National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η αναπαράσταση του παιδιού-αναγνώστη στο εικονοβιβλίο
Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στην αναπαράσταση του παιδιού αναγνώστη στα εικονοβιβλία και διερευνά πώς η δομή και η πολυτροπικότητά τους επηρεάζει την αναγνωστική εμπειρία. Στο πρώτο μέρος, γίνεται μια θεωρητική προσέγγιση που αφορά τις βασικές θεωρίες ανάγνωσης, τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά του εικονοβιβλίου ως πολυτροπικού μέσου καθώς και στην παιδαγωγική του αξιοποίηση στο σχολείο, με έμφαση στη θέση του παιδιού ως αναγνώστη και την εικονογράφηση. Επισημαίνεται η σημασία της αναγνωστικής εμπειρίας που διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση εικόνας και κειμένου και τους παράγοντες που διαμορφώνουν τη στάση του παιδιού για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση στην πρώιμη παιδική ηλικία. Στο δεύτερο μέρος της, παρουσιάζεται η ανάλυση εννέα επιλεγμένων εικονοβιβλίων, όπου εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους απεικονίζεται ο παιδικός αναγνώστης μέσα από διακριτές αφηγηματικές και εικονογραφικές τεχνικές. Η ανάλυση χωρίζεται σε τρεις διαφορετικούς άξονες σύγκρισης περιεχομένου, όπου σε κάθε άξονα τα εικονοβιβλία αναλύθηκαν και συγκρίθηκαν μεταξύ τους. Ο πρώτος άξονας είναι η στάση του παιδιού απέναντι στη διαδικασία της ανάγνωσης, ο δεύτερος ο ρόλος των ενηλίκων και ο τρίτος εξετάζει την ανάγνωση ως εμπειρία ταυτότητας και φαντασίας. Η ανάλυση εστιάζει στη διττή γλώσσα του εικονοβιβλίου και τη δυναμική της σχέσης ανάμεσα σε εικόνα και λόγο, διερευνώντας πώς αυτή επηρεάζει τη συμμετοχή του παιδιού-αναγνώστη, τη διεύρυνση της φαντασίας του και πώς μπορεί να συμβάλλει στην καλλιέργεια της θετικής στάσης απέναντι στην ανάγνωση. Το τρίτο μέρος παρουσιάζει προτάσεις εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και μεθόδων ενσωμάτωσης δύο εκ των εικονοβιβλίων που αναλύθηκαν με στόχο την ενίσχυση της αναγνωστικής κουλτούρας των μαθητών και της αφοσίωσής τους στη διαδικασία της ανάγνωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο του εκπαιδευτικού, όπου με την κατάλληλη προετοιμασία και τις κατάλληλες ερωτήσεις λειτουργεί ως εμψυχωτής και διαμεσολαβητής της αναγνωστικής εμπειρίας, που ενθαρρύνει το παιδί να ανακαλύψει και να απολαύσει τον κόσμο των εικονοβιβλίων μέσα σε ένα υποστηρικτικό και διαδραστικό περιβάλλον.This thesis focuses on the representation of the child reader in picture books and explores how their structure and multimodality influence the reading experience. The first part takes a theoretical approach to basic reading theories, the particularities and characteristics of picture books as a multimodal medium, and their pedagogical use in schools, with an emphasis on the position of the child as a reader and on illustration. The importance of the reading experience shaped by the interaction of image and text is highlighted, as well as the factors that shape children's attitudes towards literature and reading in early childhood. The second part presents an analysis of nine selected picture books, examining the ways in which the child reader is depicted through distinct narrative and illustrative techniques. The analysis is divided into three different axes of content comparison, where in each axis the picture books were analyzed and compared with each other. The first axis is the child's attitude towards the reading process, the second is the role of adults, and the third examines reading as an experience of identity and imagination. The analysis focuses on the dual language of the picture book and the dynamics of the relationship between image and word, exploring how this affects the child-reader's participation, the expansion of their imagination, and how it can contribute to the cultivation of a positive attitude towards reading. The third part presents suggestions for educational activities and methods for integrating two of the picture books analyzed in elementary school to strengthen students' reading culture and their commitment to the reading process. Particular emphasis is placed on the role of the teacher, who, with the right preparation and questions, acts as a motivator and mediator of the reading experience, encouraging children to discover and enjoy the world of picture books in a supportive and interactive environment
Ο διακινητής παράτυπων μεταναστών στη σύγχρονη ελληνική φυλακή. Κοινωνικό και ιδρυματικό προφίλ και αφηγήσεις ζωής.
