National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Το τένις ως άθλημα για όλες τις ηλικίες .Οφέλη, προκλήσεις, προσαρμογές.
Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει το τένις ως άθλημα διά βίου φυσικής δραστηριότητας, αναδεικνύοντας τα οφέλη, τις προκλήσεις και τις αναγκαίες προσαρμογές που επιτρέπουν την ασφαλή και μακροχρόνια συμμετοχή ατόμων όλων των ηλικιακών κατηγοριών. Το αντικείμενο της μελέτης εστιάζει στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το τένις μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως αγωνιστικό άθλημα, αλλά και ως μέσο προαγωγής της υγείας, της λειτουργικής ικανότητας και της ποιότητας ζωής σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η εργασία βασίζεται σε αφηγηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, η οποία περιλαμβάνει την ανάλυση και θεματική οργάνωση σύγχρονων επιστημονικών μελετών από διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Η βιβλιογραφία οργανώθηκε με βάση ηλικιακές ομάδες και εξετάστηκε σε τρεις βασικούς άξονες: τα σωματικά, ψυχολογικά, γνωστικά και κοινωνικά οφέλη της ενασχόλησης με το τένις, τις προκλήσεις και τους κινδύνους της συμμετοχής, καθώς και τις προσαρμογές που μπορούν να υποστηρίξουν την ασφαλή και βιώσιμη άσκηση. Τα γενικά συμπεράσματα δείχνουν ότι το τένις προσφέρει σημαντικά πολυδιάστατα οφέλη σε όλες τις ηλικίες, εφόσον εφαρμόζεται με κατάλληλες προσαρμογές που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε σταδίου ζωής. Παράλληλα, αναδεικνύεται ότι οι κίνδυνοι δεν αποτελούν εγγενές χαρακτηριστικό του αθλήματος, αλλά σχετίζονται κυρίως με την έλλειψη εξατομίκευσης και ορθής διαχείρισης του φορτίου. Η εργασία συμβάλλει στη θεωρητική και πρακτική κατανόηση του τένις ως αθλήματος για όλες τις ηλικίες, με εφαρμογές στη φυσική αγωγή, την προπονητική και τη δημόσια υγεία.This thesis examines tennis as a lifelong physical activity, highlighting the benefits, challenges, and necessary adaptations that enable safe and long-term participation for individuals of all age groups. The focus of the study is on exploring how tennis can function not only as a competitive sport but also as a means of promoting health, functional capacity, and quality of life throughout the lifespan. The study is based on a narrative literature review, which includes the analysis and thematic organization of contemporary scientific studies from international peer-reviewed journals. The literature was organized according to age groups and examined across three main axes: the physical, psychological, cognitive, and social benefits of participation in tennis; the challenges and risks associated with participation; and the adaptations that can support safe and sustainable engagement in the sport. The overall conclusions indicate that tennis offers significant multidimensional benefits across all ages, provided that appropriate adaptations are implemented that take into account the specific characteristics of each stage of life. At the same time, it is highlighted that the risks associated with tennis are not inherent to the sport itself but are mainly related to the lack of individualization and proper load management. This thesis contributes to the theoretical and practical understanding of tennis as a sport for all ages, with applications in physical education, coaching, and public health
Η πλειομετρική προπόνηση ως μέσο βελτίωσης της εκρηκτικότητας στα μαχητικά αθλήματα: Συστηματική επισκόπηση με εφαρμογή στο Kαράτε
Η πλειομετρική προπόνηση είναι μια από τις πιο πρόσφατες και επιτυχημένες τεχνικές για την αύξηση της εκρηκτικότητας και της νευρομυϊκής απόδοσης σε αθλήματα που βασίζονται στην ταχύτητα, τη δύναμη και την ευκινησία. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται μια συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας σχετικά με τις εφαρμογές της πλειομετρικής προπόνησης σε μαχητικά αθλήματα με σημείο αναφοράς το καράτε. Οι μελέτες που εξετάστηκαν επιλέχθηκαν μετά από αναζήτηση σε διεθνείς επιστημονικές βάσεις δεδομένων σύμφωνα με προκαθορισμένα κριτήρια επιλογής σχετικά με τις επιδράσεις των πλειομετρικών ασκήσεων στη μυϊκή δύναμη, την ταχύτητα, την ευκινησία και την πρόληψη τραυματισμών. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ότι οι πλειομετρικές ασκήσεις προάγουν σημαντικά τις επιδόσεις τόσο στην επίθεση όσο και στην άμυνα, καθώς και την αποκατάσταση και την πρόληψη τραυματισμών των αθλητών καράτε. Ωστόσο, παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το επίπεδο προπόνησης, καθώς και η ένταση του προγράμματος, φαίνεται να επηρεάζουν την αποτελεσματικότητά τους. Η μελέτη καταλήγει με τη σύσταση να συμπεριληφθούν οι πλειομετρικές ασκήσεις στα προγράμματα προπόνησης καράτε ως στρατηγική για τη βελτίωση των αγωνιστικών επιδόσεων και την ενίσχυση της υγείας των αθλητών.ΟΧ
Πετρογραφική και ορυκτολογική μελέτη μεταλλοφόρων ιζημάτων από τον κόλπο του Παλαιοχωρίου στη νήσο Μήλο
Το αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η πετρογραφική και ορυκτολογική μελέτη συμπαγών και ασύνδετων μεταλλοφόρων ιζημάτων από τον αμμώδη πυθμένα του κόλπου του Παλαιοχωρίου, του πιο ενεργού υδροθερμικά νοτιοανατολικού τμήματος της Μήλου, στο κεντρικό τμήμα του Ελληνικού Ηφαιστειακού Τόξου. Η μακροσκοπική και μικροσκοπική μελέτη των δειγμάτων, μέσω οπτικού και ηλεκτρονικού μικροσκοπίου, σε συνδυασμό με αναλύσεις XRD, αλλά και ορυκτοχημικά δεδομένα από προηγούμενες μελέτες, οδήγησαν στην αναγνώριση της σύστασης, των υφών και των μηχανισμών σχηματισμού των σύγχρονων (σημερινών) υδροθερμικών αποθέσεων. Με βάση τα κύρια λιθολογικά, ιστολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά των εξετασθέντων δειγμάτων, αναγνωρίστηκαν τρεις κύριοι λιθότυποι: α) μικρά θειούχα οικοδομήματα τύπου λοφίσκου-καμινάδας, β) μεταλλοφόρα αμμώδη ιζήματα και γ) λεπτές θειούχες επιστρώσεις, με τον σιδηροπυρίτη και σε μικρότερο βαθμό τον μαρκασίτη, ως κύριους εκπροσώπους των θειούχων ορυκτών. Επιπλέον, ο πρώτος λιθότυπος συνδέεται με την εκκένωση πυκνών υδροθερμικών αλμών, ενώ οι άλλοι δύο με υδροθερμικό εξαερισμό με έντονη απαέρωση. Τα μικρής κλίμακας και εύθραυστα θειούχα οικοδομήματα συνιστούν χονδρόκοκκους ψαμμίτες έως ψηφιδοπαγή, με κύριους συστατικούς κόκκους πυριτικά ορυκτά (κυρίως χαλαζία και αστρίων) και