National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Νομικά ζητήματα σε ό,τι αφορά την οδηγία για την εταιρική δέουσα επιμέλεια
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τα βασικά νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την Οδηγία 2024/1760 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εταιρική δέουσα επιμέλεια, αναλύοντας το πεδίο εφαρμογής της, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στις επιχειρήσεις και τους μηχανισμούς επιβολής και λογοδοσίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις έννοιες της πρόληψης και διαχείρισης κινδύνων κατά μήκος της αλυσίδας δραστηριοτήτων, καθώς και στη νομική φύση και την έκταση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας. Παράλληλα, εξετάζονται οι προκλήσεις ενσωμάτωσης και εφαρμογής της Οδηγίας στις εθνικές έννομες τάξεις των κρατών μελών, αναδεικνύοντας τόσο τις νομικές αβεβαιότητες όσο και τις προοπτικές ενίσχυσης της βιώσιμης και υπεύθυνης επιχειρηματικής δράσης.This Master’s thesis explores the main legal issues arising from EU Directive 2024/1760 on corporate due diligence, focusing on its scope, the obligations it imposes on companies, and the mechanisms for enforcement and accountability. It emphasizes risk prevention and management throughout business operations, as well as the legal nature and extent of due diligence obligations. The thesis also examines the challenges of implementing the Directive within the national legal systems of EU Member States, highlighting both legal uncertainties and the potential for promoting sustainable and responsible corporate practices
Real estate tokenization & smart contracts. Οφέλη, προκλήσεις και εφαρμογές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η αγορά ακινήτων παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος συναλλαγών, περιορισμένη πρόσβαση και χρονοβόρες διαδικασίες. Η εμφάνιση της τεχνολογίας αλυσίδας συστοιχιών και ειδικότερα η ψηφιοποίηση/τεκμηρίωση και τα έξυπνα συμβόλαια δημιουργούν νέες δυνατότητες που υπόσχονται περισσότερη διαφάνεια, ρευστότητα και αποδοτικότητα. Η Διπλωματική εργασία εξετάζει πώς οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να συμβάλλουν στον μετασχηματισμό της αγοράς ακινήτων, εστιάζοντας στο σύνθετο ρυθμιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνδυάζει βιβλιογραφική ανασκόπηση, ανάλυση του θεσμικού πλαισίου και μελέτες περιπτώσεων από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Η ανάλυση αναδεικνύει σημαντικά χρηματοοικονομικά οφέλη, όπως η διεύρυνση της επενδυτικής βάσης μέσω κλασματικής ιδιοκτησίας, η μείωση κόστους με αυτοματοποίηση διαδικασιών και η ταχύτερη εκκαθάριση συναλλαγών. Παράλληλα, εντοπίζονται κρίσιμες προκλήσεις που σχετίζονται με κανονισμούς και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη νομική φύση των ψηφιοποιημένων τεκμηρίων, τις διαδικασίες ενημέρωσης και διάθεσης προς επενδυτές, καθώς και την ανάγκη διαλειτουργικότητας με τα εθνικά κτηματολόγια. Τα ευρωπαϊκά παραδείγματα δείχνουν ότι η τεχνολογία είναι σχετικά ώριμη για πιλοτικές εφαρμογές, ωστόσο η έλλειψη ενιαίων κανόνων εμποδίζει την κλιμάκωση. Συνολικά, η Διπλωματική εργασία καταλήγει ότι η ψηφιοποίηση/τεκμηρίωση και τα έξυπνα συμβόλαια μπορούν να αποτελέσουν καταλύτες εκσυγχρονισμού στον κλάδο των ακινήτων, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαμορφωθούν σαφείς νομικές και τεχνικές βάσεις. Ο αντίκτυπός τους αναμένεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικός, τόσο για την προσέλκυση επενδυτών όσο και για την ενίσχυση της αποδοτικότητας της αγοράς.The real estate market has traditionally been characterized by high transaction costs, limited accessibility, and time-consuming procedures. The emergence of blockchain technology and, in particular, tokenization and smart contracts, introduces new opportunities that promise greater