National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η επίδραση της βιολογικής ωρίμανσης και της σχετικής ηλικίας στην απόδοση νέων αθλητών ποδοσφαίρου
Η παρούσα μελέτη διερεύνησε την επίδραση της βιολογικής ωρίμανσης, της σχετικής ηλικίας (Relative Age Effect – RAE), και της χρονολογικής ηλικίας στη φυσική απόδοση νεαρών ποδοσφαιριστών. Η αθλητική απόδοση στο ποδόσφαιρο αποτελεί πολυπαραγοντικό φαινόμενο και εξαρτάται από φυσικές ικανότητες όπως η εκρηκτική δύναμη, η ταχύτητα, η αλτικότητα και η ευκινησία, οι οποίες επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από τη φυσιολογική ανάπτυξη και τη βιολογική ωρίμανση κατά την εφηβεία. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι αθλητές που ωριμάζουν βιολογικά νωρίτερα παρουσιάζουν συχνά πλεονεκτήματα στη σωματική απόδοση σε σύγκριση με συνομηλίκους τους, ενώ παράλληλα η σχετική ηλικία μπορεί να επηρεάσει τόσο την επιλογή όσο και την εξέλιξη των αθλητών στις αναπτυξιακές κατηγορίες. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να εξετάσει τη μεταξύ τους σχέση και τη σχετική συμβολή της βιολογικής ωρίμανσης, της χρονολογικής ηλικίας και της σχετικής ηλικίας στη διαμόρφωση της φυσικής απόδοσης νεαρών ποδοσφαιριστών. Στη μελέτη συμμετείχαν 73 αθλητές ποδοσφαίρου ηλικίας 12, 14 και 16 ετών, οι οποίοι κατηγοριοποιήθηκαν με βάση τη χρονολογική ηλικία, το τρίμηνο γέννησης (RAE) και το στάδιο βιολογικής ωρίμανσης στο οποίο ανήκαν. Η εκτίμηση της βιολογικής ωρίμανσης πραγματοποιήθηκε μέσω του maturity offset και του Peak Height Velocity (PHV), επιτρέποντας την ταξινόμηση των αθλητών σε ομάδες pre-PHV, circa-PHV και post-PHV. Πραγματοποιήθηκαν ανθρωπομετρικές μετρήσεις, όπως το ύψος, το σωματικό βάρος και το καθιστό ανάστημα, οι οποίες παρείχαν πληροφορίες για τη σωματική ανάπτυξη των συμμετεχόντων. Για την αξιολόγηση της φυσικής απόδοσης χρησιμοποιήθηκε ένα ολοκληρωμένο πρωτόκολλο δοκιμασιών. Η εκρηκτική δύναμη των κάτω άκρων εκτιμήθηκε μέσω των δοκιμασιών Squat Jump (SJ), Countermovement Jump (CMJ) και Drop Jump (DJ), με τη χρήση της εφαρμογής My Jump 2, η οποία έχει αποδειχθεί αξιόπιστη και έγκυρη για τη μέτρηση του ύψους άλματος και της εκρηκτικής απόδοσης. Από τη δοκιμασία Drop Jump υπολογίστηκε επίσης ο δείκτης Reactive Strength Index (RSI). Η ταχύτητα αξιολογήθηκε με τη δοκιμασία Sprint 20 μέτρων, ενώ η ευκινησία εκτιμήθηκε μέσω του T-test, το οποίο αξιολογεί την ικανότητα ταχείας αλλαγής κατεύθυνσης και επιτάχυνσης σε πολλαπλά επίπεδα κίνησης. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε σε ελεγχόμενο περιβάλλον, εντός της αγωνιστικής περιόδου, ακολουθώντας τυποποιημένες διαδικασίες. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν περιγραφικά και συγκριτικά στατιστικά μέτρα. Οι διαφορές μεταξύ των ομάδων βιολογικής ωρίμανσης, χρονολογικής ηλικίας και σχετικής ηλικίας εξετάστηκαν με ανάλυση διακύμανσης (ANOVA) και, όπου δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις κανονικότητας, με μη παραμετρικές δοκιμασίες (Kruskal–Wallis, Mann–Whitney). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ανάλυση συσχετίσεων Spearman, προκειμένου να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ του δείκτη βιολογικής ωρίμανσης και των δεικτών φυσικής απόδοσης. Τα αποτελέσματα της μελέτης ανέδειξαν τη βιολογική ωρίμανση ως τον ισχυρότερο παράγοντα διαφοροποίησης της φυσικής απόδοσης, σε σύγκριση με τη χρονολογική και τη σχετική ηλικία. Οι πιο ώριμοι βιολογικά αθλητές παρουσίασαν ανώτερες επιδόσεις στις περισσότερες δοκιμασίες εκρηκτικής δύναμης, ταχύτητας και ευκινησίας. Αντίθετα, η σχετική ηλικία παρουσίασε πιο περιορισμένη και ασυνεπή επίδραση. Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της συνεκτίμησης της βιολογικής ωρίμανσης στον σχεδιασμό προπονητικών προγραμμάτων και στη διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής ταλέντων, συμβάλλοντας στην εφαρμογή πιο δίκαιων και εξατομικευμένων πρακτικών στον αναπτυξιακό αθλητισμό.The present study investigated the effects of biological maturation, Relative Age Effect (RAE) and chronological age on the physical performance of youth football players. Football performance is a multifactorial phenomenon that depends on physical abilities such as explosive strength, speed, jumping ability, and agility, which are strongly influenced by biological development and physiological maturation during adolescence. Previous research has shown that early-maturing athletes often demonstrate superior physical performance compared to their peers, while relative age may also affect both talent selection and performance development in youth sports. The aim of this study was to examine the relationships between biological maturation, chronological age, and relative age, and to determine their relative contribution to physical performance in youth football players. The sample consisted of 73 male football players aged 12, 14, and 16 years, who were classified according to chronological age, birth quarter (RAE), and biological maturation status. Biological maturation was estimated using maturity offset and Peak Height Velocity (PHV), allowing athletes to be categorized into pre-PHV, circa-PHV, and post-PHV groups. Anthropometric measurements, including body height, body mass, and sitting height, were collected to assess somatic growth. Physical performance was evaluated using a comprehensive testing battery. Lower-limb explosive power was assessed through Squat Jump (SJ), Countermovement Jump (CMJ), and Drop Jump (DJ) tests, using the My Jump 2 application, which has been shown to be a valid and reliable tool for jump performance assessment. The Reactive Strength Index (RSI) was also calculated from the Drop Jump test. Speed was assessed using a 20 m sprint test, while agility was evaluated with the T-test, which measures the ability to rapidly change direction and accelerate in multiple movement planes. Data collection took place during the competitive season under standardized and controlled conditions. Statistical analyses included both descriptive and inferential methods. Differences between biological maturation groups, chronological age groups, and relative age quarters were examined using analysis of variance (ANOVA) and, when assumptions of normality were violated, non-parametric tests (Kruskal–Wallis and Mann–Whitney). In addition, Spearman correlation analysis was conducted to examine the relationships between biological maturation indicators and physical performance variables. The results demonstrated that biological maturation was the strongest determinant of physical performance, surpassing the influence of both chronological age and relative age. Athletes at more advanced stages of biological maturation consistently showed superior performance in jumping ability, speed, and agility tests. In contrast, the influence of relative age was limited and inconsistent across performance measures. Overall, the findings highlight the importance of considering biological maturation in training design, performance evaluation, and talent identification processes, supporting the implementation of more equitable and maturation-informed practices in youth football development
