National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Η αρχή της αυτονομίας της βούλησης στην επιλογή εφαρμοστέου δικαίου και δικαστηρίου υπό το πρίσμα του Κανονισμού (ΕΕ) 650/2012.

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αρχή της αυτονομίας της βούλησης στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, υπό το ειδικό πρίσμα του Κανονισμού (ΕΕ) 650/2012 για τις κληρονομικές διαδοχές. Κεντρικό αντικείμενο της μελέτης αποτελεί η δυνατότητα επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου (professio iuris) και η συνακόλουθη ελευθερία επιλογής δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώνονται στο ενωσιακό κληρονομικό δίκαιο, σε αντιδιαστολή προς τις παραδοσιακές λύσεις που βασίζονται σε αντικειμενικά συνδετικά στοιχεία. Η εργασία αναλύει κατ’ αρχάς τη θεωρητική και ιστορική εξέλιξη της αρχής της αυτονομίας της βούλησης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, αναδεικνύοντας τη μετατροπή της από περιορισμένη εξαίρεση σε θεμελιώδη κανόνα σύνδεσης με ουσιαστικό κανονιστικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη διαφοροποιημένη λειτουργία της αυτονομίας στις οικογενειακές και κληρονομικές σχέσεις, όπου παραδοσιακά επικρατούσε αυξημένη επιφυλακτικότητα λόγω λόγων δημόσιας τάξης και προστασίας τρίτων. Στο κύριο μέρος της μελέτης εξετάζεται διεξοδικά το σύστημα του Κανονισμού (ΕΕ) 650/2012, με ανάλυση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και της εισαγωγής της professio iuris υπέρ του δικαίου της ιθαγένειας του κληρονομούμενου. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη λειτουργική σύνδεση μεταξύ επιλογής δικαίου και επιλογής δικαστηρίου, η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ενότητας μεταξύ forum και ius και στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου στις διασυνοριακές κληρονομικές διαδοχές. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Κανονισμός 650/2012 δεν αντιμετωπίζει την αυτονομία της βούλησης ως απλή εξαίρεση από αντικειμενικούς κανόνες, αλλά ως δομικό εργαλείο συστημικής εξισορρόπησης. Μέσω σαφώς καθορισμένων ορίων και διαδικαστικών εγγυήσεων, η ενωσιακή ρύθμιση επιτυγχάνει να συνδυάσει την ιδιωτική ελευθερία του κληρονομούμενου με την ανάγκη προβλεψιμότητας, ενότητας της διαδοχής και προστασίας θεμελιωδών αξιών της έννομης τάξης.This thesis examines the principle of party autonomy in the field of private international law, as shaped by Regulation (EU) No 650/2012 on succession matters. The study focuses on the choice of applicable law (professio iuris) and the related freedom of choice of court, analysing their function within the EU succession framework in contrast to traditional conflict-of-laws solutions based on objective connecting factors. The first part of the thesis explores the theoretical and historical development of party autonomy in private international law, highlighting its transformation from a narrowly confined exception into a fundamental connecting factor with substantive regulatory effects. Particular attention is paid to the specific limitations traditionally imposed on party autonomy in family and succession law, due to considerations of public policy, social interests and the protection of third parties. The core of the analysis is devoted to Regulation (EU) No 650/2012, with a systematic examination of its rules on international jurisdiction and applicable law, as well as the introduction of the professio iuris in favour of the law of the deceased’s nationality. Special emphasis is placed on the functional interaction between the choice of law and the choice of court, which aims at restoring the unity between forum and ius and enhancing legal certainty in cross-border succession cases. The thesis concludes that Regulation 650/2012 does not treat party autonomy as a mere derogation from objective connecting factors, but rather as a structural instrument of systemic balance. Through clearly defined limits and procedural safeguards, the Regulation successfully reconciles individual freedom of choice with the objectives of legal certainty, unity of succession and the protection of fundamental values of the legal order within the European Union

    Οι νομολογιακές εξελίξεις μετά το νόμο 4800/2021 στο δικαίωμα άσκησης της επικοινωνίας του γονέα με το ανήλικο τέκνο του.

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις που ρυθμίζουν αυτοτελώς το δικαίωμα επικοινωνίας του δικαιούχου γονέα με το ανήλικο τέκνο του κατόπιν ανάθεσης της αποκλειστικής επιμέλειας αυτού στον άλλον γονέα, οι οποίες και έχουν εκδοθεί μετά την εφαρμογή του νόμου 4800/2021 και δη τα έτη 2021 έως 2025 από το επαρχιακό Πρωτοδικείο Χαλκίδος.The present master’s thesis undertakes a systematic analysis of judicial decisions rendered by the Chalkida Court of First Instance during the period 2021–2025, following the entry into force of Law 4800/2021, which autonomously regulate the right of communication of the non-custodial parent with his or her minor child subsequent to the award of exclusive custody to the other parent