λιθοκλάστες πυροκλαστικών και μεταμορφωμένων πετρωμάτων της περιοχής, συγκολλημένους με σιδηροπυρίτη/μαρκασίτη, σε κολλομορφική, συμπαγή έως πορώδη και κρυσταλλική μορφή, και δευτερευόντως με ασβεστίτη. Σε διακοκκώδεις πόρους απαντούν κυρίως αλουνίτης, γύψος, ζεόλιθοι και αργιλικά ορυκτά ενώ χαρακτηριστική είναι η παρουσία βαρύτη, σε μεμονωμένους κρυστάλλους ή και κρυσταλλικά συσσωματώματα. Τα μεταλλοφόρα ιζήματα αποτελούνται από παρόμοιο αμμώδες κλαστικό υλικό, είτε ως ανεξάρτητοι κόκκοι εκτεταμένης αντικατάστασης από σιδηροπυρίτη ή και οξείδια του σιδήρου είτε ως ασθενώς συγκολλημένοι κόκκοι με συμπαγή και κρυσταλλικό σιδηροπυρίτη, ενώ στους πρωτογενείς πόρους απαντούν ασβεστίτης, βαρύτης και framboidal σιδηροπυρίτης. Οι λεπτές θειούχες επιστρώσεις αντιπροσωπεύουν ελασματοειδείς αποθέσεις κολλομορφικού σιδηροπυρίτη / μαρκασίτη στην ανώτερη επιφάνεια μεταφερμένων θραυσμάτων πετρωμάτων (κυρίως πυριτολίθων και τοφφικών ψαμμιτών) στον θαλάσσιο πυθμένα, ενώ σε μικρορωγμές και πόρους των ξενιστών πετρωμάτων απαντούν κρυσταλλικός σιδηροπυρίτης, μικροκρυσταλλικός χαλαζίας και αλουνίτης. Η παραγενετική ακολουθία, όπως αυτή προέκυψε από την πετρογραφική μελέτη, δείχνει πρώιμο σχηματισμό κολλομορφικού σιδηροπυρίτη, σύγχρονη ή ελαφρώς μεταγενέστερη απόθεση συμπαγούς–πορώδους και στη συνέχεια κρυσταλλικού και framboidal σιδηροπυρίτη, υποδεικνύοντας προοδευτική αύξηση του βαθμού υπερκορεσμού των ρευστών σε FeS₂. Ο ασβεστίτης αποτίθεται σχεδόν σύγχρονα με τον πρώιμο σιδηροπυρίτη, ενώ ο Mn-ούχος ασβεστίτης είναι μεταγενέστερος. Ο βαρύτης είναι κυρίως συγγενετικός με τους δύο πρώτους τύπους σιδηροπυρίτη, ενώ ο αλουνίτης και η γύψος σχηματίζονται αργότερα. Τα οξείδια-υδροξείδια του σιδήρου αντιπροσωπεύουν τα τελικά στάδια της υδροθερμικής εξέλιξης, σε αντίθεση με το άμορφο έως μικροκρυσταλλικό SiO₂ που αποτίθεται καθ’ όλη τη διάρκειά της. Παρότι οι συνθήκες σχηματισμού των υδροθερμικών ορυκτών δεν μπορούν από εδώ να προσδιοριστούν με ακρίβεια, ο συνδυασμός της παραγενετικής ακολουθίας, των φυσικοχημικών παραμέτρων των υδροθερμικών ρευστών και των χαρακτηριστικών κρυστάλλωσης των ίδιων των ορυκτών, επιτρέπει την εξαγωγή βασικών συμπερασμάτων για την σύνθετη και γενικά πολυσταδιακή γένεσή τους. Αν και στα αρχικά στάδια μπορεί να έλαβε χώρα άμεση και ταχεία κρυστάλλωση κολλομορφικού σιδηροπυρίτη/μαρκασίτη από θερμά ρευστά, ωστόσο, τα σουλφίδια σιδήρου σχηματίζονται κυρίως από την αλληλεπίδραση των υδροθερμικών ρευστών με το θαλασσινό νερό και τους πλούσιους σε Fe κλαστικούς κόκκους του υποβάθρου. Οι μορφές/υφές του σιδηροπυρίτη αντανακλούν κυμαινόμενες συνθήκες υπερκορεσμού των ρευστών και τοπικές μεταβολές Eh κοντά στο όριο οξείδωσης–αναγωγής, με πιθανή ενίσχυση από μικροβιακή δράση, ενώ η επικράτηση σιδηροπυρίτη έναντι μαρκασίτη ελέγχεται κυρίως από το pH. Ο ασβεστίτης αποτίθεται λόγω απώλειας CO₂ και υπερκορεσμού σε CaCO₃, με τον Mn-ούχο ασβεστίτη να υποδεικνύει αναγωγικές συνθήκες. Κατά την ανάμειξη υδροθερμικών ρευστών με θαλασσινό νερό σχηματίζονται γύψος, που ευνοείται από σχετική πτώση θερμοκρασίας και αύξηση της οξύτητας των ρευστών, και βαρύτης, παρουσία πλούσιων σε Ba, γενικά αναγωγικών ρευστών και θειικών ανιόντων. Επιπλέον, ο αλουνίτης και ο ιαροσίτης υποδηλώνουν όξινες και οξειδωτικές συνθήκες αντίστοιχα, ενώ οι ζεόλιθοι και οι άργιλοι προκύπτουν από εξαλλοίωση ηφαιστειακού υλικού υπό μεταβαλλόμενο pH (και θερμοκρασία). Τα ορυκτά του SiO₂ καθιζάνουν κυρίως λόγω ψύξης και υπερκορεσμού των ρευστών, ενώ τα Fe-οξει/υδροξείδια αποτελούν κυρίως προϊόντα οξείδωσης των σουλφιδίων. Συνολικά, η ενεργή ορυκτογένεση στο ρηχό υποθαλάσσιο και χαμηλών θερμοκρασιών (γενικά έως 1150 C) υδροθερμικό σύστημα του κόλπου Παλαιοχωρίου στη Μήλο, ελέγχεται κυρίως από τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά (T, pH, Eh) και τη σύσταση δύο κύριων τύπων υδροθερμικών ρευστών που εκκενώνονται στον θαλάσσιο πυθμένα, με πιθανή σημαντική συμβολή μικροβιακής επίδρασης. Γενικά, αναγωγικά, θερμά και υψηλότερου pH ρευστά ευνοούν κυρίως τον σχηματισμό κολλομορφικού σιδηροπυρίτη και ασβεστίτη, ενώ οξειδωτικά, ψυχρότερα και πιο όξινα ρευστά αποθέτουν συμπαγή σιδηροπυρίτη, αλουνίτη και γύψο. Οι δύο αυτοί τύποι ρευστών φαίνεται να αντανακλούν τα ρευστά υψηλής και χαμηλής συγκέντρωσης σε Cl αντίστοιχα των Valsami-Jones et al. (2005), που προκύπτουν από υπο-επιφανειακό βρασμό, επακόλουθο διαχωρισμό φάσεων των υδροθερμικών ρευστών και ανάμειξή τους με το θαλασσινό νερό.The subject of this thesis is the petrographic and mineralogical study of cohesive and unconsolidated metalliferous sediments from the sandy seafloor of Paleochori Bay, the most hydrothermally active southeastern sector of Milos Island, in the central part of the Hellenic Volcanic Arc. Macroscopic and microscopic examination of the samples, using optical and electron microscopy, in combination with XRD analyses and mineral-chemical data from previous studies, led to the identification of the composition, textures, and formation mechanisms of the modern hydrothermal deposits. Based on the main lithological, textural, and morphological characteristics of the examined samples, three principal lithotypes were identified: (a) small sulphide edifices of mound–chimney type, (b) metalliferous sandy sediments, and (c) thin sulphide crusts, with pyrite and, to a lesser extent, marcasite representing the dominant sulphide minerals. Furthermore, the first lithotype is associated with the discharge of dense hydrothermal brines, whereas the latter two are linked to hydrothermal venting characterized by intense degassing. The small-scale and fragile sulphide edifices constitute coarse-grained sandstones to very fine-grained conglomerates, with silicate minerals (mainly quartz and feldspars) and lithoclasts of pyroclastic and metamorphic rocks of the area as the main components, cemented by pyrite/marcasite in colloform, massive to porous, and crystalline forms, and secondarily by calcite. Intergranular pores are mainly filled with alunite, gypsum, zeolites, and clay minerals, while the presence of barite is characteristic, occurring either as individual crystals or as crystalline aggregates. The metalliferous sediments are composed of similar sandy clastic material, either as independent grains extensively replaced