National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Πολεοδομικά εργαλεία για την αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου. Η περίπτωση των Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ)

    No full text
    H παρούσα εργασία παρουσιάζει τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) όπως εισήχθησαν με ν. 3986/2011. Αντικείμενο της μελέτης αποτελεί η φύση, η λειτουργία και η θέση τους στο σύστημα πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Η έρευνα βασίζεται στη συστηματική μελέτη των πρακτικών επεξεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων ΕΣΧΑΔΑ, τα οποία συγκροτούν το κύριο ερευνητικό υλικό και παρουσιάζονται διεξοδικά, στη σχετική πολεοδομική και περιβαλλοντική νομοθεσία και στην σχετική βιβλιογραφία. Τα δεδομένα παρουσιάζονται συγκριτικά και αναλυτικά, με στόχο την ανάδειξη των βασικών παραμέτρων, όπως προέκυψαν από τη νομολογιακή αντιμετώπιση των ΕΣΧΑΔΑ, όπως ο πολεοδομικός και αναπτυξιακός χαρακτήρας των ρυθμίσεων, η ένταξή τους στον υπερκείμενο χωρικό σχεδιασμό, η συνταγματική τους θεμελίωση και η περιβαλλοντική προστασία. Από την ανάλυση προκύπτει ότι τα ΕΣΧΑΔΑ εισάγουν ιδιαίτερο σύστημα χωρικού σχεδιασμού, με αναπτυξιακή στόχευση, που διέπεται από πλήρες θεσμικό πλαίσιο με διαφοροποιήσεις από τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια και τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια τόσο ως προς την ρυθμιστική ύλη όσο και ως προς την χωρική εξειδίκευση. Αναδεικνύεται ακόμη η σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικό τομέα, ως διασφάλιση ταχύτητας, αποτελεσματικότητας και παροχής τεχνογνωσίας, με ταυτόχρονη παροχή εγγυήσεων νομιμότητας. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος του ΣτΕ στη διαφύλαξη τήρησης των συνταγματικών κανόνων που απορρέουν από το άρθρο 24, κατά την ενάσκηση της γνωμοδοτικής του αρμοδιότητας, αποκτώντας έτσι έναν χαρακτήρα προληπτικής προστασίας του περιβάλλοντος.This thesis presents the Special Spatial Development Plans for Public Estates (henceforth Plans) as introduced by Law No. 3986/2011. The study focuses on their nature, function, and position in the urban and spatial planning system. The research is based on a systematic examination of the processing opinions of the Council of State regarding the draft Presidential Decrees concerning the Plans, which constitute the core research material and are presented in detail, as well as on the relevant urban planning and environmental legislation and the relevant bibliography. The data are presented comparatively and analytically, with the aim of highlighting the basic parameters emerging from the case law treatment of the Plans, such as the urban planning and developmental character of the relevant regulations, their integration into the overarching spatial planning framework, their constitutional foundation, and the requirements of environmental protection. The analysis demonstrates that the Plans introduce a distinct system of spatial planning with a clear developmental focus, governed by a coherent institutional framework that differentiates them from Special Urban Plans and Local Urban Plans both in terms of regulatory content and spatial specificity. The partnership between the public and private sectors is also highlighted as a means of ensuring speed, efficiency, and the provision of expertise, while providing guarantees of legality. At the same time, the decisive role of the Council of State is underscored in ensuring compliance with the constitutional rules deriving from Article 24 of the Constitution in the exercise of its advisory competence, thereby assuming a role of preventive protection of the environment

