National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η υποχρέωση πίστης του μετόχου
Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η υποχρέωση πίστης του μετόχου της ανώνυμης εταιρείας (ΑΕ), μια έννοια η οποία, παρά την κεντρική της σημασία για την εύρυθμη λειτουργία της εταιρικής οργάνωσης, δεν προβλέπεται ρητώς στο ισχύον εταιρικό δίκαιο. Η παραδοσιακή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι εταιρικές υποχρεώσεις του μετόχου εξαντλούνται στην καταβολή της εισφοράς του, αμφισβητείται, ιδίως υπό το πρίσμα της ανάγκης προστασίας του εταιρικού συμφέροντος και της εξισορρόπησης των συγκρουόμενων μετοχικών συμφερόντων. Στο πρώτο μέρος της εργασίας εξετάζονται αυτοτελώς οι έννοιες του «μετόχου» και της «υποχρέωσης πίστης», προκειμένου να καταδειχθεί η καταρχήν θεωρητική δυσχέρεια υπαγωγής της δεύτερης στη μετοχική ιδιότητα. Στο δεύτερο μέρος επιχειρείται η δογματική θεμελίωση της υποχρέωσης πίστης του μετόχου, η οποία εντοπίζεται στη μετοχική σχέση και ειδικότερα στην υπαγωγή του μετόχου στο καταστατικό της εταιρείας, με συνακόλουθη αναλογική εφαρμογή των άρθρων 741 και 747 ΑΚ. Υπό το πρίσμα αυτό, η υποχρέωση πίστης εκδηλώνεται τόσο θετικά, ως υποχρέωση προαγωγής του κοινού εταιρικού σκοπού, όσο και αρνητικά, ως υποχρέωση αποχής από πράξεις επιζήμιες για το εταιρικό συμφέρον. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην κατάφαση της υποχρέωσης πίστης και μεταξύ των μετόχων, παρά την έλλειψη συμβατικού δεσμού μεταξύ τους, στηριζόμενη στην αρχή της αντιστοίχισης εξουσίας και ευθύνης και στην ανάγκη προστασίας της μειοψηφίας έναντι της μετοχικής πλειοψηφίας ή του κυριαρχούντος μετόχου. Παράλληλα, αναδεικνύονται τα κριτήρια κλιμάκωσης της έντασης της υποχρέωσης πίστης, όπως το ποσοστό συμμετοχής, η δυνατότητα επιρροής στη διοίκηση, ο προσωποπαγής χαρακτήρας της εταιρικής δομής και η εγγύτητα της εκάστοτε κρινόμενης μετοχικής συμπεριφοράς προς τον εταιρικό σκοπό, καθώς και τα όριά της, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας και του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης. Στο τρίτο μέρος αναλύονται διεξοδικά οι επιμέρους εκφάνσεις της υποχρέωσης πίστης του μετόχου τόσο κατά την άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στη συμπεριφορά του κατά την ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση, όσο και στο πεδίο της εξωθεσμικής δράσης του. Ειδικότερα, εξετάζονται τα όρια και οι δεσμεύσεις που απορρέουν από την υποχρέωση πίστης κατά την άσκηση του δικαιώματος ψήφου, ιδίως σε περιπτώσεις σύγκρουσης ατομικού και εταιρικού συμφέροντος, καθώς και οι περιπτώσεις θεμελίωσης θετικών υποχρεώσεων του κυριαρχούντος μετόχου προς ενεργό προαγωγή του εταιρικού σκοπού. Παράλληλα, μελετώνται οι βασικές μορφές εξωθεσμικής συμπεριφοράς που δύνανται να προσβάλουν το εταιρικό συμφέρον, όπως η άσκηση επιρροής στη διοίκηση της εταιρείας, η ανάπτυξη ανταγωνιστικής δραστηριότητας, η εκμετάλλευση επιχειρηματικών ευκαιριών που ανήκουν στην εταιρεία και η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας. Τέλος, παρατίθεται και αξιολογείται η σύγχρονη νομολογιακή προσέγγιση της υποχρέωσης πίστης του μετόχου, μέσω συστηματικού σχολιασμού αντιπροσωπευτικών δικαστικών αποφάσεων, προκειμένου να αναδειχθεί η πρακτική λειτουργία και η εξελικτική της πορεία στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο. Συμπερασματικά, στο πλαίσιο της παρούσας διπλωματικής εργασίας, η υποχρέωση πίστης του μετόχου αναδεικνύεται ως θεμελιώδης κατευθυντήρια γραμμή της δέουσας μετοχικής συμπεριφοράς, λειτουργώντας συμπληρωματικά και διορθωτικά προς το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Η εφαρμογή της οφείλει να γίνεται ad hoc, με γνώμονα την εξισορρόπηση της ιδιωτικής αυτονομίας του μετόχου και της ανάγκης προστασίας του εταιρικού και των λοιπών μετοχικών συμφερόντων.The subject of the present Master’s thesis is the duty of loyalty of the shareholder in the société anonyme (S.A.), a concept which, despite its central importance for the proper functioning of the corporate organisation, is not expressly provided for under the applicable corporate law. The traditional view, according to which the corporate obligations of the shareholder are essentially limited to the payment of their capital contribution, is challenged, particularly in light of the need to protect the corporate interest and to balance conflicting shareholder interests. In the first part of the thesis, the concepts of the “shareholder” and the “duty of loyalty” are examined independently, in order to highlight the initial theoretical difficulty of subsuming the latter under the shareholder