National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Governing Open Science in Greece: Politics of Representations, Visions and Future Aspirations

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη διακυβέρνηση της Ανοικτής Επιστήμης στην Ελλάδα μέσα από το αναλυτικό πλαίσιο του πεδίου Science and Technology Studies (STS). H προσέγγιση της Ανοικτής Επιστήμης γίνεται όχι ως μια καθαρά τεχνική ή διοικητική μεταρρύθμιση, αλλά ως μια κοινωνικοπολιτική διαδικασία που αναδιαμορφώνει τον τρόπο παραγωγής της γνώσης, την αξιολόγηση της έρευνας και τη διακυβέρνηση της επιστημονικής δραστηριότητας. Βασιζόμενη στις θεωρίες της συν-παραγωγής και του Δικτύου Δρώντων (Actor–Network Theory), η μελέτη διερευνά τον ρόλο θεσμικών, πολιτικών και τεχνολογικών παραγόντων που εοηρεάζουν την εφαρμογή της Ανοικτής Επιστήμης στο Ελληνικό ερευνητικό οικοσύστημα. Η έρευνα ακολουθεί ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση και βασίζεται σε ημιδομημένες συνεντεύξεις. Δώδεκα ερευνητές και επαγγελματίες που εμπλέκονται ενεργά σε πρωτοβουλίες, υποδομές και διαδικασίες πολιτικών της Ανοικτής Επιστήμης στην Ελλάδα συμμετείχαν. Το εμπειρικό υλικό συμπληρώνεται από την μελέτη και ανάλυση ευρωπαϊκών και εθνικών κειμένων πολιτικής. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η Ανοικτή Επιστήμη γίνεται αντιληπτή ως εγχείρημα διαφάνειας, συνεργασίας και εκδημοκρατισμού της γνώσης, ωστόσο η εφαρμογή της παραμένει άνιση. Κύριες προκλήσεις αποτελούν ο θεσμικός κατακερματισμός, η περιορισμένη χρηματοδότηση, οι ανισότητες στις υποδομές και η κυριαρχία πρακτικών «από τα κάτω». Η εργασία καταλήγει ότι η Ανοικτή Επιστήμη στην Ελλάδα διαμορφώνεται μέσα από ευρύτερες δυναμικές της πολιτικής οικονομίας και ασυμμετρίες στο ευρωπαϊκό ερευνητικό πεδίο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για την ύπαρξη συντονισμένων θεσμικών πλαισίων και μακροπρόθεσμη πολιτικών.This thesis explores the governance of Open Science in Greece through the analytical framework of Science and Technology Studies (STS). It conceptualises Open Science as a socio-political process that transforms knowledge production, research evaluation, and scientific governance, rather than as a strictly technical or administrative reform. Drawing on theories of co-production and Actor–Network Theory, the study examines how institutional, political, and technological factors impact the adoption of Open Science within the Greek research ecosystem. The research adopts a qualitative methodology based on semi-structured interviews. Twelve researchers and professionals actively engaged in Open Science initiatives, infrastructures, and policy processes in Greece participated. The empirical data is supplemented by the analysis of European and national policy documents in order to trace dominant discourses, practices, and governance frameworks. The findings indicate that Greek researchers perceive Open Science as a project promoting transparency, collaboration, and the democratisation of knowledge. However, its adoption remains uneven and contested. Key challenges include institutional fragmentation, limited and unstable funding, infrastructural inequalities, and a predominantly bottom-up mode of adoption, with limited central coordination. The study also highlights tensions between the ethical aspirations of Open Science and its technocratic or market-oriented applications. The thesis concludes that Open Science in Greece is shaped by broader political economy dynamics and asymmetries within the European research landscape, underlining the necessity for coordinated policy frameworks, sustainable infrastructures, and long-term institutional commitment

    Η Συνεργασία των Εκπαιδευτικών και το περιβάλλον ταξης στην Προσχολική Εκπαίδευση

    No full text
    Η συνεργασία θεωρείται ως ένας από τους πλέον σημαντικούς παράγοντες, που μπορούν να οδηγήσουν έναν οργανισμό στην επιτυχία. Μέσω της συνεργασίας των εργαζόμενων γίνεται ευκολότερη η επίτευξη των ατομικών και συλλογικών στόχων και διασφαλίζεται ένα καλό εργασιακό περιβάλλον. Η συνεργασία κρίνεται αναγκαία και στον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς διαπιστώνεται πως μπορεί να συμβάλλει στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου και στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος που ευνοεί την ακαδημαϊκή, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών/τριών. Στην παρούσα εργασία γίνεται προσπάθεια να διερευνηθούν οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών προσχολικής αγωγής, αναφορικά με την αξία της συνεργασίας των εκπαιδευτικών και την επίδρασή της στο περιβάλλον της τάξης. Για την επίτευξη του σκοπού της εργασίας πραγματοποιήθηκε ποιοτική έρευνα με τη χρήση ημί-δομημένης συνέντευξης σε 5 εκπαιδευτικούς και με τη χρήση παρατήρησης σε ένα νηπιαγωγείο. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το μοντέλο των το μοντέλο των Braun και Clarke (2006). Η επεξεργασία των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν τόσο μέσω των συνεντεύξεων με τους/τις εκπαιδευτικούς, όσο και μέσω της παρατήρησης, δείχνει πως η συνεργασία είναι πολύ σημαντική κι επωφελής. Ακριβέστερα, διαπιστώθηκε πως μέσω της συνεργασίας διαμορφώνεται ένα ασφαλές περιβάλλον, το οποίο ευνοεί σε σημαντικό βαθμό την ανάπτυξη των νηπίων και πως παράγεται ποιοτικό εκπαιδευτικό έργο. Μέσα σε ένα ασφαλές περιβάλλον, που επικρατεί η συνεργατική διάθεση, τα νήπια αισθάνονται αυτοπεποίθηση, συνεργάζονται συλλογικά και αποκτούν κίνητρα συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία. Επίσης, διαπιστώθηκε πως διάφορα εμπόδια μπορούν να προκύψουν, τα οποία σχετίζονται με τις διαφορετικές αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, με τον περιορισμένο χρόνο και με τον έντονο φόρτο εργασίας. Επιπρόσθετα, κατέστη σαφές πως η συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών μπορεί να ενδυναμωθεί, μέσα από τη χρήση κάποιων καλών πρακτικών, όπως είναι οι τακτικές συναντήσεις, η επιμόρφωση και τα ψηφιακά μέσα αλλά και μέσα από την υιοθέτηση δράσης, από την πλευρά της διοίκησης.Collaboration n is considered one of the most important factors that can lead an organization to success. Through collaboration among employees, it becomes easier to achieve individual and collective goals and a good working environment is ensured. Collaboration is also considered necessary in the field of education, as it is found that it can contribute to the improvement of educational work and the formation of an environment that favors the academic, social and emotional development of students. In this paper, an attempt is made to investigate the perceptions of preschool teachers regarding the value of collaboration, its effects on the development of infants, the obstacles and difficulties that arise as well as the good practices that favor it. In order to achieve the purpose of the paper, qualitative research was carried out using semi-structured interviews with 5 teachers and using observation in a kindergarten. Data analysis was performed according to the model of Braun and Clarke (2006). The processing of the data collected both through interviews with teachers and through observation shows that collaboration is very important and beneficial. More precisely, it was found that through collaboration, a safe environment is formed, which significantly favors the development of toddlers and that quality educational work is produced. Within a safe environment, where a cooperative attitude prevails, toddlers feel confident, cooperate collectively and gain motivation to participate in the educational process. It was also found that various obstacles can arise, which are related to the different perceptions of teachers, limited time and intense workload. In addition, it became clear that collaboration between teachers can be strengthened through the use of some good practices, such as regular meetings, training and digital media, but also through the adoption of action on the part of the administration

