National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Der Raum der Stadt als umkämpftes Konfrontationsfeld. Fallbeispiel Rotes Wien.
Την περίοδο του Μεσοπολέμου η Βιέννη αποτέλεσε τον τόπο ενός πρωτότυπου εγχειρήματος κοινωνικού μετασχηματισμού μέσω της εφαρμογής ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Φορέας και οργανωτής αυτής της προσπάθειας υπήρξε το αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SDAP), το οποίο από το 1919 μέχρι και το 1934 χάρη στην απόλυτη πλειοψηφία που κατακτούσε στις εκλογές ήλεγχε την τοπική κυβέρνηση. Επρόκειτο για έναν τεράστιο οργανισμό ο οποίος είχε εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και ένα εκτεταμένο δίκτυο συνδικάτων και οργανώσεων υπό τον έλεγχο του, μέσω των οποίων επιχειρούσε να καλύψει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, «από την κούνια μέχρι την τεφροδόχο». Το πρόγραμμα των σοσιαλδημοκρατών στόχευε στον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του εκπαιδευτικού και υγειονομικού συστήματος, στο να ενώσει και να οργανώσει ολόκληρη την εργατική τάξη, ή μάλλον, να την εκπροσωπήσει στην δημιουργία μιας πολιτιστικής ηγεμονίας, η οποία θεωρούνταν ως απαραίτητο βήμα πριν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας σε κεντρικό επίπεδο. Στόχος ήταν η δημιουργία «νέων» ανθρώπων, καθώς μόνο πνευματικά και σωματικά υγιείς άνθρωποι ήταν κατά την άποψη των ηγετών της σε θέση να πραγματοποιήσουν αυτό το καθήκον. Ωστόσο, επειδή αυτός ο ιδεότυπος ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, η ηγεσία συχνά κατηγορούσε τους εργάτες για έλλειψη «προλεταριακού πνεύματος», και ότι οι εργάτες δεν εκπλήρωναν τα «καθήκοντα» και τις «ευθύνες» τους. Έτσι, ενώ το προλεταριάτο θεωρούνταν ο νέος μεσσίας της κοινωνίας και ηθικά ανώτερο από όλες τις άλλες τάξεις, η ηγεσία δεν του έδειχνε μεγάλη εμπιστοσύνη και η αυτενέργεια και η ανάληψη πρωτοβουλιών από τους εργάτες δεν ενθαρρύνονταν αλλά μάλλον καταπνίγονταν. Οι κατώτερες τάξεις θεωρούνταν «ακαλλιέργητες» και έπρεπε να κηδεμονεύονται σε όλα τα επίπεδα. Ιδιαίτερα οι γυναίκες, που αντιμετωπίζονταν κυρίως ως μητέρες, με τη σταθεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας να αποτελεί κεντρικό στόχο. Μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο συνδικάτων και οργανώσεων επιδιώκετο να καλυφτεί και ελεγχθεί κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Έτσι λίγα μέλη ήταν πραγματικά ενεργά. Η ύψιστη προτεραιότητα ήταν η ενότητα του κόμματος. Ήταν ένας αυστηρά ιεραρχικός μηχανισμός, δομημένος από πάνω προς τα κάτω. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από έναν στενό κύκλο. Η εσωτερική δημοκρατία ήταν περιορισμένη και οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις σε επίπεδο βάσης ήταν σπάνιες, ενώ γινόταν διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» προλετάριων και επίκληση στα αισθήματα αξιοπρέπειας των «εργατικών και επιμελών ανθρώπων». Αυτό που κάνει μέχρι και σήμερα το παράδειγμα της «κόκκινης Βιέννης» να ξεχωρίζει είναι το γιγαντιαίο πρόγραμμα κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, με το οποίο επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η πόλη. Με βάση τον Μαρξ, το εργατικό κίνημα θεωρούσε το ζήτημα της στέγασης ως άλυτο στον καπιταλισμό. Επικρατούσε επίσης ο φόβος πως οι εργάτες θα ενσωματώνονταν στο σύστημα αν αποκτούσαν μόνιμη κατοικία. Οι Αυστρομαρξιστές αντίθετα είχαν υιοθετήσει μια θετική στάση απέναντι στη σύγχρονη μητρόπολη, ως ένα μέρος όπου το προλεταριάτο θα μπορούσε να αναπτυχθεί, να αναπτύξει ταξική συνείδηση και να συνδεθεί με το κόμμα. Ωστόσο, δεν είχαν μια πραγματική ιδέα για το πώς να λύσουν το πρόβλημα. Η σοβαρή έλλειψη στέγασης ανάγκασε τη νέα δημοτική αρχή της Βιέννης να λάβει άμεσα μέτρα, αλλά το μεγάλης κλίμακας στεγαστικό πρόγραμμα δεν ήταν στις αρχικές τις προθέσεις και προέκυψε μόνο σταδιακά. Δεδομένου ότι στην πόλη υπήρχαν πολύ λίγα μεγάλα εργοστάσια, υπήρχε η ελπίδα ότι η εργατική τάξη θα γινόταν κατορθωτό να μετασχηματιστεί στο πεδίο της αναπαραγωγής, εντός των μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών του δήμου Η νέα ποιότητα στέγασης είχε ως στόχο να δημιουργήσει νέους ανθρώπους με διαφορετικές συνήθειες, επομένως οι ενοικιαστές επιλέγονταν προσεκτικά ώστε να αντιστοιχούν στον ιδανικό τύπο του παραγωγικού εργάτη και οικογενειάρχη. Βελτιώνοντας τις συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στόχος ήταν και η εξασφάλιση ενός πιο παραγωγικού εργατικού δυναμικού, που θα βοηθούσε στην αύξηση της παραγωγής και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ως αποτέλεσμα στέγη δεν παρεχόταν σε όσους την είχαν περισσότερο ανάγκη και η πόλη συνέχιζε να είναι γεμάτη άστεγους. Οι ένοικοι των νέων συγκροτημάτων έβρισκαν έναν έτοιμο κατασκευασμένο από «ειδικούς» χώρο, στον οποίο λίγα πράγματα μπορούσαν να αλλάξουν, με τις ατομικές τους ανάγκες να μην λαμβάνονται υπ όψιν. Έπρεπε να τηρούν αυστηρούς κανόνες, η επιτήρηση και ο δεσποτισμός του εργοστασίου μεταφέρθηκαν έτσι και στον τόπο κατοικίας. Με την εξουσία του επιστάτη μετακόμισε και η κρατική εξουσία , το κράτος επεκτάθηκε σε νέες σφαίρες, επεκτεινόμενο εντός της ζωής των ενοικιαστών. Οι κοινωνικές συναναστροφές των ενοίκων επιδιώκετο να διαμεσολαβούνται από τις κομματικές δομές. Έτσι, η προλεταριακή αλληλεγγύη θεσμοθετήθηκε, καταλύθηκε και τυποποιήθηκε. Βάση για αυτές τις σκέψεις είναι η θεωρητική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η κοινωνία δεν υπάρχει εκτός του χώρου, ο οποίος πρέπει να νοηθεί ως το κοινωνικό προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και ταξικών σχέσεων. Η καπιταλιστική πόλη δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη, αλλά πάντα «υπό κατασκευή». Είναι ένα σύνθετο οικοσύστημα που δημιουργείται από την ανθρώπινη εργασία, ωστόσο αυτή η εργασία δεν αναγνωρίζεται κοινωνικά. Η άνιση πρόσβαση διαφορετικών τάξεων, ομάδων και φύλων στον δημόσιο χώρο δημιουργεί διαφορετικές αντιλή ψεις για την καθημερινή ζωή και τον αστικό χώρο, τον καθιστά ένα αμφισβητούμενο πεδίο αντιπαράθεσης. Αυτά που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά δεν βρίσκονται επομένως μόνο στον χώρο εργασίας. Ομοίως, η ταξική πάλη διεξάγεται και εκτός παραγωγής. Δεν πρόκειται απλά για έναν αγώνα για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του κοινωνικού πλεονάσματος. Ομοίως, μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης υπάρχουν και εκτός του χώρου εργασίας Στόχος αυτής της εργασίας είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κατάφερε να οικοδομήσει τις συμμαχίες του με συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Ποια ήταν τα συγκεκριμένα υλικά συμφέροντα που αυτά έβλεπαν να εκπροσωπούνται στην πολιτική του SDAP; Ποιον ρόλο έπαιζαν ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και ο τύπος στη συλλογική τους διαμόρφωση και την ταύτιση τους με το συγκεκριμένο κόμμα; Πάνω απ όλα όμως με ενδιαφέρει να κατανοήσω τις συνδέσεις μεταξύ της διαχείρισης του αστικού χώρου από τη σοσιαλδημοκρατική δημοτική αρχή και του σχηματισμού αυτών των τοπικών συμμαχιών, καθώς και τις συγκρούσεις και τις εντάσεις που προέκυπταν από το γεγονός ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν και εφαρμόζονταν «από τα πάνω», χωρίς τη συμβολή της βάσης. Συχνά μάλιστα έρχονταν και σε αντίθεση με τις πρακτικές, τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες των στρωμάτων αυτών. Η επιδίωξη της ηγεσίας να ρυθμίζει και να ελέγχει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής δημιουργούσε ένα πλαίσιο που από τους περισσότερους εκλαμβανόταν ως ασφυκτικό και από το οποίο αναζητούσαν τρόπους για να ξεφύγουν. Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται και στην Αυστρία από την αυξημένη προθυμία χρήσης (πολιτικής) βίας. Ειδικά οι δυνάμεις της Δεξιάς κατέφευγαν στη βία για να επιτύχουν τους στόχους τους και να εκφοβίσουν τους αντιπάλους τους. Πάντως όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα διατηρούσαν «ενώσεις αυτοάμυνας». Το SDAP διατήρησε μια αμφίσημη στάση απέναντι στη «βία» (αν και στη συγκεκριμένη εργασία υιοθετείται η άποψη πως δεν υπάρχει ένας γενικός, συμπεριληπτικός ορισμός της «βίας»). Αφενός προέτασε τη στρατηγική της «αμυντικής βίας», της χρήσης ένοπλων μέσων μόνο στην περίπτωση που θα απειλούνταν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Αφετέρου, χρησιμοποιούσε στρατιωτική ορολογία και συχνά υποστήριζε τη διατάραξη πολιτικών συγκεντρώσεων άλλων κομμάτων. Το 1927 στη Βιέννη, η κατάσταση μεγάλων τμημάτων των κατώτερων τάξεων ήταν ακόμα επισφαλής. Η φτώχεια, η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης, ακόμη και η πείνα και οι ασθένειες εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζουν την καθημερινή ζωή πολλών για τους οποίους οι σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν έφερναν αρκετά γρήγορα αποτελέσματα. Έτσι, η εμπιστοσύνη αυτών των ανθρώπων στη Δημοκρατία και τους θεσμούς της δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή, και το ταξικό μίσος προς τους εύπορους ήταν έντονο, κάτι που επηρέασε και την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Επειδή ανήκαν σε διαφορετικούς κόσμους, είχαν διαφορετικές εμπειρίες ζωής και επομένως διαφορετικές συμπεριφορές. Μετά από μια σειρά δικαστικών αποφάσεων που αθώωναν