transparency, liquidity, and efficiency. This dissertation examines how these technologies can contribute to the transformation of the real estate market, with a focus on the complex regulatory framework of the European Union. The methodology adopted combines a literature review, analysis of the regulatory framework, and case studies from both the public and private sectors. The analysis highlights significant financial benefits, such as the expansion of the investor base through fractional ownership, cost reduction via process automation, and faster transaction settlement. At the same time, it identifies critical challenges related to European Union regulations and directives, the legal nature of tokens, investor disclosure and distribution procedures, as well as the need for interoperability with national land registries. European case studies indicate that the technology is relatively mature for pilot applications; however, the lack of harmonized rules hinders large-scale adoption. Overall, the dissertation concludes that tokenization and smart contracts can act as catalysts for modernization in the real estate sector, provided that clear legal and technical foundations are established. Their impact is expected to be particularly significant, both in attracting investors and in enhancing market efficiency
Φορολογία και θρησκευτική ελευθερία
Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ φορολογίας και θρησκευτικής ελευθερίας, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο το φορολογικό πλαίσιο επιδρά στην άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ο πυρήνας της μελέτης εντοπίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και στην αντίστοιχη εθνική νομοθεσία και δικαστηριακή πρακτική. Στόχος της εργασίας είναι ο προσδιορισμός των ορίων και των δυνατοτήτων της φορολογικής πολιτικής υπό το πρίσμα της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας, με έμφαση στην αποφυγή διακρίσεων και αδικαιολόγητων περιορισμών που θα μπορούσαν να θίξουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Με τη συνδρομή της θεωρητικής προσέγγισης και της εμπεριστατωμένης ανάλυσης νομολογίας, η παρούσα μελέτη παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα του νομοθετικού και δικαστικού πλαισίου που διέπει το ζήτημα.This thesis focuses on exploring the relationship between taxation and religious freedom, analyzing how the tax framework affects the exercise of religious freedom at both the European and national levels. The core of the study lies in the interpretation of Article 9 of the European Convention on Human Rights (ECHR) and the relevant case law of the European Court of Human Rights, as well as the corresponding national legislation and judicial practice. The aim of this study is to determine the limits and possibilities of tax policy in the light of the protection of religious freedom, with an emphasis on avoiding discrimination and unjustified restrictions that could infringe fundamental human rights. With the help of a theoretical approach and a thorough analysis of case law, this study presents a comprehensive picture of the legislative and judicial framework governing the issue
Η Εκπαίδευση των Υποψήφιων Εκπαιδευτικών σε Επιστημονικές Πρακτικές
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι προπτυχιακοί φοιτητές Παιδαγωγικών Τμημάτων εφαρμόζουν βασικές επιστημονικές πρακτικές κατά τη συγγραφή των εργασιών στα πλαίσια του μαθήματος των εργαστηρίων των Φυσικών Επιστημών, σε τρία θεμελιώδη πεδία: τον ηλεκτρισμό (Νόμος του Ohm), τη μηχανική (Νόμος του Hooke) και τη θερμότητα (Βρασμός του νερού). Η μελέτη βασίζεται στη μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου και αξιοποιεί ποσοτικά δεδομένα που κωδικοποιήθηκαν και αναλύθηκαν μέσω SPSS, με στόχο να διερευνηθεί ο βαθμός στον οποίο οι φοιτητές επιδεικνύουν ικανότητες όπως η διατύπωση έγκυρων επιστημονικών σκοπών, η ορθολογική περιγραφή πειραματικών διαδικασιών, η οργάνωση και επεξεργασία δεδομένων και η διατύπωση τεκμηριωμένων συμπερασμάτων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό των φοιτητών δυσκολεύεται να διατυπώσει με σαφήνεια τον σκοπό της άσκησης, γεγονός που επηρεάζει συνολικά τη συνοχή και την εγκυρότητα της εργαστηριακής τους αναφοράς. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο σκοπός διατυπωνόταν γενικά ή σε επίπεδο σχολικής διδασκαλίας, χωρίς σαφή σύνδεση με τη φύση του πειράματος ή με τις μεταβλητές που διερευνώνται στις συγκεκριμένες φυσικές έννοιες. Παράλληλα, αν και οι φοιτητές συχνά περιέγραφαν την πειραματική διαδικασία, η σύνδεση αυτής με τον σκοπό ή την υπό διερεύνηση σχέση αποδεικνύεται ελλιπής, υποδηλώνοντας ανάγκη ενίσχυσης της ικανότητας εννοιολογικής ερμηνείας του πειράματος . Τα ευρήματα συμβαδίζουν με διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα σχετικά με την εκπαίδευση στις επιστημονικές πρακτικές και αναδεικνύουν την ανάγκη συστηματικότερης ενσωμάτωσης των πρακτικών αυτών στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση των μελλοντικών εκπαιδευτικών. Τέλος, συζητούνται προτάσεις για παιδαγωγικές παρεμβάσεις και κατευθύνσεις μελλοντικής έρευνας, ιδίως ως προς την ενίσχυση του εργαστηριακού γραμματισμού και της ικανότητας των φοιτητών να προσεγγίζουν πειραματικές διαδικασίες με αναλυτικό και επιστημονικά έγκυρο τρόπο.This research paper investigates the extent to which undergraduate pre-service teachers apply fundamental scientific practices while writing laboratory reports in three core areas of Physics: electricity (Ohm’s Law), mechanics (Hooke’s Law), and thermodynamics (water boiling). Using content analysis and quantitative coding procedures processed through SPSS, the study examines students’ abilities to formulate clear scientific aims, accurately describe experimental procedures, organize and analyze data, and draw valid scientific conclusions. Findings reveal significant difficulties in articulating precise and scientifically meaningful aims. In many cases, aims were overly broad or pedagogically oriented, lacking explicit reference to the experimental variables or measurable quantities under examination. This limitation affects not only the introductory section of the report but also students’ subsequent ability to connect the procedure with the intended scientific reasoning. The results align with international research indicating that pre-service teachers commonly struggle to apply scientific practices in an integrated and conceptually coherent manner. The study underscores the importance of enhancing laboratory literacy in teacher education programs and highlights the pedagogical value of explicit instruction in scientific reasoning, data interpretation, and evidence-based argumentation. Implications for instructional design include the development of targeted laboratory scaffolds, structured modeling activities, and iterative feedback cycles aimed at strengthening the scientific practices outlined in contemporary science education frameworks. The study concludes with recommendations for further research, particularly longitudinal investigations into the evolution of scientific practices throughout teacher education programs and explorations of cross-disciplinary approaches
Σύμφωνη με το εθνικό σύνταγμα ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου;
