National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Generative Artificial Intelligence: Exploring RAVE’s Potential in Composing Commemorative Music

    No full text
    Στην παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζεται η εφαρμογή της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative Artificial Intelligence) στη μουσική σύνθεση, μέσω του μοντέλου Realtime Audio Variational Autoencoder (RAVE), το οποίο αναπτύχθηκε στο Institute for Research and Coordination in Acoustics/Music (IRCAM). Η εργασία αποτελείται από δύο σκέλη: το πρώτο αποτελεί μια διερεύνηση της λειτουργίας του μοντέλου RAVE από τεχνικής άποψης—συγκεκριμένα τη χρήση ηχητικού υλικού για την εκπαίδευσή του—ενώ το δεύτερο διερευνά την καλλιτεχνική εφαρμογή του RAVE ως βάση και εργαλείο με τελικό σκοπό τη σύνθεση ενός μουσικού έργου «ενθυμητικού» χαρακτήρα. Η διαδικασία εκπαίδευσης πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις: μια διερευνητική, από την οποία προέκυψαν χρήσιμα συμπεράσματα αλλά όχι ένα—τουλάχιστον χρήσιμο—μοντέλο και μια δεύτερη η οποία οδήγησε σε ένα ενδιαφέρον μοντέλο με αποτελέσματα πιστά στο αρχικό υλικό. Σχετικά πειράματα με τη χρήση του RAVE VST plugin ανέδειξαν περιορισμούς και αδυναμίες του μοντέλου, αλλά και τη δυνατότητα παραγωγής απρόβλεπτων αποτελεσμάτων καθώς βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας ή/και μέσω της εξερεύνησης του λανθάνοντος χώρου (latent space). Το υλικό που προέκυψε από τα πειράματα, χρησιμοποιήθηκε για μια μουσική σύνθεση διάρκειας 15 λεπτών. Το θέμα της σύνθεσης είναι η γενοκτονία στα Παλαιστινιακά Εδάφη, ενώ η σύνθεση νοείται ως ηχητική μαρτυρία όσων λαμβάνουν χώρα στην Παλαιστίνη αυτή την περίοδο. Η εργασία ολοκληρώνεται με σκέψεις σχετικά με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης ειδικά, σε εφαρμογές σχετικές με τη μνήμη και την απώλεια, καθώς και για τις ηθικές διαστάσεις που προκύπτουν από τη μεταποίηση υλικού άλλων καλλιτεχνών.This thesis explores the application of Generative Artificial Intelligence (Generative AI, or GAI) in music composition, using the Realtime Audio Variational Autoencoder (RAVE) model developed at the Institute for Research and Coordination in Acoustics/Music (IRCAM). The research consists of two parts, the first is an investigation into how RAVE operates from a technical perspective—specifically how it uses audio content for its training—and the second is an exploration of RAVE’s artistic application as the basis and the tool for the composition of a musical piece with a ‘commemorative’ purpose. The training process was realised in two phases: an exploratory one, which yielded valuable insights but not a—at least usable—model, and a second one, which produced an interesting model and produced results more faithful to the initial material. Experiments using the RAVE VST plugin further highlighted the model’s limitations, but also its potential for producing unexpected artifacts when in idle-mode and/or as a result of latent space exploration. The material that emerged from this explorative part of the thesis was shaped into a fifteen-minute composition. The subject of the composition is the ongoing genocide in the Palestinian territories, and the composition is conceived as a sonic testimony to what is currently unfolding in Palestine. The thesis concludes with reflections on the potential and limitations of GAI, particularly in applications related to memory and loss, as well as the ethical implications arising from the processing of other artists’ work

    Πορίσματα από την εκκλησιαστική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας των ετών 2020-2025