    Το πρότυπο της φιλικής δικαιοσύνης προς το παιδί

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει τη φιλική προς το παιδί δικαιοσύνη από την οπτική της Κοινωνιολογίας του Δικαίου, αναλύοντας το πώς τα παιδιά αναδεικνύονται σε αυτόνομα υποκείμενα δικαίου και δικαιοσύνης. Στο πρώτο μέρος διερευνάται η ιστορική πορεία και η κοινωνική δυναμική που οδήγησε στη διαμόρφωση των δικαιωμάτων του παιδιού και στην αποτύπωσή τους σε διεθνή νομικά κείμενα. Αναδεικνύεται ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων, των διεθνών οργανισμών και της κοινωνίας των πολιτών στη σταδιακή εδραίωση της παιδοκεντρικής προσέγγισης. Στη συνέχεια αναλύεται το διεθνές και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, με έμφαση στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και τις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική έννομη τάξη. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας και στις εμπειρικές έρευνες που αναδεικνύουν τις συνθήκες ζωής των παιδιών, τις κοινωνικές ανισότητες και τη σημασία της συμμετοχής τους σε διαδικασίες που τα αφορούν. Αναλύονται οι κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη φιλική προς το παιδί δικαιοσύνη, τόσο σε επίπεδο γενικών αρχών όσο και ειδικών κατευθύνσεων, καθώς και οι προκλήσεις της εφαρμογής τους στην πράξη. Επιπλέον, εξετάζεται η Οδηγία 2016/800/ΕΕ, η οποία θεσπίζει ελάχιστα δικονομικά πρότυπα για ανηλίκους υπόπτους ή κατηγορούμενους, μέσα από το πρίσμα της θεωρίας της διαδικαστικής δικαιοσύνης και της νομικής κοινωνικοποίησης. Η εργασία καταλήγει ότι, παρά τις προόδους, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια εφαρμογής, που σχετίζονται με θεσμικές αδυναμίες, ελλείψεις πόρων και κοινωνικές ανισότητες. Ωστόσο, οι κατευθυντήριες γραμμές και οι ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες συνιστούν ουσιαστικά εργαλεία για την εδραίωση μιας δικαιοσύνης που αναγνωρίζει και ενδυναμώνει τα παιδιά ως ισότιμα υποκείμενα δικαιωμάτων.This thesis examines child-friendly justice through the lens of the Sociology of Law, analyzing how children are recognized as autonomous subjects of law and justice. The first part traces the historical trajectory and the social dynamics that shaped children’s rights and their codification in international legal texts. It highlights the role of social movements, international organizations, and civil society in gradually establishing a child-centered approach. It then analyzes the international and European legal framework, with emphasis on the United Nations Convention on the Rights of the Child and the initiatives of the European Union, as well as their incorporation into the Greek legal order. Particular attention is devoted to the sociology of childhood and to empirical research that sheds light on children’s living conditions, social inequalities, and the importance of their participation in decision-making processes. The Council of Europe Guidelines on child-friendly justice are examined both in terms of general principles and specific directions, alongside the challenges of their practical implementation. Furthermore, Directive (EU) 2016/800, which establishes minimum procedural safeguards for child suspects or accused persons, is analyzed through the prism of procedural justice theory and legal socialization. The study concludes that, despite significant progress, major challenges remain in practice, stemming from institutional weaknesses, resource shortages, and persistent social inequalities. Nevertheless, the Guidelines and EU legal initiatives constitute essential instruments for the establishment of a justice system that recognizes and empowers children as equal subjects of rights

    Θέατρο, Εφηβεία και Τρίτη Ηλικία. Διαγενεακές συναντήσεις μέσω Θεατρικών Πρακτικών.

