National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η επίδραση του placebo στη θεραπεία των ψυχιατρικων διαταραχών
Εισαγωγή: Η παρούσα εργασία επιχειρεί να διερευνήσει το φαινόμενο του placebo στο πλαίσιο των ψυχιατρικών διαταραχών, εστιάζοντας στη διαφοροποίηση της αποτελεσματικότητάς του ανάλογα με το είδος της διαταραχής και τα ψυχοβιολογικά χαρακτηριστικά των ασθενών. Το placebo, αν και ιστορικά θεωρήθηκε ένα εργαλείο ελέγχου σε κλινικές δοκιμές, έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί ενεργό παράγοντα ψυχοφυσιολογικής αλλαγής, ικανό να επηρεάσει την έκβαση της θεραπείας μέσω μηχανισμών προσδοκίας, εσωτερίκευσης και νευροβιολογικής ενεργοποίησης. Σκοπός: Ο βασικός σκοπός της μελέτης είναι να συγκρίνει τα ποσοστά placebo ανταπόκρισης σε διάφορες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η Κατάθλιψη, η Αγχώδης Διαταραχή, η Σχιζοφρένεια, η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (OCD) και η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD), προκειμένου να αποσαφηνιστεί πότε και γιατί το placebo δρα ή αποτυγχάνει να επιφέρει βελτίωση. Μέθοδος: Για την επίτευξη του σκοπού πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση 23 σύγχρονων ερευνών. Οι έρευνες αυτές περιλάμβαναν τυχαιοποιημένα, διπλά-τυφλά και ανοικτά placebo πρωτόκολλα, με δείγματα που κυμαίνονταν από 40 έως 500 συμμετέχοντες και διάρκεια θεραπείας από 2 έως 12 εβδομάδες. Η ανασκόπηση επικεντρώθηκε στα ποσοστά ανταπόκρισης, στη μείωση συμπτωματολογίας και στους πιθανούς νευροβιολογικούς ή ψυχολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με την placebo δράση. Αποτελέσματα: Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το placebo παρουσιάζει υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης (25–35%) στις αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, όπου η προσδοκία και η συναισθηματική εμπλοκή παίζουν καθοριστικό ρόλο. Αντίθετα, σε ψυχωσικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια, η placebo επίδραση είναι περιορισμένη (10–15%) ή μηδενική, πιθανώς λόγω ελλειμμάτων γνωστικής συνοχής και συναισθηματικής αυτορρύθμισης. Παρόμοια, χαμηλά ποσοστά placebo ανταπόκρισης καταγράφονται στο OCD, ενώ στο PTSD τα ευρήματα είναι μικτά, με κάποιες μελέτες να δείχνουν σημαντική βελτίωση και άλλες να μην επιβεβαιώνουν ουσιαστική διαφορά. Συμπεράσματα: Συνολικά, η ανάλυση καταδεικνύει ότι η επίδραση του placebo εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση της διαταραχής και τη λειτουργικότητα του ψυχογνωστικού συστήματος του ασθενούς. Στις διαταραχές όπου η συναισθηματική εμπλοκή και η ελπίδα παραμένουν ζωντανές, η προσδοκία έχει τη δύναμη να κινητοποιήσει μηχανισμούς αυτοΐασης. Το placebo, επομένως, δεν αποτελεί απλώς εργαλείο ελέγχου, αλλά παράγοντα που μπορεί να προσφέρει πολύτιμες ενδείξεις για τη σύνδεση νου, σώματος και θεραπείας. Λέξεις κλειδιά: Αγχώδεις Διαταραχές, Διπολική Διαταραχή, Διαταραχές Ύπνου, Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, Κατάθλιψη, Σχιζοφρένεια, Φαινόμενο εικονικού φαρμάκου, Ψυχιατρικές ΔιαταραχέςIntroduction: The present study aims to investigate the placebo phenomenon within the context of psychiatric disorders, focusing on the variability of its effectiveness depending on the type of disorder and the psychobiological characteristics of patients. Although historically considered a control tool in clinical trials, the placebo has been shown to be an active agent of psychophysiological change, capable of influencing treatment outcomes through mechanisms of expectation, internalization, and neurobiological activation. Purpose: The main objective of this study is to compare placebo response rates across various psychiatric disorders, such as Depression, Anxiety Disorders, Schizophrenia, Obsessive-Compulsive Disorder (OCD), and Post-Traumatic Stress Disorder (PTSD), in order to clarify when and why the placebo effect succeeds or fails to produce improvement. Method: To achieve this goal, a systematic review of 23 contemporary studies was conducted. These studies included randomized, double-blind, and open-label placebo protocols, with samples ranging from 40 to 500 participants and treatment durations between 2 and 12 weeks. The review focused on response rates, symptom reduction, and potential neurobiological or psychological mechanisms associated with placebo effects. Results: Findings indicate that placebo shows high response rates (25–35%) in anxiety and depressive disorders, where expectation and emotional engagement play a key role. Conversely, in psychotic disorders such as schizophrenia, placebo effects are limited (10–15%) or even negligible, possibly due to deficits in cognitive coherence and emotional self-regulation. Similarly, low placebo response rates were recorded in OCD, while in PTSD results were mixed, with some studies reporting significant improvement and others showing no substantial difference. Conclusions: Overall, the analysis demonstrates that the impact of placebo largely depends on the nature of the disorder and the functionality of the patient’s cognitive emotional system. In disorders where emotional engagement and hope remain active, expectation can mobilize self-healing mechanisms. Therefore, the placebo should not be viewed merely as a control tool, but as a factor offering valuable insights into the intricate connection between mind, body, and therapy. Keywords: Anxiety Disorders, Bipolar Disorder, Sleep Disorders, Obsessive Compulsive Disorder (OCD), Depression, Schizophrenia, Placebo Effect, Psychiatric Disorder
