National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Ο ρόλος του HER2 στη χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού

    No full text
    Στην παρούσα εργασία μελετάται ο ρόλος του υποδοχέα HER2 στη σύγχρονη χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού μέσα από μια εκτεταμένη συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας. Ο υποδοχέας HER2 αποτελεί ένα σημαντικό βιολογικό δείκτη η υπερέκφραση του οποίου σχετίζεται με επιθετική βιολογική συμπεριφορά, αυξημένο κίνδυνο υποτροπής και δυσμενή πρόγνωση της νόσου. Παρόλα αυτά η ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών κατά του HER2 έχει αλλάξει ριζικά τη φυσική ιστορία της νόσου. Η ανασκόπηση περιλαμβάνει την ανάλυση των κύριων κλινικών μελετών HERA, BCIRG-006, APHINITY, KATHERINE, APT, NeoSphere, TRYPHAENA και TRAIN-2 οι οποίες αξιολογούν την αποτελεσματικότητα τόσο της επικουρικής όσο και της νεοεπικουρικής θεραπείας στους HER2 θετικούς ασθενείς. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών αποδεικνύουν ότι τόσο η χρήση του διπλού αποκλεισμού HER2 (trastuzumab και pertuzumab) όσο και η χρήση συμπλεγμάτων αντίσωμα-φαρμάκου (T-DM1, T-DXd) βελτιώνουν σημαντικά την επιβίωση και οδηγούν σε αυξημένο ποσοστό πλήρους παθολογοανατομικής ανταπόκρισης (pCR). Η επίτευξη της pCR οδήγησε στην αποκλιμάκωση της χειρουργικής θεραπείας αυξάνοντας τα ποσοστά των ογκεκτομών έναντι των μαστεκτομών μειώνοντας ταυτόχρονα τους εκτεταμένους μασχαλιαίους λεμφαδενικούς καθαρισμούς. Παράλληλα η εξέλιξη τόσο των βιοδεικτών όσο και της απεικόνισης προώθησαν την εξατομίκευση της θεραπείας. Συμπερασματικά, ο υποδοχέας HER2 από δείκτης κακής πρόγνωσης έχει εξελιχθεί σε θεραπευτικό στόχο που καθορίζει την έκταση και τη βαρύτητα της χειρουργικής παρέμβασης. Η συνεργασία χειρουργού, ογκολόγου και παθολογοανατόμου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παροχή μιας ολοκληρωμένης φροντίδας σε ασθενείς με HER2 θετικό καρκίνο του μαστού.In the present study, the role of the HER2 receptor in the contemporary surgical management of breast cancer is examined through an extensive systematic review of the international literature. HER2 is an important biological marker, the overexpression of which is associated with aggressive tumor biology, an increased risk of recurrence and an unfavorable prognosis. Nevertheless, the development of HER2-targeted therapies has radically changed the natural history of the disease. The review includes an analysis of the major clinical trials HERA, BCIRG-006, APHINITY, KATHERINE, NeoSphere, TRYPHAENA, and TRAIN-2, which evaluate the effectiveness of both adjuvant and neoadjuvant therapy in patients with HER2 positive disease. The results of these trials demonstrate that both dual HER2 blockade (trastuzumab and pertuzumab) and the use of antibody–drug conjugates (T-DM1, T-DXd) significantly improve survival and lead to higher rates of pathological complete response (pCR). Achieving pCR has enabled de-escalation of surgical treatment by increasing the rates of breast-conserving surgery compared with mastectomy, while simultaneously reducing the need for extensive axillary lymph node dissection. In parallel, advances in biomarkers and imaging have promoted further treatment individualization. In conclusion, HER2 has evolved from a marker of poor prognosis into a therapeutic target that helps determine the extent and intensity of surgical intervention. Close collaboration among the surgeon, medical oncologist, and pathologist is a fundamental prerequisite for delivering comprehensive care to patients with HER2 positive breast cancer

    Η επίδραση επιδημιολογικών και κλινικών παραμέτρων στον χρόνο καταγραφής φορητού ηλεκτροεγκεφαλογράφου (ΗΕΓ) για την ανίχνευση της πρώτης επιληπτόμορφης εκφόρτισης / The effects of epidemiological and clinical factors on ambulatory electroencephalogram (EEG) recording time required to detect the first epileptiformdischarge