    Συγκριτική διαφήμιση και σήματα φήμης

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εκκινεί από τη θεμελιώδη διαπίστωση ότι η συγκριτική διαφήμιση και η προστασία των σημάτων φήμης αποτελούν δύο διακριτούς και συγκρουόμενους θεσμούς, οι οποίοι απορρέουν από την ανάγκη διασφάλισης του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού. Η μελέτη εστιάζει στην ανάδειξη αυτής της εγγενούς έντασης, αναλύοντας πώς η χρήση ενός ισχυρού διακριτικού σημείου στο πλαίσιο της σύγκρισης μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα μέσο προώθησης της διαφάνειας αλλά και όχημα προσβολής της εμπορικής αξίας ενός σήματος. Κεντρικό πυλώνα της ανάλυσης αποτελεί η στοχοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας εσωτερικής αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η συγκριτική διαφήμιση προβάλλεται ως ουσιώδες εργαλείο για την τόνωση του ανταγωνισμού, της διασυνοριακής κινητικότητας των προϊόντων και της ευημερίας του καταναλωτή. Παράλληλα, η επιδίωξη αυτή έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση με την ανάγκη προστασίας των «σημάτων φήμης», τα οποία αποτελούν άυλα περιουσιακά αγαθά με ενισχυμένη προστασία έναντι της αθέμιτης εκμετάλλευσης και της διάβρωσης της ελκυστικής τους δύναμης. Η εργασία εξετάζει σε βάθος τη νομοθετική και νομολογιακή προσπάθεια εξισορρόπησης αυτών των αντίρροπων δυνάμεων. Αναλύεται το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο που οριοθετεί τη χρήση ξένων σημάτων, διασφαλίζοντας ότι η συγκριτική πρακτική υπηρετεί αποκλειστικά την αντικειμενική ενημέρωση του κοινού χωρίς να υποσκάπτει την επενδυτική λειτουργία του σήματος φήμης. Τελικός σκοπός της μελέτης είναι να καταδείξει ότι η αρμονική συνύπαρξη των δύο θεσμών και η εύρεση της χρυσής τομής τους είναι κρίσιμη για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, απαιτώντας μια διαρκή στάθμιση μεταξύ της ελευθερίας της επιχειρηματικής έκφρασης και της θωράκισης των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.This thesis starts from the fundamental observation that comparative advertising and the protection of well-known trademarks are two distinct and conflicting institutions, which stem from the need to ensure free and undistorted competition. The study focuses on highlighting this inherent tension, analyzing how the use of a strong distinctive sign in the context of comparison can be both a means of promoting transparency and a vehicle for undermining the commercial value of a trademark. The central pillar of the analysis is the European Union's objective of creating a single internal market. In this context, comparative advertising is presented as an essential tool for stimulating competition, cross-border product mobility and consumer welfare. At the same time, this objective comes into direct conflict with the need to protect "renowned trademarks," which are intangible assets that enjoy enhanced protection against unfair exploitation and erosion of their appeal. This paper takes a deep dive into the legislative and jurisprudential efforts to balance these opposing forces. It analyzes the strict regulatory framework that limits the use of foreign trademarks, ensuring that comparative advertising serves exclusively to objectively inform the public without undermining the investment function of the trademark. The ultimate goal of the study is to demonstrate that the harmonious coexistence of the two institutions and finding their golden mean is critical to the proper functioning of the market, requiring a constant balance between freedom of commercial expression and the protection of intellectual property rights