by pyrite and/or iron oxides, or as weakly cemented grains with massive and crystalline pyrite; calcite, barite, and framboidal pyrite occur within the primary pore spaces. The thin sulphide coatings/crusts represent laminated deposits of colloform pyrite/marcasite on the upper surfaces of transported rock fragments (mainly cherts and tuffaceous sandstones) on the seafloor, whereas crystalline pyrite, microcrystalline quartz, and alunite occur within microfractures and pores of the host rocks. The paragenetic sequence, as derived from petrographic observations, indicates early formation of colloform pyrite, followed by synchronous or slightly later deposition of massive–porous and subsequently crystalline and framboidal pyrite, suggesting a progressive increase in the degree of supersaturation of the fluids respect to FeS₂. Calcite precipitated almost contemporaneously with early pyrite, whereas Mn-bearing calcite is of later origin. Barite is largely syngenetic with the first two pyrite types, while alunite and gypsum formed at later stages. Iron oxides and hydroxides represent the final stages of hydrothermal evolution, in contrast to the amorphous to microcrystalline SiO₂ deposited throughout its duration. Although the formation conditions of the hydrothermal minerals cannot be precisely constrained here, the combined evaluation of the paragenetic sequence, the physicochemical parameters of the hydrothermal fluids, and the crystallization characteristics of the minerals themselves allows the derivation of some preliminary conclusions regarding their complex and generally multistage genesis. While direct and rapid crystallization of colloform pyrite/marcasite from hot fluids may have occurred during the initial stages, iron sulphides are mainly formed through the interaction of hydrothermal fluids with seawater and the Fe-rich clastic grains of the substrate. Pyrite morphologies/textures reflect fluctuating degrees of fluid supersaturation and local variations in Eh near the oxidation–reduction boundary, possibly enhanced by microbial activity, whereas the predominance of pyrite over marcasite is primarily controlled by pH. Calcite precipitates due to CO₂ loss and supersaturation with respect to CaCO₃, with Mn-bearing calcite indicating reducing conditions. During the mixing of hydrothermal fluids with seawater, gypsum forms after a relative decrease in temperature and increased fluid acidity, and barite precipitates in the presence of Ba-rich, generally reducing fluids and sulphate anions. Moreover, alunite and jarosite indicate acidic and oxidizing conditions, respectively, while zeolites and clays result from alteration of volcanic material under variable pH (and temperature). SiO₂ minerals precipitate mainly as a result of fluid cooling and supersaturation, whereas Fe oxides/hydroxides are predominantly products of sulphide oxidation. Overall, active mineralization in the shallow submarine, low-temperature (generally up to 115 °C) hydrothermal system of Paleochori Bay, Milos Island, is primarily controlled by the physicochemical characteristics (T, pH, Eh) and composition of two main types of hydrothermal fluids discharging onto the seafloor, with a potentially significant contribution from microbial processes. In general, reducing, warm, and higher-pH fluids mainly favor the formation of colloform pyrite and calcite, whereas oxidizing, cooler, and more acidic fluids precipitate massive pyrite, alunite, and gypsum. These two fluid types appear to correspond to the high- and low-Cl fluids, respectively, of Valsami-Jones et al. (2005), resulting from subsurface boiling and subsequent phase separation of the hydrothermal fluids, and their mixing with seawater
Μελέτη ποιότητας θαλάσσιου περιβάλλοντος στη Μεσόγειο με χρήση δορυφορικών προϊόντων
Η μελέτη αυτή ασχολείται με την ποιότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος στη Μεσόγειο Θάλασσα μέσω της χρήσης δορυφορικών δεδομένων και των προϊόντων της τηλεπισκόπησης. Ο κύριος στόχος της είναι η καταγραφή, ανάλυση και παροχή ερμηνείας των χωροχρονικών μεταβολών τριών βασικών παραμέτρων: της θερμοκρασίας επιφανείας θάλασσας (SST), της συγκέντρωσης χλωροφύλλης (Chl-a) και της αλατότητας επιφάνειας θάλασσας (SSS). Οι παραπάνω παράμετροι επιλέχθηκαν λόγω της σημασίας τους για την κατανόηση της φυσικοχημικής και βιολογικής κατάστασης της Μεσογείου και της αξιολόγησης της Τα δεδομένα προέρχονται από προϊόντα δορυφόρων Sentinel και την πλατφόρμα Copernicus Marine Environment Monitoring Service (CMEMS), διαθέσιμα σε μορφή NetCDF και GeoTIFF, και χρησιμοποιούν τηλεπισκόπηση και GIS, εν προκειμένω QGIS, για τη δημιουργία χαρτών, γραφημάτων και χρονοσειρών. Η ανάλυση επιτρέπει την αναγνώριση εποχιακών και χωρικών μοτίβων, τη σύγκριση μεταξύ παράκτιας και ανοιχτής θάλασσας και τη διερεύνηση πιθανών συσχετίσεων μεταξύ των παραμέτρων. Τα συμπεράσματα της εργασίας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες που θα βοηθήσουν την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και τη διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Μεσογείου και τονίζουν τη σημασία των δορυφορικών δεδομένων ως υποστηρικτικών εργαλείων της ωκεανογραφικής έρευνας και των περιβαλλοντικών πολιτικών.This study examines the quality of the marine environment in the Mediterranean Sea through the use of satellite data and remote sensing products. The main objective is to record, analyze, and interpret the spatiotemporal variations of three key parameters: sea surface temperature (SST), chlorophyll concentration (Chl-a), and sea surface salinity (SSS). These parameters were selected because of their importance in understanding the physicochemical and biological status of the Mediterranean Sea, as well as in assessing the environmental pressures on the region. The data come from Sentinel satellite products and the Copernicus Marine Environment Monitoring Service (CMEMS) platform, in NetCDF and GeoTIFF format, and are processed using remote sensing and GIS tools, in this case QGIS, to create maps, graphs, and time series. The analysis of the results allows the identification of seasonal and spatial patterns, the comparison of coastal and open sea areas, and the investigation of possible correlations between parameters. The conclusions of the study provide useful information for monitoring, evaluating, and managing the marine environment of the Mediterranean, and highlight the importance of satellite data as tools to support oceanographic research and environmental policy
