National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Διερεύνηση της ποιότητας της σχέσης με τους γονείς και τους συνομηλίκους και της ψυχικής ανθεκτικότητας εφήβων

    No full text
    Για την εφηβική ηλικία, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική η ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας, καθώς συμβάλλει στην απόκτηση δεξιοτήτων που βοηθούν τους εφήβους να εξελιχθούν σε επαρκείς και καλά προσαρμοσμένους ενήλικες (Leipold et al., 2019; Masten et al., 2004). Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της ποιότητας δεσμού των εφήβων με τους γονείς και τους συνομηλίκους και της ψυχικής ανθεκτικότητας. Στη μελέτη συμμετείχαν 108 έφηβοι (N = 108), ηλικίας 16–19 ετών, από τον νομό Αχαΐας. Η ανάλυση έδειξε ότι ο παράγοντας φύλο επηρεάζει την ψυχική ανθεκτικότητα. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ της ψυχικής ανθεκτικότητας και των διαστάσεων δεσμού (εμπιστοσύνη, επικοινωνία και αποξένωση) τόσο με τη μητέρα όσο και με τον πατέρα και τους συνομηλίκους (p < .05). Ειδικότερα, η εμπιστοσύνη συσχετίστηκε θετικά με την ψυχική ανθεκτικότητα (μητέρα: r = .307· πατέρας: r = .295· συνομήλικοι: r = .423), όπως και η επικοινωνία (μητέρα: r = .244· πατέρας: r = .243· συνομήλικοι: r = .380), ενώ η αποξένωση παρουσίασε αρνητική συσχέτιση (μητέρα: r = −.220 ·πατέρας: r = −.216·συνομήλικοι: r = −.249). Στη συνέχεια, η πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση με βηματική μέθοδο (stepwise) ανέδειξε την εμπιστοσύνη ως τον μοναδικό στατιστικά σημαντικό προβλεπτικό παράγοντα της ψυχικής ανθεκτικότητας (μητέρα: β = .307, R² = .094· πατέρας: β = .295, R² = .087· συνομήλικοι: β = .423, R² = .179), ενώ η επικοινωνία και η αποξένωση δεν εισήχθησαν στα τελικά μοντέλα (p > .05). Συνολικά, τα ευρήματα αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο της εμπιστοσύνης στις σημαντικές σχέσεις κατά την εφηβεία, ως παράγοντα που συνδέεται με υψηλότερη ψυχική ανθεκτικότητα.During adolescence, the development of resilience becomes particularly important, as it contributes to the acquisition of skills that help adolescents grow into competent and well-adjusted adults (Leipold et al., 2019; Masten et al., 2004). Therefore, the aim of the present study was to investigate the relationship between adolescents’ attachment quality to parents and peers and their resilience. The sample consisted of 108 adolescents (N = 108), aged 16 to 19 years, residing in the region of Achaia. The results indicated significant gender differences in resilience. In addition, statistically significant correlations were found between resilience and the attachment dimensions (trust, communication, and alienation) with mothers, fathers, and peers. More specifically, trust was positively correlated with resilience (mother: r = .307; father: r = .295; peers: r = .423), and communication also showed positive correlations (mother: r = .244; father: r = .243; peers: r = .380). In contrast, alienation was negatively correlated with resilience (mother: r = −.220; father: r = −.216; peers: r = −.249). Furthermore, stepwise multiple linear regression indicated that trust was the only statistically significant predictor of resilience (mother: β = .307, p = .001, R² = .094; father: β = .295, p = .002, R² = .087; peers: β = .423, p < .001, R² = .179), whereas communication and alienation were not retained in the final models (p > .05). Overall, the findings highlight the critical role of trust in significant relationships during adolescence, as a factor associated with higher levels of resilience

    Θεραπευτική στόχευση της επιθήλιο-μεσεγχυματικής μετατροπής (ΕΜΤ) και ανοσοθεραπεία στον γυναικολογικό καρκίνο

