National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Αξιολόγηση Δορυφορικής Αποστολής LiDAR Αισθητήρα για την Λήψη Δεδομένων με σκοπό την χρήση τους στο σύστημα πληροφοριών C6ISR στην αμυντική στρατηγική της Ελλάδας
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τη μελέτη, αξιολόγηση και διερεύνηση της δυνατότητας ενσωμάτωσης αισθητήρων LiDAR σε μικροδορυφορικές και νανοδορυφορικές πλατφόρμες, με έμφαση στις τεχνικές, επιχειρησιακές και στρατηγικές τους εφαρμογές στο σύγχρονο διαστημικό και αμυντικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο της έρευνας, αναλύονται τόσο οι θεμελιώδεις φυσικές αρχές λειτουργίας της τεχνολογίας LiDAR όσο και οι σύγχρονες τάσεις του οικοσυστήματος New Space, με στόχο την αποτύπωση των δυνατοτήτων και των περιορισμών που χαρακτηρίζουν τις αποστολές μικρής κλίμακας. Αρχικά, παρουσιάζονται η ιστορική εξέλιξη, οι κατηγορίες και οι βασικές εφαρμογές των συστημάτων LiDAR, καθώς και τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν την απόδοσή τους σε διαστημικές συνθήκες. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι αρχιτεκτονικές διαστημικών αποστολών, οι μέθοδοι μέτρησης εμβέλειας, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί και τα κριτήρια επιλογής αισθητήρων, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης σχεδιασμού. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάλυση και επεξεργασία των δεδομένων LiDAR, όπου μελετώνται οι τεχνικές προεπεξεργασίας, φιλτραρίσματος, ταξινόμησης και εξαγωγής πληροφορίας, καθώς και τα βασικά λογισμικά εργαλεία διαχείρισης νέφους σημείων. Παράλληλα, διερευνάται ο ρόλος των δορυφορικών δεδομένων στα συστήματα C6ISR και αξιολογούνται οι δυνατότητες αξιοποίησης της τεχνολογίας LiDAR στο ελληνικό αμυντικό και θεσμικό πλαίσιο, σε συνάρτηση με το Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων. Στο πειραματικό μέρος της εργασίας παρουσιάζεται η υλοποίηση εργαστηριακής προσομοίωσης μικρής κλίμακας της λειτουργίας αισθητήρα LiDAR σε δορυφορικό περιβάλλον, με στόχο τη μελέτη των οπτικών και ανιχνευτικών διεργασιών του συστήματος. Αναλύονται η μεθοδολογία, τα πειραματικά αποτελέσματα, οι περιορισμοί της προσέγγισης και η συγκριτική αξιολόγησή τους με πραγματικές διαστημικές εφαρμογές. Η εργασία ολοκληρώνεται με τη σύνθεση των θεωρητικών και πειραματικών ευρημάτων και τη διατύπωση προτάσεων για τη μελλοντική ανάπτυξη αποστολών μικρής κλίμακας με αισθητήρες LiDAR, συμβάλλοντας στη διεύρυνση της ελληνικής επιστημονικής βιβλιογραφίας στον τομέα της διαστημικής τηλεπισκόπησης και της αμυντικής πληροφορικής. Θεματική Περιοχή: Διαστημική τηλεπισκόπηση, τεχνολογία LiDAR, σχεδιασμός μικροδορυφορικών αποστολών, ανάλυση δεδομένων και εφαρμογές C6ISR. Λέξεις-Κλειδιά: LiDAR, CubeSat, μικροδορυφόροι, τηλεπισκόπηση, C6ISR, διαστημική αποστολή, επεξεργασία δεδομένων, αισθητήρες, New Space.This thesis deals with the study, evaluation, and investigation of the possibility of integrating LiDAR sensors into microsatellite and nanosatellite platforms, with an emphasis on their technical, operational, and strategic applications in the modern space and defense environment. The research analyzes both the fundamental physical principles of LiDAR technology and contemporary trends in the New Space ecosystem, with the aim of identifying the capabilities and limitations that characterize small-scale missions. First, the historical development, categories, and basic applications of LiDAR systems are presented, as well as the technological characteristics that determine their performance in space conditions. Next, space mission architectures, range measurement methods, environmental constraints, and sensor selection criteria are examined within the context of a comprehensive design approach. Particular emphasis is placed on the analysis and processing of LiDAR data, where pre-processing, filtering, classification, and information extraction techniques are studied, as well as the basic point cloud management software tools. At the same time, the role of satellite data in C6ISR systems is investigated and the possibilities of utilizing LiDAR technology in the Greek defense and institutional framework are evaluated, in conjunction with the National Microsatellite Program. The experimental part of the thesis presents the implementation of a small-scale laboratory simulation of LiDAR sensor operation in a satellite environment, with the aim of studying the optical and detection processes of the system. The methodology, experimental results, limitations of the approach, and their comparative evaluation with real space applications are analyzed. The paper concludes with a synthesis of the theoretical and experimental findings and the formulation of proposals for the future development of small-scale missions with LiDAR sensors, contributing to the expansion of Greek scientific literature in the field of space remote sensing and defense informatics. Subject Area: Space remote sensing, LiDAR technology, microsatellite mission design, data analysis, and C6ISR applications. Keywords: LiDAR, CubeSat, microsatellites, remote sensing, C6ISR, space mission, data processing, sensors, New Space