Τριδιάστατη αντιστροφή και ερμηνεία αερομαγνητικών δεδομένων του ηφαιστειακού πεδίου Βορείου Ευβοίας
Η παρούσα εργασία εξετάζει τα ηφαιστειακά μαγματικά σώματα που ευθύνονται για την ύπαρξη μαγνητικών ανωμαλιών στην περιοχή Αντολικής Στερεάς Ελλάδας και Βορείου Ευβοίας. Στόχος είναι η κατασκευή και ερμηνεία τριδιάστατων (3-Δ) μοντέλων των μαγνητισμένων ηφαιστειακών και πλουτώνιων δομών της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόστηκε μέθοδος της τριδιάστατης αντιστροφής αερομαγνητικών δεδομένων που εξήχθησαν από τον Χάρτη Μαγνητικών Ανωμαλιών της Ελλάδος (Chailas et al., 2010˙ Chailas and Tzanis, 2019, A new improved version of the Aeromagnetic Map of Greece, in Bull. Geol. Soc. Greece, Sp. Pub. 7 Ext. Abs. GSG2019-328, pp. 289-290). Η 3-Δ αντιστροφή υλοποιήθηκε με το λογισμικό MAG3D v. 6.0, το οποίο αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, Εργαστήριο Γεωφυσικής Αντιστροφής (University of British Columbia – Geophysical Inversion Facility). Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το ηφαιστεαικό πεδίου της Βορείου Ευβοίας αναπτύσσεται κατά μήκος μιας ζώνης σε διεύθυνση ΔΝΔ-ΑΒΑ, από την περιοχή των Θερμοπυλών (δυτικά) έως το ακρωτήριο του Αρτεμισίου (ανατολικά). Φαίνεται να αποτελείται από πέντε τουλάχιστον ηφαιστειακά κέντρα. Τα τρία από αυτά, τα οποία εμφανίζονται στα δυτικά (Θερμοπύλες – Λιχάδες και Αιδηψός) ήταν ήδη γνωστά, ενώ τα δύο στα αντολικά (Τρίκερι – Αρτεμίσιο) όχι. Τα κέντρα που απαντώνται στα δυτικά παρουσιάζουν επιμήκυνση κατά τη διεύθυνση Δ-Α, χαρακτηρίζονται από βάθη >2km και χρονολογούνται περίπου στα ~ 0.5 Ma. Τα ανατολικά ηφαιστειακά κέντρα περιλαμβάνουν εκτενείς διεισδύσεις, σε βάθη >4km, περικλυόμενα από αποφύσεις διαφορετικής κλίμακας και εμφανίζουν χαρακτηριστικά «αποτυχημένου» ηφαιστείου. Η ηλικία τους δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τα μαγνητικά δεδομένα, ωστόσο το γεγονός ότι εντοπίζονται στην περιοχή κοντά στο Αχίλλειον, ίσως προδίδει μια ηλικία 3.4 – 2.7 Ma. Δεδομένης της εμφάνισης των δύο ανατολικών ηφαιστειακών κέντρων στην περιοχή του δυτικού άκρου του Ρήγματος της Βορείου Ανατολίας καθώς και της συσχέτισής τους με τις τοπικές ρηξιγενείς ζώνες, εκτιμάται ότι αν και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους τοποθετήθηκαν συντεκτονικά. The present study investigates the volcanic magmatic bodies associated with the magnetic anomalies in the region of Estern Central Greece and Northern Evoia. The purpose of the study is the construction and interpretation of three-dimensional (3D) models of the susceptible subsurface structures of the study area. To this point, the study was based on a three-dimensional inversion of the aeromagnetic data extracted from the recently reconstructed Map of Magnetic Anomalies in Greece (Chailas et al., 2010˙ Chailas and Tzanis, 2019, A new improved version of the Aeromagnetic Map of Greece, in Bull. Geol. Soc. Greece, Sp. Pub. 7 Ext. Abs. GSG2019-328, pp. 289-290). The 3D inversion method was implemented using the software library MAG3D version 6.0, developed in the University of British Columbia - Geophysical Inversion Facility, by Li and Oldenburg (1996, 2003, 2010). The results indicate that the North Euboea Volcanic Field develops along a WSW-ENE zone from Thermopylae (west) to beyond Cape Artemision (east). It appears to consist of at least 5 centres, three of which (western group, Thermopylae, Lichades and Aedipsos) were known/suspected and two (eastern group, Trikeri–Artemision) were not. The western group’s centres exhibit W-E elongation; they are located at depths >2 km and date to ~0.5 Ma. The eastern group comprises large intrusions at depths >4 km decorated with apophyses of various scales and attributes of “failed volcanoes”; their age is undeterminable from magnetic data but their proximity to Achileion may date them to 3.4 – 2.7 Ma. Given the location of both groups in the westward extension of the very active NAF and their conformity with local faulting features, we opine that albeit at different times, they have been syn-tectonically emplaced
Προωρότητα και εκδήλωση ειδικών μαθησιακών δυσκολιών σε παιδιά σχολικής ηλικίας (6-18 ετών): Βιβλιογραφική ανασκόπηση
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η πρόωρη γέννηση έχει αναγνωριστεί ως παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη νευροαναπτυξιακών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών (ΕΜΔ), οι οποίες ενδέχεται να επιμένουν ως την εφηβεία και την ενήλικη ζωή. Τα παιδιά που γεννιούνται πρόωρα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δυσκολιών στην ανάγνωση, τη γραφή και τα μαθηματικά, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ακαδημαϊκή τους επίδοση και τη συνολική τους προσαρμογή στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση εξετάζει τη σχέση μεταξύ πρόωρης γέννησης και εκδήλωσης ΕΜΔ σε παιδιά σχολικής ηλικίας (6-18 ετών) και επικεντρώνεται στις δυσκολίες που παρουσιάζουν τα πρόωρα παιδιά σε βασικούς τομείς μάθησης. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποιήθηκε εκτενής αναζήτηση της βιβλιογραφίας σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA. Συνολικά, 1.341 μελέτες εντοπίστηκαν αρχικά, εκ των οποίων 22 επιλέχθηκαν για την τελική ανάλυση βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα παιδιά που γεννήθηκαν πρόωρα, ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην κατηγορία των πολύ πρόωρων (ΠΠΓ) και των εξαιρετικά πρόωρων (ΕΠΓ), παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερη συχνότητα ΕΜΔ (αυξημένη συχνότητα δυσκολιών στην ανάγνωση, τη γραφή και τα μαθηματικά) σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που γεννήθηκαν τελειόμηνα. Επιπλέον, γνωστικά ελλείμματα στις εκτελεστικές λειτουργίες, τη μνήμη εργασίας, την προσοχή και τη γλωσσική επεξεργασία παρατηρήθηκαν συχνά, επηρεάζοντας τη σχολική επίδοση και αυξάνοντας την ανάγκη για ειδική εκπαιδευτική υποστήριξη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και των