National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Προσωρινή ρύθμιση οικογενειακών σχέσεων κατ’ άρθρο 735 ΚΠολΔ

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον θεσμό της προσωρινής ρύθμισης οικογενειακών σχέσεων κατά το άρθρο 735 ΚΠολΔ, ως ειδικό και sui generis ασφαλιστικό μέτρο της πολιτικής δικονομίας. Σκοπός της μελέτης είναι η συστηματική ανάλυση της νομικής φύσης, της λειτουργίας και των πρακτικών εφαρμογών της διάταξης, υπό το πρίσμα της συνταγματικής προστασίας της οικογένειας και του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου. Αρχικά παρουσιάζεται το γενικό πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων και η ιστορική εξέλιξη της διάταξης, με έμφαση στις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις των ν. 1329/1983, 4335/2015 και 4800/2021. Ακολούθως αναλύεται ο διαπλαστικός χαρακτήρας της προσωρινής ρύθμισης, η σχέση της με το άρθρο 1532 ΑΚ και ο ρόλος της στην αντιμετώπιση φαινομένων ενδοοικογενειακής βίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στα δικονομικά ζητήματα (αρμοδιότητα, προσωρινή διαταγή, εκτελεστότητα, ανάκληση/μεταρρύθμιση) και στη λειτουργική διασύνδεση με το άρθρο 950 ΚΠολΔ. Η εργασία εξετάζει ειδικότερα ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας, διατροφής και χρήσης της οικογενειακής στέγης, καθώς και τη διασυνοριακή διάσταση των οικογενειακών διαφορών. Μέσα από τη μελέτη της νομολογίας αναδεικνύεται ότι το άρθρο 735 ΚΠολΔ αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό άμεσης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, συνδυάζοντας δικονομική ευελιξία και ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.This thesis examines the institution of the temporary regulation of family relations pursuant to Article 735 of the Greek Code of Civil Procedure, as a special and sui generis interim measure within civil procedural law. The study aims to provide a systematic analysis of the legal nature, function and practical applications of the provision, under the constitutional protection of the family and the principle of the best interests of the child. The thesis initially outlines the general framework of interim measures and traces the historical development of Article 735, with particular emphasis on the legislative reforms introduced by Laws 1329/1983, 4335/2015 and 4800/2021. It then analyzes the constitutive (formative) character of the temporary regulation, its relationship with Article 1532 of the Greek Civil Code, and its role in addressing cases of domestic violence. Particular attention is given to procedural aspects, including jurisdiction, provisional orders, enforceability, modification and revocation, as well as its functional connection with Article 950 of the Code of Civil Procedure. The thesis further explores specific issues concerning parental custody, communication rights, child maintenance and the use of the family home, including the cross-border dimension of family disputes. Through the examination of case law, it is demonstrated that Article 735 constitutes a crucial mechanism of immediate and effective judicial protection, combining procedural flexibility with substantive safeguarding of children's rights

    H ερμηνευτική προσέγγιση της αναπηρίας στο πλαίσιο ενταξιακών πρακτικών κατά την προσχολική εκπαίδευση: απόψεις και εμπειρίες νηπιαγωγών

