National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Σύγκριση της απόδοσης του επιθετικού χτυπήματος των ακραίων πετοσφαιριστών/τριών υψηλού επιπέδου

    No full text
    Οι ακραίοι επιθετικοί είναι, μετά από τους διαγώνιους, οι παίκτες με την υψηλότερη αποτελεσματικότητα στις ενέργειες που αποφέρουν πόντο στην ομάδα τους. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να αναλυθεί και να συγκριθεί η απόδοση του επιθετικού χτυπήματος των ακραίων πετοσφαιριστών/τριών των Ο.Α του 2024 αναφορικά με τις αλληλουχίες του παιχνιδιού, τις περιστροφές, τις χωροχρονικές παραμέτρους, τον τύπο του μπλοκ που αντιμετώπισαν και τον τύπο των επιθετικών τους κτυπημάτων. Για την υλοποίηση της παρούσας εργασίας αναλύθηκαν 18 βιντεοσκοπημένοι αγώνες (11 ανδρών και 7 γυναικών) που συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024 στη Γαλλία. Καταγράφηκαν 2225 επιθετικές ενέργειες (932 γυναικών και 1293 ανδρών). Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε με την πενταβάθμια (0-4) κλίμακα των Eom και Shutz (1992). Για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των δεδομένων, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος συσχέτισης Pearson, η οποία απέδωσε έναν υψηλό συντελεστή συσχέτισης (r=0,75-1). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνδρες ακραίοι ήταν αποτελεσματικότεροι στο επιθετικό του χτύπημα στις περιστροφές R2 και R4, όταν κάρφωναν από τη ζώνη 6, σε 2ο γρήγορο χρόνο, όταν λάμβαναν άριστες μεταβιβάσεις, όταν οι ίδιοι πραγματοποιούσαν την προηγούμενη ενέργεια, όταν πραγματοποιούσαν επιθετικά χτυπήματα με έξω στροφή (αντίθετα από τη φορά τους) ή χτυπήματα μπλοκ άουτ (πλάγιο και ψηλό) και όταν πραγματοποιούσαν τα χτυπήματά τους απέναντι σε ατομικό, διπλό ή καθόλου μπλοκ. Οι ακραίοι πετοσφαιριστές πραγματοποίησαν συχνότερα λάθη έναντι των γυναικών όταν κτυπούσαν στη φορά τους, ενώ οι γυναίκες όταν κάρφωναν με έσω στροφή και απέναντι σε διπλό μπλοκ. Συμπερασματικά οι άνδρες εξακολουθούν να είναι αποτελεσματικότεροι έναντι των γυναικών αν και υπάρχει τάση κλεισίματος της ψαλίδας μεταξύ των φύλων ως προς την αποτελεσματικότητα και τα λάθη. Προτείνεται να πραγματοποιηθεί η αντίστοιχη μελέτη σε διαφορετικό αγωνιστικό και ηλικιακό επίπεδο γιατί τα συμπεράσματα της παρούσης μελέτης αφορούν συγκεκριμένους αγώνες υψηλού επιπέδου και δεν μπορούν να γενικευτούν.οχ

    Σχέση δύναμης και ευλυγισίας κάτω άκρων σε αθλήτριες αντισφαίρισης

    No full text
    Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της ευλυγισίας και της εκρηκτικής δύναμης των κάτω άκρων. Εξετάστηκε κατά πόσο η μία μεταβλητή επηρεάζει την άλλη και ποια είναι η μεταξύ τους συσχέτιση. Το δείγμα αποτέλεσαν γυναίκες ηλικίας 28 έως 44 ετών, με μέτριο επίπεδο φυσικής κατάστασης και εμπειρία στο τένις διάρκειας 1 έως 3 ετών. Για την αξιολόγηση της ευλυγισίας εφαρμόστηκε το τεστ κάμψης κορμού προς τα εμπρός (toe touch test), ενώ η εκρηκτική δύναμη εκτιμήθηκε μέσω του άλματος σε μήκος από στάση (standing long jump test). Τα αποτελέσματα των μετρήσεων έδειξαν ότι οι συμμετέχουσες παρουσίασαν μέτριο επίπεδο τόσο ευλυγισίας όσο και εκρηκτικής δύναμης. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι άτομα με αυξημένη κινητικότητα στη λεκάνη, στους οπίσθιους μηριαίους και στη σπονδυλική στήλη είχαν τη δυνατότητα να εκτελέσουν μεγαλύτερη κάμψη και να επιτύχουν μεγαλύτερη απόσταση στο άλμα. Συμπερασματικά, διαπιστώθηκε ισχυρή, θετική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ ευλυγισίας και εκρηκτικής δύναμης· όσο αυξάνεται η ευλυγισία, τόσο βελτιώνεται και η απόδοση στο άλμα (r = 0,8, p < 0,01).οχ