Predicting Mild Cognitive Impairment and Dementia with Machine Learning: A Comprehensive Analysis
Η νόσος Alzheimer (AD) είναι μία προοδευτική νευροεκφυλιστική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, διαταραχές μνήμης και μειωμένη λειτουργική ικανότητα. Η έγκαιρη και ακριβής αναγνώριση ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης Ήπιας Γνωστικής Διαταραχής (Mild Cognitive Impairment ή MCI) ή άνοιας είναι κρίσιμη για την έγκαιρη παρέμβαση, τη σωστή διαχείριση των ασθενών και τον σχεδιασμό ερευνητικών μελετών, καθώς η MCI συχνά αποτελεί ένα μεταβατικό και ετερογενές στάδιο μεταξύ της φυσιολογικής γήρανσης και της άνοιας. Τα τελευταία χρόνια, μέθοδοι μηχανικής μάθησης έχουν εφαρμοστεί εκτενώς σε κλινικά και νευροψυχολογικά δεδομένα με στόχο την υποστήριξη της ταξινόμησης της γνωστικής κατάστασης και την πρώιμη ανίχνευση της γνωστικής διαταραχής. Τέτοιες δεδομενοκεντρικές προσεγγίσεις έχουν παρουσιάσει ενθαρρυντική διακριτική ικανότητα, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζονται κατάλληλες στρατηγικές προεπεξεργασίας και επιλογής χαρακτηριστικών για την αντιμετώπιση του υψηλού θορύβου που χαρακτηρίζει τα κλινικά δεδομένα. Η παρούσα πτυχιακή εργασία διερευνά τη χρήση μεθόδων μηχανικής μάθησης για την ταξινόμηση της γνωστικής κατάστασης βάσει εκτενών κλινικών, νευροψυχολογικών και δημογραφικών δεδομένων. Χρησιμοποιώντας το σύνολο δεδομένων HELIAD, αξιολογούνται διαφορετικές στρατηγικές προεπεξεργασίας, τεχνικές επιλογής χαρακτηριστικών και αλγόριθμοι ταξινόμησης, με σκοπό να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητά τους στη διάκριση υγιών ατόμων από άτομα με MCI ή άνοια. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η κατάλληλη μεθοδολογία επιλογής χαρακτηριστικών και η επιλογή βελτιστοποιημένων μοντέλων μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την απόδοση της ταξινόμησης σε σύγκριση με τα βασικά μοντέλα αναφοράς. Η μελέτη αναδεικνύει τις δυνατότητες των δεδομενοκεντρικών προσεγγίσεων να υποστηρίξουν τους κλινικούς στην πρώιμη ανίχνευση της γνωστικής έκπτωσης και να διευκολύνουν πιο στοχευμένες διαδικασίες παρακολούθησης σε πληθυσμιακές μελέτες.Alzheimer’s disease (AD) is a progressive neurodegenerative disorder marked by cognitive decline, memory impairment, and reduced functional capacity. Early and accurate identification of individuals at risk for Mild Cognitive Impairment (MCI) or Dementia is essential for timely intervention, patient management, and research planning, as MCI often represents a transitional and heterogeneous stage between normal aging and dementia. In recent years, machine learning methods have been increasingly applied to clinical and neuropsychological data to support the classification of cognitive status and the early detection of cognitive impairment. Such data-driven approaches have demonstrated promising discriminative performance, particularly when appropriate preprocessing and feature selection strategies are employed to address the high dimensionality and noise inherent in clinical datasets. This thesis investigates the use of machine learning methods to classify cognitive status based on comprehensive clinical, neuropsychological, and demographic data. Using the HELIAD dataset, we evaluate several preprocessing strategies, feature selection techniques, and classification algorithms to determine their effectiveness in distinguishing healthy individuals from those with MCI or dementia. The findings show that appropriate feature engineering and model selection can substantially improve classification performance compared to baseline models. The study highlights the potential of data-driven approaches to support clinicians in early detection workflows and to facilitate more targeted follow-up assessments in population studies
Η απαλλοτρίωση ως στοιχείο της νομοτυπικής μορφής του δικαιώματος διάρρηξης
Οι διατάξεις των άρθρων 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα συγκροτούν ένα ειδικό πλέγμα ρυθμίσεων για την προστασία των δανειστών, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δολίως επιδίδεται σε μεταβιβάσεις ή άλλες πράξεις απαλλοτρίωσης των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα η λοιπή περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της απαλλοτρίωσης καθίσταται κομβικής σημασίας, καθώς αποτελεί μία εκ των ουσιαστικών προϋποθέσεων της νομοτυπικής μορφής του δικαιώματος διάρρηξης, αλλά και το μέσο πραγμάτωσης της καταδολιευτικής πρόθεσης του οφειλέτη. Υπό το φως του σαφούς τελολογικού προσανατολισμού του θεσμού, που δεν είναι άλλος από την προστασία των δανειστών, ο όρος «απαλλοτρίωση» ερμηνεύεται υπό ευρεία έννοια, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τη μεταβίβαση, ήτοι τη λεγόμενη εν στενή εννοία απαλλοτρίωση, αλλά και κάθε έγκυρη και ηθελημένη επιβάρυνση, επί τα χείρω αλλοίωση ή και κατάργηση περιουσιακού δικαιώματος του οφειλέτη, εμπράγματου ή ενοχικού, δια της οποίας επέρχεται μείωση της υπέγγυας στους δανειστές περιουσίας. Κατά κανόνα, μια τέτοιου είδους επέμβαση στο ενεργητικό της περιουσίας