    No full text
    Το Συμβούλιο της Επικρατείας διαδραματίζει διαχρονικά καταλυτικό ρόλο στην ερμηνεία και εν γένει παρακολούθηση των κανόνων που διέπουν το εν Ελλάδι εκκλησιαστικό δίκαιο μέσω της νομολογίας του. Η φύση της Εκκλησίας της Ελλάδος και των λοιπών ιδιαιτέρων εκκλησιαστικών καθεστώτων ως Ν.Π.Δ.Δ. δημιουργεί «εύφορο έδαφος» για την ανάδειξη και επεξεργασία ζητημάτων του κλάδου του εκκλησιαστικού δικαίου στα πλαίσια της δίκης ενώπιον του ΣτΕ. Θεμελιώδη ζητήματα του κλάδου, όπως η συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων, το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και οι περαιτέρω εκφάνσεις του, αλλά και το καθεστώς που διέπει τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, έχουν αναδειχθεί και συνεχίζουν να αναδεικνύονται από τη νομολογία του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου, η συμβολή του οποίου στην προσπάθεια ερμηνείας και συστηματοποίησης του εκκλησιαστικού δικαίου είναι μνημειώδης. Σκοπός της παρούσης εργασίας είναι η παρουσίαση και συστηματική κατάταξη σε θεματικές ενότητες της νομολογίας του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου της τελευταίας εξαετίας και η ανάδειξη της σημαίνουσας επίδρασης αυτής στην ερμηνεία και εν γένει παρακολούθηση ενός τόσο σύνθετου και πολυδιάστατου κλάδου, όπως αυτός του εκκλησιαστικού δικαίου.The Council of State has, over time, played a pivotal role in the interpretation and overall supervision of the rules governing ecclesiastical law in Greece through its case law. The legal nature of the Church of Greece and of other special ecclesiastical regimes as public law legal entities (legal persons governed by public law) creates a “fertile ground” for the emergence and judicial examination of issues pertaining to the field of ecclesiastical law within proceedings before the Council of State. Fundamental matters of the discipline, such as the constitutional protection of sacred canons, the right to religious freedom and its further manifestations, as well as the legal framework governing ecclesiastical courts, have been brought to light and continue to be elucidated through the jurisprudence of the supreme administrative court. Its contribution to the effort to interpret and systematize ecclesiastical law is of enduring and landmark significance. The purpose of the present study is to present and systematically classify, under thematic headings, the case law of the supreme administrative court over the past six years, and to highlight its significant impact on the interpretation and continuous oversight of a field as complex and multifaceted as ecclesiastical la

    Παράλληλη εισαγωγή μέσω δημόσιας πρότασης ανταλλαγής μετοχών

    No full text
    Το παρόν έργο εξετάζει τον μηχανισμό της παράλληλης εισαγωγής μέσω δημόσιας πρότασης ανταλλαγής μετοχών. Από συστηματικής απόψεως η μελέτη διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, το οποίο αναπτύσσεται ως μελέτη περίπτωσης, αναλύονται τα ιδιαίτερα ζητήματα που σχετίζονται με τη δημόσια πρόταση ανταλλαγής μετοχών. Ειδικότερα, γίνεται καταρχάς διάκριση της δημόσιας πρότασης ανταλλαγής μετοχών από τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις και την εξαγορά μίας επιχείρησης από τη διοίκησή της. Δεύτερον, εξετάζεται η σχέση, αφενός, της δημόσιας πρότασης και της δημόσιας προφοράς, και αφετέρου, του πληροφοριακού δελτίου και του ενημερωτικού δελτίου. Τρίτον, διερευνάται ο σκοπός της δημόσιας πρότασης ανταλλαγής μετοχών και η αιτιολογημένη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου της υπό εξαγορά εταιρείας. Στο δεύτερο μέρος, εξετάζεται ο μηχανισμός της παράλληλης εισαγωγής εν γένει. Πρώτον, παρουσιάζεται το περίγραμμα της μετάταξης σε αλλοδαπό χρηματιστήριο. Ειδικότερα, οριοθετούνται η έννοια και οι μορφές της παράλληλης εισαγωγής και αναλύονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτής, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ των αγορών, τον οποίο και επέφερε. Εν συνεχεία, παρατίθενται οι ειδικότεροι όροι παράλληλης εισαγωγής μιας αλλοδαπής εκδότριας στο Χρηματιστήριο Αθηνών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Δεύτερον, διαγράφεται το πλαίσιο της παράλληλης διαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού, και αναλύονται ζητήματα από την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από μετοχές, οι οποίες διαπραγματεύονται παράλληλα σε περισσότερα χρηματιστήρια. Τρίτον, μελετάται ο αντίκτυπος της παράλληλης εισαγωγής στην αποτελεσματικότητα της αγοράς, αλλά και το μέτρο, στο οποίο η παράλληλη εισαγωγή συνδέεται με φαινόμενα κατάχρησης αγοράς. Η μελέτη κλείνει με το ζήτημα της αρμόδιας εποπτικής αρχής και του εφαρμοστέου δικαίου επί δημοσίων προτάσεων αγοράς κινητών αξιών εισηγμένων σε περισσότερα χρηματιστήρια.This thesis examines the mechanism of cross-listing through a share exchange tender offer. From a systematic perspective, the study is structured in two parts. The first part, which is formulated as a case study, analyses the unique concerns associated with the share exchange tender offer. In particular, it first distinguishes the share exchange tender offer from cross-border mergers and management buy-outs. Secondly, it examines the interrelation between, on the one hand, takeover bids and public offers and, on the other hand, offer documents and prospectuses. Thirdly, it explores the purpose of the share exchange tender offer and the opinion of the board of directors of the offeree company. The second part examines the mechanism of cross-listing in general. Firstly, it delineates the framework of foreign stock exchange listing. In particular, the concept and forms of cross-listing are defined and its advantages and disadvantages are analysed, as well as the competition between stock exchanges that it has precipitated. Subsequently, the specific conditions for the cross-listing of a foreign issuer on the Athens Stock Exchange are elaborated, with particular emphasis on the issue of the scope of corporate governance rules. Secondly, it outlines the framework of cross-border trading, clearing, and settlement, and undertakes an analysis of issues arising from the exercise of rights attached to cross-listed shares. Thirdly, it examines the impact of cross-listing on market efficiency, as well as the extent to which cross-listing is linked to market abuse. The study concludes with the issue of the competent supervisory authority and applicable law on takeover bids for cross-listed securities