    Σωματομετρικά χαρακτηριστικά και μέγιστη ταχύτητα ποδοσφαιριστών ανάλογα με την θέση ηλικιακών κατηγοριών κ14 εως κ 19 υψηλού επιπέδου Super League 1

    No full text
    Το ποδόσφαιρο διακρίνεται από το υψηλό επίπεδο των ποδοσφαιριστών στον τομέα της φυσικής κατάστασης με ιδιαίτερη προσέγγιση στην ικανότητα της ταχύτητας κίνησης. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση των σωματομετρικών χαρακτηριστικών και της μέγιστης ταχύτητας ποδοσφαιριστών αναπτυξιακών ηλικιών, σε συνδυασμό με την ηλικία και την αγωνιστική τους θέση. Στην μελέτη έλαβαν μέρος 124 ποδοσφαιριστές (Ύψος: 1,7±0,1 cm, μάζα: 64,6±10,1 kg, BMI: 21,3±1,9 kg/m 2 , BF: 4,8±1,0%) ακαδημίας, ομάδας υψηλού αγωνιστικού επιπέδου της Superleague 1 από τις ηλικιακές κατηγορίες Κ14, Κ15, Κ16, Κ17 και Κ19. Με τη χρήση ηλεκτρονικών φωτοκυττάρων μετρήθηκε η ταχύτητα των 5, 10 και 30 μέτρων για κάθε μία ηλικιακή κατηγορία και κατανεμήθηκαν ανάλογα με τις θέσεις που αγωνίζονται σε τερματοφύλακες (GK), κεντρικούς αμυντικούς (CD), πλάγιους αμυντικούς (FB), κεντρικούς μέσους (CM), πλάγιους επιθετικούς (W) και επιθετικούς (F). Τα αποτελέσματα, στα σωματομετρικά χαρακτηριστικά και στην ταχύτητα έδειξαν διαφορές μεταξύ των ηλικιακών κατηγοριών όπως ήταν αναμενόμενο. Το κυρίως εύρημα ήταν ότι η Κ17 κατέγραψε καλύτερες επιδόσεις σε όλες τις αποστάσεις της μέγιστης ταχύτητας σε σχέση με όλες τις ηλικιακές κατηγορίες και κυρίως σε σύγκριση με την Κ19. Αναφορικά με την αγωνιστική θέση, οι τερματοφύλακες, οι κεντρικοί αμυντικοί και οι επιθετικοί έδειξαν σημαντικά υψηλότερες τιμές στο ύψος και το σωματικό βάρος σε σύγκριση με άλλες θέσεις. Στην μέγιστη ταχύτητα διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη μέγιστη ταχύτητα των 5, 10 και 30 μέτρων μεταξύ των κεντρικών μέσων και των πλάγιων επιθετικών. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης υπογραμμίζουν τη σημασία της ηλικίας και της σωματικής ανάπτυξης στα σωματομετρικά χαρακτηριστικά των νεαρών ποδοσφαιριστών, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν την ανάγκη εξατομικευμένου σχεδιασμού της προπόνησης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη βιολογική ωρίμανση όσο και την αγωνιστική θέση.Soccer is the most famous team sport of the word which is distinguished by the high level of physical fitness of soccer players with a particular focus on speed and movement ability. The aim of current study was the investigation of the anthropometric characteristics and maximum speed of youth soccer players, in combination with their age and playing position. Participated 124 (Height: 1.7±0.1 cm, Body mass: 64.6±10.1 kg, BMI: 21.3±1.9 kg/m2, BF: 4.8±1.0%) elite soccer players aged U14, U15, U16, U17 and U19 from a team Superleague 1. They performed distance 5, 10 and 30 m with maximum speed and they allocated in positional role such as Goalkeepers (GK), Center Defenders (CD), Full Backs (FB), Center Midfielders (CM), Wingers (W) and Forwards (F). The results showed differences between ages as expected. The main finding was that regarding the distance of sprint U17 recorded better performances in all distances of maximum speed compared to all age categories, particularly compared to the U19. Regarding the positional role of players goalkeepers, center defenders and forwards showed enhanced values of height and weight compared with others. It was ascertained significant difference regarding the distance of sprint (5, 10 and 30 m) between center midfielders and wingers. Conclusion in the present study, the mains findings shows the significant relationships between anthropometric and physiological performances among youth soccer players, while also highlighting the need for individualized optimal training planning, taking into account both biological maturation and playing position