status. In the second part, an attempt is made to provide a doctrinal foundation for the shareholder’s duty of loyalty, which is traced back to the shareholder relationship and, more specifically, to the shareholder’s subjection to the company’s articles of association, with the consequent application, by way of legal analogy, of Articles 741 and 747 of the Greek Civil Code. From this perspective, the duty of loyalty manifests itself both as an obligation to promote the common corporate purpose and as an obligation to refrain from acts detrimental to the corporate interest. Particular emphasis is placed on the recognition of a duty of loyalty also among shareholders, despite the absence of any contractual bond between them, based on the principle of correlating power with responsibility and on the need to protect minority shareholders against the majority or the controlling shareholder. At the same time, the criteria for calibrating the intensity of the duty of loyalty are identified, such as the percentage of shareholding, the ability to influence corporate management, the personal nature of the corporate structure, and the proximity of the shareholder’s conduct under assessment to the corporate purpose, as well as its limits, especially in light of the principle of proportionality and the business judgment rule. In the third part, the specific manifestations of the shareholder’s duty of loyalty are analysed in depth, both in the exercise of shareholder rights, with particular emphasis on voting behaviour in the General Meeting, and in the sphere of the shareholder’s extra-institutional conduct. More specifically, the limits and constraints imposed by the duty of loyalty in the exercise of voting rights are examined, particularly in cases of conflict between individual and corporate interests, as well as the circumstances under which obligations of the controlling shareholder to actively promote the corporate purpose may arise. In parallel, the main forms of extra-institutional conduct capable of harming the corporate interest are explored, such as the exercise of influence over corporate management, the pursuit of competing activities, the exploitation of corporate opportunities belonging to the company, and the breach of the duty of confidentiality. Finally, the contemporary judicial approach to the shareholder’s duty of loyalty is presented and critically assessed through systematic commentary on representative court decisions, in order to highlight its practical operation and its evolutionary trajectory within Greek corporate law. In conclusion, within the framework of the present Master’s thesis, the shareholder’s duty of loyalty emerges as a fundamental guiding principle of proper shareholder conduct, operating in a complementary and corrective manner to the existing statutory framework. Its application must be carried out on an ad hoc basis, with due regard to the need to strike a balance between the shareholder’s private autonomy and the protection of the corporate and the other shareholders’ interests
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΚΛΕΨΥΔΡΑΣ ΩΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Από τους απλούς γνώμονες, ως τα σύγχρονα ατομικά ρολόγια του σήμερα, το ενδιαφέρον για τον χρόνο είναι πάντα παρόν. Επίκεντρο της διπλωματικής αυτής είναι η κλεψύδρα, μία από τις διάφορες διατάξεις που επινοήθηκαν στην προσπάθεια να μετρηθεί η ροή του χρόνου, η οποία στη μεταπολεμική εποχή συνηθίζεται να χαρακτηρίζεται ως αναλογική τεχνολογία. Για το σκοπό αυτό έγινε μια ιστοριογραφική προσέγγιση του θέματος, μέσω ανάλυσης δευτερογενούς, κυρίως, βιβλιογραφίας. Πιο συγκεκριμένα, μελετήθηκε η ιστορία διαφόρων διατάξεων μέτρησης του χρόνου στον αρχαίο κόσμο, ως πλαίσιο για την εστίαση που ακολούθησε στην περίπτωση της κλεψύδρας. Εξετάστηκαν, επίσης, επιλεκτικά πρωτογενείς πηγές που αφορούν κυρίως στη χρήση της κλεψύδρας κατά την αρχαιότητα, από διάφορους πολιτισμούς. Η διπλωματική εργασία κλείνει με μια σειρά παρατηρήσεων για την αναχρονιστική, όπως ισχυριζόμαστε, παρουσίαση της κλεψύδρας ως αναλογικής τεχνολογίας.From the simple gnomon to today's modern atomic clocks, the interest in time is always present. The focus of this thesis is on the clepsydra, one of the various artifacts introduced in the attempt to measure the flow of time, which in the post-war era is usually characterized as analog technology. For this purpose, a historiographical approach to the subject was made, through an analysis of, mainly, secondary sources. More specifically, the history of various time measurement devices in the ancient world was studied, as a framework for the focus that followed in the case of the clepsydra. Primary sources that mainly concern the use of the clepsydra in the antiquity, by various cultures, were also selectively examined. The thesis concludes with a series of observations on the anachronistic, as we claim, presentation of the clepsydra as analog technology