    Η αλγοριθμική συμπαιγνία στο δίκαιο του ανταγωνισμού

    No full text
    Η διάχυση των αλγοριθμικών συστημάτων στον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας έχει μετασχηματίσει τις συνθήκες λειτουργίας των αγορών και έχει αναδιαμορφώσει τα παραδοσιακά εργαλεία του δικαίου του ανταγωνισμού. Οι αλγόριθμοι δεν περιορίζονται πλέον στο ρόλο τους ως ουδέτερα μέσα επεξεργασίας δεδομένων, αλλά δύνανται να παράγουν συνθήκες στρατηγικής αλληλεπίδρασης μεταξύ επιχειρήσεων, να αυξάνουν τη διαφάνεια των αγορών και να διευκολύνουν μορφές σιωπηρού συντονισμού χωρίς άμεση ανθρώπινη επικοινωνία. Η εξέλιξη αυτή θέτει ερωτήματα ως προς τη δυνατότητα των υφιστάμενων εννοιών της εναρμονισμένης πρακτικής και της παράλληλης συμπεριφοράς να καλύψουν φαινόμενα αλγοριθμικής συμπαιγνίας, καθώς και ως προς τα αποδεικτικά και καταλογιστικά όρια της ευθύνης σε περιβάλλοντα αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων. Η μελέτη εξετάζει συγκριτικά τις προσεγγίσεις του ενωσιακού, του ελληνικού και του αμερικανικού δικαίου ανταγωνισμού, αναδεικνύοντας τις υφιστάμενες ερμηνευτικές δυνατότητες, αλλά και τα κενά ρύθμισης που προκύπτουν στις ψηφιακές αγορές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις σύγχρονες κανονιστικές τάσεις, όπως τα νέα εργαλεία παρέμβασης των αρχών ανταγωνισμού, οι προτάσεις για εκ των προτέρων ενσωμάτωση αρχών ανταγωνισμού στον σχεδιασμό αλγορίθμων και οι απαιτήσεις διαφάνειας έναντι επιχειρήσεων και καταναλωτών. Στην παρούσα ανάλυση υποστηρίζεται ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού εισέρχεται πλέον σε φάση ερμηνευτικής ωρίμανσης απέναντι στην αλγοριθμική οικονομία, ενώ η αποτελεσματική αντιμετώπιση της αλγοριθμικής συμπαιγνίας προϋποθέτει συνδυασμό τεχνολογικής κατανόησης και στοχευμένης, αναλογικής ρυθμιστικής παρέμβασης, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ της καινοτομίας και της προστασίας του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.The pervasive integration of algorithmic systems into the core of economic activity has transformed market structures and reshaped the traditional instruments of competition law. Algorithms no longer operate merely as neutral data-processing tools, but they can generate strategic interdependence among firms, enhance market transparency and facilitate forms of tacit coordination without direct human communication. This development raises critical questions regarding the capacity of existing legal concepts, such as concerted practices and parallel behaviour, to capture instances of algorithmic collusion, as well as concerning evidentiary standards and attribution of liability in environments characterised by automated decision-making. This study adopts a comparative perspective across EU, Greek and U.S. competition law, identifying both the interpretative potential of current frameworks and the regulatory gaps emerging in digital markets. Particular attention is devoted to contemporary enforcement and policy trends, including new intervention tools available to competition authorities, proposals for embedding competition safeguards into algorithm design, and evolving transparency obligations towards market participants and consumers. This analysis argues that competition law is entering a phase of interpretative maturation in response to the algorithmic economy, while the effective containment of algorithmic collusion requires a combination of technological awareness and proportionate regulatory intervention in order to preserve the balance between innovation and the protection of effective competition

    Το νομικό καθεστώς των Ισραηλιτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα

    No full text
    Με την παρούσα μελέτη θα επιχειρηθεί να δοθεί λίγο περισσότερο φως στο νομικό καθεστώς των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων στην Ελλάδα, τόσο ως προς την οργάνωση και την διοίκησή τους όσο και ως προς την νομική τους θέση, αλλά κρίνεται απαραίτητο να γίνει και μια σύντομη αναφορά και στην μακραίωνη ιστορική παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο. Στην συνέχεια της εργασίας αυτής παρουσιάζονται οι σχέσεις των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων με την επικρατούσα θρησκεία, ο τρόπος ίδρυσης των κοινοτήτων και τα όργανα διοικήσεώς, και ιδιαίτερα το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (Κ.Ι.Σ.Ε.) και ο Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης Ισραηλιτών Ελλάδος (Ο.Π.Α.Ι.Ε.). Επίσης, στο δεύτερο κεφάλαιο, εξετάζονται οι σχέσεις των Κοινοτήτων με την Ελληνική Πολιτεία, ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, γίνεται μια συγκριτική παρουσίαση της θέσης των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων με τις υπόλοιπες θρησκευτικές κοινότητες, ιδίως υπό το φως του νόμου 4301/2014, και τέλος παρουσιάζονται νομικές ιδιαιτερότητες που εντοπίζονται ως προς το ιδιωτικό – οικογενειακό και το φορολογικό δίκαιο.With the present study, an attempt will be made to shed further light on the legal status of the Jewish Communities in Greece, both with regard to their organization and administration and to their legal position, while it is also deemed necessary to include a brief reference to their centuries-long historical presence in the Greek territory. In the subsequent part of this work, the relations of the Jewish Communities with the prevailing religion are presented, as well as the manner in which the communities are established and their administrative bodies, with particular emphasis on the Central Board of Jewish Communities in Greece (K.I.S.E.) and the Organization for the Welfare and Rehabilitation of Greek Jews (O.P.A.I.E.). Furthermore, in the second chapter, the relations between the Communities and the Greek State are examined, issues of religious freedom are addressed, a comparative presentation of the status of the Jewish Communities in relation to other religious communities is provided, especially in light of Law 4301/2014, and finally certain legal particularities are presented as they arise in the fields of private and family law and tax law

    Η χρήση του τρανεξαμικού οξέος έναντι εικονικού φαρμάκου στην πρόληψη της διεύρυνσης του αιματώματος ασθενών με μη τραυματική ενδοεγκεφαλική αιμορραγία: συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών / Tranexamic acid for hematoma expansion prevention in patients with non-traumatic intracerebral hemorrhage: a systematic review and meta-analysis of randomized placebo-controlled trials