    Παράγοντες που επηρεάζουν την ενασχόληση με εξωσχολικές δραστηριότητες σε δείγμα παιδιών και εφήβων του ελληνικού πληθυσμού

    No full text
    Η εργασία έχει ως κύριο στόχο την αξιολόγηση των παραγόντων που επηρεάζουν την συμμετοχή εφήβων του Ελληνικού πληθυσμού σε εξωσχολικές σωματικές δραστηριότητες. Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνηθούν τόσο τα κίνητρα όσο και τα εμπόδια που επηρεάζουν τη συμμετοχή των νέων σε εξωσχολικές σωματικές δραστηριότητες και πιθανά πηγάζουν από την οικογένεια, το σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον καθώς διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των στάσεων τους απέναντι στη φυσική άσκηση. Η έρευνα βασίστηκε στη συλλογή δεδομένων μεταξύ 500 παιδιών και έφηβων ηλικιών 11 έως και 18 ετών από διαφορετικές περιοχές της Αθήνας. Μέσω ερωτηματολογίων ρωτήθηκαν και αξιολογήθηκαν παράγοντες όπως τα κίνητρα των παιδιών και συγκεκριμένα τι τα ώθησε στην ενασχόλησή τους με την άσκηση, οι κοινωνικές επιρροές τους, δηλαδή αν κάποιος άλλος τα συμβούλεψε όπως φίλοι-οικογένεια, και τέλος τα εμπόδια συμμετοχής τους σε εξωσχολικές σωματικές δραστηριότητες (π.χ. έλλειψη χρόνου, υποδομές και οικονομικοί περιορισμοί). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι παράγοντες που επηρέασαν θετικά τη συμμετοχή τους σε εξωσχολικές αθλητικές δραστηριότητες ήταν η ώθηση από την οικογένεια και τους φίλους, τα θετικά πρότυπα και η ευχαρίστηση που προκύπτει από τη συμμετοχή των παιδιών σε σπορ, ενώ τα εμπόδια αφορούσαν κυρίως την έλλειψη χρόνου των παιδιών λόγω του υπερβολικά φορτωμένου προγράμματος για τις σχολικές υποχρεώσεις. Εν κατακλείδι, η μελέτη αυτή συνιστά την ανάγκη για αύξηση των ευκαιριών άθλησης για παιδιά και εφήβους μέσω διαφορετικών παρεμβάσεων όπως είναι η υποδειγματική διδασκαλία και η ενθάρρυνση από το σχολείο, η γονική υποστήριξη και εμψύχωση και η θετική συμβολή γενικότερα της κοινωνίας. Η καλλιέργεια θετικής στάσης απέναντι στη φυσική δραστηριότητα από τη νεαρή ηλικία επιδρά θετικά στη διαμόρφωση ενός υγιεινού τρόπου ζωής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.όχ

    Χαρακτηριστικά προπόνησης με αντιστάσεις εκτός & εντός νερού

    No full text
    Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας ήταν να διερευνήσει τα χαρακτηριστικά της προπόνησης με αντιστάσεις εκτός νερού όσο και εντός νερού που εφαρμόζουν κολυμβητές αγωνιστικού επιπέδου στην καθημερινότητά τους. Συμμετείχαν συνολικά 79 κολυμβητές/τριες (37 άνδρες και 42 γυναίκες), με μέση ηλικία 16,0 ± 2,8 έτη. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο διανεμήθηκε και απαντήθηκε ηλεκτρονικά μέσω συνδέσμου Googledriveκαι σχεδιάστηκε για να καταγράψει πρακτικές εκτός και εντός νερού, καθώς και τις αντιλήψεις των κολυμβητών/τριών για τις δύο μορφές προπόνησης. Το 61% δήλωσε ότι εφαρμόζει προπόνηση με αντιστάσεις εκτός νερού μετά την προπόνηση κολύμβησης. Επιπλέον, 48 κολυμβητές δήλωσαν ότι εφαρμόζουν προπόνηση με αντιστάσεις εκτός νερού 3-4 φορές την εβδομάδα, για περίπου 45 λεπτά. Επίσης 60 κολυμβητές/τριες δήλωσαν ότι εφαρμόζουν προπόνηση με τα χαρακτηριστικά της μυϊκής αντοχής και 51 κολυμβητές/τριες δήλωσαν ότι γίνεται εκτίμηση του προπονητικού τους φορτίου. Επιπρόσθετα, 59 κολυμβητές εφαρμόζουν προπόνηση με αντιστάσεις εντός νερού με αλεξίπτωτο, ενώ οι υπόλοιποι με λάστιχα νερού. Ακόμα, το 83% δήλωσε ότι συνδυασμός και των δύο μορφών προπόνησης είναι σημαντικός για την αποτελεσματική εφαρμογή της δύναμης στο νερό, ενώ το 70% δήλωσε ότι εφαρμόζουν πιο αποτελεσματικά δύναμη στο νερό μετά την προπόνηση εντός νερού. Τα ευρήματα ταιριάζουν με αυτά που εφαρμόζονται σε μελέτες στην κολύμβηση και προσφέρουν πρακτικές κατευθύνσεις σε προπονητές για τα χαρακτηριστικά της προπόνησης εκτός και εντός νερού που πρέπει να εφαρμόζουν στους αθλητές τους.οχ