δολοφόνους των εργατών, η συσσωρευμένη κοινωνική οργή ξέσπασε τελικά στις 15 Ιουλίου 1927, με την εξέγερση να αφήνει πίσω της 84 νεκρούς διαδηλωτές και περαστικούς και 5 από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, όπως και μεγάλες καταστροφές, με το δικαστικό μέγαρο να παραδίδεται στις φλόγες. Η ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να μεταθέσει την ευθύνη για τα γεγονότα σε μια μικρή μειοψηφία εκτός κινήματος. Ως αποτέλεσμα έχασε σε υποστήριξη και από τις δύο πλευρές: τόσο από τους πιο συντηρητικούς της ψηφοφόρους που φοβήθηκαν από τα γεγονότα, όσο και από εκείνους που είχαν βγεί εκείνη την ημέρα στους δρόμους, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τις σφαίρες της αστυνομίας. Τέτοιες ρήξεις εμπιστοσύνης δεν είναι βέβαια πάντα άμεσα εμφανείς, αλλά το γεγονός είναι ότι μετά τις 15. Ιουλίου 1927, η εμπιστοσύνη πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης στο κόμμα δεν ήταν πλέον η ίδια. Η Βιέννη εκείνης της περιόδου ήταν μια πολυεθνική, αλλά σε καμία περίπτωση μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Το ίδιο το SDAP ήταν πεπεισμένο για την ανωτερότητα της γερμανικής γλώσσας και του γερμανικού πολιτισμού και την (υποτιθέμενη) εκπολιτιστική του αποστολή, η οποία υποτίθεται ότι θα εγγυόταν την πολιτιστική πρόοδο ολόκληρης της ανθρωπότητας. Οι ιδέες του μεγαλογερμανικού εθνικισμού ασκούσαν επίσης σημαντική επιρροή. Η Βιέννη θεωρούνταν μια μεγάλη, παλιά πολιτιστική πόλη και οι κατώτερες τάξεις έπρεπε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον εθνικό πολιτισμό, ο οποίος θεωρούνταν το σημείο αναφοράς όλων των πραγμάτων. Η ηγεσία εναντιωνόταν στην «κουλτούρα της διασκέδασης», στις «φθηνές» και πληθωρικές απολαύσεις. Οι ιστορικά ανεπτυγμένες υποκουλτούρες της εργατικής τάξης και οι μορφές λαϊκής κουλτούρας καταπολεμήθηκαν ή περιφρονήθηκαν, και οι εμπειρίες των εργατών δεν ελήφθησαν υπόψη. Η απόσταση μεταξύ εργατών και διανοουμένων, ή μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, δεν εξαλείφθηκε αλλά μάλιστα βάθυνε. Η μάθηση υποτίθεται ότι θα γινόταν όχι μέσω της πράξης, αλλά μέσω της εκπαίδευσης και της ανάγνωσης Στην πραγματικότητα, ωστόσο, κυριάρχησε μια άκριτη υιοθέτηση οτιδήποτε έμοιαζε να υπόσχεται την εξασφάλιση της ενίσχυσης του κόμματος, οδηγώντας πολλούς στο εσωτερικό του να καταφέρονται ενάντια σε αυτή την «εμπορευματοποίηση». Τα αυξανόμενα αδιέξοδα της στρατηγικής, του κόμματος οδήγησε στην «αισθητικοποίηση της πολιτικής» και στην ολοένα και μεγαλύτερη επίκληση στα συναισθήματα, παρά την κρίση, του ακροατηρίου. παρά στη διάνοια των οπαδών του. Μεγάλα γεγονότα και εκδηλώσεις είχαν ως στόχο να διευκολύνουν την προσέλκυση νέων μελών και την ταχεία ενσωμάτωσή τους στο κίνημα. Στόχος ήταν να πειστούν με απλά λόγια και εικόνες, χωρίς να χρειάζεται κανείς να ασχοληθεί με τις προσωπικές ανάγκες του κάθε ατόμου. Ο πολιτισμός, όπως και ο αθλητισμός έγιναν υποκατάστατο όχι μόνο της αποτυχίας κατάληψης της εξουσίας, αλλά και της έλλειψης μαχητικότητας των συνδικάτων, τα οποία απέτυχαν να αναλάβουν δράση ενάντια στους χαμηλούς μισθούς. Έγιναν μέσα ελέγχου, αλλά και διοχέτευσης της ενέργειας και της απογοήτευσης της βάσης. Έτσι, οι μάζες όχι μόνο δαιμονοποιήθηκαν, αλλά και μυθοποιήθηκαν, ηρωοποιήθηκαν και μυστικοποιήθηκαν. Η μάζα των πιστών οπαδών αντιπαραβλήθηκε με τις άτακτες, ανοργάνωτες, μάζες. Ένας πειθαρχημένος, κινητοποιημένος στρατός, προσανατολισμένος στο να εμπνέει τα μέλη του κινήματος, να εντυπωσιάζει πιθανούς υποστηρικτές και να τρομάζει τους αντιπάλους του. Έτσι, οι μάζες έγιναν ένα τεράστιο σκηνικό για τους ηγέτες του κινήματος, ώστε να επιδείξουν την ικανότητά τους να συγκεντρώνουν και να ελέγχουν μεγάλα πλήθη. Ιδίως η Πρωτομαγιά χρησίμευε κάθε χρόνο σαν ευκαιρία για να κατέβουν μεγάλα οργανωμένα και πειθαρχημένα πλήθη στους δρόμους. Ο αθλητισμός προσέφερε επίσης μια τέτοια ευκαιρία, αν και η στάση της ηγεσίας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απέναντι του ήταν αμφιλεγόμενη. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα την Αυστρία, με τις κυβερνητικές πολιτικές, ιδίως τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος, να την επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο. Το κράτος και η δημοκρατία αντιμετώπισαν έτσι ένα πρόβλημα νομιμότητας στο οποίο το SDAP δεν είχε απάντηση. Ενώ οι ελίτ έδειχναν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για να ήταν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για να αντικαταστήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα με ένα αυταρχικό καθεστώς, οι Σοσιαλδημοκράτες φάνηκαν αναποφάσιστοι και φοβικοί. Απέναντι στην διπλή πίεση, από την μία των ανέργων που ζητούσαν άμεσα μέτρα ανακούφισης, από την άλλη της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας, επικράτησε η αμηχανία. Έτσι η επιχείρηση οριστικής κατάλυσης της δημοκρατίας τον Φεβρουάριο του 1934 δεν θα συναντήσει παρά μικρή αντίσταση. Συμπερασματικά… Το SDAP έδειχνε υπερβολική εμπιστοσύνη στο κράτος, βλέποντάς το ως εκπρόσωπο των συμφερόντων όλης της κοινωνίας, έναν διαμεσολαβητή ανάμεσα στις τάξεις και τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους. Ο έλεγχος του θα εγγυόταν τη μακροπρόθεσμη οικοδόμηση του σοσιαλισμού χωρίς πειράματα και εντάσεις. Η Κόκκινη Βιέννη σκόπευε να αποτελέσει παράδειγμα για την αποτελεσματικότητα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και να χρησιμεύσει ως εφαλτήριο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και σε εθνικό επίπεδο. Το πείραμα της Κόκκινης Βιέννης όμως βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπο με μία σειρά δυσεπίλυτων αντιφάσεων. Μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης των έργων και των κοινωνικών προγραμμάτων του εξαρτιόταν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία έλεγχε επίσης κρίσιμους θεσμούς όπως τα δικαστήρια και τα σώματα ασφαλείας. Μην έχοντας τη δυνατότητα πραγματικής παρέμβασης στην οικονομία και τις κρατικές δομές, αυτές οι προσπάθειες υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Οι ελπίδες των σοσιαλδημοκρατών έτσι δεν εκπληρώθηκαν. Ένας από τους λόγους αυτής τους της αποτυχίας είναι και το γεγονός ότι υπερεκτίμησαν τη δική τους επιρροή στο κράτος, υποτιμώντας αντίθετα τις επιπτώσεις που είχε στο κόμμα τους η διαπλοκή του με τους κρατικούς μηχανισμούς, μέσω της οποίας εκτίθονταν διαρκώς στην αστική στρατηγική. Γιατί ως μέρος του κράτους, οι δήμοι καλούνται επί τις ουσίας να εκπληρώσουν τις ίδιες λειτουργίες με το κεντρικό κράτος. Το SDAP δεν μπόρεσε επομένως να δημιουργήσει μια γνήσια εναλλακτική λύση. Ούτε η εργατική τάξη συμμετείχε στην κυβέρνηση, όπως τους άρεσε να τονίζουν. Αντίθετα, επρόκειτο για μια προσπάθεια αναδιανομής του κοινωνικού πλεονάσματος εντός καπιταλισμού και για την αυξημένη πρόσβαση των κατώτερων τάξεων στον χώρο της πόλης, χωρίς άμεση αντιπαράθεση με την αστική τάξη. Δεν υπήρχε σύνδεση μεταξύ του καθημερινού αγώνα για μεταρρυθμίσεις στον καπιταλισμό και του διακηρυγμένου σοσιαλιστικού τελικού στόχου. Και καθώς η εκπροσώπηση της εργατικής τάξης θεωρούνταν δεδομένη, πολλά από όσα γίνονταν στόχευαν στο να κερδηθεί η υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων. Παρόλο που δημιουργήθηκε μια αξιοσημείωτη υποδομή, η καπιταλιστική λογική της χωρικής παραγωγής δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα, οι αναφορές στην κληρονομιά της αυτοκρατορικής περιόδου ήταν έντονες. Δεν επιδιώχθηκε ο πειραματισμός, η δημιουργία εναλλακτικών μορφών κατοικίας ή ο δημοκρατικός έλεγχος του αστικού χώρου, η διαχείριση του οποίου δεν γινόταν πάντα προς όφελος της εργατικής τάξης. Η πρωτοκαθεδρία της πνευματικής έναντι της χειρωνακτικής εργασίας έγινε αποδεκτή και συνέχισε να αναπαράγεται. Οι σοσιαλδημοκράτες, πεπεισμένοι για την ευθύγραμμη εξέλιξη της κοινωνίας, στην πραγματικότητα δεν είδαν τις κοινωνικές αντιφάσεις που καλούνταν να αντιμετωπίσουν. Το κόμμα τοποθετήθηκε πάνω από το κίνημα και επομένως πάνω από την τάξη, και η κομματική δραστηριότητα αντικατέστησε αυτήν της τάξης. Η ταξική πάλη ελαττώθηκε έτσι στο απαραίτητο ιστορικό μέσο για την επίτευξη της πλήρους δημοκρατίας. Αυτό οδήγησε σε μια πολύ προβληματική ταύτιση μεταξύ τάξης, κόμματος και δημοτικής αρχής και τελικά στον αυτοπεριορισμό του κινήματος.In the interwar period, a unique project of social transformation was launched in Vienna through a reform program designed to benefit the broad mass of the population. The driving force and organizer of these efforts was the Social Democratic Party of Austria (SDAP), which, thanks to the absolute majority it succeeded to achieve in the Vienna City Council elections, it managed now to have the control of the local government. The Party was a huge organization, with hundreds of thousands of members and a far-reaching network of trade unions and other organizations, through which it attempted to address every aspect of social life: from cradle to grave. The Social Democrats' program aimed at modernizing and expanding the education and healthcare systems, as well as establishing a cultural hegemony of the working class, which was considered a necessary step before gaining political power at the central level. The goal was to cultivate a "new man," since, in the leadership's view, only mentally and physically