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο της διακίνησης παράτυπων μεταναστών μέσα από το πρίσμα του ρόλου και του προφίλ των διακινητών που κρατούνται στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού Ι. Η μετανάστευση προσεγγίζεται ως πολυδιάστατο κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο, στενά συνδεδεμένο με διεθνείς ανισότητες, γεωπολιτικές συγκρούσεις και περιορισμένες δυνατότητες νόμιμης μετακίνησης, γεγονός που ενισχύει τη δράση οργανωμένων και μη δικτύων διακίνησης. Στο θεωρητικό μέρος αναλύεται η διακίνηση μεταναστών ως κοινωνικό και εγκληματικό φαινόμενο, οι αιτίες που ωθούν τα άτομα στη μετανάστευση, η σχέση διακινητή–μετανάστη, η δομή και οι ρόλοι των εγκληματικών δικτύων, καθώς και οι οικονομικές διαστάσεις και οι βασικές οδοί διακίνησης προς την Ευρώπη, με έμφαση στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ελλάδα ως χώρα διέλευσης. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην προσαρμοστικότητα των διακινητών απέναντι στα μέτρα ελέγχου και στη χρήση της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το εμπειρικό μέρος της έρευνας βασίζεται στην ανάλυση δεδομένων κρατουμένων για διακίνηση μεταναστών στο Κορυδαλλό Ι κατά τα έτη 2024 και 2025. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι περισσότεροι κρατούμενοι είναι νεαροί άνδρες, χαμηλού εκπαιδευτικού και επαγγελματικού επιπέδου, προερχόμενοι κυρίως από χώρες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και, μεταγενέστερα, σε αυξανόμενο βαθμό από την Τουρκία και τη Συρία. Οι ποινές που επιβάλλονται είναι ιδιαίτερα αυστηρές, με πολυετείς καθείρξεις, γεγονός που αναδεικνύει την ένταση της ποινικής καταστολής. Η ποσοτική ανάλυση συμπληρώνεται από αφηγήσεις ζωής τριών κρατουμένων, οι οποίες φωτίζουν την υποκειμενική πρόσληψη της αξιόποινης πράξης και τα προσωπικά κίνητρα εμπλοκής στη διακίνηση, όπως η οικονομική ανέχεια, η κοινωνική ευαλωτότητα και η απουσία εναλλακτικών επιλογών. Η εργασία καταλήγει ότι η διακίνηση μεταναστών δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ατομική εγκληματική επιλογή, αλλά ως φαινόμενο που εντάσσεται σε ευρύτερα κοινωνικά, οικονομικά και θεσμικά πλαίσια, θέτοντας προβληματισμούς για την αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη της ισχύουσας αντεγκληματικής πολιτικής.This thesis examines the phenomenon of irregular migrant smuggling through the analysis of the social and institutional profile of smugglers detained at Korydallos Prison I in Greece. Migration is approached as a complex socio-political phenomenon shaped by global inequalities, geopolitical instability and restricted access to legal migration channels, which foster the development of organized and non-organized smuggling networks. The theoretical part explores migrant smuggling as a social and criminal phenomenon, focusing on its underlying causes, the relationship between smugglers and migrants, the structure and roles within smuggling networks, as well as the economic dimensions and main smuggling routes to Europe, with particular emphasis on the Eastern Mediterranean and Greece as a transit country. Special attention is given to the adaptability of smuggling networks, including their use of technology and social media to facilitate operations. The empirical part is based on data analysis of detainees charged or convicted for migrant smuggling at Korydallos Prison I during 2024 and 2025. The findings indicate that most detainees are young men with low educational and occupational backgrounds, originating mainly from the Middle East and Asia, while more recent data show a growing presence of Turkish and Syrian nationals. The penalties imposed are particularly severe, often involving long-term imprisonment, highlighting the strict punitive approach of the Greek criminal justice system. Quantitative findings are complemented by life narratives from three detainees, which shed light on their personal interpretations of the offence and the motivations behind their involvement, such as economic hardship, social vulnerability and lack of alternative opportunities. The thesis concludes that migrant smuggling should not be understood solely as an individual criminal choice, but as a phenomenon embedded in broader social, economic and institutional contexts, raising critical questions about the effectiveness and fairness of current crime control policies
Το κοινωνικό θέατρο στην πράξη: To παράδειγμα της ομάδας LiberArte