Το νομικό πλαίσιο καταπολέμησης του ντόπινγκ: Πειθαρχική, αστική και ποινική ευθύνη
Ι. Αντικείμενο, λόγοι μελέτης και μεθοδολογική προσέγγιση της εργασίας Ο αθλητισμός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στο ψυχολογικό όσο και στο πνευματικό και σωματικό επίπεδο. Από την αρχαιότητα, έχει ενσωματωθεί στις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς συμβάλλει τόσο στη διατήρηση της υγείας όσο και στη βελτίωση της λειτουργικότητας των συστημάτων του ανθρώπινου οργανισμού. Αναγνωριζόμενος ως παράγοντας υψίστης σημασίας για την κοινωνία, ο αθλητισμός συμβάλλει καθοριστικά στην προώθηση της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των εθνών σε παγκόσμιο επίπεδο. Η σημασία του εν λόγω θέματος προκύπτει από τον κεντρικό ρόλο που κατέχει ο αθλητισμός στην ανθρώπινη κοινωνία, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως πρακτικός και ηθικός πυλώνας του κοινωνικού ιστού. Στη σύγχρονη εποχή, είναι σχεδόν αδιανόητο μια κοινωνία να υφίσταται χωρίς αθλητικούς φορείς που την εκπροσωπούν σε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες. Παράλληλα, με τον υψίστης σημασίας ρόλο του αθλητισμού στις κοινωνίες, η εμφάνιση του φαινομένου του ντόπινγκ τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει ραγδαία αύξηση. Το φαινόμενο του ντόπινγκ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη αθλητική κοινότητα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η χρήση απαγορευμένων ουσιών ή μεθόδων από αθλητές δεν συνιστά μόνο παραβίαση των κανόνων του «ευ αγωνίζεσθαι», αλλά εγείρει σοβαρά νομικά ζητήματα τα οποία αφορούν την υγεία, την ασφάλεια αλλά και την ακεραιότητα του αθλητικού θεσμού. Η νομική διάσταση του ντόπινγκ δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο πειθαρχικό επίπεδο των αθλητικών οργανισμών και των διεθνών ομοσπονδιών, αλλά επεκτείνεται και στο πεδίο της αστικής ευθύνης, καθώς και στο πεδίο της ποινικής ευθύνης, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η χρήση, κατοχή ή διακίνηση απαγορευμένων ουσιών εντάσσεται στο πλαίσιο της φαρμακοδιεγερτικής εγκληματικότητας. Η μελέτη αυτή επιδιώκει να διερευνήσει: Το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο για το ντόπινγκ σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Τις μορφές πειθαρχικής ευθύνης που επιβάλλονται από αθλητικές αρχές και ομοσπονδίες και τις βάσεις της αστικής ευθύνης. Τις περιπτώσεις ποινικής ευθύνης, ιδίως σε σχέση με διακίνηση, κατοχή ή χορήγηση απαγορευμένων ουσιών. Μεθοδολογικά, η εργασία στηρίζεται: Στην ανάλυση της ισχύουσας νομοθεσίας (ελληνικής, διεθνούς και ενωσιακής). Στην ερμηνεία και σχολιασμό σχετικής νομολογίας (αποφάσεις του Αθλητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου - Court of Arbitration for Sport, CAS) Στην επιστημονική αρθρογραφία και στις θεωρητικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν την έννοια της ευθύνης στον αθλητισμό.I. Subject matter, rationale of the study, and methodological approach Sport plays a decisive role at the psychological, intellectual, and physical levels. Since antiquity, it has been embedded in human societies, as it contributes both to the preservation of health and to the improvement of the functional capacity of the systems of the human body. Recognised as a factor of paramount importance for society, sport contributes decisively to the promotion of peace and cooperation among nations at a global level. The significance of the present subject arises from the central role that sport occupies in human society, functioning simultaneously as a practical and moral pillar of the social fabric. In the contemporary era, it is almost inconceivable for a society to exist without sporting institutions representing it in a wide range of athletic activities. At the same time, alongside the highly significant role of sport in societies, the phenomenon of doping has shown a rapid increase in recent years. The phenomenon of doping constitutes one of the most significant challenges faced by the modern sporting community, both at national and international levels. The use of prohibited substances or methods by athletes does not merely constitute a violation of the principles of fair play, but also raises serious legal issues concerning health, safety, and the integrity of the sporting institution. The legal dimension of doping is not limited exclusively to the disciplinary level of sports organisations and international federations, but extends to the field of civil liability, as well as to the field of criminal liability, particularly in cases where the use, possession, or trafficking of prohibited substances falls within the framework of pharmacological criminal activity. This study seeks to examine: The institutional and regulatory framework governing doping at national and international levels. The forms of disciplinary liability imposed by sporting authorities and federations, as well as the foundations of civil liability. Cases of criminal liability, particularly in relation to the trafficking, possession, or administration of prohibited substances. From a methodological perspective, the study is based on: The analysis of the applicable legislation (Greek, international, and European Union law). The interpretation and commentary of relevant case law (decisions of the Court of Arbitration for Sport – CAS). Scientific literature and theoretical approaches that develop the concept of liability in sport
Η έννοια της Αφερεγγυότητας στο Ελληνικό Δίκαιο στο πλαίσιο Δογματικής και Δικαιοσυγκριτικής ανάλυσης.