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη δυναμική της θεατρικής αγωγής ως εργαλείο διαγενεακής προσέγγισης, με έμφαση στην ανάπτυξη ενσυναίσθησης στους εφήβους απέναντι στα ζητήματα του γήρατος. Ως κύριο ερευνητικό εργαλείο επιλέχθηκε η δημιουργία ειδικού εργαστηρίου, επιλογή που προέκυψε μετά από προσεκτική ανάλυση και συνεννόηση με την επιβλέπουσα, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής και άμεσης παρατήρησης των θεατρικών μεθόδων. Το εργαστήριο αυτό, που απευθύνθηκε σε μαθητές Λυκείου, διερεύνησε πρακτικές θεατρικής αγωγής που – παρότι δεν συμπεριέλαβαν τη φυσική παρουσία ηλικιωμένων, σχεδιάστηκαν με βάση την προσομοίωση της διαγενεακής επαφής και την ενεργητική ανάδειξη των σχέσεων μεταξύ των γενεών. Οι κύριοι στόχοι αυτής της μελέτης είναι οι εξής: Πρώτον, να τεκμηριωθεί η θεατρική μέθοδος ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο για τη μείωση των προκαταλήψεων, εν προκειμένου όσον αφορά την τρίτη/τέταρτη ηλικία. Δεύτερον, να αξιολογηθεί η επίδραση του συγκεκριμένου εργαστηρίου στην κοινωνική ευαισθητοποίηση των νέων συμμετεχόντων. Τρίτον, να αναδειχθεί ο ρόλος του θεάτρου ως εφαλτήριο συμβολής στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μεταξύ διαφορετικών ηλικιακών ομάδων. Η γενικότερη πεποίθησή μου για το θέατρο και την θεατρική εμπειρία ως μέσο ενίσχυσης της ανθρωπιάς και της ευσπλαχνίας αποτέλεσε κυρίαρχη ώθηση και βασική έμπνευση για την παρούσα εργασία. Ταυτόχρονα, η προσπάθειά μου να διατυπώσω με ακρίβεια το θέμα της εργασίας, συνέπεσε με την συμμετοχή μου ως ηθοποιός στην παράσταση Ο Νιλς Χόλγκερσον, η Λιλίκα και τα 4 Πι. Η παράσταση παρουσίαζε με ποιητικό και αλληγορικό τρόπο τις δύο ακραίες ηλικιακές ομάδες και τη συνύπαρξή τους σε ένα κοινό ίδρυμα. Το γεγονός αυτό με ωφέλησε σημαντικά στην διατύπωση του θέματος και της συνολικής επιτέλεσης της παρούσας εργασίας. Συνδυαστικά, κατέληξα στη στοχευμένη προσπάθεια θεατρικής δράσης και έρευνας, με στόχο την ένωση έφηβων και ηλικιωμένων μέσα από το θέατρο. Αρχικά, ξεκίνησα με τη μελέτη βιβλίων που καταπιάνονται με άτομα των δύο αυτών ηλικιακών κατηγοριών. Στη συνέχεια, ερεύνησα προγράμματα και δράσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στα οποία συμμετείχαν και συνεργάζονταν άτομα και από τις δύο γενιές. Ως τελευταίο βήμα, αναζήτησα τρόπους με τους οποίους ηθοποιοί και εμψυχωτές δίνατε να συνδέσουν τους νέους με τους ηλικιωμένους. Παράλληλα, και επειδή συμμετείχα σε μια παράσταση που αφορούσε τις ηλικιακές ομάδες εφήβων και ατόμων τρίτης ηλικίας, παρακολούθησα θεατρικά έργα που η θεαματική τους φώτιζε τη σχέση και την αλληλεπίδραση μεταξύ νέων και ηλικιωμένων. Όλες οι παραπάνω εργασίες πραγματοποιήθηκαν με διπλό στόχο. Πρώτων, την κατανόηση και τη καταγραφή του πώς και εάν το θέατρο και η θεατρική αγωγή μπορούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ μαθητών λυκείου και ατόμων της τρίτης και τέταρτης ηλικίας, και δεύτερον, την σχεδίαση ενός εργαστηρίου που όχι μόνο θα κατόρθωνε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αλλά θα προξενούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε νέους συμμετέχοντες. Αυτή η θεωρητική και πρακτική προετοιμασία οδήγησε στη δημιουργία ενός εργαστηρίου θεατρικής αγωγής, το οποίο υλοποιήθηκε με μαθητές Α' Λυκείου στην Αθήνα υπό δική μου καθοδήγηση. Το εργαστήριο αυτό αποτέλεσε πυρήνα της έρευνας, με βασικό στόχο την διερεύνηση του ρόλου του θεάτρου ως μέσου διαλόγου, επικοινωνίας και ενδυνάμωσης των διαγενεακών σχέσεων. Παρόλο που τα άτομα της τρίτης ηλικίας δεν ήταν σωματικά παρόντα, η κεντρική προτεραιότητα παρέμεινε: οι νέοι να αναπτύξουν ενσυναίσθηση και να αφουγκραστούν, μέσω της θεατρικής διαδικασίας, τις εμπειρίες, τις ανησυχίες και τις ελπίδες της ηλικιωμένης γενιάς. Μέσα από αυτή την εμπειρία, επιδιώχθηκε να εξεταστεί πώς η θεατρική αγωγή μπορεί να λειτουργήσει ως ιδανικό πλαίσιο διαγενεακής επικοινωνίας. Η έρευνα επικεντρώθηκε κυρίως στα οφέλη για τους νέους, είναι όμως σημαντικό να σημειωθεί ότι μια πλήρης διαγενεακή αλληλεπίδραση θα προσέφερε εξίσου σημαντικά οφέλη και στους ηλικιωμένους. H επαφή με τη νεανική ενέργεια, τη δημιουργικότητα και τις σύγχρονες προοπτικές μπορεί να αναζωογονήσει την ψυχολογική ευεξία των ηλικιωμένων, να ενισχύσει τη γνωστική τους ευελιξία και να τους βοηθήσει να παραμείνουν ενεργά μέλη της κοινωνίας. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η θεατρική πράξη μπορεί να μετριάσει αποτελεσματικά το φαινόμενο της κοινωνικής απομόνωσης μεταξύ γενεών. Λειτουργώντας ως γέφυρα επικοινωνίας, το θέατρο ενθαρρύνει τη διαρκή αλληλεπίδραση, προάγει την αίσθηση της κοινότητας και καλλιεργεί την αλληλεγγύη, οδηγώντας σε μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση των διαφορετικών ηλικιακών ομάδων και των αναγκών τους.This thesis focuses on the dynamics of theater education as a tool for intergenerational connection, with an emphasis on fostering empathy in adolescents toward issues related to aging. The primary research tool chosen was the creation of a specialized workshop, a decision made after careful analysis and consultation with my supervisor, as it allows for the practical application and direct observation of theatrical methods. This workshop, designed for high school students, explored theater education practices that, even though did not involve the physical presence of elderly individuals, were structured around simulating intergenerational contact and actively highlighting relationships between generations. The main objectives of this study are as follows: First, to document theater as an effective method for reducing prejudice, specifically regarding the third/fourth age. Second, to evaluate the impact of this workshop on the social awareness of young participants. Third, to highlight the role of theater as a platform that strengthens social cohesion between different age groups. My broader belief in theater and theatrical practices as a means of enhancing humanity and compassion served as the primary motivation and inspiration for this thesis. At the same time, my participation as an actor in the play Nils Holgersson, Lilika, and the 4 P’s significantly helped me refine the focus of this thesis. The play poetically and allegorically portrayed the two extreme age groups and their coexistence in a shared institution. Combining these influences, I arrived at a targeted effort in theater-based action and research, aiming to unite adolescents and the elderly through theater. Initially, I began by studying books addressing individuals from these two age groups. Next, I researched programs and initiatives in Greece and abroad involving collaboration between the two generations. As a final step, I explored ways in which actors and facilitators could connect young people with older adults. Concurrently, and as I participated in a play as an actor concerning the age groups of adolescents and seniors, part of my research involved observing theatrical works that explored the relationship and interactions between the young and the elderly. All these efforts were undertaken with a dual purpose: first, to understand and document whether and how theater and theater education can bridge the gap between high school students and individuals of the third/fourth age, and second, to design a workshop that would not only achieve the desired outcomes but also engage the interest of young participants. This theoretical and practical preparation led to the creation of a theater education workshop, implemented with 10th-grade students in Athens under my guidance. This workshop formed the core of the research, with the primary goal of exploring theater’s role as a medium for dialogue, communication, and the strengthening of intergenerational relationships. Although the elderly were not physically present, the central priority remained: for young people to develop empathy and, through the theatrical process, understand the experiences, concerns, and hopes of the older generation. Through this experience, the aim was to demonstrate how theater education can serve as an ideal framework for intergenerational communication. While the research primarily focused on the benefits for young people, it is important to note that full intergenerational interaction would equally benefit the elderly. Exposure to youthful energy, creativity, and contemporary perspectives could revitalize their psychological well-being, enhance cognitive flexibility, and help them remain active members of society. The findings underscore that theatrical practice can effectively mitigate the phenomenon of social isolation between generations. By serving as a communicative bridge, theater encourages sustained interaction, fosters a sense of community, and cultivates solidarity, leading to a more holistic understanding of different age groups and their needs