Η παρούσα μελέτη διερευνά τη δυναμική του κοινωνικού θεάτρου ως εργαλείου προσωπικού, συλλογικού και κοινωνικού μετασχηματισμού, μέσω της μελέτης περίπτωσης της ομάδας LiberArte στης Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης. Η έρευνα αξιοποίησε μικτή μεθοδολογική προσέγγιση, συνδυάζοντας ημι-δομημένες συνεντεύξεις με συμμετοχική παρατήρηση και ποιοτική θεματική ανάλυση. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι το κοινωνικό θέατρο λειτουργεί ως πεδίο ενδυνάμωσης, δημιουργικής έκφρασης και κοινωνικής συνειδητοποίησης, ενισχύοντας δεξιότητες συνεργασίας, επικοινωνίας και κριτικής σκέψης. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο ρόλος του συμμετοχικού, οριζόντιου μοντέλου λειτουργίας στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης, της συλλογικής δράσης και της κοινωνικής συμμετοχής. Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι τέτοιες πρακτικές μπορούν να εφαρμοστούν σε διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα, από εκπαιδευτικά πλαίσια και δομές ψυχικής υγείας έως κοινότητες μεταναστών και ευάλωτων ομάδων, προσφέροντας ένα εργαλείο προσωπικής και κοινωνικής ενδυνάμωσης.This study explores the dynamics of social theatre as a tool for personal, collective, and social transformation through the case study of LiberArte, a theatre group based at the Nea Smyrni Workers’ Club. The research employed a mixed-methods approach, combining semi-structured interviews with participant observation and thematic qualitative analysis. Findings indicate that social theatre functions as a space for empowerment, creative expression, and social awareness, enhancing collaboration, communication, and critical thinking skills. Furthermore, the participatory, horizontal model of group operation emerged as crucial in fostering trust, collective action, and civic engagement. The study confirms that such practices can be applied across diverse social contexts, from educational settings and mental health services to migrant and vulnerable communities, providing an effective tool for personal and social empowerment
Σχεδιασμός και υλοποίηση ασκήσεων Πολιτικής Προστασίας: Συγκριτική ανάλυση διεθνών και εθνικών πλαισίων
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει συγκριτικά τους οδηγούς σχεδιασμού και υλοποίησης ασκήσεων Πολιτικής Προστασίας που έχουν αναπτυχθεί σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, με έμφαση στις Γενικές Οδηγίες της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, αναλύονται και συγκρίνονται ο διεθνής οδηγός ISO 22398:2013, ο οδηγός Homeland Security Exercise and Evaluation Program (HSEEP) των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο Οδηγός Ασκήσεων Πλήρους Ανάπτυξης του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (UCPM) και ο οδηγός Managing Exercises του Αυστραλιανού Ινστιτούτου Ανθεκτικότητας στις Καταστροφές (AIDR). Η μεθοδολογία της έρευνας βασίζεται σε ποιοτική συγκριτική ανάλυση θεσμικών κειμένων, με τη χρήση ενός δομημένου πλαισίου κριτηρίων που καλύπτει τον σκοπό και τη φιλοσοφία των ασκήσεων, την τυπολογία, τον κύκλο ζωής, τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση συμμετεχόντων, τον σχεδιασμό σεναρίων, την επικοινωνία και τη διαλειτουργικότητα, την αξιολόγηση, καθώς και ζητήματα ασφάλειας και προσαρμοστικότητας. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης αναδεικνύουν τόσο κοινές αρχές και καλές πρακτικές, όπως η προσέγγιση βάσει κινδύνου, η έμφαση στη συνεχή βελτίωση και η πολυφορεακή συνεργασία, όσο και σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το επίπεδο τυποποίησης, τη χρήση παραδοτέων και τον βαθμό ενσωμάτωσης της οργανωσιακής μάθησης. Η εργασία καταλήγει σε συμπεράσματα και προτάσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν για την περαιτέρω ενίσχυση και επικαιροποίηση του ελληνικού πλαισίου ασκήσεων Πολιτικής Προστασίας, με στόχο τη βελτίωση της ετοιμότητας και της ανθεκτικότητας του συστήματος.This thesis presents a comparative analysis of national and international guidelines for the planning and conduct of civil protection exercises, with a particular focus on the General Guidelines of the General Secretariat for Civil Protection of Greece. The study examines and compares the ISO 22398:2013 international standard, the Homeland Security Exercise and Evaluation Program (HSEEP) of the United States, the European Union Civil Protection Mechanism (UCPM) Full-Scale Exercise Guidelines, and the Managing Exercises guide of the Australian Institute for Disaster Resilience (AIDR). The research adopts a qualitative comparative methodology based on the systematic analysis of institutional documents, using a structured set of analytical criteria. These criteria address the purpose and philosophy of exercises, exercise typology, the exercise life cycle, governance and organizational structures, participant management, scenario design, communication and interoperability, evaluation and improvement processes, as well as safety, ethics, and adaptability. The findings highlight both convergences and divergences among the examined guides. Common elements include the risk-based approach, the emphasis on continuous improvement, and the promotion of multi-agency and whole-of-society participation. Differences are mainly observed in the degree of standardization, the use of structured deliverables, and the extent to which organizational learning is explicitly embedded in the exercise process. The study concludes with recommendations that may support the further development and strengthening of the Greek civil protection exercise framework, contributing to enhanced preparedness and system resilience