Η ανταπόκριση της σύγχρονης σχολικής βιβλιοθήκης στις ανάγκες και προσδοκίες μαθητών και εκπαιδευτικών
Η παρούσα μελέτη στοχεύει στον προσδιορισμό της έννοιας της Εκπαίδευσης στις Σχολικές Βιβλιοθήκες και επιδιώκει την ανάλυση της λειτουργίας αυτών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Επιπλέον, ορίζει την έννοια της εκπαίδευσης μέσω των σχολικών βιβλιοθηκών, τη λειτουργικότητα τους και τη σημασία του συντονισμού μεταξύ της βιβλιοθήκης, του δασκάλου της τάξης και του προγράμματος σπουδών για την επίτευξη των στόχων της βιβλιοθήκης. Η πρωτογενής έρευνα αναδεικνύει τις απόψεις των μαθητών και των εκπαιδευτικών, με σκοπό να βοηθήσει στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση για την αναγκαιότητα της λειτουργίας των σχολικών βιβλιοθηκών και τον ρόλο που μπορούν αυτές να παίξουν στη ζωή της εκπαιδευτικής κοινότητας. Ο άξονας και η κύρια κατεύθυνση αυτής της έρευνας είναι ο προσδιορισμός των αναγκών και των προσδοκιών των μαθητών από μια σχολική βιβλιοθήκη.This study aims to define the concept of Education in School Libraries and seeks to analyze their operation in the Greek educational system. Furthermore, it defines the concept of education through school libraries, their functionality and the importance of coordination between the library, the classroom teacher and the curriculum to achieve the library's objectives. The primary research highlights the views of students and teachers, with the aim of helping to further raise awareness of the necessity of the operation of school libraries and the role they can play in the life of the educational community. The axis and main direction of this research is to determine the needs and expectations of students from a school library
Πτυχές της ευθύνης των εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών της κεφαλαιαγοράς: ευρωπαϊκή και εθνική Διάσταση
Η παρούσα διπλωματική εργασία άπτεται του ζητήματος της εξωσυμβατικής (αποζημιωτικής) ευθύνης του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπτωση που η παράνομη ρυθμιστική και διοικητική δράση τους προκαλέσει βλάβη σε κάποιον συμμετέχοντα εντός της Κεφαλαιαγοράς. Στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας, αποτυπώνεται το πλαίσιο της ρύθμισης και της εποπτείας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα με την ανάλυση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (European Securities and Markets Authority - ESMA) και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, παρουσιάζονται οι βασικοί κανόνες και οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της εξωσυμβατικής ευθύνης υπό το ευρωπαϊκό και το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο ενώ παράλληλα θίγονται ειδικά ζητήματα σε σχέση με την εφαρμογή των γενικών κανόνων περί εξωσυμβατικής ευθύνης στο πλαίσιο του Δημοσίου Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς.This master’s thesis examines the issue of non-contractual liability of the State and the European Union in cases where unlawful regulatory or administrative action causes damage to participants in the capital market. Within this framework, the study outlines the system of regulation and supervision of the capital market at both European and national level, with particular emphasis on the competences of the European Securities and Markets Authority (ESMA) and the Hellenic Capital Market Commission. Furthermore, it analyses the main rules and conditions governing the establishment of non-contractual liability under both EU and national legal framework, while also addressing specific issues arising from the application of general principles of non-contractual liability in the context of public law governing the capital market
Συστηματική ανασκόπηση: Ο ρόλος των GLP-1RAs στην καρδιαγγειακή νόσο / Systematic review: The role of GLP-1RAs in CVD