    Η εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος στα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) στο ελληνικό δίκαιο, υπό το πρίσμα της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 και της ενσωμάτωσής της μέσω του Ν. 5078/2023. Κεντρικός άξονας της ανάλυσης είναι η αντιστοίχιση των άρθρων της Οδηγίας με τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού νόμου, αναδεικνύοντας τον βαθμό συμμόρφωσης, την πληρότητα και τη συστηματική οργάνωση της ελληνικής νομοθεσίας σε σχέση με το ενωσιακό δίκαιο. Η επικουρική ασφάλιση έχει ως βασικό σκοπό τη χορήγηση συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής παροχής και λειτουργεί επικουρικά προς την κύρια ασφάλιση. Στο ελληνικό σύστημα διακρίνονται τα ταμεία υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία και διέπονται από το δημόσιο δίκαιο, και τα ταμεία προαιρετικής επαγγελματικής ασφάλισης, στα οποία εντάσσονται τα ΤΕΑ που ρυθμίζονται από την Οδηγία 2016/2341/ΕΕ και τον Ν. 5078/2023. Τα τελευταία αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, λειτουργούν με κεφαλαιοποιητικό σύστημα και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ οι παροχές τους εξαρτώνται από την πορεία των επενδύσεών τους. Η εργασία αναδεικνύει ότι η προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση στην Ελλάδα παραμένει διαχρονικά υπανάπτυκτη, λόγω παραγόντων όπως τα υψηλά ποσοστά εισφορών, η φορολογική επιβάρυνση, το υψηλό κόστος διαβίωσης, η έλλειψη αποταμιευτικής κουλτούρας και η διάχυτη δυσπιστία προς τους θεσμούς, η οποία ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα, όπως το «κούρεμα» αποθεματικών και ομολόγων. Παράλληλα, το έντονο δημογραφικό πρόβλημα και η δυσμενής αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους υπονομεύουν τη βιωσιμότητα του διανεμητικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εργασία υποστηρίζει ότι το κεφαλαιοποιητικό σύστημα της επαγγελματικής ασφάλισης παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα, καθώς επιτρέπει την επένδυση των συσσωρευμένων κεφαλαίων στην εθνική και ενωσιακή οικονομία, με θετικές επιπτώσεις τόσο στη βιωσιμότητα του συστήματος όσο και στο ύψος των παροχών. Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική του ενωσιακού νομοθέτη, η οποία ξεκίνησε με την Οδηγία 2003/41/ΕΕ και ολοκληρώθηκε με την Οδηγία 2016/2341/ΕΕ, με στόχο την ενίσχυση των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών και την προώθηση της διασυνοριακής τους δραστηριότητας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον έντονα ρυθμιστικό χαρακτήρα της Οδηγίας και του Ν. 5078/2023, οι οποίοι εισάγουν λεπτομερείς και τεχνικές διατάξεις σχετικά με τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση κινδύνων, τον εσωτερικό έλεγχο, την αναλογιστική λειτουργία, τα τεχνικά αποθεματικά, τη θεματοφυλακή και τη διαφάνεια. Η υπερρύθμιση αυτή αποτυπώνει τη συνειδητή επιλογή της ευρωπαϊκής και εθνικής έννομης τάξης να διασφαλίσει την προστασία των μελών και των δικαιούχων, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη στο σύστημα και συμβάλλοντας στη σταθερότητα τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου οικονομικού τομέα.This paper examines the legal framework governing Occupational Pension Funds (TEA) in Greek law, in light of Directive (EU) 2016/2341 and its transposition through Law 5078/2023. The core focus of the analysis is the mapping of the Directive’s articles to the corresponding national law provisions, highlighting the level of compliance, completeness, and systematic organization of Greek legislation in relation to EU law. Occupational supplementary pensions aim to provide additional retirement benefits, functioning complementarily to primary social insurance. In the Greek system, there are funds of mandatory supplementary social insurance, which exercise public authority and are governed by public law, and voluntary occupational insurance funds, which include the TEA regulated under Directive 2016/2341/EU and Law 5078/2023. The latter are private legal entities, operate on a funded (capitalized) basis, are supervised by the Bank of Greece, and their benefits depend on the performance of their investments. The study highlights that voluntary occupational insurance in Greece remains underdeveloped, due to factors such as high contribution rates, tax burden, cost of living, lack of a savings culture, and historical distrust in institutions, amplified by events like the “haircut” of fund assets and bonds. Additionally, the severe demographic challenge and the unfavorable ratio of workers to retirees undermine the sustainability of the pay-as-you-go social insurance system. Within this context, the paper argues that the capitalization system of occupational insurance presents significant advantages, as it allows accumulated funds to be invested in the national and European economy, positively impacting both the system’s sustainability and the level of benefits. This approach aligns with the broader strategy of the EU legislator, initiated by Directive 2003/41/EC and further developed by Directive 2016/2341/EU, aiming to strengthen Occupational Retirement Institutions and promote their cross-border activity. Special emphasis is placed on the highly regulatory nature of the Directive and Law 5078/2023, which introduce detailed technical provisions regarding governance, risk management, internal control, actuarial function, technical reserves, custody, and transparency. This high level of regulation reflects a deliberate choice by European and national law to protect fund members and beneficiaries, enhancing trust in the system and contributing to the stability of both the private and public economic sectors

    The impact of technological neutrality on copyright enforcement in the digital era: analyzing legal frameworks and emerging challenges