    No full text
    Σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα και διεθνή πεδία εκπαιδευτικής πολιτικής, η ενταξιακή εκπαίδευση θεωρείται καθοριστικό χαρακτηριστικό μιας υψηλούς ποιότητας προσχολικής εκπαίδευσης, η οποία ανταποκρίνεται στις εξατομικευμένες ανάγκες όλων των μαθητών/τριών και διασφαλίζει την ισότητα των ευκαιριών για την πρόσβαση και τη συμμετοχή όλων των παιδιών στη μάθηση (UNESCO, 2022). Στην Ελλάδα, η ενταξιακή εκπαίδευση προωθείται μέσω του θεσμικού πλαισίου στη γενική εκπαίδευση˙ ωστόσο, η κατανόηση και η εφαρμογή της εξακολουθούν να παρουσιάζουν σημαντικές προκλήσεις (Fyssa et al., 2014˙Vlachou & Fyssa, 2016˙Warren et al., 2021˙Ντεροπούλου-Ντέρου, 2024˙Soukakou et al., 2025). Στο πλαίσιο αυτό, το επιστημονικό πεδίο των «Σπουδών στην Αναπηρία» που σχετίζεται με την κοινωνική καταπίεση και την πολιτισμική κατασκευή της αναπηρίας, έχει δράσει ενδυναμωτικά στην ανάπτυξη ενταξιακών προσεγγίσεων και πρακτικών που στοχεύουν στην άρση κάθε μορφής εκπαιδευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού (Ντεροπούλου-Ντέρου, 2024). Ο θεσμός του σχολείου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αποδοχή της ποικιλομορφίας, ενώ οι εκπαιδευτικοί ως βασικοί/ές συντελεστές/στριές του είναι το «κλειδί» της αλλαγής και τις προόδου στην εκπαίδευση (Carrington, 1999, στο Ζώνιου-Σιδέρη και συν., 2012). Ο τρόπος, με τον οποίο οι ίδιοι/ιες κατανοούν την ενταξιακή εκπαίδευση και προσεγγίζουν ερμηνευτικά την αναπηρία στο πλαίσιο της τάξης κρίνεται καθοριστικής σημασίας είτε για την κατάρριψη είτε για τη διαιώνιση κανονικοποιητικών πρακτικών και αποκλεισμών στο εκπαιδευτικό μικρο-επίπεδο, το οποίο συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνική πραγματικότητα γενικότερα. Στην παρούσα μελέτη, επιχειρείται η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί προσχολικής εκπαίδευσης κατανοούν την έννοια της ενταξιακής εκπαίδευσης και της αναπηρίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουν ερμηνευτικά την έννοια της αναπηρίας, μέσω των εκπαιδευτικών πρακτικών που αναφέρουν. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις αναφερόμενες πρακτικές που αφορούν τις δραστηριότητες, τις οποίες σχεδιάζουν και υλοποιούν στην τάξη τους με θεματική την αναπηρία, καθώς και τις παιδαγωγικές τους ανταποκρίσεις στα σχόλια ή/και ερωτήματα των μαθητών/τριών που σχετίζονται με την αναπηρία και τις ατομικές διαφορές. Η μελέτη στοχεύει στην κάλυψη ενός κενού που εντοπίζεται στην ελληνική ερευνητική δραστηριότητα σχετικά με τις απόψεις των νηπιαγωγών για την ενταξιακή προσχολική εκπαίδευση (Fyssa et al., 2014), καθώς και την εννοιολογική πλαισίωση της αναπηρίας. Ο σχεδιασμός και η διεξαγωγή της εν λόγω διπλωματικής εργασίας ακολουθεί τη δομή και τα πρότυπα των διαδικασιών μιας ποιοτικής έρευνας. Κύρια ερευνητικά ερωτήματα αποτελούν: (α) «Πώς κατανοούν οι εκπαιδευτικοί την έννοια της ενταξιακής εκπαίδευσης στην προσχολική ηλικία;» και (β) «Πώς προσεγγίζουν ερμηνευτικά την αναπηρία στο πλαίσιο της ενταξιακής εκπαίδευσης στην προσχολική ηλικία;». Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιείται ένας προκατασκευασμένος οδηγός ημι-δομημένης συνέντευξης, ο οποίος είναι οργανωμένος σε τρεις θεματικούς άξονες, βάσει των ερευνητικών ερωτημάτων. Οι συνεντεύξεις διεξάγονται με δέκα νηπιαγωγούς γενικής εκπαίδευσης που εργάζονται σε δημόσια νηπιαγωγεία στην Ελλάδα και τα ερευνητικά δεδομένα αναλύονται μέσω της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου. Από τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύεται ότι η πλειονότητα των εκπαιδευτικών είναι θετικά προσκείμενη ως προς την έννοια ενταξιακής εκπαίδευσης και την κατανοεί μέσω μιας μερικής προσέγγισης, δεδομένου ότι την προσδιορίζει αναφέροντας κάποιες μεμονωμένες πτυχές που αφορούν κυρίως αρχές και πρακτικές, ως προς το επίπεδο της τάξης. Την ίδια στιγμή διαπιστώνεται ότι πολλοί/ες συμμετέχοντες/ουσες, ίσως έχουν μια συγκεχυμένη άποψη για την έννοια, καθώς η ενταξιακή εκπαίδευση φαίνεται να πλαισιώνεται εννοιολογικά μέσω κάποιων προοπτικών που φαίνεται να συνδέουν την ενταξιακή εκπαίδευση με την ειδική αγωγή στο γενικό νηπιαγωγείο. Επιπροσθέτως, καταδεικνύεται ότι το σύνολο των εκπαιδευτικών κατανοεί την έννοια της αναπηρίας μέσω μιας ελλειμματικής προσέγγισης, συμβαδίζοντας έτσι με τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις του ιατρικού και ατομικού μοντέλου ερμηνείας της αναπηρίας. Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν εννοιολογικά την αναπηρία, μέσω ιατροκεντρικών κατευθύνσεων, αντικατοπτρίζεται στις περισσότερες από τις αναφερόμενες δραστηριότητες που υλοποιούν, καθώς και στις παιδαγωγικές τους ανταποκρίσεις στα σχόλια ή ερωτήματα των μαθητών/τριών. Ωστόσο, η έρευνα καταδεικνύει και κάποιες πρακτικές, κυρίως σε σχέση με τις αναφερόμενες ανταποκρίσεις σε ερωτήματα και σχόλια των παιδιών, οι οποίες φαίνεται να προωθούν τον σεβασμό στις ατομικές διαφορές του συνόλου των παιδιών.International research and educational policy, consider inclusion as a defining feature of high-quality early childhood education, which responds to the childrens’ individualized needs and ensures equal opportunities for access and participation in learning for all students (UNESCO, 2022). In Greece, inclusive education is promoted through national legal framework for general education; Nevertheless, its understanding and implementation continue to present significant challenges (Fyssa et al., 2014˙Vlachou & Fyssa, 2016˙Warren et al., 2021˙Ντεροπούλου-Ντέρου, 2024˙Soukakou et al., 2025). In this context, the scientific field of “Disability Studies”, which is associated with social oppression and the cultural construction of disability, has played a significant role in the development of inclusive approaches and practices that aim to eliminate all forms of educational and social exclusion. School plays an important role in the acceptance of diversity, while teachers, as main contributors, are the “key” for the change and progress in education (Carrington, 1999 in Ζώνιου-Σιδέρη et al., 2012). The way in which, they understand inclusive education and approach the concept of disability, is crucial for either breaking down or perpetuating normalizing practices and exclusions in education, which is linked to social reality in general. This study aims to investigate how early childhood education teachers understand the concept of inclusive education and disability, as well as how they approach the concept of disability through their educational practices. Emphasis is placed on the practices reported in relation to the activities they design and implement in their classrooms on the topic of disability, along with their responses to students’ comments or questions about disability and individual differences. This study attempts to fill a gap in Greek research on early childhood teachers’ perceptions about inclusive education in kindergarten (Fyssa et al., 2014), as well as the conceptual framework of disability. This thesis is an educational research study that uses a qualitative research methodology. The main research questions are; (a) “How do early childhood teachers understand the concept of inclusive education in early childhood settings?” and (b) “how do early childhood teachers approach the concept of disability in the context of inclusive education in kindergarten?” A pre-designed semi-structured interview protocol is used to collect data, which is organized across three thematic areas based on the research questions. The interviews are conducted on a sample of ten early childhood teachers working in public general kindergartens in Greece. The research data are analyzed through thematic content analysis. The results of the study suggest that the majority of teachers perceive inclusive education positively. Additionally, it seems that early childhood teachers define inclusive education through the lenses of some dimensions, most relating to principles and practices at the classroom level. At the same time, many participants seem to perceive inclusion as a contemporary term for special education in mainstream schools. Moreover, findings support participants’ understanding of the concept of disability through a deficit oriented approach, which is consistent with dominant perceptions of the medical and individual model of disability. A medically-centered understanding of disability is also reflected across the majority of participants’ reported classroom activities. Specifically, teachers’ descriptions of the content of activities they implement in the classroom, as well as their responses to children’s comments or questions seem to reflect a deficit approach to understanding the concept of disability. Nevertheless, the research reveals some reported practices that seem to be in line with inclusive practices in kindergarten. These practices mainly concern teachers’ responses to children’s comments or questions and appear to promote respect for universal individual differences