Εκτίμηση Επικινδυνότητας Εναντι Αστοχιών της Βραχόμαζας του Θαλάσσιου Μετώπου "Ακροναυπλίας" Δήμου Ναυπλιέων και Προτάσεις Μέτρων Προστασίας αυτής
Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά αφενός στην Αξιολόγηση των συνθηκών που επικρατούν σε διαμορφωμένο υψηλό βραχώδες πρανές το οποίο βρίσκεται στη χερσόνησο της Ακροναυπλίας, στα διοικητικά όρια του Δήμου Ναυπλιέων έχοντας έκθεση στο θαλάσσιο μέτωπο του Αργολικού κόλπου και έχει κατά καιρούς διαμορφώσει κατολισθητικά φαινόμενα υπό τη μορφή βραχοπτώσεων, καθώς και στην εξέταση των προτεινόμενων μέτρων προστασίας, όπως αυτά προέκυψαν μετά από έρευνες υπαίθρου και αναλύσεις γραφείου. Για τη σύνταξη της διπλωματικής ελήφθησαν στοιχεία που προέκυψαν από ερευνητικές εργασίες του ΕΑΓΜΕ και του ΕΚΠΑ.This thesis concerns, on the one hand, the Evaluation of the conditions prevailing on a shaped high rocky slope which is located on the Akronafplia peninsula, within the administrative boundaries of the Municipality of Nafplio, having exposure to the sea front of the Argolic Gulf and has from time to time formed landslide phenomena in the form of rock falls, as well as the examination of the proposed protection measures, as they emerged after field and office research. For the preparation of the thesis, data resulting from research work by EAGME and NKUA were obtained
Συσχέτιση σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης και εφηβικής εγκυμοσύνης : βιβλιογραφική ανασκόπηση
Η Σ.Δ αποτελεί ένα αναδυόμενο ζήτημα τα τελευταία χρόνια, αφού αναγνωρίζεται ως έννοια όλο και περισσότερο και έρευνες έχουν δείξει ότι η διδασκαλία της συναισθηματικής, κοινωνικής και φυσικής έκφανσης της σεξουαλικότητας, μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στην σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία των παιδίων και των εφήβων. Τα μέσα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διδασκαλία της σεξουαλικής διαπαιδαγώγισης περιλαμβάνουν το σχολείο, τους γονείς και κοντινούς φίλους, τους επαγγελματίες υγείας και το διαδίκτυο. Η πολιτική που ακολουθείται ανάμεσα στις χώρες διαφέρει, ανάλογα με τις διαφορετικές πολιτισμικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και οικονομικές συνθήκες. Η Σ.Δ μπορεί να εμφανιστεί με δύο μορφές : την εκπαίδευση της ¨αποχής¨ και την ολοκληρωμένη-συμπεριληπτική Σ.Δ. Έχουν υπάρξει πολλές διαφωνίες για το ποια μέθοδος είναι η κατάλληλη, αφού η κάθεμία έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Η κατανόηση της σεξουαλικότητας είναι μια κύρια πτυχή της υγιούς ανάπτυξης των εφήβων με θετικό αντίκτυπο στη ζωή τους, όπως για παράδειγμα στην μείωση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, στο να κάνουν σωστές επιλογές, να δημιουργούν υγιείς σχέσεις, να βελτιώνουν την αυτοεκτίμηση τους και την αυτοπεποίθηση τους και να φτιάξουν το κατάλληλο έδαφος για ολοκληρωμένες σχέσεις. Ένα από τα πιο συνηθισμένα θέματα που σχετίζονται με τη Σ.Δ είναι οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες στους εφήβους που είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη γνώση της σεξουαλικότητας και τις αντισυλληπτικές μεθόδους. Έχει αποδειχτεί σε πολλές μελέτες ότι στις περιοχές όπου οι έφηβοι παρακολούθησαν σεμινάρια για τη σεξουαλικότητα, υπήρξε αισθητή μείωση των ανεπιθύμητων νεανικών κυήσεων. Η Σ.Δ στην Ελλάδα είναι ένα από τα θέματα που συζητιούνται έντονα και πρόσφατα το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε την υποχρεωτική διαδασκαλία του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο σχολείο. Υπάρχει λοιπόν επιτακτική ανάγκη για τους εφήβους να έχουν πρόσβαση σε ακριβείς και έγκυρες πληροφορίες για τη σεξουαλικότητα καθώς και ένα σαφές πλαίσιο διδασκαλίας αυτής, προκειμένου να τους παροτρύνει να κάνουν ενημερωμένες επιλογές.Sexual education has become an emerging topic throughout the years since there has been increasing recognition and evidence that teaching about the cognitive, emotional, social and physical aspects of sexuality can have a positive impact on children and adolescents sexual and reproductive health. The means by which sexual education can be taught, include the school environment,the parents and close friends but also health care providers and the internet. The policy between different countries differs when considering that different cultural, social, religious and economic conditions exist in each of them. Sexual education has been typically categorized into abstinence only education and