    No full text
    Η παρούσα ανασκόπηση εστιάζει στους μοριακούς μηχανισμούς της επιθήλιομεσεγχυματικής μετατροπής (EMT) και της αντίστροφης διαδικασίας (MET) στους γυναικολογικούς καρκίνους, αναδεικνύοντας τη διαγνωστική, προγνωστική και θεραπευτική τους σημασία στην εποχή της εξατομικευμένης ογκολογίας. Η EMT αποτελεί σημαντική διαδικασία για την απόκτηση επιθετικών χαρακτηριστικών από τα καρκινικά κύτταρα ,τη μεταστατική ικανότητα και την ανθεκτικότητα τους στη θεραπεία. Στον καρκίνο των ωοθηκών, του ενδομητρίου και του τραχήλου, η ενεργοποίηση της EMT συνοδεύεται από αυξημένο μεταστατικό δυναμικό , τοπικά αλλά και σε απομακρυσμένες θέσεις, γεγονός που υποδηλώνει κακή πρόγνωση. Η μεθοδολογία της ανασκόπησης στηρίχθηκε σε εμπεριστατωμένη ανάγνωση της σύγχρονης διεθνούς βιβλιογραφίας, αντλώντας άρθρα και μετά-αναλύσεις από το PubMed, με έμφαση στις δημοσιεύσεις της τελευταίας δεκαετίας που επικεντρώνονται στα εμπλεκόμενα μοριακά μονοπάτια της EMT, στους βασικούς μεταγραφικούς ρυθμιστές (π.χ. SNAIL, TWIST, ZEB), στη ρύθμιση των βιοδεικτών της όπως E-καντχερίνη και βιμεντίνη, αλλά και σε νέες θεραπευτικές τεχνικές ( siRNA , microRNA , νανοσωματίδια, μονοκλωνικά αντισώματα, ανοσοθεραπεία με αναστολείς σημείων ελέγχου PD-1/PD-L1 και CTLA-4 ). Η ανάλυση κατέδειξε πως οι EMT-ρυθμιστές και οι σχετιζόμενες γονιδιακές/επιγενετικές μεταβολές δρουν ως «οδηγοί» της μετάστασης, επιτρέπουν την πλαστικότητα των καρκινικών κυττάρων και συνδέονται τόσο με τη δημιουργία υβριδικών φαινοτύπων όσο και με την ανάπτυξη ανθεκτικών όγκων. Βιοδείκτες όπως E-καντχερίνη, N-καντχερίνη , βκατενίνη, καθώς και μόρια όπως τα microRNAs και lncRNAs, αξιολογούνται συστηματικά για τη διαγνωστική και προγνωστική τους αξία, όμως η χρήση τους στην κλινική πράξη παραμένει προς το παρόν περιορισμένη. Οι θεραπευτικοί στόχοι προσδιορίζονται πλέον με μεγαλύτερη ακρίβεια: η σίγαση γονιδίων EMT με νάνο-siRNA, η αναστολή μεταγραφικών παραγόντων, η αξιοποίηση ανοσολογικών μονοπατιών και η πρόοδος σε κλινικές δοκιμές με συνδυασμένες θεραπείες ( ανοσοθεραπεία, νάνο-ανοσοθεραπεία , χημειοθεραπεία ) αποτυπώνουν τη σύγχρονη τάση εξατομίκευμενης θεραπευτικής προσέγγισης των γυναικολογικών καρκίνων. Παρά τα υποσχόμενα προκλινικά και πρώιμα κλινικά δεδομένα (που δείχνουν βελτιωμένη επιβίωση και λιγότερες υποτροπές σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών ) απαιτούνται εκτενέστερες, καλά σχεδιασμένες μελέτες για την καθολική αξιολόγηση και ενσωμάτωση των EMT βιοδεικτών και στοχευμένων θεραπειών στην καθημερινή κλινική πρακτική. Συνολικά, η ανασκόπηση αυτή τεκμηριώνει ότι η καταγραφή και κατανόηση των EMT/MET μηχανισμών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πρόοδο στη διάγνωση, πρόγνωση και θεραπεία των καρκίνων του γυναικολογικού συστήματος, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για την εξατομικευμένη ογκολογία.This master's thesis focuses on the molecular mechanisms of epithelial-mesenchymal transition (EMT) and its reverse process, mesenchymal-epithelial transition (MET), in gynecological cancers, highlighting their diagnostic, prognostic, and therapeutic significance in the era of personalized oncology. EMT is crucial for cancer cells to acquire aggressive features, increased metastatic potential, and therapy resistance. In ovarian, endometrial, and cervical cancers, EMT activation is associated with enhanced local and distant metastases and poor prognosis. The methodology is based on a thorough review of current international literature, sourcing relevant articles and meta-analyses from PubMed, emphasizing publications from the last decade that focus on EMT molecular networks, key transcriptional regulators (e.g., SNAIL, TWIST, ZEB), cell adhesion markers like E-cadherin and vimentin, and novel therapeutic approaches such as siRNA, microRNA, nanoparticles, monoclonal antibodies, and immune checkpoint inhibitors targeting PD-1/PD-L1 and CTLA4. Findings demonstrate that EMT regulators and related genetic/epigenetic alterations act as “drivers” of metastasis, promote cellular plasticity, and are linked to the emergence of hybrid phenotypes and therapy-resistant tumors. Biomarkers including E-cadherin, Ncadherin, β-catenin, microRNAs, and lncRNAs have been systematically evaluated for diagnostic and prognostic value, though their clinical application remains limited. Therapeutic strategies now increasingly aim to silence EMT regulators through nanoformulated siRNA, inhibit transcription factors, exploit immune signaling pathways, and integrate combined chemo-immunotherapeutic regimens. Preclinical and early clinical data are promising, indicating improved survival rates and reduced relapse in selected patient groups with resistant or advanced tumors. However, extensive and well-designed clinical trials are necessary to validate and broadly implement EMT biomarkers and targeted therapies in routine clinical practice. Overall, this thesis substantiates that understanding and mapping EMT/MET mechanisms is critical for advances in diagnosis, prognosis, and treatment of gynecological cancers, opening new avenues for personalized oncology and improving patient outcomes

    Νευραναπτυξιακές διαταραχές στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή

    No full text
    Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή (Assisted Reproductive Technology, ART) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της σύγχρονης ιατρικής, προσφέροντας λύσεις σε ζευγάρια και άτομα που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπογονιμότητας. Τεχνικές της ART, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση (in vitro fertilisation, IVF), η ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπερματοζωαρίου (intracytoplasmic sperm injection, ICSI) και ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος (preimplantation genetic testing, PGT), έχουν συμβάλει σημαντικά στην αύξηση των ποσοστών επιτυχούς σύλληψης και γέννησης υγιών νεογνών. Παρά την ευρεία εφαρμογή τους, έχουν διατυπωθεί προβληματισμοί σχετικά με την πιθανή επίδραση των τεχνικών αυτών στη νευροαναπτυξιακή εξέλιξη των απογόνων. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη σχέση μεταξύ της ART και των νευροαναπτυξιακών διαταραχών (neurodevelopmental disorders, NDDs), όπως η διαταραχή αυτιστικού φάσματος (autism spectrum disorder, ASD), η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (attention deficit hyperactivity disorder, ADHD) και η νοητική αναπηρία (intellectual disability, ID). Αν και η πλειονότητα των ερευνών υποδηλώνει ότι οι τεχνικές ART δεν αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης των διαταραχών αυτών, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες μέθοδοι, όπως η ICSI, ενδέχεται να σχετίζονται με ελαφρώς αυξημένη επίπτωση ορισμένων νευροαναπτυξιακών δυσλειτουργιών. Ένα κρίσιμο στοιχείο που τίθεται υπό διερεύνηση είναι ο ρόλος των επιγενετικών μηχανισμών και της γονιδιακής αποτύπωσης (genomic imprinting). Οι τεχνητές συνθήκες της εργαστηριακής γονιμοποίησης, της κρυοσυντήρησης και της καλλιέργειας εμβρύων ενδέχεται να επηρεάζουν τη φυσιολογική μεθυλίωση του DNA και άλλους μηχανισμούς ρύθμισης της γονιδιακής έκφρασης. Παρότι η υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν επιβεβαιώνει με σαφήνεια άμεση αιτιολογική συσχέτιση, απαιτούνται μακροχρόνιες μελέτες για τη διευκρίνιση της πλήρους έκτασης των επιδράσεων αυτών. Επιπλέον, παράγοντες όπως η αυξημένη μητρική ηλικία, οι επιπλοκές της κύησης και η παρουσία πολύδυμης κύησης, οι οποίοι έχουν συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού και χαμηλού βάρους γέννησης — καταστάσεις που σχετίζονται με νευροαναπτυξιακές διαταραχές — διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Η εκλεκτική μεταφορά ενός εμβρύου (elective single embryo transfer, eSET) έχει προταθεί ως στρατηγική που μπορεί να μειώσει τους κινδύνους αυτούς, συμβάλλοντας στη βελτίωση των περιγεννητικών εκβάσεων. Συμπερασματικά, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή αποτελεί μία πολύτιμη ιατρική πρακτική που έχει μεταβάλει τη ζωή πολλών ανθρώπων. Αν και η πιθανή συσχέτιση με νευροαναπτυξιακές διαταραχές εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έρευνας, τα μέχρι σήμερα επιστημονικά δεδομένα δεν τεκμηριώνουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο. Η συνέχιση της έρευνας, η εφαρμογή βελτιωμένων πρωτοκόλλων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και η ορθή προγεννητική παρακολούθηση αποτελούν απαραίτητα βήματα για τη διασφάλιση της υγείας των παιδιών που γεννώνται μέσω ART.Assisted reproductive technology (ART) has been one of the greatest advances in modern medicine, offering solutions to couples and individuals facing infertility problems. ART techniques, such as in vitro fertilisation (IVF), intracytoplasmic sperm injection (ICSI) and preimplantation genetic testing (PGT), have contributed significantly to increasing the rates of successful conception and birth of healthy children. Despite their widespread use, questions are raised about the potential impact of these techniques on the neurodevelopmental development of offspring. This study examines the relationship between ART and neurodevelopmental disorders (NDDs), such as autism (ASD), attention deficit hyperactivity disorder (ADHD) and intellectual disability (ID). Although most research suggests that ART techniques do not significantly increase the risk of these disorders, there is evidence that some techniques, such as ICSI, may be associated with a slightly increased incidence of certain neurodevelopmental dysfunctions. A critical element under consideration is the role of epigenetic mechanisms and gene imprinting. The artificial conditions of laboratory insemination, cryopreservation and embryonic culture may affect physiological DNA methylation and other mechanisms of gene expression regulation. Although the existing literature does not clearly confirm a direct link, long-term studies are needed to clarify the full extent of these effects. In addition, factors such as maternal age, pregnancy complications and the presence of multiple pregnancies, which have been associated with an increased risk of preterm delivery and low birth weight - both conditions associated with neurodevelopmental disorders - also play an important role. Elective single embryo transfer (eSET) has been proposed as a strategy that can reduce these risks, helping to improve perinatal outcomes. In conclusion, ART is a valuable medical practice that has changed the lives of many people. Although the possible association with neurodevelopmental disorders continues to be a subject of research, the scientific knowledge to date does not substantiate a direct and serious risk. Continued research, implementation of improved assisted reproduction protocols and proper prenatal care are necessary steps to ensure the health of children born through ART

    Validity of manual and automated 2D structural superimposition on the anterior cranial base