healthy individuals could fulfill this task. However since this ideal type was out of touch with reality, the leadership frequently accused the workers of lacking sufficient "class consciousness" and failing to fulfill their "duties" and "responsibilities." Although the proletariat was seen as the new Messiah of society, morally superior to all other classes, the leaders placed little trust in it. Workers' initiative and self-reliance were not encouraged. There were instead quite suppressed. The lower classes were considered "uncultured" and had to be patronized at all levels. This was especially true for women, who were primarily treated as mothers, with the stabilization of the nuclear family being a central goal. This has resulted that only a few members could be truly active. The fundamental principle was the party unity, with a strictly top-down hierarchical mechanism, with decisions made by a small circle only. Intra-party democracy was limited, discussions and confrontations at the grassroots level were rare, discriminations, were made between "good" and "bad" proletarians. Appeals were made to the sense of dignity of "diligent and conscientious people." What however distinguishes the example of "Red Vienna" to this day: it is the gigantic program for the construction of social housing, with which the acute housing shortage was dealt with. Based on Marx, the labor movement considered the housing problem within the capitalistic system to be unsolvable. There were also fears that if workers were to settle down, they would easily be integrated into the system. The Austro-Marxists, on the other hand, had a positive view of the modern metropolis, seeing it as a place where the proletariat could develop further, cultivate its class consciousness, and find its way to the party. However, they lacked a concrete plan for solving the problem. The acute housing shortage, however, forced the new Viennese City government to act quickly. A large-scale housing construction program was not initially planned and only gradually came about. Since there were few large factories in the city, it was hoped that the working class could undergo a transformation in the area of reproduction within the City's large housing complexes. The new quality of housing was intended to produce new people with different habits. Therefore, tenants were carefully selected so that they would conform, as closely as possible to the ideal image of the productive worker and family father. By improving the conditions for the reproduction of labor power, a more productive workforce was to be created, one that would contribute to increased production and economic development. As a result, those who needed it most desperately were denied housing, and many people in the City remained homeless. The residents of the new housing complexes found themselves in a space prefabricated by "experts," impossible to modify or change and in which their individual needs could not be expressed. They had to conform to strict rules; the surveillance, control and the despotism of the factory, were thus transferred to their own living spaces. On behalf of the authority of the building manager, state power also moved in; the state extended its sphere of influence into new areas and was intruded into the private lives of the residents. Their social interactions were to be mediated through party structures. In this way, proletarian solidarity was institutionalized, nullified, and standardized. The foundation of those considerations is the theoretical approach hat society does not exist outside of space. Space is to be understood as a social product of specific production and class relations. The capitalist city is never “completed”, never "finished". It is constantly under construction. It is a complex ecosystem created by human labor, yet this labor is not socially recognized. The unequal access of different classes, groups, and genders to public space, leads to differing perceptions of everyday life and urban space, making it a contested arena of confrontation. What connects people could not therefore be found solely in the workplace. Likewise, the class struggle is also waged outside of production. It is not simply a struggle for control over the means of production and social surplus. Forms of exploitation and oppression also exist outside the workplace. The aim of this research is to understand how the Social Democratic Party was able to build its alliances with specific social classes and social strata. What were the concrete material
Μελέτη μηχανισμών αντίστασης του anti-PD-1 σε ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα
Η ενίσχυση της προσαρμοστικής ανοσίας με αναστολείς σημείων ελέγχου (ICIs) έχει βελτιώσει ριζικά την πρόγνωση του μελανώματος, όχι όμως για όλους τους ασθενείς. Ορισμένες περιπτώσεις υποτροπιάζουν μέσα στους πρώτους μήνες, ενώ άλλες διατηρούν μακροχρόνιο όφελος, ακόμα και μετά τη διακοπή της ανοσοθεραπείας. Για την αναγνώριση κυτταρικών/μοριακών υπογραφών στο περιφερικό αίμα που θα μπορούσαν να διαφοροποιούν το προχωρημένο (στάδιο III) από το μεταστατικό (στάδιο IV) μελάνωμα και να προβλέπουν τη δυναμική της πρωτογενούς/δευτερογενούς ανοσολογικής διαφυγής, μελετήσαμε 100 διαδοχικούς ασθενείς με μελάνωμα σταδίου III/IV που επρόκειτο να ξεκινήσουν θεραπεία με ICIs. Κατά τη διάγνωση του μελανώματος, πραγματοποιήθηκε πολυπαραμετρική κυτταρομετρική ανάλυση ροής και διαδικασία καθαρισμού με χρήση τυπικών συζευγμένων αντισωμάτων για όλους τους ασθενείς, πριν την έναρξη της ανοσοθεραπείας. Σε κάθε στάδιο (III/IV), σύμφωνα με την ελεύθερη υποτροπής/πρόοδου επιβίωση (RFS/PFS), επιλέχθηκαν αναδρομικά οι περιπτώσεις με την πιο ξεκάθαρη κλινική έκβαση και εστιάσαμε την ανάλυσή μας στους ακραίους ανταποκριτές (n=7) και μη ανταποκριτές (n=7). Στόχος ήταν η χαρακτηριστική ανάλυση των μεταγραφωμάτων των περιφερικών CD4+ T-λεμφοκυττάρων με χρήση μαζικής RNA αλληλούχισης (bulk RNA-seq), ανάλυση διαφορικής έκφρασης γονιδίων (DEA) και ανάλυση εμπλουτισμού γονιδιακής έκφρασης (οντολογία γονιδίων, GO). Με βάση αυτή την επιλεγμένη ομάδα ασθενών, διερευνήσαμε γονίδια με διαφορική έκφραση (DEGs) και βασικές μοριακές οδούς που φαίνεται να ενεργοποιούνται κατά προτίμηση στο στάδιο III έναντι του IV μελανώματος, καθώς και σε ασθενείς με μακροχρόνια απόκριση έναντι πρώιμης εξέλιξης στην ανοσοθεραπεία. Αν και τα περιφερικά ανοσοκύτταρα δεν εμφάνισαν αριθμητικές διαφορές στις δύο αναλύσεις (στάδιο και απόκριση στους ICIs), τα δεδομένα από τις αναλύσεις DEA και GO έδειξαν ότι οι ασθενείς μπορούσαν να ομαδοποιηθούν διακριτά, προσδιορίζοντας 189 έναντι 92 DEGs στο στάδιο IV έναντι III, και 101 έναντι 47 DEGs στους πρώιμους εξελισσόμενους ασθενείς έναντι των μακροχρόνιων ανταποκριτών. Αυτά τα γονίδια με διαφορική έκφραση σχετίζονται λειτουργικά με διαφορετικές μοριακές οδούς. Για τις μεταστατικές περιπτώσεις: φλεγμονώδης απόκριση (π.χ. ADGRE5/2, CYBA, GRN, HMOX1, IRF5, ITGAM); προσαρμοστική ανοσία (π.χ. CD1C, CD74, CYBB, NCF2, CTSA, S100A8/9, BCL3); ενεργοποίηση Τ-κυττάρων (π.χ. BCL3, CD1C, CD74, FCER1G, FGL2); Και μεταβολισμός/Καταβολισμός λιπιδίων (π.χ. ARF3, GPX1, CTSA, PNPLA2, ABHD4). Ενώ για ασθενείς με πρώιμη εξέλιξη στους ICIs: επεξεργασία ανοσολογικών αποτελεσμάτων (HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5, NKG7, TYROBP); οδός PD-1 (π.χ. HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5); σηματοδότηση ιντερφερόνης (IFN) (π.χ. HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5, NCAM1, IFITM3), θετική ρύθμιση ενεργοποίησης Τ-κυττάρων (π.χ. BCL6, HLA-DQA1/DQB1, HLA-DR, HLA-DRB1/DRB5, HAVCR2), συνεργατική διέγερση μέσω CD28 (π.χ. HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5). Όλες οι παραπάνω μοριακές υπογραφές υποστηρίζουν μία ανοσορυθμιζόμενη βιολογική συμπεριφορά. Συγκεκριμένες βιολογικές οδοί και γονίδια-δείκτες στα περιφερικά CD4+ Τ-λεμφοκύτταρα μπορεί να προδιαγράφουν το στάδιο του μελανώματος και την αντίσταση στην ανοσοθεραπεία.Immune checkpoint inhibitors (ICIs) have significantly improved outcomes in melanoma by enhancing adaptive immunity, but not all patients benefit equally. While some experience early relapses, others maintain long-term responses, even after stopping treatment. To uncover cellular and molecular markers in the blood that may distinguish advanced (stage III) from metastatic (stage IV) melanoma and predict immune escape mechanisms, we analyzed 100 consecutive patients diagnosed with stage III/IV melanoma who were about to begin ICI therapy. Before initiating treatment, all patients underwent multiparameter flow cytometry and immune cell isolation using standard conjugated antibodies. Based on recurrence-free or progression-free survival (RFS/PFS), we retrospectively selected patients with the most distinct clinical outcomes. Specifically, we focused on two subgroups — seven strong responders and seven non-responders — and conducted bulk RNA sequencing (RNA-seq) of their circulating CD4+ T cells. We used differential expression analysis (DEA) and Gene Ontology (GO) enrichment to identify gene expression differences and related pathways, comparing stage III vs. IV disease and long-term vs. early non-responders. Although the