comprehensive sex education. There have been many debates concerning the most appropriate method, each one having its advantages and disadvantages. Understanding sexuality is a crucial aspect of healthy adolescent development, with positive implications for their lives, such as reducing the risk of sexually transmitted diseases, making informed decisions, establishing healthy relationships, improving self-esteem and confidence and building a foundation for fulfilling relationships. A common issue related to sexual education is unwanted pregnancies in adolescents which is directly collated with knowledge about sexuality and contraceptive methods. It has been proved by many studies that in regions where adolescents received lectures on sexuality, there was a significant reduction in teen pregnancy rates. Sexual education in Greece is still a matter of discussion and recently, the ministry of education announced the teaching of sexual education as an obligatory subject at school. It is imperative that adolescents have access to accurate and current information about sexuality to enable them to make informed choices
Γονικές Πρακτικές και Ανάπτυξη Αναπαραστάσεων για το Φύλο στην Εφηβεία
Αντικείμενο ενδιαφέροντος της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση της σχέσης των γονικών πρακτικών με τις αναπαραστάσεις που αναπτύσσουν οι έφηβοι/ες για το φύλο. Για την προσέγγιση του ερευνητικού θέματος επιλέχθηκε η χρήση της ποιοτικής μεθοδολογίας, ώστε να εξεταστεί η βιωμένη εμπειρία των συμμετεχόντων. Συγκεκριμένα, αξιοποιήθηκε η μέθοδος της ημιδομημένης συνέντευξης σε ένα αλληλεπιδραστικό πλαίσιο μεταξύ ερευνήτριας και ερωτώμενων. Οι συνεντευξιαζόμενοι/ες ήταν στο σύνολο 13 έφηβοι/ες -έξι κορίτσια και επτά αγόρια- ηλικίας 12 έως 18 ετών. Για την ανάλυση των δεδομένων, το ερευνητικό υλικό οργανώθηκε και αναλύθηκε μέσω της μεθοδολογίας της θεματικής ανάλυσης. Οι κύριες θεματικές ενότητες που προέκυψαν είναι οι εξής: (α) γονικές πρακτικές στο οικογενειακό περιβάλλον, (β) γονικές πρακτικές και φύλο, (γ) αναπαραστάσεις για το φύλο και (δ) επιθυμίες - προτάσεις για αλλαγή. Τα ευρήματα συζητούνται και ερμηνεύονται με στοιχεία από έρευνες που μελέτησαν δεδομένα για τις προαναφερθείσες θεματικές ενότητες.The subject of interest in the present study is the exploration of the relationship between parental practices and the representations that adolescents develop regarding gender. To approach this research topic, a qualitative methodology was chosen in order to examine the lived experiences of the participants. Specifically, the method of semi-structured interviews was employed within an interactive framework between the researcher and the respondents. The interviewees were a total of 13 adolescents -six girls and seven boys- aged 12 to 18 years. For the analysis of the data, the research material was organized and analyzed using thematic analysis methodology. The main thematic categories that emerged are as follows: (a) parenting practices within the family context, (b) parenting practices and gender, (c) representations of gender, and (d) desires - proposals for change. The findings are discussed and interpreted in light of research studies that have examined data related to the aforementioned thematic categories
Νευροπαθητικός πόνος στην νόσο covid-19. Περιγραφική ανασκόπηση
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η πανδημία COVID-19 έχει επιφέρει προκλήσεις στην υγεία, συμπεριλαμβανομένου του νευροπαθητικού πόνου ως μακροπρόθεσμης επιπλοκής. Ο πόνος αυτός εμφανίζεται συχνά σε επιζώντες, ιδιαίτερα σε όσους βιώνουν μακροχρόνια COVID. Η κατανόηση της παθοφυσιολογίας του, που περιλαμβάνει ιική εισβολή, νευρωνική βλάβη και νευροφλεγμονή, είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη στρατηγικών διαχείρισης. ΣΚΟΠΟΣ Η παρούσα μελέτη στοχεύει στη διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ του νευροπαθητικού πόνου και της COVID-19, εστιάζοντας στους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που συνδέουν τις δύο καταστάσεις. Μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, επιδιώκεται η κατανόηση της επίπτωσης της COVID-19 στην ανάπτυξη νευροπαθητικού πόνου και η αξιολόγηση των κλινικών χαρακτηριστικών και θεραπευτικών προσεγγίσεων για την αντιμετώπισή του. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ Πραγματοποιήθηκε περιγραφική ανασκόπηση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές PRISMA. Εντοπίστηκαν σχετικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2020 και Αυγούστου 2024 στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιώντας βάσεις δεδομένων όπως οι PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, EMBASE και η Cochrane Library. Συμπεριλήφθηκαν αναδρομικές, συγχρονικές και προοπτικές μελέτες παρατήρησης που αφορούσαν ασθενείς με διάγνωση COVID-19 και νευροπαθητικό πόνο, ενώ αποκλείστηκαν μελέτες σε ζώα, ανασκοπήσεις και μελέτες από τις οποίες έλειπαν βασικές μεθοδολογικές λεπτομέρειες. Πραγματοποιήθηκε αφηγηματική σύνθεση λόγω της ετερογένειας των σχεδιασμών και των αποτελεσμάτων των μελετών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η ανασκόπηση παρουσίασε 2.313 άτομα σε δώδεκα μελέτες παρατήρησης. Ο επιπολασμός του νευροπαθητικού πόνου διέφερε ανάλογα με τον χρόνο αξιολόγησης και τον πληθυσμό: 24,8% σε ήπια έως μέτρια κοινοτικά περιστατικά κατά την οξεία φάση (NPQ), 2,9%-29,2% σε μετα-οξεία/μακροχρόνια περιστατικά COVID και 7%-9% σε νοσηλευόμενους ασθενείς και επιζώντες της ΜΕΘ. Οκτώ μελέτες εξέτασαν τους παράγοντες κινδύνου, με στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις που διαπιστώθηκαν για το γυναικείο φύλο και την μεγαλύτερη ηλικία (προσαρμοσμένο OR 2,1-3,5), την κατάθλιψη (OR=4,462, 95% CI: 1,073-18,553), τη χρήση αζιθρομυκίνης (OR=5,444, 95% CI: 1,631-18,169) και τη μέτρια έως σοβαρή λοίμωξη COVID-19 (OR=4.901 και OR=6.276 αντίστοιχα). Η ανατομική κατανομή έδειξε επικράτηση στα άκρα (έως και 86% των οξέων περιπτώσεων). Ενάμιση έτος μετά τη μόλυνση τα συμπτώματα παρέμειναν στο 4,2% των περιπτώσεων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο νευροπαθητικός πόνος αναδεικνύεται ως σημαντική επιπλοκή της νόσου COVID-19. Το γυναικείο φύλο, η μεγαλύτερη ηλικία, η κατάθλιψη και η σοβαρή οξεία λοίμωξη αποτελούν σταθερούς παράγοντες κινδύνου. Η κυρίαρχη συμμετοχή των άκρων και η τεκμηριωμένη επιμονή πέραν των 18 μηνών καθιστά τον νευροπαθητικό πόνο ως συστατικό του συνδρόμου Long-COVID. Επιστημονικός τομέας: Νευρολογία, Αλγολογία, Μολυσματικές ασθένειεςINTRODUCTION The COVID-19 pandemic has brought health challenges, including neuropathic pain as a long-term complication. This pain often occurs in survivors, particularly in those experiencing long COVID. Understanding its pathophysiology, which includes viral invasion, neuronal damage and neuroinflammation, is critical for developing management strategies. OBJECTIVE This study aims to investigate the association between neuropathic pain and COVID-19, focusing on the pathophysiological mechanisms linking the two conditions. Through the literature review, we aim to understand the impact of COVID-19 on the development of neuropathic pain and to evaluate the clinical features and therapeutic approaches for its management. METHODOLOGY A narrative review was performed according to PRISMA guidelines. Relevant studies published between January 2020 and August 2024 in English were identified using databases such as PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, EMBASE, and the Cochrane Library. Studies involving patients diagnosed with COVID-19 and neuropathic pain were included, while animal studies, reviews, and studies lacking key methodological details were excluded. A narrative synthesis was performed due to the heterogeneity of study designs and results. RESULTS The review presented 2,313 individuals in twelve observational studies. The prevalence of neuropathic pain varied depending on the time of assessment and the population: 24.8% in mild to moderate community cases during the acute phase (NPQ), 2.9%-29.2% in post-acute/long-term COVID cases, and 7%-9% in hospitalized patients and ICU survivors. Eight studies examined risk factors, with statistically significant associations found for female sex and older age (adjusted OR 2.1-3.5), depression (OR=4.462, 95% CI: 1.073-18.553), azithromycin use (OR=5.444, 95% CI: 1.631-18.169), and moderate to severe COVID-19 infection (OR=4.901 and OR=6.276, respectively). The anatomical distribution showed a predominance in the extremities (up to 86% of acute cases). One and a half years after infection, symptoms remained in 4.2% of cases. CONCLUSIONS Neuropathic pain emerges as an important complication of COVID-19 disease. Female gender, older age, depression, and severe acute infection are consistent risk factors. The predominant involvement of the extremities and documented persistence beyond 18 months makes neuropathic pain a component of Long-COVID syndrome. Scientific Area: Neurology, Algology, Infectious Disease
Παρεμβάσεις βασισμένες στη φύση για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση ατόμων με ψυχικές διαταραχές