    No full text
    Εισαγωγή: Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) αποτελεί ένα σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο στην αξιολόγηση της επιληψίας. Τα τελευταία χρόνια με την ανάπτυξη της τεχνολογίας έχουν καθιερωθεί διάφοροι τύποι ΗΕΓ, όπως το ΗΕΓ ρουτίνας και στέρησης ύπνου, το φορητό και το βίντεο-ΗΕΓ. Ωστόσο, παραμένει ασαφές ποια είναι η βέλτιστη διάρκεια καταγραφής για την ανίχνευση επιληπτόμορφων εκφορτίσεων (ΕΕ). Σκοπός της παρούσας μελέτης αφορά την διερεύνηση της επίδρασης επιδημιολογικών και κλινικών παραμέτρων στον απαιτούμενο χρόνο καταγραφής για την ανίχνευση της πρώτης ΕΕ κατά τη διάρκεια φορητών ΗΕΓ (ambulatory EEG). Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε αναδρομική συλλογή και ανάλυση δεδομένων από ασθενείς με διαγνωσμένη επιληψία ή με πρώτο επιληπτικό επεισόδιο (n=50), για την περίοδο 2021-2024. Η συλλογή δεδομένων έγινε από ιατρικούς φακέλους και από τα αποτελέσματα των φορητών ΗΕΓ καταγραφών. Οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν βάσει επιδημιολογικών χαρακτηριστικών (ηλικία, φύλο), κλινικών παραγόντων (είδος της επιληπτικής κρίσης, χρήση αντιεπιληπτικής αγωγής, απεικονιστικών ευρημάτων) και παραμέτρων καταγραφής ΗΕΓ (συνολική διάρκεια, αριθμός νυχτερινών καταγραφών, χρόνος έως την πρώτη ΕΕ, παρουσία κλινικών εκδηλώσεων κατά τη διάρκεια της καταγραφής). Η διάρκεια των ΗΕΓ ταξινομήθηκε σε δυο κατηγορίες ΗΕΓ ρουτίνας- s-EEG (0-30 λεπτά) έναντι παρατεταμένης καταγραφής (SI: 31 λεπτά-8 ώρες) και (SII: >8 ώρες). Οι συσχετίσεις μεταξύ των μεταβλητών και των χρονικών τμημάτων καταγραφής πραγματοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας δοκιμασίες χ² μεταξύ των κατηγορικών και δοκιμασιες Mann-Whitney U για συνεχείς μεταβλητές. Η ανάλυση του χρόνου εώς την πρώτη ΕΕ πραγματοποιήθηκε με καμπύλες Kaplan-Meier και μοντέλα αθροιστικών πιθανοτήτων. Επιπλέον, εφαρμόστηκαν μοντέλα αναλογικών κινδύνων Cox (μονοπαραγοντικά και πολυπαραγοντικά) για τη αξιολόγηση ανεξάρτητων συσχετίσεων και πιθανών συγχυτικών παραγόντων. Αποτελέσματα: Η μέση διάρκεια καταγραφής ήταν 21.72 ώρες, ενώ ο μέσος χρόνος μέχρι την ανίχνευση της πρώτης ΕΕ 159 λεπτά. Όλες οι πρώτες ΕΕ ανιχνεύθηκαν εντός των πρώτων 12 ωρών παρακολούθησης. Η παρουσία γενικευμένων κρίσεων συσχετίστηκε με ταχύτερη ανίχνευση ΕΕ σε σχέση με κρίσεις εστιακής έναρξης (p < 0.01). Οι κρίσεις με κινητικές εκδηλώσεις δεν ανέδειξαν σημαντική διαφορά με τις δοκιμασίες time- to event (log-rank p = 0.29, Mann–Whitney p = 0,08), ενώ στις πρώιμα σταθμισμένες αναλύσεις έδειξαν αυξημένη πρώιμη ανίχνευση ED εντός 30 λεπτών (χ² p < 0.05) και στατιστικά σημαντική δοκιμασία Gehan–Breslow–Wilcoxon (p < 0.0001) υποδηλώνοντας πλεονέκτημα στο αρχικό χρονικό παράθυρο. Το ανδρικό φύλο έδειξε οριακή τάση για ταχύτερη ανίχνευση (p = 0.05). Συμπεράσματα: Οι κρίσεις γενικευμένης έναρξης αναδείχθηκαν ως ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας ταχείας ανίχνευσης της πρώτης ED, ενώ οι κινητικές εκδηλώσεις ανέδειξαν πλεονέκτημα στο πρώιμο παράθυρο (30-60 λεπτά) που ωστόσο δεν διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της καταγραφής. Το ανδρικό φύλο εμφάνισε οριακή συσχέτιση με ταχύτερη ανίχνευση ΕΕ. Κλινικά, τα ευρήματα μας υποστηρίζουν βραχύτερη παρακολούθηση ΗΕΓ για κινητικές ή γενικευμένες κρίσεις και μπορούν να συμβάλουν στη βελτιστοποίηση των πρωτοκόλλων και στην εξατομίκευση των στρατηγικών παρακολούθησης. Απαιτούνται μεγαλύτερες, προοπτικές μελέτες για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων και τη βελτίωση των κατευθυντήριων οδηγιών καταγραφής ΗΕΓ.Background: Electroencephalogram (EEG) is a valuable tool in the diagnosis of epilepsy. Given the advanced technologies, various EEG types like routine, sleep-deprived, ambulatory and video EEG have been evolved. However, there is a research gap regarding the optimal recording duration required to detect epileptiform discharges (EDs). This study aims to investigate epidemiological and clinical factors that influence ambulatory EEG duration. Methods: A retrospective analysis was conducted on ambulatory EEG (aEEG) recordings and clinical data from patients (n=50) with both first seizure events and diagnosed epilepsy between 2021 and 2024 were obtained. Epidemiological data were collected (gender, mean age = 40.2 years,), clinical characteristics (seizure type, use of anti-seizure medication, presence of epileptiform abnormalities on MRI), and EEG characteristics (EEG duration, time to first ED detection and clinical events during monitoring). Recording time was divided in two categories: standard-EEG (s-EEG: 0-30 minutes) versus extended EEG monitoring, segment I (SI: 31 minutes- 8 hours), and segment II (SII: >8 hours). Associations between variables and time segments were tested using chi-square tests for categorical and Mann-Whitney U tests for continuous variables. Time-to-first ED analyses used Kaplan-Meier curves with cumulative incidence estimates for time to first ED. Univariable and multivariable Cox proportional-hazards models were fit to evaluate independent associations and potential confounding. Results: The mean EEG recording duration was 21.72 hours, with an average time to first ED detection of 159 minutes. Notably, all first EDs were identified within the first 12 hours of recording. The presence of generalized seizures was associated with a shorter time to first ED detection (p < 0.01) compared to those with focal onset EDs. For motor manifestations, time-to-event tests showed no overall difference (log-rank p = 0.29, Mann–Whitney p = 0.08), but early-weighted analyses indicated higher early yield: ED within 30 minutes was more frequent in the motor group (χ² p < 0.05), and the Gehan-Breslow-Wilcoxon test was strongly positive (p < 0.0001), indicating an early-window advantage. Furthermore, male patients (p = 0.09) showed a positive trend to exhibit earlier detection of epileptiform discharges compared to female patients. Conclusion: This study highlights that generalized-onset seizures appears to be the strongest predictor of rapid ED capture. Motor manifestations showed an early (30-60 min) advantage that did not persist across the full recording. Male sex showed a borderline association with shorter EEG latency. Clinically, these findings support shorter EEG monitoring for motor or generalized seizures and may help optimize EEG protocols and personalize monitoring strategies for epilepsy patients. Further research with larger cohorts is needed to validate these results and refine EEG recording guidelines