    No full text
    Σκοπός: Η ενδοεγκεφαλική αιμορραγία είναι ένας τύπος εγκεφαλικού επεισοδίου, με υψηλή θνητότητα, αλλά περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές. Η διεύρυνση του αιματώματος αποτελεί βασικό προγνωστικό δείκτη κακής έκβασης στους ασθενείς με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Το τρανεξαμικό οξύ είναι ένας αντιινωδολυτικός παράγοντας που έχει χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της αιμορραγίας σε ποικίλες κλινικές περιπτώσεις. Η παρούσα μελέτη έχει ως στόχο να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ενδοφλέβιας χορήγησης τρανεξαμικού οξέος σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Μεθοδολογία: Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA και Cochrane, διεξήχθη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών που συνέκριναν την ενδοφλέβια χορήγηση τρανεξαμικού οξέος έναντι εικονικού φαρμάκου σε ενήλικες ασθενείς με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η διεύρυνση του αιματώματος στις 24 ώρες. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελούσαν η απόλυτη μεταβολή του όγκου του αιματώματος στις 24 ώρες, η βαθμολογία στην τροποποιημένη κλίμακα Rankin (mRS) ως δείκτης λειτουργικής έκβασης, η θνητότητα, και τα μείζονα θρομβοεμβολικά επεισόδια στους 3 μήνες. Διεξήχθησαν επίσης αναλύσεις υπο-ομάδων για το κύριο καταληκτικό σημείο, καθώς και δοκιμασίες αξιολόγησης του συστηματικού σφάλματος. Αποτελέσματα: Στη μελέτη αναλύθηκαν επτά τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, με συνολικά 2914 ασθενείς. Η χορήγηση τρανεξαμικού οξέος φάνηκε να σχετίζεται με στατιστικά σημαντική μείωση της πιθανότητας διεύρυνσης του αιματώματος σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (OR = 0,83· 95% CI 0,70 έως 0,99). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία [0 έως 3 βαθμοί στην mRS ή επιστροφή στη βασική λειτουργική κατάσταση (OR = 0,96· 95% CI 0,83 έως 1,12), θνητότητα (OR = 0,95· 95% CI 0,81 έως 1,13), μείζονα θρομβοεμβολικά επεισόδια (OR = 1,28· 95% CI 0,92 έως 1,79)], με εξαίρεση την απόλυτη μεταβολή του όγκου του αιματώματος (μέση διαφορά = -0,98· 95%; CI -1,92 έως -0,02). Οι αναλύσεις υπο-ομάδων για το κύριο καταληκτικό σημείο δεν έδειξαν σημαντική τροποποίηση της επίδρασης από την ηλικία, τη βαθμολογία στην κλίμακα Γλασκώβης (GCS), το χρονικό διάστημα από την έναρξη των συμπτωμάτων έως την παρέμβαση, την εντόπιση της ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, την παρουσία ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, ή τον αρχικό όγκο του αιματώματος. Συμπεράσματα: Η ενδοφλέβια χορήγηση τρανεξαμικού οξέος οδηγεί σε ήπια ελάττωση της διεύρυνσης του αιματώματος σε ασθενείς με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία, χωρίς ταυτόχρονη βελτίωση της κλινικής έκβασης ή αύξηση του θρομβοεμβολικού κινδύνου. Η αναγνώριση πιθανών ομάδων ασθενών που θα μπορούσαν να επωφεληθούν περισσότερο από αυτό το φάρμακο, καθώς και ο σχεδιασμός της βέλτιστης στρατηγικής για την αξιοποίησή του στη διαχείριση της οξείας ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.Background: Intracerebral hemorrhage (ICH) is a highly fatal subtype of stroke, with limited treatment options. Hematoma expansion (HE) is a key predictor of poor outcomes in ICH patients. Tranexamic acid (TXA) is an antifibrinolytic agent that has shown potential in hemorrhage control in various clinical settings. The present systematic review and meta-analysis aims to evaluate the efficacy and safety of intravenous TXA versus placebo in adult patients with ICH. Methods: PRISMA and Cochrane guidelines were followed, while only randomized controlled trials (RCTs) evaluating the efficacy and safety of intravenous TXA versus placebo in adult patients with ICH were held eligible. A comprehensive search of MEDLINE, the Cochrane Central Register of Controlled Trials (CENTRAL) and ClinicalTrials.gov was conducted up from inception to September 19th, 2024. The primary outcome was HE at 24 hours and secondary outcomes included absolute hematoma volume change at 24 hours, modified Rankin Scale score (mRS) as a measure of functional outcome, mortality, and major thromboembolic events (MTE) at 3 months. Both fixed and random effects models were fitted. Subgroup analyses for the primary outcome, and bias assessments were also performed. Results: Seven RCTs including 2914 patients were included. TXA administration significantly reduced the odds of HE compared to placebo (OR = 0.83; 95% CI 0.70, 0.99). No significant differences were observed in secondary outcomes [mRS score 0-3 or return to baseline (OR = 0.96; 95% CI 0.83, 1.12), mortality (OR = 0.95; 95%; CI 0.81, 1.13), MTE (OR = 1.28; 95% CI 0.92; 1.79)], with the exception of absolute volume change (median difference = -0.98; 95%; CI -1.92, -0.02). Subgroup analyses for the primary outcome did not demonstrate any significant effect modification by age, Glasgow Coma Scale (GCS) score, time from symptom onset to intervention, ICH location, intraventricular hemorrhage (IVH), or baseline hematoma volume. Conclusions: TXA modestly reduces HE in ICH patients, without improving clinical outcomes or increasing thromboembolic risk. Further research is needed to identify optimal candidates, and strategies for the use of TXA in acute ICH management

    Εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των επαγγελματιών υγείας στη διαχείριση μαζικών καταστροφών

    No full text
    ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Με τον όρο «μαζική καταστροφή» εννοούμε οποιαδήποτε αιφνίδια εξέλιξη ενός καταστροφικού συμβάντος που συμβαίνει σε χερσαίο, θαλάσσιο ή/και εναέριο χώρο και η οποία έχει εξαιρετικά δυσάρεστο αντίκτυπο στον άνθρωπο και κατ’ επέκταση στο κοινωνικό και φυσικό του περιβάλλον. Οι μορφές μαζικών καταστροφών ενέχουν ποικίλα χαρακτηριστικά, από φυσικούς κινδύνους, καθώς και ανθρωπογενείς καταστροφές. Χωρίζονται σε μικρής κλίμακας καταστροφές, όταν αντιμετωπίζονται σε τοπικό επίπεδο και μεγάλης κλίμακας, όταν απαιτούν εθνική ή διεθνή βοήθεια. Διακρίνονται σε οξείες, χρόνιες ή αιφνίδιες, με βάση το χρονοδιάγραμμα της εξέλιξής τους. Επιπρόσθετα, διακρίνονται σε ανοιχτές ή κλειστές, ανάλογα με την ταυτότητα των θυμάτων και σε εσωτερικές ή εξωτερικές, με βάση την τοποθεσία. Με τον όρο «διαχείριση καταστροφών» εννοούμε το συντονισμό, το σχεδιασμό και την άσκηση κατάλληλων τακτικών, με στόχο τη γρήγορη απόκριση και την ανασυγκρότηση μετά από μια καταστροφή. Η αντιμετώπιση των μαζικών καταστροφών απαιτεί συνεργασία από διάφορους φορείς του κράτους, κυβερνητικές ομάδες και οργανώσεις. Η ανάγκη για άμεση διαχείριση των συνεπειών μαζικών καταστροφών αναδεικνύει την Νοσηλευτική και Ιατρική των Καταστροφών σε διεθνές επίπεδο. Περιλαμβάνει την Επείγουσα Ιατρική και Νοσηλευτική, την Υγεία της Κοινότητας και την ετοιμότητα των επαγγελματιών υγείας στην αντιμετώπιση και την πρόληψη καταστροφών. Τα μέλη της έχουν εκπαιδευτεί στην Επείγουσα Ιατρική και τη Διαχείριση Κρίσεων με βάση την προσομοίωση. Αυτή περιλαμβάνει την ανάπτυξη της Ιατρικής και Νοσηλευτικής βάσει ενδείξεων (evidence based medicine), την εφαρμογή τυποποιημένων πρωτοκόλλων (guidelines) και την αξιολόγηση των ελλείψεων και της αποτελεσματικότητας του προγράμματος. ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας διαχείρισης περιπτώσεων Έκτακτων Μαζικών Καταστροφών των Επαγγελματιών Υγείας. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων PubMed, Elsevier, SpringerLink και Cambridge Core. Οι λέξεις-κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν νοσηλευτές (nurse), επαγγελματίες υγείας (health professionals), καταστροφή (disaster), διαχείριση έκτακτων μαζικών καταστροφών (management of mass disaster emergencies). Αναζητήθηκαν και συλλέχθηκαν άρθρα της τελευταίας 7ετίας βασιζόμενοι στον τίτλο, την περίληψη και τις παραπάνω λέξεις-κλειδιά. Τα άρθρα ήταν δημοσιευμένα σε επιστημονικά περιοδικά και αποτελούσαν πρωτότυπες ερευνητικές εργασίες και συγκεκριμένα τυχαιοποιημένες μελέτες, συγκριτικές μελέτες καθώς και μετά-αναλύσεις. Η γλώσσα συγγραφής τους ήταν η Αγγλική και η Ελληνική. Αποκλείστηκαν άρθρα τα οποία δεν πληρούσαν τις αναφερόμενες προδιαγραφές και εκείνα που το εννοιολογικό περιεχόμενο δεν ταίριαζε με τον τίτλο της εργασίας ή επρόκειτο για μελέτες σχετικές με ζώα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Σημειώνεται η ανάγκη ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, καθώς πολλοί ιατροί δεν είναι εξοικειωμένοι με το νοσοκομειακό σχέδιο αντίδρασης στη μόλυνση ΧΒΡΠ. Οι αρχές έχουν σωστή αντίληψη κινδύνου για τις καταστροφές, όμως τα νοσοκομεία είναι ανεπαρκώς προετοιμασμένα για αυτές και δεν υπάρχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Υπάρχει έλλειψη πρόσφατης εκπαίδευσης, σχετικής κλινικής εμπειρίας και πρόσβασης στα κατάλληλα κλινικά πρωτόκολλα, τα οποία δημιουργούν σύγχυση και έλλειψη εμπιστοσύνης στο υπεύθυνο προσωπικό, κυρίως σε ανθρωπογενείς καταστροφές. Το επίπεδο του συνολικού δείκτη ασφαλείας δείχνει ότι είναι πιθανό τα νοσοκομεία να διατηρήσουν τη λειτουργικότητά τους σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και καταστροφές. Οι γνώσεις των επαγγελματιών υγείας σχετικά με την ετοιμότητα διαχείρισης καταστροφών είναι ανεπαρκείς. Τα εκπαιδευτικά σεμινάρια βελτιώνουν σημαντικά τις γνώσεις τους. Περίπου οι μισοί νοσηλευτές είχαν μη ικανοποιητικό επίπεδο γνώσεων σε περιπτώσεις οξείας δηλητηρίασης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Απαιτείται αποτελεσματικός σχεδιασμός από εθνικές και διεθνείς αρχές για την αντιμετώπιση κάθε είδους μαζικών καταστροφών. Πρωταρχικό ρόλο παίζουν τα νοσοκομεία και οι επαγγελματίες υγείας. Η Νοσηλευτική μαζικών καταστροφών δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά, με τους νοσηλευτές να είναι