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την προστασία του δικαιώματος της επικοινωνίας στο κοινό στην ψηφιακή εποχή, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και των συναφών νομοθετικών εξελίξεων στο ενωσιακό δίκαιο. Υποστηρίζεται ότι, μολονότι το Δικαστήριο έχει κατορθώσει να προσαρμόσει το σχετικό νομικό πλαίσιο στις νέες ψηφιακές έννοιες, η ευρεία και κατά τόπους ασυνεπής ερμηνεία του έχει δημιουργήσει σημαντικές προκλήσεις κατά την εφαρμογή του δικαιώματος στο πλαίσιο των σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων. Μέσω προσεκτικής αξιολόγησης της συλλογιστικής του ΔΕΕ στις σχετικές υποθέσεις που εξετάζονται βάσει της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ (Οδηγία InfoSoc), καθώς και του νέου καθεστώτος ευθύνης που θεσπίζεται με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/790 για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην Ψηφιακή Ενιαία Αγορά («Οδηγία DSM»), η διπλωματική εργασία διερευνά κατά πόσον το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο επιτυγχάνει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας και της προαγωγής της ψηφιακής καινοτομίας και, αφετέρου, της διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων ή εάν απαιτείται αναπροσαρμογή προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής. Η διάρθρωση της διπλωματικής εργασίας έχει ως εξής: Το Κεφάλαιο 2 παρουσιάζει το κανονιστικό πλαίσιο που θεμελιώνει το δικαίωμα της επικοινωνίας στο κοινό, με έμφαση στην πρώιμη ερμηνευτική προσέγγιση του ΔΕΕ και στον καθορισμό της νομικής βάσης για την περαιτέρω ανάλυση. Το Κεφάλαιο 3 εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το δικαίωμα αυτό έχει προσαρμοστεί στις ψηφιακές καινοτομίες, συμπεριλαμβανομένων της παροχής υπερσυνδέσμων, της ενσωμάτωσης περιεχομένου, των δικτύων ανταλλαγής αρχείων και των διαδικτυακών πλατφορμών, με έμφαση στην ανάπτυξη από το ΔΕΕ της έννοιας του «νέου κοινού» μέσω πρόσθετων κριτηρίων, καθώς και στη διεύρυνση της ευθύνης από τους χρήστες προς τους ενδιάμεσους παρόχους υπηρεσιών. Στο ίδιο κεφάλαιο εξετάζονται, επίσης, ορισμένες νέες προκλήσεις που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του δικαιώματος της επικοινωνίας στο κοινό στο διαδικτυακό περιβάλλον, υπό το πρίσμα του ειδικού καθεστώτος ευθύνης που προβλέπεται στο άρθρο 17 της Οδηγίας DSM. Τέλος, το Κεφάλαιο 4 αποτιμά τη συνολική ανάλυση και αξιολογεί κατά πόσον το ισχύον πλαίσιο διασφαλίζει τη δέουσα ισορροπία μεταξύ της προστασίας των δικαιούχων, της ενίσχυσης της καινοτομίας και της κατοχύρωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των χρηστών.This dissertation explores the protection of the right of communication to the public in the digital era from the perspective of the CJEU’s case law and related legislative developments. The dissertation posits that, while the Court has managed to adjust the relevant legal framework to new digital concepts, its broad and at times incoherent interpretation has resulted in considerable challenges when applying the right in the context of new technological realities. By carefully evaluating the Court’s reasoning in the relevant cases under the InfoSoc Directive, as well as the new liability regime established by the Digital Single Market Directive (‘DSM Directive’) and evolving challenges, this dissertation examines whether the existing framework achieves a fair equilibrium between safeguarding, on the one hand, copyright protection and digital innovation, and on the other hand, fundamental rights; or whether a recalibration is required to respond to the realities of the digital age. The rest of this dissertation is organized as follows: Chapter 2 presents the regulatory framework underpinning the right of communication to the public, focusing on the CJEU’s earlier intepretation of the right and setting out the legal basis for its subsequent analysis. Chapter 3 explores how this right has been adjusted to digital innovations, including hyperlinking, framing, peer-to-peer networks, and online platforms, with a focus on the CJEU’s elaboration of the ‘new public’ concept with additional criteria, and the extension of users’ liability to intermediaries. This Chapter also examines certain novel challenges to the implementation of the right of communication to the public in the online environment, which arise under the new liability regime of Article 17 of the DSM Directive. Finally, Chapter 4 takes stock of the preceding analysis and assesses whether the existing framework ensures a fair balance between securing rightholders, supporting innovation, and upholding users’ fundamental rights

    Ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος υπό την Οδηγία 2024/2853 (PLD). Το παράδειγμα του φαρμάκου και η οριοθέτηση από τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

