National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Διερεύνηση σχημάτων και εικόνα σώματος σε ασθενείς με διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας
Η παρούσα έρευνα εξετάζει τη συσχέτιση μεταξύ των πρώιμων δυσλειτουργικών σχημάτων και της δυσαρέσκειας με την εικόνα του σώματος σε ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας (BED). Χρησιμοποιώντας τη θεωρία των σχημάτων και τα γνωσιακά-συμπεριφορικά πλαίσια, αναλύει την επίδραση των εδραιωμένων γνωσιακών και συναισθηματικών προτύπων στην αυτοαντίληψη και τις διατροφικές συμπεριφορές. Δεδομένα που ελήφθησαν από 82 ενήλικες πάσχοντες από BED έδειξαν θετικές συσχετίσεις μεταξύ διαφόρων δυσλειτουργικών σχημάτων – συγκεκριμένα της Ελαττωματικότητας/Ντροπής, της Συναισθηματικής Στέρησης και του Ανεπαρκούς Αυτοελέγχου – και της αρνητικής εικόνας σώματος. Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία των πρώιμων γνωσιακών σχημάτων στην έναρξη και την διαιώνιση της BED, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα για ολοκληρωμένες στρατηγικές θεραπείας που στοχεύουν τόσο τα δυσλειτουργικά σχήματα όσο και τη δυσφορία που σχετίζεται με το σώμα. Η έρευνα ενισχύει τη θεωρητική κατανόηση και την πρακτική εφαρμογή προτείνοντας θεραπείες που εστιάζουν σε σχήματα ως αποτελεσματικές μεθόδους για την ενίσχυση της συναισθηματικής ρύθμισης, της αυτοαποδοχής και των συνολικών αποτελεσμάτων θεραπείας σε άτομα με BED.The present study examines the association between early dysfunctional schemas and body image dissatisfaction in patients diagnosed with Binge Eating Disorder (BED). Using schema theory and cognitive-behavioral frameworks, it analyzes the influence of established cognitive and emotional patterns on self-concept and eating behaviors. Data obtained from 82 adult BED sufferers showed positive associations between various dysfunctional schemas – namely, Defectiveness/Shame, Emotional Deprivation, and Insufficient Self-Control – and negative body image. These findings highlight the importance of early cognitive schemas in the initiation and perpetuation of BED, underscoring the need for comprehensive treatment strategies that target both dysfunctional schemas and body-related distress. The research advances theoretical understanding and practical application by suggesting schema-focused therapies as effective methods for enhancing emotional regulation, self-acceptance, and overall treatment outcomes in individuals with BED
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εργασιακές σχέσεις
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (εφεξής «Μ.Κ.Δ.») και των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων στην πορεία της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Αναλύεται η επίδραση των Μ.Κ.Δ. σε όλα τα στάδια της εργασιακής σχέσης, από το προσυμβατικό στάδιο έως τη λύση της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ζητήματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ελευθερίας της έκφρασης, βίας και παρενόχλησης, καθώς και υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Εν συνεχεία, διερευνάται η χρήση των Μ.Κ.Δ. ως εργαλείων άσκησης της συνδικαλιστικής ελευθερίας, ενώ, τέλος, αναλύονται ανακύπτοντα δικονομικά ζητήματα. Στόχος της μελέτης είναι να καταδείξει αφενός τις ευκαιρίες που τα Μ.Κ.Δ. προσφέρουν στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, αφετέρου τους κινδύνους που ενέχουν για τα δικαιώματα των εργαζομένων, αναζητώντας τον τρόπο με τον οποίο το εργατικό δίκαιο μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις σύγχρονες προκλήσεις.This thesis examines the relationship between social media and contemporary employment relations in the course of the Fourth Industrial Revolution. It analyzes the impact of social media at all stages of the employment relationship, from the pre-contractual phase to its termination. Particular emphasis is placed on issues of personal data protection, freedom of expression, violence and harassment, as well as health and safety at work. Consequently, the use of social media as tools for the exercise of trade union freedom is investigated, while, lastly, emerging procedural issues are analyzed. The aim of the study is to demonstrate, on the one hand, the opportunities that social media offer in the field of employment relations and, on the other hand, the risks they pose to workers’ rights, while seeking to identify how labor law can effectively respond to modern challenges