    Αποζημίωση για αποθετική ζημία από ιατρικό σφάλμα ή αμέλεια: νομική προσέγγιση και νομολογία

    No full text
    Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται την αποζημίωση για αποθετική ζημία, και ειδικότερα για διαφυγόν κέρδος, στο πλαίσιο της αστικής ιατρικής ευθύνης από ιατρικό σφάλμα ή αμέλεια. Η ιατρική ευθύνη αναπτύσσεται σε ένα σύνθετο πεδίο όπου συναντώνται η ιατρική και η νομική επιστήμη, με κοινό αντικείμενο τον άνθρωπο και τα ύψιστα έννομα αγαθά της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας. Η νομολογία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στους κανόνες της ιατρικής τέχνης (lege artis), στο θετικό δίκαιο και στους κανόνες δεοντολογίας, ιδίως σε ένα περιβάλλον στο οποίο ο ασθενής μεταβαίνει από παθητικός δέκτης σε ενεργό φορέα δικαιωμάτων. Αρχικά αναλύεται το γενικό πλαίσιο της ιατρικής ευθύνης και η τριχοτόμησή της σε αστική, ποινική και πειθαρχική, με έμφαση στην αστική ιατρική ευθύνη και τις πηγές της: ενδοσυμβατική ευθύνη, αδικοπρακτική ευθύνη και ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες κατά το άρθρο 8 Ν. 2251/1994. Εξετάζονται οι προϋποθέσεις θεμελίωσής της, ήτοι η παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος, υπό το φως των γενικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 επ., 929 και 932 ΑΚ, καθώς και των ρυθμίσεων του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και της Σύμβασης του Οβιέδο. Κεντρικό αντικείμενο της εργασίας αποτελεί η αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος λόγω προσβολής της υγείας του ασθενούς. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις δυσχέρειες ποσοτικού 7 προσδιορισμού της μελλοντικής αποθετικής ζημίας, η οποία συναρτάται με τη «συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων» και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και στις αποδεικτικές απαιτήσεις (ιατρική τεκμηρίωση, επαγγελματικά δεδομένα, πραγματογνωμοσύνες, μάρτυρες κ.λπ.). Η μελέτη, αξιοποιώντας την ελληνική θεωρία και νομολογία, αναδεικνύει ότι η αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εξαιρετική ή δευτερεύουσα αξίωση, αλλά ως αναγκαίο εργαλείο για την πλήρη και δίκαιη αποκατάσταση των παθόντων από ιατρικά σφάλματαThis thesis examines compensation for consequential loss, and in particular loss of profit, within the framework of civil medical liability arising from medical error or negligence. Medical liability develops at the intersection of medicine and law, both of which focus on the protection of fundamental legal interests such as life, health and physical integrity. Case law is called upon to strike a balance between the rules of medical science and lege artis standards, positive law and ethical principles, in a context where the patient is no longer a passive recipient of care but an active rights-holder. The study first analyses the general framework of medical liability and its tripartite structure into civil, criminal and disciplinary responsibility, focusing on civil medical liability and its legal bases: contractual liability, tortious liability and liability of service providers under Article 8 of Law 2251/1994 on consumer protection. It explores the conditions for establishing liability – unlawful and culpable act or omission, damage and causal link – under Articles 297, 298, 914 et seq., 929 and 932 of the Greek Civil Code, as well as the relevant provisions of the Code of Medical Ethics and the Oviedo Convention on Human Rights and Biomedicine. The core of the thesis is compensation of loss of profit resulting from impairment of the patient’s health. Particular emphasis is placed on the difficulty of quantifying future consequential loss, which depends on the “normal course of events” and general experience, and on the demanding evidentiary burden (medical documentation, employment and income data, expert opinions, witness testimonies). By drawing on Greek legal scholarship and case law, the thesis argues that compensation for loss of profit in cases of medical malpractice should not be treated as a marginal or exceptional claim, but as an essential component of full and fair reparation for injured patients

    Δίκαιο αφερεγγυότητας και κρυπτονομίσματα

    No full text
    Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία επηρεάζει καθημερινά τις οικονομικές συναλλαγές και ανατρέπει τα παραδοσιακά δεδομένα. Τα κρυπτονομίσματα, άλλοτε μια ιδέα που έμοιαζε ουτοπική, έχουν πλέον αποκτήσει κεντρική θέση στον παγκόσμιο διάλογο. Η γοητεία τους έγκειται στην αποκέντρωση, την ταχύτητα και την ανωνυμία· ταυτόχρονα, όμως, η μεγάλη αστάθεια της αξίας τους γεννά ερωτήματα, φόβους και –κυρίως– προκλήσεις για το δίκαιο. Οι πρόσφατες καταρρεύσεις μεγάλων εταιρειών αλλά και η συζήτηση γύρω από τις προσπάθειες ευρωπαϊκής ρύθμισης (MiCA), δείχνουν ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό, αλλά άμεσα πρακτικό και φλέγον. Η σημασία του ζητήματος αναδεικνύεται ιδιαίτερα στο πεδίο του δικαίου της αφερεγγυότητας. Σε κάθε διαδικασία αφερεγγυότητας, η ορθή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων είναι καθοριστική διότι από αυτήν εξαρτάται η διανομή στους πιστωτές και, τελικά, η επιτυχία ή η αποτυχία της διαδικασίας. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν τα επίμαχα περιουσιακά στοιχεία είναι κρυπτονομίσματα, με αξία ασταθή και φύση αμφιλεγόμενη; Το δίκαιο καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα για τα οποία δεν ήταν προετοιμασμένο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρούσα εργασία επιχειρεί να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο τα κρυπτονομίσματα εντάσσονται στο δίκαιο της αφερεγγυότητας, με έμφαση στο ζήτημα της αποτίμησης. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι πολυδιάστατες προκλήσεις –νομικές, τεχνολογικές και οικονομικές– και να διερευνηθούν οι λύσεις που προτείνονται τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το κεντρικό ερώτημα που την καθοδηγεί είναι το εξής: πώς και πότε πρέπει να αποτιμώνται τα κρυπτοστοιχεία στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, η εργασία ξεκινά με την ιστορική αναδρομή και τον εννοιολογικό προσδιορισμό του κρυπτονομίσματος, ώστε να τεθούν τα θεμέλια της συζήτησης. Στη συνέχεια, εξετάζεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, με ιδιαίτερη αναφορά στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 (MiCA) και στον ελληνικό νόμο 5193/2025. Ακολουθεί η ανάλυση της ταξινόμησης των κρυπτοστοιχείων και η σύνδεσή τους με το δίκαιο της αφερεγγυότητας, για να κατανοηθεί πώς οι θεωρητικές κατηγορίες αποκτούν πρακτική σημασία σε διαδικασίες πτώχευσης. Στο δεύτερο μέρος, η έρευνα μεταφέρεται στα στάδια της πτωχευτικής διαδικασίας και φωτίζεται μέσα από χαρακτηριστικές υποθέσεις, όπως της Celsius και της FTX. Με αυτόν τον τρόπο, η εργασία δεν φιλοδοξεί μόνο να χαρτογραφήσει το ισχύον πλαίσιο, αλλά και να συμβάλει στη συζήτηση γύρω από την ανάγκη προσαρμογής του δικαίου σε μια νέα πραγματικότητα.We live in an age where technology influences financial transactions on a daily basis and overturns traditional norms. Cryptocurrencies, once a seemingly utopian idea, have now taken center stage in the global dialogue. Their appeal lies in decentralization, speed, and anonymity; at the same time, however, the high volatility of their value raises questions, fears, and—above all—challenges for the law. The recent collapse of large companies and the debate surrounding European regulatory efforts (MiCA) show that the issue is not theoretical, but directly practical and pressing. The importance of the issue is particularly evident in the field of insolvency law. In any insolvency proceeding, the correct valuation of assets is crucial because it determines the distribution to creditors and, ultimately, the success or failure of the proceeding. So what happens when the assets in question are cryptocurrencies, with unstable value and controversial nature? The law is called upon to answer questions for which it was not prepared. Within this context, this paper attempts to examine how cryptocurrencies fit into insolvency law, with an emphasis on the issue of valuation. The aim is to highlight the multidimensional challenges—legal, technological, and economic—and to explore the solutions proposed at both the theoretical and practical levels. The central question that guides it is: how and when should cryptocurrencies be valued in insolvency proceedings? To answer this question, the paper begins with a historical overview and conceptual definition of cryptocurrency in order to lay the foundations for the discussion. It then examines the current legislative framework, with particular reference to Regulation (EU) 2023/1114 (MiCA) and Greek Law 5193/2025. This is followed by an analysis of the classification of crypto assets and their connection to insolvency law, in order to understand how theoretical categories acquire practical significance in bankruptcy proceedings. In the second part, the research moves on to the stages of the bankruptcy process and is illuminated through characteristic cases, such as Celsius and FTX. In this way, the paper aims not only to map the current framework, but also to contribute to the discussion on the need to adapt the law to a new reality