    Elaborating on the connection between agentic AI and cybernetics/feedback: Inputs from the history of technology and STS

    No full text
    Η στροφή προς την αυτόνομη και προσαρμοζόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη (Agentic AI) αποτελεί μια σύγχρονη εκδήλωση των αρχών της Κυβερνητικής και των αρχών από την ιστορία της ανάδρασης (feedback). Εμπνευσμένη από τη συμπεριφορά των βιολογικών συστημάτων, η Κυβερνητική ανέδειξε την ανάδραση σαν βασικό μηχανισμό σταθεροποίησης, διόρθωσης και επίτευξης στόχων. Παρόμοια με τις θεμελιώδεις αρχές του κυβερνητικού ελέγχου, η Agentic AI εξαρτάται από περίπλοκους κύκλους αντίληψης-δράσης-ανάδρασης προκειμένου να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον, να τροποποιεί τη συμπεριφορά της και να βελτιώνει την απόδοσή της με την πάροδο του χρόνου. Η παρούσα εργασία επιχειρεί να παράσχει μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση ακολουθώντας την ιστορία της ανάδρασης και αναλύοντας τις διάφορες μεθόδους εφαρμογής αυτής στη σύγχρονη Agentic AI.The shift towards autonomous and adaptive agentic AI is a contemporary manifestation of cybernetic principles and principles from the history of feedback. Inspired by biological goal-directed behavior, Cybernetics formalized feedback and showed how feedback loops may help systems stay stable, make corrections, and achieve objectives. Similar to the fundamental principles of cybernetic control, modern agentic AI depends on intricate perception-action-feedback cycles to learn, modify behavior, and enhance performance over time. This thesis attempts to provide a thorough overview by following this history, analyzing the various ways that feedback is implemented in contemporary agentic AI and so analyzing Agentic AI features and limitations

    Το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών στη διεθνή, ενωσιακή και ελληνική έννομη τάξη

    No full text
    Ανιθαγενής ή άπατρις ή άπολις είναι αυτός που δε θεωρείται πολίτης κανενός κράτους σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία. Με άλλα λόγια, ένα ανιθαγενές άτομο δεν έχει την υπηκοότητα καμίας χώρας. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται ανιθαγενείς, ενώ κάποιοι άλλοι καθίστανται ανιθαγενείς κατ’ εφαρμογήν, για παράδειγμα, των διατάξεων κάθε πολιτείας περί απώλειας ή αφαιρέσεως της ιθαγένειας. Το φαινόμενο της ανιθαγένειας παρατηρείται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και συνεπάγεται σοβαρές και δια βίου επιπτώσεις σε όσους επηρεάζει, καθώς οι απάτριδες συχνά αποκλείονται από την κοινωνία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, στερούμενοι βασικών δικαιωμάτων που για τους περισσότερους ανθρώπους θεωρούνται αυτονόητα. Το πρόβλημα της ανιθαγένειας, επομένως, είναι πραγματικό, με τη νομική του αντιμετώπιση να αποδεικνύεται εξαιρετικά περίπλοκη, ενώ η πολιτική του πλευρά εμφανίζεται ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς συνδέεται με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας. Ως εκ τούτου, έπειτα από αρκετά χρόνια αδράνειας, μόλις πρόσφατα η διεθνής κοινότητα και οι εθνικές έννομες τάξεις αποφάσισαν να το λάβουν σοβαρά υπ’ όψη, δεδομένου ότι, παρά τις υφιστάμενες βασικές διεθνείς Συμβάσεις του 1954 (για το νομικό καθεστώς των ανιθαγενών) και του 1961 (για τη μείωση της ανιθαγένειας) που διαπραγματεύονται τα ζητήματα της ανιθαγένειας, το φαινόμενο αυτό όχι μόνο δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς αλλά εξακολουθεί να εμφανίζεται διαρκώς, ένεκα των ραγδαίων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων τόσο σε εθνικό και ενωσιακό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αναμφίβολα λοιπόν, ο περιορισμός της ανιθαγένειας και εν τέλει η εξάλειψή αυτής όπως και η προστασία των ανιθαγενών σε συνδυασμό με την εξασφάλιση των δικαιωμάτων που το διεθνές δίκαιο τους αναγνωρίζει, συνιστούν τις κύριες πτυχές του προβλήματος της ανιθαγένειας και τις βασικές προκλήσεις, τις οποίες τα κράτη καλούνται να αντιμετωπίσουν.A stateless person is one who is not considered as a citizen of any state under its national legislation. In other words, a stateless person does not have the citizenship of any country. This may be because some people are born stateless, while others become stateless through the application, for example, of the provisions of each state concerning the loss or deprivation of nationality. The phenomenon of statelessness occurs in all corners of the world and has serious and lifelong consequences for those it affects, as stateless people are often excluded from society throughout their lives, deprived of basic rights that most people take for granted. Consequently, the problem of statelessness is real, with its legal treatment proving extremely complex, while its political aspect is particularly sensitive, as it is linked to the principle of state sovereignty. Therefore, after several years of inactivity, it is only recently that the international community and national legal orders have decided to take it seriously, given that, despite the existing core international Conventions of 1954 (on the legal status of stateless persons) and 1961 (on the reduction of statelessness) negotiating statelessness issues, this phenomenon has not only not been adequately addressed but continues to occur, due to rapid socio-political developments at national, EU and international level. Undoubtedly, the reduction and eventual eradication of statelessness, as well as the protection of stateless persons, combined with the guarantee of their rights under international law, constitute the main aspects of the problem of statelessness and the main challenges that States are called upon to address