    No full text
    Η ανάγκη εκσυγχρονισμού του καθεστώτος ευθύνης του παραγωγού αναδεικνύεται ως επιτακτική, ενόψει των ολοένα και πιο σύνθετων συναλλακτικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν την ψηφιακή εποχή1. Μία ενδεχόμενη προσέγγιση προς την κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να είναι η τροποποίηση της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ, επιλογή η οποία, ωστόσο, παρουσιάζει σημαντικές δυσχέρειες, δεδομένου ότι θα απαιτούσε εξαντλητική και λεπτομερή αναθεώρηση των επιμέρους άρθρων της ισχύουσας ρύθμισης2. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να εξεταστεί η έκδοση κατευθυντήριων γραμμών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οποίες, μολονότι μη δεσμευτικές, θα παρείχαν στα κράτη μέλη ερμηνευτική καθοδήγηση ως προς την εφαρμογή του ισχύοντος πλαισίου, με σκοπό την εν τοις πράγμασι ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του και την προσαρμογή του στις σύγχρονες εξελίξεις3. Ωστόσο, η λύση αυτή δεν θα ήταν επαρκής, καθώς θα περιοριζόταν στην τελολογική ερμηνεία, υπό το φως των εξελίξεων, υφιστάμενων εννοιών, όπως εκείνες του προϊόντος και της ελαττωματικότητας, χωρίς να δύναται να υπερκεράσει ρυθμίσεις που, λόγω της γραμματικής τους σαφήνειας, εξακολουθούν να περιορίζουν τα δικαιώματα του καταναλωτή4. Υπό το πρίσμα αυτό, κρίθηκε ενδεδειγμένη η πλήρης κατάργηση της προηγούμενης Οδηγίας και η θέση σε ισχύ μίας νέας Οδηγίας, που θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες5. Η Οδηγία 2024/2853 της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκει την ενίσχυση της προστασίας του καταναλωτή έναντι ζημιών που απορρέουν από την ελαττωματικότητα προϊόντων, εισάγοντας ουσιώδεις τροποποιήσεις στο υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, αποσκοπεί αφενός στη διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που υπέχουν ευθύνη προς αποζημίωση, και αφετέρου στην προσαρμογή του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας στις τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν συντελεστεί από την υιοθέτηση της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ. Στο πλαίσιο αυτό, επαναπροσδιορίζεται η έννοια του προϊόντος, ώστε να περιλαμβάνει και ψηφιακά στοιχεία, τα οποία, λόγω της εγγενούς πολυπλοκότητας και της ευρείας χρήσης τους από μη εξειδικευμένους χρήστες, ενδέχεται να ενέχουν αυξημένους κινδύνους. Η πλέον καθοριστική μεταβολή που εισαγάγει ο ευρωπαίος νομοθέτης αφορά στην αναδιάρθρωση των κανόνων περί απόδειξης, με έμφαση στην ανακατανομή του βάρους απόδειξης. Ειδικότερα, προβλέπεται η καθιέρωση τεκμηρίων αναφορικά με την ύπαρξη ελαττώματος και τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ελαττωματικού προϊόντος και της ζημίας, γεγονός που συνιστά εν τοις πράγμασι αντιστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του ζημιωθέντος καταναλωτή. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η γραμματική αναδιατύπωση της έννοιας της ελαττωματικότητας, η οποία πλέον εστιάζει στην ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια του προϊόντος. Ωστόσο, η εν λόγω διαφοροποίηση δεν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή, καθώς τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τη διαπίστωση της έλλειψης ασφάλειας παραμένουν, σε γενικές γραμμές, εναρμονισμένα με εκείνα της προϋφιστάμενης νομοθεσίας. Ιδιαιτέρως στον φαρμακευτικό τομέα, οι πρόσφατες εξελίξεις που συνδέονται με την πανδημία της COVID-19 ανέδειξαν τη σημασία της έννοιας της ελαττωματικότητας των φαρμακευτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των εμβολίων. Αν και η νέα Οδηγία δεν επιφέρει ριζικές αλλαγές ως προς τις ειδικές ρυθμίσεις που θεματικά αφορούν και στα φάρμακα, σειρά νέων διατάξεων και αιτιολογικών σκέψεων συμβάλλουν στην αποσαφήνιση του καθεστώτος ευθύνης των φαρμακευτικών εταιρειών. Είναι σαφές ότι η ευθύνη στον φαρμακευτικό κλάδο απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, όχι λόγω αδιαφανών ή συνωμοσιολογικών αιτιάσεων, αλλά εξαιτίας της εγγενούς επικινδυνότητας των φαρμάκων, τα οποία προκαλούν αναπόφευκτα ανεπιθύμητες ενέργειες. Ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η εννοιολογική διάκριση της ασφάλειας του φαρμάκου, με έμφαση όχι στην ίδια την πρόκληση της ζημίας, αλλά στην επαρκή και προγενέστερη ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού. Υπό το πρίσμα αυτό, ο ενδελεχής έλεγχος του περιεχομένου του Φύλλου Οδηγιών Χρήσης καθίσταται κρίσιμος, ως δείκτης της πληροφόρησης του καταναλωτή σχετικά με την ευλόγως και μη ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια. Υπό αυτό το πρίσμα, η συμπερίληψη μίας ανεπιθύμητης ενέργειας στο ΦΟΧ καθιστά την προσδοκία του καταναλωτή για μη επέλευσή της μη ευλόγως αναμενόμενη, αποκλείοντας έτσι την εν λόγω ανεπιθύμητη ενέργεια από τον ορισμό της ελαττωματικότητας.The need to modernize the regime of producer liability emerges as imperative, in light of the increasingly complex transactional relationships that characterize the digital era. One possible approach in this direction could be the amendment of Directive 85/374/EEC, a choice which, however, presents considerable challenges, as it would require an exhaustive and detailed revision of the individual provisions of the existing framework. Alternatively, the issuance of interpretative guidelines by the European Commission could be considered. Although non-binding, such guidelines would offer Member States interpretative assistance regarding the application of the current regime, aiming to enhance its practical effectiveness and adapt it to contemporary developments. Nevertheless, this solution would be insufficient, as it would be limited to a teleological interpretation of existing concepts - such as product and defect - in light of recent advancements, without being able to override provisions which, due to their grammatical clarity, continue to restrict consumer rights. In view of the above, the complete repeal of the previous Directive and the adoption of a new Directive tailored to modern needs was deemed the most appropriate course of action. Directive 2024/2853 of the European Union seeks to enhance consumer protection against damages arising from product defects, introducing substantial amendments to the existing regulatory framework. Specifically, it aims, on the one hand, to broaden the scope of liable parties subject to compensation, and on the other, to align the legislative field with the technological developments that have occurred since the adoption of Directive 85/374/EEC. Within this context, the concept of product is redefined to encompass digital elements, which, due to their inherent complexity and widespread use by non-specialist users, may pose heightened risks. The most decisive reform introduced by the European legislator concerns the restructuring of evidentiary rules, with particular emphasis on the redistribution of the burden of proof. In particular, the establishment of presumptions regarding the existence of a defect and the presence of a causal link between the defective product and the damage effectively constitutes a reversal of the burden of proof in favor of the injured consumer. Equally noteworthy is the linguistic reframing of the concept of defectiveness, which now centers on the notion of reasonably expected safety. Nevertheless, this shift does not entail a substantive change, as the criteria considered in assessing the lack of safety remain, in general terms, consistent with those of the pre-existing legislation. In the pharmaceutical sector specifically, recent developments related to the COVID-19 pandemic have brought to the forefront the significance of defectiveness in medicinal products, including vaccines. Although the new Directive does not introduce radical changes to the provisions thematically concerning pharmaceuticals, a series of new rules and recitals contribute to clarifying the liability regime applicable to pharmaceutical manufacturers. It is evident that liability in the pharmaceutical domain requires special treatment - not due to opaque or conspiratorial considerations, but because medicines are inherently hazardous, inevitably causing adverse effects. Consequently, a conceptual distinction regarding the safety of medicinal products becomes necessary, focusing not on the mere occurrence of harm, but on the adequacy and prior dissemination of information to the consumer public. In this regard, a thorough examination of the content of the Patient Information Leaflet (PIL) is deemed essential, serving as a key indicator of consumer awareness concerning reasonably and unreasonably expected safety. Under this prism, the inclusion of an adverse effect in the PIL renders the consumer’s expectation of its non-occurrence unreasonably expected, thereby excluding such effect from the definition of defectiveness

