National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η συμβολή της συναισθηματικής νοημοσύνης στη διαχείριση κρίσεων στις σχολικές μονάδες
Η συναισθηματική νοημοσύνη αποτελεί κρίσιμη δεξιότητα για τους εκπαιδευτικούς, καθώς συνδέεται με την ικανότητά τους να κατανοούν, να ρυθμίζουν και να αξιοποιούν αποτελεσματικά τα συναισθήματα, τόσο τα δικά τους όσο και των άλλων. Οι βασικές της διαστάσεις περιλαμβάνουν την αυτοεπίγνωση, την αυτορρύθμιση, την ενσυναίσθηση και τις κοινωνικές δεξιότητες, οι οποίες μπορούν να ενισχύσουν την ικανότητα διαχείρισης κρίσιμων καταστάσεων στο σχολικό περιβάλλον. Η ετοιμότητα διαχείρισης κρίσεων αναφέρεται στο σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων που απαιτούνται για την αποτελεσματική πρόληψη, αντιμετώπιση και αποκατάσταση κρίσεων που μπορεί να επηρεάσουν την ομαλή λειτουργία της σχολικής μονάδας. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τα επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης και ετοιμότητας διαχείρισης κρίσεων των εκπαιδευτικών, διερευνά πιθανές διαφορές βάσει δημογραφικών χαρακτηριστικών και αναλύει τη σχέση μεταξύ των δύο μεταβλητών. Το δείγμα αποτέλεσαν 175 εκπαιδευτικοί που συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο με κλίμακες μέτρησης της συναισθηματικής νοημοσύνης και της ετοιμότητας διαχείρισης κρίσεων, καθώς και δημογραφικά στοιχεία. Η ανάλυση των δεδομένων περιλάμβανε περιγραφική στατιστική, έλεγχο αξιοπιστίας με τον δείκτη Cronbach’s Alpha, συντελεστή συσχέτισης Pearson, γραμμική παλινδρόμηση και ανάλυση διακύμανσης (ANOVA). Τα αποτελέσματα έδειξαν υψηλά επίπεδα για τη συναισθηματική νοημοσύνη και μέτρια προς υψηλά για την ετοιμότητα διαχείρισης κρίσεων, με θετική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ τους. Η ανάλυση παλινδρόμησης επιβεβαίωσε ότι η συναισθηματική νοημοσύνη αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης της ετοιμότητας διαχείρισης κρίσεων. Εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς φύλο και την επιμόρφωση σε κρίσεις. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία ανάπτυξης δεξιοτήτων συναισθηματικής νοημοσύνης για την ενίσχυση της αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων στον χώρο της εκπαίδευσης.Emotional intelligence is a critical skill for teachers, as it relates to their ability to understand, regulate, and effectively utilize emotions, both their own and those of others. Its core dimensions include self-awareness, self-regulation, empathy, and social skills, which can enhance the capacity to manage critical situations in the school environment. Crisis management readiness refers to the combination of knowledge, skills, and attitudes required for the effective prevention, response, and recovery from crises that may disrupt the smooth functioning of a school. This study investigates the levels of emotional intelligence and crisis management readiness among teachers, explores potential differences based on demographic characteristics, and analyzes the relationship between the two variables. The sample consisted of 175 teachers who completed a questionnaire including scales measuring emotional intelligence, crisis management readiness, and demographic information. Data analysis included descriptive statistics, reliability testing using Cronbach’s Alpha, Pearson’s correlation coefficient, linear regression, and analysis of variance (ANOVA). The results indicated high levels of emotional intelligence and average to high levels of crisis management, with a positive and statistically significant correlation between them. Regression analysis confirmed that emotional intelligence is an important predictor of crisis management readiness. Statistically significant differences were identified between gender and crisis training. These findings highlight the importance of developing emotional intelligence skills to enhance effective crisis management in the educational sector
Στάσεις και γνώσεις των φοιτητών Τμήματος Δημοσίας και Κοινοτικής Υγείας Αττικής απέναντι στα άτομα της τρίτης ηλικίας
