National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Το Μητροπολιτικό σύστημα διοίκησης της Ορθόδοξης Εκκλησίας: ιστορική, νομική και κανονική προσέγγιση
Η παρούσα μελέτη εξετάζει το Μητροπολιτικό σύστημα διοίκησης της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό ιστορική, κανονική και νομική οπτική. Η ταυτοτική σύνδεση επισκόπου και τοπικής εκκλησίας στην Θεία Ευχαριστία καθώς και ο σύνδεσμος των τοπικών εκκλησιών εν Χριστώ και μεταξύ τους διαμορφώνουν τον συνοδικό χαρακτήρα του εκκλησιαστικού πολιτεύματος και συγκροτούν την θεολογική βάση του προς πραγμάτευση ζητήματος. Ιστορικά, το Μητροπολιτικό σύστημα αναπτύχθηκε επί τη βάσει της αρχής της εδαφικής γειτνιάσεως, όντας παρακολουθηματικό στην πολιτική οργάνωση και διαίρεση του κράτους. Πλειάδα ιεροκανονικών διατάξεων ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των επισκόπων κάθε εκκλησιαστικής επαρχίας, τον ρόλο του μητροπολίτη και το πλαίσιο λειτουργίας της επαρχιακής συνόδου. Η ανάδειξη υπερμητροπολιτικών δομών συνιστά μετεξέλιξη του Μητροπολιτικού συστήματος, το οποίο όχι μόνο δεν καταργήθηκε αλλά συνυπήρξε αρμονικά με το Εξαρχικό και το Πατριαρχικό σύστημα εκκλησιαστικής διοίκησης. Εστιάζοντας στον ελλαδικό χώρο, η μακραίωνη πορεία του Μητροπολιτικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από πολυκεντρικότητα και αποκέντρωση, λαμβάνει πέρας τον 20ο αιώνα διά πολιτειακών διατάξεων και με την ανοχή της διοικούσας Εκκλησίας και δίνει την θέση του σε έναν παθογόνο διοικητικό υδροκεφαλισμό. Η εργασία καταλήγει προτάσσοντας την επαναφορά του εν λόγω συστήματος στην διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Εκκλησίας της Κρήτης ενόψει του εξορθολογισμού της εκκλησιαστικής διοίκησης, της ενδυνάμωσης του ποιμαντικού ρόλου της Εκκλησίας και της συμπόρευσής της με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα διοικητικής αποκέντρωσης και πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.This study examines the Metropolitan administrative system of the Orthodox Church from a historical, canonical and legal perspective. The identity link between the bishop and the local church in the Holy Communion, as well as the connection between local churches in Christ and among themselves, shape the synodal character of the ecclesiastical political system and form the theological basis for addressing the issue. Historically, the Metropolitan system developed on the basis of the principle of territorial proximity, following the political organization and division of the state. A plethora of canonical provisions regulate the relations between the bishops of each ecclesiastical province, the role of the metropolitan, and the framework for the operation of the provincial synod. The emergence of hypermetropolitan structures constitutes only an evolution of the Metropolitan system, which was not abolished but coexisted harmoniously with the Exarchic and Patriarchal systems of ecclesiastical administration. Focusing on Greece, the long history of the Metropolitan system, which is characterized by polycentricity and decentralization, came to an end in the 20th century through state provisions and with the tolerance of the ruling Church, giving way to a pathogenic administrative hydrocephalus status. The paper concludes by proposing the reinstatement of this system in the administration of the Church of Greece and the Church of Crete with a view to rationalizing ecclesiastical administration, strengthening the pastoral role of the Church, and bringing it into line with contemporary European standards of administrative decentralization and multi-level governance
Le mécanisme du renvoi préjudiciel en tant qu'instrument d’accès effectif au juge administratif
Ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της διοικητικής δράσης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολυεπίπεδος. Δεδομένης της κατά κύριο λόγο αποκεντρωμένης διοικητικής εκτέλεσης του δικαίου της EE, ο καθορισμός διαδικαστικών ρυθμίσεων, ελλείψει σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας, με σκοπό την εξασφάλιση των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες έλκουν από το δίκαιο αυτό εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη έκαστου κυρίαρχου κράτους μέλους. Η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής (άρθρο 267 ΣΛΕΕ), ακρογωνιαίος λίθος του δικαιοδοτικού συστήματος των Συνθηκών και καταλύτης της σημερινής Ένωσης Δικαίου, είναι εκείνο πλέον το δικονομικό «εργαλείο» διαλόγου και συνεργασίας κάθε ενωσιακού δικαστή με το ΔΕΕ το οποίο καθιστά δυνατό, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο της συμφωνίας των ως άνω εθνικών διαδικαστικών κανόνων με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (principe de protection juridictionnelle effective). Με αυτήν την αφετηρία, το παρόν mémoire εξετάζει κατά πόσον οι κανόνες του γαλλικού κι ελληνικού διοικητικού δικονομικού δικαίου περί αρμοδιότητας των δικαστηρίων και παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων έχουν ανακατασκευαστεί δια της προδικαστικής παραπομπής. Η συγκριτική έρευνα καταπιάνεται προπαντός με τις προδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου που έχουν εκδοθεί επί ερωτημάτων του γαλλικού Conseil d’État και του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας υπό την εν λόγω ειδικότερη οπτική – της «πρόσβασης» στο διοικητικό δικαστή. Ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής αναδεικνύει την απαιτούμενη για την ικανοποίηση του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας in concreto πλαστικότητα των καταρχήν άκαμπτων δικονομικών προβλέψεων σχετικά με την κατάργηση της ακυρωτικής δίκης, την προθεσμία άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως στις περιβαλλοντικές διαφορές και, κυρίως, το έννομο συμφέρον των ενδιαφερομένων ή των προσφερόντων σε ιδιάζουσες πτυχές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Τα εγγενή όρια του μηχανισμού, τόσο σε πρακτικό-δικονομικό όσο και σε αξιολογικό-θεσμικό επίπεδο, παραμένουν απροσπέλαστα σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα ευθείας δικαστικής προσβολής των πράξεων του ηπίου ή, άλλως, χαλαρού δικαίου (droit souple). Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος, η προσέγγιση της γαλλικής νομολογίας ευθυγραμμίζεται πληρέστερα με τις σύγχρονες επιταγές της αρχής της νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου συνολικά.Judicial review of the legality of administrative action in the Member States of the European Union operates on multiple levels. Given the predominantly decentralised implementation of EU law, national legal orders retain competence, in the absence of relevant EU legislation, to lay down procedural rules governing access to courts. That procedural autonomy, however, is subject to compliance with the general principle of effective judicial protection. The preliminary ruling procedure, as a cornerstone of the EU judicial system, provides the Court of Justice of the European Union with the means to ensure the uniform application of EU law and to examine whether national procedural rules comply with it. Building on this role, the present mémoire examines whether the rules of French and Greek administrative procedural law governing judicial jurisdiction and the admissibility of legal remedies have been reconfigured through the preliminary ruling mechanism. Adopting a comparative and empirical approach, it analyses all preliminary rulings delivered by the CJEU in response to references from the French Conseil d’État and the Greek Symvoulio tis Epikrateias from this specific perspective – that of "access" to the administrative courts. The findings indicate that the preliminary ruling procedure has introduced a degree of procedural flexibility, particularly in the fields of environmental law and public procurement, in order to safeguard effective judicial protection in concreto. At the same time, they highlight the inherent limitations of the mechanism with regard to the direct judicial review of soft law. Overall, the impact of the procedure under Article 267 TFEU on access to administrative justice is tangible, but remains partial and context-dependent
Φυλλοειδείς όγκοι μαστού: ανασκόπηση βιβλιογραφίας
Οι φυλλοειδείς όγκοι του μαστού αποτελούν σπάνια ινοεπιθηλιακά νεοπλάσματα που περιλαμβάνουν στοιχεία τόσο επιθηλιακής όσο και μεσεγχυματικής προέλευσης, παρουσιάζοντας ευρύ φάσμα βιολογικής συμπεριφοράς – από καλοήθεις έως κακοήθεις μορφές. Η διάγνωσή τους παρουσιάζει προκλήσεις λόγω της ιστολογικής ποικιλομορφίας και της ομοιότητάς τους με άλλες νοσολογικές οντότητες, ενώ η θεραπευτική τους προσέγγιση παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Αν και υφίστανται κατευθυντήριες οδηγίες από διεθνείς οργανισμούς, η απουσία προοπτικών, τυχαιοποιημένων μελετών και η ετερογένεια στην κλινική πρακτική δεν επιτρέπουν την καθιέρωση ενοποιημένων και ευρέως αποδεκτών θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύγχρονη γνώση σχετικά με την ταξινόμηση, τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση των φυλλοειδών όγκων, δίνοντας έμφαση σε προγνωστικούς δείκτες όπως η κυτταροβρίθεια του στρώματος, ο βαθμός κυτταρικής ατυπίας, η μιτωτική δραστηριότητα και το εύρος των χειρουργικών ορίων. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στις κακοήθεις μορφές, οι οποίες σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο τοπικής υποτροπής και αιματογενούς μετάστασης. Η χειρουργική εξαίρεση με ευρεία όρια εκτομής παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας. Η επικουρική ακτινοθεραπεία ενδέχεται να έχει ρόλο σε περιπτώσεις υποτροπών ή όγκων υψηλού κινδύνου, ενώ οι συστηματικές θεραπείες παραμένουν σε πειραματικό στάδιο, στηριζόμενες κυρίως στα θεραπευτικά πρωτόκολλα που εφαρμόζονται για τα σαρκώματα των μαλακών μορίων. Η πρόοδος στη μοριακή γενετική, με την ανίχνευση μεταλλάξεων όπως MED12 και TERT, δημιουργεί προοπτικές για στοχευμένες και εξατομικευμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις. Παρά τις πρόσφατες εξελίξεις, παραμένουν σημαντικά κενά τόσο στη βιβλιογραφία όσο και στην καθημερινή κλινική πράξη. Η ανάγκη για διεθνείς συνεργασίες, καλά σχεδιασμένες προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες και ένταξη των φυλλοειδών όγκων σε κλινικές δοκιμές στο πλαίσιο της εξατομικευμένης ιατρικής είναι επιτακτική, ώστε να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο, τεκμηριωμένο και προσαρμοσμένο στις