στοχευμένων εκπαιδευτικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων. Η συστηματική παρακολούθηση των παιδιών που γεννιούνται πρόωρα είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση των επιπτώσεων στις μαθησιακές τους δυνατότητες. Περαιτέρω έρευνα είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση των υποκείμενων μηχανισμών που συνδέουν την πρόωρη γέννηση με τις μαθησιακές δυσκολίες και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και παρέμβασης.INTRODUCTION: Preterm birth has been recognized as a risk factor for the development of neurodevelopmental disorders, including specific learning difficulties (SLD), which may persist into adolescence and adulthood. Children born preterm are at an increased risk of experiencing difficulties in reading, writing, and mathematics, which can affect their academic performance and overall adaptation to the educational environment. OBJECTIVE: This systematic review examines the relationship between preterm birth and the occurrence of SLD in school-aged children (6-18 years) and focuses on the difficulties that preterm children face in key learning domains. METHODOLOGY: A comprehensive literature search was conducted across electronic databases following PRISMA guidelines. A total of 1,341 studies were initially identified, of which 22 were selected for final analysis based on predefined inclusion and exclusion criteria. RESULTS: Children born preterm, particularly those classified as very preterm (VP) and extremely preterm (EP), exhibited significantly higher rates of SLD (increased prevalence of difficulties in reading, writing, and mathematics) compared to their full-term peers. Additionally, cognitive deficits in executive functions, working memory, attention, and language processing were frequently observed, affecting academic performance and increasing the need for special educational support. CONCLUSION: Findings highlight the importance of early diagnosis and targeted educational and therapeutic interventions. Systematic monitoring of preterm-born children is crucial to mitigate the impact on their learning abilities. Further research is necessary to explore the underlying mechanisms linking preterm birth to learning difficulties and to develop effective prevention and intervention strategies
Ψηφιακό εκπαιδευτικό escape room για την Οργανική Χημεία: Σχεδιασμός, υλοποίηση και πιλοτική εφαρμογή στη Β’ Λυκείου.
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την αποτελεσματικότητα ενός ψηφιακού εκπαιδευτικού Escape Room ως εναλλακτικής μεθόδου επανάληψης της Οργανικής Χημείας για μαθητές της Β΄ Λυκείου. Βασισμένη στις θεωρίες της Κοινωνικής Μάθησης και της Ροής στοχεύει στη βελτίωση της μαθησιακής εμπειρίας μέσα από ένα διαδραστικό και παιχνιδοποιημένο περιβάλλον, ενισχύοντας τη μεταγνωστική επίγνωση των μαθητών ως προς τις έννοιες που έχουν κατανοήσει επαρκώς και εκείνες που χρήζουν επανάληψης. Το ψηφιακό Escape Room σχεδιάστηκε με βάση το σύνολο της ύλης της Οργανικής Χημείας της Β’ Λυκείου και υλοποιήθηκε στην πλατφόρμα Genially. Περιλάμβανε αλληλοσυνδεόμενους γρίφους, ενσωματωμένους σε ένα σενάριο επιστημονικού μυστηρίου, όπου οι μαθητές έπρεπε να εφαρμόσουν θεωρητικές γνώσεις και εργαστηριακές δεξιότητες για να προχωρήσουν. Το παιχνίδι πλαισιώθηκε από φύλλα εργασίας. Στην έρευνα συμμετείχαν 45 μαθητές σε δύο τμήματα της Β’ Λυκείου σε ομάδες των 3–4 ατόμων. Η παρέμβαση διήρκεσε μία διδακτική ώρα και αξιολογήθηκε μέσω ερωτηματολογίων για τη γενική στάση των μαθητών και για τη συναισθηματική και αισθητική αποτίμηση κάθε γρίφου. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν υψηλή αποδοχή του παιχνιδιού, έντονη συναισθηματική εμπλοκή και θετική συνεργατική διάθεση. Οι μαθητές εκτίμησαν την πρωτοτυπία, την αισθητική και τη δυνατότητα ενεργητικής συμμετοχής, ενώ ανέφεραν ότι η δραστηριότητα τους βοήθησε να εντοπίσουν αδυναμίες τους. Οι απαντήσεις στα ερωτηματολόγια υποδεικνύουν ότι ορισμένοι γρίφοι προκάλεσαν υψηλά επίπεδα συναισθηματικής διέγερσης και πρόκλησης, στοιχείο που συνδέεται με την εμφάνιση της κατάστασης «ροής». Η μελέτη καταλήγει στο ότι τα εκπαιδευτικά Escape Rooms μπορούν να λειτουργήσουν ως ουσιαστικά εργαλεία μεταγνωστικής ενεργοποίησης και συναισθηματικής εμπλοκής, ιδιαίτερα σε ενότητες που δεν αξιολογούνται με παραδοσιακά μέσα.This thesis investigates the effectiveness of a digital educational Escape Room as an alternative method for revising Organic Chemistry for 11th-grade high school students. Grounded in the theories of Social Learning and Flow, the study aims to enhance the learning experience through an interactive and gamified environment, reinforcing students’ metacognitive awareness regarding the concepts they have adequately understood and those requiring further revision. The digital Escape Room was designed based on the entire Organic Chemistry curriculum for the 11th grade and implemented using the Genially platform. It included interconnected puzzles embedded in a scientific mystery narrative, where students had to apply theoretical knowledge and laboratory skills to progress. The game was supported by worksheet materials. The research involved 45 students from two 11th-grade classes, working in groups of 3–4. The intervention lasted one teaching hour and was evaluated through questionnaires regarding students’ overall attitudes and their emotional and aesthetic appraisal of each puzzle. The results revealed high acceptance of the game, strong emotional engagement, and a positive collaborative spirit. Students appreciated the originality, visual design, and opportunity for active participation, and reported that the activity helped them identify their learning weaknesses. Questionnaire responses indicated that certain puzzles elicited high levels of emotional arousal and challenge, a feature associated with the emergence of the "flow" state. The study concludes that educational Escape Rooms can serve as effective tools for metacognitive activation and emotional engagement, especially in curriculum areas that are not assessed through traditional methods
Σαρκώματα σπονδυλικής στήλης σε ενήλικες. Κλινική, απεικονιστική και παθολογοανατομική εικόνα, επιδημιολογικά δεδομένα, διαγνωστική και θεραπευτική διαχείριση