Εισαγωγή: Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δημογραφικά φαινόμενα του 21ου αιώνα, με άμεσες επιπτώσεις στην κοινωνία και στο σύστημα υγείας. Οι στάσεις και οι γνώσεις των μελλοντικών επαγγελματιών υγείας απέναντι στους ηλικιωμένους διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση του επιπέδου γνώσεων και των στάσεων των φοιτητών του Τμήματος Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας απέναντι στους ηλικιωμένους, δηλαδή των φοιτητών που πρόκειται να εργαστούν στην πρωτοβάθμια φροντίδα καθώς και σε δομές που αφορούν στην κοινότητα, απέναντι στα άτομα τρίτης ηλικίας. Υλικά-Μέθοδος: Η μελέτη ακολούθησε ποσοτική μεθοδολογία και χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο που περιλάμβανε δημογραφικά στοιχεία, ερωτήσεις γνώσεων και ερωτήσεις αξιολόγησης στάσεων. Το δείγμα αποτέλεσαν φοιτητές και φοιτήτριες διαφόρων ετών σπουδών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, αν και οι γνώσεις των φοιτητών για τη γήρανση κυμαίνονταν σε ικανοποιητικά επίπεδα (66% μέσος όρος ορθών απαντήσεων), οι στάσεις τους προς την τρίτη ηλικία ήταν συχνά ουδέτερες ή ελαφρώς θετικές. Αποτελέσματα: Η συζήτηση των αποτελεσμάτων ανέδειξε ομοιότητες με διεθνείς μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες οι φοιτητές των επιστημών υγείας εκδηλώνουν συχνά δισταγμό ή αρνητικές στάσεις απέναντι στους ηλικιωμένους, κυρίως όταν δεν έχει προηγηθεί ουσιαστική επαφή ή εκπαιδευτική παρέμβαση. Η έλλειψη διαχρονικών και βιωματικών εμπειριών, καθώς και η περιορισμένη ένταξη της γηριατρικής στο πρόγραμμα σπουδών, φαίνεται να επηρεάζουν τη στάση των φοιτητών. Η μελέτη καταλήγει στην ανάγκη ενίσχυσης της γηριατρικής εκπαίδευσης, καθώς και της προώθησης διαγενεακής επαφής και ενσυναίσθησης στους φοιτητές. Μέσα από στοχευμένες παρεμβάσεις, οι μελλοντικοί επαγγελματίες δημόσιας υγείας μπορούν να αποκτήσουν πιο θετικές στάσεις και να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ηλικιωμένων.Introduction: Population aging is one of the most significant demographic phenomena of the 21st century, with direct implications for society and healthcare systems. The attitudes and knowledge of future public health professionals toward older adults play a crucial role in the quality of services provided. Aim: The aim of the present study was to investigate the level of knowledge and the attitudes of students of the Department of Public and Community Health towards older adults, namely students who are expected to work in primary health care as well as in community-based services addressing the needs of the elderly population. Methodology: A quantitative methodology was employed using a structured questionnaire, which included demographic data, knowledge-based questions, and attitude assessments. The sample consisted of students from different academic years. The results showed that, although students demonstrated a satisfactory level of knowledge regarding aging (average correct response rate: 66%), their attitudes toward older adults were often neutral or negative. Results: The discussion highlighted similarities with international studies showing that health sciences students often exhibit hesitant or negative attitudes toward the elderly, especially in the absence of meaningful exposure or targeted education. The lack of experiential learning opportunities and insufficient integration of gerontology into the curriculum seem to influence students' perspectives. Conclusion: The study concludes that there is a pressing need to strengthen geriatric education and promote intergenerational contact and empathy. Through targeted interventions, future public health professionals can develop more positive attitudes and contribute meaningfully to improving the quality of life of older people
Η επίδραση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και του οξειδωτικού στρες στην ορθοδοντική θεραπεία - The impact of air pollution and oxidative stress on othodontic treatment
Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν πολυεπίπεδα τόσο τη γενική όσο και τη στοματική υγεία. Ιδιαίτερα τα αιωρούμενα σωματίδια (PM₂.₅, PM₁₀) μέσω του μηχανισμού πρόκλησης οξειδωτικού στρες και χρόνιας φλεγμονής επηρεάζουν πολλαπλά συστήματα του οργανισμού και συνδέονται ολοένα και περισσότερο με νόσους του στόματος. Οι ορθοδοντικοί ασθενείς, λόγω του ίδιου του βιολογικού μηχανισμού της φλεγμονής που αποτελεί βασικό παράγοντα της ορθοδοντικής μετακίνησης, υπόκεινται φυσιολογικά σε ένα επίπεδο οξειδωτικού στρες. Όταν όμως αυτό επιτείνεται από τοπικούς παράγοντες, όπως η μικροβιακή φλεγμονή των ούλων και η απελευθέρωση μεταλλικών ιόντων από τη διάβρωση των ορθοδοντικών συσκευών, σε συνδυασμό με συστηματικούς παράγοντες, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, τότε το οξειδωτικό στρες αυξάνεται σημαντικά. Η υπερβολική αυτή αντίδραση μπορεί να επηρεάσει τόσο τη διαδικασία της ορθοδοντικής μετακίνησης όσο και τη συνολική υγεία του ασθενούς. Για τον λόγο αυτό, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική η κατανόηση των μηχανισμών μέσω των οποίων η ατμοσφαιρική ρύπανση αλληλοεπιδρά με το οξειδωτικό στρες και τη στοματική υγεία των ορθοδοντικών ασθενών. Η παρούσα εργασία διερευνά τη συνισταμένη επίδραση των περιβαλλοντικών ρύπων και των ορθοδοντικών παραγόντων στη δημιουργία οξειδωτικού στρες, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες στρατηγικές πρόληψης, ελαχιστοποίησης της έκθεσης και ενίσχυσης των αντιοξειδωτικών αμυνών. Η εις βάθος κατανόηση αυτής της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας, της ασφάλειας και της συνολικής υγείας των ασθενών που λαμβάνουν ορθοδοντική θεραπεία.Air pollution is one of the most significant environmental factors affecting both general and oral health on multiple levels. In particular, airborne particulate matter (PM₂.