ανάγκες του ασθενούς θεραπευτικό πλαίσιο.Phyllodes tumors are rare fibroepithelial breast neoplasms that exhibit a wide range of histologic features and biological behaviors, from benign to malignant. Their diagnosis and management are challenging because of histological similarities with other lesions, unpredictable clinical progression, and the absence of standardized treatment guidelines. This dissertation compiles current evidence on the classification, diagnosis, and treatment options for phyllodes tumors, focusing on prognostic factors such as stromal cellularity, mitotic activity, tumor margins, and stromal overgrowth. Particular attention is given to the clinical significance of malignant subtypes, including risks of local recurrence, distant metastasis, and potential sarcomatous transformation. Treatment mainly involves surgical removal, with the role of additional therapies, especially radiotherapy, being increasingly recognized in high-risk or recurrent cases. Systemic therapies remain experimental, guided by retrospective data and parallels with soft tissue sarcomas. New molecular insights, including MED12 and TERT mutations and rare actionable changes like NTRK fusions, point toward a shift to personalized, biomarker-driven strategies. Despite significant progress, important gaps remain in evidence-based management. This work emphasizes the need for collaborative research efforts, molecular registries, and including phyllodes tumors in precision oncology trials. Moving forward, advancing personalized care will rely on better diagnostic consistency, molecular profiling, and fair access to innovative treatments
Η ασφάλεια των υπολογιστών (Cyber Security) με την τεχνολογία Blockchain, σε εφαρμογές Internet of Things
To Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT) αποτελεί μια τεχνολογία η οποία πλέον συμμετέχει ενεργά στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Υπάρχουν πολυάριθμες εφαρμογές, των οποίων τα πλεονεκτήματα απολαμβάνει ο άνθρωπος, όπως τα έξυπνα σπίτια και πόλεις, η λιγότερο χρονοβόρα γραφειοκρατία, ακόμα και στον αγροτικό τομέα και τον τομέα της υγείας. Η ραγδαία αύξηση της χρήσης αυτών των καινοτόμων συσκευών IoΤ, μπορεί να έχει διευκολύνει τις καθημερινές εργασίες των ανθρώπων, ωστόσο έχει αυξήσει και τις ανησυχίες σχετικά με την κυβερνοασφάλεια και γενικότερα την προστασία των δεδομένων. Το Blockchain, αποτελεί μια σημαντική καινοτόμο τεχνολογία που λειτουργεί ως ένα κατανεμημένο και αμετάβλητο ψηφιακό βιβλίο καταγραφών (ledger), όπου οι πληροφορίες αποθηκεύονται σε διαδοχικά «μπλοκ» που συνδέονται μεταξύ τους. Η κατανομή σημαίνει ότι τα δεδομένα δεν φυλάσσονται σε έναν μόνο υπολογιστή, αλλά αντιγράφονται και διατηρούνται σε πολλούς υπολογιστές ταυτόχρονα (δίκτυο). Για το λόγο αυτό, αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για την εξασφάλιση της ιδιωτικότητας και της ασφάλειας των δεδομένων. Οι εφαρμογές IoT που εμπεριέχουν τη λειτουργία blockchain προσφέρουν διάφορα οφέλη στον εκάστοτε χρήστη, όπως η διαφάνεια και η ακεραιότητα των δεδομένων. Μέσα από την παρούσα πτυχιακή εργασία, θα γίνει μια βιβλιογραφική ανασκόπηση των τελευταίων αναφορών σχετικά με την κυβερνοασφάλεια των IoT εφαρμογών καθώς και τις προκλήσεις που έχουν προκύψει. Απαρτίζεται από 3 βασικά κεφάλαια: την ασφάλεια των IoT συσκευών, την ασφάλεια που παρέχει το blockchain και τη γενικότερη ασφάλεια των δεδομένων που συνδέονται στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, στο τέλος της εργασίας προτείνονται πεδία για περεταίρω έρευνα και προτάσεις για την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας.The Internet of Things (IoT) is a technology that is now actively involved in people's everyday lives. There are numerous applications whose benefits people enjoy, such as smart homes and cities, less time-consuming bureaucracy, and even in the agricultural and health sectors. The rapid increase in the use of these innovative IoT devices may have made people's daily tasks easier, but it has also raised concerns about cybersecurity and data protection in general. Blockchain is an important innovative technology that functions as a distributed and immutable digital ledger, where information is stored in sequential "blocks" that are linked together. Distributed means that data is not stored on a single computer, but is copied and stored on multiple computers simultaneously (network). For this reason, it is an important tool for ensuring data privacy and security. IoT applications that incorporate blockchain functionality offer various benefits to the user, such as transparency and data integrity. This thesis will provide a literature review of the latest reports on the cybersecurity of IoT applications and the challenges that have arisen. It consists of three main chapters: the security of IoT devices, the security provided by blockchain, and the general security of data connected to the Internet. At the end of the paper, areas for further research and suggestions for strengthening cybersecurity are proposed
Κολυμβητική επίδοση και χαρακτηριστικά χεριάς σε προπόνηση 10χ 100 μέτρων ελεύθερο σε δυο θερμοκρασίες νερού