    Η επίδραση διαφορετικών τύπων προθέρμανσης στην απόδοση των κολυμβητών.

    No full text
    Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να συγκριθεί η επίδραση δύο διαφορετικών ειδών προθέρμανσης – εντός και εκτός νερού – στην αγωνιστική απόδοση κολυμβητών υψηλού επιπέδου στο αγώνισμα των 50 μέτρων ελεύθερο. Στη μελέτη συμμετείχαν οκτώ άνδρες κολυμβητές ηλικίας 21,3±1,8 ετών, (ανάστημα 185,9±6 cm, μάζα σώματος 81,6±6,6 kg, World Aquatics 737 points). Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε δύο επίσημες αγωνιστικές διοργανώσεις, μετά απο προθέρμανση εντός νερού (κολύμβηση) και εκτός νερού (μόνο ασκήσεις εκτός νερού) που ολοκληρώθηκε 20 λεπτά πρίν από τον αγώνα. Χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Borg (0–10) για την καταγραφή της αντιλαμβανόμενης κόπωσης και ετοιμότητας. Η επίδοση ήταν καλύτερη στη συνθήκη προθέρμανσης εκτός νερού συγκριτικά με την προθέρμανση εντός νερού (23,6 ± 0,9 έναντι 23,9 ± 0,8 s, p<0,05). H συχνότητας χεριάς διέφερε μετά την προθέρμανση εκτός νερού συγκριτικά με την προθέρμανση εντός νερού (61,2 ± 3,6 έναντι 59,8 ± 4,5 κύκλοι/λεπτό, p>0,05). Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι το είδος της προθέρμανσης μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά την αγωνιστική επίδοση και την ψυχολογική ετοιμότητα. Η εκτός νερού προθέρμανση μπορεί να είναι κατάλληλη για ένα αγώνα 50 μέτρων.OX

    Δημιουργία μιας φωτογραφικής βάσης δεδομένων για taxa φυτοπλαγκτού από υγροτόπους νησιών του Αιγαίου

    No full text
    Η εργασία συγκροτεί μια φωτογραφική/ταξινομικά επιμελημένη βάση δεδομένων φυτοπλαγκτού από νησιωτικούς υγροτόπους στην Ελλάδα. Από συντηρημένα δείγματα μέσω μικροσκοπικής παρατήρησης (εξετάστηκαν >6.800 εικόνες), τεκμηριώθηκαν 92 είδη (72 γένη, 55 οικογένειες, 12 κλάσεις). Η βάση λειτουργεί ως πρακτικό εργαλείο αναγνώρισης και σημείο αναφοράς για βιοπαρακολούθηση τόσο στο πεδίο ΄σοο και στο εργαστήριο, με προτάσεις για βελτίωση της.The thesis builds a curated photographic and taxonomic database of phytoplankton from wetlands across the Aegean Islands. From preserved samples through inverted microscopy, more than 6,800 images were reviewed, documenting 92 species (72 genera, 55 families, 12 classes). The repository is designed as an identification and monitoring baseline for the field surveys as well as for lab tests, with suggested next steps for improvement