    Η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου και του πρότερου σύννομου βίου κατ’ άρθρο 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει συστηματικά την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου και του πρότερου σύννομου βίου του κατηγορουμένου, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 84 παρ. 2 περ. α΄ του Ποινικού Κώδικα, εστιάζοντας τόσο στη θεωρητική της θεμελίωση όσο και στην πρακτική της εφαρμογή. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις διαδοχικές νομοθετικές μεταβολές των τελευταίων ετών, ιδίως με τους νόμους 4619/2019 και 5090/2024, οι οποίες ανέδειξαν ζητήματα ερμηνείας, ασφάλειας δικαίου και δικαιοκρατικής συνέπειας. Μέσα από ανάλυση της νομολογίας και της θεωρίας, διερευνάται το περιεχόμενο των αόριστων νομικών εννοιών του «έντιμου» και του «σύννομου» βίου, η σχέση τους με την προσωπικότητα του δράστη και τη βαρύτητα του τελεσθέντος εγκλήματος, καθώς και ο ρόλος τους στο σύστημα επιμέτρησης της ποινής. Σκοπός της εργασίας είναι να συμβάλει στον επιστημονικό διάλογο σχετικά με τη λειτουργία των ελαφρυντικών περιστάσεων και να αναδείξει τα προβλήματα και τις προοπτικές του συγκεκριμένου θεσμού στο σύγχρονο ελληνικό ποινικό δίκαιο.This paper systematically examines the mitigating circumstance of the previous honorable life and the mitigating circumstance of the previous legal life, as provided for in article 84 par. 2, sub-paragraph a of the Criminal Code, focusing on both its theoretical foundation and its practical application. Particular emphasis is given to the successive legislative changes of recent years, in particular with laws 4619/2019 and 5090/2024, which have highlighted issues of interpretation, legal certainty and constitutional consistency. Through an analysis of case law and theory, the content of the vague legal concepts of "honorable" and "lawful" life is explored, their relationship with the personality of the perpetrator and the gravity of the crime committed, as well as their role in the sentencing system. The purpose of the paper is to contribute to the scientific dialogue regarding the operation of mitigating circumstances and to highlight the problems and prospects of this specific institution in modern Greek criminal law

    Σύγχρονες βιολογικές θεραπείες για τα Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου / Modern biological therapies for Inflammatory Bowel Diseases