overall number of circulating immune cells was similar across groups, transcriptomic analyses revealed distinct gene expression profiles. There were 189 vs. 92 differentially expressed genes (DEGs) in stage IV vs. III patients, and 101 vs. 47 DEGs in early progressors vs. long-term responders. These genes were associated with specific biological pathways. In metastatic cases (stage IV), upregulated pathways included: Inflammatory response (e.g., ADGRE5/2, CYBA, GRN, HMOX1, IRF5, ITGAM); Adaptive immunity (e.g., CD1C, CD74,CYBB, NCF2, S100A8/9, BCL3); T-cell activation (e.g., BCL3, CD1C, CD74, FCER1G, FGL2) and Lipid metabolism and catabolism (e.g., ARF3, GPX1, CTSA, PNPLA2, ABHD4). In early ICI non-responders, key upregulated pathways included: Immune effector processing (e.g., HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5, NKG7, TYROBP); PD-1 signaling (e.g., HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5); Interferon signaling (e.g., HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5, NCAM1, IFITM3); Positive regulation of T-cell activation (e.g., BCL6, HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5, HAVCR2), and CD28 co-stimulation (e.g., HLA-DQA1/DQB1, HLA-DRA, HLA-DRB1/DRB5), all indicative of immune dysregulation or exhaustion. Our findings suggest that specific gene expression patterns and immune-related pathways in peripheral CD4+ T cells can help predict melanoma stage and resistance to immunotherapy
Μελέτη βιολογικών δεικτών σε ασθενείς με πλασματοκυτταρικές δυσκρασίες και νεφρική συμμετοχή
Η Μονοκλωνική Γαμμαπάθεια Νεφρικής Σημασίας (Monoclonal Gammopathy of Renal Significance, MGRS) περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ιστολογικών οντοτήτων που σχετίζονται με χαμηλού βαθμού κακοήθειας κλώνους πλασματοκυττάρων ή Β-λεμφοκυττάρων, που παράγουν μονοκλωνική ανοσοσφαιρίνη η οποία σχετίζεται με άμεσο ή έμμεσο μηχανισμό με τη νεφρική βλάβη. Συχνότερη από τις MGRS είναι η AL αμυλοείδωση με προσβολή του νεφρού. Οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν σε νεφρική νόσο τελικού σταδίου. Τα συστήματα σταδιοποίησης και ανταπόκρισης της νεφρικής νόσου στην AL αμυλοείδωση βασίζονται στην μέτρηση της πρωτεϊνουρίας και στον υπολογισμό του eGFR με την χρήση της κρεατινίνης ορού. Ωστόσο και οι δύο αυτοί βιοδείκτες βρίσκονται επηρεασμένοι όταν η βλάβη που έχει εγκατασταθεί στο νεφρό είναι ήδη προχωρημένη. Για τις υπόλοιπες MGRS τα δεδομένα για τη σταδιοποίηση και τη θεραπεία είναι ελάχιστα λόγω της σπανιότητας τους. Κύριος στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η μελέτη του ρόλου νεότερων βιοδεικτών σε ασθενείς με MGRS. Για το σκοπό αυτό, μετρήσαμε στον ορό ασθενών με AL αμυλοείδωση τους βιοδείκτες: CysC, suPAR και τον παράγοντα vWF. Επιπλέον, χρησιμοποιήσαμε την CysC για να υπολογίσουμε το eGFR με βάση τις διαθέσιμες εξισώσεις και συγκρίναμε την επίδοση του σε σχέση με το eGFR που χρησιμοποιεί την κρεατινίνη. Τα αποτελέσματα για τον ρόλο της CysC, έδειξαν ότι μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό και ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα για την έκβαση της νεφρικής νόσου. Στην διάγνωση, επίπεδα CysC > 1.9 mg/L συσχετίστηκαν ισχυρά με υψηλότερο κίνδυνο έναρξης αιμοκάθαρσης και σε συνδυασμό με το καθιερωμένο νεφρικό στάδιο μπορούν να ξεχωρίσουν μια υποομάδα ασθενών με εξαιρετικά δυσμενή πρόγνωση για τη νεφρική λειτουργία. Στους 6 μήνες από την έναρξη θεραπείας, η αύξηση των επιπέδων CysC κατά 1 mg/L ήταν ένας πολύ ισχυρός προγνωστικός παράγοντας για τον κίνδυνο εξέλιξης σε τελικού σταδίου νεφρική νόσου, ανεξάρτητα από το επίπεδο νεφρικής ανταπόκρισης με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια. Από τα δεδομένα για το suPAR βρήκαμε ότι επίσης έχει προγνωστική αξία για την έκβαση της νεφρικής νόσου τόσο στην διάγνωση όσο και κατά την διάρκεια της θεραπείας. Αρχικές τιμές του suPAR > 6.6 ng/L συσχετίστηκαν με υψηλότερη πιθανότητα μείωσης του eGFR και με επιδείνωση της νεφρικής νόσου στους 6 μήνες. Επιπλέον τόσο η απόλυτη τιμή του suPAR όσο και το ποσοστό μεταβολής στους 6 μήνες συσχετίστηκαν ισχυρά με την πιθανότητα έναρξης αιμοκάθαρσης, ανεξάρτητα από νεφρική ανταπόκριση. Καθώς η νεφρική βλάβη μπορεί να οφείλεται και σε δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, μελετήσαμε επίσης το vWF:Ag. Όσον αφορά την έκβαση της νεφρικής νόσου βρήκαμε ότι αυξημένα επίπεδα vWF:Ag συσχετίστηκαν με σημαντικά υψηλότερη πιθανότητα έναρξης αιμοκάθαρσης. Ακόμη, διερευνήσαμε τα κλινικά χαρακτηριστικά και την έκβαση ασθενών με AL αμυλοείδωση και νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Βρήκαμε ότι η επιβίωση των ασθενών μετά την ένταξη στην αιμοκάθαρση παραμένει φτωχή (28 μήνες). Παράγοντες που σχετίζονται με δυσμενέστερη επιβίωση είναι η καρδιακή συμμετοχή, ο λάμδα τύπος της ελαφριάς αλυσίδας, η αυξημένη διήθηση στο μυελό και το dFLC ≥ 50mg/L κατά την έναρξη της αιμοκάθαρσης. Η επίτευξη αιματολογικής ανταπόκρισης τόσο κατά την έναρξη της αιμοκάθαρσης όσο και μετά (για τους ασθενείς που χρειάστηκαν περαιτέρω θεραπεία), είχε ως αποτέλεσμα την παράταση της επιβίωσης τους. Επιπλέον διερευνήσαμε το ρόλο της βιοψίας νεφρού στην διάγνωση της νεφρικής βλάβης σε ασθενείς με υποκείμενη μονοκλωνική γαμμαπάθεια, και αποδείξαμε ότι στο 30% περίπου των ασθενών η ιστολογική βλάβη είναι μη σχετιζόμενη με την μονοκλωνική ανοσοσφαιρίνη, τονίζοντας έτσι την σημασία της σωστής διάγνωσης για την εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας. Τέλος, μελετήσαμε και την έκβαση ασθενών με MGRS πέραν της AL αμυλοείδωσης που έλαβαν θεραπεία με βάση τη δαρατουμουμάμπη και βρήκαμε ότι είναι εξαιρετικά ασφαλής και πολύ αποτελεσματική, ειδικά όταν συνδυάζεται με βορτεζομίμπη με το 44% να πετυχαίνει CR ή VGPR ενώ οι μισοί περίπου ασθενείς βελτίωσαν τη νεφρική τους λειτουργία. Επίσης, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά δεδομένα σχετικά με τη χρήση τέτοιων σχημάτων ως πρώτη γραμμή θεραπείας σε ασθενείς με MGRS, αλλά και για την εφαρμογή νεότερων τεχνικών με τη χρήση της κυτταρομετρίας ροής επόμενης γενιάς για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.Monoclonal Gammopathy of Renal Significance (MGRS) includes a wide range of pathologic entities associated with a low-grade plasma cells or B-cells clone, which produce monoclonal immunoglobulin that is associated by a direct or indirect mechanism with renal damage. AL amyloidosis with renal involvement is the most common MGRS. Patients with MGRS are at increased risk of developing end-stage renal disease. In AL amyloidosis, staging systems and response to therapy for renal disease are based on proteinuria and eGFR estimated with the use of serum creatinine. However, these biomarkers are affected when the damage in the kidney is already advanced. For the remaining MGRS, data on staging and treatment are scarce due to their rarity. The main objective of this thesis was to study the role of novel biomarkers in patients with MGRS. To this end, we measured CysC, suPAR and vWF in the serum of patients with AL amyloidosis. Furthermore, we used CysC to estimate eGFR based on the available equations and compared their performance with eGFR using creatinine. Regarding the role of CysC we showed that it is a strong and independent predictor of renal outcome. At diagnosis, CysC levels > 1.9 mg/L were strongly associated with higher risk of initiating dialysis and in combination with the established renal staging system could distinguish a subgroup of patients with extremely unfavorable renal outcome. At 6 months from the start of treatment, CysC increase by 1 mg/L was a very strong predictor of the risk of progression to end-stage renal disease, regardless of the level of renal response based on the established criteria. Regarding the data on suPAR we found that it also had prognostic value for the outcome of renal disease, at diagnosis and during treatment. Baseline suPAR values > 6.6 ng/L were associated with a higher probability of eGFR decline and with renal progression at 6 months. At 6 months, both the absolute levels of suPAR and the percentage change were strongly associated with the likelihood of initiating dialysis, regardless of renal response. Because renal damage can also be associated to endothelial dysfunction, we also studied vWF:Ag. We found that elevated vWF:Ag levels were associated with a significantly higher probability of initiating dialysis. Then, we studied the clinical characteristics and the outcome of patients with AL amyloidosis and end-stage renal disease undergoing dialysis. We found that survival after dialysis initiation remains poor (28 months). Factors associated with inferior survival were cardiac involvement, lambda light chain type, increased bone marrow infiltration, and dFLC ≥ 50mg/L at the time of dialysis initiation. Having achieved a hematological response both at the time of dialysis initiation or after dialysis (for those patients who required further treatment), prolonged patients’ survival. Additionally, we investigated the role of kidney biopsy in the diagnosis of renal disease in patients with underlying monoclonal gammopathies, and we demonstrated that in approximately 30% of patients the renal damage was unrelated to the monoclonal immunoglobulin, emphasizing the importance of accurate diagnosis for the implementation of the appropriate treatment. Finally, we studied the outcome of patients with MGRS other than AL amyloidosis, who received daratumumab-based treatment and we found that it is a safe and very effective option, especially when combined with bortezomib, with 44% of patients achieving CR or VGPR, while approximately half of the patients improved their renal function. We also presented here for the first time data on the use of such regimens as initial treatment in patients with MGRS, and also data on the application of next-generation flow cytometry for monitoring the response to treatment