Σε συνταγματικά αμήχανος καιρούς, όπου η γεωπολιτική και τα οικονομικά και πολιτικά συγκείμενα επαπειλούν την επιτελεστικότητα του Συντάγματος, η υπεράσπιση της μεθοδολογίας της συνταγματικής επεξεργασίας, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται μέσα από το θετικό δίκαιο συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας, είναι μείζονος σημασίας. Σε αυτή τη λογική, η παρούσα εργασία εξετάζει το κατά πόσο, σε πείσμα των καιρών (της πρόσφατης, δηλαδή, νομολογίας Ανωτάτων Δικαστηρ΄ιων της χώρας μας), οφείλει ο ενωσιακός δικαστής να λάβει υπόψη του στις δικαιοδοτικές του κρίσεις τα εθνικά συντάγματα. Επαναπροσδιορίζει, ακόμα, με βάση τη θεωρία και το δόγμα του ενωσιακο΄ύ δικαίου και του εθνικού σνταγματικού δικαίου, τα όρια της αρχής της υπεροχής και της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του συντάγματος, προτείνοντας, σε περιπ΄τωσεις πολεμικής διαλεκτικής μεταξύ ΔΕΕ και εθνικών δικαστηρίων, πιο καθαρές λύσεις.In constitutionally awkward times, when geopolitical, economic, and political circumstances threaten the effectiveness of the Constitution, defending the methodology of constitutional reasoning—as crystallized through positive law, including case law—is of paramount importance. In this context, the present study examines the extent to which, despite the times (that is, despite the recent case law of our country’s Supreme Courts), the EU judge is obliged to take national constitutions into account in their judicial determinations. It further redefines, on the basis of the theory and doctrine of EU law and national constitutional law, the limits of the principle of supremacy and of the interpretation of the constitution in conformity with EU law, proposing clearer solutions in cases of adversarial dialectic between the CJEU and national courts
Η χρήση AI από τις φορολογικές αρχές
Η παρούσα διπλωματική εργασία μελετά τη χρήση της AI (Artificial Intelligence) από τις φορολογικές αρχές, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η ταχύτατη ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών και η εντυπωσιακή πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης έχουν διαμορφώσει ένα νέο λειτουργικό περιβάλλον, στο οποίο οι φορολογικές διοικήσεις καλούνται αναπόφευκτα να προσαρμοστούν. Αρχικά, παρουσιάζεται ο ορισμός της τεχνητής νοημοσύνης ως «ο κλάδος της επιστήμης των υπολογιστών που ασχολείται με τη δημιουργία έξυπνων υπολογιστικών συστημάτων - μηχανών ικανών να εκτελούν εργασίες που συνήθως σχετίζονται με την ανθρώπινη νοημοσύνη». Επιπλέον, πραγματοποιείται μία λεπτομερής ιστορική ανασκόπηση της εξέλιξης της τεχνητής νοημοσύνης και παρατίθενται οι βασικές κατηγορίες και τεχνολογίες της, προκειμένου να θεμελιωθεί το θεωρητικό υπόβαθρο της μελέτης. Στη συνέχεια, αναλύεται ο ρόλος της φορολογικής διοίκησης στη δημόσια διοικητική οργάνωση της Ελλάδας και η διαδικασία ψηφιακού μετασχηματισμού της, η οποία αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογιών και ψηφιακών εφαρμογών. Περαιτέρω, ειδική έμφαση δίνεται στις διεθνείς πρακτικές χρήσης της AI με παραδείγματα επιτυχημένων και μη επιτυχημένων εφαρμογών από φορολογικές αρχές σε διάφορες χώρες. Ακολουθεί διερεύνηση της ελληνικής πραγματικότητας, με ανάλυση των εργαλείων και των εφαρμογών AI που ενσωματώνει η ΑΑΔΕ στη λειτουργία της, με έμφαση στα διαθέσιμα δεδομένα και στα έργα που υλοποιεί. Ακόμη, η εργασία αναλύει τα οφέλη, τους κινδύνους και τις προκλήσεις που προκύπτουν από τη χρήση της AI στον φορολογικό τομέα, τόσο για τη διοίκηση όσο και για τους φορολογουμένους, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 και στην ανάγκη για διαφάνεια, μεροληψία και δικαιοσύνη. Τέλος, καταλήγει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση της λειτουργίας των φορολογικών αρχών, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από κατάλληλες θεσμικές, τεχνολογικές και ηθικές εγγυήσεις.The present thesis examines the use of AI (Artificial Intelligence) by tax authorities, both at the international and national level. The rapid development of digital technologies and the impressive progress of artificial intelligence have shaped a new operational environment in which tax administrations are inevitably called to adapt. Initially, the definition of artificial intelligence