National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Ρυμουλκά πλοία και κατ’ επάγγελμα ρυμούλκηση: ρυθμιστικό πλαίσιο και νομικές προεκτάσεις
Η ρυμούλκηση, η οποία κατά την περίοδο της ιστιοφόρου ναυτιλίας συγχεόταν με την επιθαλάσσια αρωγή και δεν παρουσίαζε ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, αναδείχθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα σε αυτοτελή επαγγελματική υπηρεσία με την ανάπτυξη της ατμοκίνητης ναυσιπλοΐας, την αύξηση των θαλάσσιων μεταφορών και την ανάγκη ασφαλούς διαχείρισης μεγάλων πλοίων και πλωτών κατασκευών. Η παρούσα διπλωματική εργασία «Ρυμουλκά πλοία και κατ’ επάγγελμα ρυμούλκηση: ρυθμιστικό πλαίσιο και νομικές προεκτάσεις» εξετάζει συνοπτικά την τεχνική και νομική φύση της ρυμούλκησης, τις βασικές μορφές της (λιμενική, ανοιχτής θαλάσσης και κρατική), τη διάκρισή της από την επιθαλάσσια αρωγή, καθώς και το ισχύον εθνικό ρυθμιστικό και συμβατικό πλαίσιο (άρθρο 188 ΚΔΝΔ, ΠΔ 45/1983, 83/2022 και 16/2025), με αναφορά στις τυποποιημένες διεθνείς συμβάσεις και στους σιωπηρούς όρους των συμβάσεων ρυμούλκησης. Παράλληλα, αναλύεται η ενωσιακή προσέγγιση του θεσμού υπό το πρίσμα του ελεύθερου ανταγωνισμού (υπόθεση ΔΕΕ C-251/2004, Κανονισμός 352/2017), καθώς και ζητήματα ευρωπαϊκής συνεργασίας και ανθρωπιστικών διαστάσεων. Η εργασία αναδεικνύει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της ρυμούλκησης ως τεχνικής επιχείρησης και νομικής διαδικασίας, καθώς και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο.Towage, which during the era of sailing navigation was largely conflated with maritime salvage and attracted limited legal attention, emerged from the mid-19th century onwards as an autonomous professional service following the advent of steam navigation, the expansion of maritime transport and the growing need for the safe handling of large vessels and floating structures. This thesis, “Tug vessels and professional towage: regulatory framework and legal implications”, provides a concise analysis of the technical and legal nature of towage, its main forms (port, ocean and state towage), its distinction from salvage, and the applicable national regulatory and contractual framework (Article 188 of the Public Maritime Law Code; Presidential Decrees 45/1983, 83/2022 and 16/2025), including standard international contracts and implied terms. It further examines the EU law perspective in light of competition rules (CJEU Case C-251/2004; Regulation 352/2017), as well as aspects of European cooperation and humanitarian considerations. The study highlights the multidimensional character of towage as both a technical operation and a legal process, and identifies key challenges faced by the contemporary institutional framework
''Αξιολόγηση της αντιμικροβιακής δράσης εκχυλισμάτων μυκητιακής προέλευσης- Evaluation of antibacterial activity of crude extracts obtained from fungi''
Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στην παραγωγή και μελέτη αντιμικροβιακών ουσιών από μυκήτες, στην αξιολόγηση της δράσης των εκχυλισμάτων των μυκήτων έναντι σε βακτήρια που είναι αλλοιογόνα τροφίμων, αναγνωρίζοντας τη σημαντική ανάγκη για βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις στην πρόληψη της υποβάθμισης της ποιότητας των τροφίμων . Οι λοιμώξεις που προκαλούνται από παθογόνα βακτήρια, αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, καθώς συνδέονται με την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων. Η χρήση χημικών αντιμικροβιακών παραγόντων, αν και αποτελεσματική, έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών ,στην υποβάθμιση της ποιότητας των τροφίμων, στην πρόκληση προβλημάτων υγείας στους καταναλωτές , αυτά καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση βιώσιμων εναλλακτικών. Η εργασία αυτή αποσκοπεί στην εξερεύνηση των δυνατοτήτων των μυκήτων ως πηγή φυσικών αντιμικροβιακών ουσιών, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν μια εναλλακτική προσέγγιση στην πρόληψη των αλλοιώσεων που προκαλούνται στα τρόφιμα από βακτήρια. Η επιλογή των στελεχών πραγματοποιήθηκε κυρίως με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα από τη βιβλιογραφία αναφορικά με την ιδιότητα που έχουν ορισμένα μυκητιακά γένη να παράγουν βιοενεργές ενώσεις. Επιπλέον, μελετήθηκαν κάποια στελέχη για τα οποία δεν υπάρχουν ανάλογα δεδομένα στοχεύοντας στην ανακάλυψη νέων ιδιοτήτων. Αρχικά ,τα επιλεγμένα στελέχη καλλιεργήθηκαν σε υγρές καλλιέργειες σε ένα γενικό θρεπτικό μέσo ανάπτυξης μυκήτων με εκχύλισμα πατάτας και δεξτρόζης. Μετά το πέρας της καλλιέργειας, πραγματοποιήθηκε διήθηση και παραλαβή των εξωκυτταρικών εκχυλισμάτων, τα οποία συμπυκνώθηκαν μέσω λυοφιλίωσης. Στη συνέχεια αξιολογήθηκαν ως προς τη δυνατότητά τους να αναστέλλουν ή/και να παρεμποδίζουν την ανάπτυξη συγκεκριμένων βακτηρίων αλλοιογόνων τροφίμων μέσω της μεθόδου διάχυσης βοθρίων σε στερεό θρεπτικό μέσο (agar well diffusion method). Τα αποτελέσματα έδειξαν πως μετα την επώαση των βακτηρίων κάποια στελέχη δεν αναπτύχθηκαν ή αναπτύχθηκαν λίγο στις περιοχές που βρίσκονται τα βοθρία ωστόσο, υπήρξαν και στελέχη που δεν παρεμποδίστηκε η ανάπτυξη τους απο τα μυκητιακά εκχυλίσματα. Η παρεμπόδιση της ανάπτυξης των βακτηρίων φάνηκε με τον σχηματισμό δαχτυλίου γύρω απο το βοθρίο στο οποίο υπάρχει το εκάστοτε μυκητιακό εκχύλισμα.