Ιστορικό: Οι αγωνιστές του υποδοχέα της γλυκαγόνης-1 (GLP-1RA) είναι καθιερωμένοι παράγοντες μείωσης της γλυκόζης και απώλειας βάρους, ωστόσο το πλήρες καρδιαγγειακό τους δυναμικό παραμένει ασαφές. Σκοπός: Να συντεθεί τεκμηρίωση σχετικά με τις καρδιαγγειακές επιδράσεις των μακράς δράσης GLP-1RA, με έμφαση στις σοβαρές ανεπιθύμητες καρδιαγγειακές εκδηλώσεις (MACE), την στεφανιαία αθηροσκλήρωση, τα αποτελέσματα της καρδιακής ανεπάρκειας και τις αρρυθμίες, και να προσδιοριστούν οι γνωστικές ελλείψεις για μελλοντική έρευνα. Μέθοδοι: Μια συστηματική αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων PubMed, Embase και Scopus (1 Ιανουαρίου 2010 – 19 Ιουνίου 2025) εντόπισε 6.874 εγγραφές. Μετά από διαλογή και αξιολόγηση της καταλληλότητας, συμπεριλήφθηκαν 26 μελέτες (n ≈ 96 000): εννέα δοκιμές καρδιαγγειακών αποτελεσμάτων, η δοκιμή SELECT με έμφαση στην παχυσαρκία, πέντε προγράμματα καρδιακής ανεπάρκειας ή αρρυθμίας και τρεις μηχανιστικές μελέτες απεικόνισης, καθώς και οκτώ υποστηρικτικές μετα-αναλύσεις ή γενετικές έρευνες. Τα δεδομένα εξήχθησαν ανεξάρτητα και συντέθηκαν ποιοτικά. Όπου ήταν σκόπιμο, αναφέρονται οι συγκεντρωτικές εκτιμήσεις κινδύνου από τις πιο πρόσφατες μετα-αναλύσεις. Αποτελέσματα: Τα GLP-1RA μακράς δράσης μείωσαν τα MACE τριών σημείων κατά ~16 % (RR ≈ 0,84) με χαμηλή ετερογένεια, κυρίως λόγω της σεμαγλουτίδης (26 % μείωση του σχετικού κινδύνου), αλλά με συνεπή αποτελέσματα για τη λιραγλουτίδη, τη δουλαγλουτίδη, την εφπεγκλενατίδη και την αλβιγλουτίδη. Το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και η στεφανιαία αναδιαμόρφωση μειώθηκαν κατά 10-17 %, υποστηριζόμενα από απεικονιστικές μελέτες που έδειξαν υποχώρηση της μη ασβεστοποιημένης στεφανιαίας πλάκας και του πάχους του έσω-μέσου χιτώνα της καρωτίδας εντός 12 μηνών. Συγκεντρωτική μείωση 9 % στην πρώτη νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια παρατηρήθηκε σε όλες τις CVOT για τον διαβήτη, ενώ η σεμαγλουτίδη επέφερε κλινικά σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων και του NT-proBNP στην καρδιακή ανεπάρκεια σχετιζόμενη με παχυσαρκία με διατηρημένη εκκεντική λειτουργία. Τα GLP-1RA ήταν ουδέτερα σε δύο μικρές δοκιμές για την καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένη εκτοπική λειτουργία. Οι μετα-αναλύσεις και η πρακτική RCT TRANSFORM-AF υποδηλώνουν μείωση κατά 17-28% των περιστατικών ή των υποτροπών κολπικής μαρμαρυγής με τη σεμαγλουτίδη. Οι αναλύσεις με Mendelian τυχαιοποίηση συνάδουν με μια αιτιώδη προστατευτική δράση κατά των κολπικών και κοιλιακών αρρυθμιών. Συμπεράσματα: Τα GLP-1RA μακράς δράσης, ιδίως η σεμαγλουτίδη, προσφέρουν ευρεία καρδιαγγειακά οφέλη που εκτείνονται πέρα από τον γλυκαιμικό έλεγχο και την απώλεια βάρους, καθιστώντας την κατηγορία αυτή θεραπεία ακρογωνιαίου λίθου για καρδιομεταβολικούς πληθυσμούς υψηλού κινδύνου. Οι εναπομένουσες αβεβαιότητες περιλαμβάνουν την επιλογή του βέλτιστου παράγοντα, την αποτελεσματικότητα στη συστολική καρδιακή ανεπάρκεια και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στον καρδιακό ρυθμό — τομείς που εξετάζονται επί του παρόντος σε συνεχιζόμενες συγκριτικές δοκιμές και δοκιμές για συγκεκριμένους φαινοτύπους.Background: Glucagon-like peptide-1 receptor agonists (GLP-1RAs) are established agents for reducing glucose and weight loss, but their full cardiovascular potential remains unclear. Objective: To synthesise evidence on the cardiovascular effects of long-acting GLP-1RAs, with a focus on major adverse cardiovascular events (MACE), coronary atherosclerosis, outcomes of heart failure and arrhythmias, and to identify knowledge gaps for future research. Methods: A systematic search of the PubMed, Embase, and Scopus databases (1 January 2010 – 19 June 2025) identified 6,874 records. After screening and assessment of eligibility, 26 studies (n ≈ 96,000) were included: nine cardiovascular outcome trials, the SELECT trial with a focus on obesity, five heart failure or arrhythmia programmes and three imaging studies, as well as eight supportive meta-analyses or genetic studies. Data were extracted independently and qualitatively synthesised. Where appropriate, summary risk estimates from the most recent meta-analyses are reported. Results: Long-acting GLP-1RAs reduced three-point MACE by ~16% (RR ≈ 0.84) with low heterogeneity, mainly due to semaglutide (26% reduction in relative risk), but with consistent results for liraglutide, dulaglutide, efpeglenatide, and albiglutide. Non-fatal myocardial infarction and coronary revascularisation were reduced by 10-17%, supported by imaging studies showing regression of non-calcified coronary plaque and carotid intima-media thickness within 12 months. A 9% reduction in first hospitalisation for heart failure was observed across all CVOTs for diabetes, while semaglutide resulted in clinically meaningful improvements in symptoms and NT-proBNP in obesity-related heart failure with preserved ejection fraction. GLP-1RAs were neutral in two small trials for heart failure with reduced