του οφειλέτη συντελείται δικαιοπρακτικά. Ωστόσο, στην έννοια της απαλλοτρίωσης διεκδικούν υπαγωγή και άλλα νομικά γεγονότα, όπως υλικές ενέργειες, παραλείψεις, διαδικαστικές ενέργειες και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, υπό τον αναγκαίο όρο ότι επενεργούν άμεσα σε περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη και αποδίδονται στη βούλησή του. Περαιτέρω, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επί του ζητήματος οι ειδικές περιπτώσεις των έννομα ρυθμιζόμενων απαλλοτριώσεων στο πλαίσιο του άρθρο 940 του Αστικού Κώδικα. Ο νομοθέτης επέλεξε να αναφερθεί ρητά σε ορισμένες νομικές πράξεις του οφειλέτη, αποκλείοντας κάποιες εξ αυτών από την έννοια της απαλλοτρίωσης και επιβεβαιώνοντας την υπαγωγή άλλων σε αυτή, αίροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τυχόν αμφισβητήσεις σχετικά με τη δυνατότητα διάρρηξής τους. Έτσι, δεν εντάσσονται στη νομοτυπική μορφή της 939 του Αστικού Κώδικα, καθώς δεν θεωρούνται απαλλοτρίωση, η αποποίηση κληρονομιάς ή κληροδοσίας και η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους. Αντίθετα ως απαλλοτρίωση λογίζεται η καταβολή καταδολιευτικώς αναληφθέντος χρέους και η απαλλοτρίωση προς εξεύρεση μέσων για την καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους, ενώ εκ του νόμου υπάγεται στην έννοια της απαλλοτρίωσης η δόση αντί καταβολής. Τέλος, ερμηνευτικά ζητήματα ανακύπτουν και ως προς την ισχύ της απαλλοτρίωσης, ιδίως όταν πρόκειται για εκποιητική δικαιοπραξία που αφορά σε ακίνητο, τα οποία σχετίζονται συγκεκριμένα με το κύρος, την ενέργεια και το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης. Η εργασία θέτει προβληματισμούς και εξετάζει τα επιμέρους τιθέμενα ζητήματα υπό το πρίσμα τόσο των υιοθετούμενων θέσεων της θεωρίας όσο και εκείνων που επικρατούν στη νομολογία, μεταξύ των οποίων εγείρονται σε πολλές περιπτώσεις ζωηρές διαφωνίες.The provisions of Articles 939 et seq. of the Greek Civil Code form a special regulatory framework aimed at the protection of creditors in cases where the debtor fraudulently engages in transfers or other acts of alienation of his assets, with the result that his remaining property is insufficient to satisfy their claims. Within this context, the concept of alienation acquires pivotal importance, as it constitutes one of the substantive requirements of the statutory configuration of the actio pauliana, while at the same time serving as the means through which the debtor’s fraudulent intent is realized. In light of the clear teleological orientation of the institution—namely, the protection of creditors—the term “alienation” is interpreted in a broad sense, encompassing not only transfer, that is, so-called alienation in the strict sense, but also any valid and intentional encumbrance, detrimental alteration, or even extinguishment of a proprietary right of the debtor, whether real or personal, through which a reduction of the property available as security to the creditors is effected. As a rule, such interference with the active assets of the debtor’s estate is carried out by way of a legal transaction. However, the concept of alienation also seeks to encompass other legal facts, such as material acts, omissions, procedural acts, and acts of compulsory enforcement, provided that they directly affect a proprietary right of the debtor and are attributable to his will. Furthermore, particular interest is attached, in this respect, to the special cases of statutorily regulated alienations under Article 940 of the Civil Code. The legislator has expressly referred to certain legal acts of the debtor, excluding some of them from the concept of alienation while confirming the inclusion of others therein, thus removing any doubts as to the possibility of their being challenged by way of rescission. Accordingly, the renunciation of an inheritance or legacy and the payment of a due debt do not fall within the statutory scope of Article 939 of the Civil Code, as they are not considered acts of alienation. By contrast, the payment of a fraudulently incurred debt, as well as alienation effected for the purpose of procuring the means to pay a due debt, is regarded as alienation, while performance in lieu of payment is deemed, by operation of law, to fall within the concept of alienation. Finally, issues of interpretation also arise with regard to the validity of alienation, particularly where it concerns a dispositive legal transaction relating to immovable property; these issues relate specifically to the validity, legal effect, and time of completion of the alienation. The present study raises questions and examines the individual issues under consideration in the light of both the positions adopted in legal doctrine and those prevailing in case law, between which, in many instances, vigorous disagreements arise
Γοναδοτοξικότητα αντινεοπλασματικών συστημικών θεραπειών και διεθνείς οδηγίες αξιολόγησης της στο πλαίσιο των κλινικών μελετών