    No full text
    Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ακρίβειας της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης δισδιάστατης δομικής αλληλεπίθεσης στην πρόσθια κρανιακή βάση χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Björk (2D). Οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν την εκτίμηση της επαναληψιμότητας, τη σύγκριση της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης μεθόδου, καθώς και την αξιολόγηση της ακρίβειας της αλληλεπίθεσης με τη χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων (difference blending mode). Υλικά και μέθοδοι: Δεκατέσσερα ανθρώπινα ξηρά κρανία ακτινογραφήθηκαν δύο φορές το καθένα. Η δεύτερη ακτινοβόληση έγινε ύστερα από αφαίρεση και επανατοποθέτηση του κρανίου στον κεφαλοστάτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκαν δύο ακτινογραφίες για το κάθε κρανίο που ήταν διαφορετικές μεταξύ τους λόγω του σφάλματος τοποθέτησης στον κεφαλοστάτη. Χρησιμοποιώντας τους μεταλλικούς δείκτες που υπήρχαν προσκολλημένοι πάνω σε κάθε κρανίο, δημιουργήθηκε ένα πρότυπο αναφοράς (gold standard) για το κάθε κρανίο. Τρεις παρατηρητές πραγματοποίησαν δύο χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις ανά κρανίο: μία σε εικόνες κλίμακας του γκρι και μία με τη χρήση μιας λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων του λογισμικού (blending mode). Οι ίδιες αλληλεπιθέσεις, πραγματοποιήθηκαν ξανά μία εβδομάδα αργότερα. Επιπροσθέτως, για το κάθε κρανίο, πραγματοποιήθηκε αυτοματοποιημένη δομική αλληλεπίθεση βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία (mutual information). Η ακρίβεια αξιολογήθηκε μέσω της ρίζας του μέσου τετραγωνικού σφάλματος (RMSE), χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο (template) που αποτελούνταν από 14 ευρέως χρησιμοποιούμενα κεφαλομετρικά σημεία. Το RMSE της αυτοματοποιημένης μεθόδου συγκρίθηκε με τον μέσο όρο του RMSE κάθε εξεταστή στις δύο επαναλήψεις, μέσω Γενικών Γραμμικών Μοντέλων (General Linear Models). Για τις χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις καταγράφηκε ο χρόνος αλληλεπίθεσης του κάθε ερευνητή και στη συνέχεια συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Η αυτοματοποιημένη μέθοδος εμφάνισε υψηλή ακρίβεια (μέσο RMSE 0,48 mm, SD 0,35), συγκρίσιμη με εκείνη του πιο ακριβούς παρατηρητή (0,38 mm, SD 0,22), χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά από τις χειρωνακτικές μεθόδους. Ωστόσο, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ακρίβεια μεταξύ των τριών παρατηρητών (F = 4.76, p = 0.017). Η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν βελτίωσε την ακρίβεια, αλλά μείωσε σημαντικά τον χρόνο αλληλεπίθεσης για δύο από τους τρεις παρατηρητές, γεγονός που υποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να εξαρτάται από τον χρήστη. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των δύο επαναλήψεων (p > 0.5). Συμπεράσματα: Η χειρωνακτική και η αυτοματοποιημένη μέθοδος παρουσίασαν συγκρίσιμη ακρίβεια και αξιοπιστία. Η αυτοματοποιημένη διαδικασία, βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία, μπορεί να αποτελέσει μια αξιόπιστη και αποδοτική εναλλακτική λύση, ιδίως για κλινικούς με περιορισμένη εμπειρία στη χειρωνακτική δομική αλληλεπίθεση. Αν και η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν αύξησε την ακρίβεια, ενδέχεται να συνεισφέρει στη μείωση του χρόνου αλληλεπίθεσης για κάποιους χρήστες. Συνολικά, και οι δύο προσεγγίσεις κρίνονται αξιόπιστες και αποδοτικές. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν την εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ζωντανούς ασθενείς και σε διαφορετικούς πληθυσμούς, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.Objectives: To evaluate the validity of digital manual and automated structural superimposition on the anterior cranial base using Björk’s two-dimensional (2D) cephalometric method. Secondary aims included assessing repeatability and reproducibility, comparing manual and automated methods, and testing a colour blending superimposition mode. Materials and Methods: Fourteen dry human skulls were radiographed twice. A gold standard superimposition was established using metallic markers. Three observers performed digital manual superimpositions twice on each skull; once using greyscale images and once using a colour blending mode. Superimpositions were repeated one week later. An automated mutual information-based superimposition was also performed. Validity was assessed using root mean square error (RMSE) at 14 standardized cephalometric landmarks from a reference template. The RMSE of the automated method was compared to the average RMSE of each examiner across both trials using General Linear Models. Alignment time was recorded for the manual methods. Results: The automated method demonstrated high validity (RMSE 0.48 mm, SD 0.35), closely matching the performance of the most accurate observer (RMSE 0.38 mm, SD 0.22), and showed no statistically significant difference when compared to the digital manual methods. A statistically significant difference in accuracy was observed between the observers (F = 4.76, p = 0.017). Colour blending did not improve accuracy, but significantly reduced alignment time for two observers. No significant differences were found between repeats (p > 0.5). Conclusions: The digital manual and automated methods showed comparable validity. While colour blending did not improve accuracy, it may reduce alignment time for some clinicians. Both approaches appear reliable and efficient