    Recognition and enforcement of foreign insolvency judgements according to UNCITRAL model law 1997

    No full text
    Η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και των επενδύσεων έχει οδηγήσει επίσης σε αύξηση του αριθμού των υποθέσεων διασυνοριακής αφερεγγυότητας. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει πολλές προκλήσεις, τις οποίες τα εθνικά νομικά συστήματα καλούνται να αντιμετωπίσουν κατά τη διαχείριση διαδικασιών αφερεγγυότητας που εμπλέκουν περισσότερες από μία δικαιοδοσίες. Η παρούσα διατριβή αναλύει τον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζονται και εκτελούνται αλλοδαπές αποφάσεις αφερεγγυότητας βάσει του Πρότυπου Νόμου της UNCITRAL για τη Διασυνοριακή Αφερεγγυότητα του 1997, ενός νομικού μέσου που έχει σχεδιαστεί για την προώθηση της συνεργασίας, της νομικής ασφάλειας και της δίκαιης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων μερών σε υποθέσεις διασυνοριακής αφερεγγυότητας. Η διατριβή παρουσιάζει τον Πρότυπο Νόμο της UNCITRAL για τη Διασυνοριακή Αφερεγγυότητα του 1997, τους στόχους του, τη δομή του και τα σχετικά άρθρα. Δίνει έμφαση στις μεθόδους αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαδικασιών αφερεγγυότητας και εξετάζει τη νομική φύση της αναγνώρισης. Επιπλέον, η διατριβή αναλύει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες δικαιοδοσίες, συμπεριλαμβανομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Κίνας, έχουν υιοθετήσει ή αλληλεπιδράσει με τον Πρότυπο Νόμο της UNCITRAL. Γίνεται σύγκριση των προσεγγίσεών τους σε ζητήματα όπως οι εξαιρέσεις δημόσιας τάξης, το κέντρο των κύριων συμφερόντων (COMI), η αμοιβαιότητα και η δικαστική συνεργασία. Η μελέτη επισημαίνει βασικές προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται και διατυπώνει σκέψεις σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη του δικαίου της διασυνοριακής αφερεγγυότητας. Επιπλέον, η διατριβή καταλήγει σε μια σχετική μελέτη περίπτωσης, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα του θέματος. Μέσω της ανάλυσης αυτών των πλαισίων, η παρούσα διατριβή εντοπίζει τόσο ομοιότητες όσο και διαφορές στις εθνικές πρακτικές και αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ο Πρότυπος Νόμος της UNCITRAL έχει προωθήσει τη διεθνή νομική συνοχή στον τομέα της αφερεγγυότητας.The growing globalization of commerce and investment has also resulted in a growing number of cross-border insolvency cases. This situation led to many challenges that domestic legal systems must deal with and manage insolvency proceedings that involve more than one jurisdiction. This dissertation analyzes how foreign insolvency judgments are recognized and enforced under the UNCITRAL Model Law on Cross-Border Insolvency from 1997, a legal instrument designed to promote cooperation, legal certainty, and fair treatment of stakeholders in cross-border insolvency cases. This dissertation presents the UNCITRAL Model Law on Cross-Border Insolvency from 1997 and its goals, main parts and relevant articles. It emphasizes the methods for recognizing and enforcing foreign insolvency proceedings and explores the legal nature of recognition. Additionally, the dissertation examines how certain jurisdictions, including the European Union, the United States, the United Kingdom, and China, have adopted or interacted with the UNCITRAL Model Law. It compares their approaches to issues like public policy exceptions, the center of main interests, reciprocity and judicial cooperation. The study points out key challenges that remain and offers thoughts on the future development of cross-border insolvency law. Moreover, the dissertation concludes with a relevant case study, providing a comprehensive view of the topic. By analyzing these frameworks, this thesis identifies both similarities and differences in national practices. It evaluates how well the UNCITRAL Model Law has promoted international legal consistency in insolvency matters

    «H Ε.Ε. ως χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης: Ο καθοριστικός ρόλος της FRONTEX»