    Delay in the disclosure of inside information

    No full text
    Η έγκαιρη δημοσιοποίηση της προνομιακής πληροφορίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, την προστασία των επενδυτών και την ορθή διαμόρφωση των τιμών. Ωστόσο, η άμεση δημοσιοποίηση ενδέχεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να μην είναι ούτε επιθυμητή ούτε ενδεδειγμένη. Για το λόγο αυτόν, ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 για την κατάχρηση της αγοράς (MAR) επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, την αναβολή της δημοσιοποίησης προνομιακών πληροφοριών. Αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η ανάλυση και κριτική εξέταση του κανονιστικού πλαισίου που διέπει την εν λόγω αναβολή. Η διατριβή εξετάζει τη γενική υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 17(1) του MAR και την έννοια της προνομιακής πληροφορίας, με έμφαση στις δυσχέρειες που ανακύπτουν από παρατεταμένες διαδικασίες και τα ενδιάμεσα στάδιά τους. Αναλύει τις προϋποθέσεις νόμιμης αναβολής του άρθρου 17(4) του MAR, όπως ερμηνεύονται από την ESMA, τις εθνικές αρμόδιες αρχές και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διερευνά την εφαρμογή του μηχανισμού σε ειδικά πλαίσια, όπως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι βολιδοσκοπήσεις της αγοράς και οι αγορές ανάπτυξης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Εξετάζονται, επίσης, η αλληλεπίδραση του MAR με άλλα κανονιστικά πλαίσια, ιδίως τη MiFID II, τον REMIT και τον Κανονισμό για το Ενημερωτικό Δελτίο. Στην παρούσα διατριβή, μελετώνται, επίσης, οι τροποποιήσεις που εισήγαγε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2809 και αξιολογείται η επίδραση και η συνέχειά τους με το υφιστάμενο πλαίσιο δημοσιοποίησης προνομιακών πληροφοριών. Η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τη θέσπιση ενός ισχυρού καθεστώτος διαφάνειας, το αυστηρό μοντέλο γνωστοποίησης του MAR έχει οδηγήσει σε ερμηνευτικές και εφαρμοστικές δυσχέρειες, νομική αβεβαιότητα, αυξημένα κόστη συμμόρφωσης, καθώς και έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών στην εκτέλεση των κανονιστικών υποχρεώσεων των εκδοτών τους. Ωστόσο, οι νεοεισαχθείσες τροποποιήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/2809 σηματοδοτούν τη στροφή προς μια πιο αναλογική προσέγγιση. Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει την εξελισσόμενη φύση της διαφάνειας στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ΕΕ, όπου η αποτελεσματική προστασία των επενδυτών απαιτεί ολοένα και περισσότερο όχι μόνον άμεση γνωστοποίηση, αλλά και ακρίβεια και κανονιστική ευελιξία.While timely disclosure of inside information is crucial for market integrity, investor protection and efficient price formation, immediate transparency may, in certain circumstances, be neither desired nor advisable. In view of this, Regulation (EU) No 596/2014 on market abuse, also known as the EU Market Abuse Regulation (MAR), allows issuers, under strict conditions, to delay public disclosure. The present thesis aims to study and critically assess the legal framework governing such delays. The thesis examines the general disclosure obligation under Article 17(1) MAR and the concept of inside information, with particular focus on the challenges arising from protracted processes and intermediate steps. It critically analyses the conditions for lawful delay under Article 17(4) MAR, as interpreted by ESMA, national competent authorities and the Court of Justice of the European Union and explores the implementation of the delay mechanism in specific contexts, including financial institutions, market soundings and SME growth markets. The interaction between MAR and other regulatory regimes, such as MiFID II, REMIT and the Prospectus Regulation, is also being addressed. In addition, the thesis examines the amendments introduced by Regulation (EU) 2024/2809 (known as the EU Listing Act), evaluating their impact and continuity with the existing disclosure framework. The thesis concludes that, while MAR has established a robust transparency regime, its strict disclosure model has led to interpretative and enforcement challenges, legal uncertainty, high compliance costs, as well as strong discrepancies between Member States in the execution of their issuers’ disclosure obligations. Be that as it may and even though certain practical and enforcement challenges remain, the amendments introduced by Regulation (EU) 2024/2809 mark a shift towards a more nuanced and proportionate approach. This approach reflects the evolving nature of transparency in EU financial markets, where effective investor protection increasingly requires not only prompt disclosure, but also accuracy, contextualisation and regulatory flexibility