Τα σαρκώματα της σπονδυλικής στήλης αποτελούν μια ιδιαίτερα ετερογενή ομάδα νεοπλασιών μεσεγχυματικής προέλευσης, τα οποία δύνανται να εκδηλωθούν είτε ως πρωτοπαθείς οστικοί όγκοι των σπονδύλων είτε ως σαρκώματα μαλακών μορίων διαφόρων ιστολογικών τύπων που αναπτύσσονται στους παρασπονδυλικούς ιστούς. Αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 5% του συνόλου των πρωτοπαθών οστικών νεοπλασμάτων και κάτω του 0,2% όλων των κακοήθων νεοπλασιών. Η παρούσα διπλωματική εργασία ακολουθεί ποιοτικό ερευνητικό σχεδιασμό και εστιάζει στην ανάλυση και παρουσίαση τεκμηριωμένων ακαδημαϊκών πηγών της διεθνούς και ελληνικής βιβλιογραφίας κατά τη περίοδο 2011–2025. Μέσω της κριτικής αποτίμησης επιχειρείται ο προσδιορισμός των σύγχρονων εξελίξεων που αφορούν τα σαρκώματα της σπονδυλικής στήλης στους ενήλικες, με έμφαση στην κλινική, απεικονιστική και παθολογοανατομική τους εικόνα, καθώς και στην επιδημιολογία, τη διαγνωστική διαδικασία και τις θεραπευτικές επιλογές. Η θεραπευτική αντιμετώπιση διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τον ιστολογικό τύπο του όγκου. Η πρόγνωση παραμένει δυσμενής, καθώς οι συχνές υποτροπές και οι τεχνικές δυσκολίες που συνδέονται με την επίτευξη πλήρους χειρουργικής εκτομής αποτελούν κρίσιμους προγνωστικούς παράγοντες. Η αποτελεσματική διαχείριση των ασθενών με σαρκώματα της σπονδυλικής στήλης προϋποθέτει έγκαιρη διάγνωση, εξατομικευμένο θεραπευτικό σχεδιασμό και ενίσχυση των συστημάτων καταγραφής περιστατικών. Η μοριακή κατανόηση της βιολογικής συμπεριφοράς των όγκων και η ανάπτυξη καινοτόμων θεραπευτικών προσεγγίσεων αναμένεται να συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της πρόγνωσης και της ποιότητας ζωής των ασθενών με σαρκώματα της σπονδυλικής στήλης.Spinal sarcomas are a highly heterogeneous group of neoplasms of mesenchymal origin, which can manifest either as primary bone tumors of the vertebrae or as soft tissue sarcomas of various histological types that develop in the paraspinal tissues. They represent less than 5% of all primary bone neoplasms and less than 0.2% of all malignant neoplasms. This thesis follows a qualitative research design and focuses on the analysis and presentation of documented academic sources of international and Greek literature during the period 2011–2025. Through critical appraisal, an attempt is made to identify current developments concerning spinal sarcomas in adults, with emphasis on their clinical, imaging and pathological features, as well as on epidemiology, the diagnostic process and therapeutic options. Therapeutic management varies significantly depending on the histological type of the tumor. The prognosis remains unfavorable, as frequent recurrences and technical difficulties associated with achieving complete surgical resection are critical prognostic factors. Effective management of patients with spinal sarcomas requires early diagnosis, individualized treatment planning and strengthening of case recording systems. Molecular understanding of the biological behavior of tumors and the development of innovative therapeutic approaches are expected to contribute significantly to improving the prognosis and quality of life of patients with spinal sarcomas
Διερεύνηση του γεωθερμικού δυναμικού γύρω από την καλδέρα Pico Alto, στη νήσο Terceira (Αζόρες, Πορτογαλία), με τριδιάστατη αντιστροφή μαγνητοτελλουρικών δεδομένων
Η παρούσα εργασία διερευνά το γεωθερμικό δυναμικό της καλδέρας Pico Alto, στη νήσο Terceira (Αζόρες, Πορτογαλία), μέσω τριδιάστατης αντιστροφής μαγνητοτελλουρικών δεδομένων. Ειδικότερα, επικεντρώνεται στην αποτύπωση της γεωηλεκτρικής δομής και στην ερμηνεία της, με βάση τα γεωλογικά και τεκτονικά στοιχεία της περιοχής, αξιοποιώντας παλαιότερα μαγνητοτελλουρικά, καθώς και άλλα γεωφυσικά και γεωλογικά δεδομένα. Στόχος είναι η κατανόηση του γεωθερμικού καθεστώτος και των μηχανισμών κυκλοφορίας των γεωθερμικών ρευστών, ώστε να εντοπιστούν οι δομές και οι παράγοντες που ελέγχουν τη μεταφορά και την ταμίευσή τους. Η νήσος Terceira βρίσκεται σε περιοχή μεγάλης γεωδυναμικής πολυπλοκότητας, κείμενη νοτιοανατολικά του τριπλού κόμβου μεταξύ των λιθοσφαιρικών πλακών της Βόρειας Αμερικής, Ευρασίας και Αφρικής. Το γεωδυναμικό καθεστώς της άμεσης περιοχής μελέτης καθορίζεται από την επαφή της Ευρασιατικής και Αφρικανικής πλάκας, η οποία λαμβάνει χώρα κατά μήκος της μεσωκεάνειας Ράχης της Terceira που διατρέχει το συνώνυμο νησί και συναντά τη Μεσατλαντική Ράχη στα βορειοδυτικά του. Στην περιοχή του αρχιπελάγους των Αζορών και εκατέρωθεν της ράχης της Terceira αναπτύσσεται ενεργή ζώνη θερμής κηλίδας (hotspot), η οποία συμβάλλει στην δημιουργία του νησιωτικού συμπλέγματος και προκαλεί πάχυνση του φλοιού μέσω ασβεσταλκαλικής ηφαιστειακής δραστηριότητας. Το γεωτεκτονικό καθεστώς της άμεσης περιοχής μελέτης σχετίζεται με τρεις οικογένειες ρηγμάτων. Η πρώτη αντιστοιχεί σε κανονικά ρήγματα ΒΔ – ΝΑ τα οποία σχετίζονται με την Ράχη της Terceira, η δεύτερη με κανονικά ρήγματα διεύθυνσης ΒΒΔ – ΝΝΑ που εντοπίζονται στο κεντρικό τμήμα της Terceira και η τρίτη με δεξιόστροφα ρήγματα οριζόντιας ολίσθησης διεύθυνσης ΒΑ – ΝΔ. Στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής διερευνάται ο βαθμός κατά τον οποίο οι προαναφερθείσες τεκτονικές δομές είναι ενεργές και συμβάλλουν στην κυκλοφορία υδροθερμικών ρευστών. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν 17 μαγνητοτελλουρικές μετρήσεις, οι οποίες συλλέχθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 21 Οκτωβρίου – 7 Νοεμβρίου 1993 στο κεντρικό-βόρειο μέρος της Terceira, στην περιοχή και περιμετρικά του ηφαιστείου Pico Alto. Για τη συλλογή των δεδομένων, χρησιμοποιήθηκε το σύστημα SPAM (Short Period Automatic Magnetotellouric) MKIIb το οποίο αναπτύχθηκε από το πανεπιστήμιου του Εδιμβούργου, σε ονομαστική συχνότητα 128 Hz – 40 s. Για την καταγραφή των οριζόντιων συνιστωσών του ηλεκτρικού πεδίου χρησιμοποιήθηκαν αντιπολωτικά ηλεκτρόδια Pb/PbCl2, ενώ για την καταγραφή των συνιστωσών του μαγνητικού πεδίου επαγωγικά πηνία CM-11E. Η εκτίμηση των στοιχείων του τανυστή εμπέδησης σε κάθε θέση μέτρησης έλαβε χώρα με τυπική διαδικασία ελαχίστων τετραγώνων επί μεγάλου πληθυσμού μετρήσεων και σώρευση (επίσης κατά την έννοια των ελαχίστων τετραγώνων) για την απόληψη αμερόληπτων αναμενόμενων τιμών. Οι προκύψαντες