    Η καταπολέμηση της βιοπειρατείας στις εθνικές έννομες τάξεις και στο διεθνές δίκαιο

    No full text
    Η εργασία αφορά το φαινόμενο της βιοπειρατείας (της ιδιοποίησης γενετικών πόρων τοπικών κοινοτήτων ή/και της παραδοσιακής γνώσης σχετιζόμενης με αυτούς, μέσω της κατοχύρωσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας), καθώς και τις αυξανόμενες προσπάθειες ιδίως των αναπτυσσόμενων χωρών για κατοχύρωση νομικής προστασίας ενάντια σε αυτό, αφενός στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας και αφετέρου σε εθνικό επίπεδο.The paper deals with the phenomenon of biopiracy (the appropriation of genetic resources of local communities and/or traditional knowledge related to them, through the granting of patents), as well as the increasing efforts, especially by developing countries, to secure legal protection against it, both within the international community and at a national level

    Η συγγνώμη: ηθικές όψεις

    No full text
    Ιδιαίτερα από το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, αυξανόμενο παρουσιάζεται το ενδιαφέρον των φιλοσόφων αναφορικά με το ζήτημα της συγχώρησης. Βασικοί συμμετέχοντες στη φιλοσοφική συζήτηση σχετικά με το εν λόγω θέμα είναι ο Jacques Derrida, ο Vladimir Jankélévitch, η Hannah Arendt, ο Paul Ricœur και πληθώρα άλλων. Καίριας σημασίας αποτελεί η διάκριση μεταξύ της απροϋπόθετης/"καθαρής"/απόλυτης συγχώρησης και της υπό όρους/υπό προϋποθέσεις συγχώρησης. Ξεχωριστή μνεία στην παρούσα εργασία γίνεται στο καθήκον συγχώρησης κατά τον Immanuel Kant, η οποία έπεται σύντομης αναφοράς στην έννοια του καθήκοντος κατά τον προαναφερθέντα φιλόσοφο. Ακολούθως, εξετάζεται η δυνατότητα μιας συλλογικής/πολιτικής συγχώρησης. Καταληκτικά, εκτίθενται τα συμπεράσματα - θέσεις, τα οποία πλαισιώνονται και γύρω από το ειδικότερο ζήτημα της διάκρισης της απροϋπόθετης και της υπό όρους/προϋποθέσεις συγχώρησης.Especially since the second half of the 20th century, the interest of philosophers has increased in the issue of forgiveness. The main participants in the philosophical debate on this topic are Jacques Derrida, Vladimir Jankélévitch, Hannah Arendt, Paul Ricœur and many others. The distinction between unconditional/"pure"/absolute forgiveness and conditional forgiveness is of key importance. In this study, a special reference is made to the duty of forgiveness according to Immanuel Kant, which follows a brief reference to the concept of duty according to the aforementioned philosopher. Subsequently, the possibility of a collective/political forgiveness is examined. Finally, conclusions - positions are presented, which are also framed around the specific issue of the distinction between unconditional and conditional forgiveness