    No full text
    Εισαγωγή: Σήμερα, οι βιολογικές θεραπείες φαίνεται πως αποτελούν μία πολύ σημαντική εναλλακτική για τους ασθενείς με ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, ιδίως για εκείνους που δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική θεραπεία. Ωστόσο, λόγω της μεγάλης ποικιλίας των θεραπειών και φαρμάκων που διατίθενται σήμερα και των πολλών σχετικών πρωτογενών μελετών, δημιουργείται αναπόφευκτα μία σύγχυση κατά τη διαδικασία της επιλογής της θεραπείας από τον ασθενή και από τον ιατρό. Σκοπός: Ο βασικός σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η μελέτη της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας των σύγχρονων βιολογικών θεραπειών για τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Μεθοδολογία: Με βάση τον παραπάνω σκοπό, επιλέχθηκε να πραγματοποιηθεί μία συστηματική ανασκόπηση για το εν λόγω θέμα. Η αναζήτηση των κατάλληλων για την ανασκόπηση αυτή άρθρων πραγματοποιήθηκε στην επιστημονική βάση δεδομένων Pubmed και οι λέξεις – κλειδιά που αξιοποιήθηκαν ήταν οι ακόλουθες: “Inflammatory Bowel Diseases”, IBD, “Ulcerative Colitis”, “Crohn’s disease”, “therapy” και “treatment”, ενώ για την επιλογή των καταλληλότερων άρθρων, ορίστηκαν συγκεκριμένα κριτήρια εισαγωγής και αποκλεισμού. Αποτελέσματα: Συνολικά, από την αναζήτηση της βιβλιογραφίας της τελευταίας πενταετίας, επιλέχθηκαν 21 ελεγχόμενες τυχαιοποιημένες μελέτες. Μεταξύ των μελετών αυτών, οι 9 μελέτες εστίασαν μόνο σε ασθενείς με νόσο του Crohn, οι 10 μελέτες εστίασαν μόνο σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα, ενώ οι 2 μελέτες εστίασαν και στις δύο αυτές ομάδες ασθενών. Ως προς τις βιολογικές θεραπείες που αξιολογήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια στις ελεγχόμενες τυχαιοποιημένες μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στη συστηματική ανασκόπηση, οι 3 εξέτασαν τη θεραπεία με vedolizumab, οι 4 εξέτασαν τη θεραπεία με etrolizumab, οι 4 μελέτες εξέτασαν τη θεραπεία με risankizumab, μία μελέτη εξέτασε τη θεραπεία με tulisokibart, οι 2 μελέτες εξέτασαν τη θεραπεία με CT-P13, μία μελέτη εξέτασε τη θεραπεία με obefazimod, οι 2 μελέτες εξέτασαν τη θεραπεία με ustekinumab, οι 2 μελέτες εξέτασαν τη θεραπεία με mirikizumab και οι 2 μελέτες εξέτασαν τη θεραπεία με guselkumab. Συζήτηση - Συμπεράσματα: Οι διάφορες βιολογικές θεραπείες που έχουν εξεταστεί τα τελευταία χρόνια για την αντιμετώπιση των ιδιοπαθών φλεγμονωδών νοσημάτων του εντέρου τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικές, είτε έως θεραπεία επαγωγής είτε ως θεραπεία συντήρησης, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, και όλες οι εξεταζόμενες βιολογικές θεραπείες ήταν ασφαλείς και καλά ανεκτές από τους ασθενείς. Το εύρημα αυτό συνάδει απόλυτα με εκείνα άλλων πρόσφατων, σχετικών συστηματικών ανασκοπήσεων και μετα–αναλύσεων. Ωστόσο, δεδομένου ότι όλες οι συνθήκες εφαρμογής μίας θεραπείας είναι εξαιρετικά σημαντικές για τον καθορισμό του αποτελέσματος, είναι σημαντική και αναγκαία η διεξαγωγή περισσότερων πρωτογενών μελετών που θα συγκρίνουν ταυτόχρονα και υπό τις ίδιες συνθήκες διεξαγωγής της μελέτης, τους διαφορετικούς τρόπους και χρόνους χορήγησης του ίδιου βιολογικού φαρμάκου μεταξύ τους αλλά και με άλλα βιολογικά φάρμακα.Introduction: Today, biological therapies seem to be a very important alternative for patients with idiopathic inflammatory bowel disease, especially for those who do not respond to conventional therapy. However, due to the wide variety of the currently available treatments and drugs and the many relevant primary studies, there is inevitably a confusion during the process of selecting the best treatment option by the patient and the physician. Purpose: The main purpose of this study was to study the efficacy and safety of current biological therapies for idiopathic inflammatory bowel diseases. Methodology: Based on the above purpose, a systematic review was carried out on this topic: The search for the suitable for this review articles was carried out in the scientific database Pubmed and the keywords used were the following: “Inflammatory Bowel Diseases”, IBD, “Ulcerative Colitis”, “Crohn’s disease”, “therapy” and “treatment”, while specific inclusion and exclusion criteria were defined for the selection of the most suitable articles. Results: In total, 21 randomized controlled trials were selected from the literature search over the past five years. Among these studies, 9 studies focused only on patients with Crohn’s disease, 10 studies focused only on patients with ulcerative colitis and 2 studies focused on both groups of patients. Regarding the biological therapies evaluated for efficacy and safety in the controlled randomized trials included in the systematic review, 3 studies examined vedolizumab, 4 examined etrolizumab, 4 studies examine risankizumab, 1 study examined tulisokibart, 2 studies examined CT-P13, 1 study examined obefazimod, 2 studies ustekinumab, 2 studies mirikizumab and 2 studies guselkumab. Discussion-Conclusions: The various biological therapies examined recently for the treatment of inflammatory bowel disease tend to be more effective, either as induction therapy or as maintenance therapy, compared to placebo, and all biological treatments tested were safe and well tolerated by patients. This finding is fully consistent with those of other recent, relevant systematic reviews and meta-analyses. However, given all conditions of the treatments are extremely important in determining the outcome, more primary studies are required to compare simultaneously and under the same conditions the different routes and times of administration of the same biological drug with each other and with other biological drugs

    The case law of EU courts in relation to the ECB's specific task to authorize and withdraw authorization of credit institutions