Στην ογκολογία, η γονιμότητα είναι το "κουτί της Πανδώρας" , ένα κουτί που η επιστήμη πρέπει να ανοίξει με προσοχή και όχι με φόβο. Η γοναδοτοξικότητα των αντικαρκινικών συστηματικών θεραπειών αποτελεί ένα πολύπλοκο παζλ που πρέπει να επιλυθεί με επείγουσα ανάγκη και ακρίβεια. Οι αντικαρκινικές θεραπείες, αν και σωτήριες για τη ζωή, συχνά ενέχουν σημαντικό κίνδυνο για την αναπαραγωγική υγεία. Οι επιδράσεις της χημειοθεραπείας, της ακτινοθεραπείας και των στοχευμένων θεραπειών στη γονάδα διαφέρουν ανάλογα με παράγοντες όπως ο τύπος του φαρμάκου, η δοσολογία, η διάρκεια της θεραπείας και εξατομικευμένα χαρακτηριστικά του ασθενούς, όπως η ηλικία και η αρχική γονιμότητα. Οι αλκυλιούντες παράγοντες είναι διαβόητοι για την υψηλή τους γοναδοτοξικότητα, οδηγώντας σε βλάβες στις ωοθήκες και τους όρχεις. Αντίστοιχα, οι ενώσεις της πλατίνας και ορισμένες στοχευμένες θεραπείες μπορούν επίσης να επηρεάσουν αρνητικά τη λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος. Ο βαθμός γοναδικής τοξικότητας επηρεάζεται από τη σωρευτική έκθεση στη δόση και την ικανότητα του γοναδικού ιστού να ανακάμψει μετά τη θεραπεία. Επιπλέον, οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για την αξιολόγηση της γοναδοτοξικότητας στο πλαίσιο κλινικών δοκιμών διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην τυποποίηση των μεθόδων αξιολόγησης και στην εξασφάλιση της ανάπτυξης αποτελεσματικών στρατηγικών διατήρησης της γονιμότητας. Η παρούσα διπλωματική εργασία επιδιώκει να παρέχει μια συνοπτική επισκόπηση των υφιστάμενων δεδομένων σχετικά με τις γοναδοτοξικές επιδράσεις των αντινεοπλασματικών θεραπειών, υπογραμμίζοντας παράλληλα τον καθοριστικό ρόλο των κατευθυντήριων οδηγιών και συστάσεων της κλινικής πρακτικής, οι οποίες είναι απαραίτητες όχι μόνο για την έγκαιρη παρέμβαση, αλλά και για την τεκμηριωμένη, βασισμένη σε αποδείξεις λήψη αποφάσεων.In oncology, fertility is Pandora’s box that science must open with care, not fear. Gonadotoxicity of antineoplastic systemic therapies is a challenging puzzle that must be solved with urgency and precision. Cancer treatments, while lifesaving, often pose a significant risk to reproductive health. The impact of chemotherapy, radiotherapy and targeted therapies on gonadal function varies depending on factors such as drug type, dosage, treatment duration, and patient-specific characteristics including age and baseline fertility status. Alkylating agents are notorious for their high gonadotoxic potential, leading to ovarian and testicular damage. Similarly, platinum-based compounds and certain targeted therapies can also impair reproductive function. The degree of gonadal toxicity is influenced by cumulative dose exposure and the ability of gonadal tissue to recover post-treatment. Moreover, international guidelines for the evaluation of gonadotoxicity in the context of clinical trials play a crucial role in standardizing assessment methods and ensuring the development of effective fertility preserving strategies. The present thesis seeks to provide a concise overview of the existing evidence on the gonadotoxic effects of antineoplastic therapies, while also underscoring the pivotal role of clinical practice guidelines and recommendations, which are essential not only for timely intervention but also for informed, evidence-based decision-making
Implementation of a Smart Home System Utilizing Renewable Energy and Intelligent Control Mechanisms for Enhanced Efficiency and Sustainability
Αυτή η εργασία παρουσιάζει τη μελέτη και την εφαρμογή μιας προσομοίωσης έξυπνου δικτύου και έξυπνου ελέγχου βασισμένης σε ελεγκτή PLC και οπτικοποίηση SCADA. Αυτό προσφέρει το πλεονέκτημα της αναδημιουργίας ενός μελλοντικού προς ανάπτυξη έξυπνου δικτύου βασισμένου σε ΑΠΕ με όλο τον εξοπλισμό του και της δοκιμής του για να διαπιστωθεί εάν είναι σε θέση να λειτουργήσει χωρίς προβλήματα ή διακοπές ρεύματος. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα περιβάλλον δοκιμών για τη συμπεριφορά του εξοπλισμού μέσω μεταβλητών περιβαλλοντικών συνθηκών και απαιτήσεων κατανάλωσης ενέργειας των μελλοντικών πελατών. Θα αναδημιουργηθεί όλος ο εξοπλισμός, όπως φωτοβολταϊκά πάνελ, μπαταρίες και φορτία, σε ένα πρόγραμμα που εκτελείται σε μια CPU βιομηχανικού ελεγκτή και επιπλέον θα εισαχθούν σενάρια για έξυπνο έλεγχο. Θα είναι σε θέση να απεικονίσει όλη την εγκατάσταση, καθώς όλες οι σημαντικές πληροφορίες ζωντανά καθώς θα έχει επίσης τη δυνατότητα να καταγράφει τις τιμές για μελλοντική μελέτηThis work presents the study and implementation of a smart grid and smart controlling simulation based on PLC controller and SCADA visualization. This offers the advantage of recreates an upcoming to develop RES based smart grid with all of its equipment and test them to see if it is able to run without problems or blackouts. This is actually a testbed environment of equipment behavior test through variable environmental conditions and demands of their upcoming clients power consumption. Will recreate all the equipment such as PV panels, batteries and loads in a program runs in an industrial controller CPU and furthermore insert scripts for smart controlling. It will be able to visualize all the installation, as all important information live and also has the ability to record the values for future study
