients and 57 (47.5%) were psychiatric patients. Participants were assessed at T1 (baseline), T2 (6 months), T3 (12 months) and T4 (24 months). Evaluation included demographic, social, clinical and legal characteristics, as well as the GAF, WHOQOL-BREF, GHQ-28, PANSS, BIS-11 and AQ scales. Statistical analysis included descriptive statistics, x², t-tests, repeated-measures analyses (ANOVA/mixed linear models) and multivariable linear regression analyses. Results: The majority of participants were male (82.5%). The primary diagnosis was schizophrenia/psychosis (96.5%). Among forensic psychiatric patients, comorbidity with antisocial personality disorder (36.5%) and substance use disorder (19%) was rec-orded. A total of 72% of all participants were unemployed, while social support was lower among forensic psychiatric patients (68.3% vs 89.5%). A percentage of 71.4% of forensic psychiatric patients had served a prison sentence, 47.6% for 1–10 years. Among them, 39.7% had committed acts causing, or intending to cause, physical harm to another person, while in 39.7% the victims were familiar individuals, and 39,7% had a previous offending or criminal history. Recidivism during the 24-month follow-up occurred in only 3.2%. Regarding functioning (GAF), a significant improvement was observed (p<0,001), with mean scores increasing from 50.3 (T1) to 62.7 (T4) in forensic psychi-atric patients and from 51.2 (T1) to 64.1 (T4) in psychiatric patients. Quality of life (WHOQOL-BREF) improved significantly across all domains (p<0.001). Overall QoL increased from 33.53 (T1) to 68.85 (T4) in forensic psychiatric patients and from 34.87 (T1) to 69.08 (T4) in psychiatric patients, while the “Environment” domain showed greater improvement in forensic psychiatric patients (p≈0.02). General health (GHQ-28) improved significantly (p<0.001), with total scores decreasing from 34.1 to 14.84 in forensic psychiatric patients and from 35.51 to 13.63 in psychiatric patients. Psycho-pathology and psychiatric symptomatology (PANSS) decreased significantly (p<0.001), from 75.71 (T1) to 45.86 (T4) in forensic psychiatric patients and from 76.84 (T1) to 44.05 (T4) in psychiatric patients, while Composite scale scores were consistently higher in forensic psychiatric patients across all measurements, as were Positive subscale scores at T3 and T4. Impulsivity (BIS-11) decreased significantly (p<0.001) in both groups, with consistently higher levels in forensic psychiatric pa-tients. Similarly, aggression (AQ) decreased significantly (p<0.001), from 99.62 (T1) to 85.25 (T4) in forensic psychiatric patients and from 72.05 (T1) to 59.93 (T4) in psy-chiatric patients. Correlational analyses showed that better functioning and quality of life were associated with better general health, fewer psychiatric symptoms, and reduced impul-sivity and aggression. Higher GHQ-28 and PANSS scores were associated with in-creased impulsivity and aggression, while the latter two variables were positively asso-ciated with each other. In multivariate analyses among forensic psychiatric patients at baseline, higher educational level was associated with better overall quality of life (β=0.187, p<0.001) and physical health (β=0.067, p=0.006). Substance use history was associated with poorer psychological health (β=-0.168, p=0.001), social relationships (β=-0.177, p=0.024) and environment (β=-0.236, p<0.001). At 24 months, higher education was associated with better overall QoL (β=0.027, p=0.016), physical health (β=0.020, p=0.016) and psychological health (β=0.031, p<0.001), while substance use history and self-reported behavioural disorder history were associated with poorer social rela-tionships (β=-0.107, p<0.001 and β=-0.067, p=0.008, respectively) and poorer envi-ronment (β=-0.040, p=0.034). Conclusions: Forensic psychiatric patients initially presented significantly higher psy-chopathology and psychiatric symptomatology, impulsivity and aggression, as well as lower functioning, general health and quality of life compared with psychiatric patients; however, during the 24-month outpatient follow-up, a steady and substantial improve-ment was observed across all parameters, with exceptionally low relapse rates. The findings indicate that functioning, quality of life, general health, psychiatric sympto-matology, impulsivity and aggression operate as dynamic factors, showing gradual im-provement and strong intercorrelations. Protective factors included higher educational level and absence of substance use, whereas lack of supportive environment and a his-tory of substance dependence were associated with poorer outcomes. The results high-light the importance of strengthening specialised community services, monitoring dy-namic risk factors as indicators and developing targeted social reintegration interven-tions that may contribute to reducing risk and preventing relapse

    Exploring Environmental Justice in Higher Education Through Applied Theatre: An Interpretative Phenomenological Approach