    H καινοτομία ως παράμετρος αναμόρφωσης του δικαίου ελέγχου συγκεντρώσεων στο παράδειγμα των ψηφιακών αγορών

    No full text
    Το θεσμικό πλαίσιο ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων στην Ευρώπη ευρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο. Σχεδιασμένο με γνώμονα τις στατικές βιομηχανικές αγορές όπου ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται μέσω της βραχυπρόθεσμης αυξομείωσης τιμών, αποδεικνύεται δομικά ανεπαρκές στο φως των σύγχρονων ψηφιακών αγορών, όπου η καινοτομία πλέον συνιστά την κρίσιμη ανταγωνιστική παράμετρο. Η παρούσα εργασία αναδεικνύει τις συνέπειες αυτής της αναντιστοιχίας, διαγιγνώσκοντας μία συστημική διττή ανεπάρκεια που υποσκάπτει την θέση της Ευρώπης στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι. Αφενός, το σύστημα αδυνατεί να συλλάβει στρατηγικές εξαγορές που εσκεμμένα εξοντώνουν την μελλοντική καινοτομία, υποπίπτοντας σε σφάλματα «υπό-ρύθμισης». Αφετέρου, η υπερβολικά επιφυλακτική προσέγγιση των αρχών ανταγωνισμού, ως «υπερ-ρύθμιση», καταπνίγει τεχνολογικές συγκεντρώσεις που αποδεικνύονται ουσιώδεις για την ανάπτυξη ρηξικέλευθων καινοτομιών, και που εν τέλει ωφελούν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα την καταναλωτική ευημερία. Αυτή η κανονιστική δυσκαμψία θέτει την Ευρώπη σε σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα, εκχωρώντας την τεχνολογική πρωτοπορία σε παγκόσμιους αντιπάλους. Η παρούσα εργασία υποστηρίζει μια ριζική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, προτείνοντας τον επαναπροσανατολισμό της πολιτικής ανταγωνισμού με γνώμονα τον παράγοντα της καινοτομίας. Προτείνεται μία αναθεωρημένη προσέγγιση που επαναπροσδιορίζει την έννοια της αποτελεσματικότητας με επίκεντρο την καινοτομία, αναπροσαρμόζει τα αποδεικτικά πρότυπα ώστε να αρμόζουν στο δυναμικό περιβάλλον των ψηφιακών αγορών, και προάγει στρατηγικά την επίτευξη της κλίμακας που είναι αναγκαία για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο μέσω μίας τέτοιας ρηξικέλευθης μεταρρύθμισης δύναται η Ευρώπη να ανακτήσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα και να διασώσει το τεχνολογικό της μέλλον.The institutional framework for merger control in Europe stands at a critical juncture. Designed for static industrial markets where competition is manifested through short-term price fluctuations, it proves structurally inadequate in the light of modern digital markets, where innovation constitutes the critical competitive parameter. This thesis highlights the consequences of this mismatch, diagnosing a systemic dual failure that undermines Europe's position in the global economic landscape. On one hand, the system fails to capture strategic acquisitions that deliberately extinguish future innovation, falling into errors of "under-regulation." On the other hand, the overly cautious approach of competition authorities, as a form of "over-regulation," stifles technological mergers that are essential for the development of breakthrough innovations and that, ultimately, benefit long-term consumer welfare. This regulatory rigidity places Europe at a significant competitive disadvantage, ceding technological leadership to global rivals. This thesis advocates for a radical reform of the institutional framework, proposing the reorientation of competition policy with a focus on the factor of innovation. It suggests a revised approach that redefines the concept of innovation-centred efficiencies, adjusts evidentiary standards to fit the dynamic environment of digital markets, and strategically promotes the achievement of the scale necessary for the global competitiveness of European enterprises. The thesis concludes that only through such a groundbreaking reform can Europe regain its competitive advantage and salvage its technological future