Εισαγωγή: Σε ένα περιβάλλον όπου η ψυχική επιβάρυνση αυξάνεται παγκοσμίως, οι μη φαρμακευτικές, εναλλακτικές μορφές υποστήριξης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Σκοπός: Η παρούσα εργασία διερευνά τις παρεμβάσεις που βασίζονται στη φύση (nature-based interventions) και την αποτελεσματικότητά τους στην ψυχοκοινωνική αποκατάσταση ατόμων με ψυχικές διαταραχές. Μεθοδολογία: Διενεργήθηκε συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για την περίοδο 2015-2025, από την οποία προέκυψαν 11 εμπειρικές μελέτες που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Αποτελέσματα: Οι μορφές παρέμβασης που καταγράφηκαν περιλάμβαναν κοινωνική γεωργία (care farming), κηπουρική θεραπεία (horticultural therapy) καθώς και οργανωμένες περιπατητικές δραστηριότητες σε φυσικά τοπία. Τα ευρήματα αφορούσαν άτομα με ψυχωσικές διαταραχές, συναισθηματικές διαταραχές καθώς και αγχώδεις διαταραχές, οι οποίοι είτε ήταν σε νοσηλεία είτε ήταν εξωνοσοκομειακοί χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η ανάλυση των μελετών πραγματοποιήθηκε ανά θεματική ενότητα, βάσει δεικτών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, σε συνδυασμό με τις μορφές παρεμβάσεων. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν σημαντικά οφέλη, όπως μείωση των επιπέδων άγχους και κατάθλιψης, βελτίωση γνωστικών παραμέτρων, ενίσχυση κοινωνικής λειτουργικότητας και αισθήματος του ανήκειν καθώς και σε δείκτες υποκειμενικής ευεξίας και ποιότητας ζωής. Πιθανοί μηχανισμοί δράσης που αναδείχθηκαν περιλαμβάνουν την ενσυνειδητότητα, την ενίσχυση της συνδεσιμότητας με τη φύση και την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, επισημαίνονται ερευνητικά και μεθοδολογικά κενά, όπως η ετερογένεια στα πρωτόκολλα και στα εργαλεία αξιολόγησης, η απουσία μακροχρόνιας παρακολούθησης καθώς και η περιορισμένη γεωγραφική αντιπροσώπευση, με υπεροχή δεδομένων από Βόρεια Ευρώπη και Ανατολική Ασία. Συμπεράσματα: Συνολικά, οι NBIs αναδεικνύονται ως υποσχόμενες, ασφαλείς και βιώσιμες συμπληρωματικές προσεγγίσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν σε υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης προκειμένου να βελτιώσουν την ψυχική υγεία και να ενισχύσουν την κοινωνική ένταξη. Ως εκ τούτου τονίζεται η σημασία για περαιτέρω έρευνα και ενσωμάτωση των NBIs σε πολιτικές δημόσιας υγείας με σκοπό την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση ατόμων με ψυχικές διαταραχές.Introduction: In a global context where mental health burdens are steadily increasing, non-pharmacological, alternative forms of support are gaining particular importance. Aim: This study explores Nature-Based Interventions and their effectiveness in the psychosocial rehabilitation of individuals with mental disorders. Methodology: A systematic review of international literature from 2015 to 2025 was conducted, resulting in 11 empirical studies that met the inclusion criteria. The identified interventions included, care farming, horticultural therapy, and organized walking activities in natural environments. Results: The findings pertained to individuals with psychotic, affective, and anxiety disorders, including both inpatients and community-based mental health service users. The analysis of the studies was structured thematically, based on psychosocial rehabilitation indicators and the type of intervention applied. The results indicate significant benefits, such as reduced levels of anxiety and depression, improvements in cognitive functioning, enhanced social functioning and sense of belonging, as well as gains in subjective well-being and quality of life. Potential mechanisms of action highlighted in the literature include mindfulness, increased nature connectedness, and elevated physical activity. Despite the encouraging outcomes, research and methodological gaps were identified, such as heterogeneity in intervention protocols and assessment tools, lack of long-term follow-up, and limited geographical representation-mostly focused on Northern Europe and East Asia. Conclusions: Overall, NBIs emerge as promising, safe, and sustainable complementary approaches that can be integrated into psychosocial rehabilitation services to improve mental health and promote social inclusion. Therefore, the need for further research and the integration of NBIs into public health policies aimed at the psychosocial rehabilitation of individuals with mental disorders is emphasized
Μητρική παχυσαρκία και εντερικό μικροβίωμα του νεγονού/βρέφους: Συστηματική ανασκόπηση
Εισαγωγή: Το σωματικός βάρος της μητέρας πριν την εγκυμοσύνη και η αύξησή του κατά τη διάρκειά της μπορούν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της εγκυμοσύνης, την υγεία της μητέρας αλλά και του νεογνού της. Το εντερικό μικροβίωμα αποτελεί πεδίο ενδιαφέροντος πολλών ερευνητών λόγω της επίδρασής του τόσο στην εντερική αλλά και τη συνολική υγεία. Το εντερικό μικροβίωμα του βρέφους, ιδιαίτερα ευμετάβλητο και δυναμικό, επηρεάζει την υγεία του βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και ως εκ τούτου αποτελεί προγνωστικό παράγοντα της υγείας του. Γνωρίζοντας τη μεγάλη επίδραση των μητρικών αυτών χαρακτηριστικών στο βρέφος και τη σημασία του βρεφικού εντερικού μικροβιώματος, πολλοί ερευνητές εξετάζουν κατά πόσο αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά αυτόν τον μικρόκοσμο. Σκοπός: Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση έχει ως σκοπό να αξιολογήσει τις υπάρχουσες