Συζητήσεις & Αφηγήματα για Αυτόματα: Κριτικές Προσεγγίσεις
Η ιδέα μηχανών που σκέπτονται είναι κάτι που μας απασχολεί ιδιαίτερα. Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε, αξιοποιώντας τα πεδία της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, να διαμορφώσουμε μια ιστορία για φανταστικά αυτόματα και να εξετάσουμε τις αντιλήψεις, τις ελπίδες, και τους φόβους που εκφράζουν σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια. Ακολουθείται μια περιοδολόγηση που ξεκινά από την ελληνική αρχαιότητα, συνεχίζει στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, και καταλήγει στην νεωτερικότητα. Μέσα από αυτήν την ιστορική ανασκόπηση θα θέλαμε να αναδείξουμε― αξιοποιώντας συμπληρωματικά το πεδίο του STS, και ειδικότερα το εννοιολογικό εργαλείο του μαύρου κουτιού― ότι, όπως οι διάφορες τεχνολογίες εγγράφουν στο εσωτερικό τους και αναπαράγουν συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας, έτσι και αφηγήματα για αυτόματα ενσωματώνουν, ισχυροποιούν, και φυσικοποιούν τις σχέσεις εξουσίας εντός των οποίων τα αφηγήματα αυτά αναδύονται.The idea of thinking machines is a subject that concerns us deeply. In the present thesis, drawing on the fields of History and Sociology of Science and Technology, we seek to construct a history of imaginary automata and examine the perceptions, hopes, and fears they express within different historical contexts. We adopt a periodization that begins in ancient Greece, continues through the Middle Ages and the Renaissance, and culminates in modernity. Through this historical survey, and by drawing on the field of Science and Technology Studies (STS)― and more specifically on the conceptual tool of the black box― we aim to demonstrate that, just as various technologies inscribe within themselves and reproduce specific power relations, narratives about automata likewise embed, reinforce, and naturalize the power relations within which these narratives emerge
Corneal collagen cross-linking in keratoconus: a systematic review and meta-analysis
Εισαγωγή: Το corneal cross-linking (CXL) αποτελεί τη μοναδική θεραπεία με τεκμηριωμένη ικανότητα αναστολής της εξέλιξης του κερατοκώνου, ωστόσο εφαρμόζονται ποικίλα τροποποιημένα πρωτόκολλα με ασαφή συγκριτική αποτελεσματικότητα. Σκοπός: Η συγκριτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας των σύγχρονων πρωτοκόλλων CXL σε προοδευτικό κερατόκωνο μέσω κλασσικής και network μετα-ανάλυσης. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA. Συμπεριλήφθηκαν 55 μελέτες, εκ των οποίων 43 παρείχαν ποσοτικά δεδομένα, καλύπτοντας περισσότερα από 2.000 θεραπευμένα μάτια. Συγκρίθηκαν τα πρωτόκολλα standard epithelium-off CXL, accelerated epithelium-off CXL (ACXL), transepithelial (epi-on) CXL και iontophoresis-assisted CXL. Οι αναλύσεις διαχωρίστηκαν σε βραχυπρόθεσμη (~12 μήνες) και μακροπρόθεσμη (≥18 μήνες) παρακολούθηση. Πρωτεύον αποτέλεσμα ήταν η μεταβολή του Kmax (ΔKmax), ενώ δευτερεύοντα αποτελέσματα αφορούσαν στην μεταβολή της CDVA,UDVA, SE της παχυμετρίας καθώς και της μεταβολής της πυκνότητας των ενδοθηλιακών κυττάρων. Αποτελέσματα: Σε παρακολούθηση περίπου 12 μηνών, το standard epithelium-off CXL παρουσίασε μέση μείωση του Kmax περίπου −1,5 έως −1,7 διοπτρίες, ενώ σε μακροπρόθεσμη παρακολούθηση (≥18 μήνες) η μείωση ήταν μεγαλύτερη και πιο σταθερή, περίπου −2,5 έως −3,0 διοπτρίες. Σε όλες τις δικτυακές αναλύσεις, το standard epi-off CXL κατέλαβε την υψηλότερη θέση ως προς τη σταθεροποίηση της κερατομετρίας. Το ACXL εμφάνισε συγκρίσιμη βραχυπρόθεσμη αποτελεσματικότητα σε τυχαιοποιημένες μελέτες (μείωση Kmax περίπου −1,3 έως −1,6 διοπτρίες), με αυξημένη όμως ετερογένεια μεταξύ πρωτοκόλλων. Τα transepithelial και iontophoresis-assisted πρωτόκολλα παρουσίασαν μικρότερες και λιγότερο σταθερές μειώσεις του Kmax (συνήθως < −1,0 διοπτρία), υπερείχαν όμως σταθερά της μη θεραπείας. Οι βελτιώσεις της οπτικής οξύτητας ήταν μικρές (≤0,10–0,15 logMAR), ενώ δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική απώλεια ενδοθηλιακών κυττάρων ή σημαντική κερατοειδική λέπτυνση. Τα παιδιατρικά δεδομένα ήταν περιορισμένα. Συμπεράσματα: Το standard epithelium-off CXL παραμένει η πλέον αποτελεσματική και