Η εργασία επιδιώκει να συνθέσει μια ενιαία και συνεκτική θεωρητική και πρακτική προσέγγιση της έννοιας της αφερεγγυότητας ως καθοριστικής προϋπόθεσης για την έναρξη διαδικασιών αναδιάρθρωσης και πτώχευσης, αποπειρούμενη να γεφυρώσει το υφιστάμενο χάσμα εναρμόνισης μεταξύ των εθνικών δικαίων και να διατυπώσει πρόταση βέλτιστου προτύπου για την ελληνική αλλά και για τη διεθνή έννομη τάξη. Στο πρώτο μέρος αναλύονται διεξοδικά οι βασικές παράμετροι που, κατά τους Reinhard Bork, Michael Veder και Ben Schuijling, σε συνδυασμό με τις διάφορες υποκατηγορίες της αφερεγγυότητας, συναποτελούν τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της αφερεγγυότητας: το λεγόμενο «κενό ρευστότητας» και η μέθοδος του υπολογισμού, η χρονική διάρκεια κατά την οποία το κενό αυτό παραμένει αδιάλειπτο, το ελάχιστο μέγεθος του κενού προκειμένου να θεωρηθεί ουσιώδες, καθώς και το επίπεδο βεβαιότητας της πρόγνωσης μελλοντικής αδυναμίας πληρωμών. Η δογματική και η τελολογική ερμηνεία των κριτηρίων αυτών θα δείξουν πώς μεταφράζονται σε χρηστικά εργαλεία διάγνωσης της οικονομικής κατάστασης και πώς συνδεόμενα με τις θεμελιώδεις αρχές του πτωχευτικού δικαίου - ισότητα πιστωτών, συλλογικότητα, αναλογικότητα, προστασία της κοινωνικής συνοχής και αυτονομία των πιστωτών - μπορούν να εξυπηρετήσουν τον διττό σκοπό της προστασίας των πιστωτών και της διάσωσης βιώσιμων επιχειρήσεων. Εν συνεχεία, καταδεικνύεται ότι ο ευρωπαϊκός θεσμικός χώρος παραμένει κατακερματισμένος: ενώ η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1023 και οι συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα ενιαίων κριτηρίων, αναθέτουν στα κράτη‑μέλη τον καθορισμό όρων όπως «αδυναμία πληρωμής χρεών», «επικείμενη αδυναμία πληρωμών» «πιθανότητα αφερεγγυότητας», και «υπερχρέωση», με αποτέλεσμα κάθε δικαιικό σύστημα να διατηρεί δικές του προσεγγίσεις και αποκλίσεις. Η ένταση αυτής της ετερογένειας αναδεικνύεται μέσω συγκριτικής ανάλυσης της γερμανικής, της γαλλικής, της αγγλοσαξονικής (Ηνωμένο Βασίλειο) και της αμερικανικής έννομης τάξης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ειδική προϋπόθεση υπερχρέωσης του γερμανικού δικαίου, το οποίο εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κεφαλαιουχικές εταιρείες χωρίς ευθύνη εταίρων. Παράλληλα, στο δεύτερο μέρος εξετάζεται το ελληνικό πτωχευτικό δίκαιο και προσδιορίζεται ο εννοιολογικός προσδιορισμός της αφερεγγυότητας στις προπτωχευτικές διαδικασίες (εξωδικαστικός μηχανισμός, προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης), στην κύρια πτωχευτική διαδικασία και ιδίως στην αντιμετώπιση της εταιρικής αφερεγγυότητας. Αξιοποιούνται τόσο οι διατάξεις του ν. 4738/2020, όσο και εκτενής θεωρία και αρθρογραφία, προκειμένου να αποτυπωθούν οι ασαφείς διαβαθμίσεις μεταξύ «παρούσας» και «επαπειλούμενης» αδυναμίας πληρωμών και η ανάγκη πρόγνωσης βιωσιμότητας. Τέλος, διερευνάται η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης της αφερεγγυότητας όσον αφορά την ευθύνη των διοικούντων, την αξία των περιουσιακών στοιχείων, τον βαθμό ικανοποίησης των πιστωτών, την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και την αποτελεσματικότητα του εξωδικαστικού μηχανισμού. Μετά την κριτική αντιπαράθεση ιδίως των ευρωπαϊκών και ελληνικών προσεγγίσεων, η εργασία καταλήγει σε πρόταση βέλτιστου προτύπου, συνδυάζοντας τα πλέον λειτουργικά στοιχεία για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης, συνεκτικής και προβλέψιμης έννομης τάξης αφερεγγυότητας.The study seeks to articulate a unified and coherent theoretical and practical approach to the concept of insolvency as a decisive prerequisite for the commencement of restructuring and bankruptcy proceedings. It attempts to bridge the existing gap in harmonisation between national legal systems and to propose an optimal model for the Greek legal order as well as for the international legal landscape. In the first part, the study provides an in-depth analysis of the key parameters which, according to Reinhard Bork, Michael Veder and Ben Schuijling, together with the various sub-categories of insolvency, constitute the conceptual characteristics of insolvency: the so-called “liquidity gap” and the method of its calculation; the period of time during which this gap remains uninterrupted; the minimum magnitude of the gap required for it to be considered material; and the degree of certainty involved in forecasting future inability to pay. A doctrinal and teleological interpretation of these criteria demonstrates how they translate into practical diagnostic tools for assessing financial distress and how, when linked to the fundamental principles of insolvency law—creditor equality, collectivity, proportionality, the protection of social cohesion, and creditor autonomy—they can serve the dual objective of protecting creditors and rescuing viable businesses. Subsequently, the study shows that the European institutional framework remains fragmented: although Directive (EU) 2019/1023 and the European Commission’s recommendations acknowledge the need for uniform criteria, they leave to the Member States the determination of terms such as “inability to pay debts”, “imminent inability to pay”, “likelihood of insolvency”, and “over-indebtedness”, with the result that each legal system preserves its own approaches and divergences. The intensity of this heterogeneity is highlighted through a comparative analysis of the German, French, Anglo-Saxon (United Kingdom), and United States legal orders, with particular emphasis on the special condition of over-indebtedness under German law, which applies exclusively to limited liability companies where partners bear no personal liability. At the same time, the second part examines Greek insolvency law and identifies the conceptual determination of insolvency in pre-insolvency procedures (the out-of-court debt settlement mechanism and the pre-bankruptcy rehabilitation procedure), in the main bankruptcy procedure, and, in particular, in the treatment of corporate insolvency. Both the provisions of Law 4738/2020 and extensive scholarship and legal commentary are utilised in order to capture the ambiguous gradations between “present” and “threatened” inability to pay and the need for viability forecasting. Finally, the study explores the significance of the timely diagnosis of insolvency in relation to directors’ liability, the value of assets, the level of creditor satisfaction, compliance with the principle of proportionality, and the effectiveness of the out-of-court mechanism. Following a critical assessment—particularly of the European and Greek approaches—the study concludes with a proposal for an optimal model, combining the most functional elements for the development of a modern, coherent and predictable insolvency framework
Virtual Reality,Theatre and Ritual: “in-between” spaces for “in-between” experiences Εικονική Πραγματικότητα, Θέατρο και Τελετουργία: «μεταιχμιακοί» χώροι για «μεταιχμιακές» εμπειρίες
Η παρούσα εργασία διερευνά την ενσωμάτωση της τεχνολογίας Εικονικής Πραγματικότητας στο θέατρο και τη δυνατότητά της να δημιουργεί εμβυθιστικές εμπειρίες που θολώνουν τα όρια μεταξύ πραγματικού/εικονικού και ερμηνευτή/θεατή. Μεταβάλλοντας την αντίληψη του χώρου, της συνειδητότητας, των σχέσεων και, τελικά, της ανθρώπινης εμπειρίας, οι εμβυθιστικές εμπειρίες θεάτρου εικονικής πραγματικότητας φαίνεται να επηρεάζουν βαθιά το κοινό, συχνά ενσωματώνοντας ευρήματα από άλλους τομείς για να ενισχύσουν την εμπειρία, αν και όχι χωρίς να εγείρουν ηθικούς προβληματισμούς. Μπορεί το υπερμέσο του θεάτρου να φιλοξενήσει αυτή τη μορφή εμβυθιστικής τεχνολογικής διαμεσολάβησης και να ανοίξει σε ανεξερεύνητους «ενδιάμεσους» χώρους αντίληψης; Αντλώντας στοιχεία από τρία σημαντικά έργα θεάτρου εικονικής πραγματικότητας,τα Terra Nova, Draw Me Close και Cosmos Within Us, αυτή η μελέτη διερευνά την περίπλοκη δραματουργία της εμβύθισης σε οριακές εμπειρίες που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση της αφήγησης, των αισθητηριακών ερεθισμάτων, της τεχνολογικής διαμεσολάβησης και της αίσθησης σώματος/εαυτού. Ένας κεντρικός στοχασμός είναι η εξέταση της θέασης και των τρόπων θέασης που προκύπτουν σε τέτοιες εμπειρίες, ιδιαίτερα μέσα από το πρίσμα της ισότητας θέσης και δυνατότητας δράσης. Η εργασία διερευνά περαιτέρω την πιθανοφάνεια της ριζοσπαστικής τελετουργικοποίησης σε τέτοιες τεχνολογικά διαμεσολαβημένες θεατρικές εμπειρίες, εντοπίζοντας αναλογίες που μπορούν να φωτίσουν τα θεμελιώδη τελετουργικά στοιχεία του θεάτρου και να διαμορφώσουν τη δραματουργία της συνεχώς αναπτυσσόμενης θεατρικής δημιουργίας.This essay investigates the integration of Virtual Reality technology in theatre and its potential to create immersive experiences that blur the boundaries between real/virtual and performer/spectator. By shifting perceptions of space, selfhood, relationships, and, ultimately, the human experience, VR theatre immersive experiences appear to impact audiences in profound ways, often incorporating findings from other fields to enhance the experience, though not without ethical considerations. Can the hypermedium of theatre accommodate this form of immersive technological mediation and open towards unexplored ‘in-between’ spaces of perception? Drawing from three significant VR theatre works,Terra Nova, Draw Me Close and Cosmos Within Us, this study explores the intricate dramaturgy of immersion into liminal experiences emerging from the interplay of narrative, sensorial stimuli, technological mediation and body/self ownership. A central reflection is the examination of spectatorship and the spectatorial modes that arise in such experiences, particularly through the lenses of equal status and agency. The paper further investigates the plausibility of radical ritualisation within such technologically mediated theatre experiences, tracing analogies that may illuminate the foundational ritual elements of theatre and inform the dramaturgy of the constantly expanding theatre creation
Ανάλυση της δίαιτας του Νανόμπουφου (Asio otus) στην περιοχή ευθύνης της Μονάδας Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Νέστου - Βιστωνίδας και Ροδόπης