Αυτή η μελέτη διερευνά την απόδοση και τα χαρακτηριστικά της κολύμβησης των κολυμβητών κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης 10 x 100 μέτρων ελεύθερο στυλ σε δύο διαφορετικές θερμοκρασίες νερού: θερμό (31,37 ± 0,62°C) και θερμοουδέτερο (28,51 ± 0,39°C). Επτά άνδρες αγωνιστικοί κολυμβητές συμμετείχαν στη μελέτη, εκτελώντας το πρωτόκολλο προπόνησης και στις δύο συνθήκες με περίοδο αποκατάστασης 72 ωρών μεταξύ των συνεδριών. Μετρήθηκαν βασικές μετρήσεις απόδοσης, όπως ο ρυθμός χεριάς (SR), το μήκος χεριάς (SL), ο δείκτης χεριάς (SI) και οι συνολικοί χρόνοι κολύμβησης. Επιπλέον, συλλέχθηκαν ανθρωπομετρικά δεδομένα όπως το ποσοστό σωματικού λίπους, ο ΔΜΣ και το πάχος των δερματοπτυχών για να διερευνηθεί η σχέση τους με την κολυμβητική απόδοση. Οι στατιστικές αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένων των t-tests και ANOVA που διεξήχθησαν σε επίπεδο σημαντικότητας p < 0,05, αποκάλυψαν αρκετά σημαντικά ευρήματα. Οι χρόνοι απόδοσης στα 100 μέτρα ελεύθερο ήταν σημαντικά μεγαλύτεροι σε συνθήκες θερμού νερού σε σύγκριση με το θερμοουδέτερο νερό, υποδηλώνοντας μια πιθανή θερμική επίδραση στη απόδοση κολύμβησης. Επιπλέον, το ύψος έδειξε μια στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση με τον χρόνο ολοκλήρωσης των 100 μέτρων, υποδηλώνοντας ότι οι ψηλότεροι αθλητές είχαν την τάση να ολοκληρώνουν την απόσταση πιο γρήγορα. Αντίθετα, το σωματικό βάρος παρουσίασε σημαντική θετική συσχέτιση με τον χρόνο που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση έξι χεριών κατά τη διάρκεια των δοκιμών των 50 μέτρων, υποδηλώνοντας ότι η αυξημένη σωματική μάζα μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της αποτελεσματικότητας των χεριών ή στη μεγαλύτερη υδροδυναμική αντίσταση υπό τις συνθήκες της δοκιμής. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η προπόνηση σε θερμό προς ουδέτερο νερό πιθανό να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της χεριάς και τις συνολικές επιδόσεις, ιδίως για αγωνίσματα μικρών αποστάσεων. Η μελέτη παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για προπονητές και αθλητές, τονίζοντας τον ρόλο των περιβαλλοντικών παραγόντων στη βελτιστοποίηση της απόδοσης στην κολύμβηση. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να διερευνήσει τις μακροπρόθεσμες προσαρμογές στην προπόνηση στο θερμοουδέτερο νερό και να συμπεριλάβει ένα πιο ποικιλόμορφο δείγμα για τη γενίκευση των ευρημάτων.This study investigates the performance, and stroke characteristics of swimmers during a 10 x 100 meters freestyle training session in two different water temperatures: warm (31.37 ± 0.62°C) and neutral (28.51 ± 0.39°C). Seven male competitive swimmers participated in the study, performing the training protocol in both conditions with a 72-hour recovery period between sessions. Key performance metrics, including stroke rate (SR), stroke length (SL), stroke index (SI), and overall swim times, were measured. Additionally, anthropometric data such as body fat percentage, BMI, and skinfold thickness were collected to explore their relationship with swimming performance. Statistical analyses, including t-tests and ANOVA conducted at a significance level of p < 0.05, revealed several meaningful findings. Performance times in the 100-meter freestyle were significantly longer under warm water conditions compared to neutral water, indicating a potential thermal effect on sustained swimming performance. Furthermore, height demonstrated a statistically significant negative correlation with 100-meter completion time, suggesting that taller athletes tended to finish the distance more quickly. Conversely, body weight exhibited a significant positive correlation with the time required to complete six strokes during 50-meter trials, implying that increased body mass may contribute to reduced stroke efficiency or greater hydrodynamic resistance under the tested conditions. The findings suggest that training in neutral water may enhance stroke efficiency and overall performance, particularly for short-distance events. The study provides valuable insights for coaches and athletes, emphasizing the role of environmental factors in optimizing swimming performance. Future research should explore long-term adaptations to neutral water training and include a more diverse sample to generalize the findings
«ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ ΩΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ»
Η παρούσα εργασία διερευνά την παιδαγωγική αξιοποίηση των προσκυνηματικών τόπων ως πεδίων βιωματικής μάθησης στο πλαίσιο της Θρησκευτικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Βασιζόμενη σε σύγχρονες θεωρίες βιωματικής μάθησης, μουσειοπαιδαγωγικής και υπαίθριας αγωγής, η μελέτη επιχειρεί να αναδείξει τον προσκυνηματικό τόπο ως αυθεντικό μαθησιακό περιβάλλον, στο οποίο η γνώση συνδέεται οργανικά με το βίωμα, την εμπειρία και τον προσωπικό αναστοχασμό των μαθητών. Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η σύγχρονη παιδαγωγική στροφή προς βιωματικές, διερευνητικές και μαθητοκεντρικές μορφές μάθησης, καθώς και η ανάγκη σύνδεσης της σχολικής γνώσης με αυθεντικά πολιτισμικά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Σε θεωρητικό επίπεδο, η εργασία στηρίζεται στις αρχές της βιωματικής μάθησης, καθώς και σε σύγχρονες προσεγγίσεις μάθησης βάσει τόπου (place-based learning). Παράλληλα, εξετάζεται ο ρόλος της Θρησκευτικής Αγωγής στο Δημοτικό Σχολείο και οι κατευθύνσεις του ισχύοντος Προγράμματος Σπουδών, με έμφαση στην καλλιέργεια θρησκευτικού γραμματισμού και στη βιωματική προσέγγιση της γνώσης. Το ερευνητικό μέρος της εργασίας υλοποιείται μέσω ποιοτικής μελέτης περίπτωσης στην Ιερά Μονή Κουδουμά, στο πλαίσιο θερινού σχολείου με τη συμμετοχή μαθητών των τάξεων Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού, καθώς και συνοδών, φοιτητών και εκπαιδευτικού προσωπικού. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο και με ποιους τρόπους η οργανωμένη παιδαγωγική αξιοποίηση ενός προσκυνηματικού τόπου μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση θρησκευτικών εννοιών, στην καλλιέργεια στάσεων και αξιών και στη σύνδεση της σχολικής γνώσης με την προσωπική εμπειρία των μαθητών. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι ο προσκυνηματικός τόπος μπορεί να λειτουργήσει ως αυθεντικό μαθησιακό περιβάλλον, ενεργοποιώντας γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές διεργασίες των μαθητών. Παράλληλα, αναδεικνύεται ότι η μαθησιακή αξία της εμπειρίας δεν είναι αυτονόητη, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον παιδαγωγικό σχεδιασμό, τη διαμεσολάβηση του εκπαιδευτικού και τη συστηματική επεξεργασία της εμπειρίας στο σχολικό πλαίσιο. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προσκυνηματικοί τόποι μπορούν να αξιοποιηθούν γόνιμα στη Θρησκευτική Αγωγή ως πεδία βιωματικής μάθησης, υπό συγκεκριμένες παιδαγωγικές προϋποθέσεις. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζονται τα όρια της μελέτης περίπτωσης και επισημαίνεται η ανάγκη περαιτέρω έρευνας στον συγκεκριμένο τομέα.The present study explores the pedagogical utilization of pilgrimage sites as fields of experiential learning within the framework of Religious Education in Primary Education. Drawing upon contemporary theories of experiential learning, museum pedagogy, and outdoor education, the study seeks to highlight the pilgrimage site as an authentic learning environment, where knowledge is organically linked to students’ lived experience and personal reflection. The study is prompted by the modern pedagogical shift toward experiential, inquiry-based, and learner-centered forms of learning, as well as the necessity of connecting school-based knowledge with authentic cultural and social environments. On a theoretical level, the paper is grounded in the principles of experiential learning and modern place-based learning approaches. Concurrently, it examines the role of Religious Education in Primary School and the directives of the current Curriculum, with an emphasis on fostering religious literacy and an experiential approach to knowledge. The research component of the study is implemented through a qualitative case study at the Holy Monastery of Koudouma, conducted within the context of a summer school. Participants included students from the 4th, 5th, and 6th grades of Primary School, alongside chaperones, university students, and teaching staff. The central research question examines to what extent and in what ways the organized pedagogical utilization of a pilgrimage site can contribute to the understanding of religious concepts, the cultivation of attitudes and values, and the bridging of school knowledge with students' personal experience. The research findings indicate that pilgrimage sites can function as authentic learning environments, activating students' cognitive, emotional, and social processes. Furthermore, it is highlighted that the learning value of the experience is not self-evident but depends significantly on pedagogical design, teacher mediation, and the systematic processing of the experience within the school context. The study concludes that pilgrimage sites can be fruitfully utilized in Religious Education as fields of experiential learning, provided that specific pedagogical conditions are met. Finally, the limitations of the case study are acknowledged, and the need for further research in this specific field is emphasized
Feminised AI and the Technologies of Effacement: How Border Bureaucracy Redefines Care and Control in Migration Governance
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο της έμφυλα θηλυκοποιημένης τεχνητής νοημοσύνης στη διακυβέρνηση της μετανάστευσης, εστιάζοντας στο πώς τα έμφυλα ρομπότ λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλεία και ως σύμβολα καινοτομίας, φροντίδας και φαινομενικά ουδέτερης αποτελεσματικότητας. Μελετώντας ως μελέτη περίπτωσης τη Sophia the Robot, και ειδικότερα την εμφάνισή της ως «πρέσβειρα βέλτιστων πρακτικών» στο περίπτερο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου κατά την 88η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (Σεπτέμβριος 2024), διερευνώ τον τρόπο με τον οποίο ένα ανθρωπόμορφο ρομπότ εμπλέκεται στον πολιτικό λόγο και στα φαντασιακά των συνόρων. Παρότι η χρήση της ΤΝ στη διακυβέρνηση της μετανάστευσης δεν είναι νέα, η συγκεκριμένη περίπτωση ξεχωρίζει λόγω του τρόπου με τον οποίο μια θηλυκοποιημένη ανθρωπόμορφη μορφή συμβάλλει στη συγκρότηση ενός πλαισίου όπου ο τεχνολογικός