    Στοιχεία ιατρικής στο χειρόγραφο "σύνοψις ιστοριών" του Ιωάννου Σκυλίτζη

    No full text
    Το Χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη, ιστορικού και Χρονογράφου του 11ου αι, που φυλάσσεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης, περιλαμβάνει σημαντικές ιατρικές πληροφορίες που μαρτυρούν τον τρόπο άσκησης αλλά και το υψηλό επίπεδο της ιατρικής επιστήμης την βυζαντινή περίοδο. Μας παρέχει επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τις ασθένειες σημαντικών προσωπικοτήτων της βυζαντινής περιόδου όπως για παράδειγμα την παγοφαγία και τον θάνατο από δυσεντερία του αυτοκράτορα Θεοφίλου, την δηλητηρίαση και τον θάνατο του αυτοκράτορα Κων/νου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου, την περιγραφή του εγκεφαλικού επεισοδίου και τον θάνατο του Βασιλέα Αλεξάνδρου, αδελφού Λέοντα ΣΤ του Σοφού, Μέσα στο κείμενο του Ιωάννη Σκυλίτζη έχουμε θαυμάσια περιγραφή της επιληπτικής κρίσης της υπηρέτριας του Βασιλέως Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ (811-813 μΧ), την οποία και συσχετίζει με την απώλεια της βασιλικής του εξουσίας, αναφορά στον ευνουχισμό των δύο τέκνων (Θεοδοσίου και Κων/νου) του Βασιλέως Λέοντος Ε΄ Αρμένιου (813-820 μΧ) και την θαυματουργική θεραπεία της αφωνίας του Κων/νου αλλά και το θάνατο του Θεοδοσίου από ακατάσχετη αιμορραγία, αναφορά στην ασθένεια και τον θάνατο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β του Τραυλού (820-829 μΧ) από νεφρική πάθηση. Ακόμη γίνεται συσχετισμός της αναστήλωσης των ιερών εικόνων από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα με την θεραπεία της ασθένειας του Μανουήλ Μαγίστρου (επιτρόπου του ανήλικου Βασιλέως Μιχαήλ, διαδόχου του αυτοκράτορα Θεοφίλου Τέλος θα ήταν παράλειψη να μην γίνει αναφορά στην περιγραφή του χειρουργικού διαχωρισμού σιαμαίων διδύμων από τους ικανότερους χειρουργούς του Βυζαντίου. Η χειρουργική αυτή επέμβαση αλλά και η αναφορά που κάνει ο Ιωάννης Σκυλίτζης αποτελεί την πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη χειρουργική προσπάθεια διαχωρισμού σιαμαίων διδύμων.The manuscript of John Skylitzes, a historian and chronicler of the 11th century, which is now preserved in the National Library of Madrid, contains important medical information that reflects both the practice and the high level of medical science during the Byzantine period. It also provides valuable insights into the diseases of key Byzantine figures, such as the case of Emperor Theophilos, who suffered from pica and died of dysentery, the poisoning and subsequent death of Emperor Constantine VII Porphyrogennetos, the description of a stroke and the death of King Alexander, brother of Emperor Leo VI the Wise. Within Skylitzes' text, there is an excellent description of an epileptic seizure suffered by a servant of Emperor Michael I Rangabe (811–813 AD), which he connects with the loss of the emperor's imperial power. Additionally, the manuscript mentions the castration of the two sons (Theodosius and Constantine) of Emperor Leo V the Armenian (813–820 AD), the miraculous cure of Constantine’s aphonia, and the death of Theodosius due to uncontrollable bleeding. There is also a reference to the illness and death of Emperor Michael II the Amorian (820–829 AD) from a kidney disease. Furthermore, the restoration of the holy icons by Empress Theodora is linked to the healing of the illness of Manuel Magistros (the regent of the young Emperor Michael, who succeeded Theophilos). Finally, it would be remiss not to mention the description of the surgical separation of conjoined twins, performed by some of the most skilled surgeons of Byzantium. This surgical intervention, as recorded by Skylitzes, marks the first historically documented attempt at the separation of conjoined twins

    Οι σχέσεις εργασίας υπό το πρίσμα του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού: wage fixing και no-poach agreements