Έτσι ,επιβεβαιώνεται το υψηλό δυναμικό των Βασιδιομυκήτων ως πηγών φυσικών αντιμικροβιακών παραγόντων που μπορούν να αξιοποιηθούν ως εναλλακτικά συστατικά των χημικών συντηρητικών στη βιομηχανία τροφίμων.This thesis focuses on the production of antimicrobial substances from fungi, on the evaluation of the activity of fungal extracts against bacteria that are food spoilage agents, recognizing the significant need for sustainable alternatives to prevent food spoilage. Infections caused by pathogenic bacteria are a public health risk, as they are associated with the consumption of contaminated food. The use of chemical antimicrobial agents, although effective, has led to the development of resistant strains, the deterioration of food quality, and the causing of health problems to consumers, making it necessary to search for sustainable alternatives. This work aims to explore the potential of fungi as a source of natural antimicrobial substances, which can offer an alternative approach to the prevention of food spoilage caused by bacteria. The selection of strains was mainly based on existing data from the literature regarding the ability of certain fungal genera to produce bioactive compounds. In addition, some strains from species for which no such data exist were studied, aiming to discover new properties. Initially, the selected strains were cultured in liquid cultures in a general fungal growth medium with potato extract and dextrose. After the end of the culture, the extracellular extracts were filtered and collected, which were concentrated by lyophilization. They were then evaluated for their ability to inhibit and/or prevent the growth of specific food spoilage bacteria using the agar well diffusion method. The results showed that after the incubation of the bacteria, some strains did not grow or grew little in the areas where the wells were located, there were also strains whose growth was not inhibited by the fungal extracts. The inhibition of bacterial growth was shown by the formation of a ring around the well in which the respective fungal extract is present. Thus, the high potential of Basidiomycetes as sources of natural antimicrobial agents that can be exploited as alternative components of chemical preservatives in the food industry is confirmed
Διεξαγωγή κλινικών μελετών κατά την διάρκεια της πανδημίας – ηθικές προεκτάσεις / Clinical research during the pandemic: ethical considerations
Οι κλινικές μελέτες αποτελούν το θεμέλιο της ιατρικής προόδου, διασφαλίζοντας την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα νέων φαρμάκων, θεραπειών και εμβολίων. Κατά τη διάρκεια πανδημιών, η ανάγκη για ταχεία διεξαγωγή ερευνών γίνεται επιτακτική. Ωστόσο, η ανάγκη να παραχθούν εγκαίρως αποτελέσματα σε συνθήκες αβεβαιότητας συνοδεύεται από ηθικές προκλήσεις, οι οποίες αφορούν την προστασία των συμμετεχόντων, την ισότιμη πρόσβαση, αλλά και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς την επιστήμη.Clinical trials represent the cornerstone of medical progress, ensuring the safety and efficacy of new drugs, therapies, and vaccines. During pandemics such as COVID-19, the need for rapid research becomes imperative. However, the urgency to generate results under uncertain conditions raises ethical challenges concerning participant protection, equitable access, and public trust in science
Μποϋκοτάζ ως εργασιακός αγώνας και ως υποστηρικτικό των συλλογικών διαπραγματεύσεων μέτρο
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο του μποϋκοτάζ στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, αναλύοντάς το αφενός ως μέσο εργασιακού αγώνα και αφετέρου ως υποστηρικτικό εργαλείο των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αρχικά επιχειρείται εννοιολογική χαρτογράφηση του μποϋκοτάζ και διάκρισή του από την απεργία, με έμφαση στον συλλογικό του χαρακτήρα και στη συμμετοχή τρίτων. Στη συνέχεια, το μποϋκοτάζ προσεγγίζεται ως έκφανση της ελευθερίας έκφρασης, με ανάλυση των ορίων της και της αναγκαίας στάθμισης με αντικρουόμενα δικαιώματα, όπως η επιχειρηματική ελευθερία. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη διερεύνηση της νομιμότητας του μποϋκοτάζ ως άτυπου μέσου εργασιακού αγώνα, υπό το φως της θεωρίας και της νομολογίας του ΔΕΕ, του ΕΔΔΑ και των ελληνικών δικαστηρίων, με αιχμή την απόφαση ΑΠ 766/2021, η οποία αναγνωρίζει το μποϋκοτάζ ως αυτοτελές και νόμιμο μέσο συλλογικής δράσης. Τέλος, η εργασία αναδεικνύει τον ρόλο του μποϋκοτάζ ως σύγχρονου υποστηρικτικού μηχανισμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ιδίως σε ένα περιβάλλον κρίσης του θεσμού και υπό το πρίσμα της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2041 και του Ν. 5163/2024, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων.This master’s thesis examines the phenomenon of boycott within the framework of labour relations, analysing it both as a means of labor struggle and as a supportive measure for collective bargaining. Initially, an attempt is made to conceptually map the notion of boycott and to distinguish it from the strike, with emphasis on its collective nature and the involvement of third parties. Subsequently, boycott is approached as a manifestation of freedom of expression, through an analysis of its limits and the necessary balancing with competing rights, such as the entrepreneurial freedom. Particular emphasis is placed on the examination of the legality of boycott as an informal means of labour action, in light of legal theory and the case law of the Court of Justice of the European Union (CJEU), the European Court of Human Rights (ECtHR), and the Greek courts, with special focus on Supreme Court decision No. 766/2021, which recognises boycott as an autonomous and lawful form of collective action. Finally, the thesis highlights the role of boycott as a contemporary supportive mechanism for collective bargaining, especially in a context of crisis of the institution and in light of Directive (EU) 2022/2041 and Law 5163/2024, arguing that it can substantially strengthen the bargaining power of workers
Συστηματική ανασκόπηση: Οι αναστολείς PARP στον καρκίνο των ωοθηκών / A systematic review: PARP inhibitors in ovarian cancer
Εισαγωγή Οι αναστολείς PARP (PARP inhibitors) αποτελούν μια καινοτόμο θεραπευτική μέθοδο για τον καρκίνο των ωοθηκών, στοχεύοντας στη δυσλειτουργία της επιδιόρθωσης του DNA σε όγκους με ανεπάρκεια στον μηχανισμό ομόλογου ανασυνδυασμού (HRD), όπως αυτοί με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2. Η χρήση τους έχει συσχετιστεί με σημαντική βελτίωση της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), ιδιαίτερα σε πλατινοευαίσθητες μορφές της νόσου. Μέθοδοι Για την εκπόνηση της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης πραγματοποιήθηκε αναζήτηση της βιβλιογραφίας στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων PubMed με τους όρους «PARP inhibitors» και «ovarian cancer» συνδυασμένους μεταξύ τους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA. Στην αναζήτηση εφαρμόστηκαν συγκεκριμένα φίλτρα για την αποδοτικότερη επιλογή των άρθρων: δημοσιεύσεις των τελευταίων δέκα ετών (2015–2025), μελέτες που αφορούν αποκλειστικά ανθρώπινα υποκείμενα και συγκεκριμένα γυναίκες ενήλικες, άρθρα διαθέσιμα ως free full text, καθώς και άρθρα τύπου clinical trials ή systematic reviews, δημοσιευμένα στην αγγλική γλώσσα. Η διαδικασία επιλογής των μελετών περιλάμβανε αρχικό έλεγχο των τίτλων, με απόρριψη όσων δεν ήταν συναφή με το θέμα της ανασκόπησης, ακολουθούμενο από αξιολόγηση των περιλήψεων για τον καθορισμό της πληρότητας και της καταλληλότητας των κριτηρίων ένταξης. Έπειτα, πραγματοποιήθηκε λεπτομερής ανάγνωση ολόκληρων των άρθρων για την τελική επιλογή εκείνων που πληρούσαν τις προϋποθέσεις και παρείχαν τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση των PARP αναστολέων στην κλινική πρακτική. Πραγματοποιήθηκε περιγραφική σύνθεση λόγω ετερογένειας στον σχεδιασμό και τα αποτελέσματα των μελετών. Οι μελέτες ομαδοποιήθηκαν σε τρεις κατηγορίες: νεοδιαγνωσθείσες ασθενείς, υποτροπιάζουσα νόσος και συνδυαστικές θεραπείες. Αξιολογήθηκαν δείκτες όπως η PFS, OS, ORR και η ασφάλεια. Αρχικά, η αναζήτηση απέδωσε 3.156 άρθρα, τα οποία περιορίστηκαν σε 1.789 μετά την εφαρμογή των φίλτρων για γλώσσα, free full text και έτος δημοσίευσης. Η περαιτέρω εφαρμογή κριτηρίων ηλικίας, φύλου και είδους άρθρου οδήγησε σε 95 ενδεδειγμένες μελέτες. Μετά από προσεκτική αξιολόγηση των τίτλων και των περιλήψεων, ο αριθμός περιορίστηκε σε 37, ενώ η τελική επιλογή, βάσει πλήρους ανάγνωσης, περιελάμβανε 15 μελέτες που χρησιμοποιήθηκαν για την αποτελεσματική διεξαγωγή της συστηματικής ανασκόπησης. Τέλος, η αξιολόγηση του κινδύνου συστηματικού σφάλματος (risk of bias) πραγματοποιήθηκε με χρήση του εργαλείου RoB 2.0 της Cochrane Collaboration, καθώς και του ROBINS-I. Αποτελέσματα Οι κύριες μελέτες (SOLO-1, PRIMA, PAOLA-1, ATHENA-MONO, NOVA, ARIEL-3, SOLO-2 κ.