    Διεθνείς συγχωνεύσεις εταιρειών – Ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις διεθνείς (ή διασυνοριακές) συγχωνεύσεις εταιρειών υπό το πρίσμα του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, εστιάζοντας στα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν όταν συγχωνεύονται εταιρείες υπαγόμενες σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Θεμελιώδης για την ανάπτυξη των ζητημάτων που άπτονται της ως άνω θεματικής, είναι η έννοια της έδρας ως έννοια που συνδέει μία εταιρεία με μία ορισμένη δικαιοδοσία και καθορίζει τη lex societatis. Η έννοια της έδρας ερμηνεύεται από τα διάφορα εθνικά δίκαια, είτε μέσω της θεωρίας της συσσωμάτωσης (ή καταστατικής έδρας) είτε μέσω της θεωρίας της πραγματικής έδρας. Η ανάλυση των διεθνών συγχωνεύσεων διαρθρώνεται σε δύο μέρη: το πρώτο τμήμα αφορά στις συγχωνεύσεις ελληνικών εταιρειών με εταιρείες τρίτων χωρών (εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης), οι οποίες, ελλείψει ενός υπερεθνικού νομικού πλαισίου, ρυθμίζονται κατ’ αρχήν σε ένα θεωρητικό επίπεδο. Η ανάλυση εν προκειμένω, αφενός αποτυπώνει την προβληματική και τη θεωρητική προσέγγιση μιας δυνητικής διεθνούς συγχώνευσης, αφετέρου τον τρόπο που θα μπορούσε πρακτικά να λάβει χώρα μία τέτοια δικαιοπραξία μέσω διασυνοριακής μετατροπής, ή με την αξιοποίηση διμερών διεθνών συμβάσεων. Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στις διεθνείς συγχωνεύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η ελευθερία εγκατάστασης και η εναρμόνιση του εταιρικού δικαίου έχουν διαμορφώσει ένα συνεκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Αναλύεται σημαντική για τις συγχωνεύεις νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121 η οποία εισήγαγε το πλαίσιο για τη διενέργεια συγχωνεύσεων εντός της Ένωσης. Αναπτύσσονται περαιτέρω, ζητήματα που αφορούν στην προστασία των εταίρων, των πιστωτών και των εργαζομένων.This thesis examines international (or cross-border) corporate mergers from the perspective of Private International Law, focusing on the legal issues that arise when companies subject to different jurisdictions are merged. Central to the analysis of the issues pertaining to the above subject matter is the concept of the corporate seat, as the connecting factor that links a company to a specific jurisdiction and determines the applicable lex societatis. The concept of the corporate seat is interpreted by national legal systems either through the theory of incorporation (or legal seat) or through the theory of the real seat. The analysis of international mergers is structured in two parts. The first part concerns mergers between Greek companies and companies from third countries (outside the European Union), which, in the absence of a supranational legal framework, are primarily examined at a theoretical level. In this context, the analysis, on the one hand, outlines the legal issues and theoretical approach to a potential international merger and, on the other hand, explores the manner in which such a merger could practically be carried out through cross-border conversion or by making use of bilateral international agreements. The second part focuses on cross-border mergers within the European Union, where the freedom of establishment and the harmonisation of company law have shaped a coherent regulatory framework. The thesis analyses important case law of the Court of Justice of the European Union relevant to mergers, as well as Directive (EU) 2019/2121, which introduced the framework for conducting mergers within the Union. Further analysis is devoted to issues concerning the protection of shareholders, creditors, and employees

    Authorship and liability for AI-generated content under EU and UK copyright law

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο που παράγεται από γενετική τεχνητή νοημοσύνη. Υποστηρίζεται ότι η παροχή προστασίας εξαρτάται από την ύπαρξη αναγνωρίσιμης ανθρώπινης δημιουργικής συμβολής, με διάκριση μεταξύ έργων που παράγονται με τη συνδρομή τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία ενδέχεται να προστατεύονται, και καθαρά μηχανικά παραγόμενου περιεχομένου, το οποίο θα πρέπει να παραμένει εκτός του πεδίου προστασίας. Παράλληλα, αναλύεται κατά πόσον το περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσβάλλει υφιστάμενα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και πώς θα πρέπει να κατανέμεται η ευθύνη μεταξύ χρηστών, προγραμματιστών και παρόχων υπό το ισχύον και το αναδυόμενο ρυθμιστικό πλαίσιο.The present thesis examines how EU and UK copyright law should respond to content generated by generative artificial intelligence. It argues that copyright protection should depend on identifiable human creative input, distinguishing AI-assisted works, which may qualify as original, from purely AI-generated outputs, which should remain unprotected. The thesis also analyses whether AI-generated content can infringe existing copyright and how liability should be allocated among users, developers, and providers in light of current law and emerging regulation