Πρότυπα Πολιτικότητας και ΛΟΑΤΚΙ+ Ακτιβισμός: Πολιτική Κοσμοαντίληψη και Ταυτοτικές Διεκδικήσεις
Η παρούσα διδακτορική διατριβή επιχειρεί να σκιαγραφήσει την πολιτική φυσιογνωμία δρώντων υποκειμένων που δεν εντάσσονται στη νόρμα ως προς την έμφυλη δυαδικότητα ή/και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, ενώ διεκδικούν πολιτική και κοινωνική ορατότητα μέσω του ακτιβισμού. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αποτελεί το κατά πόσον η διεκδίκηση ισότητας δικαιωμάτων και αποδοχής συνοδεύεται από όραμα ευρύτερων κοινωνικών ανατροπών ή απλώς παραπέμπει σε επιμέρους ζητήματα «κατηγοριακής τακτοποίησης», τα οποία θεμελιώνονται σε ατομοκεντρικές αφηγήσεις. Θεμελιώδεις έννοιες -όπως αυτές του φύλου, της σεξουαλικότητας και της ταυτότητας- διαπλέκονται με τη διττή προσέγγιση της δημοκρατίας, τόσο ως θεσμικού πλαισίου όσο και ως ζητουμένου, επισημαίνοντας ότι η ιδιότητα του/της πολίτη/ιδας εξακολουθεί να αφορά πρωτίστως κοινωνικές ομάδες που εναρμονίζονται με ηγεμονικές αφηγήσεις. Μάλιστα, σε συνθήκες ανισότητας και περιθωριοποίησης, οι γενικότερες πολιτικές στάσεις, η ιδεολογία και η πολιτική συμμετοχή καθώς και το κοινωνικό κεφάλαιο και η εμπιστοσύνη συνιστούν επιμέρους εργαλεία κριτικής προσέγγισης της πολιτικής φυσιογνωμίας ΛΟΑΤΚΙ+ υποκειμενικοτήτων.This doctoral dissertation aims to sketch the political profile of actors who do not conform to social expectations rooted in binary gender norms and heteronormativity and who seek political and social visibility through activism. The main research question concerns whether the struggle for equal rights and acceptance is accompanied by a broader vision of social transformation, or whether it merely revolves around issues of identity-based categorization grounded in individualistic narratives. Core concepts—such as gender, sexuality, and identity—intersect with a dual understanding of democracy, both as an institutional framework and as an ongoing political aspiration, underscoring that citizenship continues to apply primarily to social groups aligned with hegemonic narratives. Moreover, under conditions of inequality and marginalization, broader political attitudes, ideology and political participation, along with social capital and trust, function as analytical tools for critically examining the political profile of LGBTQI+ subjectivities
Η επιζήμια διακινδύνευση στην απάτη και την απιστία
ΠΕΡΙΛΗΨΗ – ΣΥΝΟΨΗ ΜΕΡΩΝ ΔΙΑΤΡΙΒΗΣ ΣΥΝΟΨΗ ΜΕΡΟΥΣ Α΄ – Η επιζήμια διακινδύνευση είναι μορφή ζημίας, η οποία ως βάση της έχει τον κίνδυνο μελλοντικής απώλειας / οριστικής ζημίας που εμφανίζει στο παρόν η περιουσία. Συγκεκριμένα, όταν περιουσιακά στοιχεία κινδυνεύουν να απολεσθούν (κίνδυνος έγερσης ή επαύξησης μιας περιουσιακής υποχρέωσης), ή να μην εισπραχθούν μελλοντικά (κίνδυνος μη ή εν μέρει εκπλήρωσης μιας απαίτησης), τότε δύναται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να εμφανίζουν ήδη στο παρόν μειωμένη οικονομική αξία. Η πρόβλεψη αρνητικών εξελίξεων για το υπό διακινδύνευση περιουσιακό στοιχείο συνεπάγεται μείωση της παρούσας αξίας του και – εφόσον η εκτιμώμενη περιουσιακή εισροή είναι μικρότερη της εκτιμώμενης εκροής – περιουσιακή ζημία. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι η επιζήμια διακινδύνευση αποτελεί και αυτή αυθεντική μορφή ζημίας, πλάι στην «παραδοσιακή» (οριστική – υλική) ζημία. Ωστόσο, παρά τον κοινά αποδεκτό ορισμό, η ερμηνεία και η κατά περίπτωση εφαρμογή της επιζήμιας διακινδύνευσης αποτελούν πεδίο έντονης έριδας στη γερμανική νομολογία (εκεί δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε η εν λόγω μορφή ζημίας), και ιδίως στη θεωρία. – Στη γερμανική νομολογία, οι αρχές που διέπουν τον υπολογισμό της επιζήμιας διακινδύνευσης αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο εξέτασης της απάτης, και μεταφέρθηκαν αυτούσιες στην απιστία. Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας θεωρείται ο χρόνος αμέσως μετά την περιουσιακή διάθεση (απάτη) ή την παράβαση του καθήκοντος επιμελείας (απιστία). Πρακτικά, προκειμένου περί συμβάσεων, ως τέτοιος χρόνος νοείται αυτός της σύναψης της σύμβασης, διότι τότε αναλαμβάνεται το πρώτον μία περιουσιακή υποχρέωση. Όταν λοιπόν το θύμα – είτε επειδή εξαπατήθηκε είτε επειδή ο διαχειριστής της περιουσίας παραβιάζει το καθήκον επιμελείας του – κινδυνεύει να χάσει την περιουσιακή αξία που ενσωματώνει η αναληφθείσα υποχρέωσή του, χωρίς να εκτιμάται ότι θα λάβει τουλάχιστον ισάξια αντιπαροχή από τον αντισυμβαλλόμενο, τότε έχει υποστεί επιζήμια διακινδύνευση (ήδη στο υποσχετικό στάδιο της σύμβασης). Η τυχόν ομαλή εκπλήρωση εκ μέρους του δράστη στον χρόνο που πράγματι είχε συμφωνηθεί (π.χ. λόγω «μετάνοιάς» του) αξιολογείται μόνο στο πλαίσιο της εκ των υστέρων αποκατάστασης της (ήδη επελθούσας) ζημίας. Προς περιορισμό της πρόωρης κατάφασης του αξιοποίνου, έγινε σταδιακά δεκτό ότι δεν υπάρχει ζημία κατά τη σύναψη της σύμβασης όταν έχει συμφωνηθεί η προκαταβολή εκ μέρους του δράστη ή η «χέρι με χέρι» ανταλλαγή παροχής – αντιπαροχής, κατά τρόπο που το θύμα μπορεί ευχερώς να υπαναχωρήσει. – Με αφορμή τις κινδυνώδεις δικαιοπραξίες (χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η χορήγηση κεφαλαίου, σε αντάλλαγμα μιας μελλοντικής απαίτησης [π.χ. δάνειο] ή ελπίδων απόκτησης κέρδους [π.χ. επενδύσεις]), το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο απαίτησε η επιζήμια διακινδύνευση να προσδιορίζεται αριθμητικά, ακόμη και με τη συνδρομή χρηματοοικονομικού πραγματογνώμονα στις σύνθετες περιπτώσεις αποτίμησης των μελλοντικών χρηματορροών. Η εξαγωγή της ζημίας απευθείας εκ του αυξημένου κινδύνου που εγκαθιδρύει η πράξη του δράστη είναι απαγορευμένη, διότι καταργεί την αυτοτέλεια του στοιχείου της ζημίας, συγχέοντάς το ανεπίτρεπτα με εκείνο της παγιδευμένης ελευθερίας διάθεσης (στην απάτη) και της παράβασης καθήκοντος επιμελείας (στην απιστία). Ωστόσο, στις περιπτώσεις απατηλών επενδύσεων (π.χ. σχήμα «πυραμίδας»), η γερμανική ακυρωτική νομολογία θεωρεί κατά κανόνα τις σχετικές απαιτήσεις του θύματος ως aliud χωρίς αξία, ήδη επειδή αποτελούν προϊόν παράνομης δραστηριότητας και φέρουν πολύ υψηλότερο κίνδυνο από αυτόν που γνώριζε το θύμα – θέση η οποία βρίσκει αντίθετη τη θεωρία, καθότι συγχέει ανεπίτρεπτα την ελευθερία διάθεσης με την απαιτούμενη «αντικειμενική» μέτρηση της οικονομικής αξίας της απαίτησης, επί τη βάσει των πιθανοτήτων εκπλήρωσης εκ μέρους του δράστη. – Σε αντίθεση με την πάγια κατεύθυνσή της επί σχεδόν όλων των περιπτώσεων απάτης / απιστίας, η γερμανική νομολογία δεν κάνει δεκτή την επιζήμια διακινδύνευση (μόνο) στις περιπτώσεις απατηλής χαλάρωσης της κατοχής (όταν δηλαδή ο δράστης εξασφαλίζει διά τεχνασμάτων την πρόσβαση σε ένα πράγμα, με σκοπό εν συνεχεία να το αφαιρέσει), θεωρώντας ότι η ζημία δεν επέρχεται άμεσα εκ του κινδύνου απώλειάς του, παρά μόνο όταν αυτό τελικά αφαιρεθεί – κάτι που σημαίνει ότι γίνεται δεκτή μόνο η τέλεση κλοπής. – Η γερμανική θεωρία κινείται περίπου στο ίδιο μήκος κύματος, καταβάλλοντας όμως προσπάθεια διαμόρφωσης διάφορων περιοριστικών κριτηρίων (όπως π.χ. το κριτήριο της συγκεκριμένης διακινδύνευσης ή η μέτρηση της αξίας των δικαιωμάτων «άμυνας» του θύματος σύμφωνα το αστικό δίκαιο ή/και τους συγκεκριμένους συμβατικούς όρους), προκειμένου να ανασχεθεί η ανησυχητική επέκταση της επιζήμιας διακινδύνευσης σε ολοένα περισσότερες περιπτώσεις. – Σε άλλες έννομες τάξεις, η επιζήμια διακινδύνευση αντιμετωπίζεται απορριπτικά (π.χ. ισπανική), ή σκεπτικιστικά τουλάχιστον όσο ακόμη η σύμβαση βρίσκεται σε υποσχετικό στάδιο (π.χ. αυστριακή). – Η ελληνική νομολογία δεν έχει ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα. Μολονότι η επιζήμια διακινδύνευση γίνεται δεκτή ως obiter dictum στη μείζονα σκέψη πολλών αποφάσεων, δεν εφαρμόζεται συχνά στην πράξη. Στις μάλλον περισσότερες περιπτώσεις κινδυνωδών δικαιοπραξιών (εκεί όπου βρίσκεται το κατ’ εξοχήν πεδίο εφαρμογής της), η νομολογία προσανατολίζεται στις πραγματικές μεταγενέστερες εξελίξεις που δείχνουν αν τελικά επήλθε «πραγματική» ζημία ή όχι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταχείριση του όρου «βέβαιη ζημία» στο αδίκημα της απιστίας, καθώς μερίδα της πρόσφατης νομολογίας τον θεωρεί στενότερο και μη εμπεριέχοντα την επιζήμια διακινδύνευση. – Η ελληνική θεωρία κάνει κατά κρατούσα άποψη κατ’ αρχήν δεκτή την επιζήμια διακινδύνευση, επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη αναμονής των πραγματικών εξελίξεων στο αδίκημα της απιστίας, όταν οι πράξεις του δράστη, με τις οποίες διακινδυνεύει η περιουσία, αποτελούν μέρος ενός συγκεκριμένου διαχειριστικού σχεδίου. Γενικότερα, στην νεότερη θεωρία διαφαίνεται τάση αυστηρότερης μεταχείρισης / οριοθέτησης της επιζήμιας διακινδύνευσης. ΣΥΝΟΨΗ ΜΕΡΟΥΣ Β΄ – Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, θεμέλιο της επιζήμιας διακινδύνευσης είναι η οικονομική (από την οποία εκκινεί και η νομικοοικονομική) θεώρηση της περιουσίας / ζημίας, κατά την οποία ως περιουσία θεωρείται οποιοδήποτε στοιχείο έχει περιουσιακή αξία, ενώ ως ζημία θεωρείται η μείωση της αξίας της περιουσίας, όταν δεν αντισταθμίζεται από κάποια ισάξια περιουσιακή εισροή (αρχή του συμψηφισμού). Εφόσον, λοιπόν, σύμφωνα με τα δεδομένα της χρηματοοικονομικής επιστήμης, η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου (π.