₅, PM₁₀), through the induction of oxidative stress and chronic inflammation, impacts various physiological systems and is increasingly associated with a wide range of oral diseases. Orthodontic patients, due to the inherent biological mechanism of inflammation that underlies orthodontic tooth movement, naturally experience a baseline level of oxidative stress. When this burden is further amplified by local factors, such as microbial gingival inflammation and the release of metal ions from the corrosion of orthodontic appliances, combined with systemic factors such as air pollution, overall oxidative stress increases substantially. This excessive response may influence not only the efficiency and biology of orthodontic tooth movement but also the patient’s overall health. For this reason, understanding the mechanisms through which air pollution interacts with oxidative stress and affects oral health in orthodontic patients is of particular importance. This thesis investigates the combined impact of environmental pollutants and orthodontic factors on the development and escalation of oxidative stress, highlighting the need for targeted strategies aimed at prevention, reduction of exposure, and enhancement of antioxidant defenses. A deeper understanding of this complex interplay may contribute to improved therapeutic outcomes, increased biological safety, and better overall health for individuals undergoing orthodontic treatment
Exploring the Effectiveness of International Law in Combating Human Trafficking
Η παρούσα εργασία εξετάζει την αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, με ιδιαίτερη έμφαση στο Πρωτόκολλο του Παλέρμο, στις υποχρεώσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και στην ευθύνη κρατών. Υποστηρίζει οτι οι εννοιολογικές ασάφειες, οι αδύναμοι μηχανισμοί επιβολής, και η υπερβολική έμφαση στην ποινικοδικαιική προσέγγιση, υπονομεύουν την προστασία των θυμάτων και τους μηχανισμούς λογοδοσίας. Η εργασία συμπεραίνει ότι ενα θυματοκεντρικό, δικαιωματικά θεμελιωμένο πλαίσιο στηριγμένο στο διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων και των νέων παγκόσμιων προκλήσεων που αυτη εγείρει.This thesis explores the effectiveness of international law in combating human trafficking, with particular emphasis on the Palermo Protocol, human rights obligations, and state responsibility. It argues that definitional inconsistencies, weak enforcement, and reliance on a criminal justice approach undermine victim protection and accountability. The thesis concludes that a victim-centered, rights-based framework grounded in international human rights law is essential to address trafficking and its emerging global challenges
"Post-eros": Επιτελώντας την αυτοβιογραφία, το τραύμα και τη διαδραστικότητα
Το θέμα της παρούσας εργασίας αφορά το τραύμα του έρωτα και πώς αυτό μπορεί να βρει διέξοδο στο καλλιτεχνικό πεδίο μέσω της τέχνης της performance. Το πόνημα αυτό διαρθρώθηκε σε δύο σκέλη με ένα πρακτικό κι ένα ερευνητικό μέρος. Η πρακτική εφαρμογή αφορά στη δημιουργία και την παρουσίαση στο κοινό μιας performance, η οποία πραγματεύεται τις πληγές του έρωτα και την αναζήτηση τρόπων επούλωσής τους. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική διαδραστική performance, με ενεργή συμμετοχή του κοινού στο πλαίσιο της συν δημιουργίας. Μετά το πέρας της παράστασης, μοιράστηκαν στους θεατές ερωτηματολόγια με σκοπό την ενίσχυση του δεύτερου σκέλους της εργασίας, που αφορά στο πεδίο της έρευνας. Στο ερευνητικό μέρος της εργασίας, λοιπόν, μελετάται η διαδικασία παραγωγής μιας αυτοβιογραφικής performance και η δυναμική της τέχνης της performance στον διάλογο που ανοίγεται γύρω από το τραύμα με το ενδεχόμενο το διαδραστικό καλλιτεχνικό έργο να λειτουργήσει θεραπευτικά, τόσο για τον θεατή όσο και για τον καλλιτέχνη. Βασικούς πυλώνες της μελέτης για την εξαγωγή συμπερασμάτων αποτέλεσαν το αυτοβιογραφικό στοιχείο της performance και το στοιχείο της διάδρασης. Τα αποτελέσματα της έρευνας κατέδειξαν ότι η τέχνη της performance μπορεί να αποτελέσει τόπο έκφρασης και μετασχηματισμού του τραύματος, χωρίς να ταυτίζεται με την τυπική θεραπευτική διαδικασία. Αντίθετα, προσφέρει έναν χώρο επικοινωνίας όπου το ατομικό βίωμα μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία. Συνολικά, η εργασία συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η σύγχρονη τέχνη της performance διαχειρίζεται το