    No full text
    Περίληψη Το παρόν πόνημα αφορά τον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, δηλαδή το ευρωπαϊκό εγχείρημα θεσμικής και πολιτικής συγκρότησης με στόχο τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τούτα περιγράφονται με την ένταξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των Ανθρώπων εντός του ευρωπαϊκού πρωτογενούς δικαίου, την ελεύθερη διακίνηση προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και την αποδοτικότητα διαχείρισης των σύγχρονων κρίσεων, όπως τούτες εκφράζονται με τις μεταναστευτικές πιέσεις, τις υγειονομικές απειλές και τους κινδύνους της ευρωπαϊκής ασφάλειας.Μεθοδολογικά εργαλεία της παρούσας έρευνας αποτελούν η βιβλιογραφική ανασκόπηση, η οποία στοχεύει στην επισκόπηση των θεωρήσεων, που αφορούν το ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα και τον ενωσιακό πολιτικό σχεδιασμό, η συγκριτική ανάλυση των εν λόγω θεωρήσεων, αποσκοπώντας στον εντοπισμό των ενδογενών αντιφάσεων του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και στα όρια των ευρωπαϊκών πολιτικών, η ερμηνεία του κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε., για την διευκόλυνση της συστηματικής εξέτασης του πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου και των στρατηγικών κατευθύνσεων της Ένωσης, ενώ υψίστης σημασίας θεωρείται και η χρήση της ολιστικής μεθόδου ερμηνείας. Η ολιστική ανάλυση ενσωματώνει διεπιστημονικές παραμέτρους, ώστε να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα του ΧΕΑΔ και να ερμηνεύσει τον ρόλο θεσμών όπως η Frontex, συνδυάζοντας ιστορικές, πολιτικές, νομικές, κοινωνιολογικές και τεχνολογικές διαστάσεις, με σκοπό να αποδοθούν πλήρως η φύση και οι λειτουργίες του συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου.Η συνδυαστική εφαρμογή αυτών των μεθόδων ανάλυσης και ερμηνείας καθιστά δυνατή μια πολυδιάστατη κατανόηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αναδεικνύοντας τόσο τα επιτεύγματά του όσο και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει. Τελικά, το εγχείρημα του ΧΕΑΔ αναδεικνύεται ως θεμελιώδης στόχος της Ένωσης, ο οποίος στηρίζεται στην ισορροπία μεταξύ υπερεθνικότητας και εθνικής κυριαρχίας, στην αλληλεγγύη και στην προσαρμοστικότητα των πολιτικών του, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου διεθνούς περιβάλλοντος. Με βάση την ανωτέρω μεθοδολογία λαμβάνει χώρα η ανάλυση της ιστορικής εξέλιξης, του κανονιστικού πλαισίου και των πολιτικών διαστάσεων του ΧΕΑΔ. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η ιστορική διαδρομή της Ευρώπης, από τις καταστροφικές εμπειρίες των παγκόσμιων πολέμων και τις πρώτες προσπάθειες θεσμικής συνεργασίας, έως την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τις διαδοχικές συνθήκες που διαμόρφωσαν σταδιακά τη θεσμική ενοποίηση, με αποκορύφωμα τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία ολοκλήρωσε θεσμικά το επίμαχο εγχείρημα. Η ενοποίηση αυτή βασίστηκε στην καθιέρωση κοινών πολιτικών για το άσυλο, τη μετανάστευση, τους συνοριακούς ελέγχους, τη δικαστική και αστυνομική συνεργασία, με κεντρικό πυλώνα το κεκτημένο Σένγκεν και τα συναφή θεσμικά εργαλεία, όπως ο Κώδικας Συνόρων Σένγκεν, το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και ο θεσμός της Frontex. Η Frontex αναδεικνύεται σε κεντρικό θεσμό που συνδυάζει επιχειρησιακή δράση με υποχρεώσεις σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων και διεθνών κανόνων, ενσαρκώνοντας τις αντιφάσεις και τις προκλήσεις που ενυπάρχουν στη σχέση μεταξύ ασφάλειας και δικαιωμάτων. Το κείμενο αναδεικνύει τις κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση, όπως οι μεταναστευτικές κρίσεις, η τρομοκρατία, η διασυνοριακή εγκληματικότητα και η ανάγκη ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας, οι οποίες απαιτούν διαρκείς θεσμικές μεταρρυθμίσεις, μηχανισμούς αλληλεγγύης και ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Βασικό σκοπό της παρούσας έρευνας είναι η εξαγωγή ασφαλών και σαφών συμπερασμάτων για την θεσμική λειτουργία της Ε.Ε. και την εμβάθυνση του ΧΕΑΔ, καθώς και η διατύπωση προοπτικών και προτάσεων για την ενίσχυση του ΧΕΑΔ, με επίκεντρο την αλληλεγγύη, τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την ισόρροπη συνύπαρξη ελευθερίας και ασφάλειας. Η ανάλυση στοχεύει να καταδείξει πώς η Ε.Ε. μπορεί να υπερβεί την εσωτερική αμφισημία και να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις διεθνείς προκλήσεις, διασφαλίζοντας την ανθεκτικότητα και την εμβάθυνση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.Abstract This thesis’ content deals with the Area of Freedom, Security and Justice, which is the European institutional and political project aimed at respecting human rights as described by the inclusion of the Charter of Fundamental Rights of the European Union within primary European law, the free movement of persons, goods and services, as well as the effective management of contemporary crises, such as those expressed thru migration pressures, health threats, and risks to European security. The methodological tools of this research include a literature review aimed at surveying the views concerning the European institutional framework and Union political planning, a comparative analysis of these views, aiming to identify the inherent contradictions of the European project and the limitations of European policies, and the interpretation of the EU regulatory and institutional framework to facilitate a systematic examination of primary and secondary law and Union strategic guidelines, while the use of the holistic method of interpretation is also considered of paramount importance. The holistic analysis incorporates interdisciplinary parameters to capture the complexity of the CEAS and interpret the role of institutions like Frontex, combining historical, political, legal, sociological, and technological dimensions, with the aim of fully portraying the nature and functions of this specific institutional framework. The combined application of these methods of analysis and interpretation enables a multidimensional understanding of the European project, highlighting both its achievements and the challenges it faces. Ultimately, the EU's endeavor is proving to be a fundamental objective, based on the balance between supranationalism and national sovereignty, on the solidarity and adaptability of its policies, in order to meet the demands of a constantly changing international environment. Based on the above methodology, the analysis of the historical development, the regulatory framework, and the political dimensions of the EU ETS takes place. The analysis focuses on Europe's historical journey, from the devastating experiences of the world wars and the first attempts at institutional cooperation, to the establishment of the European Communities and the subsequent treaties that gradually shaped institutional integration, culminating in the Treaty of Lisbon, which completed the project institutionally. This integration was based on the establishment of common policies on asylum, immigration, border controls, judicial and police cooperation, with the Schengen acquis and related institutional tools, such as the Schengen Borders Code, the Schengen Information System, and the Frontex agency, as its central pillars. Frontex is emerging as a central institution that combines operational action with obligations to respect fundamental rights and international rules, embodying the contradictions and challenges inherent in the relationship between security and rights. The text highlights the main challenges facing the Union, such as migration crises, terrorism, cross-border crime, and the need for a balance between freedom and security, which require continuous institutional reforms, solidarity mechanisms, and strengthening democratic legitimacy. The main objective of this research is to draw safe and clear conclusions about the institutional functioning of the EU and the deepening of the AFSJ, as well as to formulate perspectives and proposals for strengthening the AFSJ, focusing on solidarity, democratic legitimacy, and the balanced coexistence of freedom and security. The analysis aims to demonstrate how the EU can overcome internal ambiguity and respond effectively to international challenges, ensuring the resilience and deepening of the European project