χ. μίας δανειακής απαίτησης) εμφανίζεται «αντικειμενικά» μειωμένη λόγω κινδύνου, τότε η οικονομική θεώρηση επιτάσσει την κατάφαση ζημίας. Η όποια παρέμβαση σε αυτό το αποτέλεσμα θεωρείται ανεπιθύμητη ως δευτερογενής κανονιστική – αξιολογική παρέμβαση του δικαίου στην «αντικειμενική» διαπίστωση της ζημίας. – Οι ανωτέρω αρχές μετριάζονται από την ίδια την κρατούσα άποψη, η οποία εισάγει πλείστες κανονιστικές εξαιρέσεις (π.χ. προσωπική πλευρά της ζημίας), εκεί όπου τα αποτελέσματα της «αντικειμενικής» διαπίστωσης της ζημίας φαίνονται ανεπιθύμητα. Μάλιστα, κανονιστική εξαίρεση συναντάται και στην ίδια την επιζήμια διακινδύνευση, καθώς η κρατούσα άποψη διαπλάθει ποικίλα κριτήρια προς περιορισμό της άκρατης αποδοχής της. – Η κρατούσα άποψη αντιλαμβάνεται τη ζημία δυαδικά, ως ένα οντολογικό δεδομένο στο οποίο προστίθενται αναγκαστικά (κατ’ εξαίρεση) κάποιες κανονιστικές διορθώσεις. Η αντίληψη αυτή είναι προβληματική για την ασφάλεια δικαίου, διότι οι διορθώσεις ολοένα αυξάνονται με τρόπο απρόβλεπτο και εμβαλωματικό, στη βάση δικαιοπολιτικών επιδιώξεων. Κυρίως, όμως, η αντίληψη αυτή είναι αφετηριακά εσφαλμένη: αυτό που αναγνωρίζεται ως «οικονομία» είναι εξ αρχής οριοθετημένο από τους κανόνες δικαίου, ιδίως (αλλ’ όχι μόνο) του αστικού. Η οικονομική θεώρηση των πραγμάτων δεν είναι «ξέχωρη» από τους κανόνες δικαίου και την ερμηνεία τους, αλλ’ αντίθετα τους περιλαμβάνει εγγενώς, στον βαθμό που διαμορφώνεται (και) μέσα από την εφαρμογή τους. Η κατηγορία περί «κανονιστικοποίησης» της περιουσίας παραβλέπει το ότι η τελευταία δεν είναι μία ωμή κατανομή ισχύος, αλλά μία ούτως ή άλλως κανονιστικά διαμορφωμένη έννοια. – Η ίδια η έννοια της περιουσιακής αξίας στο ποινικό δίκαιο είναι μία κανονιστική σύλληψη. Η αξία δεν αποτελεί «αντικειμενική» ιδιότητα ενός αγαθού. Ήδη από τον 19ο αιώνα στην οικονομική φιλοσοφία επικράτησε η αντίληψη ότι η αξία είναι προϊόν υποκειμενικών κρίσεων για την καταλληλότητα ενός αγαθού να καλύψει ατομικές ανάγκες/επιθυμίες – εξ ου και αποτελεί ίδιον της (νομικά/οικονομικά αναγνωρισμένης) ελευθερίας των συναλλαγών, η ύπαρξη διαφορετικών τιμών για το ίδιο αγαθό, αναλόγως του τόπου, του χρόνου, των υποκειμένων που συναλλάσσονται κ.ο.κ. Πραγματική αξία είναι, λοιπόν, μόνο αυτή που συμφωνείται στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης συναλλαγής. Επειδή όμως η αξία που προκύπτει ως προϊόν μιας αξιόποινης πράξης δεν αποτελεί κατά κανόνα αξιόπιστο μέγεθος, το ποινικό δίκαιο επιλέγει συνήθως να προσανατολιστεί στη μέση εμπορική αξία του αγαθού στην αγορά, χωρίς να ενδιαφέρει αν η πραγματική τιμή που θα συμφωνούσε το θύμα του εγκλήματος θα ήταν διαφορετική. Με άλλα λόγια, η αξία είναι ένα in concreto εξωπραγματικό μέγεθος, διαφορετικό από την πραγματικά συμφωνηθείσα τιμή. Το ποινικό δίκαιο μπορεί να επιλέξει να προσανατολιστεί σε άλλα μεγέθη (όπως π.χ. η εύλογη αξία, η ζημία εκ της απόδοσης κ.ά.), κάτι που μάλιστα γίνεται δεκτό από την ίδια την κρατούσα άποψη σε αρκετές περιπτώσεις, στις οποίες κρίνεται ότι ούτε η αγοραία αξία είναι αξιόπιστο μέγεθος. Κατά μία άλλη δε σύγχρονη θεωρητική και νομολογιακή τάση, ως αξία θα πρέπει να προτάσσεται κατά περίπτωση αυτή που προκύπτει από την υποκειμενική συμφωνία δράστη – θύματος (κάτι που εξάλλου και η κρατούσα άποψη υιοθετεί ειδικώς για την περίπτωση της απάτης περί την εκπλήρωση). Αυτή η δυνατότητα επιλογής του δικαίου μεταξύ πλειόνων διαθέσιμων εναλλακτικών τρόπων προσδιορισμού της αξίας, σηματοδοτεί ότι η περιουσία και η ζημία αποτελούν τελικά κανονιστικές έννοιες, στον βαθμό που το ίδιο το δίκαιο αποφασίζει πώς θα τις νοηματοδοτήσει ανά περίπτωση. Η εδώ υποστηριζόμενη κανονιστική – οικονομική θεώρηση επιτάσσει την επιλογή ενός τρόπου προσδιορισμού της αξίας που προκύπτει από την οικονομική πραγματικότητα (ετεροαναφορικό σύστημα) και δεν θα πρέπει να συγχέεται με την παρωχημένη νομική θεώρηση (αυτοαναφορικό σύστημα). Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της κρίσιμης αξίας της περιουσίας, το ποινικό δίκαιο, στο πλαίσιο της κανονιστικής του ευχέρειας, ασφαλώς μπορεί να επιλέξει την αναμονή των πραγματικών οικονομικών εξελίξεων, αντί του πρόωρου (και βασισμένου σε κανονιστικά προτάγματα άλλων επιστημών) υπολογισμού της αξίας στη βάση χρηματοοικονομικών αποτιμήσεων του κινδύνου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι η επιζήμια διακινδύνευση δεν είναι μια δογματικά υποχρεωτική επιλογή. – Σε κάθε περίπτωση, παρά τη μη δεσμευτικότητα, θα μπορούσε η εν λόγω μορφή ζημίας να αποτελεί αξιόπιστο μέγεθος, όπως είναι π.χ. συνήθως η αγοραία αξία. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, διότι οι χρηματοοικονομικές αποτιμήσεις, στη βάση των οποίων υπολογίζεται η επιζήμια διακινδύνευση, είναι κατά τις παραδοχές της ίδιας της χρηματοοικονομικής επιστήμης, μεγέθη εγγενώς αναξιόπιστα, υποκειμενικά, μεροληπτικά, που σπανίως προβλέπουν με ακρίβεια το τελικό αποτέλεσμα. Ούτε όμως οι λογιστικές αρχές μπορούν να προσφέρουν λύσεις, αφενός διότι εξυπηρετούν τις δικές τους κανονιστικές αρχές, αφετέρου διότι τελικά και αυτές παραπέμπουν στα χρηματοοικονομικά μοντέλα, οπότε και πάλι εμφανίζεται το πρόβλημα της αναξιοπιστίας των τελευταίων. – Ένα ακόμη θεμέλιο της επιζήμιας διακινδύνευσης είναι η χρονική αμεσότητα της ζημίας, δυνάμει της οποίας η ζημία πρέπει να μετράται ex ante ήδη με την παράβαση των κανόνων επιμελείας ή την περιουσιακή διάθεση, άρα συνήθως σχηματίζεται επί τη βάσει προβλέψεων. Όμως, από πουθενά δεν προκύπτει κάποια αντικειμενική ανάγκη μέτρησης της αξίας «εδώ και τώρα». Αντιθέτως, συντρέχουν σοβαροί δογματικοί, συστηματικοί και δικαιοπολιτικοί λόγοι αναμονής των πραγματικών εξελίξεων – διόλου τυχαία, ολοένα σημαντικότερο μέρος της γερμανικής θεωρίας μετατοπίζεται σε αυτή την κατεύθυνση. Βασικότερος λόγος είναι η ενδεχόμενη αποδοχή ακραία πλασματικών αποτελεσμάτων, ήτοι η πρόωρη κατάφαση επιζήμιας διακινδύνευσης εκεί όπου τελικά μία σύμβαση ολοκληρώθηκε επιτυχώς, ή ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το θύμα απέκτησε κέρδη. Και αντιστρόφως, υπάρχει το ενδεχόμενο απόρριψης της επιζήμιας διακινδύνευσης (άρα και της ζημίας, αφού μετράται ex ante), εκεί όπου τελικά το θύμα ζημιώθηκε σοβαρά. Το μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί· ιδίως στον χρηματοοικονομικό τομέα, η αβεβαιότητα δεν είναι απλώς δεδομένη συνθήκη, αλλ’ επιπλέον αποτελεί την ύλη επάνω στην οποία δομείται η χρηματοοικονομική δραστηριότητα. Θα πρέπει να κατανοηθεί από την ποινική επιστήμη ότι η τυχαιότητα δεν εξαντλείται σε μερικές «ακραίες» περιπτώσεις που δεν αξίζει να λαμβάνονται υπόψη (π.χ. λαχείο), αλλ’ αντιθέτως αποτελεί εγγενές στοιχείο της (χρηματο- )οικονομικής ζωής. Προτείνεται λοιπόν η ex post μέτρηση της ζημίας, διότι με αυτήν ο εφαρμοστής του δικαίου έχει μπροστά του τα κρίσιμα δεδομένα, από τα οποία θα (δια)κριθεί η συνδρομή ή όχι του δράστη στο επιζήμιο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, με την ex ante εκτίμηση της ζημίας, στο ήδη δύσκολο έργο της διάγνωσης του ρόλου του δράστη στην πρόκληση της ζημίας, προστίθεται το βάρος της ακραίας αβεβαιότητας για τη διαμόρφωση των εξελίξεων στο μέλλον. – Η ζημία πρέπει να είναι βέβαιη τόσο στην απιστία (κάτι τέτοιο επιτάσσεται ρητά στο άρ. 390 ΠΚ), όσο και στην απάτη, καθόσον πρέπει να θεωρηθεί ότι το βέβαιο της ζημίας αποτελεί αυτονόητο άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής της υπόστασης. Η βεβαιότητα είναι ως έννοια αντίθετη με μορφές ζημίας που προσπαθούν να προβλέψουν το εγγενώς αβέβαιο μέλλον, διά της διενέργειας (αναξιόπιστων) αποτιμήσεων. Η δυνατότητα ενός χρηματοοικονομικού μοντέλου να καταλήγει σε αριθμητικά αποτελέσματα επ’ ουδενί λόγω σημαίνει ακρίβεια / βεβαιότητα των εν λόγω αποτελεσμάτων. – Η συνεπής εφαρμογή των αρχών της επιζήμιας διακινδύνευσης στις περιπτώσεις απατηλής χαλάρωσης της κατοχής, οδηγεί σε (αληθή) συρροή των αδικημάτων της απάτης και της κλοπής, κατά παράβαση της σχέσης αμοιβαίου αποκλεισμού τους, προκαλώντας συστηματικό αδιέξοδο. Η κρατούσα άποψη προσπαθεί με εμβαλωματικές ad hoc ερμηνείες να διαφύγει το αδιέξοδο που φέρνει εν προκειμένω η εφαρμογή της επιζήμιας διακινδύνευσης – διαπίστωση που συμμερίζεται σημαντικό μέρος της γερμανικής θεωρίας. Οι λύσεις αυτές παράγονται ειδικώς και μόνο για τη συστηματικά επιθυμητή διάκριση μεταξύ απάτης και κλοπής, ούσες κατά τ’ άλλα δογματικά παράταιρες και ανεφάρμοστες. – Η «οριστική» ζημία στο ποινικό δίκαιο δεν σημαίνει μόνιμη και ανεπίστρεπτη περιουσιακή απώλεια, αλλά ταυτίζεται με το χρονικό σημείο που τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ανά περίπτωση ως «τελικό» – εξ ου και η καταλληλότητα της χρήσης του όρου «τελική ζημία». Εξάλλου, γύρω από αυτό το «τελικό» χρονικό σημείο (προσαρμοσμένο αναλόγως και σε εξωσυμβατικές περιπτώσεις, π.