Le rôle des juridictions nationales dans la défense de l’État de droit, selon le droit de l’Union Européenne
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο των εθνικών δικαστηρίων στη διαφύλαξη του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με βάση τα άρθρα 2 και 19 της ΣΕΕ, καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη, αναλύει τον τρόπο με τον οποίο οι εθνικοί δικαστές, ως «δικαστές του κοινού δικαίου» της Ένωσης, συμβάλλουν στη διασφάλιση της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, εξασφαλίζοντας παράλληλα αποτελεσματική δικαστική προστασία στα άτομα. Η έρευνα αναδεικνύει τη διπλή λειτουργία του εθνικού δικαστή: αφενός, να μεριμνά για την τήρηση των συστημικών υποχρεώσεων των κρατών μελών και, αφετέρου, να προστατεύει συγκεκριμένα τα δικαιώματα των διαδίκων έναντι ενδεχόμενων οπισθοδρομήσεων του κράτους δικαίου. Μέσω της μελέτης της πρόσφατης νομολογίας, που συμπληρώνεται από μια δογματική ανάλυση, η διπλωματική εργασία αναδεικνύει την ένταση που υπάρχει μεταξύ της αποκεντρωμένης φύσης της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της απαίτησης ενός κοινού προτύπου προστασίας. Στόχος είναι να καταδειχθεί ότι, ακόμη και αν η κρίση του κράτους δικαίου έχει μια ουσιαστικά πολιτική διάσταση, ο εθνικός δικαστής διαθέτει, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, νομικά εργαλεία που του επιτρέπουν να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην υπεράσπιση αυτής της θεμελιώδους αξίας.This thesis examines the essential role of national courts in safeguarding the rule of law within the European Union. Drawing on Articles 2 and 19 of the TEU and Article 47 of the Charter, it analyzes how national judges, as “common law judges” of the Union, contribute to guaranteeing the primacy and effectiveness of Union law, while ensuring effective judicial protection for individuals. The research highlights the dual role of national judges: on the one hand, to ensure that Member States comply with their systemic obligations; on the other hand, to provide concrete protection for the rights of individuals in the face of possible regressions in the rule of law. Through a study of recent case law, supplemented by a doctrinal analysis, the thesis highlights the tension between the decentralized nature of the implementation of EU law and the requirement for a common standard of protection. The aim is to show that, even if the crisis of the rule of law is essentially political in nature, national courts have legal tools at their disposal under EU law that enable them to play an active role in defending this fundamental value
Verbal Deception in High-Stake Criminal Cases: Extending and Annotating the first Greek Dataset
H ανίχνευση ψευδούς λόγου αποτελεί ένα διεπιστημονικό και πολύπλοκο πεδίο που εξετάζει το πως τα γλωσσικά, ψυχολογικά και συμπεριφορικά στοιχεία μπορούν να υποδείξουν παραπλανητική ή ψευδή επικοινωνία. Η ανίχνευση του ψεύδους περιγράφεται ως μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, καθώς η παραπλανητική συμπεριφορά συχνά είναι μη εμφανής και εξαρτάται από το περικείμενο. Γι’ αυτό τον λόγο το ερευνητικό ενδιαφέρον σε αυτόν τον τομέα τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί ραγδαία, ιδίως στο πλαίσιο της εγκληματολογικής έρευνας. Σε αυτή την διπλωματική εργασία επικεντρωνόμαστε στην μελέτη των λεκτικών στοιχείων του ψευδούς λόγου σε υποθέσεις εγκλημάτων υψηλού ρίσκου, και η έρευνά μας χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αποτελεί μια συστηματική ανασκόπηση που εξετάζει το τρέχον στάδιο της έρευνας σχετικά με την αυτόματη ανίχνευση του ψευδούς λόγου σε υποθέσεις εγκλημάτων υψηλού ρίσκου. Η ανασκόπηση εστιάζει σε δύο βασικές πτυχές: στους τύπους των γλωσσικών αναπαραστάσεων που χρησιμοποιούνται στις μελέτες, και στις υπολογιστικές προσεγγίσεις και τεχνικές μοντελοποίησης που εφαρμόζονται για την ανίχνευση λεκτικού ψεύδους. Ακολουθεί το PRISMA, ένα πρωτόκολλο το οποίο παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για την επιλογή και αξιολόγηση των ερευνών και διασφαλίζει την μεθοδολογική διαφάνεια και την δυνατότητα αναπαραγωγής, και επιπλέον επικεντρώνεται στην περίοδο 2023-2025. Προσφέρει μια συνολική