    Νεότερα στην υπολιπιδαιμική αγωγή του καρδιολογικού ασθενούς / Recent advances in lipid-lowering therapy for the cardiology patient

    No full text
    Εισαγωγή: Η τρέχουσα καθιερωμένη θεραπεία για τη δυσλιπιδαιμία είναι οι στατίνες. Όταν οι ασθενείς δεν επιτυγχάνουν τους στόχους της LDL-C, οι κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας προτείνουν τη βελτιστοποίηση της δόσης των στατινών. Ωστόσο, πολλά άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, όπως εκείνα με οικογενή υπερχοληστερολαιμία ή δυσανεξία στις στατίνες, μπορεί να μην επιτύχουν τους θεραπευτικούς τους στόχους με στατίνες. Σκοπός: Ο στόχος αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν η ανασκόπηση και αξιολόγηση των δεδομένων σχετικά με τις νέες θεραπείες που επηρεάζουν αθηρογόνα λιποπρωτεινικά μόρια ή συστατικά τους όπως της LDL-C, Lp(a), VLDL, τριγλυκεριδίων και λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας (HDL) στη συνήθη φροντίδα ασθενών υψηλού κινδύνου για αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Μεθοδολογία: Για την εκπόνηση της έρευνας πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση άρθρων στην ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία. Αποτελέσματα: Οι τρέχουσες κατευθυντήριες γραμμές ήδη συστήνουν την συνταγογράφηση της εζετιμίμπης και νέους αναστολείς PCSK9, καθώς έχει αποδειχθεί ότι ενισχύουν το λιπιδαιμικό προφίλ και έχουν καλό αντίκτυπο στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα και τον κίνδυνο ισχαιμικών επεισοδίων. Σύμφωνα με τις πρόσφατες έρευνες, η άποψη «Όσο χαμηλότερη τόσο το καλύτερο» μπορεί να ισχύει, τουλάχιστον όσον αφορά τις λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας. Επιπλέον, η μείωση της λιποπρωτεΐνης(α) παραμένει μια σημαντική δυσκολία στη θεραπεία των λιπιδίων, ενώ η μείωση των τριγλυκεριδίων φαίνεται να ενισχύει τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα. Σε σχέση με τα τριγλυκερίδια, το εικοσαπεντανοϊκό αιθύλιο, έχει τραβήξει την προσοχή τελευταία, καθώς έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο μειώνοντας τα τριγλυκερίδια. Πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα επιτυγχάνονται με τη στόχευση της LDL με μπεμπεδοϊκό οξύ και το siRNA ινκλισιράνη. Επιπλέον, ένα αντινοηματικό ολιγονουκλεοτίδιο έναντι της ANGPTL3 και η εβινακουμάμπη (μονοκλωνικό αντίσωμα) έδειξαν εξαιρετική μείωση των TG. Τα αντινοηματικά ολιγονουκλεοτίδια έναντι της ApoC-III και της Lp(a) παρήγαγαν τουλάχιστον ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Συμπεράσματα: Ανάλογα με τις διάφορες φαρμακολογικές ομάδες, αυτή η επισκόπηση παρουσιάζει τόσο τρέχουσες όσο και μελλοντικές εναλλακτικές λύσεις για τη διαχείριση των λιπιδίων. Συνεπώς, αναμένονται με μεγάλη προσοχή νέες φαρμακολογικές κατηγορίες και θεραπευτικές προσεγγίσεις.Introduction: The current standard treatment for dyslipidemia is statins. When patients do not achieve LDL-C goals, treatment guidelines recommend optimizing the dose of statins. However, many individuals at high risk of cardiovascular events, such as those with familial hypercholesterolemia or statin intolerance, may not achieve their treatment goals with statins. Objective: The aim of this research study was to review and critically evaluate the available data on emerging therapies that target atherogenic lipoprotein particles or their components such as low-density lipoprotein cholesterol (LDL-C), lipoprotein(a) [Lp(a)], very-low-density lipoproteins (VLDL), triglycerides, and high-density lipoproteins (HDL) in the routine care of patients at high risk for atherosclerotic cardiovascular disease. Methodology: A literature review of articles in the existing literature was conducted to conduct the research. Results: Current guidelines already recommend prescribing ezetimibe and new PCSK9 inhibitors, as they have been shown to improve lipid profiles and have a beneficial impact on cardiovascular mortality and the risk of ischemic events. According to recent research, the view “The lower the better” may be valid, at least with regard to low-density lipoproteins. Furthermore, lowering lipoprotein(a) remains a major challenge in lipid therapy, while lowering triglycerides appears to enhance cardiovascular outcomes. Regarding triglycerides, ethyl eicosapentaenoate has recently attracted attention, as it has been shown to reduce cardiovascular risk by lowering triglycerides. Promising results are achieved with LDL targeting with bempedoic acid and the siRNA inclisiran. In addition, an antisense oligonucleotide against ANGPTL3 and evinacumab (monoclonal antibody) showed excellent TG reduction. Antisense oligonucleotides against ApoC-III and Lp(a) produced at least encouraging results. Conclusions: According to the different pharmacological groups, this review presents both current and future alternatives for lipid management. Therefore, new pharmacological classes and therapeutic approaches are eagerly awaited