χ. επιβολή κυρώσεων) διενεργούνται και οι οικονομικές προβλέψεις που σηματοδοτούν κατά κρατούσα άποψη την επιζήμια διακινδύνευση. Η διαφορά της εδώ υποστηριζόμενης άποψης έγκειται στο ότι προτείνει αυτή την τελική ζημία ως χρόνο ολοκλήρωσης της περιουσιακής βλάβης στα περιουσιακά αδικήματα. Ο ακριβής προσδιορισμός του χρονικού σημείου επέλευσης της τελικής ζημίας εξαρτάται από το είδος της συναλλαγής, τις κοινωνικές αντιλήψεις, τον νόμο και τις προσωπικές προτιμήσεις / προσδοκίες των συναλλασσομένων – η εφαρμογή γενικών και αδιάκριτων λύσεων οδηγεί σε επίφαση βεβαιότητας και τελικά σε πλασματικά αποτελέσματα. Η εν λόγω ζημία είναι πραγματική, χωρίς ο όρος «πραγματική» να ταυτίζεται με αυτόν της «υλικής-χειροπιαστής» απώλειας, παρότι μεταξύ των δύο υπάρχει ασφαλώς μια σχέση μερικής αλληλοεπικάλυψης. Η συνεπής δογματική θεώρηση των περιουσιακών αδικημάτων ως αδικημάτων βλάβης υποχρεώνει την κατάταξη της επιζήμιας διακινδύνευσης στο στάδιο της – επίσης αξιόποινης – απόπειρας. – Η αγοραία αξία των χρηματοοικονομικών προϊόντων εκεί όπου υπάρχει οργανωμένη δευτερογενής αγορά (π.χ. αγορά ομολόγων) δεν μπορεί να αξιοποιηθεί από την κρατούσα άποψη, διότι αποτελεί αξία που διαμορφώνεται ex post (όταν αποκαλύπτεται ο κίνδυνος). Ακόμη όμως και η αναδρομική της χρήση δεν υπόσχεται πειστικές λύσεις, καθόσον η μείωση της τιμής στη δευτερογενή αγορά μπορεί να προκαλείται από άλλους παράγοντες, οι οποίοι υπερβαίνουν τον κίνδυνο αθέτησης του οφειλέτη, όπως π.χ. λόγω ενδεχόμενου «πανικού» των επενδυτών, λόγω δυσμενούς χρηματοοικονομικής συγκυρίας, λόγω υπερβολών στην εκτίμηση του κινδύνου, λόγω κερδοσκοπικών πιέσεων κ.ά. ΣΥΝΟΨΗ ΜΕΡΟΥΣ Γ΄ – Οδηγός για την κατάφαση της ζημίας στα περιουσιακά εγκλήματα είναι οι μεταγενέστερες εξελίξεις που συγκροτούν την τελική ζημία. Μόνο αυτές μπορούν να δείξουν εάν τελικά το θύμα έλαβε τα συμφωνηθέντα ή εάν ζημιώθηκε, καθώς και εάν αυτή η ζημία πρέπει να αποδοθεί στον δράστη ως πραγμάτωση των ανεπίτρεπτων κινδύνων που εγκαθίδρυσε με την πράξη του. – Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες ο κίνδυνος αποτελεί χαρακτηριστικό το οποίο τιμολογείται, ώστε να διαμορφωθεί η «τιμή» στην οποία θα μεταβιβαστεί το κινδυνώδες προϊόν. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι πιστωτικές, οι ασφαλιστικές και οι στοιχηματικές συμβάσεις· ο κίνδυνος αθέτησης / επέλευσης ενός δυσμενούς γεγονότος / ενός αποτελέσματος αγώνα αντίστοιχα, σηματοδοτεί εν πολλοίς την τιμή/απόδοση, στην οποία θα «πωληθεί» το πιστωτικό / ασφαλιστικό / στοιχηματικό προϊόν. Η τιμή αυτή είναι ανεξάρτητη των μεταγενέστερων εξελίξεων, διότι ανταποκρίνεται στον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο παρέχων το προϊόν δανειστής (συνιστά με άλλα λόγια το κέρδος του από την εμπλοκή του στην κινδυνώδη δραστηριότητα), ασχέτως εάν ο κίνδυνος αυτός πραγματωθεί εν συνεχεία ή όχι. Όταν λοιπόν το θύμα δεν γνωρίζει την πραγματική (μειωμένη) φερεγγυότητά του δράστη ή κάποιον άλλον παράγοντα αύξησης του κινδύνου, τότε εσφαλμένα υποτιμολογεί τον κίνδυνο, με αποτέλεσμα ο δράστης να υφαρπάζει επιτόκιο/απόδοση ευνοϊκότερό/η αυτού/ής που θα συμφωνείτο, εάν το θύμα γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο δράστης αγοράζει φθηνότερα το προϊόν, προκαλώντας ήδη στο παρόν μία αρχική, βέβαιη ζημία. – Στις πιστωτικές συμβάσεις, αρχική ζημία (πρώτο στάδιο) υπάρχει όταν συμφωνείται επιτόκιο, το οποίο – λόγω της παρεμβολής εγκληματικής συμπεριφοράς – δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει ο πιστωτής. Το αυξημένο δέον επιτόκιο (διαμορφωμένο επί τη βάσει των τυποποιημένων κατηγοριών πιστωτικού κινδύνου) θα λειτουργήσει ως προεξοφλητικός συντελεστής των συμφωνημένων μελλοντικών χρηματορροών, ώστε να βρεθεί η μειωμένη παρούσα αξία του κεφαλαίου – η διαφορά αυτής από το χορηγηθέν κεφάλαιο συνιστά το ποσό της αρχικής ζημίας. Μεταγενέστερα (δεύτερο στάδιο), η ζημία μπορεί να αυξηθεί αναλόγως των πραγματικών εξελίξεων. Ως περιουσιακή μείωση λογίζεται το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό δανειακό κεφάλαιο, το οποίο δεν καταβάλλεται από τον δράστη. Ως περιουσιακή αύξηση (με την επιφύλαξη υπολογισμού της χρονικής αξίας του χρήματος) λογίζεται το ποσό που εισπράττει ο πιστωτής από την αναγκαστική εκτέλεση ή από τη μεταβίβαση του δανείου – στην τελευταία περίπτωση, πάντως, πρέπει να ερευνάται υπέρ του κατηγορουμένου, με τη βοήθεια πραγματογνώμονα, η τυχόν μεγαλύτερη αξία του δανείου συγκριτικά με την τιμή μεταβίβασης. Αντιθέτως δεν λογίζεται ως ζημία το ποσό των τόκων που δεν κατέβαλε ο δράστης (θέση που εξάλλου βρίσκει σύμφωνη και την απολύτως κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία). – Στην ασφαλιστική απάτη, η πρώτη μορφή εμφάνισης ζημίας συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ασφαλίστρου που καταβάλλει μηνιαίως ο δράστης, σε σχέση με την «κανονική» τιμή του ασφαλίστρου, όπως αυτή θα ανταποκρινόταν στον αληθινό ασφαλιστικό κίνδυνο. Προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιας ζημίας είναι ο κίνδυνος να μπορεί να τιμολογηθεί από την ασφαλιστική εταιρία (π.χ. αυξημένος κίνδυνος υγείας). Η δεύτερη μορφή εμφάνισης ζημίας αφορά στο μετέπειτα στάδιο ενεργοποίησης του κινδύνου (πληρωμή του ασφαλίσματος). Η τυχόν πραγματική ενεργοποίηση του κινδύνου δεν συνιστά νέα (καταλογιστή στον δράστη) ζημία, διότι η ασφαλιστική εταιρία δεν πλανάται ως προς την επέλευση του γεγονότος, δυνάμει του οποίου υποχρεούται συμβατικά να καταβάλει το ασφάλισμα. Αντιθέτως, λόγος για νέα καταλογιστή ζημία μπορεί να γίνει ασφαλώς στο πλαίσιο νέας απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του δράστη, συνισταμένης στην ψευδή παράσταση (κατασκευή «γεγονότος») σχετικά με την πλήρωση του κινδύνου (π.χ. ψευδής δήλωση θανάτου), οπότε πλέον προκαλείται νέα πλάνη στην εταιρία, λόγω της οποίας αυτή προβαίνει σε μια ζημιογόνο περιουσιακή διάθεση. – Στις κερδοσκοπικές επενδύσεις, όπου η τυχαιότητα, η αβεβαιότητα και η μεταβλητότητα κερδών / ζημιών αποτελούν κανονικότητα, οι πραγματικές εξελίξεις είναι οι μόνες που μπορούν να δείξουν με ασφάλεια εάν ο επενδυτής – υποψήφιο θύμα τελικά ζημιώθηκε ή όχι από τη συμπεριφορά του αντιπροσώπου – δράστη. Η αθέτηση εκ μέρους του δράστη της τυχόν «συμφωνίας» του με το θύμα για «εγγυημένη» απόδοση δεν νοείται ως ζημία στο ποινικό δίκαιο, και θα εξετασθεί μόνο στο πλαίσιο της παράστασης ψευδών γεγονότων. Σε περιπτώσεις έγκαιρης κατά τη συμφωνία των μερών επιστροφής του ποσού που δόθηκε προς επένδυση (όπως π.χ. παρατηρήθηκε νομολογιακά για αρκετούς επενδυτές σε απατηλό σχήμα «πυραμίδας»), τότε η ζημία αποκλείεται. Εάν το θύμα αποκαλύψει απόκλιση του επενδυτικού σχεδίου του δράστη από τη συμβατική συμφωνία (π.χ. άπιστη επένδυση σε ριψοκίνδυνα προϊόντα, απατηλή ΑΜΚ), τότε οι εξελίξεις που θα προκύψουν από τις ενέργειες του θύματος θα σηματοδοτήσουν την ενδεχόμενη ύπαρξη ζημίας (π.χ. ρευστοποίηση του προϊόντος σε χαμηλότερη τιμή). Εάν, τέλος, δεν υπάρχει διαχειριστικό πλάνο (ούτε καν βασισμένο σε παράνομες πράξεις), άρα δεν πρόκειται περί επένδυσης, ορθότερη φαντάζει η εκδοχή της κατάφασης τελικής ζημίας είτε με τη διάθεση των ποσών από το θύμα, είτε το α
Παραγωγή ενέργειας από βιομάζα
Η παρούσα εργασία εξετάζει τη βιομάζα ως στρατηγικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης προς μια βιώσιμη, κυκλική και κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Μέσα από εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση, διερευνώνται οι κύριες τεχνολογίες μετατροπής της βιομάζας σε ενέργεια και καύσιμα, τόσο θερμοχημικές (καύση, αεριοποίηση, πυρόλυση, υδροθερμική υγροποίηση) όσο και βιοχημικές (αναερόβια χώνευση, ζύμωση). Η μελέτη αναλύει επίσης τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τα πλεονεκτήματα και τις προκλήσεις κάθε τεχνολογίας, υπό το πρίσμα της αποδοτικότητας, της βιωσιμότητας των πρώτων υλών και της συμβολής στη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η Bioenergy with Carbon Capture and Storage (BECCS) και η Hydrothermal Liquefaction (HTL), που μπορούν να προσφέρουν καθαρές αρνητικές εκπομπές και να ενισχύσουν τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια. Παράλληλα, διερευνάται ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης και της μηχανικής μάθησης (AI/ML) στη βελτιστοποίηση διεργασιών και στη διαχείριση των ευφυών ενεργειακών μικροδικτύων (smart microgrids), όπου η βιομάζα λειτουργεί ως ευέλικτη βάση για την εξισορρόπηση της παραγωγής και της ζήτησης ενέργειας. Η βιοενέργεια αναδεικνύεται ως ένα πολυδιάστατο εργαλείο απανθρακοποίησης, το οποίο, εφόσον πλαισιωθεί από ευφυή αποθήκευση, πολιτική συνέπεια και κοινωνική συμμετοχή, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για μια δίκαιη, αποκεντρωμένη και βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση.This paper examines biomass as a strategic pillar of the energy transition towards a sustainable, circular, and climate-neutral economy. Through an extensive literature review, the main technologies for converting biomass into energy and fuels are explored, both thermochemical (combustion, gasification, pyrolysis, hydrothermal liquefaction) and biochemical (anaerobic digestion, fermentation). The study also analyzes the environmental impacts, advantages, and challenges of each technology in terms of efficiency, raw material sustainability, and contribution to reducing greenhouse gas emissions. Particular emphasis is placed on emerging technologies, such as Bioenergy with Carbon Capture and Storage (BECCS) and Hydrothermal Liquefaction (HTL), which can deliver net negative emissions and enhance long-term energy security. At the same time, the role of artificial intelligence and machine learning (AI/ML) in process optimisation and the management of smart microgrids, where biomass acts as a flexible basis for balancing energy production and demand. Bioenergy is emerging as a multidimensional decarbonisation tool which, when framed by smart storage, policy consistency and social participation, can act as a lever for a fair, decentralised and sustainable energy transition