    Το ρυθμιστικό και νομοθετικό πλαίσιο καταλληλότητας των μελών Δ.Σ. των πιστωτικών ιδρυμάτων

    No full text
    Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση (2007-2009) ανέδειξε σημαντικές αδυναμίες στα συστήματα εταιρικής διακυβέρνησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως ως προς τη σύνθεση και τη λειτουργία των διοικητικών τους οργάνων, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις στελεχώνονταν από πρόσωπα που δεν διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους. Υπό το πρίσμα αυτό, ο ευρωπαίος νομοθέτης, μέσω της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ («CRD IV») και της μεταγενέστερης Οδηγίας 2024/1619/ΕΕ («CRD VI»), καθιέρωσε αυστηρά κριτήρια καταλληλότητας («fit and proper») για τα μέλη ΔΣ των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η ανάλυση του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που διέπει τα κριτήρια καταλληλότητας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η εργασία εξετάζει την εξέλιξη των σχετικών κανόνων, αναδεικνύοντας παράλληλα τη σημασία τους για την αποτελεσματική διοίκηση των ιδρυμάτων και, εν γένει, για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην εξελικτική πορεία των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης και στο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, διέπει την καταλληλότητα των μελών ΔΣ των πιστωτικών ιδρυμάτων. Έμφαση δίνεται στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ («CRD IV») και στη νεότερη Οδηγία 2024/1619/ΕΕ («CRD VI»), καθώς και στις Κοινές Κατευθυντήριες Γραμμές EBA και ESMA. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στα επιμέρους κριτήρια καταλληλότητας που εφαρμόζονται σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο κατά την επιλογή των μελών του ΔΣ, καθώς και στη σχέση τους με την αρχή της αναλογικότητας. Εν συνεχεία, αναλύεται η έννοια της πολυμορφίας του ΔΣ και η σημασία της για την αποτελεσματικότερη άσκηση της διοίκησης. Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων, η οποία συγκροτείται υποχρεωτικά για τα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα. Στο κεφάλαιο αυτό, αναλύεται η σύνθεση, ο ρόλος και οι αρμοδιότητες της επιτροπής και αναδεικνύεται η σημασία της στη διαδικασία ανάδειξης των κατάλληλων υποψήφιων μελών του ΔΣ των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η διαδικασία αξιολόγησης της καταλληλότητας των μελών του ΔΣ τόσο κατά τον αρχικό διορισμό τους, όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Η αξιολόγηση διακρίνεται σε εκείνη που διενεργεί το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα και σε εκείνη που διενεργείται από την αρμόδια εποπτική αρχή, η οποία στην περίπτωση των σημαντικών ιδρυμάτων είναι η ΕΚΤ, ενώ για τα υπόλοιπα ιδρύματα αρμόδια είναι η εποπτική αρχή που ορίζεται από την εθνική νομοθεσία των κρατών-μελών.The international financial crisis (2007–2009) revealed significant weaknesses in the corporate governance systems of credit institutions, particularly with regard to the composition and functioning of their management bodies, which in many cases were staffed by individuals who did not possess the qualifications required for the effective exercise of their duties. In this context, the European legislator, through Directive 2013/36/EU (“CRD IV”) and the subsequent Directive 2024/1619/EU (“CRD VI”), established strict suitability (“fit and proper”) criteria for the members of the BoD of credit institutions. The purpose of this thesis is to analyze the legislative and regulatory framework governing the suitability criteria of members of the Board of Directors (BoD) of credit institutions. This thesis examines the evolution of the relevant rules, while highlighting their importance for the effective management of credit institutions and, in general, for financial stability. The first chapter refers to the evolution of corporate governance rules and the legislative and regulatory framework governing the suitability of board members of credit institutions at european and national level. Emphasis is placed on Directive 2013/36/EU ("CRD IV") and the more recent Directive 2024/1619/EU ("CRD VI"), as well as the joint EBA and ESMA guidelines. The second chapter focuses on the individual and collective suitability criteria applied in the selection of board members, as well as on their relationship with the principle of proportionality. Subsequently, the concept of board diversity and its importance for the more effective exercise of management are analyzed. The third chapter is devoted to the nomination committee, which is mandatorily established for significant credit institutions. This chapter analyses the composition, role and competences of the committee and highlights its importance in the process of nominating suitable candidates for the Board of Directors of credit institutions. Finally, the fourth chapter presents the process of assessing the suitability of board members both at the time of their initial appointment and throughout their term of office. The assessment is distinguished between that carried out by the credit institution itself and that carried out by the competent supervisory authority, which, in the case of significant institutions, is the European Central Bank (ECB), while for the remaining institutions the competent supervisory authority is the one designated by the national legislation of the Member States