ejection fraction. Meta-analyses and the TRANSFORM-AF RCT suggest a 17-28% reduction in incidents or recurrences of atrial fibrillation with semaglutide. Mendelian randomisation analyses are consistent with a causal protective effect against atrial and ventricular arrhythmias. Conclusions: Long-acting GLP-1RAs, particularly semaglutide, offer broad cardiovascular benefits that extend beyond glycemic control and weight loss, making this class a cornerstone therapy for high-risk cardiometabolic populations. Remaining uncertainties include the selection of the optimal agent, efficacy in systolic heart failure, and long-term effects on heart rhythm — areas currently being investigated in ongoing comparative trials and trials for specific phenotypes
Εξωσκελετικές εκδηλώσεις ατελούς οστεογένεσης
Η ατελής οστεογένεση είναι πολυσυστηματική κληρονομική διαταραχή του κολλαγόνου τύπου Ι, με έκδηλη γενετική και φαινοτυπική ετερογένεια. Η εργασία ανασυνθέτει τη σύγχρονη γνώση σε τρία επίπεδα. Πρώτον, το παθοβιολογικό υπόβαθρο, όπου ποσοτικές και ποιοτικές ανωμαλίες του κολλαγόνου συμβιώνουν με δυσλειτουργίες ρύθμισης της οστεοβλαστικής διαφοροποίησης, μεταξύ άλλων μέσω του άξονα WNT β-κατενίνης. Δεύτερον, το εξωσκελετικό κλινικό φάσμα περιλαμβάνει οφθαλμολογικές μεταβολές του κερατοειδούς και αυξημένο κίνδυνο γλαυκώματος. Περιλαμβάνει επίσης προοδευτική βαρηκοΐα με συμμετοχή της ωτικής κάψας. Αναφέρονται ακόμη ήπιες, αλλά κλινικά ουσιαστικές, καρδιακές βαλβιδοπάθειες και διάταση της ρίζας της αορτής. Καταγράφονται νευρολογικές εκδηλώσεις, από το κρανιοαυχενικό όριο έως ειδικότερους νευροαναπτυξιακούς φαινότυπους. Τέλος, παρατηρείται περιοριστικού τύπου πνευμονική δυσλειτουργία με διαταραχές ύπνου. Τρίτον, αναδύονται ειδικά κλινικά ζητήματα που μετακινούν το βάρος της φροντίδας από τη διαχείριση καταγμάτων προς τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής. Η οστεοαρθρίτιδα εμφανίζεται πρώιμα στα μεγάλα φορτιζόμενα άκρα. Στο γαστρεντερικό και νεφρικό άξονα καταγράφονται κήλες, πεπτικά συμπτώματα και υπερασβεστιουρία με νεφρολιθίαση, ενώ στο δέρμα τεκμηριώνεται ευθραυστότητα και, σε σπάνιες επικαλύψεις, φαινότυπος τύπου Ehlers–Danlos. Η εργασία προτείνει διαστρωμάτωση κινδύνου που συνδυάζει γονιδιωματικές πληροφορίες με όργανο-ειδικούς δείκτες και προωθεί ένα ενοποιημένο πλαίσιο φροντίδας ενηλίκων. Κρίσιμες πρακτικές συνέπειες είναι ο πρώιμος προσυμπτωματικός έλεγχος των εξωσκελετικών συστημάτων, η τακτική αναπνευστική και ακουολογική παρακολούθηση, ο έλεγχος για γλαύκωμα με διορθωμένες μετρήσεις πίεσης και OCT, η καρδιολογική επιτήρηση με Z-scores ρίζας αορτής και η προεγχειρητική στρατηγική για δύσκολο αεραγωγό. Τέλος, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα διεπιστημονικού συμβουλίου, ορισμού λειτουργικών στόχων με δείκτες που συμμερίζεται ο ασθενής και επανεκτίμησης σε κύκλο 12 εβδομάδων, ώστε η θεραπεία να παραμένει προσανατολισμένη στα πραγματικά αποτελέσματα. Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ενός μονοσήμαντου νοσήματος αλλά μιας «οικογένειας» καταστάσεων που απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και εξατομικευμένη, οργανωμένη φροντίδα.Osteogenesis Imperfecta is a multisystemic hereditary disorder of type I collagen, with marked genetic and phenotypic heterogeneity. This paper synthesizes current knowledge on three levels. First, the pathobiological background, where quantitative and qualitative collagen abnormalities coexist with dysregulation of osteoblastic differentiation, including through the WNT-β-catenin axis. Second, the extraskeletal clinical spectrum includes ophthalmological changes in the cornea and an increased risk of glaucoma. It also includes progressive hearing loss involving the auditory capsule. Mild but clinically significant heart valve disease and aortic root dilatation are also reported. Neurological manifestations are recorded, ranging from the craniocervical junction to more specific neurodevelopmental phenotypes. Finally, restrictive pulmonary dysfunction with sleep disorders is observed. Third, specific clinical issues arise that shift the focus of care from fracture management to functionality and quality of life. Osteoarthritis occurs early in the large weight-bearing extremities. In the gastrointestinal and renal axes, hernias, digestive symptoms, and hypercalciuria with nephrolithiasis are recorded, while in the skin, fragility and, in rare cases, Ehlers–Danlos syndrome are documented. The paper proposes risk stratification that combines genomic information with organ-specific markers and promotes a unified framework for adult care. Critical practical implications include early presymptomatic screening of the exoskeletal systems, regular respiratory and audiological monitoring, glaucoma screening with corrected pressure measurements and OCT, cardiological surveillance with aortic root Z-scores, and a preoperative strategy for difficult airways. Finally, there is a need for a multidisciplinary council, the setting of functional goals with indicators shared by the patient, and reassessment every 12 weeks so that treatment remains focused on actual results. The picture that emerges is not of a single disease but of a "family" of conditions that require timely diagnosis and personalized, organized care