αξιόπιστη θεραπεία για την αναστολή της εξέλιξης του κερατοκώνου. Τα επιταχυνόμενα πρωτόκολλα μπορούν να επιτύχουν παρόμοια αποτελέσματα υπό βέλτιστες συνθήκες, ενώ τα transepithelial και iontophoresis-assisted πρωτόκολλα προσφέρουν μεγαλύτερη άνεση με μειωμένη βιομηχανική αποτελεσματικότητα. Απαιτούνται περαιτέρω ποιοτικές τυχαιοποιημένες μελέτες, ιδιαίτερα σε παιδιατρικούς πληθυσμούς.Background: Corneal cross-linking (CXL) is the only treatment shown to halt keratoconus progression, yet multiple protocol variations are currently used in clinical practice with uncertain comparative effectiveness. Objective: To compare the efficacy and safety of contemporary CXL protocols for progressive keratoconus using pairwise and network meta-analysis. Methods: A systematic review was conducted according to PRISMA guidelines. Fifty-five studies were included, of which 43 provided extractable numerical data, comprising over 2,000 treated eyes. Four protocols were evaluated: standard epithelium-off CXL, accelerated epithelium-off CXL (ACXL), transepithelial (epi-on) CXL, and iontophoresis-assisted CXL. Analyses were stratified by follow-up duration (~12 months and ≥18 months). The primary outcome was change in maximum keratometry (ΔKmax), secondary outcomes were change in CDVA, UDVA, pachymetry , SE and endothelial cell density. Random-effects pairwise and network meta-analyses were performed, with extensive sensitivity and inconsistency assessments. Results: At approximately 12 months, standard epithelium-off CXL produced a mean Kmax reduction of approximately −1.5 to −1.7 diopters, while long-term follow-up (≥18 months) demonstrated a larger and more durable effect of approximately −2.5 to −3.0 diopters. Across all network analyses, standard epi-off CXL ranked highest for keratometric stabilization. Accelerated epi-off CXL achieved comparable short-term efficacy in randomized trials, with mean Kmax changes close to −1.3 to −1.6 diopters, but showed greater heterogeneity across study designs and irradiance–time protocols. Transepithelial and iontophoresis-assisted CXL yielded smaller and more variable Kmax reductions (generally < −1.0 diopter), although both were consistently superior to untreated controls. Improvements in visual acuity were modest across all active interventions, typically ≤0.10–0.15 logMAR, while no clinically meaningful endothelial cell loss or progressive thinning was detected. Pediatric data were limited, with only one comparison contributing to quantitative synthesis. Conclusions: Standard epithelium-off CXL remains the most effective and durable intervention for halting keratoconus progression. Accelerated epi-off protocols can achieve similar outcomes under optimized photochemical conditions, whereas transepithelial and iontophoresis-assisted techniques offer improved tolerability at the expense of reduced biomechanical efficacy. Further high-quality randomized trials, particularly in pediatric populations, are required
Ο Γοτθικός κόσμος του Tim Burton : Κοινωνικά Στερεότυπα και Ζητήματα Φύλου
Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να διερευνήσει τον γοτθικό κόσμο του Tim Burton, επικεντρώνοντας την ανάλυσή της στα κοινωνικά στερεότυπα και στα ζητήματα φύλου που αναδύονται μέσα από το έργο του. Ο Tim Burton είναι γνωστός για την ιδιόμορφη αισθητική του, η οποία συχνά συνδυάζει το σκοτεινό και το παράξενο με το καθημερινό και το συνηθισμένο. Μέσα από τις ταινίες του, όπως το Edward Scissorhands, και τις λογοτεχνικές του δημιουργίες, όπως Ο Μελαγχολικός Θάνατος του Κυρίου Στρειδάκη, ο Burton δημιουργεί κόσμους όπου οι παραδοσιακές αντιλήψεις για την κοινωνία και το φύλο αμφισβητούνται. Σκοπός της εργασίας είναι να αναδείξει πώς ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες του, την αφηγηματική του δομή και τις οπτικές του επιλογές για να παρουσιάσει κριτικά σχόλια πάνω σε κοινωνικά ζητήματα όπως η αποξένωση, η διαφορετικότητα, και οι έμφυλοι ρόλοι.This paper aims to explore the gothic world of Tim Burton, focusing its analysis on the social stereotypes and gender issues that emerge through his work. Tim Burton is known for his idiosyncratic aesthetic, which often combines the dark and strange with the everyday and ordinary. Through his films, such as Edward Scissorhands, and his literary creations, such as The Melancholic Death of Mr. Stradakis, Burton creates worlds where traditional notions of society and gender are challenged. The purpose of this paper is to highlight how the director uses his characters, narrative structure, and visual choices to present critical commentary on social issues such as alienation, diversity, and gender roles
Σύγκριση των νομικών πλαισίων που αφορούν την ευθύνη των εκδοτών του ενημερωτικού δελτίου σε διάφορες δικαιοδοσίες και ανάλυση των διαφορών στην εφαρμογή́ και την αυστηρότητα των νόμων σε κάθε χώρα.