    Automated Aesthetics: The Artist in the Age of AI

    No full text
    Τα τελευταία χρόνια, η “AI τέχνη’’ (AI art), δηλαδή η τέχνη που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη, έχει εμφανιστεί στον κόσμο της τέχνης, δημιουργώντας πολλές πολιτιστικές προκλήσεις. Οι υπολογιστικοί πόροι και οι ψηφιακές υποδομές που απαιτούνται για την ανάπτυξη ενός μοντέλου ΑΙ ικανό να παράγει τέχνη διατίθενται μόνο σε λίγες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Ως εκ τούτου, αυτές καθορίζουν τόσο το σχεδιασμό όσο και τον σκοπό των συστημάτων. Η τέχνη που παράγεται από αυτά τα μοντέλα δεν αποτελεί μόνο τεχνολογική πρόοδο, αλλά παράγει επίσης μια αυτοματοποιημένη αισθητική. Εδώ, θα διερευνήσω αυτήν τη νέα αισθητική, η οποία, όπως θα υποστηρίξω, λειτουργεί ως η πολιτιστική λογική του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού των πλατφορμών. Θα αναλογιστώ τι σημαίνει η αυτοματοποίηση της πολιτιστικής παραγωγής για την τέχνη, τους καλλιτέχνες και τον πολιτισμό. Για αυτό, θα αντλήσω από τους κλάδους της αισθητικής, της φιλοσοφίας της τεχνολογίας και των σπουδών επιστήμης και τεχνολογίας (STS). Σε ό,τι έπεται, θα διαγνώσω τις αισθητικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνέπειες που φέρνει αυτό το νέο αισθητικό καθεστώς, το οποίο βελτιστοποιεί την τέχνη προς την αυτοματοποίηση. Πιο συγκεκριμένα, θα διερευνήσω πώς οι κοινωνικο‑οικονομικές επιταγές διαμορφώνουν τόσο τις τεχνικές διαδικασίες όσο και τη μορφή της πολιτιστικής παραγωγής, πώς τα μοντέλα AI, ενσωματωμένα σε ψηφιακές δομές εξουσίας, επαναπροσδιορίζουν το εργασιακό δυναμικό, την αξία και την πρακτική των καλλιτεχνών, καθώς και πού η καλλιτεχνική πρακτική παραμένει, υποχωρεί ή επανεμφανίζεται μέσω πράξεων επανοικειοποίησης. Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, στην οποία θα θεμελιώσω το πολιτιστικό, θεωρητικό και τεχνικό πλαίσιο (πρώτο τμήμα), θα εξηγήσω γιατί η αισθητική της AI τέχνης δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υλικό υπόστρωμα του πολιτισμού (δεύτερο τμήμα). Πιο συγκεκριμένα, θα ακολουθήσω ένα κοινωνικο‑τεχνικό νήμα από τη νεοφιλελεύθερη επιταγή της βελτιστοποίησης μέχρι τα αισθητικά αποτελέσματα των παραγωγικών μοντέλων AI. Με αυτόν τον τρόπο, θα θεμελιώσω την “αυτοματοποιημένη αισθητική”, η οποία είναι μια ομαλή, χωρίς βάθος και ανοίκεια αισθητική, ενταγμένη στις υλικές πραγματικότητες της εταιρικής εξουσίας και των ψηφιακών πρακτικών εξαγωγής πληροφοριών. Στη συνέχεια, θα διερευνήσω τις υλικές βλάβες που επιφέρει στην καλλιτεχνική κοινότητα. Θα παρουσιάσω τις ευρύτερες επιπτώσεις αυτών των βλαβών στον πολιτισμό (τρίτο τμήμα). Αντιμέτωποι με σοβαρές πολιτιστικές συνέπειες, θα αναλύσω πώς οι καλλιτέχνες μπορούν να επανοικειοποιήσουν το AI, μετατρέποντάς την από ένα ολοκληρωτικά αυτοματοποιητικό όργανο σε ένα μέσο ποιητικής αποκάλυψης (τέταρτο τμήμα). Τέλος, θα συμπεράνω ότι η καλλιτεχνική πρακτική, για την οποία η αυτοματοποίηση δεν αποτελεί φανταστική υπόθεση ,είναι ο μόνος τομέας ικανός να αποκαλύψει ένα διαφορετικό Όν μέσω των τεχνολογιών ΑΙ (πέμπτο τμήμα).In recent years, ‘‘AI art’’, i.e., art produced by artificial intelligence, has made its appearance in the art world, raising several cultural issues. The computational resources and the digital infrastructure needed to make an AI model capable of generating art are available only to a few major tech companies. As such, they dictate both design and purpose. The art produced by these models is not only a technological advancement but also gives rise to a new automated aesthetic. Here, I shall inquire into this new aesthetic, which, as I will argue, functions as the cultural logic of neoliberal platform capitalism. I shall reflect on what the automation of cultural production means for art, artists, and culture. For that, I will draw from the disciplines of aesthetics, philosophy of technology, and STS. In what follows, I shall diagnose the aesthetic, social, and cultural consequences brought by this new aesthetic regime that optimizes art for automation. More precisely, I will investigate how socio-economic imperatives shape both technical processes and cultural form, how AI models, embedded within digital power structures, reconfigure labour, value, and agency of artists, and also where their agency persists, recedes, and re-emerges through acts of reappropriation. After a brief introduction in which I will establish the cultural, theoretical, and technical framework (first section), I shall explain why the aesthetic of AI art cannot be disentangled from the material substrate of culture (second section). More precisely, I will trace a socio-technic thread from the neoliberal mandate of optimization to the aesthetic outputs of generative AI models. In doing so, I will ground automated aesthetics, which is a smooth, depthless, and uncanny aesthetic, in the materialities of corporate power and digital extraction. Then, I shall investigate the material harms inflicted upon the artistic community. I will present the broader repercussions these harms have for culture (third section). Faced with serious cultural consequences, I shall analyse how artists can reclaim AI by transforming it from a totalizing apparatus of automation to a medium of poetic revelation (fourth section). Finally, I shall conclude that the artistic practice, in which automation is not a speculative fiction, is the only domain capable of revealing a different Being with AI technologies (fifth section)