ά.) καταδεικνύουν σαφές όφελος στην PFS με τη χορήγηση PARP αναστολέων έναντι placebo, με το αποτέλεσμα να είναι εντονότερο σε ασθενείς με μεταλλάξεις BRCA ή HRD-θετικό προφίλ. Παράλληλα, εντοπίστηκαν προκλήσεις που σχετίζονται με την ανάπτυξη αντοχής και τη διαχείριση ανεπιθύμητων ενεργειών. Νεότερες στρατηγικές επικεντρώνονται σε συνδυασμούς με ανοσοθεραπευτικούς και άλλους στοχευμένους παράγοντες, με στόχο την υπέρβαση της αντοχής. Συμπεράσματα Οι PARP αναστολείς έχουν καθιερωθεί ως βασική θεραπευτική επιλογή στον καρκίνο των ωοθηκών, προσφέροντας σημαντικό όφελος στην επιβίωση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με μοριακά χαρακτηρισμένα προφίλ. Ωστόσο, η βέλτιστη εφαρμογή τους απαιτεί περαιτέρω έρευνα στους μηχανισμούς αντοχής, στη βελτίωση των βιοδεικτών πρόβλεψης και στην ανάπτυξη νέων, πιο αποτελεσματικών και ασφαλών συνδυαστικών σχημάτων.Background PARP inhibitors represent an innovative therapeutic method for ovarian cancer, targeting DNA repair deficiencies in tumors with homologous recombination deficiency (HRD), such as those harboring BRCA1 or BRCA2 mutations. Their use has been associated with a significant improvement in progression-free survival (PFS), particularly in platinum-sensitive disease. Methods For the present systematic review, a comprehensive literature search was conducted in the PubMed database using the combined keywords “PARP inhibitors” and “ovarian cancer”, according to the PRISMA guidelines. Specific filters were applied to optimize the selection of relevant articles: publications from the last ten years (2015–2025), studies including exclusively human subjects and specifically adult women, articles available as free full text, as well as clinical trials or systematic reviews published in English. The study selection process included an initial screening of titles, excluding those not relevant to the review topic, followed by an assessment of abstracts to determine completeness and adherence to the inclusion criteria. Moreover, a full-text review of the remaining articles was performed to select those that met the requirements and provided the necessary information regarding the clinical application of PARP inhibitors. A narrative synthesis was conducted due to heterogeneity of study designs and outcomes. Studies were grouped into three categories: newly diagnosed patients, recurrent disease, and combination therapies. Outcomes assessed included PFS, OS, ORR, and safety. The initial search yielded 3,156 articles, which were reduced to 1,789 after applying language, free full text, and publication year filters. Further application of age, gender, and article type criteria resulted in 95 eligible studies. After careful evaluation of titles and abstracts, this number was narrowed down to 37, and following thorough full-text assessment, 15 studies were ultimately included in the systematic review. Last but not least, the Risk of Bias assessment was conducted using the Cochrane Collaboration’s RoB 2.0 tool, as well as the ROBINS-I tool. Results Major studies (SOLO-1, PRIMA, PAOLA-1, ATHENA-MONO, NOVA, ARIEL-3, SOLO-2, etc.) demonstrate a clear benefit in PFS with PARP inhibitors compared to placebo, with the greatest effect observed in patients with BRCA mutations or HRD-positive tumors. Challenges identified include the development of resistance and management of adverse events. Emerging strategies focus on combination therapies with immunotherapeutic and other targeted agents to overcome resistance. Conclusions PARP inhibitors have become an established therapeutic option in ovarian cancer, providing substantial survival benefits, particularly in molecularly selected patients. Optimal use requires further research on resistance mechanisms, improvement of predictive biomarkers, and development of new, more effective and safe combination regimens. Understanding these factors is critical for the personalization and optimization of clinical practice
Η ειδική ναυτική επιχείρηση του Ν.Δ. 2687/1953
Η παρούσα διπλωματική εργασία έχει ως αντικείμενο την Ειδική Ναυτική Επιχείρηση, η σύσταση της οποίας προβλέπεται στις εγκριτικές πράξεις με τις οποίες εισάγονται στην Ελλάδα πλοία, ως κεφάλαια εξωτερικού κατ΄εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 2687/1953. Εισαγωγικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι, πρόκειται για εταιρικό μόρφωμα, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως όχημα για την ενάσκηση ναυτιλιακής δράσης με κυριότητα πλοίου, που έχει νηολογηθεί κατ’άρθ. 13 Ν.Δ. 2687/1953. Στην πραγματικότητα αποτελεί μία μορφή ανώνυμης εταιρείας, χωρίς όμως τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις του Ν. 2190/1920, όπως έχει αντικατασταθεί από τον Ν. 4548/2018, συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο συντάσσεται και υπογράφεται από δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου, του τόπου που κείται η έδρα της Εταιρίας, ακόμα και για αόριστο χρονικό διάστημα, οι μετοχές της μπορούν να ανήκουν μόνο σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώ για τη μεταβίβαση των μετοχών δεν απαιτείται η καταβολή κανενός φόρου, τέλους ή εισφοράς. Κατά τα άλλα παρέχεται ευρύ περιθώριο απόκλισης από τις διατάξεις του κοινού εταιρικού δικαίου, προφανώς, με στόχο να καταστεί ο συγκεκριμένος «τύπος» ελκυστικός στους Έλληνες πλοιοκτήτες. Ο σκοπός για τον οποίο προβλέφθηκε ο εταιρικός τύπος της Ειδικής Ναυτικής Επιχείρησης ήταν η ίδρυση ενός ελληνικού νομικού προσώπου με απλούστερες διατυπώσεις ίδρυσης και δημοσιότητας σε σχέση με τις έως τότε ναυτιλιακές εταιρείες, στο οποίο θα ταυτίζονταν ο ελληνικός χαρακτήρας της πλοιοκτησίας και της ελληνικής σημαίας. Για αυτό από το έτος 1992 προβλέπεται στις εγκριτικές πράξεις ο όρος 16 με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα σύστασης Ειδικής Ναυτικής Επιχείρησης σκοπός της οποίας είναι η πλοιοκτησία του πλοίου για το οποίο εξεδόθη η συγκεκριμένη εγκριτική πράξη ή άλλων πλοίων νηολογημένων κατά τις διατάξεις του αρ. 13 του Ν.