Το ενημερωτικό δελτίο αποτέλεσε αντικείμενο ρύθμισης των πρώτων κοινοτικών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διεύρυνση των κεφαλαιαγορών και η εισαγωγή των κινητών αξιών στις αγορές, οι οποίες λειτουργούσαν υπό τη μορφή χρηματιστηρίου, δημιούργησαν την ανάγκη να αναπτυχθεί ένα ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο, με το οποίο θα παρέχεται στους υποψήφιους επενδυτές η κατάλληλη και αντικειμενική πληροφόρηση, ιδιαίτερα για την οικονομική κατάσταση του εκδότη των τίτλων αλλά και τα χαρακτηριστικά των κινητών αξιών που τίθενται προς εισαγωγή στο χρηματιστήριο. Ως ενημερωτικό δελτίο ορίζεται το επίσημο έγγραφο που εκδίδεται όταν προσφέρονται στο επενδυτικό κοινό κινητές αξίες όπως για παράδειγμα ομόλογα ή μετοχές. Περιλαμβάνει όλες τις σημαντικές πληροφορίες που χρειάζεται να γνωρίζουν οι επενδυτές και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία αισθήματος εμπιστοσύνης και την ομαλή λειτουργία των κεφαλαιαγορών. Η αστική ευθύνη για το ενημερωτικό δελτίο αποτελεί και αποτελούσε σημαντικό μέρος των κανονισμών και των κανόνων που διέπουν τα ενημερωτικά δελτία για την αγορά κινητών αξιών. Στην Prospectus Directive (γνωστή ως Οδηγία 2003/71/ΕΚ) και συγκεκριμένα στο άρθρο 6 αντανακλάται το γεγονός αυτό, καλώντας τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διασφαλίσουν ότι διαθέτουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα αστικής ευθύνης για το ενημερωτικό δελτίο. Με τη θέσπιση του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 η σχετική διάταξη της αστικής ευθύνης για το ενημερωτικό δελτίο ρυθμίζεται στο άρθρο 11, όπου το κείμενο ενισχύθηκε ώστε να καλύπτει τα έγγραφα καταχώρισης καθώς και τα καθολικά έγγραφα καταχώρησης. Ο εν λόγω Κανονισμός θέτει το γενικό πλαίσιο για την υποχρέωση έκδοσης ενημερωτικού δελτίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την αγορά κινητών αξιών, αλλά η αστική ευθύνη ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, οδηγώντας σε σημαντικές αποκλίσεις ως προς την ευθύνη (ESMA 2025). Η ευθύνη για αναληθείς δηλώσεις σε ενημερωτικά δελτία προβλέπεται από το Αγγλικό δίκαιο από το 1890, με το Νόμο περί ευθύνης των διευθυντών, Directors Liability Act. Το αγγλικό δίκαιο δεν προέβλεπε καμία νόμιμη αποζημίωση για ανακριβείς δηλώσεις σε άλλες δημοσιευμένες πληροφορίες μέχρι να ψηφιστεί το 2006 το Section 90A του FSMA. Στο Ηνωμένο Βασίλειο θεσπίζονται ειδικά ένδικα μέσα για επενδυτές οι οποίοι υφίστανται ζημία από παραπλανητικές ή ανακριβείς δηλώσεις, όπως ορίζεται στις διατάξεις του Financial Services and Markets Act 2000. Στη διάταξη S90 FSMA ορίζεται το πλαίσιο ευθύνης των εκδοτών της πρωτογενούς αγοράς και στη διάταξη S90Α FSMA ορίζεται το πλαίσιο ευθύνης των εκδοτών της δευτερογενούς αγοράς (UK Government 2000). Η ευθύνη για το ενημερωτικό δελτίο στις Ηνωμένες Πολιτείες προκύπτει συνήθως σε σχέση που τους τίτλους που πωλούνται σύμφωνα με τη δήλωση εγγραφής που έχει κατατεθεί στην Securities and Exchange Commission (SEC) βάσει του Νόμου περί Τίτλων του 1933 (Securities Act 1933) και των κανονισμών της SEC που έχουν θεσπιστεί βάσει του Νόμου. Οι κύριες διατάξεις που αφορούν την ευθύνη για το ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς νόμους για τις κινητές αξίες βρίσκονται κυρίως στις ενότητες §§ 11, 12(a)(2) και 13 του Securities Act. Η παρούσα εργασία θα εξετάσει το νομικό πλαίσιο που διέπει την ευθύνη των εκδοτών του ενημερωτικού δελτίου (prospectus liability) σε διάφορες δικαιοδοσίες και θα αναλύσει τις διαφορές ως προς την εφαρμογή και την αυστηρότητα των διατάξεων.The prospectus constituted an object of regulation under the earliest European Union directives. The expansion of capital markets and the admission of securities to markets operating in the form of stock exchanges created the need for the development of a uniform regulatory framework, aimed at providing prospective investors with adequate and objective information, in particular regarding the financial position of the issuer as well as the characteristics of the securities to be admitted to trading on a regulated market. A prospectus is defined as the official document issued when securities, such as bonds or shares, are offered to the investing public. It contains all material information that investors need in order to make an informed investment decision and is directly linked to the creation of market confidence and the smooth functioning of capital markets. Civil liability in respect of the prospectus has long constituted, and continues to constitute, a significant component of the regulatory framework governing prospectuses in the securities markets. This is reflected in the Prospectus Directive (Directive 2003/71/EC), and in particular Article 