    Pediatric posterior fossa arachnoid cysts: a systematic review / Αραχνοειδείς κύστεις οπίσθιου κρανιακού βόθρου σε παιδιά: συστηματική ανασκόπηση

    No full text
    Οι αραχνοειδείς κύστεις του οπίσθιου κρανιακού βόθρου είναι συγγενείς βλάβες που περιέχουν εγκεφαλονωτιαίο υγρό, οι οποίες αναπτύσσονται εντός της αραχνοειδούς μήνιγγας και ενδέχεται να ασκούν πιεστική επίδραση στην παρεγκεφαλίδα, το εγκεφαλικό στέλεχος και τις οδούς κυκλοφορίας του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Παρότι πολλές αραχνοειδείς κύστεις παραμένουν ασυμπτωματικές καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, εκείνες που εντοπίζονται στον οπίσθιο κρανιακό βόθρο παρουσιάζουν ιδιαίτερες διαγνωστικές, αναπτυξιακές και θεραπευτικές προκλήσεις, ιδίως στον παιδιατρικό πληθυσμό. Οι εξελίξεις στη νευροαπεικόνιση, την εμβρυολογία, τη μοριακή γενετική και τη νευροαναπτυξιακή νευροεπιστήμη έχουν διευρύνει σημαντικά την κατανόηση αυτών των βλαβών, ωστόσο η σχετική βιβλιογραφία παραμένει κατακερματισμένη και ετερογενής. Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση συνθέτει τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τις αραχνοειδείς κύστες οπίσθιου κρανιακού βόθρου στον παιδιατρικό πληθυσμό, ενσωματώνοντας ιστορικές προσεγγίσεις, επιδημιολογικά στοιχεία, εμβρυογένεση, παθογένεση, γενετικές συσχετίσεις, απεικονιστικά χαρακτηριστικά, κλινική εικόνα, νευρογνωστικές επιπτώσεις και θεραπευτικές στρατηγικές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα αναδυόμενα δεδομένα που συνδέουν αυτές τις βλάβες με νευροαναπτυξιακές και νευροψυχιατρικές εκβάσεις. Μέσω της ενοποίησης της υπάρχουσας γνώσης και της ανάδειξης περιοχών αβεβαιότητας, η ανασκόπηση αυτή αποσκοπεί στην υποστήριξη της κλινικής λήψης αποφάσεων και στον προσδιορισμό προτεραιοτήτων για μελλοντική έρευνα.Posterior fossa arachnoid cysts (PFACs) are congenital cerebrospinal fluid–filled lesions that arise within the arachnoid membrane and may exert mass effect on the cerebellum, brainstem, and cerebrospinal fluid pathways. While many ACs remain asymptomatic throughout life, those located in the posterior fossa present unique diagnostic, developmental, and therapeutic challenges, particularly in pediatric populations. Advances in neuroimaging, embryology, molecular genetics, and neurodevelopmental neuroscience have significantly expanded understanding of these lesions; however, the literature remains fragmented and heterogeneous. This systematic review synthesizes available evidence on PFACs, integrating historical perspectives, epidemiology, embryogenesis, pathogenesis, genetic associations, imaging characteristics, clinical presentation, neurocognitive impact, and treatment strategies. Special emphasis is placed on emerging evidence linking PFACs to neurodevelopmental and neuropsychiatric outcomes. By consolidating current knowledge and identifying areas of uncertainty, this review aims to inform clinical decision-making and highlight priorities for future research

    Η νομική φύση των προϊόντων της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας – Συμβατική τυπολογία και έννομες συνέπειες