Δ. 2687/1953. Η σύσταση της Ε.Ν.Ε προϋποθέτει την έκδοση και δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. της εγκριτικής πράξης που εκδίδεται για την νηολόγηση συγκεκριμένου πλοίου. Η Ειδική Ναυτική Επιχείρηση αποτελεί Νομικό Πρόσωπο διεπόμενο από τους όρους της εκάστοτε εγκριτικής πράξης και από τις διατάξεις του Ν.959/1979 στην έκταση που δεν τροποποιούνται με την εγκριτική πράξη και κατά παρέκκλιση από κάθε σχετική οποιουδήποτε νόμου.The present diploma thesis examines the legal regime of the Special Maritime Enterprise, the establishment of which is provided for in the approving acts pursuant to which vessels are introduced into Greece as foreign capital, in accordance with the provisions of Law 2687/1953. At the outset, it should be noted that the Special Maritime Enterprise constitutes a distinct corporate vehicle, used exclusively for the exercise of shipping activity through the ownership of a vessel registered pursuant to Article 13 of Law 2687/1953. In substance, it represents a particular form of S.Α company, albeit one that is exempt from the bureaucratic incorporation and operational formalities prescribed by Law 2190/1920, as replaced by Law 4548/2018. Its establishment is effected by means of a private deed, drawn up and executed by a lawyer who is a member of the competent local Bar Association, namely that of the company’s registered seat, and may be effected for an indefinite duration. The shares of the company may be held exclusively by a single natural or legal person, while the transfer of such shares is not subject to the payment of any tax, duty, or contribution. Furthermore, a broad margin of deviation from the provisions of general company law is afforded, evidently with the aim of rendering this particular corporate “type” attractive to Greek shipowners. The legislative rationale underlying the introduction of the corporate form of the Special Maritime Enterprise was the establishment of a Greek legal entity characterized by simplified incorporation and publicity requirements in comparison with the shipping companies existing up to that time, within which the Greek character of ship ownership would coincide with the flying of the Greek flag. To this end, as from 1992, the approving acts provide, under condition 16, for the possibility of establishing a Special Maritime Enterprise whose purpose is the ownership of the vessel in respect of which the relevant approving act was issued, or of other vessels registered pursuant to the provisions of Article 13 of Law 2687/1953. The establishment of a Special Maritime Enterprise presupposes the issuance and publication in the Government Gazette Issue (FEK) of the approving act issued for the registration of a specific vessel. The Special Maritime Enterprise constitutes a legal person governed by the terms of the relevant approving act and by the provisions of Law 959/1979, insofar as such provisions are not amended by the approving act, and operates by way of derogation from any relevant provision of any other law
Energy and climate governance in the European Union
Η διατριβή αναλύει τη διακυβέρνηση της ενέργειας και του κλίματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων των τελευταίων ετών. Αρχίζει με την εξέταση της αντίδρασης της Ένωσης στη ρωσοουκρανική σύγκρουση, στις προεδρίες Τραμπ και στην έκθεση Ντράγκι. Στη συνέχεια, μελετάται το θεμελιώδες νομοθετικό πλαίσιο της ενωσιακής διακυβέρνησης στον τομέα της ενέργειας και του κλίματος, προκειμένου να κατανοηθούν οι κανονιστικές δυναμικές και οι προτεραιότητες εντός της Ένωσης, καθώς και να αποτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο αυτή έχει καταφέρει να ανταποκριθεί στις πρόσφατες απειλές. Η κατανόηση αυτή του ρυθμιστικού της πλέγματος αξιοποιείται για να προσδιοριστεί ποιο από τα επικρατέστερα μοντέλα διακυβέρνησης της ΕΕ είναι το καταλληλότερο για να εξηγήσει το σημερινό της modus operandi. Καθώς η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση αναδεικνύεται ως τη θεωρία που βέλτιστα αποτυπώνει τον τρόπο λειτουργίας της, εξετάζεται στη συνέχεια η εξωτερική τοποθέτηση της Ένωσης. Υποστηρίζεται ότι, προκειμένου