6 thereof, which required Member States of the European Union to ensure the existence of an adequate system of civil liability for the prospectus. With the adoption of Regulation (EU) 2017/1129, the relevant provision on prospectus liability is now contained in Article 11, which was expanded so as to cover registration documents and universal registration documents. While the Regulation establishes the general framework governing the obligation to publish a prospectus within the European Union, civil liability remains governed by the national law of the Member States, resulting in significant divergences in liability regimes (ESMA 2025). Liability for untrue statements in prospectuses has been recognised under English law since 1890, through the Directors’ Liability Act. However, English law did not provide for statutory compensation in respect of inaccurate statements contained in other published information until the enactment of section 90A of the Financial Services and Markets Act 2000 in 2006. In the United Kingdom, specific remedies are available to investors who suffer loss as a result of misleading or untrue statements, as provided for under the Financial Services and Markets Act 2000. Section 90 FSMA establishes the liability regime applicable to issuers in the primary market, while section 90A FSMA governs issuer liability in the secondary market (UK Government 2000). In the United States, prospectus liability typically arises in connection with securities sold pursuant to a registration statement filed with the Securities and Exchange Commission (SEC) under the Securities Act of 1933, and the regulations promulgated thereunder. The principal provisions governing prospectus liability under the federal securities laws are found primarily in sections 11, 12(a)(2) and 13 of the Securities Act. This paper examines the legal framework governing issuer liability in respect of prospectuses across different jurisdictions and analyses the differences in the application and stringency of the relevant liability regimes
Η σχέση Μητροπολίτου και Ιερών Μονών στις Εκκλησίες Ελλάδος και Κρήτης
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά το σύνθετο νομικό και κανονικό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ του επιχώριου Μητροπολίτη και των Ιερών Μονών εντός της ελληνικής επικράτειας, εστιάζοντας στις Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κρήτης. Στόχος της μελέτης είναι η ανάλυση της δικαιοδοσίας του Επισκόπου, ο οποίος συνδυάζει πνευματική ΚΑΙ διοικητική εποπτεία επί των μοναστικών καθιδρυμάτων. Μέσα από την εξέταση των Καταστατικών Χαρτών (Ν. 590/1977 και Ν. 4149/1961), των ιερών κανόνων και της σχετικής νομολογίας, αναλύονται καίρια ζητήματα όπως η ίδρυση και η διάλυση των μονών, η κουρά των μοναχών, η λειτουργία των διοικητικών οργάνων των μονών, καθώς και ζητήματα οικονομικής διαχείρισης. Η έρευνα αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η κανονική δικαιοδοσία του Επισκόπου εναρμονίζεται με την εσωτερική αυτοδιοίκηση των Μονών, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε εκκλησιαστικού καθεστώτος. Τα συμπεράσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της ορθής οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων του Μητροπολίτη για τη διαφύλαξη της μοναστικής παράδοσης και την εύρυθμη λειτουργία των μονών στη σύγχρονη εποχή.This master’s thesis explores the complex legal and canonical framework governing the relations between the local Metropolitan and Holy Monasteries within the Greek territory, focusing on the Churches of Greece and Crete. The study aims to analyze the jurisdiction of the Bishop, who combines both spiritual and administrative supervision over monastic establishments. By examining the Statutory Charters (Law 590/1977 and Law 4149/1961), the sacred canons, and relevant case law, key issues are analyzed, such as the establishment and dissolution of monasteries, the tonsure of monks, the operation of monastic administrative bodies, as well as matters of financial management. The research highlights how the canonical jurisdiction of the Bishop harmonizes with the internal self-governance of the Monasteries, taking into account the particularities of each ecclesiastical regime. The findings emphasize the importance of clearly defining the Metropolitan's competencies to preserve monastic tradition and ensure the smooth functioning of monasteries in the modern era
Η πρόκληση ζημίας σε τρίτον "κατά την υπηρεσία" του προστηθέντος ως προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης του προστήσαντος
Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ και επιχειρεί να δώσει μια κατά το δυνατόν ασφαλή απάντηση στο ερώτημα: Πότε η αδικοπραξία του προστηθέντος μπορεί να θεωρηθεί ότι τελέστηκε «κατά την υπηρεσία» που του ανέθεσε ο προστήσας, ώστε να γεννάται αστική ευθύνη (και) του τελευταίου; Η ερευνητική διεργασία, όπως είναι φυσικό, εκκινεί από μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση του μελετώμενου άρθρου (ratio της ευθύνης για αλλότριες πράξεις – σχέση της ΑΚ 922 με άλλες διατάξεις του υποσυστήματος της αστικής ευθύνης – προϋποθέσεις εφαρμογής της ΑΚ 922), προτού καταπιαστεί με το κύριο ζήτημα, δηλαδή με την αναζήτηση της «συνάφειας της αδικοπραξίας του προστηθέντος με την ανατεθείσα σ’ αυτόν υπηρεσία». Η βασική προβληματική εξετάζεται αρχικώς από θεωρητική σκοπιά, όπου παρατίθενται οι σπουδαιότερες απόψεις που έχουν διατυπωθεί επί του θέματος, αξιολογείται η ορθότητά τους και τελικά εξάγονται τα χρήσιμα πορίσματα που αντλούνται από τη σχετική συζήτηση. Στη συνέχεια, παρατίθενται επιλεγμένες δικαστικές αποφάσεις, προκειμένου να καταδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο η νομολογία προσεγγίζει το εν λόγω ζήτημα, αλλά και να διαπιστωθεί ο βαθμός αποδοχής εκ μέρους της των συμπερασμάτων της επιστήμης. Στο τέλος, η εργασία τάσσεται σαφώς υπέρ μιας άποψης που έχει ήδη εκφραστεί και επικρατεί στη θεωρία (κριτήριο των τυπικών κινδύνων), μα ταυτόχρονα προτείνει μία εξειδικεύουσα εκδοχή της (κριτήριο των τυπικών κινδύνων υπό την έννοια της «εγγύτητας» της υπηρεσίας προς το προσβληθέν αγαθό), προκειμένου να αμβλυνθούν τα όποια προβλήματα ενδεχομένως γεννά η εφαρμογή της στην πράξη.This master’s thesis focuses on Article 922 of the Greek Civil Code and seeks to provide, to the extent possible, a legally sound answer to the following question: under what circumstances may the agent ‘s tort be considered to have been committed “in the course of the service” entrusted to him by the principal, so as to give rise to civil liability (also) on the part of the latter? The research process, as is natural, begins with a general interpretative analysis of the provision under examination (the ratio of liability for acts of others; the relationship between Article 922 of the Greek Civil Code and other provisions of the tort-liability subsystem; and the prerequisites for the application of Article 922 GCC), before addressing the main issue, namely the determination of the “connection between the agent ‘s tort and the service entrusted to him”. The core issue is initially examined from a theoretical perspective, by presenting the most significant views advanced in legal theory, assessing their soundness, and ultimately drawing the useful conclusions emerging from the relevant doctrinal debate. Subsequently, selected judicial decisions are presented, in order to demonstrate the manner in which case law approaches the issue in question and to ascertain the degree to which it accepts the conclusions reached by legal theory. Finally, the thesis clearly endorses a view that has already been expressed and prevails in legal theory (the criterion of typical risks), while at the same time proposing a more specific formulation thereof (the criterion of typical risks understood in terms of the “proximity” of the service to the infringed legal interest), with a view to mitigating any difficulties that its application in practice may potentially entail
Ζητήματα προστασίας του κατόχου μετατρέψιμης ομολογίας
Η παρούσα διπλωματική μελέτη εξετάζει τα ζητήματα προστασίας του κατόχου μετατρέψιμης ομολογίας στο πλαίσιο του ελληνικού εταιρικού δικαίου. Οι μετατρέψιμες ομολογίες συνιστούν έναν σύνθετο τρόπο χρηματοδότησης της ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος συνδυάζει χαρακτηριστικά κεφαλαίου και χρέους, γεγονός που δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις ως προς τη διασφάλιση των συμφερόντων των ομολογιούχων. Αρχικά αναλύεται το θεσμικό πλαίσιο έκδοσης ομολογιακών δανείων με μετατρέψιμες ομολογίες, η λειτουργία και τα χαρακτηριστικά τους. Στη συνέχεια, αναδεικνύεται η οικονομική λειτουργία του δικαιώματος μετατροπής και η ιδιαιτερότητα της έννομης και οικονομικής θέσης του κατόχου μετατρέψιμης ομολογίας. Επίσης, αναλύεται η έλλειψη προστασίας της αξίας μετατροπής από το εταιρικό δίκαιο, η ανάγκη και τα μέσα προστασίας του κατόχου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη θέση του κατόχου εντός της ομάδας των ομολογιούχων, στον ρόλο του εκπροσώπου των ομολογιούχων και στις δυνατότητες τροποποίησης των όρων του ομολογιακού δανείου, ιδίως όταν οι μεταβολές είναι δυσμενείς για τους κατόχους μετατρέψιμων ομολογιών. Παρουσιάζεται δε, η επίδραση των πράξεων της εκδότριας εταιρείας στην αξία της μετατροπής και οι ενδεδειγμένες συμβατικές ρήτρες προστασίας του κατόχου από αυτές τις ενέργειες. Περαιτέρω, αναλύονται οι επιπτώσεις