Ο Νανόμπουφος (Asio otus) είναι ένα νυκτόβιο αρπακτικό πτηνό με ευρεία γεωγραφική εξάπλωση, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, του οποίου η δίαιτα βασίζεται κυρίως σε μικροθηλαστικά της τάξης των Τρωκτικών. Τα άπεπτα υπολείμματα των θηραμάτων, όπως οστά και τρίχες, αποβάλλονται υπό τη μορφή εμεσμάτων, η ανάλυση των οποίων αποτελεί έναν έμμεσο και μη παρεμβατικό τρόπο διερεύνησης των διατροφικών συνηθειών του είδους, παρέχοντας παράλληλα πολύτιμες πληροφορίες για τα είδη τα οποία θηρεύει. Στην παρούσα εργασία αναλύθηκαν συνολικά 512 δείγματα που συλλέχθηκαν σε διάστημα περίπου δέκα μηνών από τέσσερις δειγματοληψίες (συλλογές) στην περιοχή ευθύνης της Μονάδας Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Νέστου - Βιστωνίδας και Ροδόπης. Τα αποτελέσματα συμφωνούν με αυτά αντίστοιχων μελετών και επιβεβαιώνουν την έντονη εξάρτηση του είδους από τα τρωκτικά (94,3%), με κυρίαρχα τα γένη Mus, Microtus και Apodemus, στη σύνθεση της δίαιτας του Νανόμπουφου. Συμπληρωματικά θηράματα αποτέλεσαν τα Χειρόπτερα (3,1%), τα Πτηνά (2,5%), τα Εντομοφάγα (0,1%) και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεγάλα έντομα. Κυρίαρχα taxa, τόσο σε αριθμό ατόμων όσο και σε καταναλωθείσα βιομάζα, ήταν τα Mus macedonicus, Microtus rossiaemeridionalis/hartingi και Apodemus flavicollis/sylvaticus. Ο δείκτης MNI (Minimum Number of Individuals) είχε μέση τιμή 2,08, υποδηλώνοντας περίπου δύο άτομα λείας ανά έμεσμα. Σύγκριση μεταξύ των συλλογών ανέδειξε σταθερή ποιοτική αλλά διαφοροποιούμενη ποσοτική σύνθεση της δίαιτας, γεγονός που πιθανότατα αντικατοπτρίζει εποχικές μεταβολές στη διαθεσιμότητα των θηραμάτων.The long-eared owl (Asio otus) is a nocturnal raptor with a wide geographical distribution, both nationally and globally, whose diet is based primarily on small mammals of the order Rodentia. The indigestible remains of its prey, such as bones and hair, are excreted in the form of pellets, the analysis of which is an indirect and non-invasive way of investigating the feeding habits of the species, while providing valuable information on the species it hunts. In this study, a total of 512 samples were analyzed, collected over a period of approximately ten months from four sampling sites (collections) in the area of responsibility of the Nestos - Vistonida and Rodopi National Park Management Unit. The results of the study are consistent with those of similar studies and confirm the species' strong dependence on rodents (94.3%), predominantly of the genera Mus, Microtus, and Apodemus, in the composition of the Asio otus diet. Supplementary prey consisted of Chiroptera (3.1%), Birds (2.5%), Insectivores (0.1%) and, in some cases, large insects. The dominant taxa, both in number of individuals and in consumed biomass, were Mus macedonicus, Microtus rossiaemeridionalis/hartingi, and Apodemus flavicollis/sylvaticus. The MNI (Minimum Number of Individuals) index had a mean value of 2.08, indicating approximately two prey individuals per pellet. Comparison among collections revealed a stable qualitative but varying quantitative diet composition, likely reflecting seasonal fluctuations in prey availability
Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης
Οι σύγχρονες εργασιακές σχέσεις, όπως όπως αυτές διαμορφώνονται υπό την όψη του σύγ-χρονου παγκοσμιοποιημένου ψηφιακού γίγνεσθαι δημιουργούν μια νέα νομική πραγματικότητα, με ευκαιρίες που αναπτύσσονται αλλά και κινδύνους ελλοχεύουν για την προστασία των προσω-πικών δεδομένων. Αρχικά, εκτίθενται και αναλύονται τα δικαιώματα του εργοδότη και του εργαζομένου, αλλά και οι νομικές βάσεις επεξεργασίας τους. Έπειτα, επισημαίνονται ειδικές περιπτώσεις διακινδύ-νευσης των δικαιωμάτων στο χώρο εργασίας και πώς τις έχει αντιμετωπίσει η νομολογία, ενώ στο επόμενο μέρος η εργασία είναι αφιερωμένη στη δυνατότητα έννομης προστασίας του εργα-ζόμενου ως υποκειμένου των δεδομένων. Αντίστοιχα, γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις διακινδύ-νευσης δεδομένων τρίτων από τους εργαζόμενους στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης. Στο τελευταίο μέρος της εργασίας αναφέρονται συμπεράσματα και ερευνητικά ερωτήματα που χρήζουν περεταίρω ανάλυσης.Modern employment relationships, as they are shaped under the aspect of the modern glob-alized digital world, give rise to a new legal reality, with which they develop but also entail risks for the protection of personal data. Initially, the rights of the employer and the employee are presented and analyzed, as well as the legal bases for their processing. Then, special cases of endangerment of rights in the work-place are highlighted and how case law has addressed them, while the next part of the paper is dedicated to the possibility of legal protection of the employee as a data subject. In addition, cases of third-party data being compromised by employees within the context of the employment relationship are exposed. In last part of the dissertation, conclusions and research questions that require further anal-ysis are being presented
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος υπό την ιδιότητά της ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εστιάζοντας στις θεσμικές, διοικητικές και κανονιστικές προκλήσεις που ανακύπτουν από την ενσωμάτωση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στη λειτουργία της. Η ανάλυση εντάσσεται στο πλαίσιο του εκκλησιαστικού δικαίου, του διοικητικού δικαίου και του δικαίου προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με βασικό άξονα την αναζήτηση της ισορροπίας μεταξύ της συνταγματικά κατοχυρωμένης θρησκευτικής αυτονομίας της Εκκλησίας και των επιταγών της κρατικής ψηφιακής διακυβέρνησης. Αρχικά, διερευνάται ο sui generis χαρακτήρας της Εκκλησίας της Ελλάδος ως θεοϊδρύτου οργανισμού και συγχρόνως ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, καθώς και η θέση της εντός της ελληνικής έννομης τάξης. Στη συνέχεια, αναλύεται η μετάβαση από την ηλεκτρονική στην ψηφιακή διακυβέρνηση του ελληνικού Κράτους και εξετάζονται ειδικότερα οι ψηφιακές ρυθμίσεις που εισήγαγε το Κράτος στο χώρο των θρησκευμάτων και αφορούν και την Εκκλησία της Ελλάδος. Επίσης, εξετάζεται το σύνολο της κανονιστικής παραγωγής της Εκκλησίας από το 2013 έως το χρονικό σημείο σύνταξης της εργασίας (31.10.2025), κατά την οποία εισήχθησαν οι τεχνολογίες στην εκκλησιαστική διοίκηση. Ιδιαίτερη έμφαση στον Κανονισμό 341/2021 περί εκκλησιαστικής διοικητικής διαδικασίας, ενώ ξεχωριστά εξετάζονται τα ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και διαχείρισης των εκκλησιαστικών αρχείων. Τέλος, η εργασία προσεγγίζει τη σχέση θρησκευτικής ελευθερίας και ψηφιακής εποχής, εξετάζοντας σύγχρονες μορφές ψηφιακής θρησκευτικότητας, καθώς και τους προβληματισμούς που ανακύπτουν από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην ορθόδοξη λατρευτική και ποιμαντική πρακτική. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος αποτελεί αναπόφευκτη και σύνθετη διαδικασία, η οποία καθιστά αναγκαία την προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας της Εκκλησίας και των οργάνων της προς τις επιταγές των πολιτειακών νόμων ψηφιακής διακυβέρνησης σε συνάρτηση με τη κανονική της ταυτότητα και το εσωτερικό της δίκαιο.This Master’s thesis examines the digital transformation of the Church of Greece in its capacity as a legal entity under public law, focusing on the institutional, administrative, and regulatory challenges arising from the integration of information and communication technologies into its operation. The analysis is situated within the framework of ecclesiastical law, administrative law, and personal data protection law, with particular emphasis on identifying the balance between the constitutionally guaranteed religious autonomy of the Church and the requirements of the State’s digital governance. Initially, the thesis explores the sui generis character of the Church of Greece as a divinely instituted body and, at the same time, as a legal entity under public law, as well as its position within the Greek legal order. It then analyses the transition from electronic to digital governance of the Greek State and examines, more specifically, the digital regulations introduced by the State in the field of religion that also apply to the Church of Greece. Furthermore, the study reviews the entirety of the Church’s regulatory activity from 2013 up to the time of completion of the thesis (31 October 2025), during which digital technologies were introduced into ecclesiastical administration. Particular emphasis is placed on Regulation No. 341/2021 concerning ecclesiastical administrative procedure, while issues of personal data protection and the management of ecclesiastical archives are examined separately. Finally, the thesis addresses the relationship between religious freedom and the digital age by examining contemporary forms of digital religiosity, as well as the concerns arising from the use of artificial intelligence in Orthodox liturgical and pastoral practice. The study concludes that the digital transformation of the Church of Greece constitutes an inevitable and complex process, which necessitates the adaptation of the Church’s regulatory framework and its governing bodies to the requirements of State digital governance legislation, in conjunction with its canonical identity and internal legal order
Η έννοια της διαδικασίας κατά τον ΚΠολΔ και ο ρόλος της στην πολιτική δίκη
Στην παρούσα διπλωματική εργασία κεντρική είναι η έννοια της διαδικασίας εκδίκασης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, αλλά η εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που συνιστούν την εκάστοτε διαδικασία ενεργοποιείται με βάση την φύση της εκδικαζόμενης διαφοράς. Στο πρώτο μέρος της διπλωματικής εργασίας αναλύεται συστηματικά το ζήτημα των διαφορετικών διαδικασιών εκδίκασης, με ανάδειξη των δικαιοπολιτικών λόγων που δικαιολογούν την ύπαρξη διαφορετικών διαδικασιών, και εξετάζονται οι διαφορετικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί ως προς το είδος της διαδικασίας. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται οι συνέπειες εισαγωγής ενδίκου βοηθήματος με εσφαλμένη διαδικασία, με ειδική αναφορά στην εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, το οποίο θεμελιώνει γενική αρχή διάσωσης του εισαγωγικού δικογράφου και αποτρέπει την τυπολατρική απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων λόγω εισαγωγής με εσφαλμένη διαδικασία. Στο τρίτο μέρος, αναλύονται οι συνέπειες της εκδίκασης κατά εσφαλμένη διαδικασία στο πεδίο των ενδίκων μέσων, με παρουσίαση των σχετικών θεωριών και κριτική αποτίμηση της κρατούσας νομολογιακής άποψης περί της απόλυτης αρχής της μείζονος εύνοιας. Γίνεται δεκτό ότι η εκδίκαση κατά εσφαλμένη διαδικασία δεν θεμελιώνει αυτοτελώς λόγο έφεσης ή αναίρεσης, παρά μόνο εφόσον συνδέεται με συγκεκριμένη δικονομική παράβαση ή παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, εξετάζεται η ταυτότητα της διαδικασίας ως προϋπόθεση για τη σώρευση, τη συνεκδίκαση και την ανταγωγική άσκηση ενδίκων βοηθημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η απουσία ταυτότητας της διαδικασίας δεν οδηγεί αυτομάτως σε απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος, αλλά κατά κανόνα επιβάλλει τον χωρισμό των υποθέσεων και την εκδίκασή τους κατά την προσήκουσα διαδικασία.In the present master’s thesis, the concept of the procedure before the civil courts occupies a central place. Such procedure