τραύμα, θέτοντας ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την καλλιτεχνική πράξη και τη δυνατότητα της τέχνης να δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στο άτομο και τη συλλογικότητα.The subject of this postgraduate thesis concerns the wounds of love and the ways in which they may find expression and transformation in artistic ways through performance art. The work is structured in two parts having a practical, project-based part, as well as a research part. The practical part lies in the creation and public presentation of the performance Post-eros that explores the wounds of love and the search for ways of healing them. The project is an autobiographical, interactive performance, with the active participation of the audience within a framework of co-creation. Following the performance, questionnaires were distributed to the spectators in order to support the research part of the thesis. The second part examines the potential of performance art to open a dialogue around trauma and considers whether it can function in a therapeutic way, both for the spectator and for the artist. Central pillars of this approach were the autobiographical dimension of the performance and the element of interactivity. The findings demonstrate that performance art can serve as a space for the expression and transformation of trauma, without being identified with a typical therapeutic process. Instead, it offers a communicative space where individual experience is transformed into a collective one. Overall, the project-based thesis contributes to a deeper understanding of the ways in which contemporary performance art can engage with trauma, raising questions about memory, artistic practice, and the capacity of art to build communicative bridges between the individual and the collectiv
Διασυνοριακή μεταφορά έδρας εταιρείας: προκλήσεις και προσεγγίσεις σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο
Η διασυνοριακή μεταφορά έδρας εταιρείας αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του διεθνούς και του ευρωπαϊκού εταιρικού δικαίου, καθώς αναδεικνύει την ένταση μεταξύ της εθνικής κανονιστικής κυριαρχίας και της ανάγκης διευκόλυνσης της διεθνούς και ενωσιακής οικονομικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της έδρας λειτουργεί ως βασικό συνδετικό στοιχείο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για τον προσδιορισμό του προσωπικού δικαίου των εταιρειών και επηρεάζει καθοριστικά τη νομική συνέχεια, την αναγνώριση της νομικής προσωπικότητας και την ασφάλεια των διασυνοριακών συναλλαγών. Η μελέτη επικεντρώνεται στις θεωρητικές προσεγγίσεις του ζητήματος, ιδίως στην αντιπαράθεση μεταξύ της θεωρίας της πραγματικής έδρας και της θεωρίας της ίδρυσης, καθώς και στις συνέπειες της ανομοιομορφίας των εθνικών συστημάτων για τη διασυνοριακή εταιρική κινητικότητα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξετάζεται η συμβολή της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαμόρφωση της ελευθερίας εγκατάστασης των εταιρειών, καθώς και η θεσμοθέτηση ενιαίου διαδικαστικού πλαισίου με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 5055/2023. Αντιθέτως, στο διεθνές επίπεδο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η έλλειψη εναρμόνισης καθιστά τη ρύθμιση της διασυνοριακής μεταφοράς έδρας εξαρτώμενη από τους εθνικούς κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό, η προσήλωση του ελληνικού δικαίου στη θεωρία της πραγματικής έδρας αναδεικνύεται ως παράγοντας περιορισμού της προβλεψιμότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και οδηγεί στην ανάγκη επανεξέτασης του συνδετικού κανόνα, με κατεύθυνση την υιοθέτηση της θεωρίας της ίδρυσης ως γενικού κανόνα, συνοδευόμενης από επαρκείς εγγυήσεις υπέρ εργαζομένων, πιστωτών και εταίρων. Με βάση τα ανωτέρω, η διασυνοριακή μεταφορά έδρας αναδεικνύεται σε κομβικό θεσμό αλληλεπίδρασης μεταξύ του ενωσιακού δικαίου και του εθνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, το οποίο καλείται να εξισορροπήσει την ελευθερία εγκατάστασης με την ασφάλεια δικαίου και την προστασία τρίτων, ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις ενός πολυεπίπεδου ευρωπαϊκού και διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος.The cross-border transfer of a company’s seat constitutes a fundamental issue of private international law, international law, and European company law, as it highlights the tension between national regulatory sovereignty and the need to facilitate international and EU economic activity. In this context, the concept of the seat operates as a key connecting factor in private international law for the determination of a company’s personal law and decisively affects legal continuity, the recognition of legal personality, and