εικόνα όσον αφορά τις νεότερες υπολογιστικές προσεγγίσεις και αναδεικνύει τη συνεισφορά τους στην μελέτη της λεκτικής εξαπάτησης. Το δεύτερο μέρος της διπλωματικής εργασίας είναι αφιερωμένο στην επέκταση της πρώτης ελληνικής βάσης δεδομένων λεκτικής εξαπάτησης σε υποθέσεις εγκλημάτων υψηλού ρίσκου με περισσότερα δεδομένα, όπως επίσης και επισημείωση της εξαπάτησης σε επίπεδο εκφωνήματος και στη δημιουργία ενός αντίστοιχου συστήματος επισημείωσης. Το ήδη υφιστάμενο σύνολο δεδομένων, καταφέραμε να το επεκτείνουμε και να συμπεριλάβουμε επιπρόσθετες απομαγνητοφωνήσεις από συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης με δράστες που έχουν καταδικαστεί για πραγματικά εγκλήματα. Ολόκληρο το σύνολο δεδομένων έχει απομαγνητοφωνηθεί ημιαυτόματα και επισημειωθεί χειροκίνητα χρησιμοποιώντας τις ετικέτες από το σχήμα επισημείωσης που αναπτύχθηκε για την αποτύπωση των στρατηγικών χρήσης του ψευδούς λόγου. Το σύνολο δεδομένων στην παραδοθείσα τελική του μορφή αποτελεί μια σημαντική βάση για μελλοντική έρευνα σχετικά με την λεκτική εξαπάτηση στην ελληνική γλώσσα και υποστηρίζει την ανάπτυξη υπολογιστικών μοντέλων για την ανίχνευση της.Deception detection is an interdisciplinary and complex field that explores how linguistic, psychological, and behavioral cues can indicate misleading or deceptive communication. Detecting deception is described as a challenging task, since deceptive behavior is often subtle and context-dependent and that’s why research interest in this area the recent years has grown rapidly, especially within forensic contexts. In this thesis, we focus on studying the verbal part of deception in high stake criminal cases, and our study is divided in two parts. The first part is a systematic review that examines the current state of the art in research on the automatic detection of verbal deception in high-stake criminal cases. The review focuses on two main aspects: the types of linguistic representations used in the studies and the computational approaches and modeling techniques employed for verbal deception detection. It follows the PRISMA protocol, which provides structured guidelines for study selection and evaluation, to ensure methodological transparency and reproducibility and focuses on the period 2023-2025. It offers an overview of recent computational approaches and highlights their contribution to the study of verbal deception. The second part of the thesis is dedicated to the extension of the first Greek dataset of verbal deception in high-stake criminal cases [1] with more data, as well as annotation of deception at utterance level and the creation of a corresponding annotation scheme. The dataset was expanded to include additional files from media interviews with proven perpetrators of real-life crimes. The entire dataset was transcribed semi-automatically and manually annotated using tags from the annotation framework that was developed to capture the deceptive strategies. The resulting corpus offers a foundation for future research on deception in Greek language and supports the development of computational models for detecting deceptive behavior
Responsibility of the Permanent Members of the UN Security Council for Exercising the Veto Power in Cases Involving the Crime of Genocide
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει κατά πόσο και υπό ποιες συνθήκες η άσκηση του δικαιώματος αρνησικυρίας (veto) από μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ μπορεί να θεμελιώσει διεθνή ευθύνη, όταν εμποδίζει την έγκαιρη λήψη μέτρων σε περιπτώσεις γενοκτονίας. Ειδικότερα, το veto αναλύεται στο πλαίσιο της έντασης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και νομικής υποχρέωσης, υποστηρίζοντας ότι, αν και αποτελεί διαδικαστικό προνόμιο αναγνωρισμένο από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, δεν ασκείται εκτός των περιορισμών του διεθνούς δικαίου. Η γενοκτονία επιλέγεται ως υποδειγματική περίπτωση λόγω της ιδιότητάς της ως κανόνα jus cogens και της Σύμβασης για τη Γενοκτονία του 1948. Η μελέτη αναλύει, αρχικά, τις διεθνείς υποχρεώσεις που ενδέχεται να παραβιάζονται με τη χρήση του veto, όπως η πρόληψη της γενοκτονίας, η απαγόρευση βοήθειας στην τέλεσή της, η συνεργασία για τον τερματισμό σοβαρών παραβιάσεων jus cogens και η συμμόρφωση με τους σκοπούς και