Αναδρομική μελέτη της χρήσης των επικαλυμμένων μεταλλικών ενδοπροθέσεων στην αγγειακή πρόσβαση αιμοκάθαρσης
Σκοπός: Η αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των καλυμμένων ενδοπροθέσεων στη θεραπεία της δυσλειτουργικής αγγειακής πρόσβασης. Υλικό και Μέθοδοι: Αναδρομική ανάλυση δεδομένων αιμοκαθαιρόμενων ασθενών του τμήματος, από τον Ιανουάριο του 2010 έως το Δεκέμβριο του 2022 (12 έτη). 356 ασθενείς με 373 αγγειακές προσβάσεις αιμοκάθαρσης υπεβλήθησαν σε 621 επεμβάσεις με χρήση καλυμμένης ενδοπρόθεσης. Συμπεριελήφθησαν βλάβες από όλες τις περιοχές των αγγειακών προσβάσεων. Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία της ανάλυσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα, αφορούν στην πρωτογενή βατότητα της βλάβης-στόχου και στην επιβίωση του κυκλώματος, οριζόμενη ως το διάστημα μεταξύ της θεραπευτικής παρέμβασης και της θρόμβωσης, χειρουργικής παρέμβασης ή εγκατάλειψης της αγγειακής πρόσβασης. Πραγματοποιήθηκε, επίσης, ανάλυση των επιμέρους ομάδων δεδομένων, με σκοπό τον εντοπισμό πιθανών ανεξάρτητων προγνωστικών παραγόντων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα μέτρα πρωτογενούς έκβασης. Αποτελέσματα: Ο μέσος χρόνος παρακολούθησης ήταν 4.1 έτη. Η πρωτογενής βατότητα της βλάβης-στόχου ήταν 62,2%, 40,7% and 22,1% στους 6, 12, και 24 μήνες, ενώ δεν σημειώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ AVFs και AVGs όσον αφορά στη μέση τιμή αυτής (p=0.68). Η επιβίωση του κυκλώματος ήταν 85,4%, 77,9%, 62,7% και 39,8% στους 6, 12, 24 και 60 μήνες αντίστοιχα, και δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στη μέση τιμή αυτής μεταξύ AVFs και AVGs (p=0.406). Η αντιμετώπιση στενώσεων είχε καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά και στην πρωτογενή βατότητα (p<0.001) και στην επιβίωση της αγγειακής προσπέλασης (p<0.009), σε σχέση με τη συνοδό παρουσία θρόμβωσης του κυκλώματος. Σύμφωνα με την πολυπαραγοντική Cox regression analysis, ο σακχαρώδης διαβήτης, η αντιμετώπιση θρόμβωσης της αγγειακής προσπέλασης αλλά και ο τύπος της αγγειακής προσπέλασης ήταν ανεξάρτητοι παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά την πρωτογενή βατότητα της βλάβης - στόχου. Δεν ανεδείχθη κανένας ανεξάρτητος παράγοντας που να επηρεάζει την συνολική επιβίωση της αγγειακής προσπέλασης. Συμπεράσματα: Εξήχθησαν αποτελέσματα εφάμιλλα της βιβλιογραφίας, τόσο όσον αφορά στην πρωτογενή βατότητα της βλάβης-στόχου όσο και στην επιβίωση του κυκλώματος.Purpose: To evaluate the safety and effectiveness of the use of covered stents for the treatment of dysfunctional hemodialysis vascular access. Materials and Methods: A retrospective analysis of data from hemodialysis patients treated in our department between January 2010 and December 2022 (12 years) was performed. A total of 356 patients with 373 hemodialysis vascular accesses underwent 621 procedures using covered stents. Lesions from all regions of vascular access were included. The primary efficacy endpoints were target lesion primary patency and circuit survival, defined as the interval between the therapeutic intervention and thrombosis, surgical intervention, or abandonment of the vascular access. Subgroup analysis was performed to identify potential independent prognostic factors that could affect primary outcome measures. Results: The mean follow-up period was 4.1 years. Target lesion primary patency rates were 62.2%, 40.7%, and 22.1% at 6, 12, and 24 months, respectively, with no statistically significant difference between AVFs and AVGs (p = 0.68). Circuit survival rates were 85.4%, 77.9%, 62.7%, and 39.8% at 6, 12, 24, and 60 months, respectively, with no statistically significant difference between AVFs and AVGs (p = 0.406). Treatment of stenotic lesions was associated with significantly better outcomes in terms of both target lesion primary patency (p < 0.001) and vascular access survival (p < 0.009) compared with cases complicated by concomitant circuit thrombosis. According to multivariate Cox regression analysis, diabetes mellitus, treatment of vascular access thrombosis, and the type of vascular access were independent factors negatively affecting target lesion primary patency. No independent factor was identified as significantly affecting overall vascular access survival. Conclusion: The present study demonstrates outcomes comparable to those reported in the literature for both target lesion primary patency and circuit survival
Ιατρική γεωγραφία: παθολογική γεωγραφία, πανδημίες και καρκίνος-το παράδειγμα της Λατινικής Αμερικής