legal certainty in cross-border transactions. The analysis focuses on the theoretical approaches to the issue, in particular the opposition between the real seat theory and the incorporation theory, as well as on the implications of the lack of uniformity among national legal systems for cross-border corporate mobility. At the European level, particular attention is paid to the contribution of the case law of the Court of Justice of the European Union to the shaping of the freedom of establishment of companies, as well as to the establishment of a uniform procedural framework through Directive (EU) 2019/2121, as transposed into Greek law by Law 5055/2023. By contrast, at the international level outside the European Union, the absence of harmonisation renders the regulation of cross-border transfers of seat dependent on national rules of private international law. From this perspective, the adherence of Greek law to the real seat theory emerges as a factor limiting predictability and international competitiveness and leads to the need to reconsider the relevant connecting factor, towards the adoption of the incorporation theory as a general rule, accompanied by adequate safeguards for employees, creditors, and shareholders. In light of the above, the cross-border transfer of seat emerges as a pivotal institution of interaction between EU law and national private international law, which is called upon to strike a balance between the freedom of establishment, legal certainty, and the protection of third parties, in response to the requirements of a multi-layered European and international economic environment
Right of access to EU documents
H παρούσα διατριβή εξετάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως θεμελιώδες στοιχείο της διαφάνειας και της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Βασισμένο στο Άρθρο 15(3) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και στο Άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το δικαίωμα εφαρμόζεται κυρίως μέσω του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001. Η μελέτη αναλύει τα νομικά θεμέλια, το πεδίο εφαρμογής και τις διαδικαστικές απαιτήσεις που διέπουν την πρόσβαση σε έγγραφα της ΕΕ, με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη διαμόρφωση της ερμηνείας της διαφάνειας ως συνταγματικής αρχής. Εξετάζονται βασικές αποφάσεις όπως οι υποθέσεις Σουηδία κατά Επιτροπής, Turco και Access Info Europe για να καταδειχθεί πώς η δικαστική εποπτεία έχει ενισχύσει τα δικαιώματα πρόσβασης, ιδίως σε νομοθετικά πλαίσια. Η διατριβή διερευνά περαιτέρω τους περιορισμούς και τις προκλήσεις που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος διαφάνειας. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η ευρεία ερμηνεία των εξαιρέσεων βάσει του Κανονισμού 1049/2001, η απουσία υπεροχής του γενικού δημόσιου συμφέροντος, οι διοικητικές καθυστερήσεις, η θεσμική αντίσταση -ιδίως εντός του Συμβουλίου- και η ανεπάρκεια των υφιστάμενων κανόνων στην αντιμετώπιση των σύγχρονων ψηφιακών επικοινωνιών. Μια συγκριτική ανάλυση με τους εθνικούς νόμους περί ελευθερίας της πληροφόρησης αποκαλύπτει ότι το πλαίσιο της ΕΕ είναι γενικά πιο περιοριστικό ως προς το πεδίο εφαρμογής και την εφαρμογή του. Ενώ πολλά κράτη μέλη παρέχουν ισχυρότερους μηχανισμούς εποπτείας και δοκιμές εξισορρόπησης του δημόσιου συμφέροντος, η ΕΕ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον δικαστικό έλεγχο και στις μη δεσμευτικές παρεμβάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Η μελέτη αξιολογεί επίσης τις δημοκρατικές επιπτώσεις της πρόσβασης σε έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι η διαφάνεια ενισχύει τη συμμετοχή, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη του κοινού, ενώ η επίμονη μυστικότητα συμβάλλει στην αντίληψη ενός δημοκρατικού ελλείμματος. Ο ρόλος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επισημαίνεται ως βασικός μοχλός της μεταρρύθμισης της διαφάνειας, αν και περιορίζεται από την έλλειψη δεσμευτικής εξουσίας. Η διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που το πλαίσιο διαφάνειας της ΕΕ είναι συνταγματικά ισχυρό, είναι πρακτικά ελλιπές και ξεπερασμένο. Συνιστά μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση του Κανονισμού 1049/2001, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής μιας υπεροχής του δημόσιου συμφέροντος, διευρυμένου θεσμικού πεδίου εφαρμογής, ισχυρότερων υποχρεώσεων προληπτικής γνωστοποίησης και βελτιωμένων μηχανισμών εποπτείας. Τελικά, η μελέτη υποστηρίζει ότι η διαφάνεια πρέπει να νοείται όχι ως διοικητικό βάρος αλλά ως συνταγματική αναγκαιότητα για τη δημοκρατική νομιμότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.This dissertation examines the right of access to documents in the European