    No full text
    Η παρούσα εργασία εστιάζει στη συστηματική μελέτη των αντιανταγωνιστικών συμφωνιών στις αγορές εργασίας, αναδεικνύοντας τα wage fixing και no-poach agreements ως κεντρικές προκλήσεις για το δίκαιο του ανταγωνισμού, σε μία περίοδο όπου οι κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες μεταβάλλονται ραγδαία, επηρεαζόμενες τόσο από τη διεθνοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων όσο και από την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Η ανάλυση της σύγχρονης βιβλιογραφίας και των κυριότερων αποφάσεων ευρωπαϊκών και εθνικών αρχών καταδεικνύει ότι οι αγορές εργασίας αποτελούν πλέον αυτόνομο πεδίο παρέμβασης των αρχών ανταγωνισμού, καθώς η διαπραγματευτική ανισότητα μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων μπορεί να οδηγήσει σε μονοψωνιακές ή ολιγοψωνιακές συνθήκες, οι οποίες επιφέρουν όχι μόνο περιορισμό της οικονομικής ευημερίας, αλλά και διαρθρωτική βλάβη στη λειτουργία της αγοράς και της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, η εργασία εμβαθύνει στα ζητήματα οριοθέτησης της σχετικής αγοράς, εφαρμογής δεικτών συγκέντρωσης, καινοτόμων εργαλείων ανάλυσης όπως το SSNIP test, καθώς και στις θεωρίες βλάβης που διαφοροποιούν μεταξύ per se απαγορευμένων πρακτικών και εκείνων που χρήζουν αξιολόγησης βάσει της αρχής του rule of reason, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων και τις δυσκολίες της εποπτείας σε αγορές που διαμορφώνονται από τις τεχνολογικές και θεσμικές καινοτομίες . Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διερεύνηση των θεμιτών και αθέμιτων στόχων που μπορούν να δικαιολογήσουν, ή να καταστήσουν παράνομες, τις σχετικές συμφωνίες, λαμβάνοντας υπόψη το ευρωπαϊκό και αμερικανικό πλαίσιο, αλλά και τα εθνικά δεδομένα της ελληνικής αγοράς, όπου η δομική συγκέντρωση και οι περιορισμοί κινητικότητας των εργαζομένων προσδίδουν ιδιαιτερότητα στις υποθέσεις που εξετάζονται. Παράλληλα, παρουσιάζεται η εξέλιξη των νομολογιακών και κανονιστικών παρεμβάσεων τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο, με χαρακτηριστική την ανάλυση της απόφασης ΕΑ 650/2017 για τη συγκέντρωση ΔΕΛΤΑ-ΜΕΒΓΑΛ, η οποία αποτέλεσε πρότυπο εφαρμογής σύνθετων οργανωτικών remedies, όπως τα “σινικά τείχη”, με στόχο την αποτροπή δημιουργίας δομών που θα επέτρεπαν την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ή την εμφάνιση συντονισμένων πρακτικών σε επίπεδο αγοράς . Η εργασία αναλύει επίσης τα διορθωτικά μέτρα (remedies) που υιοθετούνται σε περιπτώσεις συγκέντρωσης, τη λειτουργία των non-compete ρητρών και την ανάγκη ευελιξίας και διαρκούς αξιολόγησης στην εφαρμογή τους, προκειμένου να διασφαλίζεται τόσο η καινοτομία όσο και η κοινωνική προστασία. Τέλος, η εργασία προτείνει τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου ρυθμιστικού πλαισίου που να συνδυάζει την αποτελεσματικότητα του δικαίου του ανταγωνισμού με την αναγκαία κοινωνική ευαισθησία και τη θεσμική ευελιξία, διασφαλίζοντας ότι οι αγορές εργασίας θα παραμείνουν ανοιχτές, δίκαιες και ικανές να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του μέλλοντος.The present study focuses on the systematic examination of anticompetitive agreements in labor markets, highlighting wage-fixing and no-poach agreements as central challenges for competition law, at a time when social and economic balances are rapidly changing, influenced both by the internationalization of business activities and by the integration of new technologies and flexible forms of employment. An analysis of contemporary literature and of the leading decisions of European and national authorities demonstrates that labor markets now constitute an autonomous field of intervention for competition authorities, as the bargaining imbalance between employers and employees may lead to monopsonistic or oligopsonistic conditions, which result not only in a restriction of economic welfare but also in structural harm to the functioning of the market and society as a whole. Within this framework, the study delves into issues concerning the definition of the relevant market, the application of concentration indices, and innovative analytical tools such as the SSNIP test, as well as theories of harm that distinguish between per se prohibited practices and those requiring assessment under the rule of reason. It thus highlights the complexity of modern employment relationships and the difficulties of supervision in markets shaped by technological and institutional innovations. Particular emphasis is placed on examining the legitimate and illegitimate objectives that may justify, or render unlawful, such agreements, taking into account the European and U.S. frameworks, as well as the national characteristics of the Greek market, where structural concentration and restrictions on worker mobility give particular significance to the cases under review. At the same time, the evolution of judicial and regulatory interventions at both the European and Greek levels is presented, with particular attention to the analysis of Hellenic Competition Commission Decision 650/2017 concerning the DELTA S.A.–MEVGAL S.A. merger, which served as a model for the application of complex organizational remedies, such as “Chinese walls,” aimed at preventing the creation of structures that would allow the abuse of a dominant position or the emergence of coordinated practices at the market level. The study also analyzes the corrective measures (remedies) adopted in cases of concentration, the operation of non-compete clauses, and the need for flexibility and continuous evaluation in their application, in order to safeguard both innovation and social protection. Finally, the study proposes the development of a modern regulatory framework that combines the effectiveness of competition law with the necessary social sensitivity and institutional flexibility, ensuring that labor markets remain open, fair, and capable of responding to the challenges of the future

    Οι κανόνες UNCITRAL για τη διαφάνεια στη διαιτησία βάσει της Συνθήκης Επενδυτή-Κράτους