να επιτύχει τους ενεργειακούς και κλιματικούς της στόχους, η Ευρώπη οφείλει να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην ανάδειξή της σε έναν –πραγματικό– παγκόσμιο ηγέτη. Διαπιστώνεται ότι το κλειδί έγκειται στην αξιοποίηση του δυναμικού της ΕΕ ως διαρθρωτικού και επιχειρηματικού ηγέτη, ενώ διατυπώνονται ορισμένες προτάσεις για τη συμφιλίωση της πράσινης στοχοθεσίας της με την οικονομική ανάπτυξη.The dissertation analyses European energy and climate governance in light of the geopolitical developments of the recent years. It starts with an examination of the Union's response to the Russo-Ukrainian conflict, the Trump presidencies and the Draghi report. The foundational legislative corpus of EU energy and climate governance is then studied in order to understand the normative dynamics and priorities within the Union and to better grasp to what extent it has been able to respond to recent threats. This understanding of its regulatory nexus is used to determine which of the most popular EU governance models is most apt to explain its current state. As multi-level governance is found to be the doctrine which illustrates its inner workings in the most satisfactory way, the Union's positioning is then examined externally. It is posited that in order to achieve its energy and climate goals, Europe must focus its efforts on becoming a -true- global leader. It is found that the key is unlocking the EU's potential as a structural and entrepreneurial leader, and some suggestions are offered in order to reconcile its green agenda with growth
Η προστασία του περιβάλλοντος μέσα από τις δημόσιες συμβάσεις
Η παρούσα διπλωματική εξετάζει την προστασία του περιβάλλοντος μέσω των δημοσίων συμβάσεων, στο πλαίσιο του ενωσιακού και εθνικού δικαίου. Αναλύεται η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη θεσμική της κατοχύρωση. Παράλληλα, παρουσιάζονται βασικά προληπτικά εργαλεία και αρχές περιβαλλοντικής προστασίας, όπως η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Στη συνέχεια, εξετάζεται η εφαρμογή των Πράσινων Δημοσίων Συμβάσεων, με έμφαση στις δυσχέρειες υλοποίησής τους και σε ειδικές περιπτώσεις, όπως η διαχείριση των αποβλήτων εκσκαφών, κατασκευών και κατεδαφίσεων, ως έκφανση της σύνδεσης των δημοσίων συμβάσεων με τη βιώσιμη ανάπτυξη.The present thesis examines environmental protection through public procurement within the framework of EU and national law. It analyzes the integration of environmental considerations into public procurement law, as shaped by the case law of the Court of Justice of the European Union and their subsequent institutional recognition. In parallel, it presents key preventive tools and principles of environmental protection, such as environmental permitting and the “polluter pays” principle. It then addresses the implementation of Green Public Procurement, with particular emphasis on the difficulties encountered in its application and on specific cases, such as the management of excavation, construction and demolition waste, as an expression of the link between public procurement and sustainable development
Maritime migration and the duty to rescue: legal responsibilities of states and humanitarian organizations
Η διατριβή μου εξετάζει τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών σε σχέση με τη διάσωση μεταναστών και αιτούντων άσυλο στη θάλασσα, με ιδιαίτερη έμφαση στην υποχρέωση διάσωσης σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καθώς η παράνομη θαλάσσια μετανάστευση συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση για τις ικανότητες και τις πολιτικές των παράκτιων κρατών, ιδίως στη Μεσόγειο, το ζήτημα της ευθύνης των κρατών έχει αποκτήσει νέα νομική και πολιτική σημασία. Με βάση το εθιμικό διεθνές δίκαιο και κωδικοποιημένη σε συνθήκες όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), η Διεθνής Σύμβαση για τη Θαλάσσια Έρευνα και Διάσωση (SAR) και η Διεθνής Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα (SOLAS), τα κράτη έχουν την υποχρέωση να βοηθούν άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα και να εξασφαλίζουν την ασφαλή αποβίβασή τους. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή αυτής της υποχρέωσης έχει γίνει όλο και πιο αμφιλεγόμενη. Ορισμένα κράτη έχουν επιχειρήσει να αποφύγουν ή να μεταβιβάσουν την ευθύνη τους συνεργαζόμενα με τρίτες χώρες, περιορίζοντας την πρόσβαση στα χωρικά ύδατα ή παρεμποδίζοντας τις προσπάθειες μη κυβερνητικών φορέων διάσωσης. Η παρούσα έρευνα χρησιμοποιεί νομική ανάλυση και επιλεγμένες περιπτωσιολογικές μελέτες για να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη συμβιβάζουν τις νομικές τους υποχρεώσεις με την ασφάλεια των συνόρων και τον έλεγχο της μετανάστευσης στην πράξη. Η θαλάσσια μετανάστευση έχει καταστεί σημαντικό νομικό και ανθρωπιστικό ζήτημα, ιδίως για τα παράκτια κράτη σε περιοχές όπως η Μεσόγειος. Κάθε χρόνο, χιλιάδες