    Centre of main interest and insolvency

    No full text
    Η παρούσα διατριβή εξετάζει τις νομικές προκλήσεις των διασυνοριακών περιπτώσεων αφερεγγυότητας σε μια οικονομία που γίνεται ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένη και υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο του κέντρου των κύριων συμφερόντων (COMI). Λόγω της αυξανόμενης πολυεθνικής διασύνδεσης των επιχειρήσεων, η ανάγκη για σαφείς και προβλέψιμους κανόνες στο διεθνές δίκαιο περί αφερεγγυότητας είναι ουσιαστικής σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της δικαιοσύνης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.This thesis examines the legal challendes of cross-border insolvencies in an increasingly global-ized economy and highlights the central role of the centre of main interests (COMI). In light of the growing multinational interconnectedness of businesses, the need for clear and predict-able rules in international insolvency law is essential to ensure the efficiency and fairness of the insolvency process

    Prognostic models for the evolution of melanocytic naevi

    No full text
    Η φωσφατάση διπλής ειδικότητας 3 (DUSP3), επίσης γνωστή ως φωσφατάση σχετιζόμενη με την ιό Vaccinia H1, παίζει κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση διαφόρων κυτταρικών λειτουργιών μέσω της αποφωσφορυλίωσης ενός ευρέος φάσματος υποστρωμάτων. Αλλαγές στην έκφραση και τη δραστηριότητά της εμπλέκονται στην ανάπτυξη και την εξέλιξη διαφόρων τύπων καρκίνου, υποδεικνύοντας την προοπτική της ως θεραπευτικό στόχο. Το έργο αυτό εξετάζει αρχικά τον ρόλο της DUSP3 τόσο στην καλοήθη όσο και στην κακοήθη μελανοκυτταρική ογκογένεση, εστιάζοντας σε υποθέσεις σχετικές με τις ρυθμιστικές επιδράσεις της σε κυτταρικές διεργασίες όπως την ανάπτυξη, την εξέλιξη του κυτταρικού κύκλου, τον πολλαπλασιασμό, την επιβίωση, την απόπτωση, τη γενωμική σταθερότητα και επιδιόρθωση, την προσκόλληση και τη μετανάστευση των νεοπλασματικών μελανοκυττάρων. Επιπλέον, η μελέτη αυτή όχι μόνο επιδιώκει να φωτίσει τον ρόλο της DUSP3 στη μελανοκυτταρική ογκογένεση αλλά και να ερευνήσει την δυναμική της ως διαγνωστικό και προγνωστικό βιοδείκτη μέσω της ανάλυσης των μετα-μεταφραστικών επιπέδων της. Ως εκ τούτου, διενεργήθηκε ανοσοϊστοχημεία σε 172 βιοψημένες βλάβες από 130 άτομα. Οι βλάβες αυτές ταξινομήθηκαν σε τέσσερις ομάδες: κοινοί σπίλοι (CN), δυσπλαστικοί σπίλοι (DN), και τα τμήματα του σπίλου και του μελανώματος από μελανώματα σχετιζόμενα με σπίλους (N-NAMs και M-NAMs, αντίστοιχα). Η ανοσοϊστοχημική χρώση και η επακόλουθη αξιολόγηση με τη χρήση του Immunoreactive Score (IRS) αποκάλυψαν σημαντική μείωση της θετικότητας της DUSP3 στα δείγματα των M-NAMs συγκριτικά με τις υποομάδες των σπίλων, με τις μέσες αριθμητικές IRS τιμές να μειώνονται σημαντικά από τους CN (7.5) στα M-NAMs (1.9) (p<0.001). Αυτή η μείωση της έκφρασης της DUSP3 υποδηλώνει έναν πιθανό ρόλο της DUSP3 στη διαδικασία του κακοήθους μετασχηματισμού. Η απουσία ισχυρά θετικών M-NAMs και τα εύρηματα ότι το 21.4% των M-NAMs αναπτύχθηκε σε αρνητικούς προϋπάρχοντες σπίλους, ενώ ελάχιστα εξ αυτών σε ισχυρά θετικούς για DUSP3 προϋπάρχοντες σπίλους υπογραμμίζουν περαιτέρω την πιθανή συμμετοχή της DUSP3 στην εξέλιξη του μελανώματος. Η συζευγμένη (paired) ανάλυση των 84 ζευγών NAM περιστατικών επιβεβαίωσε τη σημαντική μείωση της θετικότητας της DUSP3 στα M-NAMs σε σύγκριση με τα N-NAMs (p<0.001). Αυτή η μείωση υποδεικνύει ότι η DUSP3 μπορεί να χρησιμεύσει ως δείκτης της μετάβασης από καλοήθη σε κακοήθη μελανοκυτταρική νεοπλασία. Η πολυπαραγοντική ανάλυση δεν ανέδειξε