    No full text
    Η ανωτέρω διπλωματική εργασία παρουσιάζει βασικές δικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επί αιτήσεων ακυρώσεως ή εφέσεων κατά αποφάσεων της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) που χορηγούν ή ανακαλούν άδειες λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων. Παράλληλα, γίνεται παρουσίαση του βασικού νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει το ειδικότερο καθήκον της ΕΚΤ να χορηγεί ή ανακαλεί άδειες λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.The present thesis outlines key judicial decisions of the Court of Justice of the European Union (CJEU) concerning actions for annulment or appeals brought against decisions of the European Central Bank (ECB) that grant or withdraw authorisations for credit institutions to operate. At the same time, it presents the main legislative framework governing the specific duty of the ECB to grant or withdraw operating licenses of credit institutions within the European Union

    Καθήλωση ψυχικά πασχόντων σε δομές παροχής ψυχικής υγείας: Aξιολόγηση της Ελληνικής πρακτικής υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

    No full text
    Εισαγωγή: Το δικαίωμα στη υγεία περιλαμβάνει το δικαίωμα στην ψυχική υγεία. Τα άτομα ωστόσο αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα σημαντικά εμπόδια στην απόλαυση του δικαιώματος αυτού, εξαιτίας μίας de facto ανισορροπίας δυναμικών εξουσίας αγώγιμης σε πρακτικές εξαναγκασμού, βίας και παραβίασης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων στην αυτονομία, την ενημερωμένη συναίνεση και την προστασία από απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και τα βασανιστήρια. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ιδιαίτερος προβληματισμός εντοπίζεται στην πρακτική της καθήλωσης των ασθενών, παρά την ύπαρξη ενός ισχυρού νομοθετικού πλέγματος για την προστασία των δικαιωμάτων τους και τις αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη χρήση μέσων καθήλωσης Εντούτοις, τα δεδομένα των τελευταίων ετών παρέμειναν αποθαρρυντικά. Κατόπιν επισκόπησης της διαθέσιμης βιβλιογραφίας, ουδεμία σχετική έρευνα έχει λάβει χώρα στην Ελλάδα έως και σήμερα όσον αφορά το επίπεδο συμμόρφωσης των πρακτικών καθήλωσης με τις διεθνείς προδιαγραφές του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτές έχουν τεθεί. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να διερευνηθεί κατά πόσον η επιβολή του μέτρου του προστατευτικού κλινοστατισμού (καθήλωσης) των ασθενών σε μία δομή παροχής ψυχιατρικής περίθαλψης στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην Β’ Ψυχιατρική Κλινική του ΠΓΝΑ “Αττικόν” συμβαδίζει με τα δικαιώματα των ασθενών υπό το πρίσμα του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να αξιολογηθεί η ποιότητα φροντίδας και παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας προς τους ασθενείς, σύμφωνα με τα δικαιώματα που ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις, με τη χρήση του εργαλείου Quality Rights του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ). Μέθοδος: Για τους σκοπούς της έρευνας ως εργαλείο συλλογής δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο QualityRights Toolkit του Π.Ο.Υ.. Η αξιολόγηση της δομής βασίστηκε σε συνεντεύξεις με το προσωπικό (νοσηλευτές και ιατρούς) και τους ασθενείς, σε παρατήρηση των χώρων και σε επισκόπηση αρχειακού υλικού και ιατρικών φακέλων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2025. Για την αξιολόγηση της δομής εξετάστηκαν οι λόγοι επιβολής της καθήλωσης ή άλλων περιοριστικών μέτρων, το είδος της (μηχανική, χημική ή συνδυασμός), η συχνότητά της, η διάρκειά της, η χρήση άλλων πρακτικών αποκλιμάκωσης πριν την επιβολή του μέτρου, κατά πόσον έλαβε χώρα τακτικός έλεγχος και επαναξιολόγηση του ασθενούς προτού αποφασιστεί η παράταση του μέτρου και από ποιον, εάν ο ασθενής οδηγείτο σε ένα ασφαλές μέρος που εξασφάλιζε το δικαίωμα του στην ιδιωτικότητα, όπως επίσης κατά πόσον υπήρχε μέριμνα για την προσωπική φροντίδα και περιποίηση του ασθενούς κατά την καθήλωση του, ιδιαιτέρως εφόσον αυτή ήτο παρατεταμένη για μακρό χρονικό διάστημα. Εξετάστηκε επίσης η επιμέλεια τήρησης αρχείου και ο βαθμός στον οποίο διασφαλίζεται έτσι η διαφάνεια και συνεπώς η διασφάλιση της δυνατότητας απόδοσης ευθύνης ή αναζήτησης του αρμοδίου προσώπου σε περίπτωση που ο ασθενής ή τα οικεία του πρόσωπα επιθυμούν να διαμαρτυρηθούν για την επιβολή του μέτρου. Η προαναφερθείσα αξιολόγηση έγινε υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήτοι, από τις υφιστάμενες συμβάσεις και κατευθυντήριες οδηγίες και τη νομολογία συναφών διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων. Αποτελέσματα: Παρά την ύπαρξη ενός ισχυρού διεθνούς και εθνικού νομοθετικού πλαισίου, σημειώνονται ισχυρά κενά στην καθημερινή πρακτική όσον αφορά στην ρεαλιστική συστηματική χρήση τεχνικών αποκλιμάκωσης και στην παροχή επαρκούς ενημέρωσης των ασθενών ως προς τα δικαιώματά τους και στην παροχή πρακτικής δυνατότητας προς την ενάσκηση αυτών. Οι τεχνικές αποκλιμάκωσης και η ορθή τήρηση των διεθνών προδιαγραφών σε περιπτώσεις καθηλώσεων προσκρούουν στην συστημική υποστελέχωση των δομών και στην έλλειψη συνεχούς εκπαίδευσης στο νοσηλευτικό προσωπικό. Σημειώθηκε μεγάλη διαφορά στην αντιμετώπιση των εκούσιων ασθενών σε σχέση με τους ακούσιους, στους οποίους και σημειώνονται τα μεγαλύτερα ποσοστά καθήλωσης. Επικρατεί η αντίληψη ότι η ακούσιοι ασθενείς δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιταχθούν στη νοσηλεία ή τη θεραπεία, παρά