άνθρωποι επιβιβάζονται σε επικίνδυνα θαλάσσια ταξίδια με ακατάλληλα για πλεύση σκάφη, ελπίζοντας να ξεφύγουν από συγκρούσεις, διώξεις και φτώχεια και να φτάσουν σε ασφαλές μέρος. Σε αυτό το πλαίσιο, η νομική υποχρέωση των κρατών να βοηθούν άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα έχει καταστεί κεντρικό θέμα διεθνούς συζήτησης. Οι διεθνείς συμφωνίες υποχρεώνουν σαφώς τα κράτη να διασώζουν άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο και να τα μεταφέρουν σε ασφαλές μέρος. Ωστόσο, θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εκπληρωθούν αυτές οι υποχρεώσεις εάν ο αριθμός των αφίξεων δεν μειωθεί και η υποδοχή και η υποδομή υποδοχής δεν βελτιωθούν. Τα κράτη δεν είναι μόνο υπεύθυνα για την οργάνωση και τη διατήρηση επαρκών υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης (SAR) στις θαλάσσιες ζώνες τους, αλλά πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι αυτές οι υπηρεσίες παρέχονται σύμφωνα με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το δίκαιο των προσφύγων. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ του νόμου όπως έχει συνταχθεί και της εφαρμογής του.My thesis examines the international legal obligations of states in relation to the rescue of migrants and asylum seekers at sea, with a particular focus on the obligation to rescue under the law of the sea and human rights. As illegal maritime migration continues to challenge the capacities and policies of coastal states, particularly in the Mediterranean, the issue of state responsibility has taken on renewed legal and political importance. Rooted in customary international law and codified in treaties such as the UN Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), the International Convention on Maritime Search and Rescue (SAR) and the International Convention for the Safety of Life at Sea (SOLAS), the obligation on states to assist persons in distress at sea and to ensure safe disembarkation. However, the practical implementation of this obligation has become increasingly controversial. Some states have sought to avoid or delegate responsibility by cooperating with third countries, restricting access to territorial waters or hampering the efforts of non-governmental rescue actors. This research uses doctrinal legal analysis and selected case studies to examine how states reconcile their legal obligations with border security and migration control in practice. Maritime migration has become a significant legal and humanitarian issue, especially for coastal states in regions such as the Mediterranean. Every year, thousands of people embark on dangerous sea journeys in unseaworthy vessels, hoping to escape conflict, persecution and poverty and reach safety. Against this backdrop, the legal obligation of states to assist individuals in distress at sea has become a focal point of international debate. International agreements clearly oblige states to rescue people in distress and transport them to safety. However, it will become increasingly difficult to fulfil these obligations if the number of arrivals does not decrease and reception capacity and infrastructure do not improve. Not only are states responsible for organizing and maintaining adequate search and rescue (SAR) services in their maritime zones, but they must also ensure that these services are conducted in accordance with human rights and refugee law. In many cases, however, there is a significant discrepancy between the law as written and its application. Well-worded legislation and protocols are useless if they are difficult to apply in real life when human lives and destinies are at stake. This research aims to explore the obligations that international law and regional norms impose on States and humanitarian organizations in maritime rescue operations. The research focuses on the legal interpretation and practical application of the obligation to rescue, with a particular focus on migration-related situations
Πολυανθεκτικοί μικροοργανισμοί μετά από μεταμόσχευση πνεύμονα: επίπτωση, παράγοντες κινδύνου και έκβαση των ασθενών
Εισαγωγή: Η μεταμόσχευση πνεύμονα αποτελεί τη μοναδική οριστική θεραπεία για ασθενείς με προχωρημένη, μη αναστρέψιμη πνευμονική νόσο, βελτιώνοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής και την επιβίωση. Παρά τα ενθαρρυντικά ποσοστά επιβίωσης, οι λήπτες πνευμονικών μοσχευμάτων εμφανίζουν αυξημένη επίπτωση λοιμώξεων από πολυανθεκτικούς μικροοργανισμούς (MDROs), με ποσοστά μεταξύ 31–57%, γεγονός που συνδέεται με μεγαλύτερη νοσηρότητα, θνητότητα και κόστος θεραπείας, ιδιαίτερα σε χώρες με υψηλά επίπεδα μικροβιακής αντοχής όπως η Ελλάδα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της επίδρασης παραγόντων κινδύνου στην εμφάνιση MDR μετά από μεταμόσχευση πνεύμονα καθώς και της επίπτωσης της φορείας MDR παθογόνων στην έκβαση των ασθενών αυτών. Ειδικότερα, εξετάζεται η επίπτωση της φορείας MDR παθογόνων στη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη θνητότητα καθώς και στην διάρκεια νοσηλείας στην Μ.