ελλιπώς εκπαιδευμένοι και εξειδικευμένοι στο θέμα. Οι νοσηλευτές οφείλουν να προσεγγίζουν ολιστικά τα θέματα υγείας των ασθενών μέσω της συνεχούς γνώσης και εκπαίδευσης, της επικοινωνίας και της αγαστής συνεργασίας με όλες τις επιμέρους επιστημονικές ομάδες, στοχεύοντας στην έγκαιρη και αποτελεσματική διαχείριση εκτάκτων αναγκών και καταστροφών.INTRODUCTION: The term “massive catastrophe” means any sudden development of a catastrophic incident that happens on land, water and/or air and has an extreme disturbing impact on people and therefore their natural environment. The forms of massive catastrophes have numerous characteristics from natural causes and there are also anthropogenic destructions. They are divided into small-scale, when they are dealt with locally and large-scale when they demand national or international assistance. Also, they are divided into acute, chronic or sudden based on the timeline of their development. In addition, they are divided open or closed, depending on the identity of the victims and indoor or outdoor, depending on location. The term “catastrophe management” means coordinating, planning and exercising appropriate tactics, aiming to a rapid response and reconstruction after a catastrophe. Facing massive catastrophes requires cooperation from various state institutions, government groups and organizations. The need for immediate management of the consequences of massive catastrophes highlights Disaster Nursing and Medicine at an international level. It includes Emergency Medicine and Nursing, Community Health, and health professionals' preparedness in catastrophe response and prevention. Its members have been trained in Emergency Medicine and Crisis Management based on simulation. This includes the development of evidence-based medicine, the implementation of standardized protocols (guidelines) and the evaluation of the deficiencies and effectiveness of the program. PURPOSE: The purpose of this systematic review is to investigate the effectiveness of the management in cases of Emergency Mass Catastrophes of Health Professionals. METHODOLOGY: A search was carried out in the online databases PubMed, Elsevier, SpringerLink and Cambridge Core. The keywords used were nurses, health professionals, disaster, management of mass disaster emergencies. Articles of the last 7 years were search of and collected, based on the title, abstract and the above keywords. The articles were published in scientific journals and constituted by prototype research papers and specifically randomized studies, comparative studies as well post-analyses. Their language of writing was English and Hellenic. Articles that did not meet the mentioned specifications and those whose conceptual content did not match the title of the paper or were animal studies were excluded. RESULTS: Studies derive the following results. The need to exchange information among health professionals is noted, as many doctors are not familiar with the hospital response plan to CBRN infection. The authorities have a good perception of the risk of catastrophes, but hospitals are poorly prepared for them and there is no contingency plan. There is a lack of recent training, relevant clinical experience and access to the appropriate clinical protocols, which create confusion and lack of trust in the personnel responsible, especially in man-made catastrophes. The level of the overall safety index shows that it is likely that hospitals will maintain their functionality in emergencies and catastrophes. Health professionals’ knowledge of catastrophe management preparedness is insufficient. Training seminars significantly improve their knowledge. About half of the nurses had an unsatisfactory level of knowledge in cases of acute human poisoning. CONCLUSIONS: Effective planning by national and international authorities is required to deal with all kinds of mass catastrophes. Hospitals and health professionals play a primary role Mass Catastrophe Nursing is not sufficiently developed with nurses being poorly trained and specialized in the subject. Nurses must approach patients’ health issues holistically through continuous knowledge and education, communication and excellent cooperation with all individual scientific teams, aiming at the timely and effective management of emergencies and catastrophes

    Σχέση επιπέδου υγείας και ευεξίας με τον παρουσιασμό των νοσηλευτών/επαγγελματιών υγείας