Union as a fundamental component of transparency and democratic governance. Rooted in Article 15(3) of the Treaty on the Functioning of the European Union (TFEU) and Article 42 of the EU Charter of Fundamental Rights, the right is primarily implemented through Regulation (EC) No 1049/2001. The study analyses the legal foundations, scope, and procedural requirements governing access to EU documents, with particular attention to the role of the Court of Justice of the European Union (CJEU) in shaping the interpretation of transparency as a constitutional principle. Key judgments such as Sweden v Commission, Turco, and Access Info Europe are examined to demonstrate how judicial oversight has strengthened access rights, especially in legislative contexts. The dissertation further explores the limitations and challenges affecting the effectiveness of the transparency regime. These include the broad interpretation of exceptions under Regulation 1049/2001, the absence of a general public interest override, administrative delays, institutional resistance particularly within the Council and the inadequacy of existing rules in addressing modern digital communications. A comparative analysis with national freedom of information laws reveals that the EU framework is generally more restrictive in scope and enforcement. While many Member States provide stronger oversight mechanisms and public interest balancing tests, the EU relies largely on judicial review and the non-binding interventions of the European Ombudsman. The study also assesses the democratic implications of access to documents, arguing that transparency enhances participation, accountability, and public trust, while persistent secrecy contributes to perceptions of a democratic deficit. The role of the European Ombudsman is highlighted as a key driver of transparency reform, albeit limited by the lack of binding authority. The dissertation concludes that although the EU’s transparency framework is constitutionally robust, it is practically deficient and outdated. It recommends a comprehensive reform of Regulation 1049/2001, including the introduction of a public interest override, expanded institutional scope, stronger proactive disclosure obligations, and improved oversight mechanisms. Ultimately, the study argues that transparency should be understood not as an administrative burden but as a constitutional necessity for democratic legitimacy in the European Union
Ο ρόλος του Εισαγγελέα στην πολιτική δίκη
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει διεξοδικά τον ρόλο του Εισαγγελέα στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, εστιάζοντας στις ειδικότερες εκφάνσεις της συμμετοχής του τόσο στην εκούσια όσο και στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία. Αν και ο εισαγγελικός θεσμός συνδέεται κατεξοχήν με την ποινική δικαιοσύνη, ο νομοθέτης του αποδίδει, κατ’ εξαίρεση, ουσιώδεις αρμοδιότητες και στον χώρο του αστικού δικονομικού δικαίου, ιδίως σε υποθέσεις όπου ανακύπτουν λόγοι προστασίας του δημοσίου συμφέροντος ή ευάλωτων προσώπων. Στο πρώτο μέρος της εργασίας αναλύεται η θεσμική θέση του Εισαγγελέα στην ελληνική έννομη τάξη και το εύρος των αρμοδιοτήτων του, με έμφαση στη συνταγματική του κατοχύρωση, την οργανωτική του ένταξη στο δικαστικό σώμα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της λειτουργίας της εισαγγελίας. Ακολούθως, εξετάζεται αναλυτικά ο ρόλος του στην εκούσια δικαιοδοσία, όπου εμφανίζεται κυρίως ως κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος διάδικος ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως όργανο με δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στις αρμοδιότητές του σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, επιτροπείας, δικαστικής συμπαράστασης, ακούσιας νοσηλείας, υιοθεσίας και πτώχευσης, καθώς και στη λήψη επείγοντων μέτρων για την προστασία ανηλίκων. Περαιτέρω, η εργασία εστιάζει στη συμμετοχή του Εισαγγελέα στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, ιδίως ως προς την άσκηση αγωγών για την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας και την ακύρωση του γάμου και την ακύρωση της υιοθεσίας, καθώς και στον ρόλο του στην άσκηση ενδίκων μέσων, με έμφαση στην αναίρεση υπέρ του νόμου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τέλος, εξετάζονται αρμοδιότητες με οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα και λοιπές ειδικές μορφές εισαγγελικής παρέμβασης στην πολιτική δίκη. Η ανάλυση βασίζεται σε ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, σε συστηματική επεξεργασία της νομολογίας και σε αξιοποίηση της θεωρίας, με σκοπό την αποτίμηση των ορίων και της σημασίας της εισαγγελικής παρέμβασης στην πολιτική δίκη. Καταδεικνύεται ότι η παρουσία του