των εταιρικών μετασχηματισμών της εκδότριας εταιρείας καθώς και η θέση των ομολογιούχων στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας της εκδότριας.This thesis examines issues concerning the protection of holders of convertible bonds within the framework of Greek corporate law. Convertible bonds constitute a complex method of financing a public limited company, combining characteristics of both equity and debt, which creates particular challenges in safeguarding the interests of bondholders. Initially, the study analyzes the institutional framework governing the issuance of bond loans with convertible bonds, as well as their operation and characteristics. It then highlights the economic function of the conversion right and the distinctive legal and economic position of the holder of a convertible bond. Furthermore, it examines the lack of protection of conversion value under corporate law, as well as the need for and means of protecting the bondholder. Special reference is made to the holder’s position within the group of bondholders, the role of the bondholders’ representative, and the possibilities for amending the terms of the bond loan, especially when such changes are unfavorable to holders of convertible bonds. The study also presents the impact of actions taken by the issuing company on the conversion value and the appropriate contractual clauses for protecting the holder against such actions. Finally, it analyzes the effects of corporate transformations of the issuing company, as well as the position of bondholders in the context of insolvency proceedings of the issuing company
Θεωρίες βλάβης στον έλεγχο των συγκεντρώσεων στις ψηφιακές αγορές
«Η αντικατάσταση του “αόρατου χεριού” του ανταγωνισμού από το ψηφιοποιημένο χέρι του διαδικτυακού εμπορίου μπορεί να οδηγήσει σε αντιανταγωνιστική συμπεριφορά την οποία οι αρχές ανταγωνισμού δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν [..] γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος του ανταγωνισμού όπως το γνωρίζουμε». Με τα λόγια αυτά, οι Ezrachi και Stucke περιγράφουν τον λεγόμενο «εικονικό ανταγωνισμό» αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που θέτει η ψηφιακή οικονομία στα παραδοσιακά εργαλεία του δικαίου του ανταγωνισμού. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την επάρκεια των παραδοσιακών και νέων θεωριών βλάβης να ρυθμίσουν τον έλεγχο των συγκεντρώσεων στις ψηφιακές αγορές. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η παραδοσιακή προσέγγιση του ελέγχου των συγκεντρώσεων, μέσα από θεωρίες βλάβης για οριζόντιες και μη οριζόντιες συγκεντρώσεις, όπως έχουν αναπτυχθεί κυρίως για αγορές με σαφή όρια και σταθερά επιχειρηματικά μοντέλα. Η εργασία αναδεικνύει τα δομικά όρια των θεωριών αυτών όταν εφαρμόζονται σε δυναμικά και πολυδιάστατα ψηφιακά οικοσυστήματα, όπου η οικονομική ισχύς δεν εκδηλώνεται μέσω μεριδίων αγοράς αλλά μέσω συλλογής δεδομένων, αποτελεσμάτων δικτύου και οικοσυστημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται οι νεότερες θεωρίες βλάβης που έχουν αναπτυχθεί στη θεωρία και νομολογία, όπου δίνεται έμφαση στην οικοσυστημική δομή των αγορών, την παράμετρο της ιδιωτικότητας, και την καινοτομία. Μέσα από την εξέταση πρόσφατης νομολογίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές ανταγωνισμού επιχειρούν να προσαρμόσουν τα εργαλεία τους στις νέες συνθήκες ψηφιακής οικονομίας, καθώς και τα όρια και τις προκλήσεις των νέων αυτών προσεγγίσεων. Τέλος, το μέλλον των συγκεντρώσεων στις ψηφιακές αγορές διαμορφώνεται υπό το φως νέων κανονιστικών πλαισίων, με τα οποία ο ευρωπαίος νομοθέτης επιχειρεί να χαράξει μια πορεία εκσυγχρονισμού, εισάγοντας νέες παραμέτρους ανταγωνισμού και έναν ενισχυμένο θεσμικό «διάλογο» μεταξύ επιχειρήσεων και Επιτροπής.“The replacement of the invisible hand of competition by the digitized hand of internet commerce can give rise to anticompetitive behavior that the competition authorities are ill equipped to deal [..] marking the end of competition as we know it”. With these words, Ezrachi and Stucke describe the so-called “virtual competition”, highlighting the challenges that the digital economy poses to the traditional tools of competition law. This dissertation examines the adequacy of both traditional and new theories of harm to regulate merger control. The analysis begins with a traditional approach of merger control, through theories of harm relating to horizontal and non-horizontal mergers, which are primarily developed for markets with clear boundaries and stable business models. This thesis highlights the structural limitations of these theories when applied to dynamic and multi-sided digital ecosystems, where market power is not manifested through