τανυστές εμπέδησης ελέγχθηκαν για την εγκυρότητα τους, δηλ. για την συμβατότητά τους με τις αναμενόμενες αναλυτικές ιδιότητες αιτιατών συναρτήσεων μεταφοράς, άρα και για την ύπαρξη υλοποιήσιμης γεωηλεκτρικής δομής η οποία να τους παράγει. Η εργασία αυτή έλαβε χώρα με έλεγχο της συμμόρφωσής τους με αναπαράσταση Cauer, της οποία η θεωρητική βάση παρουσιάζεται στα μέρη 3.3 και 3.4 της διατριβής. Πρόσθετο πλεονέκτημα της αναπαράστασης Cauer είναι η δυνατότητα αναλυτικής εξομάλυνσης και παρεμβολής των στοιχείων του τανυστή εμπέδησης, πράγμα που επέτρεψε/διευκόλυνε την αντιστροφή και ερμηνεία ποιοτικά ακέραιων και ελευθέρων παραμόρφωσης δεδομένων. Ακολούθησε, η 3-Δ αντιστροφή των αναλυτικά εξομαλυμένων τανυστών εμπέδησης με χρήση του λογισμικού ModEM των Egbert and Kelbert (2012) και Kelbert et al. (2014), το οποίο βασίζεται στην μέθοδο συζυγών βαθμίδων με ταυτόχρονη παραλληλοποίηση της εκτέλεσης του ευθέος προβλήματος. Ως δεδομένα εισόδου χρησιμοποιήθηκαν τα αντιδιαγώνια στοιχεία του τανυστή εμπέδησης (Zxy, Zyx) 17 σταθμών, αναλυτικά παρεμβεβλημένα σε 12 ίδιες περιόδους λογαριθμικά κατανεμημένες στην ζώνη περιόδων 0,01 έως 80s. Η 3-Δ γεωηλεκτρική δομή προσεγγίστηκε με ένα κυβοειδές απαρτιζόμενο από 68 × 82 × 70 ορθογώνιες κυψελίδες κατά τις διαστάσεις Β – Ν, Δ – Α και κατακόρυφα αντίστοιχα, το οποίο περιλαμβάνει πληροφορία για την τοπογραφία και βαθυμετρία της περιοχής μελέτης κάθε κυψελίδα έχει φυσικές διαστάσεις 300 m x 300 m. To τελικό γεωηλεκτρικό μοντέλο αναδεικνύει τις πλευρικές και κατακόρυφές μεταβολές της ειδικής αντίστασης και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται με τη μορφή τομών (Β – Ν και Δ – Α), κατόψεων μεταβολής της ειδικής αντίστασης και ισοεπιφάνειες που απεικονίζουν την κατανομή της ειδικής αντίστασης. Η γεωηλεκτρική δομή είναι συμβατή με το γεωτεκτονικό πλαίσιο της περιοχής, καθώς χαρτογραφούνται σχετικά αγώγιμες ζώνες με διευθύνσεις ΒΑ – ΝΔ, ΒΔ – ΝΑ και ΒΒΔ – ΝΝΑ, οι οποίες ερμηνεύονται ως ρηξιγενείς ζώνες που λειτουργούν ως δίαυλοι κυκλοφορία υπόγειων ρευστών. Παρατηρήθηκε ότι, και στις τρεις περιπτώσεις, τμήματα των ρηξιγενών ζωνών παρουσιάζουν διαφορετικό βαθμό διαπερατότητας, με ορισμένα να εμφανίζονται σχετικά πιο αντιστατικά και άλλα σχετικά πιο αγώγιμα. Η διάρρηξη με διεύθυνση ΒΔ – ΝΑ, εντοπίζεται στην περιοχή μεταξύ των ηφαιστείων Santa Bárbara και Pico Alto, και πιθανόν σχετίζεται με την ροή υδροθερμικών ρευστών, λόγω τεκτονικών διεργασιών που απορρέουν από την Ράχη της Terceira. Οι διαρρήξεις ΒΑ – ΝΔ, αποτελούν τις κύριες ρηξιγενείς δομές που λειτουργούν ως δίαυλοι κυκλοφορίας ρευστών καθώς σχετίζονται με τις πλέον αγώγιμες ζώνες και είναι πιθανό να σχετίζονται με διείσδυση θαλασσινού νερού ή και την απορροή ρευστών στη βόρεια παράκτια περιοχή της Agualva. Οι διαρρήξεις ΒΒΔ – ΝΝΑ, σχετίζονται με σχετικά αγώγιμη περιοχή που εντοπίζεται στην περιοχή Portal Das Rosas και φαίνεται να τροφοδοτείται από βαθύτερες ζώνες με την ίδια διεύθυνση. Η παρούσα εργασία προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα του σύνθετου γεωτεκτονικού και γεωθερμικού καθεστώτος του Pico Alto, αποτελώντας μια πολύτιμη βάση για μελλοντικές γεωθερμικές έρευνες στην περιοχή.This study investigates the geothermal prospect of the Pico Alto caldera, located on Terceira Island (Azores, Portugal), through three-dimensional inversion of legacy magnetotelluric (MT) data. It focuses on mapping and interpretation of the subsurface geoelectrical structure in terms of the geological and tectonic framework of the area, assisted by additional geophysical and geological data. The objective is to gain insight into the setting and circulation mechanisms of geothermal fluids and to identify the structures and factors controlling the transportation and storage of thermal fluids. Terceira is situated in a region of complex geodynamic setting, just to the southeast of the T-type triple junction formed by the North American, Eurasian and African plates. The geodynamic regime of the study area is primarily controlled by the interface between the Eurasian and African plates which takes place along the Terceira Ridge, a secondary spreading centre that traverses the island and continues up to the triple junction NW of the Island. Along the Terceira Ridge, hotspot-type volcanism occurs in a NW – SE orientation. The geotectonic regime of the study area is affected by three fault systems. The first corresponds to NW – SE normal faults, which are associated with Terceira Rift, the second to NNW – SSE normal faults, located in the central part of Terceira; and the third to NE – SW dextral strike-slip faults. Within the scope of this thesis, the degree to which these tectonic structures are active and contribute to the circulation of hydrothermal fluids. A total of 17 magnetotelluric measurements, deployed between October 21 and November 7, 1993, across the central and northern parts of Terceira, around Pico Alto volcano. Measurements were carried out with the SPAM (Short Period Automatic Magnetotelluric) MKIIb system, developed by the University of Edinburgh, in the nominal frequency range of 128 Hz - 40 s. The horizontal electric field components were measured with non-polarizing Pb/PbCl₂ electrodes, while the magnetic field components with CM-11E induction coils. The estimation of the impedance tensor elements at each measurement site was carried out with the typical least squares procedure applied to a large number of data samples, and stacking of the resulting estimator populations (also in the LS sence), to recover unbiassed expected values. The resulting impedance tensors were tested for validity and integrity, i.e. their compliance with the expected properties of passive transfer functions, therefore for the existence of a realizable geoelectric structure that produces them. This task was performed by testing the compliance of the measured impedance tensors with a Cauer representation in the complex frequency plane; the theoretical basis of the validity and integrity tests is presented in sections 3.3 and 3.4 of the dissertation. An additional advantage associated with the Cauer representation is the capability to analytically smooth and interpolate the elements of the impedance tensor; this enabled inversion and interpretation