    No full text
    Ο παρουσιασμός (presenteeism), δηλαδή η παρουσία στην εργασία παρά την ύπαρξη προβλημάτων υγείας, αποτελεί σημαντικό ζήτημα στον χώρο της υγείας, καθώς επηρεάζει τόσο την εργασιακή λειτουργικότητα των επαγγελματιών όσο και την ποιότητα και ασφάλεια της παρεχόμενης φροντίδας. Οι επαγγελματίες υγείας, και ιδιαίτερα οι νοσηλευτές, εργάζονται συχνά υπό απαιτητικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διερεύνηση των παραγόντων που σχετίζονται με το φαινόμενο του παρουσιασμού. Σκοπός: Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του επιπέδου υγείας και ευεξίας με τον παρουσιασμό των νοσηλευτών/επαγγελματιών υγείας. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε συγχρονική (cross-sectional) μελέτη με τη συμμετοχή 100 επαγγελματιών υγείας ενός επαρχιακού Δημόσιου Γενικού Νοσοκομείου. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ανώνυμου, αυτοσυμπληρούμενου ερωτηματολογίου, το οποίο περιλάμβανε κοινωνικά και δημογραφικά στοιχεία, ερωτήσεις σχετικά με την προσωπική κατάσταση σωματικής / ψυχικής υγείας (Υγεία και Ευεξία) και την κλίμακα Stanford Presenteeism Scale (SPS-6). Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με το πρόγραμμα SPSS Statistics, με τη χρήση περιγραφικών στατιστικών μέτρων και κατάλληλων στατιστικών ελέγχων για τη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ των μεταβλητών. Αποτελέσματα: Η συνολική βαθμολογία παρουσιασμού δεν εμφάνισε στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς το φύλο (p = 0,414), την ηλικία (p = 0,256), τα έτη εργασίας (p = 0,508), το εκπαιδευτικό επίπεδο (p = 0,164), τη σχέση εργασίας (p = 0,485), το ωράριο εργασίας (p = 0,259) και το τμήμα απασχόλησης p = 0,876). Αντίθετα, εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς την επαγγελματική ειδικότητα (p = 0,018), με τους νοσηλευτές να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα παρουσιασμού σε σύγκριση με τους βοηθούς θαλάμου (p = 0,026). Επιπλέον, οι συμμετέχοντες που αξιολόγησαν την υγεία τους ως καλή, πολύ καλή ή εξαιρετική παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερα σκορ παρουσιασμού σε σχέση με όσους δήλωσαν μέτρια υγεία (p < 0,001). Στατιστικά σημαντική διαφορά παρατηρήθηκε επίσης ως προς τη σύγκριση της κατάστασης υγείας με το προηγούμενο έτος (p = 0,007), με όσους δήλωσαν σταθερή κατάσταση υγείας να εμφανίζουν υψηλότερη βαθμολογία παρουσιασμού σε σχέση με όσους ανέφεραν επιδείνωση (p = 0,035). Συμπεράσματα: Ο παρουσιασμός στους επαγγελματίες υγείας αναδείχθηκε ως πολυπαραγοντικό φαινόμενο, με την αντιλαμβανόμενη κατάσταση υγείας να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που σχετίζεται με τον παρουσιασμό. Η ενίσχυση της σωματικής και ψυχικής υγείας και της ευεξίας των νοσηλευτών / επαγγελματιών υγείας μπορεί να συμβάλλει στη μείωση των επιπτώσεων του παρουσιασμού και στη βελτίωση της ποιότητας και ασφάλειας της παρεχόμενης φροντίδας.Presenteeism, i.e., attendance at work despite health problems, is an important issue in the healthcare sector, as it affects both the work functionality of professionals and the quality and safety of the care provided. Healthcare professionals, and especially nurses, often work under demanding conditions, which makes it necessary to investigate the factors related to the phenomenon of presenteeism. Purpose: To investigate the relationship between the level of health and well-being and the presence of nurses/healthcare professionals. Methodology: A cross-sectional study was conducted with the participation of 100 healthcare professionals from a provincial public general hospital in Greece. Data collection was carried out through an anonymous, self-administered questionnaire, which included sociodemographic data, questions regarding personal physical/mental health status (Health and Wellness) and the Stanford Presenteeism Scale (SPS-6). Statistical analysis was performed with the SPSS Statistics program, using descriptive statistical measures and appropriate statistical controls to investigate the relationships between variables. Results: The total attendance score did not show statistically significant differences in terms of gender (p = 0.414), age (p = 0.256), years of work (p = 0.508), educational level (p = 0.164), employment relationship (p = 0.485), working hours (p = 0.259) and employment department (p = 0.876). On the contrary, statistically significant differences were found in terms of professional specialty (p = 0.018), with nurses showing higher levels of attendance compared to ward assistants (p = 0.026). Furthermore, participants who rated their health as good, very good or excellent had significantly higher presenteeism scores than those who reported average health (p < 0.001). A statistically significant difference was also observed in comparing health status with the previous year (p = 0.007), with those who reported stable health having a higher presenteeism score than those who reported deterioration (p = 0.035). Conclusions: Presenteeism among healthcare professionals was identified as a multifactorial phenomenon, with perceived health status constituting the main factor associated with presenteeism. Enhancing the physical and mental health and well-being of nurses and healthcare professionals may contribute to reducing the impact of presenteeism and improving the quality and safety of the care provided

    Η εφαρμογή και η επιβολή των συστάσεων της FATF για το ξέπλυμα χρήματος στην ελληνική νομοθεσία: ανάλυση κόστους - οφέλους.