τις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ. Στη συνέχεια, αναλύονται τα καθεστώτα διεθνούς ευθύνης υπό τα Άρθρα για την Ευθύνη Κρατών (ARSIWA) και το Σχέδιο Άρθρων για την Ευθύνη Διεθνών Οργανισμών (ARIO), με έμφαση στην ευθύνη των μόνιμων μελών ως κυρίαρχων κρατών. Τέλος, εξετάζονται οι συνέπειες της ευθύνης, ήτοι η παύση της παράνομης συμπεριφοράς, οι εγγυήσεις μη επανάληψης και η επανόρθωση, με έμφαση στις σχετικές νομικές προκλήσεις. Η εργασία καταλήγει ότι, παρά τις δυσκολίες θεμελίωσης διεθνούς ευθύνης, το διεθνές δίκαιο παρέχει εργαλεία για τον χαρακτηρισμό της άσκησης του veto σε περιπτώσεις γενοκτονίας ως παράνομης. Η αποσαφήνιση των ορίων του δικαιώματος αυτού είναι κρίσιμη για την αξιοπιστία του συστήματος συλλογικής ασφάλειας και την επιβεβαίωση ότι κανένα διαδικαστικό προνόμιο δεν υπερισχύει των περιορισμών που επιβάλλει το διεθνές δίκαιο.This LL.M. thesis examines whether, and under what circumstances, the exercise of the veto by a permanent member of the United Nations Security Council may give rise to international responsibility when it obstructs timely action in situations involving genocide. It situates the veto within the tension between political power and legal obligation, arguing that while the veto is a procedural right under the UN Charter, it is not immune from the constraints of international law. The prohibition of genocide, as a peremptory norm under international law and governed by the 1948 Genocide Convention, is used as the paradigmatic case for assessing the legality of veto use. The study, first, identifies the international obligations potentially breached by a veto: the duty to prevent genocide, the prohibition on aiding or assisting in its commission, the duty to cooperate to end serious violations of jus cogens norms, and the obligation to act in accordance with the UN Charter’s purposes and principles. It then examines the frameworks governing responsibility under the Articles on Responsibility of States for Internationally Wrongful Acts (ARSIWA) and the Draft Articles on the Responsibility of International Organizations (ARIO), with emphasis on the role of permanent members acting as individual sovereign States within the Security Council. Finally, it explores the legal consequences of responsibility, namely cessation, guarantees of non-repetition and reparation, highlighting the relevant legal challenges. The thesis concludes that, although establishing responsibility for the wrongful exercise of the veto is legally and practically challenging, international law provides tools to characterize such conduct as unlawful. Clarifying these limits is crucial to safeguarding the credibility of the collective security system and reaffirming that no prerogative, however powerful, lies beyond the restrictions imposed by international law
Διαχείριση ασθενών μονάδας εντατικής θεραπείας που προορίζονται για δότες οργάνων
Εισαγωγή: Οι εγκεφαλικά νεκροί υποψήφιοι δότες οργάνων απαιτούν συντονισμένη διαχείριση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των οργάνων πριν από τη λήψη. Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων διαχείρισης του δότη στη βελτίωση της καταλληλότητας και διαθεσιμότητας των οργάνων προς μεταμόσχευση. Μέθοδοι: Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε στη βάση PubMed και συμπεριέλαβε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, δευτερογενείς αναλύσεις αυτών και προοπτικές μελέτες παρέμβασης, δημοσιευμένες στην αγγλική γλώσσα χωρίς χρονικό περιορισμό. Η επιλογή των μελετών στηρίχθηκε στο πλαίσιο PICOS. Συνολικά συμπεριλήφθηκαν έξι μελέτες (πέντε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές και μία προοπτική μελέτη παρέμβασης). Αποτελέσματα: Τα στοχοκατευθυνόμενα, πολυπαραγοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης συσχετίστηκαν με μειωμένη απώλεια δυνητικών δοτών. Ο προστατευτικός μηχανικός αερισμός βελτίωσε την αξιοποίηση πνευμονικών μοσχευμάτων, ενώ η ήπια υποθερμία μείωσε την καθυστερημένη λειτουργία νεφρικών μοσχευμάτων σε λήπτες. Αντίθετα, η ορμονική θεραπεία δεν ανέδειξε συνεπή κλινική αποτελεσματικότητα και δεν ήταν σαφές το όφελος στις μακροπρόθεσμες μεταμοσχευτικές εκβάσεις. Συμπέρασμα: Η αποτελεσματική διαχείριση του δότη απαιτεί πολυδιάστατη και συντονισμένη προσέγγιση, και όχι μεμονωμένες θεραπευτικές πράξεις. Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα παραμένουν περιορισμένα σε εύρος, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερες πολυκεντρικές μελέτες, ώστε να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να καθιερωθούν τυποποιημένα πρωτόκολλα διαχείρισης του δότη.Introduction: Brain-dead potential organ donors require coordinated management in the Intensive Care Unit (ICU) to preserve organ viability prior to procurement. This systematic review aimed to evaluate the effectiveness of donor management interventions in improving organ suitability and availability for transplantation. Methods: A systematic search was conducted in PubMed, including randomized controlled trials, substudy analyses of randomized trials, and prospective interventional cohort studies, published in English with no time restrictions. Study selection followed the PICOS framework. A total of six studies were included (five RCTs and one prospective interventional study). Results: Goal-directed, multiparametric donor management protocols were associated with a reduced loss of potential donors. Protective mechanical ventilation improved lung graft utilization, while mild hypothermia reduced delayed graft function in kidney transplant recipients. In contrast, hormonal therapy demonstrated inconsistent clinical benefit, with uncertain effects on long-term graft outcomes. Conclusion: Effective donor management requires a multimodal and coordinated approach, rather than reliance on isolated therapeutic measures. However, the available evidence remains limited in scope, underscoring the need for larger multicenter studies to confirm these findings and establish standardized donor management protocols
Η επίδραση των προσωπικών δεδομένων κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη
Η παρούσα εργασία εξετάζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης, υπό το πρίσμα του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) και του ισχύοντος διεθνούς, ευρωπαϊκού και εθνικού νομικού πλαισίου. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η ανάγκη προστασίας της προσωπικότητας του εργαζομένου από την αθέμιτη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ιδίως λόγω της αυξανόμενης χρήσης τεχνολογικών μέσων ελέγχου από τον εργοδότη. Αρχικά παρουσιάζεται το νομικό πλαίσιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων και η συνταγματική κατοχύρωσή τους στην ελληνική έννομη τάξη. Στη συνέχεια αναλύεται η εφαρμογή του ΓΚΠΔ στις εργασιακές σχέσεις, με έμφαση στο πεδίο εφαρμογής, στις βασικές αρχές επεξεργασίας, στα δικαιώματα των εργαζομένων και στις υποχρεώσεις των εργοδοτών, καθώς και στα όρια του διευθυντικού δικαιώματος. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο άρθρο 22 ΓΚΠΔ και στην αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων. Τέλος, εξετάζονται ειδικές μορφές επεξεργασίας στον χώρο εργασίας, όπως η παρακολούθηση επικοινωνιών, η χρήση βιομετρικών και ιατρικών δεδομένων, η τηλεργασία, οι ψηφιακές πλατφόρμες και η τεχνητή νοημοσύνη, καταλήγοντας σε συμπεράσματα για την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ ελέγχου και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων.This thesis analyses the protection of employees’ personal data in the framework of the employment relationship, in light of the General Data Protection Regulation and the applicable international, European, and national legal framework. The analysis begins with the need to protect the employee’s personality from illegal processing of personal data, particularly due to the increasing use of technological monitoring tools by employers. Firstly, the legal framework for the protection of personal data is presented, along with its constitutional safeguarding within the Greek legal system. The study then analyzes the application of the GDPR to employment relationships, focusing on its scope of application, the fundamental principles of data processing, the rights of employees and the obligations of employers, as well as the limits of the employer’s managerial prerogative. Special emphasis is placed on Article 22 GDPR concerning automated decision-making. Finally, the thesis examines specific forms of data processing in the workplace, such as the monitoring of communications, the use of biometric and medical data, teleworking, digital labor platforms, and artificial intelligence, concluding with observations on the need to find a balance between employer control and the protection of employees’ fundamental rights