σημαντικές διαφορές στην έκφραση της DUSP3 μεταξύ των υποομάδων των σπίλων. Ωστόσο, βρέθηκε σημαντική συσχέτιση όταν συγκρίθηκαν αυτές οι υποομάδες με τα M-NAMs, ανεξάρτητη από φύλο και ηλικία. Οι πιθανότητες διάγνωσης οποιουδήποτε τύπου σπίλου αντί ενός M-NAM αυξήθηκαν σημαντικά με κάθε μονάδα αύξησης της κατηγορικής IRS βαθμολογίας (προσαρμοσμένα ORs: CN vs M-NAM: 11.333; DN vs M-NAM: 6.495; N-NAM vs M-NAM: 3.225, p<0.001). Επιπλέον, η ανάλυση του συνδυασμού CN και DN έναντι των N-NAMs παρήγαγε μια περιοχή κάτω από την Receiver Operating Characteristic καμπύλη της τάξεως του 0.716 (p<0.001), με την IRS βαθμολογία 6 να αναδεικνύεται ως το βέλτιστο όριο (ευαισθησία: 60%, ειδικότητα: 80%) για τη διάκριση σπίλων υψηλού ρίσκου. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι τα υψηλά επίπεδα της DUSP3 είναι τυπικό εύρημα στους καλοήθεις μελανοκυτταρικούς ιστούς, ενώ η χαμηλή ή απούσα έκφρασή της συνδέεται συχνότερα με κακοήθεις μελανοκυτταρικούς ιστούς. Η διατήρηση της έκφρασης της DUSP3 είναι ένα χαρακτηριστικό που σπάνια απαντάται στα NAMs, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την σημαντική πιθανότητα υποβάθμισης της κατηγορίας της θετικότητάς της, κατά τη σύγκριση των N-NAM και M-NAM του ίδιου όγκου. Επιπλέον, ελάχιστα NAMs αναπτύσσονται σε έδαφος προϋπάρχοντος σπίλου ισχυρά θετικού για DUSP3. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι CN και DN παρουσιάζουν παρόμοια προφίλ έκφρασης της DUSP3 με τους προδρόμους σπίλους των NAM, ενισχύοντας την γνώμη ότι οι DN είναι εξίσου ευάλωτοι σε κακοήθη μετασχηματισμό και από την σκοπιά της DUSP3 έκφρασης. Η ετερογένεια της οντότητας των DN διευρύνεται περαιτέρω από την ετερογένεια της έκφρασης της DUSP3 στους DN, τονίζοντας την ανάγκη για πρόσθετα κριτήρια ακριβούς ορισμού του γνήσιου προάγγελου του μελανώματος. Τελειώνοντας, προτείνουμε τη δυνητική χρήση της DUSP3 ως βοηθητικού βιοδείκτη για τη διάγνωση απαιτητικών περιστατικών και τη διάκριση των σπίλων υψηλού κινδύνου κακοήθους μετασχηματισμού, ειδικά σε υποπληθυσμούς ατόμων με υψηλό αριθμό σπίλων. Εν κατακλείδι, η κομβική θέση που καταλαμβάνει η DUSP3 μέσα στο φάσμα των «παικτών» που εμπλέκονται στην μελανοκυτταρική ογκογένεση, όπως σκιαγραφείται από αυτή τη μελέτη, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα για περαιτέρω έρευνα προς την κατεύθυνση αυτή. Αυτό θα μπορούσε να βελτιώσει την ακρίβεια στη διάγνωση και την ταξινόμηση των καλοήθων μελανοκυτταρικών όγκων, να προάγει την έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση των κακοήθων μελανοκυτταρικών όγκων, και τελικά να οδηγήσει σε ευμενέστερες συνέπειες για τους ασθενείς.Dual-Specificity Phosphatase 3 (DUSP3), also known as Vaccinia H1-related phosphatase, plays a critical role in regulating various cellular functions by dephosphorylating a broad range of substrates. Alterations in DUSP3’s expression and activity are implicated in the development and progression of various cancers, suggesting its potential as a therapeutic target. This work initially delves into DUSP3’s involvement in both benign and malignant melanocytic oncogenesis, emphasising on speculations regarding its regulatory effects on cellular processes such as growth, cell cycle progression, proliferation, survival, apoptosis, genomic stability/repair, adhesion, and migration of neoplastic melanocytes. Moreover, this study not only focuses on elucidating DUSP3’s role in melanocytic oncogenesis but also on investigating its potential as a diagnostic and prognostic biomarker by analyzing its post-translational levels. Therefore, immunohistochemistry