το ότι δεν στερούνται δικαιοπρακτικής ικανότητας. Υπάρχει ανάγκη για ευρύτερη και συστηματική συνεργασία των ψυχιατρικών κλινικών που νοσηλεύουν άτομα παρά την θέληση τους με ανεξάρτητους εποπτικούς φορείς και στην ανάπτυξη στρατηγικών διευκόλυνσης της πρόσβασης των ασθενών σε διαδικασίες υποβολής παραπόνων. Συζήτηση / Συμπεράσματα: Το εργαλείο QualityRights μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο βοήθημα στην αξιολόγηση δομών παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας και στην ανάπτυξη καλών πρακτικών και πολιτικών ενδυνάμωσης των ασθενών και προάσπισης των δικαιωμάτων τους. Για τη μέγιστη αξιοποίησή του, απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία του για την εναρμόνισή του με την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα, ενώ κατά τη χρήση των εργαλείων και την ανάπτυξη πολιτικών θα πρέπει να εξασφαλιστεί η ενεργός και ουσιαστική συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών, με έμφαση στην ενδυνάμωση της φωνής των ασθενών.Introduction: The right to health includes the right to mental health. However, even today, individuals face significant barriers to enjoying this right due to a de facto imbalance of power dynamics that leads to practices of coercion, violence, and violations of the rights of persons with mental illness to autonomy, informed consent, and protection from inhuman and degrading treatment and torture. In the case of Greece, particular concern is raised by the practice of restraining patients, despite the existence of a strong legislative framework for the protection of their rights and strict guidelines on the use of restraints. However, the data from recent years remain discouraging. After reviewing the available literature, no relevant research has been conducted in Greece to date on the level of compliance of restraint practices with international human rights law standards, as these have been established. Purpose: The purpose of this study is to investigate whether the imposition of protective bed rest (restraint) on patients in a psychiatric care facility in Athens, specifically the Second Psychiatric Clinic of Attikon Hospital, is consistent with patients' rights under human rights law, and to evaluate the quality of care and mental health services provided to patients, in accordance with the rights set out in international conventions, using the World Health Organization (WHO) Quality Rights tool. Method: For the purposes of the study, the WHO QualityRights Toolkit was used as a data collection tool. The assessment of the structure was based on interviews with staff (nurses and doctors) and patients, observation of the premises, and review of archival material and medical records. The research was conducted in July and August 2025. To evaluate the structure, the reasons for imposing restraint or other restrictive measures were examined, as well as the type (mechanical, chemical, or combination), its frequency, its duration, the use of other de-escalation practices before the measure was imposed, whether regular monitoring and reassessment of the patient took place before the decision to extend the measure was made and by whom, whether the patient was taken to a safe place that ensured their right to privacy, as well as whether provision was made for the personal care and attention of the patient during restraint, particularly if it was prolonged for a long period of time. The diligence with which records were kept and the extent to which this ensured transparency and, consequently, the possibility of assigning responsibility or identifying the person in charge in the event that the patient or his relatives wished to complain about the imposition of the measure were also examined. against the imposition of the measure. The above assessment was made in the light of international human rights law, i.e., existing conventions and guidelines. Results: Despite the existence of a strong international and national legislative framework, there are significant gaps in daily practice with regard to the realistic systematic use of de-escalation techniques and the provision of adequate information to patients about their rights and the practical means of exercising them. De-escalation techniques and proper compliance with international standards in cases of restraint are hampered by systemic understaffing and a lack of continuous training for nursing staff. There was a significant difference in the treatment of voluntary patients compared to involuntary patients, who have the highest rates of restraint. The prevailing view is that involuntary patients are unable to resist hospitalization or treatment, even though they are not legally incompetent. There is a need for broader and more systematic cooperation between psychiatric clinics that treat individuals against their will and independent supervisory bodies, and for the development of strategies to facilitate patient access to complaint procedures. Discussion/Conclusions: The QualityRights tool can be a valuable aid in evaluating mental health service delivery structures and developing good practices and policies for empowering patients and protecting their rights. To get the most out of it, it needs to be further developed to make it fit with the Greek language and culture, while the use of the tools and the development of policies should ensure the active and meaningful participation of all stakeholders, with an emphasis on empowering the voice of patients