έλεγχος παρουσιάζεται ως ανθρωπιστική βοήθεια. Η Sophia δεν επεξεργάζεται αιτήματα ασύλου ούτε φυλάσσει σύνορα, ωστόσο τοποθετείται στο κέντρο μιας αφήγησης που υποστηρίζει ότι η ΤΝ μπορεί να προβλέπει μεταναστευτικές ροές, να ανιχνεύει ασθένειες, να αξιολογεί πολέμους και να υποστηρίζει ασυνόδευτους ανηλίκους. Το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που το ρομπότ πράγματι κάνει και σε αυτό που λέγεται ότι κάνει αποτελεί τον πυρήνα της ανάλυσής μου. Αντλώντας από τις φεμινιστικές σπουδές της τεχνολογίας και την κριτική βιβλιογραφία για τη διακυβέρνηση της μετανάστευσης, ιχνηλατώ πώς η Sophia κινητοποιείται ώστε να επιτελέσει πολιτικό έργο, αναπλαισιώνοντας έτσι πρακτικές φροντίδας και ελέγχου ως αποτελεσματικές, σύγχρονες και αποπολιτικοποιημένες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τεχνολογίες επιτήρησης και ταξινόμησης κανονικοποιούνται και καθίστανται επιθυμητές. Η μελέτη διερωτάται τι σημαίνει το γεγονός ότι τα συστήματα ΤΝ σχεδιάζονται ώστε να μοιάζουν με γυναίκες και να μιλούν τη γλώσσα της ενσυναίσθησης, ενώ τελικά υπηρετούν θεσμούς αποκλεισμού και ελέγχου. Αντί να αξιολογώ τις τεχνικές δυνατότητες της Sophia ή να συζητώ την «ευφυΐα» της, την αντιμετωπίζω ως ένα πολιτισμικό και πολιτικό τεχνούργημα που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Μέσα από την ανάλυση της δημοσιογραφικής κάλυψης, επίσημων εγγράφων και δημόσιων εμφανίσεων, διερευνώ τι σημαίνει η παρουσίασή της ως «πρόσωπο» της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής και τι αποκαλύπτει αυτό για το πώς το κράτος φαντάζεται την τεχνολογική πρόοδο, τον ανθρωπισμό και το μεταναστευτικό υποκείμενο.This thesis examines the role of feminised artificial intelligence in migration governance, focusing on how gendered robots operate both as tools and as symbols of innovation, care, and ostensibly neutral efficiency. Using Sophia the Robot as a case study, and in particular her appearance as “ambassador of best practices” at the Ministry of Migration and Asylum’s pavilion during the 88th Thessaloniki International Fair (September, 2024), I explore how a humanoid robot becomes entangled in policy discourse and border imaginaries. While AI in migration governance is not new, this case stands out for the way a feminised humanoid figure helps frame technological control as humanitarian aid. Sophia does not process asylum claims or guard borders, yet she is placed at the center of a narrative that suggests AI can forecast migration flows, detect diseases, evaluate wars, and support unaccompanied minors. This gap between what the robot does and what she is claimed to do forms the core of my analysis. Drawing on feminist technology studies and critical migration governance literature, I trace how Sophia is mobilised to perform political work, thus recasting practices of care and control as efficient, modern, and depoliticised. In this process, technologies of surveillance and classification are normalised and made to appear desirable. The study asks what it means when AI systems are designed to look like women and speak the language of empathy, while ultimately serving institutions of exclusion and control. Rather than evaluating Sophia’s technical capacities or debating her “intelligence,” I take her seriously as a cultural and political artefact. Through analysis of media coverage, official documents, and public appearances, I investigate what it means for Sophia to be presented as “the face” of Greek migration policy, and what this reveals about how the state imagines technological progress, humanitarianism, and the migrant subject
Το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα και στα ιδιωτικά που φυλάσσονται από δημόσιες υπηρεσίες
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο ελληνικό δίκαιο, και επιχειρεί να αναλύσει τη βαρύνουσα σημασία του για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της λογοδοσίας της δημόσιας διοίκησης, κατοχυρώνοντας συνάμα, την προστασία του πολίτη έναντι της διοικητικής αυθαιρεσίας. Η μελέτη παρουσιάζει το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα, τα όρια και τις εξαιρέσεις του, καθώς και τις διαδικασίες που προβλέπονται για την προστασία του πολίτη σε περίπτωση άρνησης της Διοίκησης. Παράλληλα, εξετάζονται οι δυνατότητες διοικητικού και δικαστικού ελέγχου, ως μέσα προάσπισης του δικαιώματος. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον ρόλο του Εισαγγελέα, ο οποίος, μέσω της αρμοδιότητας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 29 παρ. 4 περ. β’ του Ν. 4938/2022, αναδεικνύεται σε κρίσιμο θεσμό ταχείας και αποτελεσματικής προστασίας του δικαιώματος. Η εισαγγελική παραγγελία για χορήγηση εγγράφων λειτουργεί ως μηχανισμός άμεσης παρέμβασης, ικανός να άρει συγκρούσεις μεταξύ διοίκησης και πολιτών, να παρακάμπτει χρονοβόρες διαδικασίες ελέγχου και να διασφαλίζει την πρακτική εφαρμογή του δικαιώματος πρόσβασης. Μέσα από τη νομολογία και την πράξη αποδεικνύεται ότι η εισαγγελική αρμοδιότητα δεν εξαντλείται σε τυπικό επίπεδο, αλλά ενισχύει ουσιαστικά την εμπιστοσύνη του πολίτη προς τη Διοίκηση και συμβάλλει στην ενδυνάμωση του κράτους δικαίου. Η μελέτη καταλήγει, με την αναφορά στην πρόσφατη ενίσχυση και στον