    Το συνταγματικό καθήκον αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης – Η ρυθμιστική πρόκληση των βραχυχρόνιων μισθώσεων

    No full text
    Με αφορμή την αναντίρρητη σύγχρονη πραγματικότητα στεγαστικής επισφάλειας που επικρατεί παγκοσμίως, η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει, από συνταγματικής και συγκριτικής σκοπιάς, την κανονιστικότητα του κοινωνικού δικαιώματος στη στέγη, ειδικά σε περιόδους στεγαστικής κρίσης, όπου το τελευταίο αναδεικνύεται σε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, καθώς και τη δυνατότητα του κοινωνικού δικαιώματος να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα ιδιοκτησίας υπό την ειδικότερη έκφανση της ελευθερίας του ιδιοκτήτη για διάθεση του ακινήτου του στην αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης. Αρχικώς, εξετάζονται τα διάφορα συνταγματικά εργαλεία που συνηγορούν υπέρ της κανονιστικότητας του κοινωνικού δικαιώματος στη στέγη (κεφ. Α) και υπέρ της πύκνωσης της κανονιστικότητας του σε περιόδους ελλειμματικής παροχής του (κεφ. Β). Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύονται ασφαλείς συνταγματικές βάσεις που αναδεικνύουν την υποχρέωση προστασίας όσο και την υποχρέωση επίτασης της προστασίας του κοινωνικού δικαιώματος στη στέγη κατά τη στεγαστική κρίση. Στη συνέχεια, η παράθεση των καθοριστικών επιπτώσεων της δραστηριότητας βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων τύπου Airbnb στην αγορά κατοικίας και συναφώς στη στεγαστική κρίση, καταδεικνύει την συνταγματική αναγκαιότητα ρύθμισης και οριοθέτησης της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης (κεφ. Γ) με σκοπό την προστασία της κατοικίας. Εξετάζοντας τον βαθμό εκπλήρωσης της ανωτέρω συνταγματικής υποχρέωσης από τις διάφορες έννομες τάξεις, αναλύονται τα χαρακτηριστικά της ελληνικής ρύθμισης για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε αντιπαραβολή με την αντιμετώπιση τους από άλλες έννομες τάξεις φημισμένες για την κοινωνική προσέγγιση τους (π.χ. Γερμανία, κεφ. Γ.2.). Αυτή η περιπτωσιολογία συμβάλλει στην εύρεση των πλέον αποτελεσματικών τρόπων ρύθμισης της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων με σκοπό την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Ωστόσο, κατά τη διερεύνηση των επιτρεπτών ορίων επέμβασης στην ιδιωτική αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων, ξετυλίγεται η ρυθμιστική πρόκληση των βραχυχρόνιων μισθώσεων λόγω της αναπόφευκτης σύγκρουσης μεταξύ του κοινωνικού δικαιώματος στη στέγη και του ατομικού (αρνητικού) δικαιώματος ιδιοκτησίας που περιορίζεται για την προστασία της κατοικίας. Προκειμένου να βρεθεί το επιτρεπτό όριο επέμβασης στο θεμελιώδες δικαίωμα ιδιοκτησίας, ερευνώνται κατά πρώτον σε αφηρημένο επίπεδο, με βάση τη θεωρία της αρχής της αναλογικότητας και τη νομολογία ειδικά για το περιβάλλον, οι επιτρεπόμενοι περιορισμοί του δικαιώματος ιδιοκτησίας για την απόλαυση κοινωνικών δικαιωμάτων (κεφ. Γ.4.). Στη συνέχεια, εξετάζεται η πλούσια νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. σχετικά με τη δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον αντιμετώπισης στεγαστικών πιέσεων και την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτητών επί των ακινήτων τους (Γ.4.1.). Ειδικά για τον επιτρεπτό χαρακτήρα των περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις αναλύεται ad hoc απόφαση του Δ.Ε.Ε. και παραδείγματα στάθμισης από τη νομολογία άλλων εθνικών εννόμων τάξεων (Γ.4.3-6) Ως αποτέλεσμα της ανωτέρω διεξοδικής ανάλυσης, εξάγονται συμπεράσματα για το αναλογικό μέτρο επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας (Γ.4.7.) και προτείνονται αντί επιλόγου λύσεις για την βελτίωση της ελληνικής νομοθετικής ρύθμισης των βραχυχρόνιων μισθώσεων με σκοπό την προστασία της κατοικίας.Prompted by the undeniable contemporary reality of housing insecurity prevailing worldwide, the present master’s thesis examines, from a constitutional and comparative perspective, the normative force of the social right to housing, particularly in periods of housing crisis, during which it emerges as a paramount public interest. It further explores the capacity of this social right to impose limitations on the right to property, specifically in its manifestation as the owner’s freedom to place property on the short-term rental market. At the outset, the thesis examines the various constitutional tools that support the normative character of the social right to housing (Chapter A), as well as those that argue in favor of an intensified normative force during periods of deficient provision of that right (Chapter B). Within this framework, secure constitutional foundations are identified that establish both the obligation to protect and the obligation to enhance the protection of the social right to housing during a housing crisis. Subsequently, an analysis of the decisive effects of short-term rental activity, Airbnb-type rentals, on the housing market and, consequently, on the housing crisis, demonstrates the constitutional necessity of regulating and delimiting the short-term rental market (Chapter C) with the aim of protecting housing. Examining the degree to which this constitutional obligation is fulfilled by different legal orders, the thesis analyzes the characteristics of the Greek regulatory framework for short-term rentals in comparison with the approaches adopted by other legal systems renowned for their social orientation (e.g. Germany, Chapter C.2). This case-based analysis contributes to identifying the most effective methods of regulating the short-term rental market to address the housing crisis. However, in exploring the permissible limits of intervention in the private short-term rental market, the regulatory challenge of short-term rentals unfolds, stemming from the inevitable conflict between the social right to housing and the individual (negative) right to property, which is restricted for the protection of housing. In order to determine the permissible extent of interference with the fundamental right to property, the thesis first investigates, at an abstract level and on the basis of the theory of the principle of proportionality and relevant case law, particularly environmental jurisprudence, the allowable limitations on the right to property for the enjoyment of social rights (Chapter C.4). Thereafter, the rich case law of the European Court of Human Rights is examined with regard to achieving a fair balance between the public interest in addressing housing pressures and the protection of property owners’ rights over their assets (Chapter C.4.1). With specific reference to the permissibility of restrictions on short-term rentals, an ad hoc decision of the Court of Justice of the European Union is analyzed, along with examples of balancing drawn from the jurisprudence of other national legal orders (Chapters C.4.3–6). As a result of the above in-depth analysis, conclusions are drawn regarding the proportionate degree of interference with the right to property (Chapter C.4.7), and, by way of concluding remarks, proposals are put forward for improving the Greek legislative framework governing short-term rentals, with the aim of protecting housing