Η Lex Mercatoria ως πηγή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου: νομική φύση και εφαρμογή στις διεθνείς συναλλαγές
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται την προβληματική της lex mercatoria ως άτυπη αλλά ολοένα και περισσότερο αναγνωριζόμενη πηγή του δικαίου και διερευνά την νομική της φύση, την ιστορική της εξέλιξη και την πρακτική της εφαρμογή στις διεθνείς συναλλαγές. Αφετηρία αποτελεί η ανάλυση του φαινομένου της lex mercatoria, των ορισμών που έχουν κατά καιρούς αποδοθεί, καθώς και των θεωρητικών προσεγγίσεων που κυμάνθηκαν από την άποψη της επικουρικής της λειτουργίας έως τη θεώρησή της ως αυτόνομης έννομης τάξης. Περαιτέρω, η παρούσα εξετάζει διεξοδικά την σχέση της με άλλες συγγενείς έννοιες. Στην συνέχεια, παρακολουθείται η ιστορική της πορεία από τις πρώιμες μορφές εμπορικού δικαίου στην ρωμαϊκή και μεσαιωνική περίοδο έως την σύγχρονη μορφή της, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα και την προσαρμοστικότητα των κανόνων της. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στους παράγοντες που ευνόησαν την ανάδειξή της, όπως η δυσκαμψία του κανόνα σύγκρουσης και η πολυπλοκότητα των διεθνών συναλλαγών, καθώς και στις πηγές της lex mercatoria. Στο δεύτερο μέρος, αναλύονται οι εκφάνσεις της lex mercatoria στο πεδίο της διεθνούς πώλησης, των χρηματοπιστωτικών και συμβάσεων μεταφορών, της διαιτησίας, των κανόνων συμπεριφοράς και της lex sportiva, ενώ αξιολογείται η στάση των κρατικών και διαιτητικών δικαστηρίων απέναντί της. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τις θεωρητικές αμφισβητήσεις και τα όρια που θέτει η σύνδεση με τα εθνικά δίκαια, η lex mercatoria συνιστά ένα λειτουργικό και δυναμικό σύνολο κανόνων, το οποίο έχει καταστεί αναπόσπαστο εργαλείο ρύθμισης των διεθνών εμπορικών σχέσεων και σημαντικό πεδίο αλληλεπίδρασης μεταξύ κρατικού και ανεθνικού δικαίου.The present study addresses the issue of lex mercatoria as an informal yet increasingly recognized source of law and examines its legal nature, historical development, and practical application in international transactions. The point of departure is an analysis of the phenomenon of lex mercatoria, the various definitions that have been attributed to it over time, and the theoretical approaches ranging from the view of its subsidiary function to its conception as an autonomous legal order. Furthermore, the study examines in depth its relationship with other related concepts.Subsequently, its historical trajectory is traced from the early forms of commercial law in the Roman and medieval periods to its contemporary manifestation, highlighting the continuity and adaptability of its rules over time. Particular emphasis is placed on the factors that favored its emergence, such as the rigidity of conflict-of-laws rules and the complexity of international commercial transactions, as well as on the sources of lex mercatoria.In the second part, the manifestations of lex mercatoria are analyzed in the fields of international sales, financial and transport contracts, arbitration, codes of conduct, and lex sportiva, while the attitudes of state courts and arbitral tribunals toward it are assessed. The study concludes that, despite theoretical challenges and the limitations imposed by its connection with national legal systems, lex mercatoria constitutes a functional and dynamic body of rules that has become an integral instrument for the regulation of international commercial relations and a significant field of interaction between state and non-state law
Η διεθνής διαιτησία ως εναλλακτικός μηχανισμός επίλυσης περιβαλλοντικών διαφορών
Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη διεθνή διαιτησία ως εναλλακτικό μηχανισμό επίλυσης περιβαλλοντικών διαφορών, εστιάζοντας στις διεθνείς περιβαλλοντικές διαφορές μεταξύ κρατών και στον τρόπο με τον οποίο ο θεσμός αυτός έχει συμβάλει στη διαμόρφωση και εξέλιξη του διεθνούς περιβαλλοντικού δικαίου. Αφετηρία αποτελεί η προσέγγιση της έννοιας των διεθνών περιβαλλοντικών διαφορών και η ανάλυση του νομοθετικού τους καθεστώτος. Ακολουθεί μία περιγραφή του θεσμού της διαιτησίας, προσανατολισμένη στην ιστορική του εξέλιξη και στα βασικά χαρακτηριστικά του ως μηχανισμού επίλυσης διαφορών και στη συνέχεια, αναδεικνύεται η συμβολή της διεθνούς διαιτησίας στην επίλυση περιβαλλοντικών διαφορών και εξετάζεται κατά πόσο αποτελεί κατάλληλο εναλλακτικό μηχανισμό επίλυσης των εν λόγω διαφορών. Έπειτα, η μελέτη στρέφεται σε κάποιες κατηγορίες των περιβαλλοντικών διαφορών και αρχικά, κάνει λόγο για τις διαφορές που προκύπτουν από διασυνοριακή περιβαλλοντική ζημία και εξετάζει κλασικές διαιτητικές αποφάσεις που συνέβαλαν στη θεμελίωση των βασικών αρχών του πεδίου, με έμφαση στην ευθύνη των κρατών και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Ακολουθεί κεφάλαιο αφιερωμένο στις κλιματικές διαφορές, στο οποίο εξετάζεται η εννοιολογική τους διάσταση, οι προοπτικές υπαγωγής τους σε διεθνή διαιτησία, καθώς και η σύνδεσή τους με την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τέλος, γίνεται σύντομη αναφορά στη σχέση της επενδυτικής διαιτησίας με τις περιβαλλοντικές διαφορές και εκφράζονται προβληματισμοί όσον αφορά την εξισορρόπηση οικονομικής ανάπτυξης και βιώσιμης περιβαλλοντικής πολιτικής. Συνολικά, η εργασία επιδιώκει να καταδείξει ότι η διεθνής διαιτησία, παρά τα εγγενή εμπόδια που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, συνιστά έναν θεσμό με ιδιαίτερη προοπτική για την επίλυση περιβαλλοντικών διαφορών, ενισχύοντας την προστασία του περιβάλλοντος και εδραιώνοντας τη σύνδεση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διεθνή συνεργασία.This study examines international arbitration as an alternative mechanism for the resolution of environmental disputes, focusing on interstate environmental conflicts and the ways in which this institution has contributed to the formulation and evolution of international environmental law. The starting point is the approach to the concept of international environmental disputes and the analysis of their legislative framework. This is followed by a description of the institution of arbitration, oriented towards its historical evolution and its main characteristics as a dispute settlement mechanism, and subsequently the contribution of international arbitration to the resolution of environmental disputes is highlighted, examining to what extent it constitutes an appropriate alternative mechanism for the settlement of such disputes. The study then turns to certain categories of environmental disputes. It first addresses disputes arising from transboundary environmental harm and examines classical arbitral awards that contributed to the establishment of the fundamental principles in the field, with emphasis on state responsibility and the obligations deriving from international law. A subsequent chapter is dedicated to climate change disputes, in which their conceptual dimension, the prospects of submitting them to international arbitration, as well as their connection with the protection of fundamental human rights are analyzed. Finally, a brief reference is made to the relationship between investment arbitration and environmental disputes, and concerns are raised regarding the balance between economic development and sustainable environmental policy. Overall, the thesis seeks to demonstrate that international arbitration, despite the inherent obstacles it continues to face, constitutes an institution with particular potential for the settlement of environmental disputes, strengthening environmental protection and consolidating the connection with human rights and international cooperation
Οι ποσοστώσεις υπέρ του ενός φύλου στην απασχόληση και την επιχειρηματικότητα
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η ανάδειξη του προβλήματος της έμφυλης ανισότητας στους τομείς της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας και η αντιμετώπισή του μέσω της πολιτικής των θετικών μέτρων και δη των ποσοστώσεων, οι οποίες συγκαταλέγονται στα αυστηρότερα και δραστικότερα θετικά μέτρα που έχουν στη διάθεσή τους οι έννομες τάξεις. Για τους σκοπούς της παρούσας εργασίας, η ανάλυση διεξάγεται σε τρεις έννομες τάξεις -την ελληνική, την ευρωπαϊκή και την αμερικανική-, ενώ δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην ελληνική και την ευρωπαϊκή, λόγω της ύπαρξης σε αυτές περισσότερων θετικών μέτρων υπό τη μορφή ποσοστώσεων. Στο πρώτο μέρος της εργασίας (κεφάλαιο ΙΙ.), αναδεικνύεται