    No full text
    Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η λεπτομερής παρουσίαση των Κανόνων Διαφάνειας της UNCITRAL και η ανάδειξη της επιρροής τους στην εξέλιξη της επενδυτικής διαιτησίας. Αρχικά, επισημαίνονται οι λόγοι που οδήγησαν στην υιοθέτηση των εν λόγω κανόνων, καθώς και τα πλεονεκτήματα και οι επιφυλάξεις που αφορούν τη διαφάνεια. Επιπλέον, εξετάζονται τόσο η πρακτική εφαρμογή των κανόνων μέσα από τη σκοπιά της νομολογίας όσο και οι μελλοντικές τους προοπτικές, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα νέων τεχνολογιών. Συνοψίζοντας, αναλύεται ο ρόλος των Κανόνων Διαφάνειας στην εδραίωση ενός διεθνούς ενοποιημένου καθεστώτος διαφάνειας στην επενδυτική διαιτησία και στην ενίσχυση της νομιμότητάς της, ενώ παράλληλα αξιολογείται κατά πόσο οι κανόνες αυτοί αποτελούν ένα θεωρητικό νομικό κατασκεύασμα ή δύνανται να αξιοποιηθούν στην πράξη.The aim of this thesis is to present in detail the UNCITRAL Transparency Rules and highlight their influence on the development of investment arbitration. First of all, the reasons that led to the adoption of these rules are highlighted, as well as the advantages and reservations concerning transparency. In addition, both the practical application of the rules from a case law perspective and their future prospects, particularly in light of new technologies, are examined. In summary, the role of the Transparency Rules in establishing an internationally unified transparency regime in investment arbitration and in strengthening its legitimacy is analyzed, while also assessing whether these rules are a theoretical legal construct or can be put to practical use

    Εκπαιδευτικά και υποστηρικτικά προγράμματα για τη μείωση του στρες σε επαγγελματίες υγείας πρώτης γραμμής: συστηματική ανασκόπηση

    No full text
    Η αύξηση του επαγγελματικού στρες και της επαγγελματικής εξουθένωσης αποτελεί σημαντική πρόκληση για τους επαγγελματίες υγείας και τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης. Ο σωστός σχεδιασμός ψυχολογικών παρεμβάσεων μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ψυχικής υγείας, της επαγγελματικής ικανοποίησης και της απόδοσης. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η συστηματική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας ψυχολογικών και ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων για επαγγελματίες υγείας πρώτης γραμμής, με έμφαση στη μείωση του στρες και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Η μεθοδολογία βασίστηκε στις κατευθυντήριες γραμμές PRISMA και περιέλαβε 30 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές (RCTs, 2015–2024) από 14 χώρες. Οι μελέτες αξιολόγησαν δια ζώσης και ψηφιακές παρεμβάσεις, όπως προγράμματα ενσυνειδητότητας (MBSR), εκπαίδευση στην ανθεκτικότητα, παρεμβάσεις βασισμένες στη συμπόνια και γνωσιακές-συμπεριφορικές τεχνικές, σε δείγματα κυρίως νοσηλευτών, καθώς και γιατρών και άλλων επαγγελματιών υγείας. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι οι καθοδηγούμενες και μεγαλύτερης διάρκειας παρεμβάσεις είναι γενικά πιο αποτελεσματικές στη μείωση στρες, άγχους, κατάθλιψης και στη βελτίωση της συναισθηματικής ρύθμισης. Οι παρεμβάσεις ενσυνειδητότητας και ανθεκτικότητας παρουσίασαν τις πιο σταθερές βελτιώσεις, ενώ οι παρεμβάσεις με επίκεντρο τη συμπόνια προσέφεραν πρόσθετα οφέλη στην ευημερία και την επαγγελματική ικανοποίηση. Τα ψηφιακά προγράμματα ήταν προσβάσιμα και επεκτάσιμα, αλλά η δια ζώσης ή υβριδική μορφή εξασφάλιζε μεγαλύτερη συμμετοχή και διάρκεια των οφελών, ειδικά όταν ενσωματώνονταν σε οργανωτικά πλαίσια με υποστήριξη της διοίκησης. Συμπερασματικά, τα ευρήματα υποστηρίζουν την εφαρμογή δομημένων ψυχολογικών και ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της ψυχικής υγείας και της επαγγελματικής ανθεκτικότητας των επαγγελματιών υγείας, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα θεσμικής επένδυσης σε προγράμματα ψυχικής ευεξίας.The increasing prevalence of occupational stress and burnout poses significant challenges for healthcare professionals and healthcare systems. Well-designed psychological interventions can enhance mental health, professional satisfaction, and performance. The aim of this systematic review was to critically evaluate the effectiveness of psychological and psychosocial interventions for frontline healthcare professionals, focusing on stress reduction and resilience enhancement. This systematic review followed PRISMA guidelines and included 30 randomized controlled trials (RCTs, 2015–2024) from 14 countries. The studies examined both face-to-face and digital interventions, including mindfulness-based programs (MBSR), resilience training, compassion-focused approaches, and cognitive-behavioral techniques, in samples primarily consisting of nurses, as well as physicians and other healthcare professionals. Results demonstrated that guided, longer-duration interventions were generally more effective in reducing stress, anxiety, and depression, and in improving emotional regulation. Mindfulness and resilience-based interventions showed the most consistent benefits, while compassion-focused approaches also contributed to well-being and professional satisfaction. Digital interventions were accessible and scalable, though face-to-face or hybrid delivery ensured greater engagement and longer-lasting outcomes, particularly when integrated into organisational structures with administrative support. In conclusion, the findings support the implementation of structured psychological and psychosocial interventions to enhance mental health and professional resilience among healthcare professionals. Institutional investment in well-targeted mental health programs is essential to maintain performance, satisfaction, and workforce sustainability