Εισαγγελέα λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στην αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, συμβάλλοντας στη διασφάλιση της νομιμότητας και του δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να αναιρεί τον κατ’ αρχήν ιδιωτικό χαρακτήρα της πολιτικής δίκης.This master’s thesis provides an in-depth examination of the role of the Public Prosecutor in civil proceedings, focusing on the specific forms of prosecutorial participation both in non-contentious and contentious jurisdiction. Although the institution of the Public Prosecutor is primarily associated with criminal justice, the legislator exceptionally confers upon it significant powers within the field of civil procedural law, particularly in cases involving the protection of the public interest or vulnerable persons. The first part of the thesis analyses the institutional position of the Public Prosecutor in the Greek legal order and the scope of its powers, with particular emphasis on its constitutional foundation, its organizational integration within the judiciary, and the distinctive features of prosecutorial function. It then examines in detail the role of the Public Prosecutor in non-contentious jurisdiction, where it appears mainly as an exceptionally legitimised party. Furthermore, the thesis focuses on the participation of the Public Prosecutor in contentious jurisdiction, particularly with regard to the bringing of actions for the recognition of the existence or non-existence and the annulment of marriage, as well as the annulment of adoption, and on its role in the exercise of legal remedies, with special emphasis on appeals in cassation in the interest of the law lodged by the Public Prosecutor of the Supreme Court. Finally, competences of a quasi-adjudicatory nature and other specific forms of prosecutorial intervention in civil proceedings are examined. The analysis is based on an interpretative approach to the relevant statutory provisions, a systematic examination of case law and the use of legal theory, aiming to assess the limits and significance of prosecutorial intervention in civil proceedings. It is demonstrated that the presence of the Public Prosecutor functions as an institutional counterbalance to the principle of private autonomy, contributing to the safeguarding of legality and the public interest, without undermining the fundamentally private character of civil proceedings
Το βάρος των φροντιστών ατόμων με Οριακή Διαταραχή της Προσωπικότητας
Εισαγωγή: Η Οριακή (ή Μεταιχμιακή) Διαταραχή Προσωπικότητας αποτελεί μια σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από συναισθηματική αστάθεια, παρορμητικότητα, διαστρεβλωμένες διαπροσωπικές σχέσεις και ασυνεπή εικόνα εαυτού. Αν και η ερευνητική εστίαση στο παρελθόν επικεντρωνόταν κυρίως στους πάσχοντες, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον για την εμπειρία των φροντιστών – κυρίως γονέων, συντρόφων και άλλων συγγενών πρώτου βαθμού – οι οποίοι επωμίζονται ένα φορτίο που συχνά συνοδεύεται από άγχος, συναισθηματική εξουθένωση, κοινωνική απομόνωση και επιδείνωση της ποιότητας ζωής τους. Μεθοδολογία: Διενεργήθηκε συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση της ελληνικής και διεθνούς επιστημονικής παραγωγής με σκοπό τη διερεύνηση της έννοιας της επιβάρυνσης στους φροντιστές ατόμων με ΟΔΠ. Αναλύθηκαν ποσοτικές μελέτες, στις οποίες καταγράφηκαν στοιχεία όπως ο στόχος της έρευνας, το ερευνητικό σχέδιο, το μέγεθος και είδος δείγματος, τα εργαλεία αξιολόγησης, τα αποτελέσματα και τα είδη παρεμβάσεων που εξετάστηκαν. Οι πηγές αντλήθηκαν από βάσεις δεδομένων όπως PubMed, Scopus και CINAHL και αξιολογήθηκαν βάσει επιστημονικής εγκυρότητας και ποιότητας. Αποτελέσματα: Η ανασκόπηση ανέδειξε υψηλά επίπεδα επιβάρυνσης των φροντιστών, τα οποία εκδηλώνονται με συναισθηματική κόπωση, ενοχές, άγχος και αίσθημα αδυναμίας. Καταγράφηκε η διάκριση μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού βάρους, καθώς και σημαντικές μεταβολές στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις των φροντιστών. Επιπλέον, παρατηρείται σημαντικό ερευνητικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διεύρυνση της μελέτης του φαινομένου στο τοπικό κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο. Συμπεράσματα: Η φροντίδα ατόμων με Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας συνιστά ένα σύνθετο και εξουθενωτικό εγχείρημα. Η ανάγκη για παρεμβάσεις ενδυνάμωσης των φροντιστών είναι επιτακτική και θα πρέπει να περιλαμβάνει την ένταξή τους σε προγράμματα ψυχοεκπαίδευσης, θεραπευτικής υποστήριξης και κοινωνικής αποφόρτισης. Η περαιτέρω έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας τέτοιων παρεμβάσεων και στην ανάπτυξη πολιτισμικά προσαρμοσμένων εργαλείων