    No full text
    Στην παρούσα εργασία, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας η δέσμη των 40 Συστάσεων της FATF, ήτοι το σύνολο των προτύπων Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου τα οποία παράγονται από το διεθνές forum «Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης» (FATF) προς προαγωγή, σε διεθνές επίπεδο, της αντιμετώπισης του φαινομένου του ξεπλύματος παράνομου χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ειδικώς, αφού επιχειρείται μία ολόπλευρη προσέγγιση του ανωτέρω φαινομένου του ξεπλύματος χρήματος (συγκεκριμένα, ο εννοιολογικός προσδιορισμός αυτού, μία ιστορική αναδρομή της εκδήλωσής του σε συνδυασμό με τις μεθόδους αυτής, καθώς και το διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό κανονιστικό πλαίσιο αποτροπής του), εξειδικεύονται οι όροι με τους οποίους εφαρμόζονται τα ανωτέρω πρότυπα στην ελληνική νομοθεσία. Περαιτέρω, προσεγγίζονται οι τρόποι με τους οποίους επιβάλλεται η συμμόρφωση τόσο της πολιτείας, όσο και των επιμέρους μελών του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα παραπάνω πρότυπα, οι οποίοι είναι κατεξοχήν έμμεσοι, δεδομένου του χαρακτήρα των προτύπων ως κανόνων δικαίου μη δεσμευτικού/αναγκαστικού χαρακτήρα (soft law). Τέλος, διενεργείται μία ανάλυση κόστους οφέλους – ήτοι του κόστους συμμόρφωσης με τις προβλέψεις των ανωτέρω προτύπων, τόσο για το κράτος, όσο και για τα επιμέρους υπόχρεα πρόσωπα (χρηματοπιστωτικά ιδρύματα), σε σχέση με την ωφέλεια που αποκομίζεται από τη συμμόρφωση αυτή.This paper examines the 40 Recommendations of FATF, namely the set of Public International Law standards produced by the international forum "Financial Action Task Force" (FATF) to promote, in international level, the fight against money laundering and terrorist financing. Specifically, a comprehensive approach to the above phenomenon of money laundering is attempted (namely, its conceptual definition, a historical review of its occurrence in relation to its methods, as well as the international, European, and national regulatory framework for its prevention) and the terms under which the above standards are applied in Greek legislation are specified. Furthermore, the ways in which compliance with the above standards is enforced, both by the state and by the individual members of the financial system, are addressed, which are primarily indirect, given the nature of the standards as non-binding/non-mandatory rules of law (soft law). Finally, a cost-benefit analysis is carried out, i.e. the cost of compliance with the provisions of the above standards, both for the state and for the individual obligated persons (financial institutions), in relation to the benefits derived from such compliance

    Ζητήματα και νομολογιακή επισκόπηση της παρέκκλισης από την αρχή της αποζημίωσης του αμέσως ζημιωθέντος

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την παρέκκλιση από την αρχή της αποζημίωσης του αμέσως ζημιωθέντος στο δίκαιο της αδικοπραξίας. Αναλύεται η αποκαταστατική λειτουργία της αποζημίωσης και η διάκριση μεταξύ άμεσου και έμμεσου ζημιωθέντος, καθώς και άμεσης και έμμεσης ζημίας. Ειδικότερη έμφαση δίδεται στις ρητές νομοθετικές παρεκκλίσεις των άρθρων 928, 929 και 932 ΑΚ, καθώς και στη νομολογιακή αναγνώριση της λεγόμενης «ζημίας από σοκ». Παράλληλα, εξετάζονται ζητήματα προσβολής της μνήμης τεθνεώτος και ευθύνης έναντι μελών νομικών προσώπων. Τέλος, επιχειρείται συγκριτική επισκόπηση με αλλοδαπά δίκαια, με σκοπό την ανάδειξη των δογματικών και δικαιοπολιτικών προβλημάτων που ανακύπτουν από τη διεύρυνση του κύκλου των αποζημιούμενων προσώπων.This thesis examines deviations from the principle of compensation of the directly injured party in tort law. It analyses the restorative function of damages and the distinction between direct and indirect damage and injured parties. Particular emphasis is placed on statutory exceptions provided in Articles 928, 929 and 932 of the Greek Civil Code, as well as on the judicial recognition of so-called “shock damage”. The study also addresses issues concerning the protection of the memory of the deceased and claims by members of legal entities. Finally, a comparative overview of foreign legal systems is undertaken, highlighting the doctrinal and policy concerns arising from the expansion of the circle of entitled claimants

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