μελέτες που εξετάζουν την επίδραση της μητρικής παχυσαρκίας και της υπερβολικής αύξησης βάρους (πέραν των συστάσεων) στο βρεφικό εντερικό μικροβίωμα. Μεθοδολογία: Οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων PUBMED και SCOPUS αναζητήθηκαν συστηματικά, χρησιμοποιώντας λέξεις-κλειδιά όπως "maternal obesity" και "infant gut microbiome". Έπειτα έγινε επιλογή των κατάλληλων άρθρων/μελετών με βάση τη μέθοδο PRISMA και αξιολόγησή τους χρησιμοποιώντας το εργαλείο NOS, ενώ στη συνολική διαχείρισή τους χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό Mendeley. Αποτελέσματα: Από τα 1.137 άρθρα που συλλέχθηκαν χρησιμοποιήθηκαν 9 για την αξιολόγηση της επίδρασης της μητρικής παχυσαρκίας και 5 για την αξιολόγηση της επιρροής της αύξησης βάρους κατά την κύηση. Από τις 9 πρώτες μελέτες, οι 5 έδειξαν σημαντική επίδραση της μητρικής παχυσαρκίας στο βρεφικό εντερικό μικροβίωμα με αρνητικές επιπτώσεις στα βρέφη μητέρων με αυξημένο ΔΜΣ, ενώ οι υπόλοιπες 4 δεν έδειξαν κάποια συσχέτιση. Από τις 5 μελέτες που εστίασαν στην αύξηση βάρους κατά την κύηση, οι 3 δεν κατάφεραν να δείξουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση, σε αντίθεση με τις άλλες 2 που έδειξαν πως μια αύξηση βάρους πέραν των συστάσεων επηρεάζει αρνητικά το βρεφικό εντερικό μικροβίωμα. Συμπεράσματα: Τα ερευνητικά δεδομένα που υπάρχουν μέχρι σήμερα σχετικά με την επίδραση της μητρικής παχυσαρκίας και της υπερβολικής αύξησης βάρους κατά την κύηση είναι αντιφατικά, με τις μελέτες που αφορούν τη μητρική παχυσαρκία να είναι περισσότερες και με πιο συνεπή αποτελέσματα. Οι παράγοντες αυτοί ενδέχεται να συμβάλλουν στη διαμόρφωση του εντερικού μικροβιώματος του βρέφους, ωστόσο φαίνεται ότι άλλοι παράγοντες, όπως ο τρόπος τοκετού και η διατροφή, ασκούν μεγαλύτερη επίδραση και το επηρεάζουν σημαντικά. Παρ’ όλα αυτά, απαιτούνται περισσότερες, καλά σχεδιασμένες και μεθοδολογικά συγκρίσιμες μελέτες, προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή και έγκυρα συμπεράσματα. Ανεξάρτητα από τα τελικά ευρήματα, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να αποτελεί βασικό στόχο τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και στο πλαίσιο της δημόσιας υγείας.Introduction: Maternal body weight before pregnancy and weight gain during pregnancy can greatly influence the course of pregnancy, as well as the health of both the mother and the newborn. The gut microbiome has attracted significant research interest due to its impact on both intestinal and overall health. The infant gut microbiome, which is highly variable and dynamic, influences the infant’s health in both the short and long term and is therefore considered a predictor of future health. Given the substantial impact of maternal characteristics on the infant and the importance of the infant gut microbiome, many researchers are investigating whether these maternal characteristics can positively or negatively affect this microbial ecosystem. Aim: This systematic review aims to evaluate existing studies examining the impact of maternal obesity and excessive gestational weight gain (beyond recommended levels) on the infant gut microbiome. Methodology: To collect all relevant studies, a search was conducted in the PubMed and Scopus electronic databases using keywords such as “maternal obesity” and “infant gut microbiome.” Articles were selected based on the PRISMA method and evaluated using the Newcastle–Ottawa Scale (NOS), while Mendeley was used for reference management. Results: Out of 1,137 collected articles, 9 were used to assess the effect of maternal obesity and 5 to assess the influence of gestational weight gain. Of the 9 studies on maternal obesity, 5 showed a significant impact on the infant gut microbiome, indicating negative effects among infants born to mothers with higher BMI, while the remaining 4 found no association. Among the 5 studies focusing on gestational weight gain, 3 did not show a statistically significant association, while 2 indicated that weight gain beyond recommendations negatively affects the infant gut microbiome. Conclusion: The currently available research evidence regarding the impact of maternal obesity and excessive gestational weight gain remains inconsistent, with findings related to maternal obesity being more numerous and more consistent. These factors may play a role in shaping the infant gut microbiome; however, other determinants, such as mode of delivery and infant feeding practices, appear to exert a stronger and more direct influence. Further well-designed and methodologically comparable studies are required to draw robust and reliable conclusions. Nevertheless, regardless of the final outcomes, maintaining a healthy maternal body weight before and throughout pregnancy should remain a central priority, both at the individual level and within the broader scope of public health