εκσυγχρονισμό, που έχει υποστεί ο θεσμός αυτός διά της αντικατάστασης του α. 5 ΚΔΔιας, βασικής διάταξης που προβλέπει και ρυθμίζει την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Οι μεταβολές που έχει υποστεί η εν λόγω διάταξη κρίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη τόσο στον πολίτη όσο και στη δημόσια διοίκηση, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος, απαραίτητου για τη λειτουργία μιας σύγχρονης δημοκρατίας.Abstract This thesis examines the right of access to public documents as enshrined in Greek law and seeks to analyze its crucial importance in ensuring transparency and accountability within public administration, while simultaneously safeguarding citizens against administrative arbitrariness. The study presents the regulatory framework governing access to public documents, its limitations and exceptions, as well as the procedures established for the protection of citizens in cases where access is denied by the Administration. It also explores the available mechanisms of administrative and judicial review as means of safeguarding this right. Particular emphasis is placed on the role of the Public Prosecutor, who, through the competence conferred by Article 29 §4(b) of Law 4938/2022, emerges as a key institution for the prompt and effective protection of the right. The prosecutorial order for the disclosure of documents operates as a mechanism of immediate intervention, capable of resolving conflicts between the administration and citizens, bypassing time-consuming review procedures, and ensuring the practical enforcement of the right of access. Jurisprudence and practice demonstrate that prosecutorial powers in this context are not merely formal but substantially enhance citizens’ trust in public administration and strengthen the rule of law. The study concludes by referring to the recent reinforcement and modernization of this institution through the amendment of Article 5 of the Code of Administrative Procedure — the fundamental provision that defines and regulates the exercise of this right. The changes introduced by this reform are deemed capable of providing significant benefits both to citizens and to public administration, ensuring the unhindered exercise of a fundamental right that is essential for the proper functioning of a modern democratic state
Η προστασία της βιοποικιλότητας και το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ
Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση και ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο προστατεύεται η βιοποικιλότητα στο σύγχρονο νομικό πλαίσιο, με έμφαση τόσο στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο εθνικό δίκαιο. Η ανάλυση πραγματοποιείται μέσω συστηματικής επισκόπησης της ισχύουσας νομοθεσίας και της σχετικής νομολογίας, οι οποίες διαμορφώνουν το θεσμικό υπόβαθρο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και των οικοσυστημάτων. Περαιτέρω, υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και της μετάβασης σε ένα βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο, η εργασία εξετάζει το θεσμικό πλαίσιο προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως αυτό αναπτύσσεται στο ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα σημεία αλληλεπίδρασης και ενδεχόμενης σύγκρουσης μεταξύ της προστασίας της βιοποικιλότητας και της ανάπτυξης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Υπό το φως των δύο αυτών θεσμικών πλαισίων, αναλύεται ο ρόλος της αρχής της προφύλαξης, η οποία διατρέχει το σύνολο του περιβαλλοντικού δικαίου και λειτουργεί ως βασικό νομικό εργαλείο περιβαλλοντικής προστασίας. Μέσα από την αρχή αυτή αναδεικνύεται η ανάγκη στάθμισης μεταξύ αντικρουόμενων έννομων αγαθών, με στόχο της επίτευξη μιας ισορροπημένης και βιώσιμης προσέγγισης που συνδυάζει την προστασία της βιοποικιλότητας με την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.The purpose of the present master’s thesis is to examine and highlight the manner in which biodiversity is protected within the contemporary legal framework, with particular emphasis on European Union law and national law. The analysis is carried out through a systematic review of the applicable legislation and relevant case law, which together shape the institutional framework for the protection of the environment and ecosystems. Furthermore, in light of climate change and the growing need to transition towards a sustainable energy model, the thesis analyses the institutional framework for the promotion of renewable energy sources, as developed of renewable energy projects. In view of these two institutional frameworks, the role of the precautionary principle is examined, as it permeates the entire body of environmental law and functions as a key legal instrument for environmental protection. Through this principle, the need to balance competing legal interests in highlighted, with the aim of achieving a balanced and sustainable approach that reconciles biodiversity protection with the promotion of renewable energy sources