η γενικότερη προβληματική των θετικών μέτρων, με έμφαση στις ποσοστώσεις, και η σύνδεση τους με την αρχή της ισότητας. Το δεύτερο μέρος (κεφάλαιο ΙΙΙ.) επικεντρώνεται στον τομέα της απασχόλησης, όπου παρατηρείται έντονη νομοθετική δραστηριότητα προς τον σκοπό επίτευξης της ισότητας ευκαιριών μεταξύ των φύλων και της ισόρροπης εκπροσώπησής τους σε όλους τους επαγγελματικούς τομείς. Τέλος το τρίτο μέρος (υπό IV. κεφάλαιο) εστιάζει στην επίτευξη της έμφυλης ισότητας στον τομέα της επιχειρηματικότητας, ιδίως, μέσω της θέσπισης ποσοστώσεων υπέρ του υποεκπροσωπούμενου φύλου στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων εταιρειών, όπου διαχρονικά παρατηρούνται μεγάλες αποκλίσεις στην εκπροσώπηση των φύλων. Μέσα από την ανάλυση που θα ακολουθήσει, παρατηρείται ότι παρά την εξαντλητική ρύθμιση για την προώθηση της έμφυλης ισότητας στους τομείς της απασχόλησης και, προσφάτως, της επιχειρηματικότητας, στην πράξη οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων, και, ιδίως του ρόλου των γυναικών, δημιουργούν ανυπέρβλητες ανισότητες εις βάρος των γυναικών, οι οποίες συχνά αποκλείονται από θέσεις ευθύνης και κέντρα λήψης οικονομικών αποφάσεων. Υπό το πρίσμα των παραπάνω, οι ποσοστώσεις αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο υλοποίησης της ουσιαστικής ισότητας και, εν προκειμένω, της έμφυλης ισότητας. Παρότι δογματικά συνδέονται με την ισότητα αποτελεσμάτων, σε πολλές περιπτώσεις είναι τα μόνα μέτρα που θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να υλοποιήσουν την πραγματική ισότητα ευκαιριών, διακόπτοντας τον κύκλο των έμφυλων διακρίσεων στις πολιτικές πρόσληψης. Συνεπώς, η δογματική ένταξή τους στην ισότητα ευκαιριών, ενδεχομένως συντελέσει στην ανατροπή παγιωμένων κοινωνικών αντιλήψεων και στην ουσιαστική προώθηση της έμφυλης ισότητας στην απασχόληση και την επιχειρηματικότητα.The subject of the present paper is the highlighting of the problem of gender inequality in the fields of employment and entrepreneurship and its addressing through the policy of positive action, in particular quotas, which are among the strictest and most effective measures of positive action available to legal systems. For the purposes of this paper, the analysis is conducted across three legal orders—the Greek, the European, and the American—while greater emphasis is placed on Greek and EU law, due to the existence therein of a greater number of positive measures in the form of quotas. In the first part of the paper (Chapter II), the general issue of positive measures is examined, with an emphasis on quotas and their connection to the principle of equality. The second part (Chapter III) focuses on the field of employment, where intense legislative activity is observed with the aim of achieving equal opportunities between the sexes and their balanced representation across all professional sectors. Finally, the third part (Chapter IV) concentrates on the achievement of gender equality in the field of entrepreneurship, in particular through the introduction of quotas in favor of the underrepresented gender on the boards of directors of large companies, where significant disparities in gender representation have historically been observed. Through the analysis that follows, it is highlighted that despite the exhaustive regulatory framework aimed at promoting gender equality in the fields of employment and, more recently, entrepreneurship, in practice stereotypical perceptions regarding the social roles of the sexes—particularly the role of women—create insurmountable inequalities to the detriment of women, who are often excluded from positions of responsibility and centers of economic decision-making. In light of the above, quotas constitute an important tool for the implementation of substantive equality and, in the present context, gender equality. Although they are doctrinally associated with equality of outcomes, in many cases they are the only measures capable, in the long term, of achieving genuine equality of opportunity by breaking the cycle of gender discrimination in recruitment policies. Consequently, their doctrinal inclusion within the concept of equality of opportunity may contribute to the overturning of entrenched social perceptions and to the substantive promotion of gender equality in employment and entrepreneurship