Αρχές και εφαρμογές της τεχνολογίας των DNA μικροσυστοιχιών στη σύγχρονη βιοϊατρική έρευνα
Η τεχνολογία DNA μικροσυστοιχιών είναι μία σημαντική εργαστηριακή ανάλυση που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1990. Η εταιρεία Affymetrix κυκλοφόρησε τις πρώτες εμπορικές μικροσυστοιχίες DNA το 1996. Από τότε έχει εξελιχθεί και βρίσκει εφαρμογή σε διάφορους τομείς, όπως είναι η μελέτη γονιδιακής έκφρασης, η διάγνωση γενετικών ασθενειών, η έρευνα φαρμάκων και εξατομικευμένη ιατρική, μελέτη παθογόνων και λοιμώξεων. Στόχος λοιπόν αυτής της εργασίας είναι η ανασκόπηση στις αρχές στις οποίες βασίζεται. Θα μελετηθούν εκτενώς οι εφαρμογές της και θα δοθούν παραδείγματα. Παρά τη πρόοδο της τεχνολογίας και τις εναλλακτικές καινοτόμες μεθόδους, οι μικροσυστοιχίες DNA εξακολουθούν να υπάρχουν στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος των επιστημόνων. Στη συνέχεια γίνεται σύγκριση των πλεονεκτημάτων της συγκεκριμένης τεχνολογίας με τη τεχνολογία RNA - sequencing, καθώς την ανταγωνίζεται σε μεγάλο βαθμό.DNA microarray technology is an important laboratory analysis that was developed in the 1990s. The company Affymetrix released the first commercial DNA microarrays in the 1996. Since then, it has evolved and is applied in various fields, such as the study of gene expression, the diagnosis of genetic diseases, drug research and personalized medicine, and the study of pathogens and infections. The aim of this post-graduate thesis is therefore to review the principles on which it is based. Its applications will be studied extensively and examples will be given. Despite the progress of technology and alternative innovative methods, DNA microarrays are still at the center of scientific research interest. The advantages of this technology are then compared with RNA-sequencing technology, as it competes with it to a large extent
Ανατομική μελέτη, κλινική και χειρουργική προσέγγιση κήλης - Anatomical study, clinical and surgical approach to hernia
Συμπερασματικά, η εμφάνιση κήλης είναι ένα συχνό κλινικό φαινόμενο. Εντοπίζεται κυρίως στην κοιλιακή και στη βουβωνική χώρα με σύνηθες περιεχόμενο το λεπτό έντερο, το παχύ έντερο και το μείζον επίπλουν. Η σοβαρότητά της εξαρτάται από το βαθμό περίσφιξης του περιεχομένου της, το οποίο μπορεί να νεκρωθεί εφόσον αυτή εξελιχθεί σε μη ανατάξιμη. Η διάγνωση στηρίζεται στην κλινική εξέταση αλλά για τη λήψη περαιτέρω πληροφοριών χρησιμοποιούνται απεικονιστικές τεχνικές. Στην πλειοψηφία τους οι κήλες χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης, η οποία γίνεται είτε με ανοιχτό χειρουργείο είτε λαπαροσκοπικά, με τη χρήση ή μη πλέγματος.In conclusion, the occurrence of a hernia is a common clinical phenomenon. It is mainly located in the abdominal and inguinal region with the usual contents being the small intestine, the large intestine and the greater omentum. Its severity depends on the degree of constriction of its contents, which can become necrotic if it develops into a non-reducible one. The diagnosis is based on clinical examination but imaging techniques are used to obtain further information. In the majority of them, hernias require immediate treatment, which is done either by open surgery or laparoscopically, with or without the use of mesh
Freedom of religion in the EU legal order
Η παρούσα διπλωματική εργασία δείχνει τους τρόπους με τους οποίους η έννομη τάξη της ΕΕ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί, προσπαθεί να επιλύσει τα ζητήματα που προκύπτουν από την ύπαρξη των διαφορετικών θρησκειών, διατηρώντας παράλληλα τον αυτόνομο χαρακτήρα της ως κοινότητα δικαίου, στο πλαίσιο της καλόπιστης συνεργασίας της με τα κράτη μέλη. Το δεύτερο μέρος παρέχει μια γενική αναφορά στην προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας στο πλαίσιο του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ, ακολουθούμενη από μια επισκόπηση των ζητημάτων που απασχόλησαν πρόσφατα το Δικαστήριο σχετικά με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας στον χώρο εργασίας. Γίνεται αναφορά της βασικής νομολογίας για να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο το άρθρο 10 της Σύμβασης για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σχετική με την ερμηνεία του παράγωγου δικαίου (Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000 για τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, ΕΕ L 303, 2.12.2000). Το τρίτο μέρος αναλύει την οριζόντια εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων και την ισορροπία μεταξύ ισότητας και θρησκευτικής ελευθερίας.The purpose of this thesis is to show how the EU legal order, within the framework of the competences conferred upon it, tries to resolve the issues entailed by the existence of these different identities while maintaining its autonomous character as a community of law, within the framework of its good faith cooperation with the Member States. The second part provides a general reference to the protection of religious freedom in the context of primary EU law, followed by an overview of the issues that have recently concerned the Court of Justice regarding the protection of religious freedom in the workplace. Essential case law analyzes the way Article 10 of the Convention of Fundamental Rights of the European Union (CFR) is relevant in the interpretation of secondary law (Council Directive 2000/78/EC of 27 November 2000 establishing a general framework for equal treatment in employment and occupation, OJ L 303, 2.12.2000). The third part analyzes the horizontal application of the principle of non-discrimination and the balance between equality and religious freedom
Προγνωστικοί παράγοντες και βιοδείκτες σε Γλοιοβλάστωμα, IDH Wild-Type
Το Γλοιοβλάστωμα IDH-wild type αποτελεί τον συχνότερο και πλέον επιθετικό πρωτοπαθή κακοήθη όγκο του εγκεφάλου στους ενήλικες. Η εργασία αυτή παρουσιάζει μια σφαιρική θεώρηση του Γλοιοβλαστώματος IDH-wild type μέσα από την κατανόηση της δομής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος καθώς και των παθολογοανατομικών και μοριακών του γνωρισμάτων. Ανατρέχοντας στο 2016, η ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγειας (WHO) αποτέλεσε επανάσταση στην κατηγοριοποίηση των γλοιωμάτων καθώς για πρώτη φορά τα διάχυτα γλοιώματα κατηγοριοποιήθηκαν με βάση την παρουσία ή μη IDH μεταλλάξεων. Η ταξινόμηση της WHO του 2021 για πρώτη φορά ενσωματώνει τα μοριακά χαρακτηριστικά στον ορισμό των διαφόρων τύπων γλοιωμάτων (πχ IDH-wild type γλοιοβλάστωμα, IDH-mutant αστροκύτωμα), αποτελώντας την πρώτη υβριδική (ιστολογική και μοριακή) ταξινόμηση. Στην εργασία αυτή γίνεται προσπάθεια καταγραφής και ανάλυσης των βασικών και νεοαναδυόμενων βιοδεικτών αναφορικά με το IDH-wild type γλοιοβλάστωμα, χαρτογραφώντας τις νέες εξατομικευμένες προσεγγίσεις της ιατρικής. Δεχόμενοι ως έσχατο ορόσημο το 2025, οι πρόσφατες ιατρικές καινοτομίες γύρω από την ανοσοθεραπεία θέτουν υπό αμφισβήτηση τις γενικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις, προβάλλοντας τις μελλοντικές προοπτικές για πιο στοχευμένες, εξατομικευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες.IDH-wild type glioblastoma is the most common and most aggressive primary malignant brain tumor in adults. This work presents a comprehensive overview of IDH-wild type glioblastoma through an understanding of the structure of the Central Nervous System as well as its histopathological and molecular characteristics. Looking back to 2016, the World Health Organization (WHO) classification represented a revolution in the categorization of gliomas, as for the first time diffuse gliomas were classified based on the presence or absence of IDH mutations. The 2021 WHO classification, for the first time, incorporates molecular features into the definition of the various glioma entities (e.g., IDH-wild type glioblastoma, IDH-mutant astrocytoma), constituting the first hybrid (histological and molecular) classification. This work attempts to record and analyze the fundamental and emerging biomarkers related to IDH-wild type glioblastoma, mapping the new personalized approaches of medicine. Taking 2025 as the ultimate milestone, recent medical innovations in the field of immunotherapy challenge generalized therapeutic approaches, highlighting future prospects for more targeted, personalized, and effective treatments