AI's energy footprint
Η παρούσα εργασία εξετάζει τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), με ιδιαίτερη έμφαση στην αυξανόμενη κατανάλωση ενέργειας και στον τρόπο με τον οποίο αυτό πλαισιώνεται από διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς. Χρησιμοποιώντας μια διεπιστημονική προσέγγιση βασισμένη στις Σπουδές Επιστήμης - Τεχνολογίας - Κοινωνίας (STS), η έρευνα διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνολογίες ΤΝ – ειδικά τα μοντέλα μεγάλης κλίμακας – εξαρτώνται από υποδομές υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης, όπως τα κέντρα δεδομένων και η κατασκευή ημιαγωγών. Αυτά τα συστήματα απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, που συχνά προέρχεται από ορυκτά καύσιμα, γεγονός που συμβάλλει στην αύξηση των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η μελέτη βασίζεται σε ανασκόπηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας, εκθέσεων χάραξης πολιτικής, δηλώσεων βιωσιμότητας από μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και άρθρων επιστημονικών ειδήσεων. Ενώ οι εταιρείες τεχνολογίας προωθούν συχνά αφηγήσεις σχετικά με την αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητα, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι περισσότερες δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν τους κλιματικούς τους στόχους.Ταυτόχρονα, οι δραστηριότητές τους συνεχίζουν να αναπτύσσονται ραγδαία, αυξάνοντας τη συνολική ζήτηση ενέργειας. Αυτή η τάση έχει επίσης οδηγήσει στο να ανανεώσει το ενδιαφέρον για την πυρηνική ενέργεια και έχει ασκήσει πίεση στα εθνικά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Οι βελτιώσεις στην αποδοτικότητα των αλγορίθμων συχνά οδηγούν σε μεγαλύτερη συνολική κατανάλωση επιδεινώνοντας το περιβαλλοντικο αποτύπωμα. Η εργασία παρουσιάζει επίσης βασικές παρατηρήσεις που υπογραμμίζουν την ασυμφωνία μεταξύ του διαλόγου για τη βιώσιμη τεχνητή νοημοσύνη και των πραγματικών επιλογών που γίνονται. Σε πολλές περιπτώσεις, το περιβαλλοντικό κόστος μεταφέρεται σε λιγότερο ισχυρές περιοχές, αναπαράγοντας έτσι τις παγκόσμιες ανισότητες. Επιπλέον, οι δημόσιες συζητήσεις τείνουν να επικεντρώνονται σε τεχνικές λύσεις, αγνοώντας τις βαθύτερες πολιτικές και οικονομικές δυναμικές που εμπλέκονται. Συνολικά, η μελέτη καλεί για μια πιο κριτική κατανόηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της τεχνητής νοημοσύνης και τονίζει τη σημασία της διαφάνειας, του ρυθμιστικού πλαισίου και της δικαιοσύνης στη διαμόρφωση της μελλοντικής της ανάπτυξης.This thesis examines the environmental impact of artificial intelligence (AI), with a particular focus on its increasing energy consumption and on how this is framed by different stakeholders. Using an interdisciplinary approach grounded in Science and Technology Studies (STS), the research explores how AI technologies – especially large-scale models – depend on energy-intensive infrastructures such as data centers and semiconductor manufacturing. These systems require vast amounts of electricity, often sourced from fossil fuels, which contributes to rising global carbon emissions. The study is based on a review of scientific literature, policy reports, sustainability statements from major technology companies, and science news articles. While tech companies often promote narratives of efficiency and sustainability, the findings show that most have failed to meet their climate targets. At the same time, their operations continue to grow rapidly, increasing the overall energy demand. This trend has also led to renewed interest in nuclear energy and it has placed pressure on national power grids. Improvements in algorithm efficiency often lead to higher overall consumption, worsening the environmental footprint. The thesis also presents key observations that highlight a mismatch between the discourse on sustainable AI and the actual choices being made. In many cases, environmental costs are shifted to less powerful regions, thereby reproducing global inequalities. Additionally, public discussions tend to focus on technical solutions, while ignoring the deeper political and economic dynamics involved. Overall, the study calls for a more critical understanding of AI’s environmental footprint and stresses the importance of transparency, regulation, and justice in shaping its future development
«Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη» Η «σύντομη» μελοποίηση των 2ου και 3ου ψαλμών από τον Γεννάδιο τον εξ Αγχιάλου
Μια εκ των συνθέσεων που καταγράφει ο Χουρμούζιος στο μεταγραφικό του έργο από την παλαιά στην νέα μέθοδο σημειογραφίας, είναι η ποιητική σύνθεση του Γενναδίου εξ Αγχιάλου Ίνα τι εφρύαξαν έθνη. Αυτή συναντάται στον κώδικα Ε.Β.Ε. – ΜΠΤ 703. Στην παρούσα εργασία αφού έγινε βιβλιογραφική έρευνα για το πρόσωπο του συνθέτη και καταλογράφηση των διασωζόμενων έργων του, μεταγράφηκε από την χειρόγραφη έκδοσή της σε ψηφιακό περιβάλλον. Στην συνέχεια, μελετήθηκε ρυθμικά και τονικά, δηλαδή προέκυψε χωρισμός σε μέτρα και προσθήκη ισοκρατημάτων. Τα ισοκρατήματα προέκυψαν από την μελέτη δύο ξεχωριστών προσεγγίσεων. Γίνεται επίσης μελέτη της κειμενικής διάταξης και αναδιάρθρωσης του ποιητικού κειμένου, καθώς και της ποιητικής διάρθρωσης του κειμένου, σε αντίστιξη με τους ψαλμούς Β΄ και Γ΄. Η σύνθεση αυτή χωρίζεται σε διαφορετικές επιμέρους ενότητες με βάση μελωδικά μοτίβα που επανεμφανίζονται και έτσι κατέστη δυνατή η σύγκριση όμοιων μουσικών φράσεων της καταγραφής του Χουρμουζίου, που όμως είναι ίδιες στην γραφή του Ιωάννη του Τραπεζούντιου στον κώδικα ΒΚΨ 722. Από αυτή την σύγκριση προέκυψαν συνώνυμες μουσικές φράσεις, αναλύσεις, καθώς και η συσχέτιση των δύο μουσικών γραφών. Τέλος αποδίδεται η σύνθεση σε πεντάγραμμο.One of the compositions preserved in the exegetical work of Chourmouzios the Archivist, documenting the transition from the Old to the New Method of analytic notation, is the poetic composition by Gennadios of Anchialos, Ίνα τι εφρύαξαν έθνη (Why do the nations conspire). This specific work is found in the codex Ε.Β.Ε. – ΜΠΤ 703.The present study begins with bibliographic research regarding the composer and a cataloging of his surviving works, followed by a digital transcription of the manuscript. Subsequently, the piece is analyzed rhythmically and tonally, resulting in its division into measures and the application of isocratema, the latter derived from the study of two distinct theoretical approaches. The thesis also examines the textual arrangement and restructuring of the poetic text, as well as its poetic structure, in counterpoint with Psalms II and III. Structurally, the composition is divided into sections based on recurring melodic motifs. This structural analysis enabled a comparison between Chourmouzios’s transcription and the corresponding notation by Ioannis Trapezountios found in codex ΒΚΨ 722. This comparison revealed synonymous musical phrases, analyses, and correlations between the two notational styles. Finally, the composition is transcribed into Western staff notation
Software Quality Assurance of the ERMIS Mission On-Board Computer
Η ανάδυση της εποχής NewSpace έχει αναγνωριστεί από την ευκολότερη πρόσβαση στο διάστημα μέσω της κατασκευής μικροδορυφόρων, ωστόσο αυτές οι αποστολές εμφανίζουν υψηλά ποσοστά αποτυχίας, κυρίως λόγω ανεπαρκών στρατηγικών δοκιμών του λογισμικού. Στην παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάζεται η στρατηγική διασφάλισης του λογισμικού του Υπολογιστή Πτήσης της αποστολής ERMIS CubeSat, ενός σμήνος δορυφόρων που αποτελείται από έναν δορυφόρο 8U και δύο δορυφόρους 6U, σχεδιασμένοι για την επιδείξη εφαρμογών 5G-IoT, υπερφασματικής παρατήρησης της Γης, τεχνολογίας αιχμής αλγορίθμων συμπίεσης CCSDS και οπτικής επικοινωνίας σε Χαμηλή Γήινη Τροχιά. Για τον αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων που σχετίζονται σε τέτοια πολύπλοκα ενσωματωμένα συστήματα σε πανεπιστημιακά έργα, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης της αποστολής μια ολοκληρωμένη υποδομή για τη δοκιμή του λογισμικού τόσο σε επίπεδο μονάδας όσο και σε επίπεδο ολοκλήρωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την διοχέτευση αναλυτικών αναφορών ως προς την κάλυψη γραμμών κώδικα, συναρτήσεων και κλάδων του λογισμικού του Υπολογιστή Πτήσης, προσφέροντας μία μετρήσιμη απόδειξη για τον βαθμό των δοκιμών όπου εφαρμόστηκαν. Σε επίπεδο ολοκλήρωσης, αναπτύχθηκε ένα αυτοματοποιημένο περιβάλλον δοκιμών προσομοίωσης, βασισμένο στο Robot Framework, το οποίο εκτελεί σενάρια πάνω στον δορυφόρο, επιτρέποντας