Κριτικός Στατιστικός Γραμματισμός και Ανάπτυξη Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο των μαθηματικών – και ειδικότερα της στατιστικής – στην ευαισθητοποίηση των μαθητών απέναντι σε περιβαλλοντικά φαινόμενα, με έμφαση στις δασικές πυρκαγιές. Η μελέτη στηρίζεται στη θεωρητική βάση του μαθηματικού και στατιστικού γραμματισμού, καθώς και στις αρχές της εκπαίδευσης για τον ενεργό πολίτη. Στόχος της είναι να διερευνήσει κατά πόσο η χρήση πραγματικών στατιστικών δεδομένων και η ενεργή εμπλοκή των μαθητών με γραφήματα, πηγές και αριθμούς, μπορεί να συμβάλει στην κριτική κατανόηση και ενεργή στάση τους απέναντι στο κοινωνικό-οικολογικό φαινόμενο των πυρκαγιών. Η έρευνα ακολουθεί ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση με χαρακτηριστικά μελέτης περίπτωσης. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα είναι τέσσερις μαθητές Β’ Λυκείου. Στους μαθητές δόθηκε ένα μαθηματικό έργο που σχεδίαση η ερευνήτρια στο θέμα των Δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα. Η συλλογή των ερευνητικών δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω παρατήρησης και ηχογράφησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ενώ η ανάλυση βασίστηκε στη μέθοδο της Θεματικής Ανάλυσης. Το θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης βασίστηκε στις τρεις διαστάσεις της περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης των Wintz et al. (2020). Οι διαστάσεις αυτές είναι : γνώση και κατανόηση, στάσεις και συμπεριφορές, καθώς και συμμετοχή και δράση. Η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση μπορεί να νοηθεί ως η αναστοχαστική στάση του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον του και στον ρόλο που διαδραματίζει σε αυτό σύμφωνα με τους Thor & Karlsudd (2020). Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι μαθητές ενεργοποιήθηκαν τόσο σε γνωστικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο μέσα από τη χρήση στατιστικών εργαλείων. Συγκεκριμένα, ανέπτυξαν δεξιότητες αναζήτησης και επεξεργασίας δεδομένων, έγιναν προσπάθειες ώστε να αξιολογήσουν την εγκυρότητα των πηγών και αξιοποίησαν γραφήματα και άλλες μορφές οπτικοποίησης, παρόλο που σε κάποια σημεία συνάντησαν δυσκολίες, όπως με τις μονάδες μέτρησης. Ταυτόχρονα, οι αριθμοί άρχισαν να αποκτούν για εκείνους ένα διαφορετικό βάρος καθώς μετατράπηκαν σε αφορμή για προβληματισμό, φόβο και ανησυχία για το μέγεθος του φαινομένου. Από τη συζήτηση προέκυψαν ιδέες δράσης, που κινήθηκαν τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό. Έτσι, μέσα από τη μαθηματική δραστηριότητα ενός πραγματικού ζητήματος, οι μαθητές έκαναν ένα πρώτο βήμα προς μια πιο υπεύθυνη στάση απέναντι στην κοινωνία και το περιβάλλον. Συνολικά, η εργασία καταδεικνύει τη δυναμική των μαθηματικών ως εργαλείο ευαισθητοποίησης και κριτικής παιδείας και προτείνει την ενσωμάτωση αυθεντικών κοινωνικών θεμάτων στη διδασκαλία της στατιστικής, στο πλαίσιο της εκπαίδευσης για τον ενεργό πολίτη.This thesis examines the role of mathematics – and particularly statistics – in raising students’ awareness of environmental phenomena, with an emphasis on forest fires. The study draws on the theoretical basis of mathematical and statistical literacy, as well as on the principles of education for active citizenship. Its aim is to investigate the extent to which the use of real statistical data and the active engagement of students with graphs, sources, and numerical information can contribute to their critical understanding and active stance towards the socio-ecological phenomenon of wildfires. The research follows a qualitative methodological approach with characteristics of a case study. The participants were four second-grade high school students. They were given a mathematical task designed by the researcher, focused on the issue of forest Fires in Greece. Data collection was carried out through observation and audio recording of the educational process, while the analysis was based on the method of Thematic Analysis. The analytical framework was grounded in the three dimensions of environmental awareness described by Wintz et al. (2020): knowledge and understanding, attitudes and behavior, as well as participation and action. Environmental awareness is understood as the individual’s reflective stance towards the environment and the role one plays within it, following Thor & Karlsudd (2020). The results showed that the students were activated both cognitively and emotionally through the use of statistical tools. They developed skills in data search and processing, attempted to assess the reliability of sources, and used graphs and other forms of visualization, despite some difficulties with technical issues such as units of measurement. At the same time, numbers began to acquire a different weight for them, becoming a source of reflection, concern, and anxiety about the scale of the phenomenon. The discussions led to ideas for action, ranging from individual responses to collective initiatives. Thus, through a mathematical activity based on a real-world issue, students took a first step towards a more responsible stance towards society and the environment. Overall, the study highlights the potential of mathematics as a tool for awareness and critical education and suggests the integration of authentic social issues into the teaching of statistics, within the framework of education for active citizenship