of distortion-free and physically valid data. The 3-D inversion was carried out with the ModEM software of Egbert and Kelbert (2012) and Kelbert et al. (2014), which is based on the conjugate gradients method with concurrent parallelization of the solution to the forward problem. Input data were the off-diagonal tensor components Zxy and Zyx from 17 stations analytically interpolated to the same 12 periods that were logarithmically distributed over the bandwidth 0.01 to 80 s. The discretization of the 3-D geoelectric structure was based on a cuboid of 68 × 82 × 70 cells in the N – S, E – W and vertical directions respectively, which includes information about the topography and bathymetry of the study area; each cell has a size of 300 m × 300 m in the horizontal directions and variable but increasing with depth thickness in the vertical direction. To highlight lateral and vertical variations in resistivity, the results are presented as vertical N – S and E – W cross-sections horizontal resistivity slices at different depths, and isometric surfaces illustrating concave hulls of equal resistivity enclosing lower resistivity values. The geoelectrical structure is consistent with the tectonic faults of the area. Conductive zones striking NE – SW, NW – SE, and NNW – SSE were identified in agreement with the regional geotectonic framework. These are interpreted as fault zones that act as conduits for subsurface fluid circulation. In all three cases, different segments of the fault zones exhibit variable permeability, with some being more resistive and others relatively more conductive. NW – SE fault was mapped in the area between the Santa Bárbara and Pico Alto volcanoes and is attributed to tectonic processes associated with Terceira Rift. NE – SW faults represent the main zones controlling fluid circulation, as they correspond to the most conductive structures and may be linked to seawater intrusion or fluid discharge along the northern coast of Agualva. NNW – SSE faults are associated with a relatively conductive zone mapped in the Portal das Rosas area, which appears to be connected to deeper structures of the same orientation. Overall, this study provides a comprehensive picture of the complex geotectonic and geothermal regime of Pico Alto, offering a valuable basis for future geothermal surveys in the region
Μεσογειακή διατροφή στην κύηση και τον θηλασμό και τα οφέλη σε μητέρα και βρέφος: Συστηματική ανασκόπηση
Εισαγωγή: Η διατροφή κατά τη διάρκεια της κύησης και του θηλασμού διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην υγεία της μητέρας και του νεογνού. Η Μεσογειακή Διατροφή, ένα διατροφικό πρότυπο πλούσιο σε ελαιόλαδο, λαχανικά, φρούτα, όσπρια και ψάρια, έχει αναγνωριστεί διεθνώς για τα πολλαπλά οφέλη της. Η αξιολόγηση της επίδρασης της Μεσογειακής Διατροφής κατά την κύηση και τη γαλουχία αποτελεί αντικείμενο αυξανόμενου επιστημονικού ενδιαφέροντος, καθώς οι διατροφικές συνήθειες της μητέρας δύνανται να επηρεάσουν τη σωματική και ψυχική της υγεία, την έκβαση της εγκυμοσύνης και τη μελλοντική υγεία του παιδιού. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση της σίτισης κατά τα πρότυπα της Μεσογειακής Διατροφής κατά την περίοδο της κύησης και της γαλουχίας, με στόχο την ανάδειξη των επιδράσεων τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί, από τη νεογνική έως τη μεταγενέστερη ηλικία. Μεθοδολογία: Η ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA (Preferred Reporting Items for Systematic reviews and Meta-Analyses). Η αναζήτηση της βιβλιογραφίας διενεργήθηκε στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων PubMed και ScienceDirect, με τη χρήση συγκεκριμένου αλγορίθμου και λέξεων-κλειδιών. Αποτελέσματα: Από την αναζήτηση εντοπίστηκαν 996 άρθρα, εκ των οποίων τα 12 πληρούσαν τα κριτήρια συμπερίληψης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η προσήλωση στο Μεσογειακό διατροφικό πρότυπο σχετίζεται με βελτιωμένη σωματική και ψυχική υγεία της μητέρας, μειωμένες επιπλοκές τοκετού και καλύτερους μεταβολικούς και αναπτυξιακούς δείκτες στα παιδιά. Ανάμεσα στις θετικές επιδράσεις συγκαταλέγονται η αντιφλεγμονώδης δράση, η βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ, καθώς και η ενίσχυση της γνωστικής και κοινωνικοσυναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού. Συμπεράσματα: Η Μεσογειακή Διατροφή αναδεικνύεται ως μια αποτελεσματική διατροφική παρέμβαση με πολυάριθμα οφέλη για τη μητέρα και το παιδί, ενισχύοντας την υγεία τους τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.Introduction: Nutrition during pregnancy and lactation plays a fundamental role in both neonatal and maternal well-being. The Mediterranean Diet, a dietary pattern rich in olive oil, vegetables, fruits, legumes, and fish, has been recognized for its multiple health benefits. The evaluation of the impact of the Mediterranean Diet during pregnancy and lactation has become a subject of increasing scientific interest, as maternal dietary habits can influence the mother's physical and mental health, pregnancy outcomes, and the child’s health in the long run. Aim: The aim of this review is to study the impact of the Mediterranean Diet during pregnancy and lactation, its effects for both the mother and the child, from the neonatal period to later stages of life. Methods: The review was conducted according to the PRISMA statement (Preferred Reporting Items for Systematic reviews and Meta-Analyses). The literature search was carried out in the electronic databases PubMed and ScienceDirect, using a specific algorithm and keywords. Results: A total of 996 articles were identified, 12 of which fulfilled the inclusion criteria. The findings indicate that adherence to the Mediterranean dietary pattern is associated with improved maternal physical and mental health, reduced labor complications, and better metabolic and developmental indicators in children. Among the positive effects are anti-inflammatory properties, improved lipid profiles, and enhanced cognitive and socio-emotional development in the child. Conclusions: The Mediterranean Diet emerges as an effective dietary intervention with numerous benefits for both the mother and the child, promoting their health in both the short and long term