επαναληπτικά σενάρια που επαληθεύουν την αυτονομία του συστήματος, τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ υποσυστημάτων και τη συμπεριφορά αντιμετώπισης σφαλμάτων σε ρεαλιστικές συνθήκες.The emergence of the NewSpace era has been acknowledged from the easy access to space through the adoption of CubeSats, but these missions have shown to result in high failure rates, largely due to insufficient software Verification and Validation strategies. This thesis presents the software assurance campaign for the On-Board Computer of the ERMIS CubeSat Mission, a constellation comprising one 8U and two 6U nanosatellites designed for in-orbit demonstration of 5G-IoT connectivity, hyperspectral Earth observation, CCSDS state-of-the-art compression, and optical communication in Low Earth Orbit. To mitigate the risks associated with complex embedded systems in a university-led projects, a comprehensive software testing infrastructure was established across both unit and integration levels during the mission development period. The resulting CI-integrated pipeline generates detailed line, function, and branch coverage reports for the On-Board Computer firmware, providing quantitative evidence of test thoroughness. At the integration level, an automated Hardware-in-the-Loop environment based on Robot Framework was deployed on the satellite, enabling repeatable scenarios that validate autonomy logic, subsystem interactions, and fault-handling behaviour under realistic conditions
Ο ρόλος των αναστολέων SGLT2 στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις: Συμβολή των κλινικών μελετών στη κατανόηση του μηχανισμού δράσης/The role of SGLT2 inhibitors in reducing cardiovascular risk in patients with cardiovascular diseases: Contribution of clinical studies to understanding the mechanism of action
Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνήσει τον ρόλο των αναστολέων SGLT2 στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, εξετάζοντας τις σημαντικότερες κλινικές μελέτες και τους πιθανούς μηχανισμούς δράσης τους. Οι αναστολείς SGLT2 είναι μια νέα κατηγορία φαρμάκων τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως για να ρυθμιστεί η γλυκόζη στο αίμα. Πλέον όμως χρησιμοποιούνται και ως παράγοντες καρδιοπροστασίας. Μέσω της εξέτασης των κλινικών μελετών που έχουν διεξαχθεί ως σήμερα, θα αναλυθεί πώς με τη χρήση αυτών των φαρμάκων βελτιώνονται τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα και μειώνονται οι επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η παρούσα έρευνα γεννά πολλά ερευνητικά ερωτήματα, η απάντηση των οποίων θα επιτρέψει την καλύτερη κατανόηση του ρόλου των αναστολέων SGLT2. • Ποια είναι η σύνδεση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 με τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο; • Ποια είναι τα παθοφυσιολογικά αίτια που συμβάλλουν στην ανάπτυξη καρδιαγγειακών επιπλοκών σε διαβητικούς ασθενείς; • Ποιος είναι ο μηχανισμός δράσης των αναστολέων SGLT2 και οι κύριες κλινικές μελέτες που έχουν αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των αναστολέων SGLT2; • Ποια είναι τα πρόσθετα οφέλη των αναστολέων SGLT2 πέρα από τη μείωση της γλυκόζης, όπως η προστασία των νεφρών αλλά και η μείωση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα;The purpose of the present study is to investigate the role of SGLT2 inhibitors in reducing cardiovascular risk in patients with type 2 diabetes mellitus, by examining the most important clinical studies and their possible mechanisms of action. SGLT2 inhibitors are a new class of drugs that are widely used to regulate blood glucose levels. However, they are now also used as cardioprotective agents. Through the examination of the clinical studies that have been conducted to date, it will be analyzed how the use of these drugs improves cardiovascular outcomes and reduces the complications of type 2 diabetes mellitus. The present research generates many research questions, the answers to which will allow a better understanding of the role of SGLT2 inhibitors. • What is the relationship between type 2 diabetes mellitus and increased cardiovascular risk? • What are the pathophysiological causes that contribute to the development of cardiovascular complications in diabetic patients? • What is the mechanism of action of SGLT2 inhibitors and which are the main clinical studies that have evaluated the effectiveness of SGLT2 inhibitors? • What are the additional benefits of SGLT2 inhibitors beyond glucose reduction, such as renal protection and the reduction of mortality from cardiovascular diseases