για την καταγραφή και την ερμηνεία του βάρους των φροντιστών.Introduction: Borderline Personality Disorder (BPD) is a serious psychiatric condition characterized by emotional instability, impulsivity, dysfunctional interpersonal relationships, and a distorted sense of self. While previous research has primarily focused on individuals diagnosed with BPD, recent years have shown increasing interest in the experiences of caregivers—most often parents, partners, or close relatives—who carry a significant emotional and practical burden. This burden is frequently accompanied by emotional exhaustion, anxiety, social withdrawal, and a reduced quality of life. Methodology: A systematic literature review of Greek and international academic sources was conducted to explore the concept of caregiver burden in those caring for individuals with BPD. Quantitative studies were analyzed, focusing on study objectives, design, sample type and size, assessment tools, findings, and the types of interventions implemented. Sources were retrieved from databases such as PubMed, Scopus, and CINAHL, and were evaluated based on validity and scientific rigor. Results: The review revealed high levels of caregiver burden, manifesting through emotional fatigue, guilt, anxiety, and feelings of helplessness. A distinction was made between subjective and objective burden, and significant shifts in familial and social relationships were reported. The Greek literature on the topic remains limited, highlighting the need for further exploration of the phenomenon within the local sociocultural context. Conclusions: Caring for individuals with BPD is a complex and often emotionally depleting task. There is an urgent need for caregiver empowerment through psychoeducational, therapeutic, and community-based support programs. Future research should focus on evaluating the effectiveness of such interventions and on developing culturally sensitive tools to assess and address caregiver burden
Η περιστασιακή πρόληψη του εγκλήματος: Η συνδρομή της στην ασφάλεια των υποδομών των ΜΜΜ μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου. Η περίπτωση της Ελλάδας
Η εργασία εξετάζει το ζήτημα της Αντεγκληματικής Πολιτικής και της πρόληψης του εγκλήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στην περιστασιακή πρόληψη και τη συνδρομή της στον αγώνα για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την ασφάλεια των υποδομών. Αρχικά παρουσιάζεται η έννοια και η ιστορική εξέλιξη της Αντεγκληματικής Πολιτικής, καθώς και οι βασικές μορφές πρόληψης (πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής). Στη συνέχεια αναλύεται το θεωρητικό υπόβαθρο της Περιστασιακής Πρόληψης του εγκλήματος, οι τεχνικές και τα μέτρα που εφαρμόζονται διεθνώς καθώς και τα αποτελέσματά τους σε πρακτικό επίπεδο. Περαιτέρω, εξετάζεται το φαινόμενο της τρομοκρατίας ως σύγχρονη απειλή για την εσωτερική ασφάλεια και παρουσιάζονται οι στρατηγικές αποτροπής και αντιμετώπισης της. Τέλος, μελετάται ειδικότερα η περίπτωση της Ελλάδας, όσον αφορά την ασφάλεια των υποδομών στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, μέσα από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και τα εφαρμοζόμενα πρότυπα ασφαλείας, με ιδιαίτερη αναφορά στις αερομεταφορές. Συμπερασματικά, η εργασία αναδεικνύει ότι η αποτελεσματική πρόληψη του εγκλήματος και της τρομοκρατίας προϋποθέτει ένα πλέγμα νομοθετικών, οργανωτικών και τεχνολογικών μέτρων, σε συνδυασμό με τη διεθνή συνεργασία και την ανάπτυξη κουλτούρας ασφάλειας στην κοινωνία.This paper examines the issue of Crime Prevention Policy and crime prevention, with particular emphasis on situational prevention and its contribution to the fight against terrorism and infrastructure security. Initially, the concept and historical evolution of Crime Prevention Policy are presented, as well as the basic forms of prevention (primary, secondary, and tertiary). Subsequently, the theoretical background of Situational Crime Prevention is analyzed, along with the techniques and measures applied internationally and their results at a practical level. Furthermore, the phenomenon of terrorism is examined as a contemporary threat to internal security, and strategies for its deterrence and confrontation are presented. Finally, the case of Greece is studied specifically regarding infrastructure security in Mass Transportation Systems, through the current legislative framework and applied security standards, with particular reference to air transport. In conclusion, the paper highlights that effective prevention of crime and terrorism requires a network of legislative, organizational, and technological measures, combined with international cooperation and the development of a security culture in society