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ γεωγραφίας και υγείας στη Λατινική Αμερική, με έμφαση στις πανδημίες και τον καρκίνο. Στόχος της είναι να αναδείξει πώς γεωγραφικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την εμφάνιση ασθενειών και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Η εργασία συνδυάζει θεωρητική ανάλυση Ιατρικής και Παθολογικής Γεωγραφίας με μελέτες περιπτώσεων, στατιστικά δεδομένα και πολιτικές δημόσιας υγείας. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η Ιατρική Γεωγραφία, οι βασικοί ορισμοί και η σχέση με άλλες επιστήμες. Το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην Παθολογική Γεωγραφία και την επίδραση γεωγραφικών παραμέτρων στην υγεία. Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύονται οι πανδημίες στη Λατινική Αμερική, οι στρατηγικές αντιμετώπισης και οι κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες που διαμορφώνουν τα αποτελέσματα. Το τέταρτο κεφάλαιο αφορά τον καρκίνο, τις γεωγραφικές διαφορές, τους παράγοντες κινδύνου και την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Το πέμπτο κεφάλαιο εξετάζει την περίπτωση της Αργεντινής, αναδεικνύοντας την επίδραση πολιτικών αποφάσεων στη δημόσια υγεία και τη σύγκριση με άλλες χώρες. Τέλος, παρουσιάζονται συμπεράσματα και προτάσεις για πολιτική δημόσιας υγείας και μελλοντική έρευνα. Η μελέτη προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της Ιατρικής Γεωγραφίας στη Λατινική Αμερική, αναδεικνύοντας τη σημασία της για την κατανόηση των ανισοτήτων στην υγεία και την εφαρμογή πολιτικών πρόληψης και αντιμετώπισης ασθενειών.This study examines the relationship between geography and health in Latin America, focusing on pandemics and cancer. Its aim is to highlight how geographic, social, and environmental factors influence disease occurrence and access to healthcare services. The research combines theoretical analysis of Medical and Pathological Geography with case studies, statistical data, and public health policies. 2The first chapter introduces Medical Geography, its definitions, and connections with other disciplines. The second chapter focuses on Pathological Geography and the impact of geographic factors on health. The third chapter analyzes pandemics in Latin America, response strategies, and socio-economic determinants affecting outcomes. The fourth chapter addresses cancer, geographic disparities, risk factors, and access to healthcare. The fifth chapter examines Argentina as a case study, highlighting the effect of policy decisions on public health and comparisons with other countries. Finally, conclusions and recommendations for public health policy and future research are presented. The study provides a comprehensive view of Medical Geography in Latin America, emphasizing its importance for understanding health inequalities and implementing effective disease prevention and management policies
Προγνωστικοί παράγοντες επιπλοκών στο σημείο της προσπέλασης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε TAVI : Αναδρομική συγκριτική μελέτη
Σκοπός: Η σοβαρή εκφυλιστική στένωση της αορτικής βαλβίδας αντιμετωπίζεται ολοένα και συχνότερα με διακαθετηριακή εμφύτευση αορτικής προσθετικής βαλβίδας (TAVI), όπου οι αγγειακές και αιμορραγικές επιπλοκές στο σημείο προσπέλασης παραμένουν κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των προγνωστικών παραγόντων που σχετίζονται με την εμφάνιση επιπλοκών στο σημείο προσπέλασης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε TAVI στην Καρδιολογική Κλινική του 401 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών. Υλικό και μέθοδος: Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 85 διαδοχικοί ασθενείς (53 άνδρες, 32 γυναίκες, μέση ηλικία 81,0 ± 7,0 έτη) με σοβαρή εκφυλιστική στένωση αορτικής βαλβίδας, οι οποίοι κρίθηκαν κατάλληλοι για TAVI από τη διεπιστημονική «Heart Team». Συλλέχθηκαν αναδρομικά δημογραφικά, κλινικά, απεικονιστικά/ανατομικά και διαδικαστικά δεδομένα από ιατρικούς φακέλους, απεικονιστικές εξετάσεις και καταγραφές του αιμοδυναμικού εργαστηρίου. Οι αγγειακές και αιμορραγικές επιπλοκές στο σημείο πρόσβασης ορίστηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν βάσει των κριτηρίων VARC. Πραγματοποιήθηκε περιγραφική ανάλυση, συγκρίσεις μεταξύ ασθενών με και χωρίς μείζονες επιπλοκές και λογιστική παλινδρόμηση για τον εντοπισμό ανεξάρτητων προγνωστικών παραγόντων. Αποτελέσματα: Κατά τη νοσηλεία, 26 ασθενείς (30,6%) παρουσίασαν τουλάχιστον μία μείζονα επιπλοκή, εκ των οποίων σημαντικό ποσοστό αφορούσε αγγειακές ή αιμορραγικές επιπλοκές στο σημείο προσπέλασης. Οι ασθενείς με επιπλοκές ήταν μεγαλύτερης ηλικίας (83,0 ± 5,9 έναντι 80,1 ± 6,9 ετών, p = 0,035) και είχαν υψηλότερο Euroscore II (7,7 ± 3,6 έναντι 5,5 ± 3,0, p = 0,011), καθώς και χαμηλότερο GFR (48,3 ± 15,7 έναντι 62,5 ± 16,8 ml/min, p = 0,006) σε σύγκριση με όσους δεν εμφάνισαν επιπλοκές. Στην πολυπαραγοντική λογιστική παλινδρόμηση, ο αυξημένος Euroscore II (OR = 1,18 ανά 1% αύξηση, 95% CI: 1,05–1,32) και το χαμηλότερο GFR (OR = 0,97 ανά 1 ml/min, 95% CI: 0,95–0,99) αναδείχθηκαν ως ανεξάρτητοι προγνωστικοί δείκτες εμφάνισης μείζονος επιπλοκής μετά από TAVI, συμπεριλαμβανομένων αγγειακών επιπλοκών στο σημείο πρόσβασης. Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη τεκμηριώνει την πολυπαραγοντική φύση των επιπλοκών στο σημείο προσπέλασης μετά από TAVI και αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής προεγχειρητικής διαστρωμάτωσης κινδύνου, μέσω συνδυασμένης αξιολόγησης κλινικών δεικτών (όπως ο Euroscore II και η νεφρική λειτουργία) και ανατομικών χαρακτηριστικών του λαγονομηριαίου άξονα. Η προσεκτική επιλογή της αγγειακής οδού πρόσβασης και της στρατηγικής σύγκλισης, ιδίως σε ηλικιωμένους, πολυνοσηρούς ασθενείς υψηλού κινδύνου, μπορεί να συμβάλει στη μείωση των αγγειακών και αιμορραγικών επιπλοκών και στη βελτίωση της συνολικής ασφάλειας της διαδικασίας στην καθημερινή κλινική πρακτική.Background and objective: Severe degenerative aortic stenosis is increasingly treated with transcatheter aortic valve implantation (TAVI), in which vascular and bleeding complications at the access site remain a critical safety concern. This single-centre retrospective study aimed to investigate predictors of access-site complications in patients undergoing TAVI at the Cardiology Department of the 401 General Military Hospital of Athens. Materials and methods: The study included 85 consecutive patients (53 men, 32 women; mean age 81.0 ± 7.0 years) with severe degenerative aortic stenosis deemed suitable for TAVI by the multidisciplinary Heart Team. Demographic, clinical, imaging/anatomical and procedural data were retrospectively collected from medical records, imaging studies and haemodynamic laboratory reports. Vascular and bleeding complications at the access site were defined and categorised according to VARC criteria. Descriptive statistics, group comparisons between patients with and without major complications, and logistic regression analyses were performed to identify independent predictors. Results: During the index hospitalisation, 26 patients (30.6%) experienced at least one major complication, a substantial proportion of which consisted of vascular and/or bleeding access-site events. Patients with complications were older (83.0 ± 5.9 vs 80.1 ± 6.9 years, p = 0.035), had higher Euroscore II (7.7 ± 3.6 vs 5.5 ± 3.0, p = 0.011) and lower GFR (48.3 ± 15.7 vs 62.5 ± 16.8 ml/min, p = 0.006) than those without complications. In multivariable logistic regression, higher Euroscore II (OR = 1.18 per 1% increase, 95% CI: 1.05–1.32) and lower GFR (OR = 0.97 per 1 ml/min, 95% CI: 0.95–0.99) emerged as independent predictors of major post-TAVI complications, including access-site vascular events. Conclusions: This study highlights the multifactorial nature of access-site complications after TAVI and underscores the importance of comprehensive preprocedural risk stratification. Combined assessment of clinical indices (such as Euroscore II and renal function) and anatomical characteristics of the iliofemoral axis should guide vascular access selection and closure strategy to improve procedural safety in high-risk elderly patients
Γονική συμμετοχή και σχολική εμπειρία στην αυτοδιαχειριζόμενη ελευθεριακή κοινότητα προσχολικής εκπαίδευσης «Το Μικρό Δέντρο».
Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στην αυτοδιαχειριζόμενη ελευθεριακή κοινότητα προσχολικής εκπαίδευσης «Το Μικρό Δέντρο» και μελετά τη γονική συμμετοχή και εμπειρία σε αυτήν. Σκοπός της είναι να αναδυθεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και η εξέλιξη του εν λόγω παιδαγωγικού εγχειρήματος μέσα από τις αφηγήσεις γονέων που έχουν αποτελέσει μέρος του και να διερευνηθούν ο τρόπος που νοηματοδοτούν τη συμμετοχή τους και οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή και την εμπειρία τους. Βασίζεται σε ποιοτική έρευνα που αντλεί τα δεδομένα της από δέκα ημιδομημένες συνεντεύξεις γονέων που συμμετείχαν στο σχολείο σε διαφορετικές φάσεις της ενδεκαετούς λειτουργίας του. Για τη θεωρητική πλαισίωση και ανάλυση των δεδομένων αξιοποιείται βιβλιογραφία γύρω από την ελευθεριακή παιδαγωγική, τη θεωρία των κοινών και την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης σε σχέση με τις γονικές εκπαιδευτικές πρακτικές. Η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων βασίζεται σε τρεις άξονες: στον πρώτο αναδεικνύεται η διάσταση της κοινότητας που χτίζεται στο Μικρό Δέντρο, στον δεύτερο εξετάζεται η σχέση των γονέων με το παιδαγωγικό και πολιτικό πλαίσιο του σχολείου και στον τρίτο αποτυπώνονται περιορισμοί και αντιφάσεις που συνοδεύουν μια τέτοια εκπαιδευτική πρωτοβουλία. Συνοπτικά, στα ευρήματα αποτυπώνεται η σημασία της συλλογικότητας για τους γονείς που μέσα από την ενεργό εμπλοκή τους στην κοινότητα του Μικρού Δέντρου αναπτύσσουν πρακτικές και σχέσεις φροντίδας, αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης και συγκροτούν ένα δίκτυο που επεκτείνεται πέρα από τα όρια του σχολείου και συνδέεται με κοινωνικές διεκδικήσεις. Η επιλογή του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού πλαισίου έρχεται σε συνέχεια με τις παιδαγωγικές αντιλήψεις, τις πολιτικές αξίες και τις πρακτικές της οικογένειας, ενώ συνιστά και μια κοινωνική στρατηγική την οποία υιοθετούν οι γονείς αξιοποιώντας τις διαθέσιμες μορφές κεφαλαίου τους. Παρότι το εγχείρημα του Μικρού Δέντρου διαφοροποιείται από τη λογική της εκπαιδευτικής αγοράς, η πρόσβαση σε αυτό συνδέεται με ορισμένα κοινωνικά προνομία - γεγονός που δημιουργεί αντιφάσεις και περιορισμούς στη λειτουργία τέτοιων πρωτοβουλιών, που αναδύονται μέσα από τις αφηγήσεις των γονέων.This thesis focuses on “Mikro Dentro”, a self-organized community of libertarian education for preschool children, and explores parental participation