market shares but through data collection, networking effects and ecosystems. Within this framework, this dissertation analyses the new theories of harm developed in legal theory and case law, with emphasis on the ecosystem structure of markets, the parameter of privacy, and innovation. Through the examination of recent case law at both European and international level, this study explores the means which the competιtion authorities seek to adapt their equipment to the new conditions of the digital economy, as well as the limits and the challenges of these new approaches. Finally, the future of merger control in digital markets is being shaped in the light of new regulatory frameworks, with which the European legislator seeks to chart a path of modernization, introducing new parameters of competition and enhanced institutional “dialogue” between companies and the Commission
Ζητήματα Τεχνητής Νοημοσύνης στο δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας: Η εφαρμογή του δικαίου Πνευματικής Ιδιοκτησίας στο πλαίσιο εκπαίδευσης συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την ανάπτυξη και εκπαίδευση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης υπό το πρίσμα του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η χρήση υλικού προστατευόμενου από πνευματικά δικαιώματα για την εκπαίδευση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων των δημιουργών. Ειδικότερα, αναλύεται αν η χρήση έργων και λοιπών προστατευόμενων αντικειμένων ως δεδομένων εισόδου για την εκπαίδευση συστημάτων ΤΝ, μέσω διαδικασιών εξόρυξης κειμένων και δεδομένων (Text and Data Mining – TDM), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των αποκλειστικών δικαιωμάτων των δημιουργών ή μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει των προβλεπόμενων εξαιρέσεων και περιορισμών. Προκαταρκτικά, εξετάζεται το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και αναλύονται οι υφιστάμενες εξαιρέσεις και περιορισμοί ως προς τα κρίσιμα περιουσιακά δικαιώματα του δημιουργού, πριν από την εισαγωγή της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/790 για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην ψηφιακή ενιαία αγορά. Ακολούθως, παρουσιάζεται το νέο κανονιστικό πλαίσιο και η ενσωμάτωσή του στο ελληνικό δίκαιο, με έμφαση στις ειδικές εξαιρέσεις υπέρ της εξόρυξης κειμένων και δεδομένων, τόσο για σκοπούς επιστημονικής έρευνας όσο και για γενικότερες χρήσεις. Περαιτέρω, η εργασία προσεγγίζει κριτικά το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, αναδεικνύοντας τις αμφισημίες και τα πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν ιδίως σε περιπτώσεις εκπαίδευσης εμπορικών συστημάτων παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης. Τέλος, εξετάζεται το ενδεχόμενο θέσπισης μηχανισμών αμοιβής των δημιουργών για τη χρήση των έργων τους στην εκπαίδευση συστημάτων ΤΝ, με σκοπό την επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ της προώθησης της τεχνολογικής καινοτομίας και της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των δημιουργών.This master’s thesis examines the legal issues arising from the development and training of Artificial Intelligence systems within the framework of copyright law. It addresses the central question of whether the use of copyright-protected material for the training of AI systems amounts to an infringement of authors’ rights In particular, it examines whether the use of works and other protected subject matter as input data for AI training, through text and data mining (TDM) processes, falls within the scope of authors’ exclusive rights or may be justified under the applicable exceptions and limitations. At the outset, the thesis examines the pre-existing legislative framework and analyses the exceptions and limitations applicable to the core economic rights of authors prior to the adoption of Directive of Directive (EU) 2019/790 on copyright and related rights in the Digital Single Market. It then presents the new regulatory framework and its transposition into Greek law, with a particular focus on the specific exceptions in favour of text and data mining, both for scientific research purposes and for general uses Furthermore, the thesis adopts a critical approach to the current regulatory framework, highlighting the ambiguities and practical challenges that arise, especially in cases involving the training of commercial generative Artificial Intelligence systems. Finally, it examines the possibility of establishing remuneration mechanisms for authors for the use of their works in the training of AI systems, with the aim of achieving a fair balance between the promotion of technological innovation and the effective protection of authors’ rights