    A Law-and-Economics Analysis of Inefficiencies in the Public Procurement of Digital Systems: Evidence from Greek Municipal Governance

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις θεσμικές και οικονομικές αναποτελεσματικότητες που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία δημόσιων συμβάσεων για την προμήθεια ψηφιακών συστημάτων στους ελληνικούς δήμους. Ενώ το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο δημοσίων συμβάσεων διαμορφώνεται πρωτίστως με γνώμονα τη διαφάνεια, την ίση μεταχείριση και τη νομιμότητα, η εφαρμογή του στην προμήθεια ψηφιακών τεχνολογιών συχνά οδηγεί σε καθυστερήσεις, αυξημένο διοικητικό κόστος και υποδεέστερα οικονομικά αποτελέσματα. Η ανάλυση υιοθετεί μεθοδολογικό πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης του δικαίου και εστιάζει στον κύκλο της δημόσιας σύμβασης, διακρίνοντάς τον σε προ-αναθετική, αναθετική και μετα-αναθετική φάση. Μέσα από την εφαρμογή εργαλείων της οικονομικής θεωρίας, όπως το κόστος συναλλαγών, η θεωρία principal–agent και η θεσμική οικονομική, αναδεικνύεται πώς η θεσμική αρχιτεκτονική της διαδικασίας παράγει συστηματικές αναποτελεσματικότητες, ιδίως λόγω ελλιπούς πληροφόρησης, ατελούς προσδιορισμού αναγκών, ακατάλληλων τεχνικών προδιαγραφών, κινήτρων αποφυγής ευθύνης και φαινομένων εγκλωβισμού σε προμηθευτές (vendor lock-in). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ιδιαιτερότητες των ψηφιακών συστημάτων, τα οποία εντείνουν τις υφιστάμενες αδυναμίες του συστήματος δημοσίων συμβάσεων λόγω της τεχνολογικής πολυπλοκότητας, της δυσκολίας αποτίμησης εναλλακτικών λύσεων και της ανάγκης εξειδικευμένης τεχνικής γνώσης. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής και θεσμικού ανασχεδιασμού, οι οποίες αποσκοπούν στον περιορισμό των αναποτελεσματικοτήτων, χωρίς υπονόμευση των θεμελιωδών αρχών της διαφάνειας και της νομιμότητας, και φιλοδοξούν να έχουν εφαρμογή πέραν του ελληνικού πλαισίου.This dissertation examines the institutional and economic inefficiencies arising in the public procurement of digital systems by Greek municipalities. Although EU and Greek public procurement law is primarily designed to safeguard transparency, equal treatment and legality, its application to the acquisition of digital technologies frequently results in delays, administrative rigidity and suboptimal economic outcomes. Adopting a law-and-economics methodological framework, the analysis focuses on the public procurement cycle, structured into the pre-award, award and post-award stages. Drawing on transaction cost economics, principal–agent theory and institutional economics, the study demonstrates how the institutional design of procurement procedures systematically generates inefficiencies. These stem from information asymmetries, deficient needs assessment, inadequately drafted technical specifications, risk-averse administrative incentives and long-term supplier dependence (vendor lock-in). Special emphasis is placed on the distinctive characteristics of digital systems, which amplify existing procurement failures due to technological complexity, difficulties in evaluating alternative solutions and the limited technical expertise available within municipal administrations. The dissertation argues that these inefficiencies are not merely the result of isolated administrative shortcomings, but rather predictable outcomes of the interaction between standardized procurement rules and the economic nature of digital technologies. The study concludes by proposing policy-oriented and institutional reforms aimed at reducing transaction costs and improving procurement outcomes, while preserving the core principles of transparency, legality and equal access. Although grounded in the Greek municipal context, the analytical framework and findings are intended to be relevant to other public procurement systems exhibiting similar institutional features

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