and experience within it. The main purpose is to illuminate the distinctive character and development of this pedagogical initiative through the narratives of parents who have been part of it, and to investigate how they construct meaning around their participation as well as the factors shaping their choice and experience. The study is based on qualitative research drawing on data from ten semi-structured interviews with parents who participated in the school during different phases of its eleven years of operation. The theoretical framework and data analysis draw on literature related to libertarian pedagogy, the theory of the commons, and the sociology of education, with a particular focus on parental educational practices. The qualitative analysis is structured around three main themes: the first highlights the dimension of community-building within Mikro Dentro, the second examines parents’ relationship with the school’s pedagogical and political framework and the third addresses the constraints and contradictions that accompany such an educational initiative. Overall, the findings emphasize the significance of collectivity for parents who, through their active engagement in Mikro Dentro’s community, develop practices and relationships of care, interdependence, and solidarity, forming a network that extends beyond the school’s boundaries and connects with broader social struggles. The choice of this educational context aligns with families’ educational perspectives, political values, and everyday practices, while also constituting a social strategy through which parents mobilize their available forms of capital. Although Mikro Dentro stands apart from the logic of the educational market, access to it remains linked to certain social privileges - a fact that generates contradictions and limitations in the operation of such initiatives, as reflected in the parents’ narratives
Βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα μετά από ρομποτική έναντι ανοιχτής εκτομής ήπατος: Συστηματική ανασκόπηση και μέτα-ανάλυση
Εισαγωγή-σκοπός: Η ρομποτική χειρουργική ήπατος είναι μια νέα τεχνική που επεκτείνει το πεδίο των ελάχιστα επεμβατικών προσεγγίσεων. Ένας αυξανόμενος αριθμός μελετών αξιολογεί τα αποτελέσματα των ρομποτικών ηπατικών εκτομών (RLR). Ο στόχος της μετα-ανάλυσής μας είναι να παράσχει μια ενημερωμένη σύγκριση του RLR με τις ανοιχτές εκτομές ήπατος (OLR), αξιολογώντας την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά του. Υλικά και μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε μια συστηματική αναζήτηση στα MEDLINE, Scopus, Google Scholar, Cochrane και Clinicaltrials.gov για άρθρα που δημοσιεύτηκαν από τον Ιανουάριο του 2000 έως τον Ιανουάριο του 2022. Αποτελέσματα: Δεκατρείς μη τυχαιοποιημένες αναδρομικές και μία προοπτική κλινική μελέτη που περιελάμβανε 1801 ασθενείς πληρούσαν τα κριτήρια ένταξής μας, με 640 ασθενείς να υποβλήθηκαν σε RLR και 1161 σε OLR. Το RLR είχε ως αποτέλεσμα σημαντικά χαμηλότερη συνολική νοσηρότητα (p < 0,001), μικρότερη διάρκεια παραμονής στο νοσοκομείο (p = 0,002) και λιγότερη διεγχειρητική απώλεια αίματος (p < 0,001). Ο χειρουργικός χρόνος βρέθηκε να είναι σημαντικά υψηλότερος στην ομάδα RLR (p < 0,001). Οι απαιτήσεις μετάγγισης αίματος, η εκτομή R0 και τα ποσοστά θνησιμότητας δεν παρουσίασαν διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων. Το αθροιστικό ποσοστό μετατροπής ήταν 5% στην ομάδα RLR. Συμπέρασμα: Η αυξανόμενη εμπειρία στην εφαρμογή του ρομπότ αναμφίβολα θα δημιουργήσει περισσότερες προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες, απαραίτητες για την αξιολόγηση της πιθανής υπεροχής του έναντι της παραδοσιακής ανοιχτής προσέγγισης, σε μια ποικιλία ηπατικών βλαβών.Backround Robotic liver surgery is a novel technique expanding the field of minimally invasive approaches. An increasing number of studies assess the outcomes of robotic liver resections (RLR). The aim of our meta-analysis is to provide an up-to-date comparison of RLR versus open liver resections (OLR), evaluating its safety and efficacy. Materials and Methods A systematic search of MEDLINE, Scopus, Google Scholar, Cochrane, and Clinicaltrials.gov for articles published from January 2000 until January 2022 was undertaken. Results Thirteen non-randomized retrospective and one prospective clinical study enlisting 1801 patients met our inclusion criteria, with 640 patients undergoing RLR and 1161 undergoing OLR. RLR resulted in significantly lower overall morbidity (p < 0.001), shorter length of hospital stay (p = 0.002), and less intraoperative blood loss (p < 0.001). Operative time was found to be significantly higher in the RLR group (p < 0.001). Blood transfusion requirements, R0 resection, and mortality rates presented no difference among the two groups. The cumulative rate of conversion was 5% in the RLR group. Conclusion The increasing experience in the implementation of the robot will undoubtedly generate more prospective randomized studies, necessary to assess its potential superiority over the traditional open approach, in a variety of hepatic lesions