    Ενδοοικογενειακή βία και πολιτική δίκη

    No full text
    Η παρούσα μελέτη εστιάζει στην αστική και –κυρίως- δικονομική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα. Το φαινόμενο προσεγγίζεται όχι ως μια αφηρημένη έννοια, αλλά ως γενεσιουργός αιτία αστικών αξιώσεων, αναζητώντας το κατάλληλο δικονομικό όχημα για την προβολή τους ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Η ουσιαστική προστασία των θυμάτων ξεκινά από τη σωστή οριοθέτηση των εννοιών. Για αυτό, το παρόν έργο εκκινεί από τον διεξοδικό ορισμό της οικογένειας και της βίας, όπως οι έννοιες αυτές προσεγγίζονται από το ν. 3500/2006, ήτοι το νόμο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα. Ως προς την οικογένεια, εξετάζεται τόσο η «εν στενή» όσο και η «εν ευρεία» εννοία εκδοχή της, ενώ ακολουθεί η εννοιολογική χαρτογράφηση των επιμέρους μορφών ενδοοικογενειακής βίας (σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής και σεξουαλικής), ως κρίσιμων πραγματικών και νομικών μεγεθών στο πλαίσιο της αστικής δίκης. Ως κεντρικό εργαλείο θωράκισης των θυμάτων αναδεικνύεται η προσωρινή δικαστική προστασία. Στο οικείο δε μέρος της μελέτης, εξετάζονται τα συνηθέστερα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και ιδιαιτερότητες που συνοδεύουν τις σχετικές αιτήσεις. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην προσωρινή διαταγή, η οποία σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, δικαιολογείται να εκδοθεί ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Παράλληλα, αναλύεται ο ενισχυμένος ρόλος του Εισαγγελέα στην πολιτική δίκη σε πεδίο προσωρινής προστασίας ανήλικων τέκνων. Ύστερα, εκτενής αναφορά γίνεται στην οριστική δικαστική προστασία καθώς και στον τρόπο με τον οποίο τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας εισάγονται στην πολιτική δίκη, είτε –δηλαδή- με έναν «κύριο» τρόπο (μέσω, π.χ., αγωγών διαζυγίου ή αποζημίωσης λόγω περιστατικών βίας) είτε με έναν «παρεμπίπτοντα» τρόπο, μέσω της επίκλησής τους από την πλευρά του εναγομένου. Τέλος, εξετάζεται η συνύπαρξη και αλληλεπίδραση ποινικών και αστικών αξιώσεων, με αναφορά να γίνεται στον θεσμό της ποινικής διαμεσολάβησης και στην επιρροή του στις αστικές αξιώσεις, στην κατ’ άρθρ. 250 ΚΠολΔ αναβολή της πολιτικής δίκης, αλλά και στην κατ’ άρθρ. 39 ΚΠΔ έκθεση που συντάσσει ο πολιτικός δικαστής.This study focuses on the civil and—primarily—procedural treatment of domestic violence in Greece. The phenomenon is approached not as an abstract concept, but as a causative factor for civil claims, seeking the appropriate procedural vehicle for their assertion before civil courts. Substantive protection of victims begins with the correct definition of terms. To this end, the present work starts with a thorough definition of "family" and "violence", as these concepts are approached by Law 3500/2006 (the Greek law on combating domestic violence). Regarding the term “family”, both the "strict" and "broad" interpretations are examined, followed by a conceptual mapping of different forms of domestic violence (physical, verbal, psychological, and sexual) as critical factual and legal parameters within the context of civil trial. Interim judicial protection emerges as the central tool for safeguarding victims. In the relevant section of the study, the most commonly requested provisional measures are examined, alongside the procedural requirements and peculiarities accompanying such applications. Particular emphasis is placed on the interim order (in greek prosorini diatagi), which, in cases of domestic violence, may even be issued ex officio. Simultaneously, the enhanced role of the Prosecutor in civil proceedings regarding the provisional protection of minors is analyzed. Furthermore, extensive reference is made to final judicial protection, as well as the methods by which incidents of domestic violence are introduced into civil litigation—either in a "principal" manner (via, for example, divorce petitions or lawsuits for damages resulting from violent acts) or in an "incidental" manner, through their invocation by the defendant. Finally, the study examines the coexistence and interaction of criminal and civil claims, referencing the institution of criminal mediation and its influence on civil remedies, the postponement of civil proceedings under Article 250 of the Code of Civil Procedure, and the report drafted by the civil judge under Article 39 of the Code of Criminal Procedure