    Effectiveness of data protection under the GDPR

    No full text
    Η διατριβή αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του GDPR στην πράξη, ιδίως στο πλαίσιο των ταχέως εξελισσόμενων τεχνολογιών, της διασυνοριακής επιβολής και των παγκόσμιων διαβιβάσεων δεδομένων. Διαπιστώνει ότι η αποτελεσματικότητα ενισχύεται από τα ισχυρά δικαιώματα και τα ένδικα μέσα των υποκειμένων των δεδομένων, καθώς και από τις ανεξάρτητες και ισχυρές εποπτικές αρχές, αλλά υπονομεύεται εντός της ΕΕ από κατακερματισμένες εθνικές διαδικασίες, τριβές στο πλαίσιο του μηχανισμού «one-stop-shop», άνιση επιβολή κυρώσεων και χρόνια έλλειψη πόρων που επιβραδύνουν ή αποδυναμώνουν την επιβολή. Εκτός της ΕΕ, νομικά εργαλεία όπως οι αποφάσεις επάρκειας και οι εγγυήσεις μεταφοράς μπορούν να υποστηρίξουν την προστασία, ωστόσο ο πρακτικός έλεγχος των αποδεκτών τρίτων χωρών, η πρόσβαση του κράτους και τα όρια της εξωεδαφικής επιβολής συχνά δυσχεραίνουν την προστασία στον πραγματικό κόσμο, οπότε η υπόσχεση του ΓΚΠΔ εξαρτάται τελικά από τη συνεπή, καλά χρηματοδοτούμενη επιβολή και τους λειτουργικούς διασυνοριακούς μηχανισμούς.The thesis assesses how effective the GDPR is in practice, especially under fast-moving technologies, cross-border enforcement, and global data transfers. It finds effectiveness is strengthened by robust data-subject rights and remedies plus independent, well-powered supervisory authorities, but undermined inside the EU by fragmented national procedures, one-stop-shop frictions, uneven sanctioning, and chronic resource shortages that slow or blunt enforcement. Outside the EU, legal tools like adequacy decisions and transfer safeguards can support protection, yet practical control over third-country recipients, state access, and limits of extraterritorial enforcement often make real-world protection harder, so the GDPR’s promise ultimately depends on consistent, well-resourced enforcement and workable cross-border mechanisms

    The effect of Chios mastic toothpaste on halitosis and oral hygiene in orthodontic patients: a randomized clinical trial

    No full text
    Η μαστίχα Χίου, που προέρχεται από την ποικιλία Pistacia lentiscus variation chia, έχει αναδειχθεί ως ένα σημαντικό φυσικό θεραπευτικό μέσο για τη βελτίωση της στοματικής υγείας και την αντιμετώπιση της κακοσμίας του στόματος. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης οδοντόκρεμας με μαστίχα στη μείωση της κακοσμίας, καθώς και στους δείκτες οδοντικής πλάκας και ουλίτιδας σε εφήβους που υποβάλλονται σε ορθοδοντική θεραπεία με ακίνητες συσκευές. Η μελέτη ήταν μια προοπτική, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή με δύο παράλληλες ομάδες. Συνολικά, 32 ασθενείς κατανεμήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: (Α) ομάδα οδοντόκρεμας με μαστίχα και (Β) ομάδα εικονικής οδοντόκρεμας. Οι συμμετέχοντες χρησιμοποίησαν την αντίστοιχη οδοντόκρεμα τρεις φορές ημερησίως για 14 ημέρες. Κύρια μεταβλητή αποτέλεσαν τα επίπεδα υδρόθειου (H₂S) στον εκπνεόμενο αέρα, όπως μετρήθηκαν με αέρια χρωματογραφία. Δευτερεύουσες μεταβλητές ήταν τα επίπεδα διμεθυλοσουλφιδίου και μεθυλο-μερκαπτάνης, καθώς και ο Δείκτης Ουλίτιδας (GI) κατά Silness και Löe και ο Τροποποιημένος Δείκτης Οδοντικής Πλάκας (PI-M). Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την έναρξη και μετά την πάροδο δύο εβδομάδων. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των δοκιμών Mann–Whitney U και t-test του Student. Διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των παρεμβάσεων, υπέρ της ομάδας μαστίχας, όσον αφορά τα επίπεδα H₂S (p = 0.001). Οι διάμεσες τιμές του H₂S μειώθηκαν από 158 ppb σε 26 ppb. Δεν καταγράφηκε διαφοροποίηση μεταξύ των ομάδων ως προς τα επίπεδα των άλλων δύο ενώσεων. Σημαντικές στατιστικά διαφορές παρατηρήθηκαν και στους περιοδοντικούς δείκτες υπέρ της ομάδας μαστίχας. Ο δείκτης GI μειώθηκε από 1,8 σε 1 [p < 0.001, 95% ΔΕ: −0,7 έως −0,4], ενώ ο δείκτης PI-M μειώθηκε από 1,2 σε 0,8 [p < 0.001, 95% ΔΕ: −0,5 έως −0,2]. Συμπερασματικά, η οδοντόκρεμα με μαστίχα φαίνεται να αποτελεί μια αξιόλογη εναλλακτική παρέμβαση για τη μείωση της κακοσμίας σε εφήβους που υποβάλλονται σε ορθοδοντική θεραπεία με ακίνητες συσκευές. Η τακτική χρήση της δύναται να συμβάλλει σε κλινικά σημαντική βελτίωση των δεικτών οδοντικής πλάκας και ουλίτιδας (ClinicalTrials.gov, NCT06766097).Chios mastic gum, derived from Pistacia lentiscus variation chia, has emerged as a significant natural remedy to improve oral health and mitigate halitosis. This study aimed to examine the effect of mastic toothpaste on halitosis, plaque, and gingival indices in adolescents undergoing orthodontic treatment with fixed appliances. This study was a double-blind, placebo-controlled, parallel-group, randomized clinical trial. Thirty-two patients were randomly divided into two groups: A) mastic-toothpaste group and B) placebo-toothpaste group. Participants in both groups used the assigned toothpaste three times daily for 14 d. The primary outcome was objective hydrogen sulfide (H2S) levels in breath, measured using a gas chromatograph. The secondary outcomes were dimethyl sulfide ((CH3)2S) and methyl-mercaptan (CH3SH) levels, as well as the Silness and Löe Gingival Index (GI) and the Modified Silness and Löe Plaque Index (PI-M). Assessments were conducted at baseline and after two weeks. Data were analyzed using the Mann–Whitney U test and Student’s t-test. A statistically significant difference was found between interventions, in favor of the mastic group’s H2S (p = 0.001). The H2S median levels decreased from 158 parts per billion (ppb) to 26 ppb. Neither treatment group experienced a different decline in the levels of the other two components. Statistically significant differences were observed in the periodontal parameters, favoring the mastic group. The GI index decreased from 1.8 to 1 [p < 0.001, 95% CI: −0.7, −0.4], whereas the PI-M index decreased from 1.2 to 0.8 [p < 0.001, (95% CI: −0.5, −0.2)]. Mastic toothpaste may be an alternative option to reduce halitosis in adolescents undergoing orthodontic treatment with fixed appliances. Regular use of this toothpaste may lead to a clinically meaningful reduction in plaque and gingival indices (ClinicalTrials.gov, NCT06766097)