is presented as "the branch of computer science that deals with the creation of intelligent computer systems — machines capable of performing tasks that are usually associated with human intelligence." Furthermore, a detailed historical review of the evolution of artificial intelligence is conducted, and the fundamental categories and technologies are outlined to establish the theoretical background of the study. In addition, the role of the tax administration in the public administration organization of Greece and its digital transformation process are analyzed, which constitutes a critical prerequisite for the integration of advanced technologies and digital applications. Moreover, special emphasis is placed on international practices regarding the use of AI, with examples of successful and unsuccessful implementations by tax authorities in various countries. This is followed by an investigation of the Greek reality, with a presentation of the tools and AI applications already integrated by the Independent Authority for Public Revenue (AADE) in its operations, focusing on available data and ongoing projects. Additionally, the thesis analyzes the benefits, risks, and challenges arising from the use of AI in the tax sector, both for the administration and for taxpayers, with particular emphasis on the protection of fundamental rights through Regulation (EU) 2024/1689, as well as on the need for transparency, impartiality, and fairness. Finally, it concludes that artificial intelligence can decisively contribute to improving the functioning of tax authorities, provided it is accompanied by appropriate institutional, technological, and ethical safeguards
Επιδραση του βελονισμου ως τροπος αποκαταστασης αθενων με ΑΕΕ μετα απο ενταντικη η μη νοσηλεια
Η αποκατάσταση ασθενών που έχουν υποστεί Αγγειακό Εγκεφαλικό Επεισόδιο (ΑΕΕ) μετά από νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) αποτελεί μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία, καθώς οι ασθενείς αντιμετωπίζουν σοβαρές λειτουργικές, νευρολογικές και ψυχολογικές δυσκολίες. Η αναζήτηση αποτελεσματικών, ασφαλών και οικονομικά αποδοτικών θεραπευτικών παρεμβάσεων παραμένει κρίσιμη πρόκληση στη σύγχρονη αποκατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, ο βελονισμός, μια συμπληρωματική θεραπευτική προσέγγιση της Παραδοσιακής Κινεζικής Ιατρικής, έχει προσελκύσει αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον για τον ρόλο του στην αποκατάσταση μετά από ΑΕΕ.Background Rehabilitation of patients who have suffered a Cerebrovascular Accident (CVA) after hospitalization in an Intensive Care Unit (ICU) is a complex process, as individuals frequently experience severe functional, neurological, and psychological deficits. Identifying effective, safe, and cost-efficient therapeutic interventions remains a major clinical priority. Acupuncture, a complementary technique rooted in Traditional Chinese Medicine, has attracted increasing scientific attention for its potential role in stroke rehabilitation
Το Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο και η σχέση του προς τα εθνικά κληρονομητήρια
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο (ΕΚΣ), όπως θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 650/2012, και αναλύει τη σχέση του προς τα εθνικά κληρονομητήρια των κρατών μελών. Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η πολυμορφία των εθνικών συστημάτων απόδειξης της κληρονομικής ιδιότητας και οι πρακτικές δυσχέρειες που αυτή προκαλεί στις διασυνοριακές κληρονομικές διαδοχές. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες του κληρονομικού δικαίου και του Κανονισμού, με έμφαση στην αυτοτελή ερμηνεία τους, στο πεδίο εφαρμογής, στο κριτήριο της συνήθους διαμονής, καθώς και στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου, ιδίως στη professio juris. Στη συνέχεια αναλύεται διεξοδικά το Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, η διαδικασία έκδοσής του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά του, καθώς και η προστασία των καλόπιστων τρίτων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συγκριτική επισκόπηση επιλεγμένων εθνικών κληρονομητηρίων και στη διερεύνηση της πρακτικής συνύπαρξης του ΕΚΣ με τα εθνικά πιστοποιητικά. Η ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων αναδεικνύει τόσο τη χρησιμότητα όσο και τα όρια του ΕΚΣ, ιδίως σε ζητήματα μεταγραφής εμπραγμάτων δικαιωμάτων, διοικητικών πρακτικών και τεχνικών εμποδίων εφαρμογής. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο αποτελεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο για τις πολυκρατικές διαδοχές, χωρίς ωστόσο να υποκαθιστά πλήρως τα εθνικά κληρονομητήρια. Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από τον βαθμό σύγκλισης στον τρόπο εφαρμογής του από τα κράτη μέλη, την ενίσχυση της ψηφιακής διασύνδεσης και την καλλιέργεια εμπιστοσύνης στους φορείς που καλούνται να το εφαρμόσουν.This thesis examines the European Certificate of Succession (ECS), as introduced by Regulation (EU) No 650/2012, and analyses its relationship with national certificates of succession within the Member States. The study is prompted by the diversity of national systems for proving succession rights and the practical difficulties this diversity creates in cross-border succession cases. The first part of the thesis addresses the fundamental concepts of succession law and the Regulation, focusing on their autonomous interpretation, the scope of application, the criterion of habitual residence, as well as rules on international jurisdiction and applicable law, with particular emphasis on professio juris. Subsequently, the European Certificate of Succession is examined as an autonomous means of proof, including its issuance procedure, content, legal effects, and the protection of bona fide third parties. Special attention is paid to the comparative analysis of selected national succession certificates and to the practical coexistence of the ECS with national instruments. The examination of the case law of the Court of Justice of the European Union and national courts highlights both the added value and the limitations of the ECS, especially in relation to the registration of rights in rem, administrative practices, and technical obstacles to its use. The thesis concludes that the European Certificate of Succession constitutes a valuable tool for cross-border successions, although it does not fully replace national certificates. Its effectiveness largely depends on the harmonisation of national practices, enhanced digital connectivity, and the development of trust among national authorities and practitioners
Standards, Certifications, and Technoscience in Greek Agrifood Systems: STS Approaches
Ο σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να εξετάσει τα σχήματα Γεωγραφικών Ενδείξεων ως πρότυπα και πιστοποιήσεις για τα τρόφιμα, διερευνώντας τον ρόλο τους στη διαδικασία της περιουσιοποίησης (assetization) των διατροφικών προϊόντων. Υιοθετώντας μια κριτική προσέγγιση στις διαδικασίες τυποποίησης και πιστοποίησης, η εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνοεπιστήμες και οι γνωσιακές υλικότητες συμβάλλουν στη διαμόρφωση νέων αλυσίδων αξίας με τοπικές ή εδαφικές προεκτάσεις. Ειδικότερα, αξιολογεί τη συγκρότηση προστιθέμενης αξίας (αξιοποίηση/αξιακή ενίσχυση, valorization) και την κατασκευή περιουσιακών στοιχείων (assets) που επαναπροσδιορίζουν τη σημασία των διατροφικών προϊόντων. Επιπλέον, η εργασία εξετάζει την ανάπτυξη νέων οντολογιών, οι οποίες διαμορφώνονται υπό την επίδραση της πολιτικής της γνώσης, της εξειδίκευσης και των πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης. Οι Γεωγραφικές Ενδείξεις, όπως οι