    Μακροχρόνια συμμόρφωση στη θεραπεία με CPAP, ασθενών με σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας στη νοτιοδυτική Ελλάδα

    No full text
    Εισαγωγή: Το σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας στον ύπνο αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα. Η θεραπεία με συσκευή συνεχούς θετικής πίεσης αεραγωγού (CPAP) αποτελεί τη θεραπεία εκλογής, ωστόσο η μακροχρόνια συμμόρφωση παραμένει χαμηλή. Η κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τη συμμόρφωση είναι κρίσιμη για τη βελτίωση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων στη συγκεκριμένη πάθηση. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη στοχεύει στην εκτίμηση της συμμόρφωσης των ασθενών με σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας στον ύπνο στη θεραπεία με CPAP και δευτερευόντως στην αξιολόγηση των παραγόντων που συσχετίζονται με τη μακροχρόνια συμμόρφωση, καθώς και στον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών των ασθενών που συνεχίζουν επιτυχώς τη θεραπεία. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε αναδρομική μελέτη σε 217 ασθενείς με διαγνωσμένη ΣΑΑΥ που ξεκίνησαν θεραπεία CPAP. Οι ασθενείς κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: την Ομάδα 1 (n=159) που συνέχισε τη χρήση της συσκευής και την Ομάδα 2 (n=58) που διέκοψε τη θεραπεία. Συγκρίθηκαν δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά χρησιμοποιώντας κατάλληλες στατιστικές μεθόδους. Αποτελέσματα: Από τους 217 ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη, 159 (73,3%) συνέχισαν τη χρήση της συσκευής CPAP τουλάχιστον 1 χρόνο μετά από την μελέτη ύπνου και την συνταγογράφηση της CPAP , ενώ 58 (26,7%) διέκοψαν τη θεραπεία. Από του ασθενείς που συνέχιζαν να χρησιμοποιούν τη μάσκα CPAP, το 84,9% χρησιμοποιούσε τη συσκευή καθημερινά για >4 ώρες, με το 97,5% να αναφέρει βελτίωση ποιότητας ύπνου. Η μόνη στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων παρατηρήθηκε στον δείκτη άπνοιας-υπόπνοιας, με την Ομάδα 1 να εμφανίζει υψηλότερες τιμές (49,2±30,4 έναντι 33,9±18,8 συμβάματα/ώρα, p=0,028). Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων. Συμπεράσματα: Το ποσοστό συμμόρφωσης με τη θεραπεία CPAP στη μελέτη μας (73,3%) βρίσκεται εντός των επιστημονικά αποδεκτών ορίων. Η σοβαρότητα της νόσου αποτελεί τον κύριο προγνωστικό παράγοντα μακροχρόνιας συμμόρφωσης με τη θεραπεία CPAP. Οι ασθενείς με ηπιότερη νόσο απαιτούν εξατομικευμένες στρατηγικές υποστήριξης για τη βελτίωση της συμμόρφωσης και των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων.Background: Obstructive sleep apnea syndrome is a major public health problem with increased morbidity and mortality. Treatment with continuous positive airway pressure (CPAP) is the treatment of choice, but long-term compliance remains low. Understanding the factors that influence compliance is critical to improving treatment outcomes in this condition. Aim: The present study aims to assess the compliance of patients with obstructive sleep apnea syndrome with CPAP therapy and, secondarily, to evaluate the factors associated with long-term compliance as well as to identify the characteristics of patients who successfully continue treatment. Methods: A retrospective study was conducted on 217 patients diagnosed with OSA who started CPAP therapy. Patients were categorized into two groups: Group 1 (n=159) who continued using the device and Group 2 (n=58) who discontinued treatment. Demographic and clinical characteristics were compared using appropriate statistical methods. Results: Of the 217 patients who participated in the study, 159 (73.3%) continued to use the CPAP device for at least 1 year after the sleep study and CPAP prescription, while 58 (26.7%) discontinued treatment. Of the patients who continued to use the CPAP mask, 84.9% used the device daily for >4 hours, with 97.5% reporting improved sleep quality. The only statistically significant difference between the groups was observed in the apnea-hypopnea index, with Group 1 showing higher values (49.2±30.4 vs. 33.9±18.8 events/hour, p=0.028). Demographic characteristics did not differ significantly between the two groups. Conclusions: The CPAP treatment compliance rate in our study (73.3%) is within scientifically acceptable limits. Disease severity is the main predictor of long-term CPAP treatment compliance. Patients with milder disease require individualized support strategies to improve compliance and long-term outcomes

    Η επίδραση της υποδοχής του σερβίς στην χωροχρονική μεταβίβαση και απόδοση δύο διαφορετικών πρωταθλημάτων πετοσφαίρισης ανδρών και γυναικών

    No full text
    Ο σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνηθεί η τάση της χωροχρονικής μεταβίβασης και απόδοσης μεταξύ δύο πρωταθλημάτων υψηλού επιπέδου πετοσφαίρισης ανδρών και γυναικών. Για την υλοποίηση της παρούσας εργασίας αναλύθηκαν 48 βιντεοσκοπημένοι αγώνες από το Παγκόσμιο πρωτάθλημα (WC) και από τους Ολυμπιακούς Αγώνες (ΟΑ) ανδρών και γυναικών. Καταγράφηκαν 5994 επιθετικές ενέργειες της αλληλουχίας Ι. Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε με την πενταβάθμια (0-4) κλίμακα των Eom και Shutz (1992). Για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των δεδομένων, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος συσχέτισης Pearson, η οποία απέδωσε έναν υψηλό συντελεστή συσχέτισης (r=0,82-1). Η στατιστική ανάλυση των δεδομένων περιέλαβε τον έλεγχο ανεξαρτησίας μεταξύ των μεταβλητών με τη χρήση του τεστ χ2 και του ακριβούς ελέγχου Fisher, όπου απαιτούνταν. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε σε p<0,05. Για την επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν τα στατιστικά πακέτα SPSS v.29 και Statgraphics v.5.1. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και στα δύο πρωταθλήματα και τα φύλα όσο αυξανόταν η απόδοση της υποδοχής αυξανόταν και η απόδοση της μεταβίβασης και κατ’ επέκταση η αποτελεσματικότητα του επιθετικού χτυπήματος. Οι γυναίκες πασαδόροι στο παγκόσμιο πρωτάθλημα έναντι των ΟΑ μεταβιβάζανε συχνότερα στη ζώνη 3 στις καλές, πολύ καλές και άριστες υποδοχές χρησιμοποιώντας 1ο 2ο γρήγορο και 2ο αργό χρόνο. Φάνηκαν επίσης ποιοτικότερες στη μεταβίβασή τους δημιουργώντας πολύ καλές και άριστες μεταβιβάσεις τις οποίες οι επιθετικές μετατρέπανε κυρίως σε πολύ καλές. Οι άνδρες αντίστοιχα μεταβιβάζανε συχνότερα στη ζώνη 4 με πολύ καλές υποδοχές και στη ζώνη 3 με μέτριες χρησιμοποιώντας γρήγορο επιθετικό παιχνίδι. Οι μεταβιβάσεις τους ήταν άριστες και πολύ καλές μετά από καλή και πολύ καλή υποδοχή ενώ οι επιθετικοί πραγματοποιούσαν πολύ καλές επιθετικές ενέργειες. Συμπερασματικά στο WC άνδρες και γυναίκες πασαδόροι ήταν ποιοτικότεροι έναντι των ΟΑ αναπτύσσοντας γρηγορότερο παιχνίδι στο κέντρο και στις άκρες του φιλέ.ΟΧ

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