was performed in 172 biopsied lesions from 130 individuals. The lesions were classified into four groups: common nevi (CN), dysplastic nevi (DN), and nevus and melanoma components of nevus-associated melanomas (N-NAMs and M-NAMs, respectively). Immunohistochemical staining and subsequent evaluation using the Immunoreactive Score (IRS) revealed a notable decrease in DUSP3’s positivity across M-NAMs compared to the nevus subgroups, with mean numerical IRS scores declining significantly from CN (7.5) to M-NAMs (1.9) (p<0.001). This decline in DUSP3’s expression suggests a potential role in the malignant transformation processes. The absence of strongly positive M-NAMs and the findings that 21.4% of M-NAMs developed from DUSP3-negative preexisting nevi while very few ones from strongly DUSP3-positive preexisting nevi further underscore DUSP3’s potential involvement in melanoma progression. Paired analysis of 84 matched NAM cases confirmed a significant reduction in DUSP3’s positivity in M-NAMs compared to N-NAMs (p<0.001). This reduction indicates that DUSP3 may serve as a marker for the transition from benign to malignant melanocytic lesions. Multivariate analysis revealed no significant differences in DUSP3’s expression among the nevus subgroups; however, a significant association was found when comparing these subgroups with M-NAMs, independent of sex and age. The odds of diagnosing any nevus type versus M-NAM increased significantly with each unit increase in the categorical IRS score (adjusted ORs: CN vs M-NAM: 11.333; DN vs M-NAM: 6.495; N-NAM vs M-NAM: 3.225, p<0.001). Additionally, analysis of CN and DN combined against N-NAMs produced an area under the Receiver Operating Characteristic curve of 0.716 (p<0.001), with an IRS score of 6 identified as the optimal cut-off (sensitivity: 60%, specificity: 80%), indicating DUSP3’s usefulness as a tool for the discrimination of a high-risk subgroup of nevi. Our findings demonstrate that high levels of DUSP3 are typically associated with benign melanocytic nevus tissues, whereas low or absent expression of DUSP3 is more commonly linked to melanocytic malignancy. Retention of DUSP3’s expression is rarely encountered among NAM’s tissues, validated by a significant likelihood for downgrade of the positivity category when comparing the N-NAM and M-NAM of the same tumour. Moreover, very few NAMs develop from a strongly positive preexisting nevus. The results also show that CN and DN share similar DUSP3’s expression profiles with NAM precursor nevi, supporting the view that DN are equally susceptible to malignant transformation also from the standpoint of DUSP3’s expression. Moreover, the heterogeneity of the DN diagnosis is further highlighted by the heterogeneity of DN’s expression of DUSP3. These underscore the need for additional criteria to accurately define the true melanoma precursor. Lastly, we propose the potential use of DUSP3 as an auxiliary biomarker for diagnosing challenging cases and discriminating nevi at a higher risk for malignant transformation, especially among individuals with high counts of nevi. All in all, the key position of DUSP3 within the spectrum of factors involved in melanocytic oncogenesis, as outlined by this study, highlights the necessity for further research towards this direction. This could enhance the precision of diagnosing and classifying benign melanocytic tumours, promote early detection and treatment of malignant ones, and ultimately lead to better patient outcomes

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