    No full text
    Η παρούσα μελέτη διερευνά τον ρόλο του εφαρμοσμένου θεάτρου ως μορφής πολιτισμικής διαμεσολάβησης στη διαχείριση ζητημάτων περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στην ανώτατη εκπαίδευση. Στην έρευνα συμμετείχαν οκτώ πανεπιστημιακοί διδάσκοντες, οι οποίοι παρείχαν ποιοτικά δεδομένα μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων με έμφαση στις αντιλήψεις τους για τις περιβαλλοντικές ανισότητες, τις διδακτικές τους πρακτικές και τις δυνατότητες των θεατρικών προσεγγίσεων να ενισχύουν την κριτική ενασχόληση με ζητήματα βιωσιμότητας, αξιοποιώντας την προϋπάρχουσα εμπειρία τους από θεατροπαιδαγωγικές μεθόδους στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Με τη χρήση ανάλυσης περιεχομένου, η μελέτη αναδεικνύει ότι οι περιβαλλοντικές ανισότητες συγκροτούνται ως φαινόμενα που συνδέονται άμεσα με τις κοινωνικές σχέσεις, την πρόσβαση σε πόρους και τις συλλογικές εμπειρίες, πέρα από τη στενή υλική ή οικολογική τους διάσταση. Τα ευρήματα δείχνουν ότι το εφαρμοσμένο θέατρο διαμορφώνει έναν ενδιάμεσο μαθησιακό χώρο όπου γνώση, συναίσθημα και δράση συναντώνται, δίνοντας τη δυνατότητα στους φοιτητές να προσεγγίσουν κριτικά και βιωματικά κοινωνικές και περιβαλλοντικές αδικίες. Ως βασικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική ενσωμάτωση αυτών των πρακτικών αναδεικνύονται η στοχευμένη επιμόρφωση των διδασκόντων, η θεσμική υποστήριξη και οι διεπιστημονικές συνεργασίες, ενώ παραμένουν σημαντικοί οι περιορισμοί που σχετίζονται με τους διαθέσιμους πόρους, τον διδακτικό χρόνο και την αναγνώριση στο επίπεδο των προγραμμάτων σπουδών. Η μελέτη συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός θεωρητικού πλαισίου που τοποθετεί το εφαρμοσμένο θέατρο ως πολιτισμική διαμεσολάβηση στην ανώτατη εκπαίδευση, προσεγγίζοντάς το ως κοινωνική και παιδαγωγική πρακτική παράλληλα με την καλλιτεχνική του διάσταση. Το πλαίσιο αυτό διατυπώνει κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα και εκπαιδευτική πολιτική, με έμφαση στον σχεδιασμό βιώσιμων διδακτικών πρακτικών που συνδέουν την ανώτατη εκπαίδευση με την κοινωνική δικαιοσύνη και την οικολογική ευθύνη

    Εκτίμηση πλημμυρικής επικινδυνότητας στις υδρογραφικές λεκάνες του όρμου του Ναυαρίνου με την εφαρμογή πολυκριτηριακής ανάλυσης

    No full text
    Οι πλημμύρες αποτελούν ένα από τα πιο καταστροφικά φυσικά φαινόμενα, με σοβαρές επιπτώσεις σε ανθρώπους και περιουσίες .Η κατανόηση και η μελέτη του πλημμυρικού κινδύνου είναι απαραίτητη για την πρόληψη, τη διαχείριση και τον σχεδιασμό αποτελεσματικών μέτρων προστασίας, μειώνοντας τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες . Η παρούσα διπλωματική επικεντρώνεται στην εκτίμηση της πλημμυρικής επικινδυνότητας στη περιοχή των υδρογραφικών λεκανών στον κόλπο του Ναυαρίνου, αξιοποιώντας τη μέθοδο Αναλυτικής Ιεράρχησης (AHP) σε συνδυασμό με Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS). Εξετάστηκαν έξι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση πλημμυρικών φαινομένων: οι μορφολογικές κλίσεις, το υψόμετρο, η απόσταση από το υδρογραφικό δίκτυο, η υδρογραφική πυκνότητα, η λιθολογία και οι χρήσεις γης. Μέσω ζευγαρωτών συγκρίσεων και υπολογισμού συντελεστών βαρύτητας, καθορίστηκε η σχετική επίδραση κάθε παραμέτρου στον συνολικό κίνδυνο. Οι θεματικοί χάρτες για κάθε παράμετρο αναπαριστούν τη χωρική κατανομή της πλημμυρικής επικινδυνότητας, ενώ ο τελικός συνδυαστικός χάρτης παρέχει συνολική εικόνα των περιοχών υψηλού, μέσου και χαμηλού κινδύνου.Floods constitute one of the most destructive natural phenomena, with serious impacts on humans and property. Understanding and studying flood risk is necessary for the prevention, management, and planning of effective protective measures, reducing social and economic consequences. The present thesis focuses on the assessment of flood hazard in the watershed areas in the Gulf of Navarino, utilizing the Analytic Hierarchy Process (AHP) method in combination with Geographic Information Systems (GIS). Six key factors affecting the occurrence of flood phenomena were examined: morphological slopes, elevation, distance from the drainage network, drainage density, lithology, and land uses. Through pairwise comparisons and calculation of weighting coefficients, the relative influence of each parameter on the overall risk was determined. The thematic maps for each parameter represent the spatial distribution of flood hazard, while the final composite map provides an overall view of areas of high, medium, and low risk

    Ωραιότης & Ιερότης

    No full text
    Η παρούσα μελέτη, αποτελεί ένα απόσπασμα μίας αισθητικο-φαινομενολογικής προσέγγισης του Ωραίου και του Ιερού προς αποκάλυψη της μύχιας ημών Αλήθειας.Μία μορφή τελετουργικής κατάβασης στο Έργο Τέχνης. Ένας απτός αντικατοπτρισμός του εαυτού μας.The present study constitutes an excerpt from an aesthetic-phenomenological approach to the Beautiful and the Sacred, aiming at the revelation of our innermost Truth. A form of ritual descent into the Work of Art. A tangible reflection of ourselves

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