Ε.Θ. Μέθοδος: Η παρούσα αναδρομική μελέτη περιελάμβανε 44 λήπτες μεταμόσχευσης πνεύμονα, με συλλογή κλινικών, χειρουργικών και μικροβιολογικών δεδομένων. Οι ασθενείς διαχωρίστηκαν σε ομάδες με ή χωρίς παρουσία MDROs, και τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν χρησιμοποιώντας κατάλληλες στατιστικές μεθόδους. Αποτελέσματα: Ο πληθυσμός της μελέτης περιλάμβανε 44 λήπτες μεταμόσχευσης πνεύμονα (μέση ηλικία 49,9±11,4 έτη), με συχνότερες ενδείξεις τη διάμεση πνευμονοπάθεια/ίνωση (24,6%), τη ΧΑΠ (15,8%) και την κυστική ίνωση ή μη CF βρογχεκτασία (12,3%). Η πλειονότητα των μεταμοσχεύσεων ήταν διπλής πλευράς (90,9%), ενώ το 29,5% των ασθενών παρουσίαζε συνοσηρότητες, κυρίως σακχαρώδη διαβήτη. Η ηλικία, το BMI και οι συνοσηρότητες δεν συσχετίστηκαν στατιστικά με την παρουσία πολυανθεκτικών μικροοργανισμών (MDROs). Διεγχειρητικά, το 97,7% των ασθενών υποστηρίχθηκε με ECMO (μέση διάρκεια 238 λεπτά), χωρίς διαφορά μεταξύ των ομάδων με και χωρίς MDROs, ενώ όλοι οι ασθενείς έλαβαν μεταγγίσεις. Μετεγχειρητικά, τραχειοστομία απαιτήθηκε στο 34,1% των ασθενών, με σημαντικά υψηλότερο ποσοστό στην ομάδα με MDROs (54,2% έναντι 10,0%, p=0,003). Η συνολική θνητότητα ανήλθε στο 38,6%, χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων (p=0,760), ενώ η ανάλυση Kaplan–Meier δεν ανέδειξε διαφορά στην επιβίωση. Παρατηρήθηκε ωστόσο πρώιμη θνητότητα στην ομάδα χωρίς MDROs και καθυστερημένη θνητότητα στην ομάδα με MDROs. Συμπεράσματα: Τα δεδομένα δείχνουν ότι η παρουσία πολυανθεκτικών μικροοργανισμών στους λήπτες μεταμόσχευσης πνεύμονα συσχετίζονται με αυξημένη μετεγχειρητική νοσηρότητα και μεγαλύτερη επιβάρυνση της ΜΕΘ, χωρίς ωστόσο στατιστικά σημαντική επίδραση στη συνολική επιβίωση, ενώ παράλληλα υπογραμμίζουν τη σημασία της εντατικής μικροβιολογικής παρακολούθησης και της έγκαιρης στοχευμένης θεραπείας για τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης έκβασης.Introduction: Lung transplantation represents the only definitive therapeutic option for patients with advanced, irreversible pulmonary disease, significantly improving quality of life and survival. Despite encouraging survival rates, lung transplant recipients exhibit a high incidence of infections caused by multidrug-resistant organisms (MDROs), reported in 31–57% of cases. These infections are associated with increased morbidity, mortality, and healthcare costs, particularly in countries with high antimicrobial resistance rates, such as Greece. Objective: The aim of this study was to investigate risk factors associated with the development of MDROs after lung transplantation and to evaluate the impact of MDRO colonization or infection on patient outcomes. Specifically, the study examined the effect of MDROs on short- and long-term mortality as well as on the duration of intensive care unit (ICU) stay. Methods: This retrospective study included 44 lung transplant recipients. Clinical, surgical, and microbiological data were collected, and patients were stratified into groups with or without MDROs. Outcomes were compared using appropriate statistical analyses. Results: The study population consisted of 44 lung transplant recipients (mean age 49.9 ± 11.4 years), with the most common indications being interstitial lung disease/pulmonary fibrosis (24.6%), chronic obstructive pulmonary disease (15.8%), and cystic fibrosis or non-CF bronchiectasis (12.3%). The majority of transplants were bilateral (90.9%), and 29.5% of patients had comorbidities, most commonly diabetes mellitus. Age, body mass index (BMI), and comorbidities were not statistically associated with the presence of MDROs. Intraoperatively, 97.7% of patients required ECMO support (mean duration 238 minutes), with no significant differences between MDRO and non-MDRO groups, while all patients received blood product transfusions. Postoperatively, tracheostomy was required in 34.1% of patients, with a significantly higher rate in the MDRO group (54.2% vs 10.0%, p = 0.003). Overall mortality was 38.6%, with no statistically significant difference between groups (p = 0.760), and Kaplan–Meier survival analysis revealed no difference in overall survival. However, early mortality predominated in the non-MDRO group, whereas delayed mortality was observed in the MDRO group. Conclusions: The findings indicate that the presence of multidrug-resistant organisms in lung transplant recipients is associated with increased postoperative morbidity and greater ICU burden, without a statistically significant impact on overall survival. These results underscore the importance of intensive microbiological surveillance and early, targeted antimicrobial therapy to improve long-term outcomes following lung transplantation