    Η αποδυνάμωση δικαιώματος ως ειδικότερη έκφανση της κατάχρησης δικαιώματος

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει τους θεσμούς της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και της αποδυνάμωσης δικαιώματος, αναδεικνύοντας τις προϋποθέσεις, τη λειτουργία και τις έννομες συνέπειές τους στο πλαίσιο του αστικού δικαίου. Ειδικότερα, αναλύεται πότε η άσκηση ενός δικαιώματος υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και καθίσταται καταχρηστική, καθώς και πώς η μακρά αδράνεια του δικαιούχου μπορεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση του δικαιώματος λόγω δημιουργίας εύλογης πεποίθησης στον υπόχρεο. Η μελέτη ολοκληρώνεται με συγκριτική προσέγγιση των δύο θεσμών και παρουσίαση χαρακτηριστικών νομολογιακών παραδειγμάτων.This study examines the legal doctrines of abusive exercise of rights and the acquiescence (weakening) of rights, highlighting their prerequisites, function and legal consequences within civil law. It analyzes when the exercise of a right exceeds the limits of good faith and becomes abusive, as well as how prolonged inactivity by the right‑holder may lead to the weakening of the right through the creation of a legitimate expectation on the part of the obligor. The study concludes with a comparative overview of the two doctrines and an examination of key case law illustrating their practical application

    Admissibility restrictions in climate change cases before the European Court of Human Rights. Ratione Personae. Ratione Loci.

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική ασχολείται με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις στις δίκες κλιματικής αλλαγής ενώπιον του ΕΔΔΑ και τις συγκρίνει με άλλα Δικαστήρια Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΔΑ απορρίπτονται ως απαράδεκτες και το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος ή χωρικής αρμοδιότητα των μελών. Το ΕΔΔΑ είναι διστακτικό να ξεπεράσει προηγούμενες παγιωμένες θέσεις σχετικές με τα διαδικαστικές προϋποθέσεις παραδεκτής εισαγωγής και εξέτασης της υπόθεσης ενώπιον του, παραβλέποντας την επιτακτική ανάγκη για άμεση δράση αναφορικά με την ραγδαία κλιματική αλλαγή. Θα προκύψει ότι άλλα Δικαστήρια και Διεθνή Όργανα παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευελιξία τουλάχιστον στο κομμάτι της αιτιολογίας των αποφάσεων τους. Εφόσον το ΕΔΔΑ είναι ζωντανός οργανισμός και η νομολογία του διαρκώς εν εξελίξει, αναμένουμε επόμενες κρίσεις τόσο για διαδικαστικά όσο και για ζητήματα ουσίας.The thesis deals with a certain issue of climate litigation: admissibility criteria in climate change cases, particularly before the European Court of Human Rights, and compares it with other international human rights instruments. It will be revealed that most of the cases are deemed inadmissible and not assessed on their merits, due to the petitioner’s lack of victim status, or issues related to extraterritorial jurisdiction, notwithstanding the transboundary responsibilities of the States to mitigate greenhouse gas emissions. It will emerge that the European Court hesitates to elaborate on climate change issues and overcome admissibility hurdles, rigidly reiterating its previous judgements, overlooking the urgency of combating climate change. In contrast, other international courts and instruments demonstrate greater flexibility regarding victim status and extraterritorial jurisdiction, particularly in their reasoning, thereby laying the groundwork for future jurisprudence. While the ECHR serves as a living instrument to ensure that human rights protections remain effective and relevant in a rapidly changing world, we anticipate more from the pending cases, regardless of whether the right to a clean environment is explicitly enshrined in the ECHR

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