    Virtue Ethics as a Critical Pillar for Bioethics

    No full text
    Ο συγγραφέας της διατριβής διερευνά το πεδίο μιας σχετικά νέας φιλοσοφικής επιστήμης: της Βιοηθικής. Η Βιοϊατρική Ηθική αναδύθηκε κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Την ίδια περίοδο, διαμορφώθηκαν και οι αρχές αυτής της επιστήμης ως ένα πλαίσιο καθοδήγησης πράξης: οι αρχές της Βιοηθικής. Η κεντρική ιδέα της διατριβής είναι η σύνδεση αυτών των αρχών με τις μεγάλες ηθικές παραδόσεις. Σήμερα, η Βιοηθική συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με δύο από αυτές: την καντιανή παράδοση και τον ωφελιμισμό, και ένα μέρος της διατριβής εξετάζει τα σημεία στα οποία μπορούν να εντοπιστούν αυτές οι συνδέσεις. Το άλλο μέρος αποτελεί μια προσπάθεια να συνδεθούν οι αρχές με μια παράδοση με την οποία χάθηκε η επαφή κατά τον Διαφωτισμό — την ηθική της αρετής. Η παρούσα διατριβή υποστηρίζει ότι οι Αρχές της Βιοηθικής —Αυτονομία, Μη Κακοπραγία, Ευεργεσία και Δικαιοσύνη— μπορούν και πρέπει να συνδεθούν με την αντίστοιχη ηθική παράδοση.Η διατριβή περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό μέρος, ένα θεωρητικό μέρος και ένα καταληκτικό μέρος, όπου αναλύονται μελέτες περιπτώσεων.The author of the dissertation explores the field of a relatively new philosophical discipline: Bioethics. Biomedical ethics emerged during the sixties and seventies. At the same time, the principles of this discipline emerged as a framework for action guidance: the principles of bioethics. The dissertation aims to connect these principles to the major moral traditions. Bioethics is today closely connected to two of them. Kantian tradition and utilitarianism, and one part of this dissertation is showing where the connections can lie. The other part is an attempt to connect the principles with one tradition we lost touch with in the Enlightenment: virtue ethics. This dissertation proposes that the Principles of Bioethical Ethics, Autonomy, Nonmaleficence, Beneficence, and Justice can and should be connected to the corresponding traditions. The thesis has two parts: one is on bioethics, and the other is on moral tradition and virtue ethics. In each chapter, extensive research was carried out on virtue

    Μελέτη των λειτουργικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών των αθηρωματικών πλακών των καρωτίδων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη

    No full text
    Σκοπός: Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, με την αθηρωμάτωση των καρωτίδων να είναι σημαντική αιτία στα άτομα με ΣΔ. Ο ρόλος της φλεγμονής στις πλάκες των καρωτίδων παραμένει ασαφής. Η πρώτη μελέτη είχε ως σκοπό να αξιολογήσει την επίδραση του ΣΔ στη φλεγμονή των καρωτίδων σε ασθενείς με τεκμηριωμένη στεφανιαία νόσο (ΣΝ). Η δεύτερη μελέτη, που αφορούσε υποομάδα ασθενών, επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της σχέσης της θερμικής ετερογένειας των καρωτίδων (ΔΤ) με την ευπάθεια των στεφανιαίων πλακών σε ασθενείς που παρουσίασαν οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΟΕΜ). Μέθοδοι: 300 ασθενείς με σημαντική ΣΝ υποβλήθηκαν σε υπερηχογραφική αξιολόγηση και μέτρηση της διαφοράς θερμοκρασίας (ΔΤ) στις καρωτίδες με μικροκυματική ραδιομετρία (MWR). Μία ΔΤ ≥ 0,90°C θεωρήθηκε υψηλή, δείχνοντας αυξημένη φλεγμονή. Έγιναν αναλύσεις σε επίπεδο αγγείου και ασθενούς για την επίδραση του ΣΔ στα μορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά των καρωτίδων. Μία υποομάδα 34 ασθενών με ΟΕΜ υποβλήθηκε σε διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (PCI) και οπτική συνεκτική τομογραφία (OCT) για την αξιολόγηση των ανατομικών χαρακτηριστικών των στεφανιαίων πλακών. Μετά την PCI, όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε υπερηχογραφία και MWR των καρωτίδων, μετρώντας τη θερμική ετερογένεια (ΔΤ). Ελήφθησαν επίσης δείγματα αίματος για μέτρηση της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hsCRP). Αποτελέσματα: 113 (37,7%) από τους 300 ασθενείς είχαν ΣΔ. Αν και το πάχος των αθηρωματικών πλακών ήταν παρόμοιο μεταξύ των ασθενών με και χωρίς ΣΔ, οι ασθενείς με ΣΔ παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερες τιμές ΔΤ. Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι ο ΣΔ ήταν ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας υψηλής ΔΤ, τόσο μονόπλευρα (OR: 1,66, 95% CI: 1,06–2,58, P = 0,03) όσο και αμφίπλευρα (OR: 1,96, 95% CI: 1,01–3,81, P=0,05). 34 ασθενείς με ΟΕΜ (21 STEMI και 13 NSTEMI) αναλύθηκαν. Οι ασθενείς με ρήξη στεφανιαίας πλάκας είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα hsCRP (14,41±4,02 έναντι 9,9±2,5, P<0,005) και αυξημένη θερμική ετερογένεια (1,01±0,31°C έναντι 0,51±0,14°C, P=0,001) σε σύγκριση με όσους δεν είχαν ρήξη. Η ΔΤ ήταν επίσης υψηλότερη σε πλάκες με λεπτή ινώδη κάψα (TCFA) σε σύγκριση με εκείνες χωρίς TCFA (0,82±0,37°C έναντι 0,60±0,05°C, P=0,001). Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι η ΔΤ ήταν ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας της TCFA (OR για αύξηση 0,1°C 1,43; 95% CI: 1,03–1,98; P = 0,03), ενώ η ΔΤ (OR για αύξηση 0,1°C 3,40; 95% CI: 1,29–8,96; P = 0,013) ήταν ανεξάρτητος παράγοντας για τη ρήξη της πλάκας. Συμπέρασμα: Σε ασθενείς με ΣΝ, ο ΣΔ αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα για την τοπική φλεγμονώδη ενεργοποίηση των πλακών των καρωτίδων, όπως φαίνεται από την αυξημένη θερμοκρασία που μετρήθηκε με τη MWR. Σε ασθενείς με ΟΕΜ, η αυξημένη θερμική ετερογένεια των καρωτίδων συσχετίζεται με την ευπάθεια των στεφανιαίων πλακών, ειδικά με την παρουσία λεπτής ινώδους κάψας και υψηλότερα επίπεδα συστηματικής φλεγμονής (hsCRP). Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η MWR θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμο μη επεμβατικό εργαλείο για την αξιολόγηση της ευπάθειας τόσο των καρωτίδων όσο και των στεφανιαίων πλακών, κάτι που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση ως προγνωστικό εργαλείο.Aim: Diabetes mellitus (DM) is an independent risk factor for stroke, with carotid atheromatosis being a major cause of stroke in this population. The role of carotid plaque inflammation remains unclear. The first study aimed to assess the impact of DM on carotid artery inflammation in patients with documented coronary artery disease (CAD). The second study, a subgroup analysis, focused on determining the relationship between carotid artery temperature heterogeneity (ΔΤ) and coronary plaque vulnerability in patients presenting with acute myocardial infarction (AMI). Methods: 300 consecutive patients with significant CAD underwent an ultrasound evaluation of both carotid arteries, followed by microwave radiometry (MWR) to measure temperature differences (ΔT) along the carotid arteries. A ΔT ≥ 0.90°C was considered high and indicative of increased inflammation. Vessel- and patient-based analyses were conducted to determine the impact of DM on carotid morphological and functional characteristics.In the second study, a subgroup of 34 patients with AMI underwent percutaneous coronary intervention (PCI) and optical coherence tomography (OCT) to evaluate the anatomical features of the culprit coronary plaques. After PCI, patients had carotid ultrasound and MWR performed to assess thermal heterogeneity (LH). Blood samples were collected to measure high-sensitivity C-reactive protein (hsCRP). Results: 113 (37.7%) of the 300 patients had DM. While carotid plaque thickness was similar between patients with and without DM, those with DM exhibited higher ΔT values. Multivariate logistic regression analysis showed that DM was an independent predictor of high ΔT both unilaterally (OR: 1.66, 95% CI: 1.06–2.58, P = 0.03) and bilaterally (OR: 1.96, 95% CI: 1.01–3.81, P = 0.05). 34 patients with AMI (21 STEMI and 13 NSTEMI) were analyzed. Patients with ruptured coronary plaques had significantly higher hsCRP levels (14.41±4.02 vs. 9.9±2.5, P<0.005) and increased ΔΤ (1.01±0.31°C vs. 0.51±0.14°C, P=0.001) compared to those without plaque rupture. ΔΤ was also higher in plaques with thin-cap fibroatheromas (TCFAs) compared to those without TCFAs (0.82±0.37°C vs. 0.60±0.05°C, P=0.001). Multivariate analysis revealed that ΔΤ was independently associated with TCFA (OR for 0.1°C increase 1.43; 95% CI: 1.03–1.98; P = 0.03), while ΔT (OR for 0.1°C increase 3.40; 95% CI: 1.29–8.96; P = 0.013) was independently associated with plaque rupture. Conclusion: In patients with CAD, DM is an independent predictor of local carotid plaque inflammation, as reflected by elevated temperature differences measured by MWR. In AMI patients, increased carotid temperature heterogeneity is associated with vulnerable coronary plaque morphology, particularly thin-cap fibroatheroma, and higher levels of systemic inflammation (hsCRP). These findings suggest that MWR could serve as a valuable non-invasive tool for assessing both carotid and coronary plaque vulnerability, warranting further investigation into its prognostic utility