does not constitute a procedural prerequisite of the action; rather, the application of the procedural rules that form each specific procedure is triggered by the nature of the dispute being adjudicated. The first part of the thesis provides a systematic analysis of the different procedures, highlighting the legal-policy reasons that justify the existence of distinct procedures, and examines the various theories that have been developed regarding the nature of procedure. The second part addresses the consequences of bringing an action under an incorrect procedure, with particular emphasis on the application of Article 591(6) of the Code of Civil Procedure, which establishes a general principle of preserving the statement of claim and prevents the formalistic dismissal of actions solely on the ground that they were introduced under an incorrect procedure. The third part analyzes the consequences of adjudication under an incorrect procedure in the context of legal remedies, presenting the relevant theoretical approaches and offering a critical assessment of the prevailing case-law view concerning the absolute application of the principle of greatest favor. It is accepted that adjudication under an incorrect procedure does not, in itself, constitute an independent ground for appeal or cassation, unless it is linked to a specific procedural violation or to an unlawful declaration of inadmissibility. Finally, the fourth and last part examines the identity of the procedure as a prerequisite for the joinder, consolidation, and counterclaiming of actions. In this context, the absence of procedural identity does not automatically lead to the inadmissibility of the action, but as requires the separation of the cases and their adjudication under the appropriate procedure
Νομικά ζητήματα από την ανέλκυση ναυαγίων. (εθνική ρύθμιση – ΔΣ Ναϊρόμπι 2007)
Τα τελευταία χρόνια, ενώ οι τεχνικές ανέλκυσης των ναυαγίων εξελίσσονται, το νομοθετικό πλαίσιο τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο παρουσιάζεται πενιχρό και με πολλά κενά. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η ανάδειξη της σημασίας της ανέλκυσης των ναυαγίων και της ανάγκης για ενιαίο και, πρωτίστως, λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο, αφού το ισχύον δημιουργεί προβληματισμούς. Πριν τη διερεύνηση των σοβαρών κινδύνων που καλείται να αντιμετωπίσει το καθεστώς της ανέλκυσης ναυαγίων και οι οποίοι καθιστούν ξεκάθαρη τη σημασία του, παρατίθενται βασικά στοιχεία, όπως είναι ο ορισμός του ναυαγίου και της επιχείρησης της ανέλκυσης, ο διαχωρισμός της από την επιθαλάσσια αρωγή -με την οποία προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό- και οι σύγχρονες πρότυπες συμβάσεις για την ανάληψη του έργου. Έπειτα, μέσα από τη συγκριτική παρουσίαση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο (ν. 2881/2001 και Διεθνής Σύμβαση του Ναϊρόμπι του 2007) αναλύονται καίρια ζητήματα όπως το πεδίο εφαρμογής τους, η δυνατότητα ανέλκυσης του φορτίου και των εμπορευματοκιβωτίων και οι υποχρεώσεις που καλείται να αναλάβει ο κύριος του ναυαγίου και το παράκτιο κράτος. Αφού εντοπίζονται τα ανωτέρω βασικά στοιχεία, ακολουθεί η μελέτη των βαρυσήμαντων ζητημάτων ευθύνης για την ανέλκυση. Είναι κρίσιμο, σε πρώτο επίπεδο, να διαχωριστούν τα ευθυνόμενα πρόσωπα και να αξιολογηθεί το είδος και η έκταση της ευθύνης τους, αλλά και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαλλάσσονται απ’ αυτήν. Μείζονα ζητήματα ευθύνης είναι, επίσης, η δυνατότητα περιορισμού της και η πρόβλεψη της υποχρεωτικής ασφάλισης, ρυθμίσεις με αξιοσημείωτο νομικό ενδιαφέρον. Τέλος, σε σχέση με τη διαδικασία της ανέλκυσης και τις δυνατότητες επ’ αυτής, εξετάζεται το αμφιλεγόμενο ζήτημα της κυριότητας του ναυαγίου και η περίπτωση της απώλειας αυτής -είτε ακούσια (μέσω εκποίησης του ναυαγίου), είτε εκούσια (λ.χ. εγκατάλειψη κυριότητας)- αλλά και το ζήτημα της εξασφάλισης των δικαιωμάτων των δανειστών, οι οποίοι, ενόψει του ναυαγίου, κινδυνεύουν να μην ικανοποιηθούν για τις απαιτήσεις τους κατά του κυρίου.In recent years, while wreck removal techniques have been developing, the legislative framework at both national and international level has remained inadequate and full of loopholes. The aim of this paper is to highlight the importance of wreck removal and the need for a unified and, above all, functional legislative framework, as the current one raises concerns. Before examining the serious risks that the wreck removal regime has to deal with, which make its importance clear, some basic information is provided, such as the definition of a wreck and a wreck removal operation, its distinction from salvage, to which it is very similar, and modern standard form contracts. Then, through a comparative presentation of the current legislative framework at both national and international level (Law 2881/2001 and the 2007 Nairobi International Convention), crucial issues are analyzed, such as their scope of application, the possibility of salvaging cargo and containers, and the obligations of the owner of the wreck and the coastal state. This is followed by a study of the important issues of liability for wreck removal. It is crucial, at the first level, to identify the liable parties and assess the nature and extent of their liability, as well as the cases in which they are exempt from it. Major issues of liability also include the possibility of limiting it and the provision for compulsory insurance, regulations of considerable legal interest. Finally, in relation to the wreck removal process and the possibilities thereof, the controversial issue of wreck ownership and the case of its loss—whether involuntary (through the sale of the wreck) or voluntary (e.g., abandonment of ownership) – is examined, as well as the issue of securing the rights of creditors who, in view of the wreck, are at risk of not having their claims against the owner settled