    Η δικαιοπολιτική συζήτηση γύρω από την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα

    No full text
    Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο έντονης επιστημονικής και πολιτικής συζήτησης, ιδίως στο πλαίσιο συνταγματικών αναθεωρήσεων. Παρά το γεγονός ότι στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών έχει υιοθετηθεί συγκεντρωτικός έλεγχος της συνταγματικότητας μέσω Συνταγματικών Δικαστηρίων, η ελληνική έννομη τάξη επέλεξε εξαρχής το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου, το οποίο ασκείται από το σύνολο των δικαστηρίων. Με την πάροδο του χρόνου επιχειρήθηκαν βελτιώσεις του ελληνικού συστήματος και ενσωματώθηκαν περιορισμένα στοιχεία συγκεντρωτικότητας, οδηγώντας σε μια μορφή μεικτού συστήματος, χωρίς όμως να εγκαταλειφθεί ο βασικός διάχυτος και παρεμπίπτων χαρακτήρας του. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τη θεώρηση του ελέγχου συνταγματικότητας ως εγγενούς στοιχείου της δικαστικής λειτουργίας, όπως κατοχυρώνεται ιδίως στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Τυχόν ουσιώδης μεταβολή του συστήματος προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση και δεν μπορεί να γίνει ευκαιριακά. Η μελέτη αναδεικνύει ότι τα συστήματα ελέγχου της συνταγματικότητας δεν μπορούν να αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με τα θεσμικά χαρακτηριστικά και τις ισορροπίες κάθε έννομης τάξης. Αν και η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είναι κατ’ αρχήν ασύμβατη με την ελληνική έννομη τάξη, οι σχετικές προτάσεις κινούνται κυρίως προς τη δημιουργία ενός μεικτού συστήματος. Ωστόσο, εγείρονται σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με τη σύνθεση, την αμεροληψία, την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου δικαστηρίου, καθώς και τη σχέση του με τον έλεγχο συμβατότητας του εθνικού δικαίου προς το ενωσιακό. Τελικά, από τη συγκριτική επισκόπηση και τη στάθμιση των επιχειρημάτων προκύπτει ότι για την ελληνική έννομη τάξη ο διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων εξακολουθεί να συνιστά την προσφορότερη λύση, καθώς εδράζεται στη φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και κατοχυρώνεται στο ίδιο το Σύνταγμα.The establishment of a Constitutional Court in Greece has long been, and continues to be, a subject of intense academic and political debate, particularly in the context of constitutional revision. Although the majority of European states have adopted a centralized system of constitutional review exercised by Constitutional Courts, the Greek legal order has, from the outset, embraced a system of diffuse and incidental constitutional review, exercised by all courts. Over time, efforts have been made to improve the Greek system through the incorporation of limited elements of centralized review, leading to the emergence of a mixed model, without, however, abandoning its fundamentally diffuse and incidental character. This choice is closely linked to the perception of constitutional review as an inherent feature of the judicial function, as expressly enshrined, inter alia, in Article 93(4) of the Greek Constitution. Any substantial modification of the existing system therefore requires constitutional revision and cannot be implemented on an ad hoc basis. The study highlights that systems of constitutional review cannot be assessed in isolation, but must be examined in light of the institutional characteristics and balances of each legal order. While the establishment of a Constitutional Court is not, in principle, incompatible with the Greek legal order, relevant proposals tend to favor the creation of a mixed system. Nevertheless, serious concerns arise regarding the composition, impartiality, and effectiveness of such a court, as well as its interaction with the review of compatibility between national law and European Union law. Ultimately, the comparative analysis and the weighing of arguments on both sides indicate that, for the Greek legal system, diffuse and incidental constitutional review remains the most appropriate option. This conclusion is grounded in the very nature of the judicial function and is firmly rooted in the Constitution itself, which assigns the power of constitutional review to the judiciary as a whole

    The nature of the right prescribed in Art.17 of the DSM Directive (EU) 2019/790 and its practical implications