    The Interplay Between the Biosphere and Climate

    No full text
    424 pages with the following Features: A comprehensive evaluation of the present-day understanding of the Climate-Biosphere system evolution. Discusses the parameters of biogeochemical cycles and other environmental processes in the context of climate–biosphere interdependence. Explores interactive modeling of the natural and anthropogenic processes, and the link between their components. Describes the biosphere as a complex system and includes survivability indicators and development, verification, and application of climate-biosphere models. Highlights a new approach and relevant results of the internal variability of the climatic system based on Paleo-reconstruction of the climate. Explains the operational diagnostics, the estimation of the scale of damage, and the aftermath reduction of the stressful natural, biological, and hydrogeochemical processes. This reference is for professionals, researchers, academics, and students in Biology, Climatology, Ecology, Atmospheric Sciences, Geophysics, Hydrology, and Socio-Economic Sciences

    Σχέση μεταξύ μυϊκής δύναμης και ισχύος και τεχνικών αλμάτων στο παρκούρ

    No full text
    Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να εξετάσει τη συσχέτιση μυϊκής δύναμης,ισχύος των κάτω άκρων σε αθλητές του παρκούρ, σε σχέση με τα τεχνικά άλματα του. Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 10 αθλητές ηλικίας 21 έως 27 ετών με προπονητική εμπειρία 8 έως 14 ετών. Η αξιολόγηση και η καταγραφή της μυϊκής δύναμης έγινε με τη χρήση δυναμοπλατφόρμας Applied Measurements WP 800 - 1000kg weighting platform (Applied Measurements Ltd Co, Berkshire, UK) 80 x 80cm (s/n: 40245), με συχνότητα καταγραφής 1 kHz. Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με το πρόγραμμα DCS-100A. Η μυϊκή ισχύς αξιολογήθηκε κατά το άλμα με προδιάταση, χωρίς αιώρηση χεριών στην πλατφόρμα Countermovement Jump (CMJ). Τα τεχνικά άλματα αξιολογήθηκαν σε αίθουσα ενόργανης γυμναστικής, με τη χρησιμοποίηση δοκού ισορροπίας και ενός πλινθίου. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως υπήρξε θετική συσχέτιση μεταξύ της προπονητικής ηλικίας και του πρώτου τεχνικού άλματος (p=727), της μέγιστης ισομετρικής των κάτω άκρων στα 150-200 mc με αυτό (p=634), και αντίστοιχα στα 50-100mc αυτής με το ακροβατικό στοιχείο σάλτο πίσω (p=649), καθώς επίσης και με το ύψος των αθλητών και της ισομετρικής στα 0-50mc. (p=655). Επιπλέον βρέθηκε συσχέτιση μυϊκής ισχύς κάτω άκρων μεταξύ 100-150 στη πλατφόρμα countermovement(CMJ)συγκριτικά με τον δείκτη μάζας σώματος (p=646) αλλά και με το ποσοστό του σωματικού λίπους των αθλητών (p=798). Συμπεραίνεται ότι η φυσική κατάσταση ενισχύει και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της εκτέλεσης των τεχνικών δεξιοτήτων στη προπόνηση των αθλητών. Ωστόσο δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη άλλων στατιστικά σημαντικών συσχετίσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως αντίστοιχες με εκείνες που προαναφέρθηκαν. Λέξεις κλειδιά: Παρκούρ, συσχέτιση, μυϊκή δύναμη, μυϊκή ισχύς, precision, αξιολόγησηThe purpose of the present study was to examine the comparison between lower-limb muscular strength and power in parkour athletes in relation to their technical jumps. A total of ten athletes aged 21 to 27 years participated in the study, with training experience ranging from 8 to 14 years. The evaluation and recording of muscular strength were carried out using an Applied Measurements WP 800–1000 kg weighting platform (Applied Measurements Ltd Co, Berkshire, UK), measuring 80 × 80 cm (s/n: 40245), with a sampling frequency of 1 kHz. Data analysis was performed using the DCS-100A software. Muscular power was assessed during a countermovement jump without arm swing on the platform (Countermovement Jump – CMJ). Technical jumps were evaluated in a gymnastics hall using a balance beam and a vaulting box. The results showed that there was a positive correlation between training age and performance in the first technical jump (r = 0.727), between maximum lower-limb isometric strength at 150–200 ms and this jump (r = 0.634), and correspondingly between isometric strength at 50–100 ms and the acrobatic element of the back somersault (r = 0.649), as well as between the athletes’ height and isometric strength at 0–50 ms (r = 0.655). Furthermore, a correlation was found between lower-limb muscular power at 100–150 ms on the countermovement jump platform and body mass index (r = 0.646), as well as with the athletes’ percentage of body fat (r = 0.798). It is concluded that physical fitness enhances and largely determines the quality of technical skill execution in parkour athletes’ training. However, no other statistically significant correlations were identified that could be interpreted as comparable to those mentioned above. Keywords: parkour, correlation, muscular strength, muscular power, precision, evaluation

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