ΠΟΠ και ΠΓΕ, λειτουργούν ως νομοθετικά πλαίσια για καθεστώτα διανοητικής ιδιοκτησίας, εγκαθιδρύοντας ιδιοκτησιακά καθεστώτα επί των διατροφικών προϊόντων. Παράλληλα, ενσωματώνουν έναν βαθμό τυποποίησης, μέσω ποικίλων κριτηρίων που διασφαλίζουν τη διακριτή ταυτότητα των προϊόντων μέσω πιστοποιήσεων. Αυτό περιλαμβάνει τον καθορισμό και την εποπτεία των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν τα προϊόντα προκειμένου να αποκτήσουν τη σχετική ονομασία. Η περιοχή παραγωγής και οι συγκεκριμένες μέθοδοι παραγωγής αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ταυτότητας των προϊόντων, και υποστηρίζεται ότι τα πρότυπα και οι πιστοποιήσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην απόκτηση, τη στήριξη και την προστασία των Γεωγραφικών Ενδείξεων, διαμορφώνοντας έτσι τις πολιτικές και τις φαντασιακές αναπαραστάσεις της περιφερειακής ανάπτυξης. Τέλος, η εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνολογίες omics, και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της εθνικής ερευνητικής υποδομής FoodOmicsGR, συμβάλλουν στις διαδικασίες πιστοποίησης, παράγοντας επιστημονικά τεκμήρια, καθιστώντας δυνατή την ιχνηλασιμότητα και ενισχύοντας τους ισχυρισμούς αυθεντικότητας και διακριτότητας των διατροφικών προϊόντων.The aim of this thesis is to examine geographical indication schemes as standards and certifications for food, exploring their role in assetization of food products. By employing a critical approach to standardization and certification processes, the thesis investigates how technosciences and cognitive materialities contribute to establishing new value chains with local or territorial implications. Specifically, it assesses the formation of added value (valorization) and the construction of assets that redefine the significance of food products. Additionally, the thesis examines the development of new ontologies influenced by knowledge politics, expertise, and regional development policies. Geographical Indications such as PDO and PGI serve as legislative frameworks for intellectual property schemes, establishing proprietary regimes over food products. However, they also entail a degree of standardization, with various criteria ensuring the products’ distinct identities through certifications. This includes specifying and overseeing conditions that products must meet in order to attain the designation. The region of production and specific production methods are integral to the products’ identity, and we argue that standards and certifications play a role in acquiring, supporting, and protecting Geographical Indications, thus shaping regional development policies and imaginaries. Furthermore, the thesis explores how omics technologies, specifically within the framework of the FoodOmicsGR national research infrastructure, contribute to these certification processes by producing scientific evidence, enabling traceability and reinforcing claims of authenticity and distinctiveness of food products
Τα μοτίβα συνταγογράφησης αντιψυχωσικής φαρμακοθεραπείας των ψυχιατροδικαστικών ασθενών στο “Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αττικόν” και οι σχετικοί προγνωστικοί παράγοντες
Εισαγωγή: Η σχιζοφρένεια είναι μια χρόνια ψυχική διαταραχή με υψηλή θνησιμότητα και συχνή συννοσηρότητα με διαταραχή χρήσης ουσιών, η οποία επιβαρύνει τη συμμόρφωση και αυξάνει τον κίνδυνο νοσηλειών. Τα μακράς δράσης ενέσιμα αντιψυχωσικά (LAI) χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της θεραπευτικής συνέπειας, τη μείωση των υποτροπών και των νοσηλειών. Ωστόσο χορηγούνται συχνά σε δοσο-συσσωρευτικά σχήματα (συνδυασμός LAI με από του στόματος αντιψυχωσικά) και ιδίως στους ψυχιατροδικαστικούς ασθενείς. Παράλληλα, η χρήση τους συνδέεται με τις υψηλές δόσολογίες. Η ποσοτικοποίηση των δοσολογιών μέσω τυποποιημένων δεικτών, όπως η καθορισμένη ημερήσια δόση (DDD), θα μπορούσε να επιτρέψει την ορθότερη αξιολόγηση αυτών των πρακτικών. Σκοπός: Να συγκριθούν τα μοτίβα συνταγογράφησης αντιψυχωσικών σε εξωτερικούς ψυχιατροδικαστικούς και γενικούς ψυχιατρικούς ασθενείς, με έμφαση στη δοσο-συσσώρευση και στη λήψη υψηλών δόσεων. Επιπλέον, να εξεταστεί η σχέση χρήσης LAI και νοσηλειών, με προσαρμογή για τη συνολική ημερήσια δόση αντιψυχωσικών (PDD/DDD) και βασικούς συγχυτικούς παράγοντες. Μέθοδος: Αναλύθηκαν δεδομένα 40 ασθενών της Β΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του Π.