    No full text
    Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία εξετάζει τη νομική φύση των προϊόντων της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με έμφαση στη συμβατική τους τυπολογία και τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τη λειτουργία των σύγχρονων αγορών ενέργειας. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η κατά πλάσμα δικαίου ένταξη της ηλεκτρικής ενέργειας στην έννοια του πράγματος, σύμφωνα με το άρθρο 947 παρ. 2 ΑΚ, καθώς και οι δογματικές ιδιαιτερότητες που απορρέουν από την επιλογή αυτή του Έλληνα νομοθέτη. Στη συνέχεια εξετάζονται οι βασικές μορφές συναλλαγών στη χονδρεμπορική αγορά, τόσο στο πλαίσιο των οργανωμένων αγορών, ιδίως της Αγοράς Επόμενης Ημέρας (Day-Ahead Market) και της Ενδοημερήσιας Αγοράς (Intraday Market), όσο και στο πεδίο των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών (over-the-counter), με ιδιαίτερη αναφορά στην πρότυπη σύμβαση EFET της Energy Traders Europe. Ειδική έμφαση δίδεται στον ρόλο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και στη νομική αποτίμηση της παρεμβολής του στις συναπτόμενες συμβάσεις. Η εργασία υποστηρίζει ότι η παρεμβολή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί πειστικά μέσω του θεσμού της ανανέωσης (novatio) του άρθρου 436 ΑΚ, προσαρμοσμένου στις ανάγκες των σύγχρονων αγορών ενέργειας και σε συνάρτηση με το ενωσιακό δίκαιο. Τα συμπεράσματα συμβάλλουν στη συστηματική κατανόηση της συμβατικής αρχιτεκτονικής της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας υπό το πρίσμα του αστικού δικαίου.This master’s thesis examines the legal nature of wholesale electricity market products, with particular emphasis on their contractual typology and the legal consequences arising from the operation of modern energy markets. The analysis takes as its point of departure the classification of electricity by way of legal fiction under Article 947(2) of the Greek Civil Code, as well as the doctrinal particularities resulting from this legislative choice of the Greek legislator. The analysis then turns to the principal forms of transactions in the wholesale electricity market, both within the framework of organized markets, namely the Day-Ahead Market (DAM) and the Intraday Market, and in the field of over-the-counter (OTC) transactions, with particular reference to the EFET General Agreement of Energy Traders Europe. Special emphasis is placed on the role of the central counterparty and on the legal assessment of its interposition in the contractual relationships formed on the market. The thesis argues that such interposition may be convincingly explained through the concept of novation under Article 436 of the Greek Civil Code, adapted to the needs of modern energy markets and interpreted in light of European Union law. The conclusions contribute to a systematic understanding of the contractual architecture of the wholesale electricity market from the perspective of private law

    Η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων σύμφωνα με τη νέα Οδηγία 2024/2853/ΕΕ

    No full text
    Αντικείμενο της διπλωματικής εργασίας αποτελεί, αφενός, η ανάδειξη των λόγων που οδήγησαν στην αναθεώρηση της ενωσιακής νομοθεσίας για την ευθύνη ελαττωματικών προϊόντων και, αφετέρου, η παρουσίαση των αλλαγών που εισάγονται με την νέα Οδηγία 2024/2853/ΕΕ. Για την πληρέστερη κατανόηση του θέματος, σε πρώτο στάδιο, γίνεται μια σύντομη παρουσίαση της ευθύνης του παραγωγού υπό το ισχύον δίκαιο, μέσω της οποίας (παρουσίασης) επισημαίνονται τα κενά και οι ανεπάρκειες της παλιάς Οδηγίας που καθιστούν αδύνατη την εφαρμογή της στην σύγχρονη ψηφιακή εποχή. Έπειτα, γίνεται ενδελεχής αναφορά στις βασικές αλλαγές που επιφέρει η νέα Οδηγία στο καθεστώς της ευθύνης για ελαττωματικά προϊόντα. Ιδίως, εξετάζεται η νέα διευρυμένη έννοια του προϊόντος και των οικονομικών φορέων, καθώς και οι αποδεικτικές διευκολύνσεις που θεσπίζονται υπέρ του ζημιωθέντος. Στη συνέχεια, γίνεται συγκριτική επισκόπηση των δύο αυτών Οδηγιών, προκειμένου να αναδειχθούν εναργέστερα τα κενά τα οποία έρχεται να καλύψει η νέα Οδηγία. Τέλος, επιδιώκεται μια συνολική αποτίμηση της νέας Οδηγίας και μια εκτίμηση ως προς το αν με τις εισαγόμενες αλλαγές θα επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ήτοι η προστασία του καταναλωτή στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή.This thesis explores the reform of the European Union’s product liability framework, focusing on the factors that rendered the revision of the existing legislation necessary and on the regulatory changes introduced by Directive (EU) 2024/2853. The analysis begins with an outline of producer liability under the previous legal regime, with particular attention paid to the practical shortcomings of the former Directive and the difficulties it posed when applied to products and technologies of the digital era. In light of this background, the thesis examines the main innovations introduced by the new Directive, focusing in particular on the broadened definition of both “product” and “economic operators,” as well as on the evidentiary mechanisms designed to alleviate the burden of proof borne by the injured party. A comparative analysis of the old and the new Directive is subsequently undertaken in order to illustrate more clearly how the revised framework seeks to remedy the deficiencies of its predecessor. The thesis concludes with a critical assessment of the new Directive, evaluating whether the adopted reforms are likely to achieve their stated aim of ensuring effective consumer protection within an increasingly digitalised market

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