    No full text
    Η εργασία πραγματεύεται το ζήτημα της νομικής φύσης του δικαιώματος που προβλέπεται στο Αρ.17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/790. Το δικαίωμα αυτό αναφέρεται στην παρουσίαση στο κοινό από παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών προστατευόμενου από το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας ή από συγγενικά δικαιώματα περιεχομένου, το οποίο έχει μεταφορτωθεί στις πλατφόρμες από τους χρήστες αυτών. Έπειτα από μια παρουσίαση της ανάπτυξης της έννοιας της παρουσίασης στο κοινό στο ευρωπαϊκό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας πριν και μετά την υιοθέτηση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/790, αναλύονται τρία πιθανά σενάρια σχετικά με τη φύση του δικαιώματος του Αρ.17 και προβάλλονται επιχειρήματα υπέρ και κατά της κάθε άποψης. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι πρακτικές συνέπειες της νομικής φύσης του δικαιώματος, σε σχέση με δύο τομείς: πρώτον, την ευχέρεια στην υιοθέτηση εξαιρέσεων από το δικαίωμα και, δεύτερον, την ευελιξία στις δυνατότητες αδειοδότησης. Έμφαση δίνεται στις διαθέσιμες επιλογές αδειοδότησης, καθώς θεωρείται ότι εκεί βασίζεται σε μεγάλο βαθμό η αποτελεσματική εφαρμογή της διάταξης. Τέλος, όλα τα σενάρια αξιολογούνται και παρουσιάζεται η πρόταση της γράφουσας για τον πιο κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό του εν λόγω δικαιώματος.The dissertation deals with the issue of the legal nature of the right prescribed in Art.17 of the Copyright in the Digital Single Market Directive. This right refers to the communication to the public by online content-sharing service providers of copyright-protected works or other protected content, which have been uploaded by their users. Following a presentation of the development of the concept of the right of communication to the public in the European copyright law before and after the adoption of the DSM Directive, three potential scenarios regarding the legal nature of the right in Art.17 DSM are analysed and arguments in favour and against each option are provided. Subsequently, the practical consequences of the right’s legal nature are examined in respect of two aspects: the discretion in the introduction of exceptions and limitations and the flexibility in the authorisation options. Emphasis is placed on the available authorisation options, since it is considered that the effective implementation of the provision largely depends on the practical feasibility of the authorisation processes. Finally, all the discussed scenarios are evaluated and the author’s proposal for the most suitable legal characterisation is presented

    Η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος στις έννομες προκλήσεις βιωσιμότητας των ιστορικών τόπων και των παραδοσιακών οικισμών

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το πώς το δίκαιο –σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο– προστατεύει το πολιτιστικό περιβάλλον, και ειδικότερα τους ιστορικούς τόπους και τους παραδοσιακούς οικισμούς, υπό το πρίσμα των σύγχρονων προκλήσεων βιωσιμότητας, ενώ παράλληλα, εντοπίζονται οι ερμηνευτικές και εφαρμοστικές δυσχέρειες του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Το πρώτο μέρος της εργασίας επικεντρώνεται στην ανάλυση του θεσμικού πλαισίου προστασίας, με αναφορά στη συνταγματική και νομοθετική κατοχύρωση της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος στο εθνικό δίκαιο, τη διάπλαση της έννοιας μέσα από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και τον ρόλο του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Στη συνέχεια, εξετάζεται η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και οι έννομες προκλήσεις που ανακύπτουν, τόσο από τη διαχρονική ένταση μεταξύ προστασίας και οικονομικής ανάπτυξης, όσο και από τις νέες απειλές που συνεπάγεται η κλιματική αλλαγή. Ακολουθεί αναλυτική παρουσίαση των πολεοδομικών εργαλείων προστασίας, όπως ο χαρακτηρισμός, οι όροι και περιορισμοί δόμησης, οι χρήσεις γης, καθώς και ο ρόλος των αρμόδιων κρατικών φορέων σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο διοίκησης. Στην τρίτη ενότητα, επιλέγονται και σχολιάζονται τέσσερις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας της τελευταίας δεκαετίας (Ύδρα, Σαντορίνη, Πάτμος, Αμοργός), μέσω των οποίων αναδεικνύεται η ερμηνευτική προσέγγιση του Δικαστηρίου σε ζητήματα πολιτιστικής προστασίας νησιωτικών περιοχών με ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις και προοπτικές, εστιάζοντας στην έννοια της φέρουσας ικανότητας, στην ανάγκη ενοποίησης και εκσυγχρονισμού του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, καθώς και στην απαίτηση ενίσχυσης της ενεργού συμμετοχής της τοπικής κοινωνίας. Συνολικά, διατυπώνεται η θέση ότι η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος συνιστά όχι μόνο νομική επιταγή, αλλά βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της ιστορικής συνέχειας.This thesis explores how the law—at the national, European, and international level—protects the cultural environment, with a particular focus on historic sites and traditional settlements, within the context of contemporary sustainability challenges. At the same time, it identifies interpretative and implementation difficulties arising under the current legal framework. The first part of the study analyses the institutional and legal foundations for the protection of the cultural environment, including its constitutional and statutory entrenchment in Greek law, the interpretative development of the concept through the case law of the Council of State, as well as the role of EU and international law. It then examines the principle of sustainable development and the legal challenges that emerge both from the long-standing tension between protection and economic development, and from new threats such as climate change. The thesis proceeds with a detailed presentation of the urban planning instruments used for cultural protection, such as area designation, building restrictions, land use regulations, and the role of competent authorities at both central and local levels of administration. In the third part, four key decisions of the Council of State from the past decade (Hydra, Santorini, Patmos, Amorgos) are selected and analyzed, illustrating the Court’s interpretative stance on the cultural protection of insular areas with distinctive identity. The study concludes with policy and regulatory proposals, focusing on the concept of carrying capacity, the need to consolidate and modernize the legal framework, and the importance of enhancing active participation by local communities. Overall, the thesis argues that the protection of the cultural environment is not only a legal imperative, but also a fundamental precondition for ensuring both sustainability and historical continuity

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