Cybersecurity and use of force in Air and Space
Σε μια εποχή κατά την οποία οι κυβερνοεπιθέσεις κατά συστημάτων ή εγκαταστάσεων της πολιτικής αεροπορίας αποτελούν καθημερινό φαινόμενο και εκείνες κατά δορυφόρων δεν ανήκουν πλέον στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, η ανάγκη εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στον κυβερνοχώρο, ιδίως στους τομείς του αέρα και του διαστήματος, καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική. Η παρούσα διπλωματική εξετάζει κριτικά την επάρκεια των υφιστάμενων διεθνών νομικών πλαισίων ως προς την αντιμετώπιση της χρήσης κυβερνοδύναμης στους τομείς του αέρα και του διαστήματος. Η μελέτη εκκινεί από τους γενικούς κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου αναφορικά με την έννοια της χρήσης βίας βάσει του άρθρου 2§4 και του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και αμφισβητεί την εφαρμογή τους στο πεδίο των κυβερνοεπιχειρήσεων, εν απουσία ενός ενιαίου και παγκοσμίως αποδεκτού δικαίου του κυβερνοχώρου. Παρότι πλήθος συνθηκών του δικαίου του αέρα και του διαστήματος, ενδεικτικά η Σύμβαση του Σικάγο, η Σύμβαση του Πεκίνου, η Συνθήκη για το Εξώτερο Διάστημα και οι Κανονισμοί της ITU, καταρτίστηκαν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις κυβερνοεπιθέσεις, άφησαν ωστόσο περιθώριο για την υιοθέτηση συνεκτικών ερμηνειών αναφορικά με τα κατώφλια χρήσης βίας ή τη νομιμότητα αμυντικών αντιδράσεων. Μέσω λειτουργικής ανάλυσης και εξέτασης συγκεκριμένων περιπτώσεων κυβερνοεπιθέσεων κατά συστημάτων αεροπορίας και διαστήματος, η διπλωματική καταδεικνύει ότι, μολονότι δεν υφίστανται εξειδικευμένα νομικά πρότυπα, καταβάλλεται τουλάχιστον προσπάθεια ρύθμισης της κυβερνοδύναμης μέσω μέσων ήπιας δικαίου (soft law), όπως το Εγχειρίδιο του Ταλίν. Κατά συνέπεια, η ανυπαρξία ρύθμισης ενέχει τον κίνδυνο είτε της υπέρμετρης επέκτασης του δόγματος του jus ad bellum είτε της παράλυσης της νόμιμης αυτοάμυνας ή των αντίμετρων, εξελίξεις που υπονομεύουν τη διεθνή σταθερότητα. Το τελευταίο κεφάλαιο της διπλωματικής εξετάζει την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ της προληπτικής κυβερνοασφάλειας και του jus ad bellum, η οποία δημιουργεί μια εκτεταμένη νομική γκρίζα ζώνη, δυνητικά ικανή να δικαιολογήσει προληπτικές κυβερνοεπιχειρήσεις στον αέρα και στο διάστημα υπό το πρόσχημα της αυτοάμυνας. Πλοηγούμενη σε αυτό το σχεδόν ανεξερεύνητο πεδίο του διεθνούς δικαίου, η μελέτη προσφέρει πρωτότυπη συμβολή στη διερεύνηση της σύζευξης κυβερνοχώρου, αέρα και διαστήματος, προωθώντας τη διατομεακή συνεργασία υπό το πρίσμα της αυξανόμενης ψηφιοποίησης των δραστηριοτήτων της αεροπορίας και του διαστήματος, με σκοπό την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων κυβερνοασφάλειας.In an era where cyber-attacks against aviation systems or facilities are an everyday phenomenon and those against satellites is not science fiction anymore, the need for application of international law in cyberspace, especially in the domains of air and space, becomes increasingly high. This thesis critically interrogates the adequacy of existing international legal frameworks in addressing the use of cyber force in the air and space domains. The study departs from general norms of public international law with regard to the notion of use of force under Article 2(4) and Article 51 of the UN Charter and contests their application within the scope of cyber operations in the absence of a uniform global cyber law. Even though plenty of air and space law treaties, indicatively the Chicago Convention, the Beijing Convention, the Outer Space Treaty and the ITU Regulations, where drafted without the contemplation of cyber-attacks, they have left the door open for the incorporation of coherent interpretations related to the thresholds of force or the legitimacy of defensive responses. Through a functional analysis and case-based examination of cyber-attacks against aviation and space systems, this thesis highlights that while there are no tailored legal standards, there is at least an effort to regulate cyber force via soft law instruments, like the Tallinn Manual. Thus, the inexistence of regulation risks either the over-extension of the jus ad bellum doctrine or the paralysis of lawful self-defence or countermeasures, both of which undermine international stability. The last chapter of the thesis addresses the complex interplay between preventive cybersecurity and jus ad bellum, which creates a broad legal gray zone potentially justifying anticipatory cyber operations in air and space under the guise of self-defence. Navigating through this nearly unexplored territory of international law, the study contributes original insight into the cyber-air-space nexus through cross-sector collaboration in the light of the increasing digitization of aviation and space activities in order to address the current cybersecurity concerns