Γ.Ν. “Αττικόν”. Η δοσο-συσσώρευση και η συνολική ημερήσια δόση εξετάστηκαν με γραμμική παλινδρόμηση. Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ δοσο-συσσώρευσης και υψηλών δόσεων επιχειρήθηκε με λογιστική παλινδρόμηση, αλλά ανέκυψε πλήρης διάκριση. Η σχέση χρήσης LAI και αριθμού νοσηλειών αναλύθηκε με αρνητική διωνυμική παλινδρόμηση με πολυμεταβλητή προσαρμογή. Αποτελέσματα: Η μέση συνολική ημερήσια δοσολογία αντιψυχωσικών ήταν 2.30 DDD και το 47,5% λάμβανε υψηλές δόσεις. Η δοσο-συσσώρευση συσχετίστηκε ισχυρά με υψηλότερη δοσολογία (β = 1.99, p = .001). Όλοι οι δοσο-συσσωρευμένοι ασθενείς λάμβαναν υψηλές δόσεις. Το μοντέλο νοσηλειών έδειξε ότι μόνο η συνολική ημερήσια δόση είχε τάση συσχέτισης με αυξημένες νοσηλείες (IRR = 1.30, p = .09), ενώ η χρήση LAI δεν εμφάνισε ανεξάρτητη επίδραση. Συμπεράσματα: Η δοσο-συσσώρευση αποτελεί τον κεντρικό παράγοντα λήψης υψηλών δόσεων αντιψυχωσικών σε εξωτερικούς ψυχιατροδικαστικούς και γενικούς ασθενείς. Η χρήση LAI δεν σχετίστηκε με τον αριθμό νοσηλειών όταν λήφθηκε υπόψη η δοσολογία, ενώ η συνολική ημερήσια δόση αποτέλεσε τον σημαντικότερο δείκτη νοσηλειών.Introduction: Schizophrenia is a chronic mental disorder with high mortality and frequent comorbidity with substance use disorder, which burdens compliance and increases the risk of hospitalizations. Long-acting injectable antipsychotics (LAIs) are used to improve treatment adherence, reduce relapses and hospitalizations. However, they are often administered in dose-stacking regimens (combination of LAIs with oral antipsychotics) and especially in forensic psychiatric patients. At the same time, their use is associated with high dosages. Quantifying dosages through standardized indicators, such as the defined daily dose (DDD), could allow for a more accurate assessment of these practices. Aim: To compare antipsychotic prescribing patterns in forensic and general psychiatric outpatients, with an emphasis on dose-stacking and high-dose intake. In addition, to examine the relationship between LAI use and hospitalizations, adjusting for total daily antipsychotic dose (PDD/DDD) and key confounders. Method: Data from 40 patients of the 2nd Psychiatric Clinic of the Attikon General Hospital were analyzed. Dose-stacking and total daily dose were examined by linear regression. The investigation of the relationship between dose accumulation and high doses was attempted by logistic regression, but complete separation emerged. The relationship between LAI use and number of hospitalizations was analyzed by negative binomial regression with multivariate adjustment. Results: The mean total daily dose of antipsychotics was 2.30 DDD and 47.5% were receiving high doses. Dose-stacking was strongly associated with higher dosage (β = 1.99, p = .001). All dose-stacked patients were receiving high doses. The hospitalization model showed that only total daily dose had a trend towards increased hospitalizations (IRR = 1.30, p = .09), while LAI use did not show an independent effect. Conclusions: Dose-stacking is the central factor in receiving high doses of antipsychotics in forensic and general outpatients. LAI use was not associated with the number of hospitalizations when dosage was taken into account, while total daily dose was the most important indicator of hospitalizations